WeRead Powered by ReaderPub
Ο Σάνσελλορ cover

Ο Σάνσελλορ

Chapter 19: ΙΔ'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A passenger keeps a daily journal of a transatlantic voyage aboard a three‑masted sailing ship, recording navigation through coastal channels, the vessel’s construction and handling, and impressions of the captain, officers and crew. Entries catalogue fellow travelers and the shipboard routines that govern meals and daily life, note professional seamanship and occasional seasickness, and trace how prolonged confinement fosters acquaintance and curiosity among passengers. Technical observations and personal reflections alternate, and the diary builds a quiet suspense about unfolding events and the characters who may shape them.

Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι εκρήξεως· συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις τον θερμόν αέρα και εις τον καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας θέσεως και γλώσσα φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν.



Κραυγαί ακούονται τότε.

Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει εσπευσμένως τους θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον Ροβέρτον Κόρτις, κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου.

Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις διαμένει καθειργμένος υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να καταβροχθίσωσι.

Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ προς την κλίμακα. . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του φαίνεται την στιγμήν εκείνην, έχων την κόμην κεκαυμένην και τα ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί του καταστρώματος και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα διατρέχει αναμέσον των φλογών!

Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις τεμάχια, ο μεσαίος καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά του, και πίδαξ πυρός επί πολύ συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του ημίσεος του ιστού.

Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ του στόματός του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται:

«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις τον αέρα! εις τον αέρα!»



Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν κατακρημνίζεται διά του καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον.

ΙΔ'


 — Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά, έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν ή διετέλει, συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην.

Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν επακολουθήματα ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!» Ενόησαν δε ότι το πλοίον δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν, και ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά έκρηξις.

Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος και άνευ αναβολής.

«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι.

Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η θάλασσα είνε εις άκρον τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα ανατινασσόμενα εις ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις ρίπτεται εις το μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους συνναύτας του. Οι δεσμοί της λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα έξω.

Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις το παρακύλισμα του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [51] , και μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη άπτεται της θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει, την απομακρύνει μίαν στιγμήν και μετά δυνάμεως ακρατήτου την κατασυντρίβει επί της πλευράς του Σάνσελλορ.

Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον υπολείπεται ημίν μία εύθραυστος και στενή φαλαινίς.

Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι συριγμοί του ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος της πυρκαϊάς. Η κάμινος προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών λιγνυωδών [52] εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από του πρωραίου καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα πλέον, και φραγμός φλογός διαχωρίζει εις δύο τον Σάνσελλορ.

Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το όπισθεν του επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος επί τινος των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και τον κρατεί εν ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του. Εμέ κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω. Ο δε μηχανικός Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και σημειοί την ώραν εν τω σημειωματαρίω του.

Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς ημείς δεν δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη μεταξύ των δύο ημίσεων του πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ του μεγάλου καθέκτου.

Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ:

«Τα πάντα τετέλεσται;

 — Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα επιχύσωμεν χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα κατορθώσωμεν ίσως να την κατασβέσωμεν.

 — Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος τούτου καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις τους ναύτας διά μέσου των φλογών τούτων;

Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται.

«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου.

 — Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον μία μόνη σανίς του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν θα απελπισθώ.»

Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια ύδατα βάφονται διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη αντανακλώσι μεγάλας φλόγας ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν εις την κορώνην [53] , όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη φαλαινίδι ήτις κρέμαται από των επωτίδων της, και παρ' αυτή έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ.

Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το φρικαλέον αυτής;

Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς ταύτης ως υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο Σάνσελλορ τρέχει εν τω σκότει ως πυρπολικόν γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [54] ή πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των φλογών!

Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν θα ανοιχθή υπό τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική εγκεκλεισμένη εν τω κύτει;

Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε φοβερά όσον ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των μαινομένων στοιχείων βρόμος [55] ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή αύτη·

«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!»

Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα ταχύ επί των λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής επιτακτικής:

«Τον οίακα δεξιά, πάντη!»

Αλλ' είνε λίαν αργά.

Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και αίφνης γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν, πτερνοκοπεί πολλάκις και ο ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την θάλασσαν.

Ο Σάνσελλορ είνε ακίνητος.

