WeRead Powered by ReaderPub
Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής] cover

Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]

Chapter 2: Ε Κ Δ Ο Σ I Σ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ ΔΡ. 5.60
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

This work blends historical narrative and literary dramatization to depict Byzantine military leaders, their campaigns, and the court intrigues that propel some to supreme power while entangling others in moral and political crisis. It profiles commanding figures with austere piety, fierce temperaments, and heroic exploits, reconstructing battles, rivalries, and seize-of-throne episodes through vivid psychography and ethical scrutiny. The prose alternates between historiographical detail and poetic portraiture, emphasizing the interplay of individual character, public ritual, and the tragic consequences of ambition within the medieval imperial world.

The Project Gutenberg eBook of Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]

Author: Ch. Papantoniou

Release date: May 3, 2012 [eBook #39600]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΕΠΟΠΟΙΊΑ, Ο ΕΩΣΦΌΡΟΣ: [ΙΩΆΝΝΗΣ ΤΣΙΜΙΣΚΉΣ] ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, the spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been transferred at the end of the book. // Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.








ΕΡΓΑ ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Χ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ

Ε Κ Δ Ο Σ I Σ
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ

ΔΡ. 5.60



Αρ. 22


ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΚΥΨΕΛΗ

ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ

Ο „ΕΩΣΦΟΡΟΣ"

[ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΜΙΣΚΗΣ]

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΓΡΑΦΕΙΑ & ΠΡΑΤΗΡΙΑ: 9 — ΟΔΟΣ ΕΔΟΥΑΡΔΟΥ ΛΩ — 9
1917


Τυπογραφείον Ε. Κρανιωτάκη. Αρσάκη 2 — Αθήναι

„ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ"

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ του δημοσιογράφου και φιλολόγου κ. Χαριλάου Παπαντωνίου δύναται από μιας απόψεως να επικληθή το θαυμασιώτατον, ως και το Εθνικώτατον των Ελληνικών έργων. Υπό τον τίτλον αυτόν διαγράφεται συγγραφική εργασία λογοτεχνικού κάλλους και μεγαλειώδους Ιστοριολογικής συνθέσεως. Εις τα διάφορα τμήματα και μέρη της Ε. Ε. αναλύεται και ζωγραφείται ο Ελληνικός Κόσμος, εις όλας τας ωραίας, υψηλάς και υπερτάτας γραμμάς και απόψεις του· εις την μυχίαν αυτού εσωτερικότητα, εις ό,τι υπερανθρωπικόν και προτυπώδες εκ της δημιουργίας αυτού προβάλλει επί της Ιστορικής σκηνής — εις κάλλος και εις ιδέαν, εις πνευματικότητα και εις ήθος, εις έργα και κατορθώματα, εις δραματικότητα και τραγωδίαν. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ είναι μεγαλότεχνος και αρμονικωτάτη εικών ιστορικής κινήσεως και ιστορικού δεδομένου, βαθεία ψυχογραφική και ηθογραφική συγγραφική σύνθεσις — διά μέσου όλων των μορφών, των τόνων και των μαγγανευμάτων της τέχνης τον λόγου. Εν ταυτώ δε και πιστοτάτη, όσον και πλήρης, ιστοριογραφική απόδοσις του θέματος, το όποιον ανέλαβε να εμφανίση εις ουσιαστικήν ανάλυσιν και εις εντατικήν εικόνα. Ο τόμος ούτος ανήκει εις τον κύκλον αυτής, τον αναφερόμενον εις το πολυθρύλητον και τραγικόν Βυζάντιον, εις τον Μεσαιωνικόν Ελληνισμόν, όστις είναι εν τω Ιστορικώ Δράματι η πραγματοποίησις αυτής της Υπερανθρωπικής Ιδέας, εις δε την εσωτερικότητα και την Κοινωνικότητα αυτού — ως Ψυχισμός και ως εκδήλωσις Ζωής — υπερτάτη έντασις, θαύμα, γοητεία και θρύλος.

Περί της αξίας του έργου θα ομιλήση εις την συνείδησιν των αναγνωστών ο πρώτος εκδιδόμενος τόμος ούτος, εις τον οποίον, υπό το όνομα του Εωσφόρου, κρύπτεται ένα από τα πλέον καταπληκτικά και υπερανθρώπεια πρόσωπα του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, ο Ιωάννης Τσιμισκής. Ότε πρό τινων ετών μέρος της τριλογίας αυτής εδημοσιεύθη διά της Αθηναϊκής εφημερίδος «Πατρίς», ένεκα Εθνικού λόγου, εχούσης τότε μεγίστην διάδοσιν, η εκ της αποκαλυπτικής αυτής ιστορικής σελίδος ολική εντύπωσις των αναγνωστών — εντύπωσις όχι μόνον εκ του εθνικού περιεχομένου, αλλά και εκ της λογοτεχνικής μορφής και εκ της ιστοριογραφικής συνθέσεως του έργου — υπήρξε τοιαύτη, ώστε η μεν δημοσιεύσασα αυτό εφημερίς να λάβη απειρίαν εμπλέων θαυμασμού υπέρ αυτού επιστολών, και, εκ των εσχατιών έτι της γης, όπου Έλλην, ο δε «Χρόνος» των Παρισίων, η «Τριμπούνα» της Ρώμης και άλλα ευρωπαϊκά φύλλα να δημοσιεύσωσι σοβαροτάτας κριτικάς και αναλύσεις αυτού παρ' ειδημόνων, παρουσιασάντων αυτό ως μεγάλην ιστοριογραφικήν επιτυχίαν και ιστοριολογικώς βαθύτατον, αλλά και ως έργον υψηλής εμπνεύσεως, παρθένου λογοτεχνικού κάλλους, ύλης και συνθέσεως εμφανιζούσης αυτό ως προϊόν της πλέον δημιουργικής και ταραχώδους φανταστικότητος, υπό την οποίαν η πραγματικότης. πλήρης και τηρουμένη αμείωτος, πρισματίζεται εις καθαράν ποιητικότητα, εις καλλιτεχνικόν διάγραμμα και εις καλλιτεχνικάς όψεις θαυμαστάς . . . .

Η εργασία του κ. Παπαντωνίου έχει γίνει κατά τρόπον τοιούτον, ώστε έκαστον εκ των μερών του έργου του, ασχέτως προς την ανάγκην της χρονολογικής συναφείας και συσχετίσεως, να δύναται να παρουσιάζεται ως τι εντελώς αυτοτελές, να δύναται να παρακολουθήται ως ιδιαιτέρα και αυτόνομος ιστορική σελίς — όλα δε, αφ' ετέρου, τα μέρη της μεγίστης ιστοριολογικής αυτής συγγραφής να έχωσι πλήρη συνάφειαν και συνοχήν προς άλληλα, δυνάμενα ούτω, διά της απλής εξωτερικής συσχετίσεώς των και συμπαραθέσεως, να συγκροτήσωσιν αμέσως τον όλον κύκλον αυτής. Τοιαύτης ούσης της Ελληνικής Εποποιίας κατά το περιεχόμενον και την μορφήν, ελπίζομεν ότι οι συνδρομηταί και αναγνώσται της «Φιλολογικής Κυψέλης» διά της ιδιαιτέρας υποστηρίξεως του τόμου αυτού θα ενισχύσωσι την διάθεσιν αυτής, όπως αναλάβη την παρουσίασιν του όλου έργου προ του Ελληνικού κοινού, έργου μεγάλου εθνικού περιεχομένου, το οποίον ως μεγαλοπρεπεστάτη συγγραφική σκηνογραφία περιλαμβάνει εις την εξέλιξιν και την σύνθεσιν αυτού την ελληνικήν ψυχήν, το ελληνικόν ιδεώδες και την ελληνικήν εμφάνισιν εν τη παγκοσμίω Ιστορία.

1917

*
* *

Α'.

ΜΙΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΗΝΗΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΦΩΚΑΣ, ο μέγιστος Αυτοκράτωρ, ο «Διγενής Ακρίτας» των μεσαιωνικών θρύλων και ασμάτων, ο αλετήρ των Σαρακηνών και Σωτήρ της Κρήτης» — ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΜΙΣΚΗΣ, ο «Κεραυνός», ο «Εωσφόρος», ο περικαλλής και υπερφυής, ο πανένδοξος Στρατηλάτης, ο κατασυντρίψας εις τον Αίμον τους Σλαύους, ο (μέγας) Ιππότης τον Σταυρού και της Πίστεως, ο Έλλην Αλκιβιάδης και Μάκβεθ, ο θέσας επί της κεφαλής του αιματοστάλακτον στέμμα.

I


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΦΩΚΑΣ, εκ των μεγίστων στρατηγών του Βυζαντίου, «Μάγιστρος» και «Μέγας Δομέστικος των Σχολών της Ανατολής», ήτοι αρχιστράτηγος του εν Ασία Αυτοκρατορικού στρατού, ο νικητής του Σεΐφ Εδδωλάχ, του περιωνύμου Εμίρου του Χαλεπίου, των Σαρακηνών ηγεμόνων της Μοσούλης, της Ταρσού και της Τριπόλεως· ο «αήττητος πρωταθλητής της Εθνικής αμύνης κατά του επαράτου και φοβερού Σαρακηνού»· ο δημοτικώτατος εις τα πλήθη της Βασιλευούσης, ο του αρχαίου αρχοντικού της Καππαδοκίας οίκου των Φωκάδων γόνος· ο «δεινός αγορεύειν προς τα στρατεύματα», ο βαθύτατα ευσεβής, ο βιαιοπαθέστατος ανήρ, ο απλούς και αρχαϊκός, ο δικαιοκρίτης, ο τα ήθη αυστηρότατος, εντείνων την ακρότητα της εν αρετή ασκήσεως μέχρι του πλέον υπερβατικού ασκητισμού· ο χαλινόνων τα μεγάλα πάθη του διά της τρομερωτέρας θελήσεως, αλλά συντριβείς προ του έρωτος και της φιλοδοξίας, ως ύελος επί σιδήρου. Ο «σιδηρόσωμος», ο «ελευθερωτής και ανακτητής» της Κρήτης. Ο «τρις εις την Βασιλεύουσαν θριαμβικώς εισελθών». Ο αντιμετωπίσας Ρώσους και Βουλγάρους. Ο Φωκάς ο «επιφανέστατος και πανευσεβέστατος», ο μεταρρυθμιστής της Εκκλησίας με τον περίφημον πρόλογόν του εις την σχετικήν «Νεαράν» (1) — έγεινεν Αυτοκράτωρ ως εξής, με δύο λέξεις:

Επιστρέφων εις Κων)πολιν μετά νικηφόρον εκστρατείαν εις την Ασίαν, έμαθε καθ' οδόν, ότι απέθανεν ο Αυτοκράτωρ Ρωμανός και ανηγορεύθησαν από την Σύγκλητον και τον Πατριάρχην οι ανήλικοι αυτού υιοί Βασίλειος (2) και Κωνσταντίνος, ανατεθείσης της αρχής εις την μητέρα των Θεοφανώ. Τότε εσκέφθη τον Θρόνον . . . . Εισήλθε «θριαμβικώς» εις την Κων)πολιν, ως στρατηγός μέγας νικητής εν Ασία. Ο πρωθυπουργός Ιωσήφ Βρίγγας ήρχισε να χάνη το έδαφος παρά τη Βασιλίσση Μητρί και βασιλευούση Θεοφανώ, τη «δαιμονικής χάριτος και ψυχής», της οποίας η γοητεία δεν εγνώριζεν ήτταν και το κάλλος αντηνάκλα όλας τας ακτίνας της αμαρτίας και ανέμιζε την θέρμην της τρυφής της νεαρωτάτης και ανδροψύχου, νέας Ελένης και Κλυταιμνήστρας . . . .

. . . . . Ως «αυτοκράτωρ στρατηγός της Ασίας», αφού κινδύνευσεν εν Κων)πόλει από τον φθόνον του Ιωσήφ Βρίγγα, «ανευφημήθη Βασιλεύς εν Καισαρεία από όλα τα τάγματα», βοηθηθείς εις την επανάστασιν από τους αρχηγούς του στρατού του, μεταξύ των οποίων πρώτος ο Τσιμισκής. Προτού ο υψηλός ιπποτισμός του Τσιμισκή κρημνισθή προ των θελγήτρων της Θεοφανούς, εξεδηλώθη την περίστασιν εκείνην υπέροχος. Ο Βρίγγας του επρότεινε καθαρά δι' απεσταλμένων εις την Ασίαν την εξόντωσιν του Νικηφόρου και, εις αντάλλαγμα, την βοήθειαν διά να ανέλθη εις το ανώτατον στρατιωτικόν αξίωμα της αυτοκρατορίας. Ο Τσιμισκής έσχισε τας επιστολάς και απήντησε διά της εξωθήσεως του Νικηφόρου εις επανάστασιν διά το Στέμμα, «χάριν της Πατρίδος και της Δικαιοσύνης», ως είπε . . . . Στάσις τριήμερος εξερράγη εν Κων)πόλει. Ο Βρίγγας ουδέν κατώρθωσε να συγκρατήση· κατέφυγεν ικέτης εις την Αγίαν Σοφίαν . . . . Ο Νικηφόρος εισήλθεν εν θριάμβω εις την Βασιλεύουσαν. «Καλώς ήλθες — εκραύγαζον οι «δήμοι» και εβόων οι λαοί — καλώς ήλθες, ανδρειότατε νικητά, αεισέβαστε, Θεόστεπτε, λάμπων την υφήλιον πάσαν . . . .» Εστέφθη μεγαλοπρεπέστατα εις την Αγίαν Σοφίαν, διώρισε τον Τσιμισκήν «Μάγιστρον και Δομέστικον της Ανατολής», ενυμφεύθη την Θεοφανώ, την «άπιστον και τρομεράν και σατανικού θελγήτρου γυναίκα», κατεπυρπολήθη από τον έρωτα προς αυτήν. Διά κοσμημάτων αμυθήτων εκάλυψεν αυτήν, διά πλουσιωτάτων κτημάτων επροίκισεν. Εξησφάλισε την διαδοχήν εις τα τέκνα του Ρωμανού, η Μακεδονική δυναστεία ενισχύθη εις τον θρόνον διά της συνδέσεως αυτής με τον οίκον των Φωκάδων . . . . Παρήλθε χρόνος . . . . Φήμαι μυστηριωδώς διεδίδοντο από της ημέρας της εκ Συρίας επιστροφής του περί συνωμοσιών και επιβουλών εναντίον του. Κατά την εορτήν των Αγίων Ασωμάτων άγνωστος μοναχός, εγχειρήσας τολμηρώς επιστόλιον προς τον Βασιλέα χωρίς να είπη τίποτε, εξηφανίσθη. Το επιστόλιον έλεγεν: «Εις εμέ τον σκώληκα απεκαλύφθη παρά της Προνοίας, Βασιλεύ, ότι θα μεταστής των τήδε μετά τον παρελθόντα Σεπτέμβριον τρίτω μηνί» . . . . Η νεαρά και εμπαθής Θεοφανώ ήρχισε να αποστρέφη απ' αυτού το πρόσωπον. Ο λαός εγόγγυζεν ένεκα των μεγάλων πολεμικών δαπανών, των συνεχών στρατεύσεων, οι στρατηγοί εφρύαττον από φθόνον. Ο κοινωνικώτατος και γόης Τσιμισκής, το είδωλον του στρατού και του λαού, ο «κύριος της Αυλής», εβασίλευεν ήδη εν τη καρδία της Θεοφανούς. Η φήμη ότι αυτή είχε δηλητηριάσει τον 23 ετών αποθανόντα σύζυγόν της Βασιλέα Ρωμανόν είχε πνιγή, έμενεν ανεξερεύνητος.

Ο Τσιμισκής, ο «αιμύλος», δεν ηδύνατο πλέον να ανεχθή τον Νικηφόρον, όστις τον μετεχειρίζετο απαράλλακτα όπως και τους άλλους Υπάρχους. Εν τούτοις εις αυτόν ώφειλε κατά μέγα μέρος τον θρόνον . . . .

Ο Βασιλεύς γίνεται ανήσυχος, μέσα εις την δολίαν και ύποπτον ατμοσφαίραν. Η μελαγχολία τον κατατρώγει. Εντείνει την άσκησιν της αυστηροτάτης εγκρατείας και σκληραγωγίας εις το υπέρτατον σημείον. Θραύσματα κεράμων είνε το στρώμα της κλίνης του, οι πένθιμοι Ψαλμοί του Δαυίδ ο νυκτερινός σύντροφός του, ο γόος του Προφήτου αντηχεί την νύκτα εις τον Βασιλικόν κοιτώνα — ασκητήριον ερημίτου της Αραβίας. Αι μυστηριώδεις επιστολαί και ειδοποιήσεις προς τον Αυτοκράτορα εξακολουθούν, συμπυκνώνονται. Οιωνοί προστίθενται και συμπίπτουν. Έκλειψις ηλίου, πτοήσασα τους λαούς, τω 968, μετά θυελλών και σεισμών, συνταράσσει το πνεύμα του Βασιλέως. Εγγίζει η ολεθρία νυξ της 10ης προς την 11ην Δεκεμβρίου.

Τα πάντα είνε προδοτικά περί τον Άνακτα, ως και αυτή η ψυχή του . . . . Την φοβεράν εκείνην εβδομάδα δεν αφήκεν από το στόμα του τον περίφημον ΞΗ' Ψαλμόν «Σώσον με ο θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου. Ενεπάγην εις ιλύν βυθού και ουκ εστίν υπόστασις· ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και καταιγίς κατεπόντισέ με. Εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου. Εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου. Επληθύνθησαν υπέρ τας τρίχας της κεφαλής μου οι μισούντες με δωρεάν· εκραταιώθησαν οι εχθροί μου, οι εκδιώκοντές με αδίκως . . . . Ότι ένεκά σου υπήνεγκα ονειδισμόν και εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπόν μου· απηλλοτριωμένος εγεννήθην τοις αδελφοίς μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου . . . . . Ονειδισμόν προσεδόκησεν η ψυχή μου και ταλαιπωρίαν· και υπέμεινα συλλυπούμενον, και ουχ υπήρξε, και παρακαλούντας, και ουχ εύρον . . . . Και έδωκαν εις το βρώμα μου χολήν και εις την δίψαν μου επότισάν με όξος . . . . . .

Ησθάνετο ήδη προ των ποδών του ανοικτόν το βάραθρον της Μοίρας, η παραλυσία της ψυχής του τον ώθει εγγύτερον προς αυτό, όσω θερμότερον επόθει να σωθή και προσεπάθει να εντείνη αυτήν.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .


«Ω!... Συ, ψυχή μου άτυχη, στα ξόβεργα πιασμένη, που όσον αγωνίζεσαι να ξεκολλήσης, τόσον βαθύτερα εμπλέκεσαι!»

Είνε οι λόγοι του μεγάλου αμαρτωλού βασιλέως Κλαυδίου εις τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, μετά ματαίαν προσευχήν, που έκαμε γονατιστός επί ώρας την παραμονήν του φόνου του. Ομοία ήτον η κατάστασις του δυστυχούς Νικηφόρου.

Αλλά, απέναντι του μαύρου κύκλου των λογισμών του και των ανθρώπων του, εις τον οποίον επνίγετο ούτος, ωρθώνετο ένας άλλος λαμπρός και ακτινοβριθής, όπου διεγράφετο το δαιμόνιον και απειλητικόν άστρον του Τσιμισκή. Η Αυλή, αι μεγάλαι δέσποιναι, οι ευγενείς, ο όχλος, ο τρομερός στρατός, οι πλούσιοι, αι λεγεώνες των καλογήρων που τους έβαλεν εις τάξιν και εις περιορισμούς ο Νικηφόρος — μη ανεχόμενοι τον ασκητισμόν του Αυτοκράτορος — ευρίσκοντο, είτε μυστικά, είτε απροκαλύπτως, συνησπισμένοι περί το νέον είδωλον της Αυτοκρατορίας, τον Τσιμισκήν, εισελθόντα ήδη εις τον κύκλον της αμαρτίας υπό την λάμψιν των πυρωδών ομμάτων της Θεοφανούς. Είχε πωλήσει και αυτός την ψυχήν του εις τον Σατανάν διά τον θρόνον και τον έρωτα, όπως διά την απόλαυσιν ο Φάουστ. Εν στιγμή τελευταίας ανατινάξεως της ψυχής του ο Αυτοκράτωρ τον διατάσσει να απέλθη πάραυτα εις την Ασίαν, μέχρι δευτέρας διαταγής . . . .

Αυτό ήρκεσε . . . .

*
* *

ΚΑΙ η ποίησις ακόμη εκλήθη εις συνεργασίαν από τους συγχρόνους του Τσιμισκή χρονογράφους διά να δώσουν την εικόνα του.

Περικαλλής ήτον, ωραίας χροιάς, ωραιόκομος. Καρτερικός, γεμάτος από ευγενή και φιλάνθρωπα αισθήματα, «ευκάρδιος», ανδρόνους, μαχητής απροσμάχητος, οξυνούστατος, μεγαλόψυχος, σώφρων, ανδρείος, πράος, φοβερός εις την χρήσιν των όπλων, ελευθερόψυχος, αμνησίκακος. Λέγει Λέων ο Διάκονος: «Κανένας από τους επικαλουμένους την βοήθειάν του δεν έμενεν ανικανοποίητος. Ήτον ακράτητος εις το να ευεργετή — αν δεν τον περιώριζεν ο «παρακοιμώμενος» Βασίλειος, ήτον ικανός να μοιράση εις τους έχοντας ανάγκην όλους τους Βασιλικούς θησαυρούς. Αλλά και αβρός και φιλόκαλος και περί τους πότους και τους έρωτας και πάσαν του σώματος ηδονήν έκδοτος . . . . Η φιλευσπλαγχνία του έφθανε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε επλησίαζε, διά να παρηγορήση, και τους από τας πλέον οικτράς και απαισίας νόσους πάσχοντας.

«Είχεν όλα τα προτερήματα και όλα τα ελαττώματα των γενναίων φύσεων».

Ο Μανασής λέγει περί αυτού:

«Ήτο πράος, ηδύς . . . . Όμμα χαριτοβλέφαρον, βλέμμα σταλάζον τέρψιν, πρόσωπον ιλαρώτατον, χειρ φιλοδωροτάτη. Κατέρριψε την οφρύν όλων των γειτονικών προς την Αυτοκρατορίαν εθνών, έκαμε τους λαούς αυτούς διά του ξίφους του να καταλάβουν καλά, ότι δεν είνε άξιοι να αποβλέπουν εις το σημείον που ίστανται οι Έλληνες».

Ύμνος εις την ατομικήν και την κυβερνητικήν αρετήν του Τσιμισκή είνε τα σημειώματα των χρονογράφων.

«Επλάτυνε τα στενωθέντα υπό των εχθρών όρια του Κράτους με χώρας απειροπλέθρους, το εμεγάλυνε καταπληκτικώς, έπηξε τας σκηνάς των Ελληνικών στρατιών και μέχρι των όχθων του Τίγρητος . . . Ήτο φρικαλέος διά τους εχθρούς, να τον αντιμετωπίσουν δεν ηδύναντο» . . . .

Είχε λευκοτάτην και λεπτήν επιδερμίδα, ως τρυφερά παρθένος, ήτον ωραίας χροιάς, που ηδύνετο το όμμα να τον βλέπη. Η ξανθή κόμη του, όχι σημειωμένη ξανθή, αλλά χρυσόχρους, ως ανταύγεια σεληναίου φωτός, την ώραν που κλίνει προς το χάσμα των ορέων το θλιμμένον άστρον της νυκτός και αναφωσφορίζει εις το άπειρον διάστημα η ευγενής ωχρότης του, πλημυρρούσα με θάμβος τας ψυχάς. Στέμμα μετάξινον ήτον η κόμη αυτή, πλουσία και λεπτή ανεχύνετο επί το ευγενές μέτωπον. «Ανδρώδεις», με φως χάριτος, ολοκύανοι, ως το βάθος του στερεώματος κατά τας αρχάς του έαρος, οι οφθαλμοί του· ζωήν έντονον εκπέμποντες, υπό την χάριν και το φως αυτών εσημειώνοντο αστραπαί. Αλλά, εν ταυτώ, έβλεπες μέσα των και όλην την ουρανιότητα, την ευγένειαν της αγαθότητος. Σε είλκυεν ως μαγνήτης, ήτον η αβροπρέπεια ένσαρκος και έμψυχος. Σύμμετρος, λεπτή και χαριέντως γρυππή η ρις. Πυρρά η γενειάς του, επλαισίωνε το πρόσωπόν του ωραιότατα, ως ένα κύμα χρυσούν. Σχεδόν ερυθρά ήτον, ακτινοβολούσης στιλπνότητος. Αν και ήτο βραχύς το ανάστημα, είχεν όμως τοιαύτην αναλογίαν, είχε τοιαύτην έντασιν παρουσιάσεως, τοιαύτην βασιλικότητα παραστάσεως, κινήσεων, ήθους, εκφράσεως, εικόνος εν γένει, ώστε η μικροσωμία αυτή να μη αφαιρή τίποτε από την όλην ωραιότητα και λαμπρότητά του. Ευρύ στέρνον και μετάφρενον είχε. Ήτο δε αθλητικώτατος. Η σωματική του δύναμις ήτο φαινόμενον. Είχε μεγίστην ευκινησίαν εις τας χείρας, ήτον «αδεούς και ακαταπλήκτου ψυχής, υπερφυούς τόλμης». Δηλαδή, η ψυχή του φόβον δεν είχε, ούτε συνεταράσσετο ποτέ, η τόλμη του ήτον υπερανθρωπική.

Εις τους πολέμους ώρμα μέσα εις το κέντρον των εχθρών, εκεί όπου ήτον η μεγαλειτέρα συμπύκνωσις [διότι δεν επροφυλάσσετο, ούτε συνεκρατείτο, εις τοιαύτην περίστασιν] — εφόνευεν όσους ηδύνατο, και με ταχύτητα αστραπής επανήρχετο εν μέσω των στρατιωτών του, «κακών απαθής». Εις τα άλματα, εις τους σφαιρισμούς, εις τους ακοντισμούς, εις την τοξοβολίαν, εις τον χειρισμόν του ξίφους ήτον αήττητος. Ως πτηνόν ηδύνατο να υπερπηδά τέσσαρας «κέλητας ίππους στοιχηδόν ισταμένους», δηλ. κατά σειράν, εις βάθος. Διά μέσου δακτυλίου διεπέρα το βέλος. Νικητής μέγας των Σαρακηνών, υπερόχου οράσεως κατά την στρατιωτικήν εν Καισαρεία στάσιν προς ανάρρησιν του Νικηφόρου, της οποίας υπήρξεν ο πρωτουργός».

Ήτον ο πρώτος ιππεύς του Βασιλείου, μέγας κατακτητής γυναικείων καρδιών. Όπου έρριπτε το φως των οφθαλμών του ο Τσιμισκής, επυρπόλει. Η καλλονή του σου εφαίνετο πνευματικής φύσεως και πηγής, αλλ' εν ταυτώ την ενόμιζες και σαρκικωτάτην. Εκεί που ελάμβανες την εντύπωσιν, ότι έχεις ενώπιόν σου ένα Άγιον, όπου δεν έχει αίσθησιν των δυσαρμονιών και του σκότους του κόσμου τούτου, εφωτίζεσο αστραπιαίως, όταν παρετήρεις πάλιν, ότι ευρίσκεται εμπρός σου μία τελεία σύνθεσις της ανθρωπίνης υποστάσεως, χωρίς να λείπη γραμμή ομαλή, αλλά ούτε και ανώμαλος — υπό την ακύμαντον ακτίνα της αγιωσύνης έβλεπες να κινήται η πυρά της κολάσεως.

Εις δε τους τρόπους, εις την κοινωνικότητα, ήτο τόσον λεπτός, αριστοκρατικώτατος, άψογος καλλιτέχνης και πανευγενής, ώστε, όστις ήθελε να είνε αλάνθαστος εις αυτό, εις αυτόν έπρεπε ν' αποβλέπη, όπως οι Γάλλοι ελάμβανον από τον μέγαν ηθοποιόν των Τάλμαν και μαθήματα εις το φέρεσθαι εξωτερικώς, όταν έπαιζεν εις το θέατρον. Εν τούτοις, αυτός, ο αβροπρεπέστατος και αρχοντομαθημένος, ήτο συνειθισμένος εις τοιαύτην σκληραγωγίαν και ήτο τόσον καρτερικός, ώστε εξεπλήσσοντο με αυτόν οι άνθρωποι. Ήτο μεγαλοφυία στρατηγική — ο «πρώτος ευπατρίδης και ο πρώτος ιππότης των χρόνων του εν Ανατολή», ο πόλεμος ήτον η ηδονή του, ενώ του ήρμοζε να είνε μόνον άνθρωπος των Γραμμάτων και της Τέχνης και της Αυλής. Διά να εννοήσετε καλλίτερον τον χαρακτήρα του, την παραδοξοτάτην αυτήν φύσιν, αναζητήσατέ τον εις τον Αλέξανδρον, εις τον Αντώνιον της Ρώμης, εις τον Μάκβεθ, εις τον Αθηναίον Αλκιβιάδην, εις τον Ιωάννην τον μαθητήν του Χριστού.

Η οικογένειά του έδωκε περιφήμους στρατηλάτας εις το Κράτος. Ευγενέστατος και περίδοξος πολεμικός οίκος της Ιεραπόλεως της Αρμενίας, εις την οποίαν Ιεράπολιν εγεννήθη και ο Τσιμισκής. Περίδοξος είνε εν τη Βυζαντινή ιστορία ο πάππος του Ιωάννης Β' ο Κούρκουας. Συγγενής εκ μητρός ήτον ο Τσιμισκής με τους Φωκάδες. Αυτός λοιπόν είνε ο ήρως, τον οποίον ψυχογραφούμεν και ιστορούμεν, ο "ΕΩΣΦΟΡΟΣ„ κατά τους Βουλγάρους.

Προχωρούμεν τώρα εις τα έργα και τα πάθη, αφού εγνωρίσαμεν τα πρόσωπα και τας ψυχάς.

*
* *

ΑΦΑΙΡΕΙ λοιπόν ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος από τον Ιωάννην Τσιμισκήν, τον δώσαντα εις αυτόν τον ενδοξότερον θρόνον του κόσμου, την αρχιστρατηγίαν της Ανατολής. Απέρχεται λυσσών ο Τσιμισκής εις τα εν Ασία κτήματά του. Η στυγνή μελαγχολία του Αυτοκράτορος επιτείνεται σφόδρα. Στερείται και του μόνου βαθύτατα αγαπώντος αυτόν πατρός του, τον οποίον κατεβίβασε με τας ιδίας του χείρας εις τον τάφον.

Κλείεται επί ημέρας κατά σειράν εις τα μάλλον απομονωμένα δωμάτια του Ιερού Παλατίου, αμίλητος. Αλλά εντείνεται και η μυστική συνεννόησις Θεοφανούς και Τσιμισκή. Κατορθώνει αυτή να πείση τον Αυτοκράτορα διά την ανάκλησιν του Τσιμισκή.

Τον περιετύλιξεν εις την πλάνην της γοητείας της, εις την ανίκητον διαλεκτικότητά της — επίστευσεν εις την ειλικρίνειαν του πλάσματος αυτού, θέλων να πλανηθή, να εύρη ηθικόν στήριγμα εις την κατάρρευσίν του.

Τον βεβαιώνει ότι ο στρατάρχης, όστις ήτο χήρος, θέλει να νυμφευθή, και αυτός είνε ο λόγος που πρέπει να επανέλθη εις την πρωτεύουσαν εκ νέου. Η πληροφορία αυτή πραΰνει την μυστικήν ζηλοτυπίαν του Βασιλέως.

«Αγάπην υπέρ το προσήκον πάντοτε παρείχε τη Θεοφανώ ο Νικηφόρος», λέγει Λέων ο Διάκονος.

Ο Τσιμισκής, ανακληθείς απ' ευθείας παρ' αυτού του Αυτοκράτορος, σπεύδει εις Κωνσταντινούπολιν και ζητεί αμέσως ακρόασιν. Δεν του επέτρεψεν όμως ο Αυτοκράτωρ να εμφανίζεται καθ' εκάστην προ αυτού, ως επέβαλλε το έθος εις πάντα επιφανή διατρίβοντα εν Κωνσταντινουπόλει.

Αποσύρεται, ατάραχος κατ' επιφάνειαν, αλλά θυελλωδέστατος μέσα του, ο Τσιμισκής εις την οικίαν του, εις την Χαλκηδόνα. Αλληλογραφεί κρύφα με την ερωμένην του Θεοφανώ. Λαμβάνει αλλεπαλλήλους μυστικάς συνεντεύξεις με αυτήν εις τα άδυτα του αυτοκρατορικού γυναικωνίτου, διαπερών καθ' εκάστην νύκτα τον Βόσπορον διά λέμβου. Αποφασίζεται και κανονίζεται οριστικώς η εξαφάνισις του Νικηφόρου, τίθεται ο όρος να λάβη ο Τσιμισκής σύζυγον την Θεοφανώ, αυτή δε να του δώση την βασίλειον αρχήν.

Η Θεοφανώ ύφανε τα πάντα εξασφαλιστικώς εν τω Παλατίω διά της δαιμονίου επιτηδειότητός της, της θερμουργίας, της σκοτίας βαθύτητός της. Ο αγνοών τον φόβον Τσιμισκής υπεβοήθησε το επικίνδυνον έργον της των ιδιαιτέρων συνεννοήσεων εν τω Ιερώ Παλατίω . . .

Το πλήθος των δυσηρεστημένων ηύξανε καθ' εκάστην, ένεκα της τραχύτητος του Νικηφόρου.

Μεταξύ αυτών ο Τσιμισκής εκλέγει τους ειδικούς συνενόχους διά το έγκλημα. Κυριώτατοι αυτών ήσαν ο στρατηγός Μιχαήλ Βούρτζης, ο ένδοξος πορθητής της Αντιοχείας, και ο πατρίκιος Λέων Πεδιάσιμος, ο Ταξίαρχος Λέων Βαλάντης και Θεόδωρος ο Μελάγχρους, ή Ατζυποθεόδωρος, καλούμενος ούτω διά το σκοτεινόν του προσώπου του.

Δέκα το όλον ήσαν, τολμηρότατοι, «εν αιτία έχοντες» τον Βασιλέα, τας λαμπροτάτας υποσχέσεις λαβόντες παρά του Τσιμισκή. Αλλεπαλλήλους συνεντεύξεις λαμβάνει με αυτούς η Θεοφανώ, εις αυτά τα Ανάκτορα, μεσολαβούντων εμπίστων, θεραπόντων, ευνούχων, δούλων, γυναικών.

Ήλθεν η πεπρωμένη της 10ης προς την 11ην Δεκεμβρίου.

Οι κυριώτεροι των συνωμοτών, μετημφιεσμένοι εις γυναίκας, αι οποίαι δήθεν μετέβησαν εις τα Ανάκτορα προς επίσκεψιν της Βασιλίσσης, κρύπτοντες τα όπλα υπό τα ιμάτια αυτών, εισήχθησαν ιδιαιτέρως ένας έκαστος εις τον γυναικωνίτην.

Εκεί η Θεοφανώ έκρυψεν αυτούς εντός σκοτεινών δωματίων, πλησιέστατα τω θαλάμω του Αυτοκράτορος.

Την εσπέραν εκείνην ο Νικηφόρος, «παρά τον καιρόν της υμνωδίας», πλησιάζοντος του εσπερινού δηλαδή, συνταρασσόμενος από απαισιωτάτας προαισθήσεις, δέχεται αναφοράν κληρικού των Ανακτόρων, λέγουσαν: «Μάθε, Βασιλεύ, ότι αυτήν την νύκτα θα εξολοθρευθής. Διά να ιδής δε ότι σου λέγω αλήθειαν, ας ερευνηθή η γυναικωνίτις, όπου θα ευρεθούν άνδρες ένοπλοι, οι μέλλοντες να σε σφάξωσι»!

Ο μέγας τελετάρχης Μιχαήλ λαμβάνει αμέσως διαταγήν από τον Αυτοκράτορα, τηρήσαντα απάθειαν, να ερευνήση. Όλα τα δωμάτια του ευρυτάτου διαμερίσματος των γυναικών του Παλατιού ηνοίχθησαν, πλην εκείνου ακριβώς, όπου ήσαν οι συνωμόται!

Και βεβαιώνει ο Μιχαήλ τον Αυτοκράτορα, ότι και πάλιν «περί φωνασκισμού» πρόκειται.

Η δυσοιώνιστος επιστολή του μοναχού ευρέθη, μετά το έγκλημα, επί του σώματος του Νικηφόρου . . . .

Η νυξ της πενθίμου εκείνης ημέρας προχωρεί, οι συνωμόται, αναμένοντες κεκρυμμένοι τον αρχηγόν Τσιμισκήν, ανησυχούσι δεινώς, αρχίζουν να φοβούνται διά την τύχην των. Όχι διότι εδυσπίστουν εις το άτρομον του Τσιμισκή. Η αναταραττομένη, ένεκα της θυέλλης, θάλασσα τους κάμνει να σκέπτωνται μήπως ο Τσιμισκής δεν κατορθώση να διέλθη τον Βόσπορον, να προσεγγίση εις τα Ανάκτορα. Η Θεοφανώ στέλλεται προς συνάντησιν του Νικηφόρου διά να συγκρατήση τας υποψίας του.

Και πάντα ταύτα ετελούντο εις τον πύργον του Βουκολέοντος, τον οποίον επίτηδες έκτισεν ο Αυτοκράτωρ ως απόρθητον καταφύγιον, κατά ενδεχομένης εξεγέρσεως εναντίον του.

Εκαλείτο ούτος από τον λαόν και Ακρόπολις.

Ήτο φοβερώτατος πύργος, δαιδαλώδες φρούριον μάλλον, εγγύτατα του λιμένος του Βουκολέοντος, του ιδιαιτέρου λιμένος του Βασιλέως, κειμένου κάτωθι του Ανακτορικού περιβόλου, επί της ακτής της Προποντίδος.

Διά να ιδρυθή, κατηδαφίσθησαν πολλαί οικίαι. Παμμεγίστας αποθήκας σίτου και άλλων επιτηδείων περιελάμβανε. Ομοίως κλιβάνους, οπλοθήκας, πολεμικάς μηχανάς. Εφοβείτο ο Αυτοκράτωρ πολιορκίαν από τον όχλον. «Ακρόπολιν και τυραννείον κατά των αθλίων πολιτών απειργάσατο», ελεγον οι αντινικηφορικοί. Αι μεγάλαι δαπάναι του φρουρίου αυτού είχον τω όντι εξερεθίσει τον ευμετάβλητον όχλον. Αλλ' η κτίσις του ήτο συνδεδεμένη με ένα παράδοξον: Ενώ επροχώρει η οικοδομή, ηκούσθη αιφνιδίως από το μέρος της θαλάσσης, ευρισκομένου εκεί και του Βασιλέως, ο οποίος περιεσκόπει την εργασίαν, ήδε η φωνή:

 — «Βασιλεύ, ως υψοίς τα τείχη, καν μέχρι πόλου φθάσης, ένδον το κακόν, ευάλωτος η πόλις!» «Βασιλεύ, όσω και αν υψώνης τα τείχη, και εάν έως το πολικόν άστρον τα υψώσης, το κακόν που θέλεις να αποκλείσης είνε μέσα, το φρούριον θα σπάση!»

Εμβρόντητος ο Βασιλεύς, εξαποστέλλει εις όλην την γύρω ακτίνα ανθρώπους διά να ανακαλύψουν την προέλευσιν της μυστηριώδους προειδοποιήσεως. Σημειώνει ο χρονογράφος, ανώνυμος, εναντιόφρων: «Αλλά δεν ηδυνήθη να αποφύγη το δίκαιον πεπρωμένον, και ο λαός επρόσεξεν, ότι ο εκπεσών από την αγάπην του ηγεμών δολοφονήθει την ιδίαν ημέραν, που παρέδωκεν εις αυτόν επισήμως τας κλείδας του πύργου του Βουκολέοντος ο επιμελητής της οικοδομής, μετά την εντελή αποπεράτωσίν της».

Μεταβαίνει λοιπόν, ως προανεφέραμεν, η Θεοφανώ προς τον Βασιλέα, συγκεντρώνεται εις όλην την υποκριτικήν της τέχνην, παρουσιάζει εις τελείαν αληθοφάνειαν πλαστόν πρόσωπον συμπονούσης συζύγου, συντρόφου της καρδίας — η περιποιητική επίδειξίς της της νυκτός εκείνης ήτον αριστούργημα τέχνης και φαινομενικής ειλικρινείας, χωρίς καμμίαν υπερβολήν η οποία ηδύνατο να την προδώση. Του λέγει, ότι έχει να του κάμη ανακοινώσεις, αλλά, προς τούτοις, ότε αντελήφθη ότι το δηλητήριον της εμφανίσεώς της και του ρόλου της ήρχιζε να ποτίζη την κουρασμένην και διψώσαν παρηγορίαν ψυχήν του Βασιλέως, του καθιστά γνωστόν, ότι την ώραν αυτήν είνε υποχρεωμένη εις ένα Βασιλικόν καθήκον.

