WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 9: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

 — Τι εννοείτε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Ιδού, κυρία Βέλδων. Κατά το 1871, — επομένως προ δύο ετών — γάλλος περιηγητής, κατ' απαίτησιν της γεωγραφικής εταιρείας των Παρισίων, ανεχώρησε με σκοπόν να διέλθη την Αφρικήν από δυσμών προς ανατολάς. Το σημείον της αναχωρήσεώς του ήτο ακριβώς το στόμιον του Κόγγου. Το σημείον της αφίξεως έπρεπε να είναι το όσω το δυνατόν το ακρωτήριον Δελδάγον, εις τας εκβολάς του Ροβούμα, ούτινος θα ηκολούθει το ρεύμα. Ο γάλλος εκείνος περιηγητής εκαλείτο Σαμουήλ Βερνών.

 — Σαμουήλ Βερνών! επανέλαβεν η κυρία Βέλδων.

 — Μάλιστα, κυρία Βέλδων, και τα δύο ταύτα ονόματα αρχίζουσιν ακριβώς εκ των δύο τούτων γραμμάτων τα οποία εξέλεξεν ο Δίγγος μεταξύ όλων, και τα οποία είναι κεχαραγμένα εις το περιλαίμιόν του.

 — Τωόντι, απήντησεν η κυρία Βέλδων. Και ο περιηγητής εκείνος; . . .

 — Ο περιηγητής εκείνος ανεχώρησεν, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ και δεν ηκούσθη τι πλέον περί αυτού μετά την αναχώρησίν του.

 — Ποτέ; ηρώτησεν ο δόκιμος.

 — Ποτέ, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Τι συμπεραίνεται εκ τούτου; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Ότι ο Σαμουήλ Βερνών προδήλως δεν ηδυνήθη να φθάση εις την ανατολικήν ακτήν της Αφρικής, είτε διότι ηχμαλωτίσθη υπό των ιθαγενών, είτε διότι τον προσέβαλεν ο θάνατος καθ' οδόν.

 — Και τότε ο κύων ούτος; . .
 
 — Ο κύων ούτος θα τω ανήκεν, ευτυχέστερος δε του κυρίου του, εάν η εικασία μου είναι ορθή, θα ηδυνήθη να επανέλθη εις την παραλίαν του Κόγγου, αφού, καθ' ήν εποχήν συνέβησαν ταύτα, ευρέθη εκεί υπό του πλοιάρχου του «Βάλδεκ».

 — Αλλά, παρετήσεν η κυρία Βέλδων, ηξεύρετε εάν ο άλλος εκείνος περιηγητής συνωδεύετο υπό κυνός κατά την αναχώρησίν του; Μήπως είναι απλή εικασία εκ μέρους σας;

 — Τωόντι είναι απλή εικασία, κυρία Βέλδων, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Αλλά το βέβαιον είναι ότι ο Δίγγος γνωρίζει αυτά τα δύο γράμματα Σ και Β, τα οποία ακριβώς είναι τα αρχικά στοιχεία των δύο ονομάτων του γάλλου περιηγητού. Τώρα, πώς το ζώον έμαθε να τα διακρίνη, τούτο δεν ειμπορώ να εξηγήσω, αλλά, το επαναλαμβάνω, τα γνωρίζει βεβαιότατα, και ιδού όπου τα ωθεί διά του ποδός του και φαίνεται ως εάν μας προσκαλή να τα αναγνώσωμεν μετ' αυτού.

 — Τωόντι, δεν ηδύνατο να απατηθώσιν ως προς την πρόθεσιν του Δίγγου.

 — Ήτο λοιπόν μόνος ο Σαμουήλ Βερνών όταν εγκατέλιπε το παράλιον του Κόγγου; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.

 — Το αγνοώ, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Εν τούτοις, πιθανόν είναι ότι θα είχε μεθ' εαυτού συνοδείαν ιθαγενών.

 — Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Νεγορός, αφήσας την θέσιν του, εφάνη επί του καταστρώματος. Κατ' αρχάς ουδείς εννόησε την παρουσίαν του και ουδείς είδε το αλλόκοτον βλέμμα το οποίον έρριψεν επί του κυνός όταν παρετήρησε τα δύο γράμματα προ των οποίων ούτος ίστατο. Αλλ' ο Δίγγος, αναγνωρίσας τον μάγειρον, ήρχισε να δίδει σημεία εσχάτης μανίας.

 — Ο Νεγορός επέστεψεν αμέσως εις την θέσιν του πληρώματος ουχί άνευ ακουσίου τινός απειλητικού κινήματος προς τον κύνα.



 — Υπάρχει μυστήριόν τι! εψιθύρισεν ο πλοίαρχος Χουλ, ον δεν διέλαθεν ουδέν των της σκηνής εκείνης.

 — Αλλά, κύριε, είπεν ο δόκιμος, δεν είναι παράξενον κύων να δύναται να αναγνωρίζη γράμματα του αλφαβήτου;

 — Όχι! ανέκραξεν ο μικρός Ζακ. Η μήτηρ μου πολλάκις με διηγήθη την ιστορίαν κυνός ο οποίος ήξευρε ν' αναγινώσκη και να γράφη και μάλιστα να παίζη δόμινον ως αληθής διδάσκαλος σχολείου.

 — Φίλτατόν μου τέκνον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων μειδιώσα, ο κύων εκείνος όστις ωνομάζετο Μόνιτος δεν ήτο τόσον σοφός όσον νομίζεις. Εάν πιστεύσω όσα με διηγήθησαν, δεν ηδύνατο να συνθέση την λέξιν του. Αλλ' ο κύριός του, επιτήδειος Αμερικανός, παρατηρήσας πόσον ο Μόνιτος είχεν οξείαν την ακοήν, επεμελήθη να εξασκήση την αίσθησιν εκείνην και να εξαγάγη περιεργότατα αποτελέσματα.

 — Και τι έπρατε, κυρία Βέλδων; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ αισθανθείς ενδιαφέρον προς την διήγησιν σχεδόν όσον και ο μικρός Ζακ.

 — Ιδού, φίλε μου. Όταν ο Μόνιτος επρόκειτο να «εργασθή» ενώπιον του κοινού, γράμματα όμοια προς ταύτα ετίθεντο επί τραπέζης. Επί της τραπέζης εκείνης ο κύων περιεφέρετο, περιμένων να τω προταθή λέξις τις είτε υψηλοφώνως είτε χαμηλοφώνως, υπό τον όρον όμως να γινώσκη την λέξιν ταύτην ο κύριός του.

 — Ώστε, απόντος του κυρίου του . . .

 — Ο κύων δεν θα ηδύνατο να πράξη τίποτε, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, και ιδού διατί. Τιθεμένων των γραμμάτων επί της τραπέζης, ο Μόνιτος περιεφέρετο διά μέσου του αλφαβήτου εκείνου, άμα δε έφθανεν ενώπιον του γράμματος όπερ έπρεπε να εκλέξη ίστατο· αλλ' εάν ίστατο, έπραττε τούτο διότι ήκουε τον ανεπαίσθητρν εις πάντα άλλον κρότον οδοντογλυφίδος, τον οποίον έκαμνεν εις το θυλάκιόν του ο Αμερικανός. Ο κρότος εκείνος ήτο διά τον Μόνιτον σύνθημα να λάβη το στοιχείον και να το θέση εις την πρέπουσαν τάξιν.

 — Και ιδού όλον το μυστικόν! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ.

 — Ιδού όλον το μυστικόν, απήντησεν η κυρία Βέλδων, ως παν ό,τι γίνεται εν τη ταχυδακτυλουργική τέχνη. Εν απουσία του Αμερικανού ο Μόνιτος δεν θα ήτο πλέον Μόνιτος. Εκπλήττομαι λοιπόν πώς, ενώ ο κύριός του δεν είναι εδώ, — εάν εν τούτοις ο περιηγητής Σαμούλ Βερνών υπήρξε ποτε κύριός του, — ο Δίγγος ειμπορεί να αναγνωρίση τα δύο ταύτα γράμματα.

 — Τωόντι, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ είναι πολύ παράδοξον. Παρατηρήσατε όμως καλώς, ενταύθα δεν πρόκειται ειμή περί δύο μόνον γραμμάτων, δύο ειδικών γραμμάτων, και ουχί λέξεως τυχαίως εκλεγομένης. Μεθ' όλα ταύτα, ο κύων εκείνος όστις εκτύπα την θύραν του μοναστηρίου διά να λάβη το διά τους πτωχούς διαβάτας προωρισμένον φαγητόν, και ο άλλος εκείνος όστις επιφορτιζόμενος μετά τινος ομοίου του να στρέφη τον οβελόν ημέραν παρ' ημέραν, ηρνείτο να πράξη τούτο όταν δεν ήτο η σειρά του, οι δύο εκείνοι κύνες, λέγω, ήσαν νοημονέστεροι του Δίγγου. Άλλως τε ευρισκόμεθα ενώπιον γεγονότος αδιαφιλονικήτου. Εξ όλων των γραμμάτων του αλφαβήτου τούτου, ο Δίγγος εξέλεξε μόνον τα δύο ταύτα Σ και Β. Τα άλλα φαίνεται ότι μήτε τα γνωρίζη καν. Πρέπει λοιπόν να συμπεράνωμεν ότι δι' αιτίαν άγνωστον εις ημάς, η προσοχή του είχε προσηλωθή επί των δύο τούτων γραμμάτων.

 — Α! πλοίαρχε Χουλ είπεν ο νεαρός δόκιμος, εάν ο Δίγγος, ηδύνατο να ομιλήση! . . . Ίσως θα μας έλεγε τι σημαίνουσιν αυτά τα δύο γράμματα, και διατί δεικνύει τους οδόντας του εις τον μάγειρόν μας.

 — Και τι οδόντας! απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ, καθ' ήν στιγμήν ο Δίγγος, ανοίξας το στόμα, εδείκνυε τας φοβεράς αρπάγας του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

ΦΑΛΑΙΝΑ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ


Ευκόλως δύναταί τις να φαντασθή ότι το παράδοξον εκείνο συμβεβηκός υπήρξε πλέον ή άπαξ των συνδιαλέξων αίτινες εγίνοντο εις την πρύμνην του «Πίλγριμ» μεταξύ της κυρίας Βέλδων, του πλοιάρχου Χουλ και του νεαρού δοκίμου.

Ούτος, μάλλον ιδιαιτέρως, ησθάνθη ορμέμφυτον δυσπιστίαν προς τον Νεγορόν, του οποίου εν τούτοις η διαγωγή ουδεμιάς μομφής ήτο αξία.

Εις την πρώραν συνδιελέγοντο ωσαύτως περί τούτου, αλλά δεν εξήγον τα αυτά συμπεράσματα.

Εκεί, υπό των ανθρώπων του πληρώματος, ο Δίγγος εθεωρείτο απλούστατα ως κύων να αναγινώσκη και ίσως μάλιστα να γράφη καλλίτερον πολλών ναυτών του πλοίου, και εάν δεν ωμίλει, τούτο εσήμαινεν ότι κατά πάσαν πιθανότητα είχεν ισχυρούς λόγους να σιωπά.

 — Αλλ' ημέραν τινά, είπεν ο πηδαλιούχος Βόλτων, ημέραν τινά αυτός ο σκύλος θα μας ερωτήση πού διευθυνόμεθα, εάν ο άνεμος είναι βορειοδυτικός ή βορειανατολικός, και θα χρειασθή να τω αποκριθώμεν.

 — Υπάρχουσι ζώα τα οποία λαλούσιν, είπεν άλλος ναύτης, κίσσαι, παπαγάλοι. Λοιπόν διατί και σκύλος να μη κάμνη το αυτό, εάν του ήρχετο επιθυμία; Δυσκολώτερον είναι να ομιλήση τις με το ράμφος ή με το στόμα.
 
 — Βεβαιότατα, είπεν ο ναύκληρος Χούβικ. Αλλά τούτο ποτέ δεν το είδε τις.

Πολύ θα εξέπληττέ τις τους αγαθούς εκείνους άνδρας εάν τοις έλεγεν ότι επιστήμων τις Δανός είχεν κύνα, όστις επρόφερεν ευδιακρίτως περί τας είκοσι λέξεις.

Αλλ' εκ τούτου μέχρι του να εννοή ό,τι έλεγεν, υπήρχεν άβυσσος.

Προδήλως ο κύων εκείνος, του οποίου η γλωττίς ήτο πεπλασμένη εις τρόπον ώστε να δύναται να προφέρη ήχους κανονικούς, ουδόλως εννόει την σημασίαν αυτών, ως οι ψιττακοί, οι κολοσοί και αι κίσσαι.

Η φράσις παρά τοις ζώοις τούτοις, δεν είναι άλλο τι ειμή είδος τι κελαδήματος ή κραυγών λαλουμένων ληφθεισών εκ ξένης γλώσσης της οποίας δεν έχουσι την έννοιαν.

Όπως δήποτε ο Δίγγος εγένετο ο ήρως του πλοίου ένεκα του οποίου όμως ουδόλως υπερηφανεύετο.

Πολλάκις ο πλοίαρχος Χουλ επανέλαβε το πείραμα.

Οι ξύλινοι κύβοι του αλφαβήτου ετίθεντο ενώπιον του Δίγγου, και πάντοτε, άνευ λάθους, άνευ δισταγμού τα δυο γράμματα Σ και Β εξελέγοντο μεταξύ όλων υπό του παραδόξου ζώου, χωρίς τα άλλα να ελκύωσί ποτε την προσοχήν του.

Το πείραμα τούτο πολλάκις επανελήφθη ενώπιον του εξαδέλφου Βενεδίκτου, αλλ' ούτος ουδέν έδειξεν ενδιαφέρον.

 — Εν τούτοις, ηξίωσε να είπη ημέραν τινά, δεν πρέπει να πιστεύσωμεν ότι μόνοι οι κύνες έχουσι το πλεονέκτημα να είναι νοήμονες κατά τοιούτον τρόπον. Και άλλα ζώα τους ομοιάζουσιν, ακολουθούντα απλώς το ορμέμφυτόν των. Τοιούτον είναι οι ποντικοί, οι οποίοι εγκαταλείπουσι το προωρισμένον να καταποντισθή εις την θάλασσαν πλοίον· τοιούτοι είναι οι κάστορες, οίτινες προβλέπουσι την αύξησιν των υδάτων και εγείρουσιν υψηλότερα προχώματα· τοιούτοι ήσαν οι ίπποι του Νικομήδους, του Σκερδέρμπεη και του Οππιανού, οίτινες τόσην λύπην ησθάνθησαν ώστε απέθανον μετά τον θάνατον των κυρίων των, τοιούτοι είναι οι όνοι, τοσούτον θαυμαστοί διά την μνήμην των, και τόσα άλλα τέλος ζώα, άτινα ετίμησαν το ζωικόν βασίλειον. Δεν είδομεν πτηνά, θαυμασίως δεδιδαγμένα, άτινα γράφουσιν απταίστως λέξεις καθ' υπαγόρευσιν των διδασκάλων των, κακατόας αίτινες μετρούσι τόσον καλώς όσον λογιστής του γραφείου των γεωγραφικών πλατών όλα τα έν τινι αιθούση παρόντα πρόσωπα; Δεν υπήρξε ψιττακός, αγορασθείς αντί εκατόν χρυσών σκούδων, όστις χωρίς να παραλείψη μήτε λέξιν, έλεγεν εις τον καρδινάλιον τον κύριόν του όλον το Σύμβολον των αποστόλων; Τέλος, η νόμιμος υπερηφάνεια ενός εντομολόγου δεν πρέπει να φθάνη εις το έπακρον, όταν βλέπη απλά έντομα παρέχοντα αποδείξεις νοημοσύνης ανωτέρας και επιβεβαιούντα ευγλώττως το αξίωμα:

Εν ελαχίστοις μέγας ο Θεός

τους μύρμηκας εκείνους οίτινες θα ηδύναντο να παραβληθώσι προς τους επισημοτάτους των μεγαλειτέρων πόλεων, τους υδροβίους εκείνους αργυρονήτους οι οποίοι κατασκευάζουσι καταβυθιστικούς κώδωνας, τους ψύλλους εκείνους οίτινες σύρουσιν αμάξας ως αληθείς αμαξηλάται, οίτινες εκτελούσι γυμνάσια τόσον καλώς όσον οι καραβινοφόροι, οίτινες κανονιοβολούσι καλλίτερον ή οι πτυχιούχοι πυροβοληταί του Βεστποέν (12) ; Όχι, ο Δίγγος ούτος δεν είναι άξιος τοσούτων επαίνων, και εάν είναι τόσον δυνατός εις το αλφάβητον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ανήκει εις είδος τι μολοσσών, μη ταξινομηθείς εν τη ζωολογική επιστήμη, «τον αλφαβητικόν κύνα» της Νέας Ζηλανδίας.

