WeRead Powered by ReaderPub
Αγαμέμνων cover

Αγαμέμνων

Chapter 3: ΟΡΕΣΤΕΙΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The drama opens with a watchman and a chorus of elders awaiting news of a long-absent commander; a triumphant signal brings home a victorious army while a captive prophetess falls into prophetic fury and foretells doom. Behind the public rejoicing the ruler’s household harbors deadly resentments, and he is slain by his wife and her secret partner. The captive laments and reveals the crime, and the chorus moves between fear, grief, and moral reflection. The piece probes cycles of blood vengeance, divine wrath, and the uneasy limits of justice, ending with a foreboding sense of further retribution.

The Project Gutenberg eBook of Αγαμέμνων

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Αγαμέμνων

Author: Aeschylus

Translator: I. N. Grypares

Release date: April 25, 2012 [eBook #39536]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΑΓΑΜΈΜΝΩΝ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. The translator has chosen not to assume the ancient text that is missing, but to denote the gap by . . . . or * * *

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Ο μεταφραστής έχει επιλέξει να μην υποθέσει τα λόγια για μέρη του αρχαίου κειμένου που λείπουν, αλλά να υποδείξει την έλλειψη με . . . . ή * * *



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ

ΟΡΕΣΤΕΙΑ

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
Ι.Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ

ΟΡΕΣΤΕΙΑ

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
I. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1911

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ


Φυσικώ τω λόγω η δολοφονία του Αγαμέμνονος υπό της συζύγου του Κλυταιμνήστρας και του εραστού της Αιγίσθου ώφειλε ναποτελέση το πρώτον δράμα της τριλογίας. Η Κλυταιμνήστρα με φοβεράν ψυχραιμίαν και αγρίαν χαράν καυχάται διά την πράξιν της, την οποίαν θεωρεί ως δικαιοτάτην εκδίκησιν διά την θυσίαν της κόρης της Ιφιγενείας και διά τας συζυγικάς απιστίας του Αγαμέμνονος, όστις δεν ώκνησε να παρουσιασθή επισήμως, κατά την επιστροφήν του, μετά της παλλακής του Κασσάνδρας. Ο Χορός, όστις κατά την απουσίαν του βασιλέως απετέλει το συμβούλιον του κράτους (δώδεκα γέροντες) εκφράζει μεν απ' αρχής την ανησυχίαν του διά την τελικήν έκβασιν της Τρωικής εκστρατείας, φοβείται την τύχην του Αγαμέμνονος, επί του οποίου βλέπει επικρεμάμενον τον φθόνον των θεών διά την αχαλίνωτον φιλοδοξίαν του και την υπεράνθρωπον ευτυχίαν του, δεν απατάται όμως ως προς τα αληθή ελατήρια της δολοφονίας, όταν εις το τέλος του δράματος παρουσιάζεται επί της σκηνής γαυριών και κομπάζων ο εραστής Αίγισθος. Η σκηνή τέλος, κατά την οποίαν η Κασσάνδρα, μένουσα μόνη μετά του Χορού προ των ανακτόρων, καταλαμβάνεται υπό του προφητικού οίστρου και αποκαλύπτει εις τον Χορόν το εκτελούμενον έγκλημα και θρηνολογεί συγχρόνως την ιδίαν της τύχην, αποτελεί μίαν από τας τραγικωτέρας και μεγαλοπρεπεστέρας σκηνάς του παγκοσμίου θεάτρου.

Εννοείται ότι αι λοιπαί μεταβολαί, τας οποίας επέφερεν ο ποιητής εις τον μύθον, δεν υπηγορεύθησαν υπό πολιτικών λόγων· κατ' ανάγκην έμελλον να προέλθωσιν εκ της συγκρούσεως της παλαιάς δωρικής παραδόσεως προς το αττικόν πνεύμα. Ο νόμος του αίματος, το δίκαιον των νεκρών (εις το οποίον κατά την δωρικήν παράδοσιν επιβάλλει σιγήν η βιαία παρέμβασις του Απόλλωνος αποκρούοντος τας Ερινύας διά των βελών του) ήτο πράγματα πολύ σεβαστά διά τον Αττικόν τον Ε' αιώνος, ώστε να ικανοποιήται ούτος διά της λύσεως ταύτης. Παρά τω Αισχύλω το έγκλημα του Ορέστου δεν δικαιολογείται, δεν αθωούται· ο μητροκτόνος απλώς λαμβάνει χάριν, διά της επεμβάσεως της Αθηνάς, η οποία αντιπροσωπεύει το ανθρωπινώτερον συναίσθημα της επιεικείας.

ΑΙΣΧΥΛΟΥ

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ


Ο ΦΡΟΥΡΟΣ

Απ' τους θεούς ζητώ να με γλυτώσουν τέλος
απ τα βάσαν' αυτά ολάκερο ένα χρόνο,
που σα σκυλλί στον άγκωνά μου πλαγιασμένος
φυλάω σκοπός πάνω στων Ατρειδών τη στέγη·
κ' έμαθα των νυχτερινών την σύναξι άστρων
κι αυτούς, που φέρνουν στους θνητούς χειμώνα ή θέρος,
τους άρχοντες που λαμπεροί ψηλά φαντάζουν.
Κι ακόμη καρτερώ το σύνθημα της φλόγας,
τη λάμψι της φωτιάς, να φέρη από την Τροία
την είδησι πως πάρθηκε, γιατί έτσι ορίζει
η ανδρόψυχη καρδιά που ελπίζει της γυναίκας.
Κι όταν το αβόλευτο και δροσομουσκεμένο
με διώχνει στρώμα μου, που όνειρα δε γνωρίζει —
και πώς; αφού μου στέκει δίπλα πάντα ο φόβος
για να μην κλείση ο ύπνος τα ματόφυλλά μου
όταν βαλθώ να ψάλλω ή να μουρμουρίσω
για νάβρω στο τραγούδι γιατρικό της νύστας,
πικρό μου γίνεται στο στόμα μοιρολόι
γι' αυτού του παλατιού τα πάθη, που σαν πρώτα
με τον καλύτερο δεν κυβερνιέται τρόπο.
Μα τώρ' ας πάρουν πια τα βάσανά μου τέλος,
που έλαμψε η καλοφάνερη φωτιά της νύχτας!
Χαίρε νυχτερινή λαμπάδα, που σαν μέρας
το φως σου δείχνεις και πολλούς χορούς μες στ' Άργος
μηνάς πως θα στηθούν για χάρι αυτής της τύχης.
Ε! ε!
Θα κράξω δυνατά στου Ατρείδη τη γυναίκα
ευθύς να σηκωθή απ' την κλίνη και στα σπίτια
φωνές χαράς, γι' αυτή τη λάμψι, να σηκώση
αν απ' αλήθεια πάρθηκε του Ιλίου η πόλι
καθώς αυτή τώρα η φωτιά θέλει να δείξη.
Και 'γώ καλήν αρχή στους χορούς κάνω πρώτος,
γιατί θα πω δική μου των κυρίων την τύχη
τώρα που τρία έξ της φλόγας ρίχτει ο κύβος·
κι άμποτε νάρθη ο αφέντης μας και να του σφίξω
το σεβαστό του χέρι μέσα στο δικό μου.
Για τάλλα δε μιλώ· βώδι πατάει επάνω
στη γλώσσα μου· μα αν έπαιρνε φωνή το σπίτι
ξάστερα θε να τάλεγε· με νοιώθουν όσοι
τα ξέρουν κι όποιος δεν τα ξέρει ας μη με νοιώση.

ΧΟΡΟΣ

ΠΑΡΟΔΟΣ

Είναι αυτός τώρα ο δέκατος χρόνος, αφού
του Πριάμου ο αντίδικος ο δυνατός,
ο Μενέλαος κι ο Αγαμέμνων μαζί,
τιμημένο απ' το Δία ζευγάρι
με σκήπτρο και θρόνο διπλό,
απ' τη χώραν αυτή
χίλια Αργίτικα σήκωσαν πλοία,
να ζητήσουν το δίκιο τους στα όπλα.
Απ' τα στήθια τους κράζοντας άγριαν αμάχη
σαν τους γύπες,
που με πόνο βαρύ των παιδιών τους
από πάνω απ' την άδεια τους κοίτη
φτερολάμνοντας στριφογυρίζουν,
όταν έχουνε χάση
τη ζεστή της φωλιάς των φροντίδα.
Μα ένας ύψιστος, είτ' ο Απόλλωνας πης,
είτε ο Δίας, είτε ο Παν,
τους γειτόνους των τούτους γρικόντας πικρά
να θρηνούν και να σκούζουν,
την εκδίκησι θάρθη καιρός
στους ενόχους να στείλη.
Έτσι στέλλει κι ο ύψιστος ξένιος Δίας
του Ατρέα τους γυιούς
στον Αλέξαντρο· αγώνα να στήση βαρύ
για την πολυαγάπητη Ελένη,
που πολλά να λυγίσουνε γόνα στη γης
και προμάχων κοντάρια πολλά να τριφτούν
και Ελλήνων και Τρώων.
Κ' είναι τώρα το πράμα όπου είναι
και θα γίνη το τι είναι γραμμένο.
Με σφαχτά, με σπονδές και με δάκρυα κανείς
την αλύγιστη οργή
της απρόσδεκτης δε θα μαλάξη θυσίας.
Μόνου εμείς ανωφέλευτοι, κρέας παλιό,
ξεκινούσανε οι άλλοι κ' εμέναμε εδώ,
με μια δύναμη σαν των παιδιών,
να σερνόμαστε πάνω στα σκήπτρα·
γιατί, όπως σαν μόλις βλασταίνη ο μυαλός
στων παιδιών μες στα στήθια,
ό,τι ο γέρος αξίζουν στον πόλεμο,
έτσι πάλι και τι 'ναι τα στερνά γερατειά,
όταν πιάνουν και ρεύουν τα φύλλα;
Το δρόμο του σέρνει με πόδι τριπλό
κι όχι από 'να παιδί πιο καλός,
ωσάν όνειρο μέρας πλανιέται.

Αλλά εσύ, του Τυνδάρου ω κόρη,
Κλυταιμνήστρα βασίλισσα,
τι συμβαίνει; τι νέο; τι έμαθες; ποια
νάχης τάχα αγγελία και γύρω παντού
για θυσίες ετοιμάζεις;
κι όλων τώρα οι βωμοί των θεών
αστυνόμων, υπάτων, χθονίων,
θυραίων, αγοραίων,
απ' τα δώρα σου καίουν;
Κι άλλη εδώ κι άλλη εκεί ανεβαίνει ψηλά
ως τα ουράνια φωτιά
με του αγίου θρεμμένη λαδιού τις αγνές
και καθάριες γητειές,
από του παλατιού τα κελλάρια.
Απ' αυτά λέγοντάς μου ό,τι θες και μπορείς
και ταιριάζει ν' ακούω,
γίνου συ μου γιατρός της φροντίδας αυτής,
που μια τώρα μου δέρνει το νου,
και μια πάλι απ' αυτές τις θυσίες, γλυκειά
η ελπίδα μου διώχτει
τον καρδιοσωμό
της αχόρταγης έγνοιας μου τούτης.

Να ψάλλω νοιώθω πως μπορώ του δρόμου το σημάδι,
που με καλό ξεκίνησαν οι δυο μας στρατηγοί.
Γιατί μου εμπνέουν τα γερατειά ακόμη αυτή τη χάρι,
του τραγουδιού τη δύναμη, τη θεϊκή:
Πώς του πολέμου το πουλί ξεπροβοδάει και στέλλει
της νιότης της ελληνικής τη δίθρονη αρχή,
τους ομογνώμους αρχηγούς, με σίδερο στο χέρι,
και μ' εκδικήτρα δύναμη στη γη την Τρωική.
Δυο βασιλιάδες των πουλιών στων πλοίων τους βασιλιάδες
φάνηκαν, μ' άσπρη ο ένας τους κι ο άλλος με μαύρη ουρά
πλάι στα παλάτια, απ' το δεξί του κονταριού το χέρι,
σε πρόφαντη ψηλή μεριά,
κι αρπάζοντας σπαράζανε, στον τελευταίο της δρόμο,
μια λάγισσα, με πρόσβαρη της ώρας της κοιλιά.
Αίλινο, ψάλλετε αίλινο, και το καλό ας νικά.

Κι ο σοφός μάντης του στρατού απείκασε άμα είδε
στους λαγοφάγους τους αητούς τους οδηγούς του δρόμου,
τους πολεμάρχους δυο αδερφούς κ' ισόψυχους Ατρείδες
και τέτοια λέει μαντεύοντας: «Θα πάρη, μα με χρόνο,
αυτός που ξεκινά ο στρατός την πόλι του Πριάμου
κι όλα των πύργων ταγαθά και του λαού τα πλούτη
θ' αρπάξει η Μοίρα με τη βιά, φθάνει μόνο απ' το φθόνο
το θεϊκό να μη βλαβή πριν απ' το τέλος τούτη
της Τροίας η ζώνη η δυνατή, γιατί η αγνή παρθένα.
η Αρτέμιδα η πονετικιά,
μάχεται του πατέρα της τα φτερωτά σκυλιά,
που πριν της γέννας σπάραξαν μ' όλη μαζί τη γέννα
τη λάγισσα την κακομοίρα
κ' εχθρεύεται των αητών τα δείπνα.
Αίλινο, ψάλλετε αίλινο, και το καλό ας νικά!

Τόσο καλόβουλη η Καλή στις τρυφερές δροσιές
και των πυρών των λεονταριών και στις γαλαθηνές
τις γέννες όλων των αγρίων θηρίων,
ζητάει σε τέλος των πουλιών να φέρη τα σημάδια,
που αν και δεξιά, μα και πολλά γιομάτα 'ναι ψεγάδια.
Και τον Παιάνα εγώ καλώ βοηθό μας, μήπως στείλη
ενάντιους καιρούς στους Δαναούς και δέσουν τα καράβια
πολύν καιρό αταξίδευτα, για να ζητήση κάποια
άλλη θυσία ανίερη κι απρόσφορη, αφορμή
πολλών δεινών συγγενικών, γιατί η άφοβη η οργή
μένει στο σπίτι η δολερή, μια μέρα να ξυπνήση
κ' εκδίκησι θυμάμενη του τέκνου να ζητήση».
Τέτοια ο Κάλχας, με πολλά διαλάλησε αγαθά
μελλούμενα για τα βασιλικά παλάτια
απ' των πουλιών εκείνων τα σημάδια,
και σύμφωνα μ' αυτά
αίλινο, ψάλλετε αίλινο, και το καλό ας νικά.

Ο Δίας — όποιος κι αν είναι — αν μ' αυτό
τόνομα αρέση να καλήται,
μ' αυτό κ' εγώ τον ονομάζω,
όλα στη στάθμη ταπεικάζω
κι όξω από το Δία δε βρίσκω άλλο
για να μπορέσω, αν πρέπει αλήθεια,
μες απ' τα στήθια
το βάρος της αμφιβολίας να βγάλω.

Ουδ' όποιος ήτανε μεγάλος πριν
κι ακατανίκητος θρασομανούσε
ούτ' αν υπήρξε θα μνημονευτή·
κι όποιος κατόπιν ήρθε, βρήκε
τον τρίτο νικητή και πήγε.
Μα όποιος του Δία τη νίκη από καρδιάς τιμά
της γνώσεως τον καρπό τρυγά.

Που ωδήγησε τον άνθρωπο στη γνώση
κ' έβαλε νόμο: πάθος μάθος,
που ως και στον ύπνο, στην καρδιά μας
στάζει τον πόνο, που θυμίζει
με τρόμο τα παθήματά μας
κι αθέλητα μας συνετίζει.
Μα κάνει χάρη ο θεός αλήθεια
που κυβερνά μ' αυστηροσύνη
τον κόσμο, απ' τα ψηλά του σπίτια.
Και τότε ο αρχηγός του στόλου,
ο μεγαλύτερος, δίχως καθόλου
νάχη να κάμη με το μάντη
τι τούρθαν οι καιροί ενάντιοι,
σαν άρχισε να τυραγνή η γαλήνη
κ' η πείνα των Αργείων το στρατό,
πούτανε περ' απ' τη Χαλκίδα
δεμένος μέσα στης Αυλίδας
το πολυτάραχο στενό.

Κι ανέμοι πνέοντας απ' τον Στρυμόνα
μες στα κακόβουλα λιμάνια,
αργούς και νηστικούς στους ίδιους τόπους
ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους
κ' έφθειραν πλοία και παλαμάρια
και κάνοντας διπλό το χρόνο
ξενεύριζαν με την αργία
το άνθος της νιότης των Αργείων.
Μα όταν κι απ' τον πικρό χειμώνα
βαρύτερη γιατρειά είπε ο μάντης,
την Άρτεμη προφασισμένος,
τα σκήπτρα τους βροντόντας καταγίς
τα δάκρυα δεν κρατούν οι στρατηγοί.

Και τότε λέει ο τρανός ο ρήγας:
Βαρύ κακό κι αν δεν το πράξω,
βαρύ κι αν το παιδί μου σφάξω,
πόχω καμάρι! και τα χέρια
με το παρθενικό της αίμα
στους βωμούς δίπλα να μολύνω.
Ω συμφορά μου απ' ολούθε,
προδότης πώς των πλοίων να γίνω
και τους συμμάχους μου ναφήσω;
Μ' όλο το δίκιο τους ζητούνε
το γαίμα το παρθενικό
για να λουφάξουνε οι ανέμοι,
κι άμποτε, θε μου, σε καλό! »

Και μια που μπήκε στης ανάγκης το ζυγό
κι άνεμος δυσσεβείας γύρισε το νου του,
μηδ' όσιο μηδ' ιερό λογιάζει πιο
και τον νικά η αποκοτιά του λογισμού του·
γιατί το πρώτο βήμα στο άθλιο το κακό
είναι αχρείος σύμβουλος κι απομωραίνει
του ανθρώπου το συλλογικό.
Κ' έτσι λοιπόν για το γυναίκειο
τον πόλεμο, και να εγκαινιάση
των καραβιών το δρόμο
το βάσταξε την κόρη του να θυσιάση.

Τα διπλοπαρακάλια της, πατέρα! πατέρα!
δεν λόγιασαν, κι ουδέ τα τρυφερά της νιάτα
οι πολεμόχαροι αρχηγοί,
και πρόσταξε τους δούλους ο πατέρας
να τη σηκώσουν ύστερ' από την ευχή
σαν ρίφι, μες στους πέπλους τυλιγμένη,
γοργά, ψηλά και προύμυτα
επάνω απ' τους βωμούς
και να της φράξουν τόμορφό της στόμα
με δύναμη του φίμωτρου βουβή,
μην τύχη και το σπίτι του καταραστή.

Στη γης κυλά το φόρεμά της το ζαφρά
και η κόρη τους δημίους της χτυπά ένα ένα,
με των ματιώ της σαϊτιές πονετικές·
κι' έμοιαζε σαν σε ζουγραφιά
πως νάθελε να τους μιλήση·
γιατί στα πλούσια του πατέρα της τραπέζια
πολλές φορές τους είχε τραγουδήση
κι αγνή, με τη φωνή της την παρθενικιά
ταγαπητού πατέρα της από καρδιάς
τον καλοροίζικο έψαλλε παιάνα.

Και το τι γένηκε ύστερα, δεν είδα, δε λέγω,
μα αλάθευτες του Κάλχαντα τις τέχνες ξέρω
κ' η Δίκη με τη βία το αναγκάζει
να μάθη εκείνος που θα πάθη.
Ό,τι είναι να γενή μπορείς νακούσης
αφού γενή, κι ας λείπη από πριν
γιατί είναι τ' όμοιο να στενάζης κι από πριν.
Θαλθή φως φανερό με της αυγής το φως
κι άμποτε νάβγουν όλα στο καλό,
καθώς ποθεί αυτή, που πλησιάζει τώρα.
μόνος μου πύργος της Απίας της χώρας!

Ήρθα με σέβας, Κλυταιμνήστρα, της αρχής σου
γιατί σαν λείψη ο άρχοντας από το θρόνο
το δίκιο, τη γυναίκα του να προσκυνούμε.
Και τώρα, αν έχης τίποτε καλό ακουσμένα,
ή κ' έτσι για καλές ελπίδες θυσιάζεις,
πρόθυμα ακούω· κι αν σιωπάς, δικαίωμά σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Μάννας καλής κόρη καλή, που λέγει ο λόγος,
από τη νύχτα ας έβγη μέρα λαμπροφόρα,
κι ανέλπιστη χαρά ν' ακούσης ετοιμάσου·
γιατί του Πριάμου, οι Έλληνες πήραν την πόλη.

ΧΟΡΟΣ

Πώς λες! δεν άκουσα, ταυτιά μου δεν πιστεύω!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Πως είναι η Τροία δική μας, καθαρά δεν τόπα;

ΧΟΡΟΣ

Πνίγει το στήθος μου η χαρά και δάκρυα φέρνει.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Τα μάτια την καλή σου γνώμη μαρτυρούνε.

ΧΟΡΟΣ

Μα νάχης και γι' αυτό που λες βέβαιο σημάδι;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Έχω, πώς όχι; αν οι θεοί δεν μ' απατούνε . .

ΧΟΡΟΣ

Μήπως σ' ονειροφαντασίες έχεις πιστέψη;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Σε καρωμένης κεφαλής καπνούς δεν στέργω.

ΧΟΡΟΣ

Ή μη σου σήκωσαν το νου λόγια τανέμου;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Για κορασιά αλαφρόμυαλη βλέπω με πήρες.

ΧΟΡΟΣ

Κι από πότε λοιπόν είναι παρμένη η πόλη;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Σου λέω: τη νύχτα πόχει αυτό το φως γεννήση.

ΧΟΡΟΣ

Και ποιος θα μπόρειε μηνυτής να φτάση αμέσως;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ο Ήφαιστος! στέλλοντας λαμπρή φωτιά απ' την Ίδα.
Και πάνω πανωτές φωτιές αγγαρεμένες
ξεπροβοδούν τη φλόγα εδώ· και πρώτη η Ίδα
στον κάβο Ερμή της Λήμνου, κι από κείθε τρίτο
τ' Αγιονόρος φωτιά τρανή παραλαβαίνει.
Και πεύκα αρίφνητη σκεπάζοντας ως πέρα,
σαν χρυσοφέγγισμα ήλιου, του πελάου τα πλάτη
στις βίγλες του Μακίστου αγγάρεψε τη φλόγα·
και κείνος όχι ανάμελλος ουδ' από ύπνο
βαριά παρμένος ξαστοχά τα χρέη ταγγέλου·
μα πέρα η λάμψη στου Εύριπου το ρέμμα φτάνει
και στου Μεσσάπιου τους σκοπούς τα νέα φέρνει·
και τούτοι αντιφωτούν και τα ξεπροβοδίζουν
πιο μπρος, ανάβοντας ξερά ταρείκια στίβες·
και πάντα φουντωμένη της φωτιάς η λάμψη
τους κάμπους του Ασωπού σαν μελιχρό φεγγάρι
περνά και στις ψηλές κορφές του Κιθαιρώνα
φωλιά καινούργια η ταξιδεύτρα η φλόγα στήνει·
και δεν αρνιέται η βίγλα, κι απ' το προσταγμένο
πιότερα ανάβοντας, πιο πέρα να τη στείλη·
κ' η λάμψη δρασκελόντας τη Γοργώπη λίμνη
και πέφτοντας στο Αιγίπλαγκτο, μηνάει την τάξι
να μη αμελούνε της φωτιάς, κι αυτοί με ζήλο
γλώσσες φλογών σηκώνουν τέτοιες, που περνόντας
τακρόβραχα, όπου το Σαρωνικό κοιτάζουν,
πέφτει σαν κεραυνός και φτάνει εδώ η λάμψη
στις βίγλες τις γειτονικές μας του Αραχναίου,
ως που σ' αυτές των Ατρειδών χτυπάει τις στέγες
το φως, που προπάππο έχει τη φωτιά της Ίδας.
Τέτοιους εγώ λαμπαδοφόρων έχω νόμους
να παίρνη και να δίνη ο ένας με τον άλλο
κι ο πρώτος που ήρθε νίκησε και τελευταίος.
Αυτά σου λέω τα σύμβολα και τα σημάδια
που μόχει στείλη ο άντρας μου απ' την Τρωάδα.