Είχον μεταβή τας ημέρας εκείνας εις την πρωτεύουσαν Βουλγαρίδες, θυγατέρες αρχόντων, αι οποίαι επρόκειτο να μνηστευθούν με πρίγκηπας και μεγιστάνας του Βυζαντίου. Τούτο εγίνετο ως επικύρωσις τρόπον τινά συναφθείσης με το Βουλγαρικόν γένος συμμαχίας. Εφιλοξενούντο αύται από το Αυτοκρατορικόν ζεύγος, και η Θεοφανώ, μετέχουσα της πολιτικής όσον και των ερώτων, εννοούσε να επιδεικνύη εις τοιαύτας περιστάσεις όλην του Βυζαντίου την επιβολήν, την μεγαλοπρέπειαν και την υψηλήν ευγένειαν. Επεμελείτο λοιπόν η ιδία την περιποίησιν των ξένων αρχοντισσών, αν και ήτο τεταγμένη προς τούτο πληθύς θεραπαινίδων και άλλων προσώπων της Αυλής. Λέγει λοιπόν προς τον Νικηφόρον:

«Θεόστεπτε και προσφιλέστατε σύζυγε, το καθήκον να μείνω πλησίον σου την νύκτα αυτήν, όπου θέλω να συνομιλήσωμεν και βλέπω ότι με την χάριν της Αειπαρθένου Μαρίας και Δεσποίνης ημών Θεοτόκου ήρχισες να απαλλάττεσαι από την βαθείαν και ανεξήγητον θλίψιν της ψυχής σου, ήτις συντρίβει και εμέ ομοίως, είμαι ηναγκασμένη να το αθετήσω προς στιγμήν. Πρέπει την ώραν αυτήν να ίδω, ως καθ' εκάστην εσπέραν, τας ευγενείς Βουλγαρίδας παρθένους, που φιλοξενούνται εις τον οίκον μας· με αναμένουν, πολύ ολίγον θα ασχοληθώ με την επίσκεψιν αυτήν, δύναται να μείνη ανοικτός ο κοιτωνίσκος μέχρις ου επανέλθω. Τότε γίνεται το κλείσιμον όλων των εξόδων, αφού κοιμώμαι και εγώ εις το ίδιον διαμέρισμα».

Ο Νικηφόρος, είτε παραπεισθείς, είτε απαυδήσας και θιγόμενος εις τον εγωισμόν του να λαμβάνη εις κάθε περίστασιν μέτρα υπέρ της ζωής του, αυτός ο τοσάκις αντιμετωπίσας τον θάνατον, ο καταφρονήσας αυτού εις τα πεδία των μαχών, δεν αντέλεξεν.

Έλαβε τας Θείας Γραφάς και αφωσιώθη εις την ανάγνωσιν αυτών, αναμένων. Αλλά βαρεία είνε η νυξ, η ψυχή του θολώνεται — ίσως η απατηλή αίσθησις εξασφαλίσεως και γαλήνης, εκ της υποβολής της Θεοφανούς, ίσως η επίδρασις εκ του μυστηριώδους ιερού κειμένου — ο ύπνος ήρχισε να τον κυριεύη. Τότε περικαλύπτεται με τον παλαιόν μανδύαν του οσίου μοναχού Μιχαήλ Μαλεΐνου και κατακλίνεται. Από καιρού σπανίως εκοιμάτο επί της μεγάλης αυτοκρατορικής κλίνης, ήτις όμως και αυτή, προκειμένου περί υπνώσεως, ήτο παρεσκευασμένη ως κλίνη στρατιώτου.

Αφότου δε απέθανεν ο προσφιλέστατος εις αυτόν πατήρ του Βάρδας, ο Καίσαρ, και ησθάνθη τον εαυτόν του τελείως απομονωμένον εν τω κόσμω, κατεκλίνετο προς ύπνον επί δέρματος τίγρεως, εστρωμένου χαμαί και κάτωθι των εικόνων του Χριστού, της Θεοτόκου και του Τιμίου Προδρόμου, οσάκις δεν ερρίπτετο επί των θραυσμάτων των κεράμων, επί των οποίων διήρχετο τας νύκτας του, όταν ο παροξυσμός του θρησκευτικού πάθους του υπηγόρευε να ταλαιπωρήση ακόμη περισσότερον το σώμα του, διά να κρατή εγγύτερον προς τον Θεόν την ψυχήν του.

«Την νύκτα δε εκείνην, την αποφράδα, εκοιμήθη χωρίς να έχη πλησίον του τα όπλα του. Πρώτην φοράν έγινε τούτο ... Ποίος δαίμων, σταλμένος από τον Αρχέκακον, να ετύφλωσε τόσον το πνεύμα του πανευσεβεστάτου Βασιλέως μου, ώστε να παραδοθή ανοχύρωτος εις τους μιαρούς εχθρούς του, να αφήση μακράν εαυτού τους μόνους ειλικρινείς συντρόφους του, τα όπλα του, ακριβώς την θεοκατάρατον αυτήν νύκτα που του εχρειάζοντο περισσότερον; . . . Επλήσθη κακών η ψυχή του, και η ζωή του τω Άδη ήγγισεν. Εγένετο ωσεί άνθρωπος αβοήθητος, εν νεκροίς ελεύθερος, επ' αυτόν επεστηρίχθη ο θυμός του Κυρίου, και πάντας τους μετεωρισμούς Αυτού επήγαγεν επ' αυτόν, επλάνησεν αυτόν εν αβάτω και ουχ οδώ. Άβυσσος εκύκλωσεν αυτόν εσχάτη...», λέγει εις δακρύβρεκτον λόγον ο ευσεβής χρονογράφος, πιστότατος φίλος του Νικηφόρου.

Και κατόπιν, εξαπτόμενος από την ανάμνησιν του σκληροτάτου θανάτου του Αυτοκράτορος, εκκεραυνοί κατά των φονέων το του Μωυσέως:

«Παροξύνω ως αστραπήν την μάχαιράν μου, και ανθέξεται κρίματος η χειρ μου, και εκδικήσει . . . . Μεθύσω τα βέλη μου αφ' αίματος, και η μάχαιρά μου καταφάγεται κρέας, αφ' αίματος ανόμων, από κεφαλής αρχόντων εχθρών . . .»

II



. . . ΤΟ ΣΚΟΤΟΣ ΠΝΙΓΕΙ τα πάντα εις το κύμα του, εις την καρδίαν της νυκτός επαναπαύεται ο κόσμος . . . Λυσσά ο άνεμος επάνω εις την θάλασσαν, τα κύματα της Προποντίδος ορχούνται περί την μάστιγά του, τα στοιχεία την νύκτα εκείνην εξαπολύονται από την κανονικότητά των, η φύσις έχασε τον ρυθμόν της, ωσάν να την εγγίζη η πνοή της φρίκης και της ανομίας, που έμελλε να χαράξη εις την Ιστορίαν το θεοστυγές διάστημα της 10ης προς την 11ην Δεκεμβρίου του 969 από Χριστού έτους. Η χιών πίπτει πυκνοτάτη, καλύπτει με την άπειρον κινουμένην θάμβωσίν της το διάστημα, η βασιλεύουσα υψούται εκ της λευκής επιφανείας της ως ένα ατελεύτητον περιλάξευμα μαρμάρου, τείνον προς τον ουρανόν με τους απειρογράμμους θόλους των εκκλησιών, τους πύργους των συμπύκνων φρουρίων της. Παρά τους πόδας της βρυχάται, ή στενάζει το κύμα, η δίνη των νιφάδων τρικυμίζεται υπέρ αυτήν. Το φρούριον του Βουκολέοντος διαγράφεται πελωριώτερον και μεμονωμένον παρά την σειομένην από την τρικυμίαν ακτήν.

Από την άντικρυ Χαλκηδόνα ακάτιον εκκόπτεται και χωρεί προς την θάλασσαν. Τέσσαρες άνδρες είνε το πλήρωμά του. Αλλά ο άνεμος το αναγκάζει να αντιστραφή. Παραπλέει τον αιγιαλόν, εξαφανίζεται· βιαιότατα κωπηλατούντες οι εν αυτώ, το προσορμίζουν τέλος εις την σκοπουμένην ξηράν, όπισθεν των επάλξεων του Φρουρίου του Βουκολέοντος, εις τον ομώνυμον λιμένα, πλησίον του μαρμαρίνου συμπλέγματος, όπου παρίστανε πάλην ταύρου προς λέοντα.

