WeRead Powered by ReaderPub
Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής] cover

Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]

Chapter 10: III
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

This work blends historical narrative and literary dramatization to depict Byzantine military leaders, their campaigns, and the court intrigues that propel some to supreme power while entangling others in moral and political crisis. It profiles commanding figures with austere piety, fierce temperaments, and heroic exploits, reconstructing battles, rivalries, and seize-of-throne episodes through vivid psychography and ethical scrutiny. The prose alternates between historiographical detail and poetic portraiture, emphasizing the interplay of individual character, public ritual, and the tragic consequences of ambition within the medieval imperial world.

Ενώ ο Αυτοκράτωρ εδέχετο εν οδύνη και στεναγμοίς την τρομεράν αυτήν θύελλαν των ύβρεων, των προκλήσεων, των κατηγοριών από όλους τους μαινομένους δημίους του και έβλεπε συνταρασσόμενα υπεράνω του από την φρίκην του πάθους και της ικανοποιημένης εκδικήσεως το δαιμονικόν πρόσωπον του Τσιμισκή και το ζοφερώτατον του Ατζυποθεοδώρου, απεστραγγίζετο επί του προσώπου του και το τελευταίον αίμα της κεφαλής του... Ήκουε και έβλεπε τα πάντα με πλήρεις τας αισθήσεις, αγωνιωδώς είχεν ανοιγμένους τους οφθαλμούς προς την γύρω του απαισίαν εικόνα, η ψυχή του εκρέματο υπέρ το χάος του ολέθρου. Εδέχετο τους εξευτελισμούς και τας ύβρεις, αλλά «ουδέν απεκρίνετο εις αυτάς». Δεν διέκοψεν όμως την προσευχήν του, τας δυνατάς επικλήσεις προς τον Θεόν και την Θεοτόκον, υπέρ της σωτηρίας του, υπέρ της σωτηρίας της ψυχής του. «Γεγωνυία τη φωνή τον Θεόν και την Θεοτόκον επικαλούμενος ην».

Με μανίαν θηρίων, «μανικώς», επιπίπτουσι τότε, εξερεθισθέντες ακόμη περισσότερον, οι σφαγείς κατά του δυσμοίρου. Ο Τσιμισκής τον αρπάζει από τον πώγωνα, εκτινάσσει την κεφαλήν του — συντρίβουσι την σιαγόνα του με τους γρόνθους, με κτυπήματα των λαβών των ξιφών των, μετακινούσι τους οδόντας από των φατνωμάτων. Ο Ιωάννης πλήττει διά των ποδών το σχεδόν ακίνητον ήδη σώμα του Αυτοκράτορος, καταφέρει κατά του προσώπου του νέον κτύπημα διά του ξίφους, το οποίον διασχίζει το κρανίον.

Τότε «δη» αμιλλώνται οι αιμοβορώτατοι ούτοι άνδρες, οι εκ μίσους μαινόμενοι, τις πρώτος να πλήξη τον Βασιλέα. «Ο μεν εκδικεί μακράν εξορίαν, ο δε την δυσμένειαν και τας καταφρονήσεις του Δεσπότου, της αλώσεως της μεγάλης Συριακής μητροπόλεως αναμιμνησκόμενος». Αλλά έρχονται τέλος εις την συναίσθησιν της ανάγκης όπως δοθή πλέον πέρας εις το έργον. Διότι θόρυβοι, μεγαλυνόμενοι βαθμηδόν, φθάνουν εις τας ακοάς των από τα βάθη του Ανακτόρου. Τότε ένας εκ των συνωμοτών διαπερά τον Αυτοκράτορα διά του μακρού και κυρτού κατά την αιχμήν ξίφους του, συστρέφει αυτό θηριωδώς εντός του βασιλικού σώματος, και το αποσπά καθημαγμένον. Η τελευταία πνοή του θύματος, ένας στεναγμός λέοντος, ένα γοερώτατον παράπονον μάρτυρος, εξέρχεται μαζή με το ξίφος. Ο Νικηφόρος εξέπνευσεν αμέσως. Ο Μέγας Αυτοκράτωρ, ο «Νικητής», ο «Καλλίνικος», όπως τον ωνόμασεν η λαϊκή φωνή διά τους μοναδικούς και απειραρίθμους θριάμβους του κατά των εχθρών της πίστεως και του Γένους.

Την στιγμήν εκείνην κρότοι τρομεροί διασείουσιν ολόκληρον το Ιερόν Παλάτιον, εξ όλων των άκρων και των λαβυρίνθων αυτού προστρέχουσι προς τα τραγικά δώματα του Αυτοκράτορας αναμίξ οι πιστοί διαμείναντες μετά των μεμυημένων αυλικών. Διεδόθη πλέον εκ των εγγυτέρων προς τον θάλαμον διαμερισμάτων μέχρι των απωτάτων, ότι μέγα τι και φοβερόν κατά του «Κυρίου» συνετελέσθη. Οι κρότοι προέρχονται από τα κτυπήματα των πελέκεων των «Βαράγγων», των Σκανδιναυών Αυτοκρακρατορικών σωματοφυλάκων, εκείνων εξ αυτών, οίτινες ήσαν τεταγμένοι την νύκτα εκείνην ως φρουροί εις τας πύλας του Παλατίου. Απαισίως ηχούσιν εν τη νυκτί οι κτύποι των πελέκεων επί των χαλκίνων πυλών, τας οποίας πνευστιώσι να διαρρήξωσιν. Ελπίζουν να προλάβουν. Οι πρώτοι όμως ευρεθέντες μέσα εις τον πύργον, όταν αι πύλαι υπεχώρησαν υπό τα λυσσαλέα κτυπήματα των πελέκεων των γιγάντων αυτών, συνήντησαν απεγνωσμένην αντίστασιν των συνωμοτών. Αλληλοσπαραγμός επηκολούθησεν εις τους διαδρόμους και θαλάμους. Ο Αβουλφαράγιος αναφέρει ότι 70 ήσαν οι εκ των Βαράγγων πεσόντες νεκροί, φρικωδώς διαμελισθέντες. Και η πάλη διήρκεσε τόσον, και ήτο τόσον μανική, ώστε, ως αναφέρουν οι χρονογράφοι, προς στιγμήν επιστεύθη ότι απωλέσθη πάσα ελπίς διά τους συνωμότας. Ο Τσιμισκής, τρομερώτατος εν μέσω των μεγάλων φρικωδών εκείνων στιγμών, όταν είδε να κλίνη η νίκη υπέρ των ιδικών του, μη εννοών να χάση ούτε στιγμήν, τα πάντα επιβλέπων και τα πάντα προβλέπων, φοβερόν πνεύμα του Κακού εν μέσω των δαιμόνων του, καλεί τον αιμοσταγή Ατζυποθεόδωρον, αυτός δε σπεύδει προς την μεγάλην αίθουσαν του «Χρυσοτρικλίνου», όπως προκαλέση την ανακήρυξίν του ως Αυτοκράτορος.

Ο Ατζυποθεόδωρος εκτελεί την διαταγήν του Τσιμισκή. Αποκόπτει την κεφαλήν του νεκρού Αυτοκράτορος και επιδεικνύει αυτήν από τινος των παραθύρων προς τον συρρεύσαντα περί τα Ανάκτορα λαόν και στρατόν. Υπό το φως των πυρσών, καπνιζόντων, σείεται προ του λαού η κεφαλή του Νικηφόρου. Ο Ατζυποθεόδωρος κρατεί αυτήν από την μακράν, μαύρην ακόμη, κόμην. Είνε περιρραντισμένη και ηυλακωμένη με το αίμα των πληγών της. Από τον νεόκοπον λαιμόν στάζει εις μεγάλους θρόμβους το αίμα. Οι συνωμόται, κρατούντες δάδας, διευθύνουν το φως αυτών προς την μορφήν του Αυτοκράτορος. Η χιών στροβιλίζεται υπέρ τον ζοφερόν όγκον του Πύργου, ο άνεμος στενάζει επί τας στέγας του. Χιλιάδες οφθαλμών δέχονται το τρομερόν, το άγριον, το φανταστικόν εκείνο θέαμα. Κατάπληκτος ο λαός και ο στρατός ακινητεί, εν νεκρική σιγή. «Κύριε, συγχώρησον αυτόν», εκψιθυρίζεται από πολλών στομάτων, χείρες κινούνται εις το σημείον του Σταυρού. Οι προστρέχοντες ακόμη μισθοφόροι στρατιώται, με την ιδέαν να απολυτρώσωσι τον ζώντα εισέτι βασιλέα, όπως επληροφορήθησαν αορίστως καθ' οδόν, απολιθούνται εις την θέαν της εικόνος, ήτις διαγράφεται εις το ύψος του Πύργου, με το φως, τον καπνόν και την επισειομένην αιμοσταγή κεφαλήν, τας αγρίας μορφάς των συνωμοτών και σφαγέων, εν τω βάθει, εις το θολόν διάστημα. Οι αλλόφυλοι ούτοι πολεμισταί, οι ισχυροτάτην συναίσθησιν της στρατιωτικής υποχρεώσεως έχοντες, οι μισούμενοι υπό του λαού διά την αγριότητά των, και μισούντες αυτόν διπλασίως, δεν σκέπτονται εν τούτοις πλέον ν' αντιμετωπίσωσι τα γενόμενα και την στάσιν. Θα έδιδον μυριάκις την ζωήν των, εάν υπήρχεν ελπίς να περισώσωσι τον Αυτοκράτορα, αλλά τώρα, ότε αντιλαμβάνονται ότι κανείς δεν θα τους ενισχύση, αποσβένουσιν από την σκέψιν των την ιδέαν της εκδικήσεως του Κυρίου των.