Μεθ' όλας τας ομιλίας ταύτας και άλλας του φθονερού εντομολόγου, ο Δίγγος δεν απώλεσε την κοινήν υπόληψιν και εξηκολούθησε να θεωρήται ως φαινόμενον εν τοις συνομιλίαις όλου του πληρώματος.

Εν τούτοις πιθανόν ότι ο Νεγορός δεν συνεμερίζετο τον γενικόν ενθουσιασμόν προς το ζώον.

Ίσως μάλιστα το εύρισκεν υπέρ το δέον νοήμον.

Όπως δήποτε, ο κύων εδείκνυε πάντοτε την αυτήν αντιπάθειαν κατά του μαγείρου, και βεβαίως θα εκινδύνευε να πάθη κακόν τι, εάν δεν ήτο αφ' ενός μεν κύων ικανός να προστατεύση εαυτόν, αφ' ετέρου δε προστατευόμενος υπό της συμπαθείας όλων των εν τω πλοίω.

Ο Νεγορός απέφευγε πλειότερον ή άλλοτε να ευρεθή επί παρουσία του. Ο Δικ Σανδ δεν έλειψε να παρατηρήση ότι από του συμβάντος των δύο γραμμάτων η αμοιβαία αντιπάθεια του ανθρώπου και του κυνός είχεν αυξήσει. Τούτο ήτο αληθώς ανεξήγητον.

Τη 10 Φεβρουαρίου ο βορειανατολικός άνεμος, όστις μέχρι τότε είχε διαδεχθή τας μακράς και απελπιστικάς νηνεμίας, κατά την διάρκειαν των οποίων το «Πίλγριμ» έμενεν ακίνητον, ηλαττώθη επαισθητώς.

Ο πλοίαρχος Χουλ ηδυνήθη λοιπόν να ελπίζη ότι μεταβολή τις εις την διεύθυνσιν των ατμοσφαιρικών ρευμάτων έμελλε να παραχθή και ίσως ο μυοπάρων θα έπλεε τέλος πλησίστιος.

Η εξ Ωκλάνδης αναχώρησίς του εχρονολογείτο από δέκα εννέα ημερών μόνον. Η βραδύτης άρα δεν ήτο μεγάλη, το δε «Πίλγριμ», χάρις εις τα καλά αυτού ιστία, θα ηδύνατο τη βοηθεία πλαγίου ανέμου να ανακτήση ευκόλως τον απολεσθέντα χρόνον. Αλλ' έπρεπε να περιμένη ολίγας ημέρας μέχρις ου πνεύσωσι σταθερώς οι δυτικοί άνεμοι.

Το μέρος εκείνο του Ειρηνικού ήτο πάντοτε έρημον. Ουδέν πλοίον εφαίνετο εις τα παράλια εκείνα. Ήτο πλάτος εντελώς εγκαταλελειμμένον υπό των θαλασσοπόρων. Οι φαλαινοθήραι των μεσημβρινών θαλασσών δεν ετόλμων εισέτι να διέλθωσι τον τροπικόν.

Οι εν τω «Πίλγριμ» λοιπόν, οίτινες ένεκεν ιδιαιτέρων περιστάσεων ηναγκάσθησαν να εγκαταλείπωσι τα μέρη της αλιείας προ του τέλους της εποχής, δεν έπρεπε να ελπίζωσιν ότι ήθελον συναντήσει πλοίον τι εκεί.

Όσον δ' αφορά τα υπερειρηνικά ατμόπλοια, είπομεν ήδη ότι ταύτα δεν ηκολούθουν παράλληλον τόσω υψηλήν κατά τους διάπλους αυτών μεταξύ της Αυστραλίας και της αμερικανικής ηπείρου.

Εν τούτοις, ένεκεν αυτής ταύτης της ερημίας της θαλάσσης πρέπει να ερευνήσωμεν αυτήν μέχρι των τελευταίων ορίων του ορίζοντος. Όσον μονότονος και αν δύναται να φανή εις τα απρόσεκτα πνεύματα, τόσον απείρως ποικίλη είναι δι' εκείνον όστις δύναται να την εννοήση. Αι μάλλον αδιόρατοι μεταβολαί θέλγουσι τας φαντασίας εκείνας αίτινες εννοούσι τας ποιήσεις του Ωκεανού. Θαλάσσιον φυτόν φερόμενον επί των κυμάτων, κλάδος βρύου του οποίου η ελαφρά πορεία ποικίλλει την επιφάνειαν της θαλάσσης, τεμάχιον σανίδος του οποίου θα ήθελέ τις να μάθη την ιστορίαν, δεν χρειάζονται περισσότερα. Προ του απείρου εκείνου, το πνεύμα υπ' ουδενός εμποδίζεται. Η φαντασία έχει ελεύθερον στάδιον. Έκαστον των υδατίνων εκείνων μορίων, άτινα η εξάτμισις ανταλλάσσει συνεχώς μεταξύ της θαλάσσης και του ουρανού, περικλείει ίσως το μυστήριον καταστροφής τινος. Τούτου ένεκα πρέπει να φθονώμεν εκείνους των οποίων η ενδόμυχος σκέψις δύναται να ερευνήση τα μυστήρια του Ωκεανού, τα πνεύματα εκείνα τα υψούμενα από της κινητής επιφανείας μέχρι του ουρανού.

Η ζωή άλλως τε εκδηλούται πάντοτε υπεράνω ως και υποκάτω των θαλασσών.

Οι επιβάται του «Πίλγριμ» ηδύναντο να ίδωσι μικροτάτους ιχθείς καταδιωκωμένους υπό σμήνους πτηνών, εξ εκείνων τα οποία πριν του χειμώνος φεύγουσι το τραχύ κλίμα των πόλεων.

Και πολλάκις ο Δικ Σανδ, άξιος μαθητής του Ζαμ Βέλδων ως προς το αντικείμενον τούτο ως και εις πολλά άλλα, έδωκεν αποδείξεις της θαυμασίας αυτού επιδεξιότητος εις το πυροβόλον ή εις το πιστόλιον, φονεύων τινά των ταχυπτέρων εκείνων πτηνών.

Μεταξύ τούτων ήσαν θαλασσοβάται λευκοί και άλλοι θαλασσοβάτα,ι των οποίων αι πτέρυγες διεγραμμίζοντο εις τα άκρα υπό ταινίας μελαγχρόου.

Ενίοτε ωσαύτως διήρχοντο σμήνη κογχίλων ή λιπαρόχηνες τινές, των οποίων το επί της ξηράς βάδισμα είναι βαρύ και γελοίον.

Εν τούτοις, ως παρετήρησεν ο πλοίαρχος Χουλ οι λιπαρόχηνες εκείνοι, μεταχειριζόμενοι τους πόδας των ως αληθή πτερύγια, δύνανται να προκαλέσωσιν εις το κολύμβημα τους ταχυτέρους ιχθύς, ούτως ώστε και αυτοί οι ναυτικοί τους συγχέουσιν ενίοτε μετά των τρωκτών.

Υψηλότερον, γιγαντιαίοι κλυδωνομάντεις έπληττον τον αέρα διά των πτερύγων των, αίτινες είχον περίμετρον δέκα ποδών, και εκάθηντο είτα επί της επιφανείας των υδάτων, ανακινούντες αυτά διά του ράμφους των όπως εύρωσι την τροφήν των.