Οι τέσσαρες άνδρες είνε ο Ιωάννης Τσιμισκής με τους συντρόφους του. Συνενώνονται με τους αναμένοντας εκεί αοράτους συνενόχους, που τους είχε κρυμμένους η Θεοφανώ εις τα Ανάκτορα. Εις τα ασκεπή υπερώα της υψίστης κορυφής του Πύργου ένας από την σπείραν, ταχθείς εκεί από την Αυτοκράτειραν, ηγρύπνει, αναμένων με αγωνίαν την συνάσπισιν των σφαγέων . . . . Όταν τους είδε τέλος επί το αυτό, εκπέμπει συριγμόν, το προσυμφωνημένον σύνθημα, και εν τω άμα πλεκτή κλίμαξ ρίπτεται από τα δωμάτια της Αυτοκρατείρας. Ταχείς ανέρχονται οι δολοφόνοι. Τους αναμένουν εντός και άλλοι . . . . Ο Κεδρηνός σημειώνει, ότι διά κοφίνων ανεσύρθησαν προς τον γυναικωνίτην, ένας έκαστος χωριστά . . . . Τελευταίος ανέρχεται ο άτρομος Τσιμισκής, θέλων να εξασφαλισθή από τους άλλους . . . .

Μυθικής τω όντι τόλμης ήτο η απόπειρα αυτή. Ελάχιστοι εκ των ανθρώπων του Παλατιού ήσαν μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν, δεν ήσαν δε ολίγοι οι εν αυτώ διαμένοντες, πάσης τάξεως και παντός πνεύματος. Τινές και επηγρύπνουν επί της ασφαλείας του Αυτοκράτορος, φοβούμενοι από καιρού κακούργον τόλμημα εναντίον του. Ως δε φαίνεται και εκ του επεισοδίου της εγχειρίσεως προς τον Βασιλέα σημειώματος από καλόγηρον της Αυλής, κατ' αυτό το εσπέρας της τελευταίας ημέρας του Άνακτος, υπήρχον εν τω Παλατίω και οι διαφωτισθέντες ασφαλώς και εν λεπτομερεία περί του σχεδιασθέντος ανοσιουργήματος. Εις δε την υπηρεσίαν των Ανακτόρων, πρόσωπα της οποίας υπεβοήθουν την Θεοφανώ εις την προεξοικονόμησιν των σχετικών με την δολοφονίαν, ουδείς ηδύνατο να έχη πίστιν, διότι η υποβοήθησις αυτή, εκεί όπου δεν ήτο συνέπεια καθαράς προσυνεννοήσεως, προήρχετο από τυπικήν οφειλήν υπακοής, ή από φόβον εκ της τρομεράς Βασιλίσσης, της και επινοητικωτάτης άλλως τε. Εν τούτοις, υπάρχουν παραδείγματα εκ της Βυζαντιακής ιστορίας, κατά τα οποία εις τοιαύτας περιστάσεις πρόσωπα των Ανακτόρων, ουδέν δείξαντα μέχρι της τελευταίας στιγμής, απεκάλυψαν ακριβώς επάνω εις αυτήν τους μελετώντας σκοτεινόν τι και κακόν — είτε εξ οικείας αποφάσεως, είτε λόγω μυστικής προσυνεννοήσεως με τα κινδυνεύοντα υψηλά πρόσωπα. Και τότε ήσαν τρομεραί αι συνέπειαι διά τους αποκαλυπτομένους συνωμότας. Επί πλέον δε, το φοβερόν σώμα των «Βαράγγων», η αυτοκρατορική σωματοφυλακή, δεν ήτο μακράν διά να προλάβη πάσαν απόπειραν, εάν τυχόν ελάμβανε γνώσιν κατά τας στιγμάς εκείνας.

Δι' αυτό η πράξις του Τσιμισκή και της Θεοφανούς, μετά των ολιγίστων συμπρακτόρων των, θεωρείται ως μοναδική υπό έποψιν ακαταλογίστου τόλμης εν τη Βυζαντιακή ιστορία, η οποία γέμει εν τούτοις υπερβατικών και ασυνήθων πραξικοπημάτων παντός είδους.

Τέλος οι συνωμόται, ενωθέντες και «το ξυστόν του Πύργου καταλιπόντες», εισορμώσιν όλοι ομού, γυμνά κρατούντες τα ξίφη, εις τον Βασιλικόν θάλαμον. Τελευταίος και πάλιν εισήλθεν ο Τσιμισκής. Εισήλασαν από την θυρίδα, διά της οποίας συνεκοινώνει ο ιδιαίτερος κοιτών της Θεοφανούς με τον κοιτώνα του Αυτοκράτορος. Η ιδία τους ήνοιξε την θυρίδα, η οποία έμεινεν αμόχλευτος την νύκτα εκείνην . . . . Τους ωδήγησε δε η ιδία και έως μέσα εις τον κοιτώνα του Βασιλέως, ο οποίος ήτο μέγα δωμάτιον. Την λεπτομέρειαν αυτήν την αναφέρει ο Άραψ ιστορικός Αβουλβέδας. Αλλά, ευρεθέντες εντός του θαλάμου οι δολοφόνοι, απομαρμαρούνται αίφνης, μετά την πρώτην, προς όλα τα σημεία αυτού, κατόπτευσιν . . . .

Ημίφως, κλίνον προς το σκότος, εκράτει μέσα εις τον θολωτόν μέγαν κοιτώνα του Αυτοκράτορος. Εις το ύψος της αριστερά αψιδωτής γωνίας λεπτός χρυσούς καταρράκτης χύνεται. Είνε των κανδηλών του καταχρύσου εικονοστασίου. Μεταξύ των αποστιλβόντων καλλιτεχνημάτων της Βυζαντινής εικονουργίας και σεβασταί παλαιαί εικόνες, όπου αι γλυκείαι και εκστατικαί μορφαί μόλις διαφαίνονται υπό την σκοτεινήν σύγχυσιν των αποσβεσθέντων χρωμάτων. Είνε δώρα περιωνύμων ασκητών προς τον θεοσεβή Αυτοκράτορα, ιστορικά ιερά κειμήλια, με θαυματουργικήν φήμην. Μέγισται αι εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του Προδρόμου, αποτελούν το κέντρον του ιερού χορού. Εις το σκότος της κόγχης, κάτωθεν της μεγάλης βάσεως του εικονοστασίου, αναπαύεται ο Αυτοκράτωρ, επί του δέρματος της τίγρεως, εντελώς αφανής από τους κακούργους. Η μεγάλη αυτοκρατορική κλίνη, κειμένη εις το αντίστοιχον διαγωνίως άκρον του θαλάμου, περικυκλωθείσα αμέσως από τους συνωμότας, παρουσιάζεται προ των οφθαλμών των εντελώς κενή. Τούτο ήτο εκείνο το οποίον τους απεμαρμάρωσεν. Ήσαν δε ούτοι οι εισελθόντες εις το δωμάτιον, όπως ρητώς αναφέρει ο Κεδρηνός, ο Μιχαήλ Βούρτζης, ο Λέων Πεδιάσιμος, ο Λέων Βαλάντης, ο πρόσωπον Άδου έχων Ατζυποθεόδωρος, ο Τσιμισκής και ένας ακόμη. Οι υπόλοιποι ανέμενον έξω, καταλλήλως τοποθετημένοι εντός των εγγύς θαλάμων και των υπόπτων διόδων των Ανακτόρων, έτοιμοι διά παν ενδεχόμενον.

Φρικώδης πανικός κατέλαβε τους ατρομήτους εκείνους άνδρας. Μη γνωρίζοντες τας εναλλασσομένας έξεις του Αυτοκράτορος, όσον αφορά τον ύπνον, επίστευσαν αμέσως ότι επροδόθησαν. Και συγχρόνως τους παρέλυσεν η σκέψις ότι ήτο αδύνατον να φύγωσι. Συνεννοούνται και αποφασίζουν να ριφθούν εις την θάλασσαν από την κορυφήν των τειχών και να αναχθούν εις το πέλαγος κολυμβώντες! Αλλά η απαισία τύχη του Νικηφόρου ενήδρευε. Και, καθ' ήν στιγμήν ήσαν έτοιμοι να απέλθουν, εμφανίζεται προ αυτών «ανδράριόν τι εκ των ευνούχων», το οποίον δακτυλοδεικτεί μυστηριωδώς προς το μέρος του εικονοστασίου, εις την σκοτεινήν κόγχην, και εξαφανίζεται. Η απαισία Θεοφανώ, ενεδρεύουσα παρά την θύραν του κοιτώνος, αφού ωδήγησεν έως εκεί τους συνενόχους της, θέλουσα να απολαύση όλην την σκηνήν της εξοντώσεως του ασκητικομανούς συζύγου της — του αχρήστου πλέον εις αυτήν διά τον βίον, όπως αυτή τον ενόει, δηλαδή βίον λάμψεως, διαρκούς απολαύσεως, επιδείξεως και χλιδής, του φυσικώς πλέον μισητοτάτου εις τοιαύτην γυναίκα — αλλά και μη φθάσασα οπωσδήποτε ακόμη εις τον βαθμόν της πωρώσεως, ώστε να βλέπη κρεουργούμενον εμπρός της τον σύζυγον Αυτοκράτορα, και να την βλέπη εκείνος· κυριευμένη από την σκέψιν, ότι έπρεπε να είνε εντελώς εξησφαλισμένη η υπόθεσις από παντός απροόπτου ενδεχομένου, διά το οποίον ήτον ανάγκη αυτή μόνη να επαγρυπνή, είχε παρ' εαυτή και τον μεμυημένον ευνούχον εις την θύραν, όπου ωτακουστούσε.