Αφήκαμεν τον Τσιμισκήν σπεύδοντα από την σκηνήν της φρίκης και του αίματος προς το «Χρυσοτρίκλινον», διά να περιβληθή τα πορφυρά πέδιλα και τα άλλα διάσημα της Αυτοκρατορικής εξουσίας, να ανευφημηθή Αυτοκράτωρ υπό των συνωμοτών και του πλήθους. Θα τον ίδωμεν πάλιν μετ' ολίγον εν τη περιωνύμω Μεγάλη Αιθούση του «Χρυσοτρικλίνου».

Κατά την μαρτυρίαν του Κεδρηνού, ο Νικηφόρος, ευθύς μετά την λήψιν της επιστολής του μοναχού προς το εσπέρας, η οποία τον προειδοποίει περί του μελετωμένου διά την νύκτα εγκλήματος, διεμήνυσεν εις τον αδελφόν του «κουροπαλάτην» Λέοντα να σπεύση εις τον Βουκολέοντα με μοίραν στρατιωτών. Αλλ' ούτος, όστις ήτο μανιώδης παίκτης, δεν ανέγνωσεν αμέσως το σημείωμα του Αυτοκράτορος· το αφήκεν επί του χείλους της κλίνης, όταν δε εις το τέλος του παιγνιδιού το ανέγνωσε, καταταραχθείς, ώρμησεν έξω με τον υιόν του Νικηφόρου και με εκείνους που ημπόρεσε να συγκεντρώση την ώραν εκείνην. Όταν ευρέθησαν εις την μεσημβρινήν άκραν του Ιπποδρόμου, η οποία ωνομάζετο «Σφενδόνη», ήκουσαν τους διαβάτας να λέγουν ότι προ ολίγου εσφάγη ο Αυτοκράτωρ, ταυτοχρόνως δε έφθανεν εις τα ώτα των η βοή φωνών που υψούντο από τους περιβόλους των Ανακτόρων και τας γειτονικάς οδούς και τας πλατείας. Ήσαν αι ανευφημίαι των συνωμοτών και άλλων πολλών πολιτών λαμπαδηφορούντων υπέρ του νέου «Κυρίου της Πόλεως».

Τότε κατέφυγον εις την Αγίαν Σοφίαν, ως εις άσυλον. Εν τούτοις ο Λέων, ο όποιος ήτο πλουσιώτατος, ηδύνατο, εάν ήτο φιλαδελφότερος και σθεναρώτερος, και μετά τα γενόμενα ακόμη να εκμηδενίση τον Τσιμισκήν.

III



ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗΝ πενθιμωτάτην — «πλήρη οργής και θυέλλης» — ημέραν, 11ην Δεκεμβρίου, το ακέφαλον σώμα του Αυτοκράτορος εσημείου από όρθρου βαθέος την χιόνα του κήπου των Ανακτόρων, ερυθρούς εστιγματισμένην γύρω του από αίμα. Εκεί είχε ριφθή από του παραθύρου. Μόνον προς το εσπέρας ο Τσιμισκής ενεθυμήθη να διατάξη την εξαφάνισιν του λειψάνου. Την αρμόζουσαν επίσημον κηδείαν δεν ετόλμων να κάμωσι, μετά την δημοσία σχεδόν γενομένην δολοφονίαν και ένεκα της επακολουθησάσης μεγάλης συγχύσεως. Και η ταφή εγένετο «επονειδίστως λαθραία και εσπευσμένη».

Το πτώμα εναπετέθη εις πρόχειρον φέρετρον, κατασκευασθέν από ξύλα περισυλλεγέντα «τήδε κακείσε». Όταν το σκότος επύκνωσε, μετέφεραν αυτό «δρομαίοι», μυστικώτατα και εν πενιχροτάτη πομπή, εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου το κατέθηκαν αμέσως εις μεγάλην σαρκοφάγον, αριθμουμένην εις το «Ηρώον του Κωνσταντίνου».

Ετάφη ο Νικηφόρος φορών τον τρίχινον σάκκον, τον «σάκκον του μετανοούντος», τον οποίον έφερεν επί έτη υπό την βασίλειον πορφύραν του, όπως ο Βουλγαροκτόνος.

Τα θρησκευτικά «νενομισμένα» ετηρήθησαν. Ηκούσθη και η τελευταία επίκλησις, την οποίαν απηύθυνε τρις ο Τελετάρχης προς τους Αυτοκράτορας, όταν ανηγείροντο διά να καταβιβασθούν εις τας κρύπτας τα φθαρτά σκηνώματά των. Την απηύθυνεν αντικαθιστών το επί της κεφαλής του νεκρού μετάλλινον στέμμα — σύμβολον ανθρωπίνης ισχύος — με πορφυρούν διάδημα:

 — «Αναπαύου, Άναξ· ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων καλεί σε· απόθες από της κεφαλής σου το στέμμα!»

Ένα από τα θαυμαστότατα και περικαλλέστατα μνημεία της πάλαι ποτέ Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου η μεγαλοπρέπεια και ο πλούτος κατεθάμβωνεν, ήτο το Αυτοκρατορικόν νεκροταφείον των Αγίων Αποστόλων.

Οποίας μεγάλας σκέψεις, οποίαν τρικυμίαν συναισθημάτων δεν προκαλεί εις κάθε Έλληνα άξιον του ονόματος η ενθύμησις του ενδόξου αυτού χώρου, όπου ήσαν συσσωρευμένα τα φθαρτά σκηνώματα των μεγαλειτέρων ανδρών του Μεσαιωνικού Βασιλείου μας, Αυτοκρατόρων και Πατριαρχών, των οποίων πλείστοι συγκαταριθμούνται και μεταξύ των μεγίστων ανδρών του κόσμου, νέοι Αλέξανδροι και Περικλείς και Δημοσθένεις, εκτείναντες την Ελληνικήν Ιδέαν και την Ελληνικήν φήμην μέχρι των απωτάτων της οικουμένης, καταπυρπολήσαντες την Ελληνικήν δύναμιν επάνω εις τα απειράριθμα στίφη και τα Κράτη των βαρβαρωτέρων και επιφοβωτέρων λαών των τριών ηπείρων, εκπολιτίσαντες αυτούς διά του Ευαγγελίου και της Ελληνικής παιδείας και γλώσσης!

Οι Άγιοι Απόστολοι και η Αγία Ειρήνη εκρίνοντο ως αι ωραιότεραι και πολυτελέστεραι εκκλησίαι της βασιλευούσης μετά την Αγίαν Σοφίαν. «Πολυάνδριον» ή «Μυριάνδριον» ωνομάζετο από τους Βυζαντινούς ο ναός των Αγίων Αποστόλων και ο περίβολος αυτού. Ήτον ό,τι και η περιώνυμος εκκλησία του προαστείου των Παρισίων «Άγιος Διονύσιος», όπου εθάπτοντο οι Βασιλείς της Γαλλίας από Δαγοβέρτου του Α'. Είνε σήμερον αντικαταστημένοι οι Άγιοι Απόστολοι από το γνωστόν «Μέγα Τέμενος του Κατακτητού». Εκεί είχε κτισθή πρώτον «Βασιλική» από τον Μέγαν Κωνσταντίνον, κατόπιν ωκοδόμησεν ο Ιουστινιανός την εκκλησίαν των Αγίων Αποστόλων. Πρώτοι ετάφησαν εις τον περίβολον ο Κωνσταντίνος και η μήτηρ του Ελένη.

Ήτο γεμάτος ο μέγας ούτος περίβολος από κολοσσιαίους εκ πορφυρίτου λίθου αυτοκρατορικούς τάφους. Ήσαν κτισμένοι ούτοι εις δύο μεγάλας σειράς από το ένα και από το άλλο μέρος της εκκλησίας. Ηρώα εκαλούντο αι δύο σειραί. Ηρώον του Κωνσταντίνου και Ηρώον του Ιουστινιανού. Αι σαρκοφάγοι — αι πελώριοι μαρμάρινοι θήκαι — των νεκρών Βασιλέων είχον στολισθή λαμπρότατα και καλλιτεχνικώτατα, όταν η Αυτοκρατορία είχε φθάσει εις ακμήν δόξης και πλούτου. «Δι' οιονεί κολεού», συντεθειμένου από πέταλα αργύρου, από κλάδους χρυσού, από τους πολυτιμοτάτους των λίθων εγκολαπτούς ή ενδεδεμένους, εις όλα δε τα σημεία εγκατεσπαρμένους, ήτον εστολισμένη εκάστη από τας μεγίστας αυτάς σαρκοφάγους, αι οποίαι ήσαν αληθινά αριστοτεχνήματα γλυπτικής και αρχιτεκτονικού σχεδίου. Η διακοσμητική δε τέχνη, της οποίας οι Βυζαντινοί είνε οι περιφημότεροι αντιπρόσωποι εις όλους τους αιώνας, εκεί επεδείκνυεν όλον το δαιμόνιόν της. Οι χρονογράφοι του Βυζαντίου μεταβάλλονται εις ποιητάς προκειμένου να περιγράψουν το θάμβος και το μεγαλείον του Βασιλικού εκείνου κοιμητηρίου.

Όταν το φως του ηλίου συντρίβετο επί των διαχρύσων αυτών όγκων, «των οποίων και μόνον το σχήμα κατηύφραινε το όμμα και ωμίλει προς αυτό» — διαγραμμιζομένων υπό τους ωραιοτέρους Ελληνικούς, Ασιατικούς και νεοτεχνικούς ρυθμούς, καταστίκτων συμπλεγματικώς, ή μη, από μεγάλους πολυτίμους λίθους όλων των χρωμάτων, «δημιουργημάτων της φαντασίας και της ιδέας μάλλον, αλλά και του πλούτου, παρά της ξηράς τέχνης μόνον, την οποίαν ενείχον ολόκληρον και αυτήν εις όλας τας αρμονικάς εκδηλώσεις της»· όταν ο γλυκύς και έντονος ήλιος της Κων)πόλεως συνεζυγείτο εν τη πορεία του προς τον χώρον εκείνον του χρυσού και του αργύρου και του σμαράγδου και του ρουβινίου και του αδάμαντος και του οπαλλίου και του σαπφείρου και των ωραιοχρώμων κατεστιλβωμένων μαρμάρων — από του ερυθρού, ως σαρξ άρτι αποσφαγέντος νεαρού ζώου, μέχρι του πρασίνου, ως η πρώτη εαρινή χλόη εις τας απατήτους κλιτύς των ορέων όταν εκτύπα με τα ολόχρυσα κύματά του την έκτασιν αυτήν, είτε αντικλινόμενος υπέρ τα κυανά όρη και το γλαυκόν πέλαγος, είτε επιζυγιζόμενος από του κέντρου του ουρανού, είτε αποκλινόμενος προς τον φλογιζόμενον ορίζοντα, πνιγόμενον εις την θλίψιν και τον τόνον των λιποθύμων χρωμάτων — η όψις, την οποίαν ελάμβανεν η Βασιλική νεκρόπολις, «ονείρου και εκστάσεως κατάστασιν εδημιούργει εις τον βλέποντα».

Εκάστη σαρκοφάγος ενέκλειαν εντός πολυτιμότατα κοσμήματα. Εκεί ανεπαύοντο και οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι, οι «Νέας Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως Αρχιεπίσκοποι». Εκεί ήτο τεθαμμένος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Αυστηρόταται ποιναί ήσαν ωρισμέναι δι' απόπειραν ενταφιασμού εις το μέρος εκείνο νεκρού, ο οποίος δεν ήτο, ή δεν προϋπήρξεν, αρχηγός της Εκκλησίας ή του Κράτους.

Εν τω ναώ δε, υπό το θυσιαστήριον, ήσαν κατατεθειμένα τα ιερά λείψανα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, Λουκά και Τιμοθέου, του πρώτου Επισκόπου Εφέσου. Εκ τούτου και το όνομα της Εκκλησίας. Όλαι αι υψηλαί δόξαι και όλαι αι υψηλαί καταισχύναι του Βυζαντίου ανεπαύοντο εκεί. Παρά τον ανδρείον ο δειλός. Παρ' εκείνον, του οποίου ο βίος ήτο μακρά πάλη, ο μετακινηθείς από τας λαμπούσας αιθούσας του Ιερού Παλατίου όσον και αι κοσμούσαι τους τοίχους αυτών εκ μωσαϊκού μορφαί. Παρά τον Κωνσταντίνον και την Ελένην ο Μέγας Θεοδόσιος, αλλά παρ' αυτόν οι έκφυλοι υιοί του.

Κυλινδρική σαρκοφάγος περιέκλειε το πτώμα του Ιουλιανού, το οποίον οι αντίπαλοι του «άτιμον και αποτρόπαιον» εκάλεσαν. Σαρκοφάγος από πράσινον μάρμαρον της Ιεραπόλεως έκλειε τον Μέγαν Ιουστινιανόν, παρ' αυτόν δε ανεπαύετο ο «νέος Μέγας Αλέξανδρος», ο Ηράκλειος.

Ο τρομερός όχλος της Κων)πόλεως ενέσκηπτεν ενίοτε και μέχρι του τελευταίου εκείνου αδύτου των Αυτοκρατόρων. Οι φίλοι των εικόνων συνέτριψαν την σαρκοφάγον, την περικλείουσαν Κωνσταντίνον τον Κοπρώνυμον, και την κόνιν αυτού εσκόρπισαν εις τον αέρα. Το ίδιον έκαμαν και οι Γάλλοι κατά των Βασιλέων των μετά αιώνας. Από του Αυτοκράτορος Αλεξίου Αγγέλου ήρχισεν η καταστροφή του θαυμαστού αυτού κειμηλίου της Αυτοκρατορικής νεκροπόλεως του Βυζαντίου. Ούτος απεγύμνωσε τους τάφους από τα πολύτιμα κοσμήματά των, εσύλησε τα μαυσωλεία των προκατόχων του, δια να εξαγοράση παρά των Λατίνων Σταυροφόρων την ειρήνην. Την 13ην προς την 14ην Απριλίου του 1204, κυριεύσαντες ούτοι την Κωνσταντινούπολη, συνέτριψαν εν τη βαρβάρω λύσση των τα πλείστα των περικαλλών αυτών Αυτοκρατορικών μνημείων. Την 29ην δε Μαΐου, την «αποφράδα», οι φανατικοί δερβίσαι Μωάμεθ του Κατακτητού συνεπλήρωσαν την καταστροφήν. Ο Κριτόβουλος σημειώνει, ότι πλήθος δερβισσών ησχολείτο μανιωδώς επί 14 συνεχείς ώρας εις το να καταστρέψη δια σιδηρών ροπάλων και τα εναπομείναντα άθικτα μαρμάρινα καλλιτεχνήματα των τάφων, και εκείνα, των οποίων την καταστροφήν δεν είχον φέρει εις πλήρες πέρας οι προηγηθέντες και χειρότεροι των κατακτηταί!

Εν τούτοις ο Ιταλός Βουοδελμόντιος λέγει, ότι είδε κατόπιν εις το νεκροταφείον αυτό ακέραια μνημεία εκ πορφυρίτου λίθου, ακέραια ως προς την λεκάνην αυτών, μεταξύ των οποίων και το του Μ. Κωνσταντίνου. Αληθές είνε ότι τινές των σαρκοφάγων περιεσώθησαν κατά το κύριον αυτών σώμα, ως θα ίδωμεν. Οπωσδήποτε όμως δεν θεωρούνται γνήσιαι, αι εν τω Βατικανώ αποκείμεναι του Κωνσταντίνου και της Ελένης.

*
* *

ΕΙΣ ΑΣΒΕΣΤΟΝ υπό των καταστροφέων μετεποιήθησαν τα κειμηλιώδη αυτά καλλιτεχνήματα, «τα εκ μαρμάρου άργυρον περιβεβλημένου, εκ τορνευτού πορφυρίτου, εκ ποικιλωτάτου και σπανιωτάτου γρανίτου»· τεμάχια αυτών εχρησιμοποιήθησαν εις κτίσεις οικιών. Συναπωλέσθησαν και αι «πελώριαι» επιτύμβιοι πλάκες, αι «σχήμα στέγης έχουσαι». Εις τον γείσον μιας από αυτάς, επί της λεκάνης της σαρκοφάγου Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου ορθουμένης, ο Άγιος Ιγνάτιος ο Πατριάρχης, υιός Αυτοκράτορος, αφού ενεκλείσθη πρότερον επί 15 ημέρας μέσα εις το κύτος της σαρκοφάγου του μνημείου, απετέθη υπό των βασανιστών του, φέρων μεγάλα βάρη από των ποδών του κρεμάμενα. Ούτε να φάγη, ούτε να πίη του έδωκαν, ούτε να κοιμηθή τον αφήκαν καθ' όλον το διάστημα της εγκαθείρξεως του αυτής εις ένα τάφον! Ο περίβολος του ναού ήτο διαρρυθμισμένος κατά στοάς μεγαλοπρεπεστάτας, κατά μήκος δε των στοών ευρίσκοντο μεμονωμένα μαυσωλεία βασιλέων και Πατριαρχών.

Εις την εξωτερικήν αυλήν του Ναού της Αγίας Ειρήνης ευρίσκονται αποτεθειμέναι Αυτοκρατορικαί σαρκοφάγοι — ήτοι αι λεκάναι, τα κύτη των μνημείων, άρτιαι οπωσδήποτε. Δύο, εκ των οποίων η μία ακεραία, είνε από πορφυρίτην λίθον. Εις την εσωτερικήν αυλήν ευρίσκεται άλλη μικροτέρα, από πράσινον αρχαίον λίθον. Είνε όλαι εντελώς γυμναί των πολυτιμοτάτων αυτών περικαλυμμάτων. Μεγάλοι Βυζαντιακοί σταυροί και μονογράμματα του Χριστού υπάρχουν επ' αυτών. Μία δε ωοειδής. Λέγεται ότι είνε αι δεχθείσαι τους νεκρούς των βασιλέων Κωνσταντίνου του Α', Κώνσταντος του Β', Ιουλιανού του Παραβάτου, Θεοδοσίου του Μεγάλου, Αρκαδίου, Μαρκιανού και της Πουλχερίας.

Προ του τεμένους Ζερέκ, του πάλαι ποτέ ναού του Παντοκράτορος, του ενδόξου και αρχαίου — ο Πασπάτης υποστηρίζει ότι ο ναός ούτος είνε ο σημερινός του Αγίου Θεοδώρου του Τίρωνος, — εις τον οποίον ετάφη ο Αυτοκράτωρ Μανουήλ ο Α' και τρεις του οίκου αυτού Αυτοκράτειραι, υπάρχει μεγάλη σαρκοφάγος από πράσινον πολύστικτον λίθον, με σταυρόν εις τας τέσσαρας όψεις. Τώρα χρησιμεύει ως δεξαμενή δια τας θρησκευτικάς πλύσεις των Μωαμεθανών.

Θεωρείται πιθανόν, ότι έκλειε τον νεκρόν της Ειρήνης, της «μεγίστης των βασιλισσών της Ανατολής». Δύο ή τρεις σαρκοφάγοι Βασιλικαί ευρίσκονται και εις συνοικίας της Κωνσταντινουπόλεως. Εξαιρετικώς περιγράφεται από τους χρονογράφους του Βυζαντίου το μαυσωλείον του Βασιλέως Λέοντος ΣΤ' του Σοφού. «Ήτον από μάρμαρον που ευρίσκεται παρά τον Σαγγάριον ποταμόν της Βιθυνίας. Αυτό το μάρμαρον ήτο κατάστικτον την μορφήν, δηλαδή εφαίνετο σαν κεντημένο φυσικά, το χρώμα ήτον αίμα μοναχό — ήτον ακριβώς σαν πνεύμονας ανθρώπου, το έπιανες και δεν επίστευες ότι είνε λίθος».

*
* *

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ επίλογος, σημαντικώτερος διά τον αναγνώστην από την περιγραφήν του τρομερού αυτού βασιλικού δράματος, είνε απαραίτητος: «Το αίμα του θείου ανδρός έπεσεν επί τους φονείς αυτού», λέγει Ματθαίος ο Εδέσσης. Λέων ο Διάκονος σημειώνει: «Ουδείς των φονέων απήλαυσεν εν ειρήνη των καρπών του αδικήματος». Τον μυστηριώδη και βίαιον θάνατον του Τσιμισκή θα ίδωμεν, ως και την τύχην της Θεοφανούς, η οποία αποδιωχθείσα αμέσως σχεδόν από τα Ανάκτορα υπό του αρνηθέντος να την συζευχθή συνενόχου και εραστού της Τσιμισκή, επλανάτο μεταφερομένη από μοναστηρίου εις μοναστήριον, «μέχρι και των εσχατιών της Αρμενίας». Ο Λέων Βαλάντης, ο αμείλικτος, εθανατώθη αμέσως, «ως πρώτος πλήξας τον Νικηφόρον». Εις αυτόν, ως εις αποδιοπομπαίον τράγον, έπεσαν αι αμαρτίαι όλων των άλλων· ο Τσιμισκής δεν ηδυνήθη, ή δεν ηθέλησε να τον σώση.

Πενήντα επτά ετών εσφαγιάσθη ο Νικηφόρος, αφού κατασυνέτριψε τους τρομερωτάτους των τότε πολεμίων της Αυτοκρατορίας και της Χριστιανωσύνης, τους Σαρακηνούς, διά το οποίον και «σφύρα των Σαρακηνών» ωνομάσθη, αφού έθηκε «φοβερά όρια εις τα Βυζαντινά θέματα της Μικράς Ασίας και ωργάνωσε τον στρατόν εις βαθμόν άγνωστου μέχρι του νυν δυνάμεως και τελειότητος».

Ο Μωαμεθανικός κόσμος επανηγύρισε την εξολόθρευσίν του, οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι ηλάλαξαν εκ χαράς και ητοιμάσθησαν διά να καταλύσουν το Βυζαντινόν κράτος εις την Ευρώπην, αλλά την έπαθαν ελεεινότατα από τον Τσιμισκήν. «Τους εξετίναξε κατά τρόπον, όπου η Ιστορία ούτε παρουσίασεν, ούτε θα παρουσιάση ποτέ, τον επίστευσαν μυθικόν, υπερφυσικόν πρόσωπον, τους κατετάραξε, τους έκαμε να χάσουν την ιδέαν ότι είνε άνθρωποι», σημειώνει με αγαλλίασιν ο Βυζαντινός χρονογράφος.

Οι Σαρακηνοί ποιηταί εξύμνησαν τον Φωκάν, τιμώντες την υπεράνθρωπον ανδρείαν του και την στρατηγικότητα, η οποία τους εξεμηδένισεν.

Είνε γνωστά τα περίφημα δημώδη Ελληνικά άσματα, τα αναγόμενα εις πολεμικά κατορθώματα των προγόνων μας του Μεσαιώνος, τα του Ηρωικού κύκλου. Ταύτα είνε γνωστά και υπό την ονομασίαν «Δημώδη Ελληνικά άσματα του Α κ ρ ι τ ι κ ο ύ κύκλου», επειδή έχουν ως κεντρικόν ήρωα τον περιλάλητον Διγενήν Ακρίταν, το υπερφυσικόν αυτό ως προς την σωματικήν δύναμιν και την τρομεράν γενναιότητα δημιούργημα της λαϊκής Ελληνικής φαντασίας, οπού τινά εκ των ασμάτων τούτων τον παρουσιάζουν παλαίοντα σώμα προς σώμα και με τον Χάρον. Ο μέγας Έλλην λαογράφος Νικόλαος Πολίτης, εν ομιλία του εις το Πανεπιστήμιον «Το εθνικόν των Ελλήνων έπος», δημοσιευθείση εις την «Λαογραφίαν», αποδεικνύει ότι τα άσματα αυτά του Ακριτικού κύκλου έχουσιν αφετηρίαν των τον 10ον αιώνα, τους επικούς και φονικωτάτους πολυετείς πολέμους των ημετέρων προς τους Σαρακηνούς, τους Άραβας, διεξαχθέντας κυρίως από τον Νικηφόρον, ως και τον Τσιμισκήν και τον Βουλγαροκτόνον. Θεωρείται πιθανόν ότι υπό τον Διγενήν Ακρίταν κρύπτει η λαϊκή φαντασία τον Νικηφόρον τον Φωκάν.

Προς τούτοις, το περί Πορφυρίου δημώδες άσμα, το Κεφαλληνιακόν άσμα «των υιών του Ανδρονίκου», είνε μακρυνή απήχησις του επικού κύκλου, ο οποίος εδημιουργήθη από τα μεγάλα κατά των Σαρακηνών κατορθώματα του Νικηφόρου, του «πρωταθλητού εν τη αμύνη της πίστεως, της οποίας το κοσμοϊστορικόν οικοδόμημα, σοφίας και κάλλους καρπός, εκ θεμελίων διεσείσθη από την Μωαμεθανικήν θύελλαν!»

Η Βουλγαρική δημώδης λογοτεχνία, περιλαμβάνουσα και σχετικά αποσπάσματα δημωδών Ελληνικών ασμάτων, εκθέτει τα πολεμικά κατορθώματα του Νικηφόρου, διεκτραγωδεί τας δυστυχίας του. Εν παραλλαγή περιεργοτάτη εκτίθεται εν αυτή η περί του σκληρού τέλους του Ελληνική ιστορική παράδοσις.