Όλαι αύται αι σκηναί παρίστων θέαμα ποικίλλον, όπερ πνεύματα αναίσθητα προς τα θέλγητρα της φύσεως θα εύρισκον μονότονον.

Την ημέραν εκείνην η κυρία Βέλδων περιεφέρετο εις την πρύμνην του «Πίλγριμ», ότε φαινόμενόν τι αρκούντως περίεργον είλκυσε την προσοχήν της.

Τα ύδατα της θαλάσσης εγένοντο σχεδόν αιφνιδίως ερυθρά.

Ηδύνατό τις να νομίση ότι είχον βαφή δι' αίματος και ο ανεξήγητος εκείνος χρωματισμός εξετείνετο όσον μακράν ηδύνατο να φθάση το βλέμμα.

Τότε ο Δικ Σανδ ευρίσκετο μετά του μικρού Ζακ πλησίον της κυρίας Βέλδων.

 — Βλέπεις, Δικ, είπεν εκείνη προς τον νεαρόν δόκιμον, τον αλλόκοτον τούτον χρωματιστόν του Ειρηνικού; Μήπως οφείλεται ούτος εις θαλάσσιόν τι φυτόν;

 — Όχι, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, ο χρωματισμός ούτος παράγεται υπό μυριάδων μικρών μαλακοδέρμων, διά των οποίων συνήθως τρέφονται τα μεγάλα μαστοφόρα. Οι αλιείς, ουχί άνευ λόγου, ονομάζουσιν αυτά «φαγητόν της φαλαίνης».

 — Μαλακόδερμα! είπεν η κυρία Βέλδων. Αλλ' είναι τόσον μικρά ώστε σχεδόν ηδύνατό τις να τα ονομάση θαλάσσια έντομα. Ο εξάδελφος Βενέδικτος θα υπερευχαριστηθή ίσως εάν συλλέξη ολίγα τινά εξ αυτών.

Και καλούσα:

 — Εξάδελφε Βενέδικτε! εφώνησεν.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος εξήλθε του δωματίου σχεδόν συγχρόνως μετά του πλοιάρχου Χουλ.

 — Εξάδελφε Βενέδικτε, είπεν η κυρία Βέλδων, ιδέτε λοιπόν τον μεγάλον εκείνον ερυθρωπόν σωρόν όστις εκτείνεται επ' άπειρον.

 — Ναι, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ είναι το φαγητόν της φαλαίνης. Κύριε Βενέδικτε, ωραία ευκαιρία διά να σπουδάσητε το περίεργον τούτο είδος των μαλακοδέρμων.

 — Ουφ, έκανεν ο εντομολόγος.

 — Πώς ουφ! ανέκραξεν ο πλοίαρχος. Αλλά δεν έχετε το δικαίωμα να εκφράζηται τοιαύτην αδιαφορίαν. Τα μαλακόδερμα ταύτα σχηματίζουσι μίαν των έξ κλάσεων των ενάρθρων, εάν δεν απατώμαι, και ως τοιαύτα . . .

 — Ουφ! έκαμε και πάλιν ο εξάδελφος Βενέδικτος σείων την κεφαλήν . . .

 — Λοιπόν φαίνεσθε ολίγον υπεροπτικός ως εντομολόγος.

 — Εντομολόγος έστω, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, αλλ' ειδικώτερον εξαποδιστής, πλοίαρχε Χουλ ευαρεστηθήτε να μη το λησμονήτε.

 — Όπως δήποτε, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ, έστω να μη σας ενδιαφέρωσι τα μαλακόδερμα ταύτα, αλλ' εάν είχατε στόμαχον φαλαίνης, το πράγμα θα ήτο διαφορετικόν. Τι λαμπρά εστίασις τότε! — Βλέπετε κυρία Βέλδων, όταν ημείς οι φαλαινοθήραι, κατά την εποχήν της αλιείας, ευρεθώμεν απέναντι τοιαύτης σωρείας τοιούτων μαλακοδέρμων, μόλις λαμβάνομεν καιρόν να ετοιμάσωμεν τας αρπάγας και τας ορμιάς ημών. Είμεθα βέβαιοι ότι το θήραμα δεν είναι μακράν.

 — Είναι δυνατόν τόσω μικρά ζώα να δύνανται να τρέφωσι τόσω μεγάλα; είπεν ο Ζακ.

 — Ε! τέκνον μου, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ μικροί κόκκοι σιμιγδάλεως, αλεύρου, αμύλου, δεν απαρτίζουσιν ωραίον ζωμόν; Ναι, η φύσις ούτως ηθέλησεν. Όταν φάλαινά τις πλέη εν μέσω των ερυθρών τούτων υδάτων, ο ζωμός αυτής είναι έτοιμος, δεν έχει να πράξη άλλο ειμή να ανοίξη το μέγα στόμα της. Μυριάδες μαλακοδέρμων εισέρχονται εκεί, τα απειράριθμα γένεια δι' ων είναι πεπροικισμένος ο ουρανίσκος του ζώου εκτείνονται ως δίκτυα αλιέως, ουδέν δύναται να εξέλθη εκείθεν, και η μάζα των μαλακοδέρμων καταβυθίζεται εις τον ευρύχωρον στόμαχον της φαλαίνης απαραλλάκτως ως ο ζωμός του γεύματος εις τον ιδικόν μας.

 — Πρέπει να σκεφθής, Ζακ, παρετήρησεν ο Δικ Σανδ, ότι η κυρία φάλαινα δεν χάνει τον καιρόν της εις το να καθαρίζη έν προς έν αυτά τα μαλακόδερμα, ως υμείς καθαρίζετε τας καρίδας.

 — Προσθέτω, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ, ότι ακριβώς όταν η γιγαντιαία αύτη λαίμαργος ασχολήται κατ' αυτόν τον τρόπον, είναι ευκολώτερον να την πλησιάση τις χωρίς να διεγείρη την δυσπιστίαν της. Είναι λοιπόν η καταλληλοτέρα στιγμή διά να την ακοντίση τις μετά τινος επιτυχίας.

Την στιγμήν εκείνην, και οιονεί προς επικύρωσιν των λόγων του πλοιάρχου Χουλ η φωνή ναύτου ηκούσθη εις την πρώραν του πλοίου.

 — Μία φάλαινα εμπρός αριστερά!

Ο πλοίαρχος Χουλ ανετινάχθη.

 — Φάλαινα; ανέκραξε.

Και ωθούμενος υπό του φαλαινοθηρευτικού του ορμεμφύτου, ώρμησεν εις τα πρυμνήσια του «Πίλγριμ».

Η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο Δικ Σανδ και αυτός ο εξάδελφος Βενέδικτος τον ηκολούθησαν αμέσως . .

Πράγματι εις απόστασιν τεσσάρων μιλλίων αναβρασμός τις εμαρτύρει ότι μέγα τι θαλάσσιον μαστοφόρον εκινείτο εν τω μέσω των ερυθρών υδάτων.

Καθό φαλαινοθήραι δεν ηδύναντο να απατηθώσιν.

Αλλ' η απόστασις ήτο πολύ μεγάλη έτι, ώστε δεν ηδύνατο να γνωρίσωσι το είδος, εις ό ανήκε το μαστοφόρον εκείνο.

Τωόντι τα είδη ταύτα είναι λίαν διακεκριμμένα.

Μήπως ήτο φάλαινά τις εκ των γνησίων εκείνων, τας οποίας μάλλον ιδιαιτέρως επιζητούσιν οι αλιείς των βορείων θαλασσών;

Τα κήτη ταύτα, από των οποίων ελλείπει το ραχιαίον πτερύγιον, αλλά των οποίων το δέρμα περικαλύετε παχύ στρώμα λίπους, δυνατόν να έχωσι μήκος ογδοήκοντα ποδών, ει και ο μέσος όρος δεν υπερβαίνει τους εξήκοντα, και τότε έν μόνον των τεράτων εκείνων παρέχει εκατόν βαρέλια ελαίου.