ΙΕ'


 — Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου. — Δεν είνε ακόμη μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν δυνάμεθα να γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την Αμερικανικήν ακτήν και άρα γε φαίνεται η γη;

Είπον ότι ο Σάνσελλορ, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε, απέμεινεν όλως ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι εποντίσθησαν.

«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν τας δύο αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!»

Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των παραρρυμμάτων μέχρι του ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου προς το μέρος όπου το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το ους, ως εάν ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου της τρικυμίας.

Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι λέγει:

«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού ευδοκούντος, θα καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν!

 — Και έπειτα; είπον εγώ.

 — Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το «έπειτα» είνε μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού. Ημείς ας μεριμνώμεν περί του παρόντος!»

Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας, αλλά την στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω μέσω των φλογών! Πιθανώς σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ άφθονον, διότι μοι φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως δε η βάσις της εστίας είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός, διότι το ύδωρ είνε το στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε συνηθισμένος να το νικά.

Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά αύτη νυξ, αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το μόνον βέβαιον είνε ότι το ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο Σάνσελλορ πρέπει να έψαυσε μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε δύσκολον να γνωσθή ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε είνε τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά εσβέσθη, ότι ο Σάνσελλορ ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή παλίρροιαν.

Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών παραπέτασμα, το μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον, διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν διακρίνομεν τέλος όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον στενόν κατάστρωμα,, Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των δύο άκρων του πλοίου, και ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις το επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη δυνατόν να πατήσωσιν επί του καταστρώματος.



Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος μου συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή ουδέν πρέπει να επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή, θα αποβιβασθώμεν εις την παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ' εάν όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο Σάνσελλορ έχη εξοκείλη επί σκοπέλου απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον ανασύρωμεν, ώστε να τον καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις τον εγγύτατον λιμένα.

«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των βορειοδυτικών τούτων ανέμων ο Σάνσελλορ θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς νότον. Ιδού ότι επί πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού Ωκεανού, δυνατόν να εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου Αμερικής.

 — Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της εκρήξεως. Δεν θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον Σάνσελλορ και να καταφύγωμεν. . .

 — Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ' οποία τις είνε η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και βλέπομεν.»

Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς τους άλλους επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον νέον κίνδυνον, όν δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη ριφθή επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης γης. Μία δε μόνη παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν μάχεται υπέρ ημών και παλαίει επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της εκρήξεως.

Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός πυκνός μαύρος, εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς. Γλώσσαι τινες φλογεραί ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον δε βόμβον του πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι ούτε αι αντλίαι ημών ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι. Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η κατάσβεσις της πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων δεμάτων βάμβακος!

ΙΣΤ'


 — 30 Οκτωβρίου. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί περιφερείας ικανώς περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη, και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του Ωκεανού.

Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή και δεν υπάρχει έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε κατάφορτον. Κορυφαί τίνες βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων χρωμάτων του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων βασαλτικών. Πώς ηδυνήθη ο Σάνσελλορ να μετενεχθή τοσούτον εμπρός επί της υφάλου ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν, αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς πριν εξοκείλη. Όθεν εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το πλοίον, ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε κεκλιμένον από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται επιπονωτάτη η επί του καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου, καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια ταπεινούται, φαίνεται έτι μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις εφοβήθη μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις αυτού επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο φόβος.

Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί. Ο ιστός του επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των κυμάτων, επανελθών πλήττει τας πλευράς του Σάνσελλορ. Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του Ροβέρτου Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον.

Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι κραυγαί, και εν τω σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν άνθρωπον συγκρατούμερον από του θωρακίου του επιδρόμου, τον Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της πτώσεως του ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.



Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην πλοιάρχου του, και αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών, επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και εκάθισεν. Ο άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός μεριμνά.

Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και δέσωμεν αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί πλέον. Το διασωθέν τούτο ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς, τις οίδε;

Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη. Ήδη το βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του ορίζοντος πλέον των τριών μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων [56] διαθέει προς Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς Βορράν αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος, ιδιότροπος σύστασις βράχων ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα εξώκειλεν ο Σάνσελλορ. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος εν αμπώτιδι, θα επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον τούτο χρείας τυχούσης.

Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το ύδωρ είνε βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος.

Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις, καταλαμβάνει τα πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς ουδεμίαν ακτήν.

Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε ομίχλη εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του Σάνσελλορ μετά τελείας διαυγείας, αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε θάλασσα πληροί όλον το διάστημα.

Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς Ζέφυρον (Δ). Ο δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων, εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού κινήσεις, και αναγινώσκομεν σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω αυτού. Η έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα πλησίον ακτής, αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες προς Νότον από της προσορμίσεως του πλοίου παρά τας Βερμούδας νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που.

Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον, μεταβαίνει διά των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει τους επιτόνους του μεγάλου επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το ανώτατον του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει επιμελέστατα όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι ωλίσθησε μέχρι των τροπών και επανήλθε πλησίον ημών.

Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων.

«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς.

Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως:

«Και πού είμεθα, κύριε;»

 — Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.

 — Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος.

 — Έστω, αλλά δεν ειξεύρω.

 — Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω εγώ σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και. . . »

Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους.

Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει:

«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί τινος σημείου του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.»

Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις τους επιβάτας και εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν τροφής, καταβεβλημένοι υπό του καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο πλοίαρχος όσον τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις την πλήμμυραν.

Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε καπνός είνε ήττον [57] άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε βέβαιον ότι ο Σάνσελλορ έχει εν τω κύτει ικανήν ποσότητα ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν.

Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας σανίδας, και μετά δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί του καταστρώματος.

Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί ο αρχιναύτης. Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ' ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να αποτελειώση το έργον του.

Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ.

Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και να καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει ταύτην την γνώμην, συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης. Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι των υψίστων, ούς θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το μέρος του κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν, κατέκλυσε και το δοχείον του πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να εγκαταλίπωσι το Σάνσελλορ μήτε το πλήρωμα.

Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του επιστέγου ώσπερ τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται υπέρ των δύο επιβατριών. Οι δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους των, τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και εγκαθίστανται εκεί, διότι η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος.



Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται, τα τρόφιμα κατά μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι. Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα.

Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις να το πιστεύση, διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος εκόπασε πολύ. Περίπτωσις ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον Σάνσελλορ κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των σκληρών τούτων βασαλτών.

Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των αξιωματικών του πλοίου, περί του πληρώματος και περί της διαγωγής πάντων κατά την περίοδον ταύτην των κινδύνων. Πάντες επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε διεκρίθησαν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας. Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς δύναται τις να έχη πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις, ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε δραστηριώτατος και πανταχού παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε έτοιμος να διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά νεύματος, και κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι' αυτού και μόνου ενεργεί.

Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα υψουμένη· είνε δε ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος ανερχομένην εν τω κύτει του Σάνσελλορ, καθ' όσον και της θαλάσσης η επιφάνεια ανέρχεται, όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας, και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό είμεθα άξιοι συγχαρητηρίων.

Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του πλοίου βράχων κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου διακοσίων πεντήκοντα μέχρι τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο Σάνσελλορ. Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος, διότι το πλοίον ημών ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών ως τις σκόπελος.

Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από της δεκάτης, εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν ήδη δυνηθή την πρωίαν να υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [58] , παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν ποιεί παρατήρησιν ακριβεστάτην.

Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον γενόμενον δρόμον του πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και λέγει προς ημάς:

«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και τεσσαράκοντα πέντε μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.»

Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας όσους οι αριθμοί του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις. Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν θέλει να κρύψη, και επιμένει όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη παρούση καταστάσει.

Ο Σάνσελλορ εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους δυτικού επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς είνε δυνατόν να υπάρχωσι τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί; Λοιπόν το νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν πλουτωνείου τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να εξηγήση το γεγονός τούτο.



Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των Γουυανών, τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών.

Ο Σάνσελλορ λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου ογδόου παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος (ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ' ακολουθίαν ο Σάνσελλορ οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν φθάση την εγγυτάτην ακτήν.

Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η εντύπωσις η εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε κακή, — την στιγμήν ταύτην τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι διαφυγόντας τον διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η γη είνε απομεμακρυσμένη, ότι ο Σάνσελλορ, όταν αναχθή εις το πέλαγος, δύναται να καταποντισθή κατά τον διάπλουν. . . Αλλά τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις των τρόμων του παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να έχωσι πεποίθησιν.

Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός λόγος κελεύει: Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος αυτού, εννοείται δε και το δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της πλημμυρίδος, να εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα.

ΙΖ'


 — Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ. Λετουρνέρ περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να τον βεβαιώσω ότι η επί της υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία, εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ δεν φαίνεται συμφωνών.

«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ μείνωμεν επί των βράχων τούτων!

 — Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να ριφθώσιν εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος, και δεν θέλει και πολύ, εντός δύο ή τριών ημερών η εργασία τελειώνει.

 — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία αύτη, εάν ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ' είνε των αδυνάτων να εισδύση άνθρωπος εις το κύτος του Σάνσελλορ, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις αναπνοήν, και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή τούτο, αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως τε και αν άπαξ καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι! Οφείλομεν να φράξωμεν την διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την φράξωμεν μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν, αφ' ού εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν κάθημαι εγώ να απατώμαι, και θα το θεωρήσω ως ευτυχή περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ του σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν εις το πέλαγος, διότι ο Σάνσελλορ ήθελε κατασυντριβή επί της υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα εγίνετο τάφος ημών!»

Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς κινδύνων, διότι την μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα πιθανολογούσι τούτο, αλλ' όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού ανέμου. Και υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να παράσχη ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι επιβάται και το πλήρωμα του Σάνσελλορ, όταν εκ του πλοίου των ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν έκβρασμα ναυαγίου;

«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον Ροβέρτον Κόρτις;»

 — Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν ουρανόθεν ότι ο πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται να πράξη διά να μας εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη».

Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής ημών επί της υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται ακόμη να την υπολογίση, διότι προ πάντων εξαρτάται εκ των περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική κατάστασις δεν θα είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά στρώματα δεν είνε ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και κατ' ακολουθίαν οιωνός άριστος υπέρ των εργασιών ημών.

Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του έργου μετά δραστηριότητος.

Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την πυρκαϊάν, ήτις νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του βάμβακος υπεράνω της επιφανείας του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν του φορτίου,, Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε να καταπνιγή το πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον των.

Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον χειρισμόν των αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως είμεθα πάντες έτοιμοι να προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε επικουρία ημών δεν είνε αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του παρόντος οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι, είτε αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις την σύνταξιν του ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί τους αριθμούς του ή χαράσσει σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής και της ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι μηχάνημα δι' ού να ανελκυσθή ο Σάνσελλορ. Οι δε σύζυγοι Κηρ κάθηνται κατά μέρος, και απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και ολίγον τι ή ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν υπάρχει πλέον ο ναυτικός, και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος, φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ εκτελεί την συνήθη αυτού υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον τακτικόν αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν φιλόφρων, κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ, μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των άλλων ναυτών πέρα του πρέποντος.

Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον. Ευτυχώς μοι επέρχεται όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο Σάνσελλορ. Ο περίπατος αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ' είνε ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω έδαφος ού η αρχή είνε βεβαίως περίεργος.

Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της υφάλου ταύτης, ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις. Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ δυνάμεθα να εκτελέσωμεν μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν, καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως, όταν θα υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου μετά πάσης της δυνατής ακριβείας.

Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε φαλαινίς κομίζουσα βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά, παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον Σάνσελλορ την πρωίαν της 31 Οκτωβρίου.

ΙΗ'


 — Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου. — Αρχόμεθα κατά πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου τέταρτον μιλίου.

Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας έχοντες την βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου είνε απότομοι και απόκρημνοι, το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις αιφνιδία, ώσις σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων, εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων.

Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα καθαρώς ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου διατεθειμένοι εν τελεία τάξει, και ών τα κανονικά πρίσματα παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η θάλασσα, είνε θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις υποβαστάζει την υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν.

«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε βεβαίως νεωστί.»

 — Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας, επί της ακτής της Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον τούτο ακριβώς εις καιρόν κατάλληλον διά να δυνηθή ο Σάνσελλορ να καθίση επ' αυτού!

 — Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το μέρος τούτο του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται εις τους νεωτάτους ναυτικούς χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το τμήμα τούτο του Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των ναυτιλλομένων.

 — Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα φαινομένου ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν, αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ. Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις εφήμερος και όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους νέους των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον!

 — Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Προτιμότερον να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να παραλείψωμεν κίνδυνον υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν πλέον σκόπελον εκεί όπου θα υπάρχη σημειωμένος!

 — Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το κάτω κάτω της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να είνε προωρισμένον να διαρκέση όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα ήθελε να γίνη τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι ούτω πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του.

 — Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης τα της φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη ένα σκόπελον κατά την θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην, και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους τούτους εξεπίτηδες διά να βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του Σάνσελλορ, πάλιν να τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου, διά να τον απαλλάξη;

 — Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο νέος, παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας επροστάτευσε· ηθέλησε να ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την θάλασσαν όταν έλθη η ώρα.

 — Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων· δεν έχει ούτω φίλοι μου;

 — Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι νόμος της ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων την πεποίθησίν του εις τον Θεόν. Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της θαλάσσης, ποιείται χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ' αυτού, αισθάνεται πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε πεποίθησιν εις σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν.

 — Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ, και πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η ψυχή να είνε επιμόνως κλειστή εις τας εντυπώσεις της θρησκείας!»

Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους αποτελούντας την βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος επί των πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα ανεσκάλευε τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη τον τύπον της σφραγίδος της. Τα μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα υδρόφυτα. Ο άνεμος δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά ουδόλως εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη ύλην προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην θεμελιώδη κατασκευήν, ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου σχηματισμού.

Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον άκραν του νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο Σάνσελλορ Προτείνω εις τους συντρόφους μου να αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν μου.

«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας γελών, πρέπει τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα πλάσματα».

Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του βασαλτικού βράχου. Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν έχει χρείαν βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω πλησίον μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς ανωφερείας, αγούσης εις την υψίστην των κορυφών του.

Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και καθήμεθα και οι τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει τον σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών ημών εις το πράσινον πεδίον των υδάτων.



Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει τας τελευταίας κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον, καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν πόρον όν ηκολούθησεν ο Σάνσελλορ πριν καθίση.

Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει καθ' όλου το του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν μέρος εξογκούται μέχρι του εξοιδήματος, ού την κορυφήν κατέχομεν.

Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου, λέγει προς αυτόν ο πατήρ:

«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον»

 — Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον βασαλτικόν του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην Βραχοχοιρομήριον.

 — Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον! Και είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι δεν είνε διά τα δόντια των!»

Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο Σάνσελλορ, τούτ' έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό της κοιλότητος της λαβής ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ' υπερβολήν ταπεινή.

Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν δι' ετέρας κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού πολύ παρίσταται προ των οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους Εβρίδας και ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα, ολόκληρον, αλλά μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη εκ του τρόπου της ψύξεως των βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών αι συναρμογαί είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των πρισματικών γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν ήθελε καλλιτεχνήση καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος διά μέσου των ηχηρών τούτων βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας, εδημιούργησαν τας άρπας των Φιγγαλείων σκιών.

Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί μεν το έδαφος είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το άντρον και το μεταξύ των πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον.

«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της Στάφφας είνε ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου του Ωκεανού!»

Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος της παραλίας του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον Σάνσελλορ Ο Ροβέρτος Κόρτις πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου του μετά του ονόματος όπερ έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας.

Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα εις περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα διερχόμεθα ώρας τινάς ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος περί παν άλλο ή περί τον θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ ίνα εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της ασπλαγχνίας γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και έμεινε περιωρισμένος εν τω πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ' απέκρουσε την πρότασίν μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την λέμβον ή την καταλάβη ο ελάχιστος κάματος.

Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να επισκεφθή την ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή την πρότασίν ταύτην, ευτυχής διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της κυρίας της. Αλλ' ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ Κηρ αρνείται διαρρήδην.

Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ υπέρ της μις Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον τύχη της ευκαιρίας να παράσχω υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν εμού εν τω μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου.