WeRead Powered by ReaderPub
Ο Σάνσελλορ cover

Ο Σάνσελλορ

Chapter 29: ΚΔ'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A passenger keeps a daily journal of a transatlantic voyage aboard a three‑masted sailing ship, recording navigation through coastal channels, the vessel’s construction and handling, and impressions of the captain, officers and crew. Entries catalogue fellow travelers and the shipboard routines that govern meals and daily life, note professional seamanship and occasional seasickness, and trace how prolonged confinement fosters acquaintance and curiosity among passengers. Technical observations and personal reflections alternate, and the diary builds a quiet suspense about unfolding events and the characters who may shape them.

Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον των βράχων περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία του νησυδρίου και γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της πνοής του ανέμου. Είμεθα όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην, διότι αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το νησύδριον είνε μικρόν, αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε αγαπώμεν την άγονον ταύτην ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να μη είνε γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά χαράς. Είνε γη ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα του Σάνσελλορ, και είμαι βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης.



Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς ότι ανήκει τη οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών στερλινών, ό έστι τριακοσίων δραχμών.

«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν ενοικιάση τις αυτήν εδώ περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου;

 — Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως σκοπεύετε να την εκμισθώσετε;

 — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα στεναγμόν, και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην ευτυχίαν.

 — «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας.

Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ! Η νεάνις, άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού!

ΙΘ'


 — Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου — Τας πρώτας πέντε ημέρας, αφ' ότου εκάθισεν ο Σάνσελλορ, ατμοί δριμείς και πυκνοί εκθρώσκουσιν από του κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να θεωρήσωμεν την πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των αντλιών, ώστε το σκάφος είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε άμπωτις, το ύδωρ ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν.

«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε σημαντική, αφ' ού η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος.

Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει επιφάνειαν ολιγωτέραν των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την θάλασσαν κατά την ώραν της αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα της ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του έμπροσθεν του πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [59] συνετρίβησαν υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω του κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας σφοδρότητος, διότι και το πλοίον όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως άξιον ότι το σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα γε εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου εξαχθέντος ή μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος του Σάνσελλορ και να ανελκύση τα δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ.

Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε βοηθεία του πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν.

Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις είχε καταπέση την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο Σάνσελλορ, και είχον κατορθώση να τον ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί του παλαιού τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες ενέσκαψε. Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών επιδέσμων και γόμφων σιδηρών, εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο τεθραυσμένων τεμαχίων.

Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι επίτονοι, οι παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά των τροχίλων [60] καταλλήλως αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον.

Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν του πλοίου, διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών. Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και φροντίδας. Χρόνος δεν ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις τους θαλάμους ημών.

Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι, όπερ πληροί το κύτος εν ώρα πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω των καθεκτών, και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος προς ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το πλείστον είνε όλως εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του νησυδρίου.

Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να φροντίσωμεν όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το πληρούν το κύτος. Εντεύθεν επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω σκάφει του πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου, κατά την ώραν της αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού επί της οπής· αλλ' επειδή το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν, όταν η εν τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των αντλιών, ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την έμφραξιν της οπής, επισωρεύων δέματα βάμβακος επί των τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και μετ' ου πολύ ο πυθμήν του Σάνσελλορ είνε ως υπεστρωμένος διά των βαρέων και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα επιτρέψωσιν εις το φύλλον του χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον.

Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη κινήσει των αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει κατέρχεται κατά μικρόν και οι άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι την εκφόρτωσιν.

«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα δυνηθώμεν να επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον θα ήτο να κατακλίνωμεν το πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ' ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε θα μ' εμπόδιζεν ο φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα εξετίθετο εις την διάθεσιν των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας διαβεβαιώσω ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου να δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας ικανής.

Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή, και η εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο άνευ δυσχερείας. Εδέησε δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του πληρώματος, εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον του.

Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την εξακολουθήσωμεν πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η χειρ και οι νεφροί τάχιστα κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται δυσχεραίνουσι το έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς, καθ' όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό τους πόδας ημών βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και δεν πρόκειται αγών μεταξύ ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν αυτό. Είθε να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου βυθιζομένου!