Ή μήπως ήτο πτεροφάλαινα, ης το πρώτον συνθετικόν του ονόματος θα ηδύνατο να εφελκύση την υπόληψιν του εντομολόγου;

Αύται κέκτηνται ραχιαία πτερύγια, λευκά το χρώμα και μακρά όσον το ήμισυ του σώματος, άτινα ομοιάζουσι προς ζεύγος πτερύγων, — είδος τι πτερωτής φαλαίνης.

Ή μήπως πιθανώτερον ήτο μακροπτερύγιος φάλαινα, έχουσα ραχιαίον πτερύγιον και της οποίας το μήκος είναι ίσον σχεδόν προς το της γνησίας φαλαίνης;

Ο πλοίαρχος Χουλ και το πλήρωμά του δεν ηδύνατο έτι ν' αποφανθώσιν, αλλά παρετήρουν το ζώον μετ' επιθυμίας περισσοτέρας ή θαυμασμού.

Εάν είναι αληθές ότι ο ωρολογοποιός δεν δύναται να απαντήση εκκρεμές χωρίς να αισθανθή την ακαταμάχητον ανάγκην να το εκτείνη, πόσον περισσότερον ο φαλαινοθήρας ευρισκόμενος απέναντι φαλαίνης καταλαμβάνεται υπό επιτακτικής επιθυμίας να συλλάβη αυτήν! Οι κυνηγοί της μεγάλης θήρας είναι ως λέγουσιν ενθερμότεροι ή οι κυνηγοί της μικράς θήρας.

Λοιπόν όσω μεγαλείτερον είναι το ζώον, τόσω περισσότερον διεγείρει την επιθυμίαν! Τι πρέπει να αισθάνωνται τότε οι ελεφαντοθήραι! Πλην τούτου υπήρχεν ωσαύτως και η δυσαρέσκεια ην ησθάνετο το πλήρωμα του «Πίλγριμ» ότι επανήρχετο μετά φορτίου ατελούς.
 
Εν τούτοις ο πλοίαρχος Χουλ προσεπάθει να αναγνωρίση το ζώον το οποίον εφάνη μακράν.

Δεν ήτο ορατόν εκ τοιαύτης αποστάσεως.

Ουχ ήττον ο εξησκημένος οφθαλμός φαλαινοθήρου δεν ηδύνατο να απατηθή έκ τινων λεπτομερειών ευκόλως διακρινομένων μακρόθεν.

Τωόντι η ανάβρασις, ήτοι η ατμώδης και υδατώδης στήλη την οποίαν η φάλαινα εκφυσά διά των ρωθώνων της, ώφειλε να προσελκύση την προσοχήν του πλοιάρτου Χουλ και να τον οδηγήση εις ποίον είδος ανήκε το κήτος εκείνο.

 — Δεν είναι γνησία φάλαινα, ανέκραξεν. Ο αναβρασμός αυτής θα ήτο υψηλότερος και ολιγώτερος ογκώδης. Αφ' ετέρου εάν ο θόρυβος τον οποίον προξενεί ο αναβρασμός ούτος ηδύνατο να παραβληθή προς τον μεμακρυσμένον θόρυβον πυρίνου στόματος, θα έκλινον να πιστεύσω ότι η φάλαινα αύτη ανήκει εις το είδος των πτεροφαλαινών αλλά το πράγμα δεν έχει ούτω, και εάν προσέξη τις, δύναται να βεβαιωθή ότι ο θόρυβος ούτος είναι όλως διαφόρου φύσεως. — Τι φρονείς περί τούτου, Δικ; ηρώτησεν ο πλοίαρχος Χουλ στρεφόμενος προς τον δόκιμον.

 — Πιστεύω, πλοίαρχε, απήντησεν ο Δικ, ότι είναι μακροπτερύγιος φάλαινα. Ιδέτε πώς οι ρώθωνες αυτής αναρρίπτουσι βιαίως εις τον αέρα την θαλασσίαν εκείνην στήλην. Δεν σας φαίνεται ωσαύτως — όπερ και θα εδικαιολόγει την παρατήρησίν μου — ότι η αναπήδησις εκείνη περιέχει περισσότερον ύδωρ ή ατμόν συμπεπυκνωμένον; Και δεν απατώμαι, τούτο είναι ιδιαίτερον προσόν της μακροπτερυγίου φαλαίνης.

 — Τωόντι, Δικ, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ. Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία. Είναι μακροπτερύγιος η οποία επιπλέει επί της επιφανείας των ερυθρών εκείνων υδάτων.

 — Τι ωραίον που είναι! ανεφώνησεν ο μικρός Ζακ.

 — Ναι, τέκνον μου. Και όταν αναλογίζεται τις ότι το μεγάλον εκείνο ζώον γευματίζει εκεί και ούτε υποπτεύει καν ότι φαλαινοθήραι το παρατηρούσι.

 — Τολμώ να βεβαιώσω ότι η μακροπτερύγιος αύτη φάλαινα είναι μεγάλη, παρετήρησεν ο Δικ Σανδ.

 — Βεβαίως, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ, όστις εξηρεθίζετο ολίγον κατ' ολίγον. Της δίδω τουλάχιστον εβδομήκοντα ποδών μήκος.

 — Καλά, προσέθηκεν ο ναύκληρος. Ημίσεια δωδεκάς τοιούτων φαλαινών θα ήρκει διά να φορτώση πλοίον ως το ιδικόν μας.

 — Ναι, θα ήρκει, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ, όστις ανέβη επί της πρώρας διά να βλέπη καλλίτερον.

 — Και με αυτήν, προσέθηκεν ο ναύκληρος, θα συνεπληρούμεν εις ολίγας ώρας το ήμισυ των διακοσίων βαρελίων τα οποία μας λείπουσι.

 — Ναι . . . πράγματι . . . ναι . . . εψιθύριζεν ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Τούτο είναι αληθές, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, αλλ' ενίοτε είναι πολύ επικίνδυνον να προσβάλη τις αυτάς τας γιγαντιαίας μακροπτερυγίους.

 — Πολύ επικίνδυνον, πολύ επικίνδυνον, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Αύται αι πτεροφάλαιναι έχουσιν ουράς φοβεράς τας οποίας δεν πρέπει να πλησιάζη τις άνευ προφυλάξεως. Η στερεωτέρα λέμβος δεν θα ηδύνατο να ανθέξη εις έν καλόν κτύπημα αυτής. Αλλ' η ωφέλεια αξίζει τον κόπον.

 — Πα! είπεν είς των ναυτών, μία καλή μακροπτερύγιος είναι ωραίον θήραμα.

 — Και επικερδές! απεκρίνατο άλλος.
 
 — Θα ήτο κρίμα να μη την χαιρετίσωμεν κατά την διάβασιν.

Ήτο πρόδηλον ότι οι ανδρείοι εκείνοι ναυτικοί εξηρεθίζοντο εις την θέαν της φαλαίνης.

Ήτο ολόκληρον φορτίον βαρελίων ελαίου όπερ εκυμάτιζε πλησίον των χειρών των.

Βεβαίως, ακούων τις αυτούς, δεν είχε να πράξη άλλο ειμή να διευθετήση τα βαρέλια εκείνα εις το κύτος του «Πίλγριμ» όπως συμπληρώση το φορτίον.

Τινές των ναυτών, αναρριχιθέντες επί των σχοινίων του ακατίου ιστού ερρήγνυον κραυγάς επιθυμίας. Ο πλοίαρχος Χουλ όστις δεν ωμίλει, περιέτρωγε τους όνυχάς του.

Υπήρχεν εκεί ακατανίκητος μαγνήτης όστις έσυρε το «Πίλγριμ» και όλον αυτού το πλήρωμα.

 — Μήτερ, μήτερ, ανέκραξε τότε ο μικρός Ζακ, επεθύμουν να είχον αυτήν την φάλαιναν διά να την ιδώ πώς είναι.

 — Α! θέλεις να έχης αυτήν την φάλαιναν, παιδίον μου; Και διατί όχι, φίλοι μου; είπεν ο πλοίαρχος Χουλ, ενδίδων τέλος εις την κρυφίαν επιθυμίαν του! Ναι μεν δεν έχομεν επικούρους αλιείς, αλλ' ημείς μόνοι . . .

 — Ναι! ναι! εφώνησαν οι ναύται ομοθυμαδόν.