Ιωάννης ο Μαυρόπους, ο γνωστός ως Επίσκοπος Ευχαΐτων και Μητροπολίτης Μελιτηνής, συνέθεσε συγκινητικώτατον, ωραίον τω όντι διά την απλότητα και το βαθύ πάθος, επίγραμμα εις τον Νικηφόρον το οποίον εχαράχθη επί του τάφου του. Αξίζει να το παραθέσωμεν, διότι απηχεί όλην την τρομεράν απορίαν, την τραγικήν οδύνην του Γένους, επί τη εξαφανίσει του πανευκλεούς Νικηφόρου, του Τρισμεγίστου, υπό τας πτέρυγας του οποίου ετήρησε την ύπαρξιν και την συνείδησιν το μέγα Γένος των Ρωμαίων, η Ελληνική φυλή, «διαποντισθείσα από τον αντίχριστον Σαρακηνόν και τον βαρβαρώτατον Σκύθην». Ιδού ο τραγικός αυτός γόος:

«Εδώ ευρίσκεται εκμηδενισμένος ο Νικηφόρος . . . Αυτός, που είχε περιλάβει εις το Κράτος του όλην την έκτασιν της γης, τώρα, ως μικρός, μικρόν μέρος αυτής κατοικεί. Αυτόν, όπου και τα θηρία τον εσέβοντο, τον εξόντωσαν ως ένα κοινόν άνθρωπον . . . Κοιμάται τώρα βαθειά εις τον τάφον ο μη γνωρίσας ποτέ ανάπαυσιν, ενόσω έζη! Θέαμα πικρόν . . . Αλλά εγέρθητι τώρα, Βασιλεύ, αναμένουν να τους οδηγήσης οι πεζοί σου, οι ιππόται σου, οι τοξοκράται σου, το στράτευμά σου όλον, αι φάλαγγες, τα τάγματα. Τα Σκυθικά θηρία λυσσώσιν εναντίον μας, έπνιξαν εις το αίμα τους λαούς μας, ενόσω όμως έβλεπες το φως του ηλίου, έτρεμον και την εικόνα σον εάν ητένιζον! Βασιλεύ μεγάλε, άκουσε τον θρήνον μου! Ανατίναξε τον νεκρικόν λίθον, που σε κρατεί εις τα πτέρνα της γης, και ανάστηθι να διώξης τα θηρία των Εθνών. Εξύπνησε, διά να θεμελιώσης την Αγίαν Αυτοκρατορίαν σου εις βάσιν, που δεν θα σαλευθή ποτέ, να την περιφράξης με την δύναμίν σου από τον ωκεανόν των βαρβάρων! Εάν δε δεν γίνεται να σε ίδωμεν ανακύπτοντα από τον τάφον σου, βόησον τουλάχιστον από τα έγκατα της γης εναντίον των απίστων ίσως και με μόνην την φωνήν σου τους διασκορπίσης. Και αν δεν ημπορή να γείνη αυτό, τότε κρύψε μας όλους εις το μνήμα σου! Διότι και ο νεκρός σου μόνος θα είνε ικανός να σώση τα πλήθη των πιστευόντων εις τον Χριστόν, των βαπτισμένων εις το όνομά του. Συ υπήρξες ο εις όλα Νικηφόρος, ο οποίος μόνον υπό γυναίκα ενικήθης!».

Απηχεί η φιλολογία των εθνών της Ανατολής από τα πολεμικά κατορθώματα του Νικηφόρου. Τον διεξεδίκησαν δε και εκείνοι τους οποίους συνέτριψεν. Ο Αβούς Μαχασάν, ο Άραψ, γράφει, ότι κανείς δεν δύναται να παραβληθή προς αυτόν από της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και ότι δεν ήτο Έλλην, «ήτον υιός Μουσουλμάνου από την Ταρσόν, γνωστού, του Ιβν Ελ Κασσάς»!

Ολόκληρος εκκλησιαστική ακολουθία συνετάχθη διά τον Νικηφόρον από θαυμαστήν του κληρικόν.

Λέγει ένα τροπάριον από αυτήν:

Στρατιώτην τα όπλα σε,
Στρατηγόν η παράταξις,
Βασιλέα κράτιστον το διάδημα,
Αλλ' ασκητήν οι αγώνες σε,
Τα άθλα δε μάρτυρα
Καταγγέλλουσι τρανώς.
Νικηφόρε, τοις πέρασιν.
Όθεν ήθροισται
Η τιμώσα σε πόλις,
Ευφημούσα τους αγώνας και την νίκην.
Και το μακάριον τέλος σου.

Δηλαδή: Η μάχη στρατιώτην, ο πόλεμος στρατηγόν, ο Θρόνος Βασιλέα άριστον, αλλά οι αγώνες σου υπέρ της αρετής ασκητήν, και τα παθήματα μάρτυρα σε διαλαλούσι, Νικηφόρε, εις τα πέρατα του κόσμου. Διά τούτο είνε συνηθροισμένη και η τιμώσα την μνήμην σου πόλις, δοξάζουσα τους αγώνας σου και την νίκην σου εν πάση αρετή, και το μακάριον τέλος σου.

Η όλη εικών, δράσις και ψυχικότης του Νικηφόρου διαγράφεται εις τον τόμον της Ε. Ε., τον υπό τον τίτλον «Ο Τρισμέγιστος», τα κατά το τέλος όμως αυτού, αποτελούντα το περιθώριον ούτως ειπείν της περί αυτού ιστοριογραφίας, ανήκον ενταύθα. Ο «Εωσφόρος», ο «Αετός» και ο «Τρισμέγιστος», ήτοι ο Τσιμισκής, ο Βουλγαροκτόνος και ο Φωκάς, είνε η τριλογική σελίς εκ του Βυζαντινού μέρους της Ε. Ε.

Β'.
'ΑΝΩ ΣΧΩΜΕΝ ΤΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ!'

Α

ΑΦΗΚΑΜΕΝ τον Τσιμισκήν, σπεύδοντα από τον Βουκολέοντα διά των αιμάτων και της βοής προς την μεγάλην αίθουσαν του θρόνου εν τω Ιερώ Παλατίω, το Χρυσοτρίκλινον, διά να προφθάση ν' αναγορευθή Βασιλεύς. Εκεί θα συνεκέντρουν εκ των αγυιών και των συνοικιών τα πλήθη οι κυριώτατοι εκ των προμεμυημένων εις το έργον οπαδών του, όπως τον ανευφημήσουν, κατά τα κρατούντα, ως Αυτοκράτορα, πριν ή λάβη το κράτος της επί του χρόνου η επομένη ημέρα και ευρεθή ούτως η πόλις προ τετελεσμένου γεγονότος. Η κατατρόπωσις των Βαράγγων εις τον Βουκολέοντα από τους λυσσώντας συνωμότας, η εντύπωσις εκ της επιδείξεως από τα ύψη του Πύργου της αιμοσταγούς κεφαλής του Νικηφόρου προς τον συγκεντρωθέντα κάτωθεν λαόν και στρατόν, η τρομοκράτησις των αστών από τας διαδόσεις περί του ανηκούστου εγκλήματος, αστραπιαίως κυκλοφορησάσας ανά τας εγγυτέρω συνοικίας, αι οποίαι τους εκράτησαν εντός των οικιών των μέχρις ότου την επομένην ημέραν επληροφορήθησαν καλά ότι έληξεν οριστικώς η όλη υπόθεσις· η αναξιότης και η ατολμία των επιλέκτων οπαδών και των οικείων του Νικηφόρου — είχον ήδη εξασφαλίσει κατά το μέγιστον μέρος την ικανοποίησιν της φιλοδοξίας του Τσιμισκή. Αλλά η Κωνσταντινούπολις ήτον η πόλις των μεγάλων απροόπτων, και κατ' αυτάς τας τελευταίας ακόμη στιγμάς. Ο δε Τσιμισκής δεν ήτον από τους ανθρώπους που δύνανται να ηττηθούν εις ένα σοβαρόν ζήτημα από έλλειψιν προνοίας. «Ίσην τη ρώμη την γνώμην είχεν». Όθεν, συμφώνως με τας απ' αρχής προσυνεννοήσεις, οι άνθρωποί του, οι μη μετάσχοντες εις την εκτέλεσιν συνωμόται, αλλ' αναμένοντες εκ του ασφαλούς την ευτυχή περάτωσιν της δολοφονίας του Αυτοκράτορος, μόλις συνετελέσθη αύτη, διεσπάρησαν ανά τας κεντρικάς συνοικίας και οδούς της πόλεως, ανά τας πλατείας και τας αγοράς, με τα στίφη των στρατολογημένων μπράβων και των «ιδικών» των, πανόπλων και λαμπαδηφορούντων, και από «τριόδου εις τρίοδον» ανέκραζον: «Ιωάννης Αύγουστος, Βασιλεύς Ρωμαίων!» «Λογάδων ανδρών πλήθος, διά των αγυιών του Άστεως διερχόμενον, Αυτοκράτορα Ρωμαίων Ιωάννην, συν τοις ήδη βασιλεύσαντος Ρωμανού παισίν, ανηγόρευον» — επισημειοί Λέων ο Διάκονος. «Στίφη οπαδών του Τσιμισκή εξώρμων δαδοφορούντα, ανακράζοντα κλπ.» μνημονεύει έτερος χρονογράφος.

