WeRead Powered by ReaderPub
Ο Σάνσελλορ cover

Ο Σάνσελλορ

Chapter 41: ΛΣΤ'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A passenger keeps a daily journal of a transatlantic voyage aboard a three‑masted sailing ship, recording navigation through coastal channels, the vessel’s construction and handling, and impressions of the captain, officers and crew. Entries catalogue fellow travelers and the shipboard routines that govern meals and daily life, note professional seamanship and occasional seasickness, and trace how prolonged confinement fosters acquaintance and curiosity among passengers. Technical observations and personal reflections alternate, and the diary builds a quiet suspense about unfolding events and the characters who may shape them.

Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε παμπληθής περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα αποτελούνται μόνον εκ μακρών σχοινίων εχόντων κατά το άκρον καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού κρέατος ως δέλεαρ, συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει τις ότι τελείται εν τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω ύδατι επί πυράς εκ ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε οικονομία των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε επί δύο ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι πλέον των εκατόν πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα πλέον, και τα πάντα θα έχωσι κάλλιστα.

Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις ύδασιν ημών· Την 17 καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος τεσσάρων ή μέχρι πέντε μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα πτερύγια και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών ταινιών λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε είνε επίφοβα ένεκα του ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά των πλήττει τους σφηκίσκους [80] μετά φρικαλέας βίας. Εν τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι πλήττοντες διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα προκαλούντα προαισθήσεις.

ΛΓ'


 — Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου. — Σήμερον η κατάστασις της ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη παραπονώμεθα, διότι είνε εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η τάσις του ιστίου να τον διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται μετά ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ ολκόν [81] τινα μακρόν.

Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων κατέστη ολίγον τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να στήση δρύφακτα [82] υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της θαλάσσης.

Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα τας προμηθείας και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε καταστήση ημάς εις την φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν δύναται να μη φρικιάση.

Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών άτινα λέγονται κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες. Προτρέπω τους συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη.

Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των ναυτών, μάλιστα δε ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την ώραν, αλλά με λανθάνει περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν οσάκις έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό τούτο παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους· διότι ο μαύρος Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους συντρόφους των.

Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν νέφος. Ο άνεμος δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία μένει στάσιμος. Ναύται τινες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν, ελάττωσαν την δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται τις παραβόλως [83] εις τα κύματα ταύτα, άτινα λυμαίνονται καρχαρίαι, ουδείς δε ημών εμιμήθη τους ακηδείς [84] τούτους ανθρώπους. Αλλά τις οίδεν όμως εάν βραδύτερον θα διστάσωμεν έτι να τους μιμηθώμεν; Βλέπων τις ακίνητον την σχεδίαν, τας ευρείας κυμάνσεις του Ωκεανού άνευ ουδεμιάς ρυτίδος, το ιστίον αδρανές επί του ιστού, δεν οφείλει να φοβήται μη παραταθή η κατάστασις αύτη;

Η υγίεια του υποπλοιάρχου Ουάλτερ αδιαλείπτως απασχολεί ημάς τα μέγιστα. Ο νέος ούτος τήκεται υπό πυρετού βραδέως και ατάκτου. Ίσως η κινίνη θα κατέβαλλε τον πυρετόν τούτον, αλλ', επαναλαμβάνω η κατάκλυσις του επιστέγου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων εξηφανίσθη εν τοις κύμασι. Έπειτα ο τάλας ούτος είνε φθισικός και από τινος η ανίατος νόσος προώδευσεν εν αυτώ τεραστίως. Τα εξωτερικά συμπτώματα δεν δύνανται να μας απατήσωσι. Ο Ουάλτερ κατελήφθη υπό μικράς και ξηράς βηχός, η αναπνοή του είνε βραχεία, και οι ιδρώτες άφθονοι, μάλιστα δε την πρωίαν. Γίνεται ισχνός, η ρις λεπτύνεται, τα δε μήλα των παρειών, εξέχοντα, είνε ρόδινα και το χρώμα αυτών ποιεί αντίθεσιν προς την καθ' όλου ωχρότητα του προσώπου, αι παρειαί είνε κοίλαι και τα χείλη συνεσταλμένα, οι επιπεφυκότες υμένες των οφθαλμών λάμποντες και υποκυανίζοντες. Αλλά και εν καλλιτέρα εάν ήτο καταστάσει ο τάλας υποπλοίαρχος, η ιατρική θα ήτο ανίσχυρος προ της αδυσωπήτου ταύτης νόσου.

Την 20 η αυτή κατάστασις της θερμοκρασίας, η αυτή ακινησία της σχεδίας. Αι καυστικαί του ήλιου ακτίνες διαπερώσι τα υφάσματα της σκηνής μας και καταβεβλημένοι υπό της θερμότητος ασθμαίνομεν ενίοτε. Μετά πάσης αγωνίας αναμένομεν την στιγμήν καθ' ήν ο αρχιναύτης επιχειρεί την ευτελή διανομήν του ύδατος! Μετά ποίας απληστίας εφορμώμεν κατά των ολίγων τινών σταγόνων υγρού θερμού! Ο ουδέποτε υπό δίψης ταλαιπωρηθείς δεν θα δυνηθή να με νοήση.

Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ κατατρύχεται υπό δίψης και ταλαιπωρείται είπερ τις και άλλος εκ της λειψυδρίας ταύτης. Είδον την μις Χέρμπυ φυλάττουσαν αυτώ όλην αυτής την μερίδα του ύδατος. Συμπαθής και εύσπλαγχνος η νεάνις αύτη πράττει ό τι δύναται, αν μη προς τελείαν κατάπαυσιν, αλλά τουλάχιστον προς ανακούφισιν των αλγηδόνων του ατυχούς ημών εταίρου.