ΧΟΡΟΣ

Τις προσευχές μου στους θεούς κατόπι κάνω,
βασίλισσα, μα τώρ' αυτά που λες τα λόγια
νακούω θάθελα άπαυτα και να θαυμάζω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Δική τους είναι σήμερα, η Τροία των Αχαιών!
φαντάζομαι, τι ασύσμιχτη βουή στη πόλη!
καθώς σαν χύσης μες σ' ένα πινάκι λάδι
και ξύδι, να ταράζουνται θα ιδής ανάρια,
έτσι χώρια των νικητών και νικημένων
ξεφωνητά θάχης νακούς ανόμοιας μοίρας.
Αυτοί απ' εδώ πεσμένοι επάνω στα κουφάρια
αντράδων κι αδερφών και των παιδιώ των γέροι
γονιοί θενά θρηνούνε των αγαπημένων
τη συμφορά, μα μ' όχι πια λεύτερο στόμα.
Τους άλλους πάλι νηστικούς από τη μάχη
νυχτοπλάνητος κόπος φέρνει στα τραπέζια
της πόλεως και τους στρώνει δίχως καμμιά τάξη
μα μ' όποιον ο καθένας τους λαχνό τραβήξη.
Τώρα τα σκλαβωμένα σπίτια τους στεγάζουν
των Τρώων και γλυτωμένοι απ' τανοιχτού του κάμπου
τις παγωνιές και τις δροσιές, όλη τη νύχτα,
πόσο ευτυχείς! αφύλαχτοι θα κοιμηθούνε.
Κι αν σεβαστούνε τους θεούς τους πολιούχους
της νικημένης χώρας και τα ιδρύματά των,
μια που νικήσαν δεν θα νικηθούνε πάλι·
φτάνει μην πιάση πριν το στρατό κακός πόθος
ναρπάζη όσα δεν πρέπει, απ' αγάπη κέρδους·
γιατί για τον καλό στα σπίτια γυρισμό του
έχει και τάλλο χέρι του σταδίου να στρίψη·
κι αν δίχως κρίμα στους θεούς γυρίσουν πίσω,
μα πάλι ακοίμητο μπορεί των σκοτωμένων
το αίμα να μένη, κι άλλη συμφορά αν δεν λάχη.
Άκου λοιπόν αυτά από μένα, τη γυναίκα·
και το καλό ας αξιωθώ να δω όπως θέλω,
γιατί απ' όλα ταγαθά αυτό θα ευχόμουν!

ΧΟΡΟΣ

Με γνώση αντρός, βασίλισσα, μιλείς φρονίμου,
κι αφού σημάδια αλάθευτα σου έχω ακούση
τώρα τους θεούς θα ετοιμαστώ να ευχαριστήσω,
γιατί άξιος δόθηκε ο μιστός για τόσους κόπους.

ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Ω Δία παντοδύναμε και νύχτα αγαπητή,
οπόχεις ταναρίθμητα στολίδια,
πυκνά πλεμμάτια έρριξες στη γη την Τρωική
με σιδερένια δαχτυλίδια.
Μήτε μεγάλοι να μπορούν μήτ' άγουρα παιδιά.
 — κι ανώφελα κανείς ας μη γυρεύη —
το δίχτυ να πηδήσουνε που ξάπλωσε η σκλαβιά
κι όλους τριγύρω μέσα του μαζεύει.
Σε τρέμω, ω Δία ξένιε, και τα έργα σου τιμώ,
που από καιρό τεντώνεις το δοξάρι
για να μη ρίξης άνεργο το δίκιο σου θυμό
επάνω στον αδικητή τον Πάρη!
Έχεις να πης κ' έχεις να κρίνης
το χέρι της Δικαιοσύνης·
τον βρήκε το άδικο στο δρόμο,
κι ας λέη κάποιος πως θ' αφήση
απλέρωτον όποιος τολμήση
το θείο της να πατήση νόμο.
Αργά ή νωρίς θαρθή μια μέρα
να πάθη ο γυιός για τον πατέρα,
που άδικο πόλεμο σηκώνει,
και που μ' ασήμι σκορπισμένο
και με χρυσάφι μαζεμένο
τα σπίτια του παραφορτώνει.
Ο φρόνιμος μονάχα αρκιέται
μ' όσο να μη στενοχωριέται·
γιατί οι θησαυροί οι περισσοί
δεν τον γλυτώνουν δίχως άλλο
όποιος της Δίκης το μεγάλο
βωμό θενά ποδοπατήση.

Μας σπρώχνει των φρενών η βλάβη
κι άλλου κακού τον πόθο ανάβει,
μα τότε γιατριά δεν έχει·
δεν κρύβεται το κρίμα· βγαίνει
και σα φωτιά καταραμένη
φαντάζει ολόγυρα και τρέχει.
Έτσι το ψεύτικο χρυσάφι
με τη τριβή τέλος ξεβάφει
και μαύρη φαίνεται η θωριά του·
όπως μωρό παιδί να πιάση
πουλί ζητά — κ' έχει ντροπιάση
την πόλη και τα γονικά του.
Μα δεν ακούει τα παρακάλια
κανείς θεός, και στα κεφάλια
ταμαρτωλά φωτιά θα βρέξη.
Νά ο Πάρης! που ψωμί κι αλάτι
δεν ντράπηκε, απ' το παλάτι
γυναίκα φίλου του να κλέψη.

Κι αφίνοντας λογχών κι ασπίδων κρότους
και ναυτικούς στην πύλη εξοπλισμούς
και στους Τρωαδίτες φέρνοντας
αντίς για προίκα, αφανισμό τους,
γοργά τις πύλες διάβηκε
όσα κανείς δεν τόλμησε τολμόντας!
Και πολυαναστενάζοντας
ελέγανε του παλατιού οι προφήτες:
Ω σπίτι, σπίτι κι άρχοντες
ω κλίνη, κερωτόθυμα του αντρός της χνάρια!
δήτε τον τώρα στη βουβή ατιμία του
κι απαραπόνευτο στη συμφορά του,
παρατημένο αδιάντροπα·
κι απ' τη λαχτάρα της φευγάτης
πως στα παλάτια μέσα ζη
φαντάζεται το φάντασμά της!
Χάρη δεν έχει άλλη εμορφιά
για το θλιμμένο,
και σβύνει κάθε αποθυμιά
στο μάτι του το στειρεμένο.

Κέρχουνται ονειροφάνταχτοι
και θλιβεροί στους ύπνους ήσκιοι
φέρνοντας χάρη ανώφελη!
γιατί του κάκου! όταν κανείς νομίζει
πως βλέπει ένα καλό στα ονείρατά του
γλυστρά μες απ' τα χέρια τόραμα
και δεν αργεί νακολουθήση
το δρόμο του ύπνου του φευγάτου!
Τέτοιες μες στα παλάτια συμφορές
μα κι άλλες είναι πιο βαριές ακόμη·
για όσους ξεκίνησαν από τη χώρα,
σ' όλων τα σπίτια αβάσταγο
πένθος και θλίψη βασιλεύει τώρα·
πολλά ραγίζουν τις καρδιές,
γιατί καθένας ξέρει εκείνους
πόστειλε για τον πόλεμο,
μα τώρ’ αντίς για κείνους
στάχτη και νεκροδόχες μοναχά
στα σπίτια καθενός γυρίζουν!

Κι ο Άρης, παλλάζει τα κορμιά με μάλαμα,
και που κρατάει ζυγαριά στις μάχες,
απ' το Ίλιο στέλλει πίσω στους δικούς
βαρυά και πικροθρήνητα
καρβουνωμένα θρύψαλα,
γιομίζοντας τα ευκολοβάσταγα λεβέτια
με στάχτη των ανθρώπω των·
κ' εγκωμιάζουν και θρηνούν τους άντρες των
τον ένα, τι άξιζε στη μάχη,
τον άλλο, πόπεσε στον πόλεμο
παλικαρίσια, για γυναίκα ξένη!
Έτσι κρυφά από κάποιο ψιθυρίζεται
κι ο φθόνος έχθρητα γιομάτος
σιγογλυστράει στους πρόμαχους Ατρείδες.
Μα κείνοι εκεί, στο τείχη ολόγυρα,
καλά κρατούν, οι πολυεπαινεμένοι,
της Τρωικής της γης τα μνήματα
που κρύβει τους εχθρούς της νικημένη.

Βαρύς ο λόγος του λαού, βαριά η οργή
κι απλέρωτη η κατάρα του δε μένει·
η έγνοια μου κάτι μαύρο σκοτεινό
νακούση περιμένει.
Γιατί έτσι δεν αφίνουν οι θεοί
κείνους που χύνουν πολύ γαίμα.
Κι οι μαύρες Ερινύες με τον καιρό
την άδικη του ανθρώπου ευτυχία
μ' έν' αναποδογύρισμα της τύχης
μαυρίζουν· κι όταν ξεγραφή
δύναμη πια καμιά δεν έχει.
Βαρύ ναι φήμη αμέτρητη
νάχη κανείς, γιατί απ' του Δία
το μάτι πέφτει ο κεραυνός.
Προκρίνω αζήλευτη ευτυχία,
ούτε καταχτητής νάθελα γένω
μα ούτε κάτω απ' άλλους πάλι
να δω το βίο μου σκλαβωμένο!

 — Της καλοφάνερης φωτιάς τρέχει στη πόλη
γρήγορη η φήμη· μα κι αν είναι αληθινή
ποιος ξέρει, ή τάχα απάτη θεϊκή;
 — Ποιος είν' έτσι παιδί και με κρίση λειψή
που να πυρώση πρώτα την καρδιά
με τα καινούργια της φωτιάς μαντάτα
για να θλιβή αν έβγη αλλιώς ο λόγος;
 — Αυτό ναι το γυναίκειο φυσικό,
νανοίγη την καρδιά της στο καλό
και πρι φανερώση ακόμη.
 — Και τώρα η προσταγή της γυναικός
ευκολοπίστευτη πολύ ξαπλώνει . . . .
μα σβήνει ταχυθάνατος
ο γυναικόσπαρτος ο λόγος.

Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ

Όπου κι αν είσαι θενά μάθωμε αν ήταν
αληθινές οι επανωτές φωτιές και φλόγες
ή μήπως ήρθε το τερπνό το φως εκείνο
σαν όνειρο και μας ξεσήκωσε το νου μας.
Τον βλέπω, νά, που απ' το γιαλό προβαίνει ο κήρυξ
ελιάς κρατάει κλαδόφυλλα, και μάρτυράς μου
ο κορνιαχτός, της λάσπης το στεγνό ταδέρφι,
πως δε μου φέρνει, ανάβοντας βουνίσια ξύλα,
με των καψάλων τους καπνούς βουβά σημάδια,
και ή τη χαρά μας μ' ό,τι πη θα βεβαιώση,
ή — πιο καλά αμελέτητο το ενάντιο νάναι,
και το καλό που φάνηκε σε καλό νάβγη —

ΧΟΡΟΣ

Όποιος τανάντια εύχεται απ' αυτά στην πόλη
αυτός των λογισμών του ας τρυγάη το κρίμα.

ΚΗΡΥΚΑΣ

Χαίρε της πατρικής μου γης, του Άργους χώμα,
που σε πατώ πάλι ύστερ' από δέκα χρόνια
και μια καν απ' τις τόσες μου χάρηκα ελπίδες!
γιατί ποτέ δεν τόλεγα πως θαξιωνόμουν
τάγια μας χώματα νεκρό να με σκεπάσουν·
τώρα, χαίρε πατρίδα, χαίρε φως του ήλιου
και συ μεγάλε Δία της χώρας και συ Πύθιε,
χωρίς πια με τα βέλη σου να μας σαϊτεύης
φτάνει όσο εκεί στο Σκάμαντρο μας πολεμούσες·
τώρα βοηθός μας και σκεπός άμποτε νάσαι
Απόλλων! κι όλους τους θεούς τους α γ ω ν ί ο υ ς
προσκυνώ, και τον δικό μου τον προστάτη
τον Ερμή, φίλον κήρυκα, τιμήν κηρύκων·
κ' ήρωες, που μας στείλετε, καλοδεχτήτε
πάλι όσοι απ' το στρατό γλυτώσαν το κοντάρι.
Ω, ω, του βασιλιά τιμημένα παλάτια,
πολυσέβαστοι θρόνοι και θεοί προσήλιοι,
χαρούμενοι, αν και πριν, το βασιλιά από χρόνια
να τον δεχτήτε που έρχεται, σε σας και σ' όλους
εμάς στη μαύρη σκοτεινιά μας φως να φέρη·
χαρούμενοι δεχθήτε τον γιατί του πρέπει,
που με του Δία τη δίκελλα του δικαιοκρίτη
την Τροία γκρέμνισε και ρήξαμε τη γη τους,
και ρείπια οι βωμοί των θεών και τα ιερά τους
κι ουδέ σπόρος δε μένει απ' όλη τους τη χώρα·
τέτοιο ζυγό στον τράχηλο έβαλε της Τροίας
κ' έρχεται τώρα ο ευτυχισμένος βασιλιάς μας,
που μέσα σ' όσους τώρα ζουν τιμές του πρέπουν
γιατί ουδ' ο Πάρις ουδέ η Τροία είναι, να πούνε
αν άξιζε το πάθημα το κάμωμά τους·
και δεν μπορεί να πη πως δεν το βρήκε ως τόσο
το δίκιο του και με το παραπάνω ο κλέφτης,
αφού συθέμελα έσβησε το πατρικό του
και πλέρωσαν διπλά το κρίμα οι Πριαμίδες.

ΧΟΡΟΣ

Του αχαϊκού στρατού χαίρε, κήρυκα, χαίρε!

ΚΗΡΥΚΑΣ

Χαίρω· και τώρα, αν θέλουν οι θεοί, ας αποθάνω.

ΧΟΡΟΣ

Της πατρικής μας γης σε δάμασε ο πόθος;

ΚΗΡΥΚΑΣ

Τόσο, που απ' τη χαρά μου πλημμυρούν τα μάτια.

ΧΟΡΟΣ

Την ίδια θα είχετε και σεις γλυκειάν αρρώστεια.

ΚΗΡΥΚΑΣ

Τι πάει ο λόγος σου να πη; δος μου να νοιώσω.

ΧΟΡΟΣ

Πως έδερνε και σας και μας ο ίδιος πόθος.

ΚΗΡΥΚΑΣ

Η χώρα που εποθούσαμε λες μας ποθούσε;

ΧΟΡΟΣ

Ναι, και στενάζαμε συχνά απ' τα φυλλοκάρδια.

ΚΗΡΥΚΑΣ

Και πόθε αυτός ο μαύρος πόνος της καρδιάς σου;

ΧΟΡΟΣ

Τόσο καιρό τη σιωπή βρήκα γιατρειά μου.

ΚΗΡΥΚΑΣ

Μη, λείποντας ο βασιλιάς, κάποιο εφοβόσουν;

ΧΟΡΟΣ

Τόσο, που ως λες και συ, τώρα κ' εγώ ας ποθάνω!

ΚΗΡΥΚΑΣ

Τέλος καλόν όλα καλά· μέσα στο διάβα
του χρόνου, άλλα μας έρχουνται δεξιά και πάλι
άλλα ζερβά· γιατί έξω απ' τους θεούς ποιος άλλος
όλο το βίο του θα χαρή με δίχως πάθη;
Γιατί αν λέω τους κόπους και τις κακοπέρασες
τανάριο ξεμπαρκάρισμα, τα κακοστρώσια,
ποια μέρ' αστέναχτη είτανε να μη μας λάχουν;
Στη στεριά πάλι το κακό είταν ποιο μεγάλο:
Κάτω απ' τα κάστρα των εχθρών τόχαμε στρώση
και πια η δροσιά απ' τον ουρανό κι απ' τα λειβάδια
της γης, μας περεχούσε και μας είχε πάντα
ολόμουσγα τα ρούχα μας κι άγρια την τρίχα·
κι αν πης για τον χειμώνα, των πουλιώ το χάρο,
που αβάσταγο κατέβαζε η χιονιά της Ίδας,
ή για τη ζέστη, όταν ο πόντος δίχως κύμα
κι αγέρα στις μεσημερνές κοιμόνταν κοίτες . . .
Μα τι να κλαίω γι' αυτά; έχει περάση ο πόνος·
κι έχει περάση, τόσο για τους πεθαμένους,
που πια σκοπό δεν τόχουνε ναναστηθούνε·
τι να τους λογαριάζουμε τους πεθαμένους,
και τι να φέρνη ο ζωντανός τις λύπες πίσω;
τις συμφορές τις στέλλω στο καλό να πάνε,
γιατί σ' εμάς που μείναμεν απ' το στρατό μας
πλήθιο το κέρδος τη ζημία αντισηκώνει,
που αξίζει αλήθεια μπρος σ' αυτό το φως του ήλιου
να καυχηθούμε πάνω από στεριές και θάλασσες:
«Αφού την Τροία επήρε ο στόλος των Αργείων
αυτά για τους ελληνικούς θεούς τα λάφυρα
στις εκκλησιές των κρέμασε, λαμπρά στολίδια».
Κι όποιος ακούη αυτά θα πρέπει να παινεύη
την πόλη και τους στρατηγούς και χάρη νάχη
του Δία που τάφερε δεξιά· είπα ότι είχα.

ΧΟΡΟΣ

Με νίκησαν οι λόγοι σου και δεν ταρνιούμαι.
γιατί είναι πάντα ο γέρος νιος για να μαθαίνη,
μα αυτά την Κλυταιμνήστρα και ταρχοντικό της
πιότερο γνοιάζουν· μα και με συνάμα ευφραίνουν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Απ' τη χαρά μου ερέκαξα και τότε αμέσως
που ήρθε το πρώτο μήνυμα της φλόγας, νύχτα,
κ' είπε της Τροίας το πάρσιμο κ' είπε το τέλος,
και κάποιος μ' επερίπαιξε: από τις φλόγες
γελάστηκες και πίστεψες πως η Τροία επάρθη;
ω πόσο τόχει ο νους να τρέχη της γυναίκας!
Μ' αυτά τα λόγια μέχανε πως πήρα πέρα,
όμως εγώ εθυσίαζα και στη γυναίκεια
υπάκουοι προσταγή, παντού μέσα στην πόλη
στις εκκλησιές, χαράς αλλαλαγμοί αντηχούσαν,
κι άλλοι τις φάουσες κοίμιζαν μυριστές φλόγες.
Και τώρα τι τα θέλω πιότερα από σένα;
Όλα τα πάντα από τον ίδιο θα τα μάθω,
και θα βιαστώ να κάμω τα καλύτερά μου
για τα καλά του σεβαστού μου αντρός δεξίμια·
γιατί ποιο φως γλυκύτερο θα ιδή γυναίκα,
παρ' απ' τον πόλεμο ο θεός τον άντρα αν σώση,
τις πόρτες να του ανοίξη; — πήγαινε και πε του
ναρθή το γρηγορώτερο, η χαρά της χώρας,
και να βρη, όπως την άφησε, πιστή γυναίκα
μες στα παλάτια του, που φύλαγε σαν σκύλα
καλή για κείνον και άγρια για τους εχθρούς του·
και σ' όλα τα ίδια πάντα, δίχως να χαλάση
καμιά, τόσον καιρό που έλειπε, σφραγίδα·
και τόση γνώρισα χαρά ή κακό λόγο
για άλλον άνδρα, όσο και το χαλκό πως βάφουν.

ΚΗΡΥΚΑΣ

Δεν είναι τέτοια καύχηση, γιομάτη αλήθεια,
αταίριαστη σε στόμα ευγενικής γυναίκας.

ΧΟΡΟΣ

Άκουσες τώρα κ' έμαθες έτσι που σου είπε
σαν ξάστερος εξηγητής τα ωραία της λόγια.
Μα εσύ για τον Μενέλαο θα σ' ερωτήσω —
πες μας, έχει γλυτώση, κήρυκα, και θάρθη
μαζί με σας, ο καλός άρχοντας της χώρας;

ΚΗΡΥΚΑΣ

Πώς να μπορέσω να το πω το έμορφο ψέμμα
και να το χαίρουνται πολύν καιρόν οι φίλοι;

ΧΟΡΟΣ

Άμποτε να μας πης καλά και νάν' κι αλήθεια
γιατί τόνα δεν κρύβεται χώρια από τάλλο

ΚΗΡΥΚΑΣ

Άφαντος μέσ' από το στόλο των Αργείων
κι αυτός και το καράβι του· αυτή ναι η αλήθεια.

ΧΟΡΟΣ

Σας άφησε απ' την Τροία φανερά, ή τάχα
μπόρα σας βρήκε και τον χώρισε απ' τους άλλους;

ΚΗΡΥΚΑΣ

Σαν άξιος πέτυχες τοξότης το σημάδι
και με δύο λόγια ιστόρησες κακό μεγάλο.

ΧΟΡΟΣ

Και δεν ακούστηκε απ' τους άλλους κανείς λόγος
αν είναι τάχα ζωντανός ή πεθαμένος;

ΚΗΡΥΚΑΣ

Δεν ξέρει τίποτε σωστό να πη κανείς γι' αυτό
έξω απ' τον ήλιο που τον κόσμον όλον θρέφει.

ΧΟΡΟΣ

Πες μας λοιπόν πώς βρήκε η χειμωνιά το στόλο
και πώς η θεϊκή η οργή επήρε τέλος;

ΚΗΡΥΚΑΣ

Μια τέτοια μέρα με κακές δεν πρέπει ειδήσεις
να βεβηλώσω· χώρια των θεών η χάρη·
γιατί όταν πάθη αδήγητα που ηύραν το στράτευμα
μ' όψη στυγνή ο μηνυτής φέρνει στην πόλη,
πρώτα είναι για όλους μια πληγή το κοινό πάθος,
και χώρια κι όσους ξέκαμε από τόσα σπίτια
με τη διπλή του μάστιγα, που ξέρει ο Άρης,
δίκοπη συμφορά, διπλού ζευγάρι ολέθρου·
κι όποιος τόσα κακά φορτωμένος θα φέρη
των Ερινύων του πρέπει αυτός Ύμνο να ψάλλη·
μα εγώ που άγγελος έρχομαι της σωτηρίας
στην πόλη τη χαρούμενη στο θρίαμβό της,
πώς στα καλά κακά να σμίξω, κι ιστορίσω
την τρικυμία, που απ' τη θεία οργή μας βρήκε;
Γιατί η φωτιά κ' η θάλασσα που είταν ως τότε
άσπονδοι εχθροί φιλιώθηκαν κ' έδωκαν όρκο
να φθείρουνε τον άθλιο των Αργείων στόλο.
Νύχτα, και το μεγάλο το κακό εσηκώθη
κι άμπωθε τόνα πάνω στάλλο τα καράβια
ο άγριος ο θρακιάς και τα βροντούσε αντάμα,
ως που απ' τη μάνητα της μπόρας και τη ζάλη
της ανεμόδαρτης βροχής, άφαντα πάνε
σαν νάταν και κακός βοσκός τα είχε προγγίξη.
Μα έδωκε και ξημέρωσε και βγήκε ο ήλιος
και βλέπομε ν' ανθή το πέλαγος το Αιγαίον
από Αχαιών κορμιά και καραβιών συντρίμια·
μα εμάς και το καράβι μας άβλαβο κάποιος
με μαστοριά ξεγλύτωσε κ' έβγαλε πέρα
θεός κι όχι άνθρωπος, κρατόντας το τιμόνι·
κι ο σωτήρας η Τύχη εκάθησε πιλότος
να μη μας λύση τους αρμούς τάγριο το κύμα,
ή κάπου σε ξερόβραχα έξω μας ρίξη.
Κ' έτσι απ' της θάλασσας το χάρο γλυτωμένοι
χωρίς να το πιστεύουμε, στη χρυσή μέρα
τη συμφορά μας βόσκαμε με έγνοιες καινούριες
για το στρατό πανεμοσκόρπισε κ' εχάθη.
Και τώρα αν ζη κανείς και πνέη κι από κείνους
θα μας λογιάζουν για χαμένους· και πώς όχι;
μήπως το ίδιο και γι' αυτούς και μεις δε λέμε;
όμως ας έβγη σε καλό, και πρώτο απ' όλους
και βέβαια το Μενέλαο να ιδής καρτέρει,
γιατί αν τον ξέρη κάπου μια του ήλιου αχτίνα
πως ζη και βασιλεύει, με του Δία τη γνώμη,
που δε θέλει το γένος του να σβύση ακόμη,
υπάρχει ελπίδα πάλι εδώ να μας γυρίση·
αυτή 'ναι, που είπα κι άκουσες η πάσα αλήθεια.