Τας διαδηλώσεις ταύτας παρηκολούθει εξ αποστάσεως ο περίφημος Βασίλειος ο «Παρακοιμώμενος» — ήτοι Αρχιθαλαμηπόλος — ο «Βίσμαρκ του Μεσαιωνικού Ελληνισμού», ως τον απεκάλεσαν οι ιστορικοί, ο «Πρίγκηψ», νόθος υιός του Βασιλέως Ρωμανού του Λεκαπηνού εκ Σκυθίδος δούλης, Πρωτοπρόεδρος ή Πρόεδρος της Συγκλήτου. Παρηκολούθει τας ομάδας των ανθρώπων του Τσιμισκή, διευθύνων πολύν αριθμόν εξ αποφασιστικών ανδρών, ανακηρυσσόντων επίσης τους τρεις Βασιλείς. Με τον άνθρωπον αυτόν, ο οποίος είχε μεγίστην επίδρασιν εις τας τύχας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί σειράν ετών, θα ασχοληθώμεν ιδιαιτέρως εν τη αναπτύξει των κατορθωμάτων και της διοικήσεως του Τσιμισκή. Ο Νικηφόρος τον είχε περιαγάγει εις αφάνειαν, μη ανεχόμενος ευκόλως ανθρώπους επικινδύνου αξίας, ή εγωιστικής εκδηλώσεως. Ο Βασίλειος μετέσχε της συνωμοσίας ως μαρτυρεί Λέων ο Διάκονος — πνέων μένεα διά την παραγκώνισίν του. Η συμμετοχή του ήτο μυστικωτάτη και λίαν επιφυλακτική. Προκειμένου να αποτολμηθή η απόπειρα, προσεποιήθη τον βαρέως ασθενή. Υπελόγιζε και επί αποτυχίας του τολμήματος. Όταν όμως έμαθε το αποτέλεσμα, αποκατέστη αμέσως η υγεία του, και, σπεύσας αυτοστιγμεί, «ήθροισε τον όχλον των οικετών αυτού» — δηλ. συνεκέντρωσε το πλήθος των ανθρώπων του — διότι δεν εννοούσε να προχωρήση και να παγιωθή η μεταπολίτευσις, χωρίς να είνε πρώτος και καλλίτερος αναμεμιγμένος και αυτός. Και εκ των πρώτων ενίσχυσε μετά των οπαδών του κατά την απαισίαν εκείνην νύκτα τον απογνωστικόν και κακούργον αγώνα του Τσιμισκή.

Ιδού κατά το άνοιγμα της ημέρας, οπού έμπαινεν εις την θέσιν του αθανάτου της νυκτός, συγκεντρωμέναι αι ορδαί των απειραρίθμων πλέον οπαδών του Τσιμισκή — και ποίος ηδύνατο να ορθωθή απέναντί των και εναντίον των, αφού η πλειονότης των πολιτών κατέστη πανικόβλητος και η Νικηφορική μερίς ανανδροτάτη; — αναμίξ μετά σωμάτων στρατού, περικυκλούσαι το Ιερόν Παλάτιον, πλημυρρούσαι αυτό εντός, αναμένουσαι να επευφημήσουν τον Αρχηγόν και δολοφόνον ως «Αυτοκράτορα της Ανατολής, Αύγουστον, Βασιλέα των Ρωμαίων!»

Ευρεία και μεγαλοπρεπεστάτη αίθουσα ην το «Χρυσοτρίκλινον», η περιλάλητος μεγάλη αίθουσα του Θρόνου των Αυτοκρατόρων της Νέας Ρώμης.

Εις άλλην ευκαιρίαν θα δώσωμεν εικόνα της λαμπρότητος και του αμυθήτου καλλιτεχνικού πλούτου αυτής. Πριν ή επιλάμψη ο ήλιος επί την πρωτεύουσαν, ο Τσιμισκής είχεν ανευφημηθή ενθουσιωδέστατα εν τω Χρυσοτρικλίνω, είχεν ανακηρυχθή υπό του στρατού και του λαού, προσαγορευθείς «Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, Κραταιότατος Βασιλεύς», υπό την φωνήν της καθιερωμένης ευχής: «Μακρά τα έτη της βασιλείας σου, πολλά τα έτη. Μακρά τα έτη της ζωής Τσιμισκή του Αυγούστου, πολλά τα έτη της ζωής του αηττήτου Βασιλέως, ον φυλάττοι Κύριος!» Χωρίς να χάση στιγμήν ο Τσιμισκής έσπευσε να συνεννοηθή με τον Πρόεδρον Βασίλειον διά την ρύθμισιν της νέας καταστάσεως, να εξασφαλισθή διά μέτρων συντόνων και αυστηρών από τους επικινδύνους εχθρούς του, και να αναλάβη υπό την στιβαρωτάτην χείρα του την διαχείρισιν της Αυτοκρατορίας, διά την οποίαν μέγιστοι κίνδυνοι εσημειούντο από Βορρά εκ των Σλαύων. Τους επικούς, τους μυθιστορικούς αληθώς, αγώνας του κατά του στοιχείου τούτου θ' αποθαυμάσωμεν εν τη συνεχεία.

Μετά επταήμερον ο Τσιμισκής εζήτησεν από τον Πατριάρχην να στεφθή εν τη Αγία Σοφία, το οποίον ισοδυναμεί με την «ισαπόστολον» ανακήρυξιν, διά να λάβη κύρος ιστορικόν η βασιλεία του και να επιβληθή εις την συνείδησιν του λαού. Αλλά ο Πατριάρχης Πολύευκτος, εναρετώτατος και αυστηρότατος, του απήντησεν: «Έβαψες τας χείρας σου εις ένδοξον αίμα. Πρέπει να μετανοήσης, να εξαγνισθής, να αποδείξης ότι δεν μετέσχες εις την δολοφονίαν του Νικηφόρου, να παραδώσης τους ενόχους, άλλως δεν θα εισέλθης εις τον άγιον χώρον. Ανάγκη και ν' αποδιώξης από το Ιερόν Παλάτιον την μοιχαλίδα και εναγή, η οποία εσχεδίασε και διηύθυνε το έγκλημα, την πρώτην ένοχον». Κατόπιν του επέβαλε και τον όρον να κηρύξη ακύρους τας διατάξεις του Νικηφόρου — την «Νεαράν» — διά της οποίας ενομοθετούντο επεμβάσεις της Πολιτείας εις καθαρώς Εκκλησιαστικά ζητήματα, και να διαθέση όλην την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν του αφ' ενός υπέρ των πτωχών των περιχώρων της πρωτευούσης, αφ' ετέρου προς επέκτασιν ενός των μεγαλειτέρων ξενώνων αυτής.

Ο Τσιμισκής ενέδωκεν, εκών άκων, εις όλα ταύτα, η Θεοφανώ εξωρίσθη εις την νήσον Πρώτην, κατήγγειλεν ως μόνον εκτελεστήν του φόνου τον Λέοντα Βαλάντην κλπ., και εστέφθη την 25ην Δεκεμβρίου.

*
* *

ΙΔΟΥ ο Τσιμισκής ετοιμαζόμενος εις επίθεσιν κατά των Βουλγάρων και των Ρώσων, οίτινες ηπείλουν και αυτήν την Κωνσταντινούπολη, αφού έστειλεν εις την Ανατολήν κατά των Μωαμεθανών τον Πατρίκιον Νικόλαον. Διότι η εξαφάνισις του Νικηφόρου έδωκε το σύνθημα αγρίας κινήσεως μεταξύ των περιστοιχούντων το Κράτος βαρβάρων προς ολεθρίους εισβολάς.