Κ'


 — Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου. — Σήμερον καθωρθώθη να γίνη η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον του πικρικού κατά την πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον, ουδέ εβλάβη υπό του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις την θάλασσαν; αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν.

Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών βεβαιούσιν ότι το κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι πάθη ολιγώτερον ή όσον ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί υπεβλήθησαν, τας εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του σκάφους.

Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες της εσωτερικής επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα εφθαρμένα, το στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν διερράγη.

Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο Σάνσελλορ υπέστη βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται προφανώς να τας θεραπεύση διά των περιορισμένων μέσων ά διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον του στερεόν προς μακρόν διάπλουν.

Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα εμφρόντιδες. Αι βλάβαι είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί σκοπέλου, όν η θάλασσα δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση να διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα ηδύνατο να έχη τουλάχιστον πεποίθησιν.

Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας, επιβάτας τε και πλήρωμα, επί του καταστρώματος του Σάνσελλορ, λέγει.

«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν, και το σκάφος του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς επισκευήν, το δε, όντες επί του νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης τρικυμίας, δεν έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να καταπλεύσωμεν εις τον εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου, της βορείου παραλίας της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!»

Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου Κόρτις εγένετο αποδεκτή ομοθύμως.

Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν εσωτερικώς την διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ' είνε πολύ προφανές ότι ο Σάνσελλορ δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς μακρόν πως διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον πρώτον τυχόντα λιμένα.

Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των επηγκενίδων εν τω μέρει του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν δύναται να επισκεφθή το μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της αμπώτιδος, οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν.

Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός. Την ημέραν δε ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς επισκευήν του πλοίου του, αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις.

Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος εκενώθη του τε φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο Σάνσελλορ δεν έπαυσεν επιπλέων και προ της πλημμυρίδος. Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την πρώραν και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν τη μικρά εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και αριστερόθεν υπό των βράχων ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη αύτη κατά το ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω Σάνσελλορ να εκτελέση ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων προσδεθέντων επί του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν εστραμμένην την πρώραν προς Νότον.

Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον Σάνσελλορ είτε επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος, προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς δυσχερείας, περί ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν, εν ώρα πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις το βύθισμα του Σάνσελλορ, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε υπεράνω της καμάρας ταύτης πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω, επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού ερρίφθη εις την λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες δέον να παρέλθωσι πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια ισημεριακή.

Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να αναμένη πλείονας μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις απαλλαγήν του πλοίου του. Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση [61] , ώστε να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση.

Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ' ακολουθίαν, προς την διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση πλησίστιον και εναντίον κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού η στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν συσκεψάμενος μετά του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο Σάνσελλορ προελκυσθή. Κατ' ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν άγκυρα, εάν τυχόν, της επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον εις το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του πόρου, ού το μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε δε αλύσεις προστίθενται εις το βαρουλκόν, το πλήρωμα επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την τετάρτην ώραν μετά μεσημβρίαν ο Σάνσελλορ άρχεται κινούμενος.

Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά πρότερον το πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά το πρόσθιον της τρόπιδος μετ' ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί.

Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [ 62] υπερέβη το κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη ενώση την ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του βαρούλκου. Όθεν τα τε κατώτερα και τα ανώτερα ιστία αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον άνεμον.

Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται και ναύται επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του επιστέγου επιτηρών την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου.



Ο Σάνσελλορ αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη θάλασσα υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος.

«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας και πεποίθησιν εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί, εμπρός!»

Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός των κατακλείδων [63] , αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας. Ο άνεμος επιτείνεται και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη εικοστύν τινα ποδών. Και τις των ναυτών άδει τι εκ των λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός επιβοηθεί εις το να καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους.

Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο Σάνσελλορ τρέμει. . .

Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα δυνηθώμεν να διέλθωμεν.

Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν δύναται να μείνη ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή. Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την πρύμναν ευθύς ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην. Στρέφομεν προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας. . . Αλλ' ο Σάνσελλορ ολισθαίνει επί της τρόπιδος και επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως ειρκτή αυτού.

«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν;

 — Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα περάσωμεν.»

ΚΑ'


 — Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου — Τω όντι επάναγκες είνε να εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής, διότι ο καιρός ο ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον κινδυνεύει να μεταβληθή. Το βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον, όπερ δεν είνε κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο Σάνσελλορ θα κατεκερματίζετο.

Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω των υδάτων. Είς μόνος τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της καμάρας διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε ή εννέα δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το βύθισμα το Σάνσελλορ· θα διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα, βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και θα ευρεθή αύθις πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα.

«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο αρχιναύτης, και θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον όταν χαμηλώνουν τα νερά θα ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας.

 — Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.

 — Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα δεν θα ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα έχομεν εις το πλοίον.

 — Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!»

Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία! Αλλά εντός ενός μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της θαλάσσης!

«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν.

 — Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν.

 — Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν.

Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του μακαρίτου Ρόμπυ, η εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το κώλυμα! Μία οπή αρκεί να ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη πλέον!

Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της υφάλου εν τόπω ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε εξήχθη εκ του κύτους.

Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε Δαούλας οδηγούμενος υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις οφείλει να παραγάγη το άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να ελπίζωμεν ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον άμα τη ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον αποτέλεσμα, ο πόρος θα κατασταθή ελεύθερος.

Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και πικρόν, εξαγόμενον εκ της ζωπίσσης των γαιανθράκων, συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της ποτάσσης, αποτελεί άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε κατωτέρα μεν της βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ' είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους πυρίτιδος, διότι έν γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις να προκαλέση διά σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων πυροκροτικού άλατος.

Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού, διεξάγεται μετά ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε δυνατόν να εργάζωνται εις την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί μίαν μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες παλίρροιαι ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος.

Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον. Ο εκ βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να περιλάβη δεκάδα λιτρών εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή πάραυτα.

Είνε περίπου ογδόη ώρα.

Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν λέγει ημίν·

«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι τούτο θα μας επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί διά καψυλίου, του οποίου η έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως, είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε βέβαιον ότι η ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει σφοδρότατον θα προλεάνη την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα διασπάση έπειτα τον βασάλτην τούτον.»

Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως ότι οσάκις ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του, αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και εισαχθείσης προηγουμένως άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την οπήν το μίγμα και πιέζεται προσηκόντως.

Ο Σάνσελλορ απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται εκ της εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και πλήρωμα κατεφύγομεν εις την εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον. Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον παρά τας αντεγκλήσεις του.

Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα περίπου λεπτά της ώρας, έρχεται προς ημάς.

Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου ή όσον θα υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η οπή είνε βαθεία.



Σπεύδομεν εις το κώλυμα. . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ βασάλτου βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ πληρουμένη ήδη υπό της πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και καθιστά τον πόρον ελεύθερον.

Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή και οι καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να φύγωσι!

Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο Σάνσελλορ, ελκυσθείς επί των αγκύρων του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας θαλάσσης.

Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον, διότι δεν δύναται να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν' επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς εξασφάλισιν της ισορροπίας του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το πλήρωμα καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των δεμάτων του βάμβακος.

Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ εξερχόμεθα άπαξ έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν τρεις εβδομάδας. Το όνομα του Σάνσελλορ, το του σκοπέλου, η ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό του Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το ύστατον τον βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών τινας θα συγκαταριθμώμεν μεταξύ των αρίστων του βίου ημών!

Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο Σάνσελλορ απαίρει υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η τελευταία κορυφή του Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα.

ΚΒ'


 — Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου. — Ιδού λοιπόν είμεθα εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου. Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον μίλια. Εάν δε ο άνεμος Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο Σάνσελλορ ουριοδρομών [64] θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την παραλίαν της Γουυάνης.

Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ βίος λαμβάνει τον κανονικόν αυτού ρουν.

Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις του ανέμου εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν θέλει να αυξήση τα ιστία, μήπως επιβάλλων υπερβολικήν ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της διαρροής.

Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις, όταν δεν έχωμεν πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς! Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να προχωρώμεν! Όθεν έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής και ταχύς πλους.

Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν τέταρτον προς Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται να διατηρηθή. Δέον να κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το πλοίον τοιχίζει εις μέγιστον βαθμόν.

Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την τρόπιν του Σάνσελλορ, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως, αφ' ού δεν πρόκειται τόσον να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν, όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις στερεάν.

Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος επιτείνεται οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα (ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών επανέρχονται εις τους θαλάμους των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το επίστεγον, το δε πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν των ανωτέρων αυτού ιστίων.

Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον θάλαμον, βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ του κύτους και αναφωνούντα·

«Δύο πόδας νερά!»

Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και εξακριβούσιν ότι η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή πάσα ασφάλεια, ή αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει μεθ' ορμής εις το κύτος.

Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον κατά τον ούριον άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και αναμένομεν την ημέραν.

Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες ύδατος.

Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα χείλη του, αλλά διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται, ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του καταστρώματος, μανθάνουσι τι συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη τις.

«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ.

 — Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν της ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν.

 — Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.

 — Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους ώμους.

 — «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ.

Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης, της μεστής πίστεως αδιαφιλονικήτου.

Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η υπηρεσία των αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας, οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις τας σκυτάλας των αντλιών.

Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας καταμετρήσεις και εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του πλοίου.

Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και κατ' ανάγκην χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη επανειλημμένου καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του εκτελεσθέντος έργου.

Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η επιφάνεια του ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι' οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον ζήτημα χρόνου βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του Σάνσελλορ, είνε ήδη τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [65] μάλλον-μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος. Βλέπω τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή ο υποπλοίαρχος κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα.

Κακός οιωνός.

Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην την νύκτα, αλλ' η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε εξησθενωμένον και συμπτώματα αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο δεύτερος δίδουσι το καλόν παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και τοποθετούνται προ των σκυταλών των αντλιών.

Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο Σάνσελλορ είχε καθίση επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το πλοίον ημών επιπλέει επί αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν στιγμήν να εξαφανισθή.

ΚΓ'


 — Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας έτι ώρας αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν του ύδατος να ανέλθη εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή, καθ' ήν αι αντλίαι δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους.

Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον αναπαυόμενος, κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον ακολουθώ και εγώ μετά του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και εξακριβούμεν παραβάλλοντες το ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου κλου», ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη εξάρθρωσις γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος Κόρτις θα δοκιμάση να καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν, περικαλύπτων αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των ένδον και των εκτός.

Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να αντλώσι λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον.

Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν διότι πρέπει πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε, αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα δι' επαρτών [ 66] , προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε να καλύψωσι τελείως το μέρος τούτο του σκάφους του Σάνσελλορ.

Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και ημείς επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως το ύδωρ εισρέει έτι, αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια του ύδατος κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι αντλίαι νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του εισρέοντος εις το κύτος, και δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί στιγμήν.

Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα σκοτεινήν. Εν τούτοις ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς ότι το σκάφος του Σάνσελλορ είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει να καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το πέλαγος, δεν θα εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του και αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός μόνος εν τω πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο Σάνσελλορ ήθελε καταποντισθή υπό τους πόδας του.

Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις τίποτε.

Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την έξωθεν πίεσιν, την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να αναστείλη τας λέξεις ταύτας συνοδευομένας υπό βλασφημιών.

«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!»

Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου πληρούται, βυθίζεται προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς τεθαλασσωμένη.

Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε μείζονος και εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις χείρα.

Αλλά τα πάντα ανωφελή!

Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα αύξησις του ύδατος εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει αυτούς να εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται.

Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν, οχλαγωγός, περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε περίπου τεσσαρακοντούτης, το πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή εξυρημέναι, τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι οφθαλμοί του σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν, ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων εμφαινουσών κακεντρέχειαν.

Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του.

Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον μάγειρον Γύγξτροπ, άνθρωπον κακόν και αυτόν.

Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις τας αντλίας, ο Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως.

Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα.

Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν.

Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην.

«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν ανερχόμενος εις το πρωραίον κατάστρωμα.



Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον, εισέρχεται εις τον θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά περιστρόφου.

Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά, νεύσαντος αυτώ του Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν των.

ΚΔ'


 — Τη 4 Δεκεμβρίου — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη διά της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα είνε και εν τω μέλλοντι ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν, διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε καταστήση φοβεράν κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν.

Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι κινήσεις του πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας υψούται υπό του κύματος, δέχεται όγκους θαλάσσης καταβάλλονται αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε προστίθεται εις το κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον.

Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας υστάτας ώρας της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί κατά μικρόν υπό τους πόδας των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ' αδιαλείπτως τα κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες.

Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του Ροβέρτου Κόρτις και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως ανανεούται και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε χειριζόμενοι τους κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη μέχρι της ζώνης κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα.

Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του μηνός μετά συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του αρχιναύτου και του πλοιάρχου Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η φαλαινίς, το μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους πάντας, σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση χειριζόμενον τας αντλίας μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο πλοίαρχος την επιβίβασιν.

Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη να ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη κεραιών και των διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το προσήκον μήκος. Η θάλασσα, σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε δύσκολον και όταν αι περιστάσεις είνε ευνοϊκαί.

Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο ξυλουργός και δέκα ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς και να κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα της σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών μήκους, είκοσι δε μέχρι εικοσιτέσσαρων πλάτους.

Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα ακόμη επί των αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ αδιαλείπτως παρατηρεί μετά βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των κυμάτων, εν περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ δυσχερείας; Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον εγκαταλίπωμεν.

Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ, ήν μακρά κάρωσις [67] καθιστά σχεδόν αναίσθητον.

Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί τινας στιγμάς μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε να είνε έτοιμη προς παν ενδεχόμενον.

«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα νεάνις επανερχομένη πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ.

Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα και συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του.

Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας σχεδόν απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων κενών και στεγανώς κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και τα συνδέουσι στερεώς.

Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο μίστερ Κηρ επιφαίνεται κράζων:

«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!»

Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την μίσιζ Κηρ άπνουν.

Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται παρευθύς κρατών χάρτην, εξάντα και πυξίδα.

Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω πλοίω. Το πλήρωμα ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα, ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν δύναται να τους περιλάβη. . . .

Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την στιγμήν εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν περί του όλου μου βίου! Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις είνε και το τέρμα αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας υπό τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως εάν ο Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού!

Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες εκ τρόμου. Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι χείρα κωλύουσάν με.

Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά ρέουσιν από των οφθαλμών του.

«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι δύο θα τον σώσωμεν!»

Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και θα τον αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο Σάνσελλορ ωθούμενος τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν.

Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου. Αυτομάτως αρπάζω σχοινίον τι. . . Αλλά διά μιας ο καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα είνε ήδη δύο πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο Σάνσελλορ μένει ακίνητος.



ΚΕ'


 — Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου. — Ο Ροβέρτος Κόρτις ήρπασε τον νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου καταστρώματος, τον αποθέτει επί των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού.

Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε να δύναμαι να διακρίνω τα συμβαίνοντα.

Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος επί του επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί δε των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος.

Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία του πατρός του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ' εκάστης βαθμίδος, και τέλους ανέβη ο νέος άνευ τινός απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων να καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω κινδυνεύουσα να σαρωθή υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ απέμεινε παρ' αυτή και δεν ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην.

Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του καταποντισμού ήτο να παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη κάτω τας κεραίας και τους ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του πλοίου. Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο Σάνσελλορ δεν θα περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις άλλην; Έρχομαι πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ.

«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας, διότι τούτο εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το πλοίον διατελεί εν ισορροπία ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να μεταβληθώσιν εν ριπή οφθαλμού!