 — Δεν θα είναι η πρώτη φορά όπου θα εκτελέσω το έργον του ακοντιστού, προσέθηκεν ο πλοίαρχος Χουλ και θα ιδήτε εάν ηξεύρω εισέτι να ακοντίζω.

 — Ουρρά! ουρρά! απεκρίθη το πλήρωμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΙ


Ευκόλως εννοεί τις ότι η θέα του θαυμασιώδους εκείνου μαστοφόρου εγένετο όπως παραγάγη μέγαν ερεθισμόν εις τους ανθρώπους του «Πίλγριμ».

Η φάλαινα ήτις εκυμάτιζεν εν τω μέσω των ερυθρών υδάτων εφαίνετο γιγαντιαία.

Να την συλλάβωσι και να συμπληρώσωσι τοιουτοτρόπως το φορτίον, ήτο λίαν ερεθιστικόν. Ηδύνατό ποτε αλιείς να αφήσωσι να τοις διαφύγη παρομοία ευκαιρία;

Εν τούτοις η κυρία Βέλδων, ενόμισεν ότι ώφειλε να ερωτήση τον πλοίαρχον Χουλ εάν δεν υπήρχε κίνδυνός τις διά τους άνδρας του και δι' αυτόν, εάν απετόλμων να προσβάλωσι φάλαιναν υπό τοιαύτας συνθήκας.

 — Ουδείς, κυρία Βέλδων, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Πλέον ή άπαξ με συνέβη να κυνηγήσω φάλαιναν μετά μιας μόνης λέμβου και πάντοτε κατώρθωσα να την συλλάβω. Σας επαναλαμβάνω, ουδείς υπάρχει κίνδυνος δι' ημάς επομένως δε και δι' υμάς.

Ησυχάσασα η κυρία Βέλδων δεν επέμεινεν.

Ο πλοίαρχος Χουλ έλαβεν αμέσως όλα τα μέτρα του όπως συλλάβη την φάλαιναν.

Εκ πείρας εγίνωσκεν ότι η καταδίωξις πτεροφαλαίνης δεν εγίνετο άνευ δυσχερειών τίνων, και ήθελε να προλάβη τα πάντα.

Ό,τι καθίστα την σύλληψιν εκείνην ολιγώτερον εύκολον, ήτο ότι το πλήρωμα του μυοπάρωνος θα επελαμβάνετο του έργου διά μιας μόνης λέμβου, αν και το «Πίλγριμ» εκέκτητο μίαν άκατον δεδεμένην εις τον μέγαν ιστόν και τρεις φαλαινοθηρίδας, ων αι μεν δύο εκρέμαντο εις τα δεξιά και τα αριστερά του πλοίου, η δε τρίτη οπίσω και έξωθεν του αετώματος.

Συνήθως τας τρεις ταύτας φαλαινοθηρίδας μεταχειρίζονται προς καταδίωξιν των κητών.

Αλλά, κατά την εποχήν της αλιείας, ως γνωστόν, επικουρικόν πλήρωμα, λαμβανόμενον εκ των σταθμών της Νέας Ζηλανδίας, εβοήθει τους ναύτας του «Πίλγριμ».

Υπό τας περιστάσεις λοιπόν εκείνας το «Πίλγριμ» δεν ηδύνατο να παράσχη ειμή τους πέντε ναύτας του πλοίου, δι' ων θα εκπληρούτο μία μόνη των φαλαινοθηρίδων.

Η συνδρομή του Τωμ και των εταίρων αυτού, οίτινες προσεφέρθησαν αμέσως, ήτο αδύνατος. Πράγματι, ο χειρισμός αλιευτικής λέμβου απαιτεί ναυτικούς όλως ιδιαιτέρως εξησκημένους.

Λελανθεσμένον κίνημα του πηδαλίου ή λελανθασμένη κωπηλασία θα ήρκουν, όπως διακινδυνεύσωσι την σωτηρίαν της λέμβου κατά την προσβολήν.

Αφ' ετέρου ο πλοίαρχος Χουλ δεν ήθελε να εγκαταλείψη το πλοίον του χωρίς να αφήση εν αυτώ ένα τουλάχιστον άνδρα του πληρώματος εις τον οποίον να είχεν εμπιστοσύνην. Έπρεπε να προΐδη όλα τα ενδεχόμενα.

Λοιπόν ο πλοίαρχος Χουλ ηναγκασμένος να εκλέξη ισχυρούς ναυτικούς όπως εξοπλίση την φαλαινοθηρίδα, ώφειλε να αναθέση την φύλαξιν του «Πίλγριμ» εις τον Δικ Σανδ.

 — Δικ, είπεν αυτώ, σε επιφορτίζω να μείνης εις το πλοίον κατά την απουσίαν μου ήτις δεν θα διαρκέση πολύ, ως ελπίζω·

 — Καλά, κύριε, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος.

Ο Δικ Σανδ επεθύμει να λάβη μέρος εις την αλιείαν εκείνην, ήτις είχε μέγα θέλγητρον δι' αυτόν, αλλ' εννόησεν αφ' ενός μεν ότι αι χείρες τελείου ανδρός ήξιζον περισσότερον ή αι ιδικαί του διά την υπηρεσίαν της φαλαινοθηρίδος, αφ' ετέρου δε ότι αυτός μόνος ηδύνατο να αντικαταστήση τον πλοίαρχον Χουλ. Υπέμεινε λοιπόν.

Το πλήρωμα της φαλαινοθηρίδος έμελε να συγκροτήται εκ πέντε ανδρών, συμπεριλαμβανομένου και του ναυκλήρου Χόβικ, οίτινες απήρτιζον το πλήρωμα του «Πίλγριμ».
 
Οι τέσσαρες εκείνοι ναύται έμελλον να καθήσωσι παρά τας κώπας, ο δε Χόβικ θα εκράτει την κώπην της ουράς, ήτις χρησιμεύει όπως κυβερνά τοιούτου είδους λέμβους.

Τωόντι απλούν πηδάλιον δεν θα είχεν ενέργειαν ταχυτέραν, και εις περίστασιν καθ' ήν αι πλάγιαι κώπαι θα απέβαινον άχρηστοι, η ουραία κώπη, καλώς χειριζομένη δύναται να απομακρύνη την φαλαινοθηρίδα από τας προσβολάς του τέρατος.
 
Έμενε λοιπόν ο πλοίαρχος Χουλ. Ούτος εφύλαξε δι' αυτόν την θέσιν του ακοντιστού, και ως είπε δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ήν εξεπλήρου το έργον τούτο.

Αυτός πρώτος έμελλε να ρίψη το ακόντιον, είτα δε να επιτηρήση την εκτύλιξιν της μακράς ορμιάς της δεδεμένης εις το άκρον αυτού, και ακολούθως να αποτελειώση το ζώον διά της λόγχης, όταν τούτο θα επανήρχετο εις την επιφάνειαν του Ωκεανού.

Οι φαλαινοθήραι μεταχειρίζονται ενίοτε πυροβόλα όπλα εις το είδος τούτο της αλιείας. Τη βοηθεία ειδικής τινος μηχανής, οιονοί μικρού τηλεβόλου ευρισκομένου είτε επί του καταστρώματος του πλοίου είτε εις την πρώραν της λέμβου, ρίπτουσι ακόντιον όπερ παρασύρει μεθ' εαυτού το εις την άκραν αυτού προσδεδεμένον σχοινίον, ή εκρηκτικάς σφαίρας αίτινες επιφέρουσι μεγάλας καταστροφάς εις το σώμα του ζώου.

Αλλά το «Πίλγριμ» δεν είχε τοιαύτας μηχανάς, αίτινες άλλως τε στοιχίζουσιν ακριβά, είναι δύσχρηστοι, οι δε ναύται, μη αγαπώντες πολύ τούς νεωτερισμούς, φαίνονται ότι προτιμώσι τα αρχαϊκά όπλα, τα οποία χειρίζονται επιδεξίως, ήτοι το ακόντιον και την λόγχην.

Διά των συνήθων λοιπόν μέσων έμελλεν ο πλοίαρχος Χουλ να προσβάλη την φάλαιναν ήτις ευρίσκετο πέντε μίλια μακράν του πλοίου του.

Άλλως τε δε ο καιρός εφαίνετο εύνους εις την εκστρατείαν εκείνην. Η θάλασσα, ησυχωτάτη, ήτο κατάλληλος εις τους χειρισμούς φαλαινοθηρίδος. Ο άνεμος έτεινε να κοπάση, και το «Πίλγριμ» ολίγον μόνον θα παρεξέκλινε, καθ' όν καιρόν το πλήρωμα αυτού θα ήτο ενησχολημένον εις το πέλαγος.

Η δεξιά λοιπόν λέμβος κατεβιβάσθη αμέσως και οι τέσσαρες ναύται επέβησαν αυτής.

Ο Χόβικ τοις έδωκε δύο μεγάλα ακόντια και δύο λόγχας με οξείας αιχμάς. Εις τα επιθετικά ταύτα όπλα προσέθηκε πέντε δέματα ευκάμπτων και στερεών σχοινίων τα οποία οι φαλαινοθήραι ονομάζουσιν «ορμιάς», και τα οποία μετρούσιν εξακοσίων ποδών μήκος.

Δεν αρκούσιν ολιγώτερα, καθότι πολλάκις συμβαίνει ώστε τα σχοινία ταύτα προσδεδεμένα το έν μετά του άλλου να μη αρκώσιν εις το έργον, τόσον η φάλαινα βυθίζεται εις μέγα βάθος.

Τοιαύτα ήσαν τα διάφορα μηχανήματα τα οποία επιμελώς ετοποθετήθησαν εις το έμπροσθεν μέρος της λέμβου.

Ο Χόβικ και οι τέσσαρες ναύται δεν περιέμενον πλέον ειμή την διαταγήν να λύσωσι το σχοινίον.

Μία μόνη θέσις έμενεν ελευθέρα εις το έμπροσθεν της λέμβου, εκείνην την οποίαν έμελλε να καταλάβη ο πλοίαρχος Χουλ.

Εννοείται οίκοθεν ότι το πλήρωμα του «Πίλγριμ», πριν εγκαταλίπη το πλοίον, διεσταύρωσε τα ιστία ούτως ώστε να μένη τούτο περίπου στάσιμον.

Κατά την στιγμήν της επιβιβάσεως ο πλοίαρχος Χουλ έρριψε τελευταίον βλέμμα επί του πλοίου. Εβεβαιώθη ότι τα πάντα ήσαν εντάξει, τα σχοινία καλώς διασκευασμένα, τα ιστία καλώς τοποθετημένα. Αφού άφινε τον νεαρόν δόκιμον εις το πλοίον κατ' απουσίαν ήτις ηδύνατο να παραταθή επί πολλάς ώρας, ήθελεν, ευλόγως, εκτός απροόπτου συμβεβηκότος, να μη έχη ο Δικ Σανδ ουδέ τον παραμικρόν χειρισμόν να εκτελέση.

Από της στιγμής εκείνης, έδωκεν αυτώ τας τελευταίας οδηγίας.

 — Δικ, είπε, σε αφίνω μόνον. Επέβλεπε τα πάντα. Εάν, όπερ απίθανον, επήρχετο ανάγκη να αρχίσης πάλιν τον πλουν, εις περίπτωσιν καθ' ήν η καταδίωξις της φαλαίνης εκείνης ήθελε μας παρασύρει πολύ μακράν, ο Τωμ και οι σύντροφοί του θα ηδύναντο κάλλιστα να σε βοηθήσωσιν. Υποδεικνύων εις αυτούς τι πρέπει να εκτελέσωσιν, είμαι βέβαιος ότι θέλουσι το εκτελέσει.

 — Μάλιστα, πλοίαρχε Χουλ απήντησεν ο γέρων Τωμ, και ο κύριος Δικ δύναται να βασισθή εις ημάς.

 — Διατάξατε! διατάξατε! έκραξεν ο Βαρθολομαίος. Μεγάλην επιθυμίαν έχομεν να σας φανώμεν χρήσιμοι.

 — Τι πρέπει να πράξωμεν; . . . ηρώτησεν ο Ηρακλής αναστρέφων τας ευρείας χειρίδας του ενδύματός του.
 
 — Τίποτε προς το παρόν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ μειδιών.

 — Είμεθα εις τας διαταγάς σας, επανέλαβεν ο κολοσσός.

 — Δικ, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ, ο καιρός είναι ωραίος. Ο άνεμος έπεσεν. Ουδέν σημείον ότι θα δυναμώση πάλιν. Προ πάντων, ό,τι δήποτε και αν συμβή, μη ρίψης λέμβον εις την θάλασσαν μη αφήσης το πλοίον.

 — Θα σας υπακούσω.

 — Εάν παρίστατο ανάγκη να μας πλησιάση το «Πίλγριμ», θα σε κάμω σημείον υψών μίαν σημαίαν εις το άκρον κώπης.

 — Μείνετε ήσυχος, πλοίαρχε, δεν θα χάσω από τα βλέμματά μου την φαλαινοθηρίδα, απήντησεν ο Δικ Σανδ.

 — Καλά, παιδί μου, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ· θάρρος και ψυχραιμίαν. Ιδού συ υποπλοίαρχος. Τίμησον τον βαθμόν σου. Ουδείς καθείξε τοιούτον εις την ηλικίαν σου.

Ο Δικ Σανδ δεν απεκρίθη, αλλ' ηρυθρίασε μειδιών. Ο πλοίαρχος Χουλ εννόησε το ερύθημα και το μειδίαμα.

 — Το αγαθόν παιδίον, είπε καθ' εαυτόν, μετριοφροσύνη και καλή διάθεσις είναι τα καλά του προτερήματα.

Εν τούτοις, εις τας επιμόνους εκείνας συστάσεις, ήτο προφανές ότι, ει και δεν υπήρχεν ουδείς κίνδυνος, ο πλοίαρχος Χουλ δεν εγκατελίμπανεν ευχαρίστως το πλοίον του έστω και διά τινας ώρας.

Αλλ' ακαταμάχητον ορμέφυτον αλιέως, προ πάντων η μανιώδης επιθυμία να συμπληρώση το εξ ελαίου φορτίον του, και να ικανοποιήση τας υπό του Ζαμ Βέλδων ληφθείσας υποχρεώσεις εν Βαλπαραΐζω, πάντα ταύτα τον παρεκίνουν να διακινδυνεύση. Άλλως τε δε η τοσούτον ωραία εκείνη θάλασσα υπεβοήθει θαυμασίως την καταδίωξιν κήτους. Μήτε το πλήρωμά του, μήτε αυτός, θα ηδύναντο ν' αντισταθώσιν εις τοιούτον πειρασμόν. Η αλιευτική εκστρατεία θα συνεπληρούτο τέλος, και η τελευταία αύτη σκέψις κατείχεν υπέρ παν άλλο την καρδίαν του πλοιάρχου Χουλ.

Ο πλοίαρχος Χουλ διηυθύνθη προς την κλίμακα.

 — Καλήν επιτυχίαν! τω είπεν η κυρία Βέλδων.

 — Ευχαριστώ, κυρία Βέλδων.

 — Σας παρακαλώ μη βασανίσητε πολύ την δυστυχή φάλαιναν! έκραζεν ο μικρός Ζακ.

 — Όχι, τέκνον μου, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Να την συλλάβετε ήσυχα, κύριε.

 — Ναι . . . με τα χειρόκτια, μικρέ Ζακ.

 — Ενίοτε, παρετήρησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος, ευρίσκονται περιεργότατα έντομα επί της ράχεως των μεγάλων αυτών μαστοφόρων.
 
 — Λοιπόν, κύριε Βενέδικτε, απήντησε γελών ο πλοίαρχος Χουλ θα έχετε το δικαίωμα «να εντομολογήσετε», όταν η φάλαινα μας ευρεθή επί του καταστρώματος του «Πίλγριμ».

Είτα, στρεφόμενος προς τον Τωμ.