Οι Ρώσοι, καταλαβόντες την Βουλγαρίαν, ήσαν εστρατοπεδευμένοι εις τας υπωρείας του Αίμου, εις απόστασιν ολιγίστων ημερών από της πρωτευούσης. Μέγιστος ήτον ο Ρωσικός στρατός, όστις είχε κληθή παρά του Νικηφόρου διά να επιρριφθή κατά της Βουλγαρίας, αλλά ήδη εστρέφετο κατά των προσκαλεσάντων αυτόν και συμμάχων, αφού πρώτον διά πυρός και σιδήρου κατέλαβεν όλην την πέραν του Αίμου χώραν. Ο ορμητικώτατος ηγεμών των Ρώσων Σβιατοσλαύος μόνον ένεκα του χειμώνος είχεν αναστείλει την προέλασίν του προς την Θράκην και Μακεδονίαν. Ο Νικηφόρος, διά ν' αποτρέψη τον κίνδυνον, είχεν οργανώσει κατά τους τελευταίους μήνας της βασιλείας του την άμυναν της Κων)πόλεως και ητοιμάζετο εις εκστρατείαν κατά των Ρώσων. Ήσαν δε πολεμικώτατοι και αγριώτατοι οι Ρώσοι εκείνοι πολεμισταί, «μεγαλόσωμοι και έκπαγλοι την θέαν», οι πρώτοι φοβεροί εξ Ευρώπης αντίπαλοι που αντιμετώπιζον το Βυζάντιον και προσήρχοντο εις επιδρομήν κατ' αυτού. Τον Μάρτιον του 970 η είδησις ότι οι Βουλγαρορώσοι είχον υπερβή αιφνιδίως τον Αίμον και ώρμησαν κατά της Φιλιππουπόλεως, μεγάλης και ισχυράς πόλεως, «πνίξαντες αυτόν εις φρικώδες λουτρόν αίματος», συνετάραξε την πρωτεύουσαν. 20,000 υπερασπιστάς της Φιλιππουπόλεως συλλαβόντες οι λυσσαλέοι ούτοι εχθροί αιχμαλώτους, τους ανεσκολόπισαν επί γραμμής πασσάλων, μέρος δε απηγχόνισαν. Ολίγον απείχε το όριον της Αυτοκρατορίας, διερχόμενον τότε μεταξύ Φιλιππουπόλεως και Αδριανουπόλεως. Πεδιάς μόνον, σχεδόν ανυπεράσπιστος, εχώριζε τους πολεμίους από της πρωτευούσης. Εις την επιδρομήν αυτήν και τα εκ ταύτης δεινά αναφέρονται οι στίχοι του επιτυμβίου του Νικηφόρου, το οποίον παρεθέσαμεν. Ο Σβιατοσλαύος έσυρε μαζύ του και αμέτρητα στίφη Ούγγρων, Πατσινακών.

Ουδείς ήλπιζε σωτηρίαν, εκλείψαντος του αηττήτου Νικηφόρου — και την απελπισίαν ταύτην διερμηνεύει χαρακτηριστικώτατα το επιτάφιον εκείνο ποιητικόν επίγραμμα.

Ο Τσιμισκής έστειλε πρώτον διαγγελείς — «βασιλικούς» — προς τον Σβιατοσλαύον, οι οποίοι εντονώτατα του είπον εξ ονόματος του: «Ο προκάτοχός μου σε εκάλεσεν εις τας χώρας αυτάς, ίνα τη βοηθεία σου καταβάλη τους Βουλγάρους. Θα πληρωθής διά τας υπηρεσίας σου. Ετοιμάσου όθεν να επιστρέψης αμέσως εις τον Κιμμέριον Βόσπορον, την πατρίδα σου, και να εκκενώσης τας χώρας που κατέλαβες, να εκκενώσης την Μοισίαν (3) , η οποία πάντοτε υπήρξεν απόμοιρα (4) της Μακεδονίας».

Ο Σβιατοσλαύος εξηγριώθη. Μετά την φρικτήν άλωσιν της Φιλιππουπόλεως, όλαι αι πόλεις και αι κώμαι της Θράκης υπετάγησαν αλληλοδιαδόχως, αι σλαυικαί προφυλακαί είχον προελάσει εγγύτατα της Κων)πόλεως. Απήντησεν ότι συμφωνεί εις την εκκένωσιν μόνον των χωρών της Θράκης, τας οποίας τελευταίον είχε καταλάβει, αφού όμως λάβη πρώτον αδρότατα λύτρα διά να τας παραδώση, ως και διά ν' αποδώση τους πολυπληθείς αιχμαλώτους. Αλλά ότι την προς βορράν χώραν, από του Αίμου μέχρι του Δουνάβεως, διά παντός θα διατηρήση, δηλαδή την παραδουνάβειον Βουλγαρίαν. Προσέθεσε δε: «Εάν, ω Βασιλεύ των Ρωμαίων, απορρίψης τας προτάσεις μου, το καλλίτερον που έχεις να κάμης είνε να εγκαταλείψης οριστικώς μετά των υπηκόων σου την Ευρώπην, όπου μόνον οι Βούλγαροι και οι Σλαύοι έχουν δικαίωμα να κατοικούν. Φύγετε εις την Ασίαν και άφετέ μας την Κων)πολιν».

Τότε εξεμάνη ο Τσιμισκής. Αλλά ήτο και πονηρότατος, και διά να κερδίση χρόνον, έστειλε πάλιν πρεσβευτάς προς τον Σβιατοσλαύον, οι οποίοι του είπαν: «Δεν θέλομεν να καταλύσωμεν πρώτοι ημείς την ειρήνην που οι πατέρες μας τη χάριτι του Θεού άθικτον μας εκληροδότησαν. Διότι πιστεύομεν ότι Θεία Πρόνοια το παν διευθύνει και πρεσβεύομεν τους νόμους των χριστιανών. Διά τούτο σας προτρέπομεν και σας συμβουλεύομεν ως φίλους να φύγετε αμέσως από τας χώρας αυτάς, αι οποίαι ουδόλως σας ανήκουν, χωρίς βραδύτητα και αναβολήν, έχοντες υπ' όψιν ότι, αν δεν συμμορφωθήτε προς την σωτήριον ταύτην συμβουλήν, ουχί ημείς, αλλά σεις θα είσθε οι ανατροπείς των ανέκαθεν συνωμολογημένων συνθηκών. Και μη νομίσετε ότι μας πτοεί τίποτε, διότι έχομεν πεποίθησιν εν Χριστώ τω αθανάτω Θεώ, ότι ασφαλώς, αλλά και σκληρώς, θα εκδιωχθήτε παρ' ημών, εάν δεν φύγετε εκουσίως. Μη λησμονείς τας συμφοράς του πατρός σου Ιγώρ, όστις αθετήσας τους με την Αγίαν Αυτοκρατορίαν ημών όρκους και συνθήκας και μετά μεγάλης δυνάμεως και απειραρίθμου στόλου κατά της πρωτευούσης ημών επελθών, μόλις διεσώθη με 10 λέμβους εις τον Κιμμέριον Βόσπορον, αυτός ούτος των ιδίων συμφορών άγγελος γενόμενος (5) . Παραλείπω τον οικτρότατον αυτού θάνατον, ότε, κατά των Γερμανών εκστρατεύσας και συλληφθείς, εις στελέχη προσεδέθη δένδρων και εις δύο εμερίσθη. Και συ λοιπόν δεν θα επανίδης την πατρίδα σου, εάν με αναγκάσης να υψώσω τα όπλα, αλλά θα εξαφανισθής πανστρατιά εν τη χώρα ταύτη, κατά τρόπον τοιούτον, ώστε ούτε καν λέμβος θα περισωθή διά ν' αναγγείλη εις την Σκυθίαν την συμφοράν».

«Τη βαρβαρική μανία και απονοία φερόμενος» εκ των συστάσεων αυτών του Αυτοκράτορος ο Σβιατοσλαύος, απήντησεν: «Ας μη λάβη τον κόπον ο Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων να έλθη μέχρι της χώρας ταύτης, δεν υπάρχει ανάγκη. Διότι ημείς οι ίδιοι όσον ούπω θα πήξωμεν τας σκηνάς μας προ των πυλών του Βυζαντίου και δι' ισχυρού χαρακώματος θα περιβάλωμεν την πόλιν, εξελθόντα δε εξ αυτής τον Βασιλέα, εάν ποτέ δυνηθή να εγκαρτερήση εις τον μέγαν τούτον αγώνα, γενναίως θα τον υποδεχθώμεν και θα τω δείξωμεν εμπράκτως, ότι δεν είμεθα τυχαίοι τινές αποχειροβίωτοι βάναυσοι, αλλά άνδρες αιμάτων, διά των όπλων τους εχθρούς καταβάλλοντες. Τρομερά πλανάται ο Βασιλεύς, εάν νομίζη ότι η σλαυική δύναμις είνε ομοία με την των αβροδιαίτων γυναίων και ότι δύναται να εκφοβίση ημάς διά τοιούτων απειλών, ως τα υπό τους μαστούς βρέφη διά μορμολυκείων».

Η σπουδαιοτέρα εν τω Μεσαιώνι εκδήλωσις των Ρωσικών βλέψεων, των καθόλου Σλαυικών βλέψεων, επί της Βασιλίδος των πόλεων ήτο η διά της εκστρατείας αυτής γενομένη. Είνε βαθυτάτης σημαντικότατος διά τον Ελληνισμόν η μελέτη της εξελίξεως των Βουλγαροσλαυικών επιδρομών εις την Θράκην και την Μακεδονίαν, των δύο τούτων λεωφόρων προς την Κων)πολιν και κοσμοϊστορικών χωρών. Το Ελληνο-Βουλγαροσλαυικόν ζήτημα είνε ακριβώς εν τω Μεσαιώνι και νυν ό,τι ήτον εν τη αρχαιότητι το Ελληνο-Περσικόν [της κυρίως δηλ. Ελλάδος μετά των εν Μ. Ασία αποικιών αφ' ενός και των Περσών αφ' ετέρου, κατόπιν δε της Μακεδονίας και των Περσών.] Είνε ό,τι ήτο κατόπιν το Ελληνο-Μωαμεθανικόν. Τουτέστι πάλη της Ελληνικής Ιδέας, της Ελληνο-χριστιανικής, προς την Ασιατικήν, την αντιανθρωπιστικήν, την αντιφιλοσοφικήν και αντικαλλιτεχνικήν. Και, δυστυχώς, εν τη Ιστορική ταύτη ανελίξει και πάλη ο Ελληνισμός, το μικρόν και πολυπαθές Ελληνικόν στοιχείον, δεν εστάλη αντιμέτωπον μόνον προς τον βάρβαρον Αφρικανισμόν, αλλά εστάθη και ίσταται αντιμέτωπον και προς τον Ευρωπαϊσμόν, προς το στοιχείον της Κεντρικής και βορείου Ευρώπης. Το ζήτημα τούτο της αντιθέτου εν τη Ιστορία στροφής του μικρού υλικώς σημείου, το οποίον κατέχει το Ελληνικόν στοιχείον, και των άλλων μεγάλων, εναλλάξ, αποτελεί την κεντρικήν γραμμήν της κινήσεως και της ανελίξεως της Ανθρωπότητος. Της κινήσεως δηλαδή και της ανελίξεως αυτής επί του εδάφους του πολιτισμού.

Ο Νικηφόρος, ο Τσιμισκής και ο Βασίλειος είνε μέγιστοι εθνικοί και πολιτικοί ηγέται εν τη αγρία, τη αδιαλλάκτω, τη υπερτέρα — ως αντιπροσωπευούση Ιδέας και Αρχάς — ταύτη πάλη, συντρίψαντες ταυτοχρόνως και αλληλοδιαδόχως και Βουλγαροσλαυισμόν εν τω Αίμω και Μωαμεθανισμόν εν Ασία, διά μαχών και θυσιών, τας οποίας δις ή τρις μόνον εγνώρισεν ο κόσμος εν τη Ιστορία. Η σύρραξις του Τσιμισκή προς τους Βουλγαροσλαύους αποτελεί αληθώς το κορύφωμα της μεσαιωνικής συγκρούσεως των δύο στοιχείων.

Ο άπληστος λοιπόν αρχηγός των εν τω Αίμω τότε Βουλγάρων και Σλαύων Σβιατοσλαύος — του οποίου την παράδοξον υπόστασιν θα σκιαγραφήσωμεν αργότερον — «δεν ηρκείτο εις τον Δούναβιν και την εμπορικήν αυτού κοιλάδα, εις την Βουλγαρίαν με το ανώμαλον αυτής έδαφος, τους ελώδεις αυχένας της, τα κλιμακωτά οροπέδια, τα απέραντα δάση της». Επόθει την Κων)πολιν, την πολύχρυσον πόλιν, την πλήρη καλλιτεχνικού πλούτου, «με την εξοχωτάτην θέσιν της, επί δύο μεγάλων θαλασσών», την γόησσαν!

Τον βαθύν τούτον πόθον του δεν είχεν αποκαλύψει έως τότε εις τας ορδάς του. Διότι αύται είχον αποκάμει, ο τρόμος δε εκ της ολοσχερούς καταστροφής του Ιγώρ, όταν λυσσαλέος απεπειράθη να αρπάση την Πόλιν από θαλάσσης, ετηρείτο αμείωτος εν ταις ψυχαίς των, από παραδόσεως. Τώρα όμως τα πράγματα είχον αλλάξει. Αι ορδαί ευρίσκοντο πλησίον της μυθικής πόλεως, η απλή και απαίδευτος φαντασία των διηγείρετο ακράτητος. Μέχρι της στιγμής είχον θριάμβους, αι λείαι ήσαν πλουσιώταται. Η διατάραξις εν Βυζαντίω εκ της αγρίας εξαφανίσεως του τρομερωτάτου Νικηφόρου ενίσχυεν αυτούς, ήλπιζον εσωτερικάς αναστατώσεις και εμφυλίους σπαραγμούς. Ο Σβιατοσλαύος εφρικία ψυχικώς φανταζόμενος ότι ήτο δυνατόν να καταλύση αυτός μίαν πανένδοξον και ισχυροτάτην Αυτοκρατορίαν, ήτις έως τότε είχεν εμπλήσει τρόμου τους λαούς της οικουμένης.

Ο προδότης και πονηρότατος Καλοκύρης, ο μνηστήρ του Βουλγαρικού θρόνου, αλλά και εις τον Βυζαντινόν αποβλέπων, διαρκώς τον προέτρεπε και τον περιέπλεκεν εις τους δολιωτάτους σκοπούς του. Τον συνεβούλευε να εγκατασταθή οριστικώς εν Βουλγαρία, τη πολύ ευκρατεστέρα και γονιμωτέρα από την Ρωσίαν, τον ώθει να κρατή αιχμαλώτους τους δύο υιούς του τελευταίου ηγεμόνος της Βουλγαρίας Βόριν και Ρωμανόν, απήτησε να εγκαθιδρυθή αυτός επί του θρόνου της Κων)πόλεως, μετά την κατάκτησιν αυτής, υποσχόμενος διαρκή συμμαχίαν της Αυτοκρατορίας και του Βουλγαροσλαυικού κράτους εν τω Αίμω.

Δεινή ήτον η θέσις της Αυτοκρατορίας από το μέρος του Βορρά. Αφ' ενός η Βουλγαρία με τον εξησκημένον κατά το Βυζαντινόν σύστημα από της εποχής του Τσάρου Συμεών στρατόν της. Αφ' ετέρου το κύμα των βαρβάρων από της Βαλτικής θαλάσσης μέχρι του Αίμου, υπό τον νέον κατακτητικόν αστέρα Σβιατοσλαύον, Βαράγγοι της Σκανδιναυίας, Ρώσοι, Σλαύοι, αι Φοινικαί ορδαί, οι Πατσινάκαι, οι Ούγγροι κλπ.

Η Βουλγαρία εξετείνετο μέχρις Αχρίδος, αι αρχαίαι Ρωμαϊκαί επαρχίαι Κροατία, Σερβία, Δαλματία, ήσαν πλέον σλαυικά στοιχεία και σλαυικαί δυνάμεις.

Εάν ηδραιούτο η καταδρομική επιχείρησις του Σβιατοσλαύου, τότε ούτος, με κέντρον των κτήσεων του την Πραισθλαύαν, θα εξηφάνιζεν από την Βαλκανικήν χερσόνησον το Βυζαντινόν Κράτος. Διότι, έχων την κυριαρχίαν του Δουνάβεως και της χερσαίας οδού, θα ηδύνατο να συγκεντρώση κατά της Κωνσταντινουπόλεως όλα τα Σκυθικά στίφη.

Αλλά, αφ' ετέρου, είχε το μέγα και εξαιρετικόν ευτύχημα η Αυτοκρατορία να ευρίσκεται τότε επί κεφαλής αυτής άνθρωπος, ο οποίος όχι μόνον ήτο μέγιστος στρατιωτικός, αλλά, εν ταυτώ, και μέγιστος πολιτικός, εκτάκτου δε και αδαμάστου ενεργητικότητος. Είνε παρατηρημένον ότι το Ελληνικόν Γένος εις όλας σχεδόν τας κρισιμωτάτας περιστάσεις του εξηρτήθη και εσώθη από ένα άνθρωπον. Ο άνθρωπος της σωτηρίας του ήτο εις την δεινοτάτην αυτήν περίστασιν ο Τσιμισκής. Εμελέτησε και ανεμέτρησε καλά τον κίνδυνον και ήρχισεν αμέσως να μεταφέρη σωρηδόν από την Ασίαν τας Βυζαντινάς στρατιάς. Δεν εξεστράτευσεν αμέσως ο ίδιος, επειδή ήτον ανάγκη να μένη εις την Κων)πολιν, αφ' ενός μεν επειδή εφοβείτο ακόμη ανατροπήν διά συνωμοσίας από το κόμμα του Φωκά, αφ' ετέρου διότι έπρεπε να οργανώνη εν τη πρωτευούση την ετοιμασίαν της εκστρατείας κατά των Βουλγαροσλαύων, την οποίαν προέβλεπε περιπετειώδη και μέλλουσαν να κρίνη αυτήν την ύπαρξιν της Αυτοκρατορίας. Το περίφημον στρατιωτικόν σώμα των «Αθανάτων» ιδρύθη τότε από τον Τσιμισκήν. Η ονομασία αύτη προήλθεν εκ του ότι μεθ' εκάστην μάχην τα κενά επληρούντο αμέσως δι' επιλέκτων ανδρών, ίσως δε και να ωνομάσθη ούτω κατά μίμησιν του αρχαίου σώματος των Περσών. Η εκστρατεία αυτή κρίνεται παρά των ιστορικών ως η «ενδοξοτάτη του αιώνος».