Βαθύτατα εκάθευδεν ο Άναξ εις την γωνίαν. Εις την υπόδειξιν του ευνούχου, οι φονείς, ξιφήρεις, ως άγρια θηρία αναπηδούν και τον περικυκλώνουν αμέσως. Ούτε αυτός ο θόρυβος εξυπνά τον Αυτοκράτορα. Τότε ορμώσιν όλοι μαζή κατ' αυτού και αρχίζουν να τον κτυπούν λυσσαλέοι διά των ποδών. Ανατινάσσεται ο Άναξ, βλέπει κατάπληκτος τους δαίμονας περί αυτόν, αναγνωρίζει τα πρόσωπα, ρίπτει βαθύ και μαρτυρικόν βλέμμα επί πάντων — μεινάντων ακινήτων και σιωπηλών την στιγμήν εκείνην, με τα μακρά επικαμπή ξίφη εις τας χείρας, αιωρούμενα επί τον Βασιλέα — και μένει ημιανασηκωμένος, στηριχθείς επί του τοίχου και «την κεφαλήν στηρίξας επί του αγκώνος». Αντελήφθη, ότι «ουκ έστι σωτηρία», αλλά και ανέμενε να του ομιλήσουν οι συνωμόται.

Τότε Λέων ο Βαλάντης, περιανεμίσας το ξίφος του, καταφέρει τρομερώτατον κτύπημα επί της ακαλύπτου, με άφθονον κόμην περιεστεμμένης, κεφαλής του Αυτοκράτορος. Υπό την κοπτεράν αιχμήν του ξίφους διασπαράσσεται βαθέως όλον το μέτωπον, η οφρύς και η βλεφαρίς, όλον το πρόσωπον πνίγεται από το εκπηδήσαν αίμα, και μόνον ο εγκέφαλος έμεινεν απρόσβλητος. «Θεοτόκε, βοήθει!» είνε η κραυγή του Αυτοκράτορος υπό το άλγος των τραυμάτων του, «Αγία Δέσποινα, ελέησον!» Σπαρακτική είνε η θρηνητική επίκλησις του Αυτοκράτορος, προσπαθεί να υψώση τας χείρας προς τον ουρανόν εις δέησιν, το πρόσωπόν του καλύπτεται από το αναβλύσαν αίμα, πιστεύει ότι δύναται ίσως και να συγκινήση τους φονείς, σπαράσσεται επάνω εις το δέρμα του θηρίου. «Οίον θέαμα οίκτου και ανθρωπίνης συμφοράς!» — Η διήγησις είνε Λέοντος του Διακόνου, θεωρείται πιστοτάτη εις όλας τας λεπτομερείας της, μόνον δε εις μερικά ασήμαντα σημεία υπάρχει κενόν, το οποίον αναπληρούται από τον Κεδρηνόν και τον Άραβα χρονογράφον. — Αλλά οι συνωμόται είνε άτεγκτοι, σπεύδουν εις την συμπλήρωσιν του έργου των.

*
* *

ΑΦΟΥ εξεμηδένισαν τον γίγαντα, τον αρπάζουν στενάζοντα και οδυνώμενον, του δένουν τας κνήμας και τον μετάγουν επάνω εις την μεγάλην αυτοκρατορικήν κλίνην. Εκεί είχεν αποσυρθή και εκάθητο ζοφερός και αμίλητος ο Τσιμισκής. Απέναντί του είχε την ακτινοβολίαν των μορφών του Χριστού, της Παρθένου, το απειλητικόν πρόσωπον του στυγνού Προδρόμου. Οι ολολυγμοί του Αυτοκράτορος, «του φίλου, του συστρατιώτου και του ομαίμονος», επλήρουν τα ώτα του, αλλά αυτός δεν είχε την στιγμήν εκείνην καρδίαν διά να δεχθή εκεί όπου έπρεπε τας εντυπώσεις αυτάς, το κυανούν βλέμμα του είχεν ενώπιόν του το θάμβος ενός Στέμματος, του «Στέμματος του Κόσμου», και η μνήμη του έτρεχεν αγρία εις τας περιφρονήσεις του Νικηφόρου προς αυτόν, επότιζεν απλήστως την στιγμήν εκείνην την ψυχήν του με το νάμα της εκδικήσεως. «Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω — λέγει Κύριος». Αυτόν τον τρομερόν λόγον, την επιταγήν του Κυρίου, την ελησμόνησεν ο Ιωάννης Τσιμισκής, διά να την ενθυμηθή αργότερα, μετά έτη . . . .

Διά της βίας προσπαθούν να θέσουν αυτόν γονυπετή έμπροσθεν του ακάμπτου Τσιμισκή. Αλλά, δεδεμένος ων και υπό σκοτοδίνης καταληφθείς ένεκα του φοβερού τραύματος, δεν δύναται να σταθή, και κυλίεται κατά γης.

Εγείρεται τότε και αναστηλούται προ αυτού ο Ιωάννης, φοβερός και απαίσιος, αφρίζων. Εκκεραυνώνει από του στόματος του τρομερώτατον κατηγορητήριον κατά του Αυτοκράτορος, ανάμικτον με εμπαθεστάτας ύβρεις, με αισχίστας λοιδορίας. Την δεινήν απόκρυφον ταραχήν που ωγκώνετο εκ των βαθέων της ψυχής του επί τη θέα του διεσπαραγμένου μεγάλου φίλου του, της «πρώτης Μεγαλειότητος του κόσμου», επίστευσεν ότι ημπορούσε να την πνίξη υπό τους κεραυνούς των κατηγοριών του, τας οποίας έκρινε δικαίας και βασίμους, ικανάς να καλύψουν τοιούτον έγκλημα. Ταυτοχρόνως όλοι μιμούνται τον Τσιμισκήν. Αρχίζουν καθυβρίζοντες τον Αυτοκράτορα, «έκαστος επέρριπτε κατά πρόσωπον την ύβριν και την εκδίκησιν αυτού».

 — Άθλιε τύραννε, ωρύετο αλλόφρων ο Τσιμισκής, θα μας κρίνη ο Θεός . . . . Αλλά αποκρίθητι. Δεν είμαι εγώ εκείνος, ο οποίος έβαλα εις την κεφαλήν σου το λαμπρότερον στέμμα του κόσμου; Δι' εμού δεν ανήλθες εις την βασίλειον των Ρωμαίων αρχήν και παντοδύναμος κατέστης Αυτοκράτωρ; Και όμως την ευεργεσίαν αυτήν την ελησμόνησες. Ο φθόνος και η μανία σε άναψαν εναντίον μου [υπό φθόνου και μανίας οιστρηλατηθείς απεστράφης απ' εμού] και δεν εδίστασες εμέ, τον ευεργέτην σου, να καθαιρέσης από την αρχηγίαν του στρατού, να με στείλης εις την ύπαιθρον χώραν διά να συναγελάζωμαι και να συζώ με τους γεωργούς, ωσεί των τιμών του πολίτου εστερημένος μετανάστης, εγώ, ο ανδρών γενναιότατος και σου ρωμαλεώτερος, τον οποίον τρέμουσι των πολεμίων τα στρατόπεδα . . . . Αλλά, ποίος θα σε λυτρώση τώρα από τας χείρας μου; . . . . Απάντησε λοιπόν, εάν ημπορής, απάντησέ μου, δικαιολογήσου δι' όλα τα εναντίον μου εγκλήματά σου . . . . »