 — Τωμ, βασίζομαι επί των συντρόφων σου και επί σου, είπεν, ότι θα μας βοηθήσετε να διαμελίσωμεν την φάλαιναν όταν θα δεθή εις το σκάφος του πλοίου, — το οποίον δεν θα αργήση να γίνη.

 — Εις τας διαταγάς σας, κύριε, απήντησεν ο γέρων μαύρος.

 — Καλά, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ. Δικ, αυτοί οι γενναίοι άνδρες θα σε βοηθήσωσι να προετοιμάσης τα κενά βαρέλια. Κατά την απουσίαν μας, θα τα αναβιβάσωσιν επί του καταστρώματος και τοιουτοτρόπως η εργασία θα τελειώση ταχέως όταν επιστρέψωμεν.

 — Θα γίνη τούτο πλοίαρχε.

Διά τους αγοούντας δέον να είπωμεν ότι η φάλαινα, άπαξ θανατωθείσα, ώφειλε να ρυμουλκυθή μέχρι του «Πίλγριμ» και να δεθή στερεώς εις το δεξιόν πλευρόν. Τότε οι ναύται φορούντες αγκυρωτά υποδήματα θα ανέβαινον επί της ράχεως του υπερμεγέθους κήτους και θα διεμέλιζον αυτό μεθοδικώς κατά παραλλήλους λωρίδας διευθυνομένας από της κεφαλής εις την ουράν.

Αι λωρίδες εκείναι θα εκόπτοντο εις τεμάχια ενός ποδός και ημίσεως, είτα θα διηρούντο εις τμήματα, άτινα, αφού εστιβάζοντο εις τα βαρέλια, θα κατεβιβάζοντο εις τον πυθμένα του πλοίου.

Ως επί το πλείστον, το φαλαινοθηρικόν πλοίον, όταν τελειώση η αλιεία, προσπαθεί όσω το δυνατόν να φθάση εις την ξηράν, διά να αποπερατώση τας εργασίας του· Το πλήρωμα αποβιβάζεται, και εκεί εκτελεί την ανάλυσιν του λίπους, όπερ υπό την επίδρασιν της θερμότητος αποδίδει πάσαν την χρήσιμον αυτού ουσίαν, ήτοι το έλαιον (13)

Αλλά κατά την περίστασιν εκείνην ο πλοίαρχος Χουλ δεν εσκέπτετο να επανακάμψη όπως συμπληρώση την εργασίαν εκείνην.
 
Δεν εσκόπευε να «αναλύση» την συμπλήρωσιν εκείνην του λίπους ειμή εις Βαλπαραΐζον.

Άλλως τε δε διά των ανέμων εκείνων οίτινες δεν θα εβράδυνον να πνεύσωσιν εκ δυσμών, ήλπιζεν ότι ήθελε προσεγγίσει εις την αμερικανικήν παραλίαν πριν ή παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και το χρονικόν εκείνο διάστημα δεν ηδύνατο να ματαιώση τα αποτελέσματα της αλιείας του.

Επέστη η στιγμή της αναχωρήσεως.

Πριν ή το «Πίλγριμ» διασταυρώση τα ιστία, είχεν ολίγον πλησιάσει εις το μέρος όπου η φάλαινα εξηκολούθει να δεικνύη την παρουσίαν της δι' ανατινάξεων ατμού και ύδατος.

Η φάλαινα έπλεε πάντοτε εν μέσω του ευρέος ερυθρού πεδίου των μαλακοδέρμων, ανοίγουσα αυτοματικώς το πλατύ στόμα της και απορροφώσα εκάστοτε μυριάδας ζωαρίων.
 
Κατά το λέγειν των ειδημόνων του πλοίου, ουδείς φόβος υπήρχεν ότι θα προσεπάθει να διαφύγη.

Άνευ ουδεμιάς αμφιβολίας ήτο εξ εκείνων τας οποίας οι αλιείς αποκαλούσι φαλαίνας «πολεμικάς».

Ο πλοίαρχος Χουλ διεσκέλισε τα παραρρύματα, και καταβάς την σχοινίνην κλίμακα έφθασεν εις το έμπροσθεν μέρος της λέμβου.

Η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος, ο Τωμ και οι σύντροφοί του ηυχήθησαν διά τελευταίαν φοράν καλήν επιτυχίαν εις τον πλοίαρχον.

Και αυτός ο Δίγγος, ορθωθείς επί των οπισθίων ποδών του και προεκβαλών την κεφαλήν άνω του διαζώματος, εφαίνετο ωσεί θέλων να αποχαιρετίση το πλήρωμα.
 
Είτα, όλοι επανήλθον εις την πρώραν ίνα μη απολέσωσιν ουδεμίαν των περιέργων εκείνων περιπετειών τοιαύτης αλιείας.
 
Η λέμβος απεσπάσθη, και υπό την ώθησιν των τεσσάρων αυτής κωπών, ισχυρώς χειριζομένων ήρχησε να μακρύνεται από του «Πίλγριμ».

 — Πρόσεχε καλώς, Δικ, πρόσεχε καλώς! εφώνησεν διά τελευταίαν φοράν ο πλοίαρχος Χουλ προς τον νεαρόν δόκιμον.
 
 — Μείνετε ήσυχος, κύριε.

 — Τον ένα οφθαλμόν εις το πλοίον και τον άλλον εις την λέμβον, παιδί μου, μη το λησμονής.

 — Δεν θα το λησμονήσω, πλοίαρχε, απεκρίθη ο Δικ Σανδ όστις ήλθε να σταθή πλησίον του πηδαλίου.

Ήδη η ελαφρά λέμβος ευρίσκετο πολλάς εκατοστύας ποδών μακράν του πλοίου. Ο πλοίαρχος Χουλ όρθιος επί της πρώρας και μη δυνάμενος πλέον ν' ακουσθή, ανενέου τας συστάσεις του δι' εκφραστικωτάτων χειρονομιών.

Τότε ο Δίγγος, του οποίου οι εμπρόσθιοι πόδες ήσαν πάντοτε εστηριγμένοι επί του διαζόματος, εξέβαλεν είδος τι θρηνώδους υλακής, ήτις δυσάρεστον εντύπωσιν ενεποίησεν εις ανθρώπους επιρρεπείς ολίγον εις δεισιδαιμονίαν.

Η υλακή μάλιστα εκείνη έκαμε, την κυρίαν Βέλδων να ανασκιρτήση.

 — Δίγγε, είπε, Δίγγε! Ούτως ενθαρρύνεις τους φίλους σου! Εμπρός, μίαν ωραίαν υλακήν, πολύ φαιδράν!

Αλλ' ο κύων δεν υλάκτησε πλέον, και πεσών πάλιν επί των τεσσάρων ποδών του, ήλθε βραδέως προς την κυρίαν Βέλδων και έλειξε την χείρα αυτής μετ' αγάπης.

 — Δεν κινεί την ουράν . . εψιθύρισεν ο Τωμ. Κακόν σημείον! Κακόν σημείον!

Αλλά, σχεδόν αμέσως, ο Δίγγος ανωρθώθη, και εξέφερεν υλακήν οργίλην!

Η κυρία Βέλδων εστράφη.

Ο Νεγορός είχεν αφήσει την θέσιν του και διευθύνετο προς την εμπρόσθιον κρηπίδα, επί τω σκοπώ βεβαίως να παρακολουθήση και ούτος διά του βλέμματος τας κινήσεις της λέμβου.

Ο Δίγγος ώρμησε κατά του μαγείρου, καταληφθείς υπό ζωηροτάτης και όλως ανεξηγήτου μανίας.

Ο Νεγορός έλαβε διχαλωτόν μοχλόν και ετέθη εν αμύνη.
 
Ο κύων έμελλε να πηδήση εις τον λαιμόν του.

 — Εδώ, Δίγγε, εδώ! έκραξεν ο Δικ Σανδ, όστις εγκαταλιπών προς στιγμήν την επιτηρητικήν θέσιν του, έδραμε προς την πρώραν.
 
Και η κυρία Βέλδων αφ' ετέρου εζήτει να καταπραΰνη τον κύνα.

Ο Δίγγος υπήκουσεν, ουχί άνευ αποστροφής, και επανήλθε γογγύζων υποκώφως προς τον νεαρόν δόκιμον.