ΧΟΡΟΣ

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Ποιος να της τόδινε έτσι αυτό
τόνομα σ' όλα ταιριαστό;
μην κάποιος που δε βλέπομε
και ξέροντας το πεπρωμένο
τη γλώσσα ωδήγα στο σωστό;
Ελένη! νύφη με σπαθιά και φόνους γυρεμένη!
γιατί αλήθεια όλεθρος
ανδρών και πλοίων και κάστρων
απ' την παστάδα εκίνησε
την πολυξομπλιασμένη
με τις πνοές του γίγαντος
Ζεφύρου, η Ελένη!
Και κυνηγοί αναρίθμητοι
σιδεροφορεμένοι
πίσω απ' τα ίχνη τάφαντα
των καραβιών που αράξανε εκεί πέρα,
που οι όχθες του Σιμόεντα χλωρές
βλαστομανούνε από πολέμων αίμα.

Έτσ' η εκδικήτρα η οργή
στην Τροία να φέρη δεν αργεί
συμπεθεριό, όνομα και πράμμα,
για να ξοφλήσουν με καιρό
του τραπεζιού την ατιμία
και του φιλόξενου του Δία
κείνοι που τότε από καρδιάς
έψαλλαν το νυφιάτικο τραγούδι
του υμεναίου, που η μοίρα τόφερνε
έτσι οι γαμπροί να τραγουδούνε·
τον ξέμαθε όμως ύστερα
τον ύμνο η πόλη του Πριάμου·
τώρα βαρυαστενάζει, πολυθρήνητο
καλόντας τον κακόγαμπρο τον Πάρη,
αλήθεια πολυθρήνητο
για τόσες πολιτών ψυχές
και το αίμα τάδικο που εχάθη.

Έτσι στο σπίτι του έθρεψε
κάποιος γαλαθηνό λιοντάρι,
αποκομμένο απ' το βυζί της μάννας του·
στων πρώτων του ημερώ τη χάρη·
ήμερο στα παιδιά πασίχαρο,
και των γεροντοτέρων χάδι·
συχνά στην αγκαλιά του τόπερνε
σαν νάτανε νεογέννητο παιδάκι,
και χαρωπά χαϊδεύονταν
στο χέρι που του χόρταινε την πείνα.

Μα ήρθε καιρός και χρόνισε
και τόδειξε από ποιους κρατούσε·
για το σπολλάτη της τροφής του, ακάλεστος
το γιόμα του ετοιμάζει
μες στα κοπάδια, πόπνιξε,
κ' αίμα πλημμύρισε το σπίτι —
κακό στους σπιτικούς αγιάτρευτο
και φονικό, ζημία μεγάλη.
Θεός τον είχε θρέψη επίτηδες
σαν ιερέα συμφοράς στο σπίτι!

Έτσι και στις αρχές λέω πως νάρθε
στην Τροία σαν μια ιδέα ανάνεμης γαλήνης,
σαν ένα ατίμητο αρχοντιάς στολίδι
σαν μαλακό ματιών σαΐτεμα,
καρδιών λίγωμα, έρωτος άνθος.
Μ' άλλαξεν όψη κ' έφερε
πικρό στους γάμους τέλος,
κι ασύντυχη και κακοσύβαστη
σηκώθηκε στους Πριαμίδες,
σταλμένη από το Δία τον ξένιο
νυμφόκλαυτη Ερινύα!

Είν' ένας λόγος παλαιός παμπάλαιος,
που όταν τανθρώπου η ευτυχία περσέψη
γεννά και δεν πεθαίνει άκλερη,
κι απ' την καλοτυχιά βλασταίνει
αχόρταγη στο γένος δυστυχία.
Μα εγώ χώρια απ' τους άλλους σκέπτομαι,
πως πιότερα παιδιά γεννά το κρίμα
που του γονιού των όλα μοιάζουν,
ενώ τα σπίτια τα καλά και δίκια
πάντα καλότυχη γεννιά θα βγάζουν.

Τόχει το κρίμα το παλιό
καινούργιο να γεννοβολάη κρίμα
στους άδικους ανθρώπους,
 — αργά ή νωρίς όταν θε νάρθη ημέρα
της γέννας η γραφτή —
και συμφορά απολέμητη ανίκητη κι ανίερη
στα σπίτια την απόκοτη μαύρη Εκδικήτρα,
με τους γονιούς της απαράλλακτη.

Μα η Δίκη λάμπει στα φτωχά
κι άραχλα σπίτια
και του δικαίου το βίο τιμά,
ενώ απ' τα χρυσοστόλιστα με αδικίες παλάτια
φεύγει και δε γυρνάει τα μάτια
και πάει στα τιμημένα, δίχως να ψηφά
τη ψευτοφημισμένη δύναμη του πλούτου
κι όλα σε δίκιο τέλος κυβερνά.

Τώρα εσέ, βασιλιά, νικητή της Τρωάδας
του Ατρέα γεννιά,
και το πώς να σε πω και πώς να τιμήσω,
χωρίς πέρα να πάω, μηδέ πίσω ναφήσω
των επαίνων το μέτρο;
Γιατί ξέρω, πολλοί προτιμούν
ό,τι φαίνεται μόνο
και το δίκιο αψηφούν·
κι ο καθένας στον πόνο σου είν έτοιμος τάχα
να στενάζη μαζί σου
ενώ δεν του ραγίζει η καρδιά του από μέσα·
και σου κάνει πως χαίρει με σένα ο άλλος
και το αγέλαστο πρόσωπο βιάζει.
Μα ο καλός ο βοσκός που γνωρίζει από τέτοια
δεν γελιέται απ' το μάτι ανθρώπου που δείχνει
τάχα γνώμη καλόκαρδη κι όμως
σε χαϊδεύει με αγάπη χλιαρή.
Και λοιπόν, όταν συ ξεκινούσες το στόλο
για τη μαύρη Ελένη,
δεν το κρύβω, γι' ανόητο σε είχα
και πως όχι σωστά κυβερνούσες το νου σου
σαν να επήαινες σ' ανθρώπους γραμμένους του χάρου
ανωφέλευτο θάρρος.
Όμως τώρα που βγήκαν σε τέλος καλό
αναγαλλιάζει η ψυχή μου απ' τα βάθη,
και συ πια δε θαργήσης ρωτόντας να μάθης
ποιος στην πόλη σου φύλαξε γνώμη πιστή
και ποιος όχι.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Το Άργος για πρώτα δίκιο 'ναι να χαιρετήσω
και τους εγχώριους τους θεούς που μου είν' αιτία
του γυρισμού και της εκδίκησης που πήρα
από την Τροία· γιατί οι θεοί, όχι από λόγια
γρικόντας, ρίξανε στην κάλπη του θανάτου
το ψήφο τους αμέραστο για της Τρωάδας
τον τέλειο το ξολοθρεμό, ενώ στην άλλη
σίμωνε η ελπίδα του χεριού κ' έμενεν άδεια.
Κι απ' τον καπνό γνωρίζεται η παρμένη η πόλη
και τώρα ακόμη· ζούνε του ολέθρου οι μπόρες
κ' η στάχτη η δυσκολόσβυστη, ψηλά και γύρω
παχιές σκορπίζει μυρωδιές του αρχαίου του πλούτου.
Και πρέπει χάρη αξέχαστη νάχουμε πάντα
για τούτα στους θεούς, που τα θεόργητά μας
στήσαμε δίχτυα και για χάρι μιας γυναίκας
ξολόθρεψε ταργείτικο θεριό την πόλη,
ο ασπιδοφόρος ο λαός, πουλάρι αλόγου,
πηδόντας τον καιρό που βασιλεύει η Πούλια·
και μες στα κάστρα πέφτοντας τωμό λιοντάρι
βασιλικόν εχόρτασε γλείφοντας αίμα.
Αυτά να πω για τους θεούς έπρεπε πρώτα.
Κι όσο για τη δική σου γνώμη, μες στη μνήμη
κρατώ όσα μούπες, κ' είμαι σύμφωνος με σένα·
αλήθεια, λίγοι άνθρωποι τόχουν φυσικό τους
την ευτυχία του φίλου τους να μη φθονούνε·
μα στην καρδιά κατασταλάζει το φαρμάκι
της ζούλιας και διπλαίνει του άρρωστου τον πόνο,
που, χώρια απ' της δικής του δυστυχίας το βάρος,
την ευτυχία του γείτονα βλέπει και σκάζει.
Ξέρω που σου μιλώ· γιατί πολλούς γνωρίζω
που η τόση αγάπη πόδειχναν είταν μονάχα
σαν του καθρέφτη ζουγραφιά και σκιάς εικόνα·
και μόνου ο Οδυσσέας, που ακλούθησε άθελά του
μια που ζεύχτηκε, πρόθυμος σύντροφός μου είταν
 — καλή του η ώρα ή ζωντανός ή πεθαμένος —
Και τώρα τάλλα, για τους θεούς και για την πόλη,
σε σύνοδο κοινή, δουλειά μας κάνοντάς το,
μαζί θε να σκεφθούμε, κι ό,τι καλά στέκει
πρέπει να ιδούμε πως θα καλομείνη πάντα
κι ό,τι από γιατρειά και φάρμακα έχει ανάγκη
καίοντας και κόβοντας στοχαστικά με γνώση
θα δοκιμάσομε, αν μπορή, να φύγη η αρρώστεια.
Τώρα στων παλατιών την τιμημένη εστία
πηγαίνω, πρώτα τους θεούς να προσκυνήσω
που όπως με καταβόδωσαν μ' έφεραν πίσω·
κ' η νίκη μια π' ακλούθησε, ας στεριώση!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Της πόλεως του Άργους τιμημένοι εσείς γερόντοι,
δε θα ντραπώ να πω σε σας την τόση αγάπη,
που αισθάνομαι του αντρός μου, γιατί ο χρόνος σβήνει
τη συστολή απ' τον άνθρωπο· δεν τάχω ακούση
απ' άλλους, τα δικά μου θα σου πω τα πάθη
όσον καιρόν έλειπε αυτός κάτω στην Τροία·
και πρώτα δίχως άντρα κ' έρμη μες στο σπίτι
είναι φριχτό κακό να κάθεται η γυναίκα
κι όλο ν' ακούη πολλά συφοριασμένα λόγια·
και μόλις μπαίνη ο ένας με κακά μαντάτα
χειρότερη άλλη συμφορά να φέρνη ο άλλος·
κι αν τόσες είταν οι λαβωματιές του, όσες
καθημερνά μας έφερνε στο σπίτι η φήμη
θάταν να πης πιο τρύπιος κι απ' το δίχτυ αλήθεια.
Κι αν όσες φορές τόπανε, είχε πεθάνη
σαν άλλος δεύτερος τρισώματος Γηρυόνης
[πολύ από πάνω, κι από κάτω πια δε λέγω]
τρίδιπλο ντύμα γης πως πήρε θα καυχιόνταν
για να πεθάνη μια φορά στο κάθε σχήμα.
Γι' αυτές λοιπόν και για τις τέτοιες κακές φήμες
πολλές κρεμάθρες άλλοι γύρω απ' το λαιμό μου
με το στανιό μου λύσανε που είχα σφιγμένες.
Γι αυτά δεν βρίσκεται κ' εμπρός σου εδώ κι ο γυιός σου
το ενέχυρον της πίστης μου και της δικής σου,
ο Ορέστης, καθώς έπρεπε, και μη απορήσης·
γιατί τον τρέφει καλοθελητής μας φίλος
απ' τη Φωκίδα ο Στρύφιος, προλέγοντάς μου
διπλά ενδεχόμενα κακά: και το δικό σου
κάτω στην Τροία τον κίντυνο, ή μήπως ρίξη
κάποια αναρχία του λαού την γερουσία,
ως καθώς τόχουν φυσικό οι άνθρωποι πάντα,
πιότερο να ποδοπατούν έναν που πέση.
Μια τέτοια βέβαια πρόφαση δεν κρύβει απάτη·
μα εμένα οι άφθονες πηγές των δάκρυών μου
έχουν στειρέψη και σταλαματιά δε μένει·
και ταργοκοίμητα μου βλάβηκαν τα μάτια
να κλαίω τις παραμελημένες φωταψίες
που πρόσμενα από σένα· και στα ονειρατά μου
από τανάλαφρο του κουνουπιού εξυπνούσα
φτεροσουσούρισμα, γιατί έβλεπα για σένα
πιότερα πάθη κι απ' του ύπνου μου τις ώρες.
Τώρα χαρούμενη που πέρασα όλα ετούτα,
πώς να μη λέω τον άντρα αυτό, σκύλλο της στάνης,
άγκυρα σωτηρίας του πλοίου, και ψηλής στέγης
στερεό στύλο, μονάκριβο παιδί, πατέρα,
στεριά που βλέπει ανέλπιστα ο θαλασσομάχος,
μέρα λαμπρότατη ύστερ' από κακωσύνη,
τρεχάμενο νερό στον δρομομαχισμένο!
Τέτοιων λοιπόν χαιρετισμών τιμή του αξίζει
κι ας λείπη ο φθόνος! φτάνουνε τα περασμένα
που τράβηξα· και τώρ' αγαπητό κεφάλι
κατέβαινε απ' τ' αμάξι σου, δίχως ναγγίξης
στη γης το πόδι σου, που χάλασε την Τροία!
Δούλες τι στέκεσθε; πόχω το χρέος προστάξη
να στρώσετε χαλιά στου δρόμου του τη στράτα;
ευθύς ας γίνη πορφυρόστρωτος ο δρόμος
κι ας τον φέρη στανέλπιστα παλάτια η Δίκη!
Για τάλλα — η έγνοια μου άγρυπνη, σε δίκιο τέλος
θα φέρη — πρώτα ο Θεός — τα πεπρωμένα.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Κόρη της Λήδας, των σπιτιών μου κυβερνήτρα,
σύμφωνα με της απουσίας μου το μάκρος
και τα λόγια σου μάκρυνες, αν και ταιριάζη
νάρχεται απ' άλλους η τιμή του δίκιου εμένα
κι απ' άλλο, με καμώματα γυναίκεια εμένα
μη θες να με χαλάσης και σα βάρβαρο άντρα
ταπεινοπροσκυνάς με χαμόσυρτα λόγια,
μηδέ στρώσης στο δρόμο μου, με τις πορφύρες,
το φθόνο· στους θεούς η τιμή τούτη πρέπει·
θνητός σε τέτια πολυξόμπλιαστα στολίδια
δεν πάει σ' εμένα να πατώ με δίχως φόβο·
σαν άνθρωπο, όχι σαν θεό να με τιμούνε·
και δίχως τα στρωσίματα κι αυτά τα ξόμπλια
η δόξα διαλαλεί· κ' η μετρημένη η γνώση
δώρο μεγάλο του θεού· να μακαρίζης
τον άνθρωπο απ' τα τέλη του τα ευτυχισμένα
κι αν έτσι πάντα φέρνομαι, φόβο δε θάχω!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Όμως τώρα κι αυτή μη μου αρνηθής τη χάρη.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ξέρε το, δε θα ιδής τη γνώμη μου ναλάξω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Μην τύχης τάμμα στους θεούς, για κάπιο φόβο;

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Παρά καθ άλλον, ξέροντας το λόγο μου είπα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και τι λες τάχα ο Πρίαμος, αν ενικούσε; . . .

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Και βέβαια θα πατούσε πάνω στις πορφύρες