Σήμερον η μις Χέρμπυ μοι λέγει:

«Ο ατυχής αδυνατίζει καθ' ημέραν, κύριε Κάζαλλον.

 — Μάλιστα, μις, απεκρίθην, και δεν δυνάμεθα τίποτε υπέρ αυτού, τίποτε!

 — Ας προσέχωμεν, είπεν η μις Χέρμπυ, ειμπορεί να μας ακούση».

Έπειτα υπάγει και κάθηται εις το άκρον της σχεδίας, και την κεφαλήν έχουσα εστηριγμένην επί των χειρών της διαμένει σύννους.

Σήμερον συνέβη τι λυπηρόν όπερ οφείλω να καταγράψω.

Επί μίαν σχεδόν ώραν οι ναύται Όουεν, Φλαίπολ, Βάρκε και ο μαύρος Γύγξτροπ συνδιελέγοντο ζωηρότατα. Συνεζήτουν ταπεινή τη φωνή, και τα σχήματά των εδήλουν μέγαν υπερερεθισμόν. Μετά τον διάλογον τούτον ο Όουεν εγείρεται και κατευθύνεται θρασέως προς την πρύμναν, εις το μέρος της σχεδίας το προωρισμένον εις τους επιβάτας.

«Πού πηγαίνεις, Όουεν; ερωτά ο αρχιναύτης.

 — Όπου έχω δουλειά.» αποκρίνεται αυθαδώς ο ναύτης.

Την χυδαίαν ταύτην απόκρισιν ακούσας ο αρχιναύτης, εγκαταλείπει την θέσιν του, αλλά προλαβών ο Ροβέρτος Κόρτις είνε αντιμέτωπος τω Όουεν.

Ο ναύτης υπομένει το βλέμμα του πλοιάρχου του και μετά τρόπου ιταμού λέγει:

«Καπετάνιε, έχω να σου 'μιλήσω από μέρος των συντρόφων.

 — Λέγε, είπε ψυχρώς ο Ροβέρτος Κόρτις.

 — Για το μπράντεβιν θέλω να ειπώ, επαναλαμβάνει ο Όουεν. 'Ξέρεις, εκείνο δα το βαρελάκι. . . Τι το φυλάτε; για της φώκες ή για τους αξιωματικούς;

 — Και έπειτα; λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις.

 — Ζητούμεν να μας μοιράζουν κάθε πρωί το συνηθισμένο μας ποτηράκι όπως και πρώτα.

 — Όχι, αποκρίνεται ο πλοίαρχος.

 — Τι είπες;,, αναφωνεί ο Όουεν.

 — Είπα; όχι.»

Ο ναύτης παρατηρεί ατενώς τον Ροβέρτον Κόρτις και μειδίαμα κακεντρεχές αναπτύσσει τα χείλη του. Διστάζει επί στιγμήν, ερωτών εαυτόν εάν οφείλη να επιμείνη, αλλά συγκρατείται, και ουδέ λέξιν ειπών, επανέρχεται προς τους εταίρους, οίτινες διαβουλεύονται ταπεινή τη φωνή.

Ο Ροβέρτος Κόρτις καλώς εποίησεν άρα γε αρνηθείς ούτως αυθεντικώς;

Το μέλλον θα μας το διδάξη. Ότε δε είπον προς αυτόν περί του συμβάντος τούτου, μοι λέγει:

«Ποτόν εις τους ανθρώπους τούτους! Προτιμώ να το ρίψωμεν εις την θάλασσαν!»

ΛΔ'


 — Τη 21 Δεκεμβρίου. — Ουδέν ακόμη αποτέλεσμα του ανωτέρω συμβάντος, σήμερον τουλάχιστον.

Επί τινας ώρας εκ νέου αναφαίνονται σπάροι κατά μήκος της σχεδίας και δυνάμεθα έτι να συλλάβωμεν μέγιστον αριθμόν. Τους στοιβάζομεν εντός βυτίου κενού, και η επαύξησις αύτη των προμηθειών παρέχει ημίν ελπίδας ότι υπό της πείνης τουλάχιστον δεν θα ταλαιπωρηθώμεν.

Η εσπέρα επήλθεν, αλλ' άνευ της συνήθους δροσερότητος. Συνήθως αι νύκτες είνε δροσεραί υπό τους τροπικούς, αλλ' αύτη προμηνύεται ότι θα είνε πνιγηρά. Όγκοι ατμού περιστρέφονται βαρέως υπεράνω των κυμάτων. Την πρώτην δε ώραν και τριάκοντα λεπτά της πρωίας θα έχωμεν νουμηνίαν· όθεν το σκότος είνε βαθύ μέχρι της ώρας καθ' ήν αστραπαί θερμότητος, ών η έντασις θαμβώνει, φωτίζουσα τον ορίζοντα. Είνε δε αύται μακραί και ευρείαι ηλεκτρικαί εκκενώσεις, άνευ ωρισμένου σχήματος πυρπολούσαι μέγα διάστημα. Αλλά περί κεραυνού ουδείς λόγος και δύναταί τις μάλιστα ειπείν ότι η άκρα ηρεμία της ατμοσφαίρας εμποιεί φόβον.

Επί δύο ώρας αναζητούντες εν τω αέρι πνοήν τινα ήττον καυστικήν η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και εγώ, παρατηρούμεν τα προοίμια ταύτα της καταιγίδος, άτινα είνε ως τι δοκίμιον της φύσεως, και λησμονούντες την παρούσαν κατάστασιν, θαυμάζομεν το ύψιστον τούτο θέαμα της μάχης ηλεκτρικών νεφών, άτινα φαίνονται ως φρούρια μετά επάλξεων, ών η οφρύς στέφεται υπό πυρών. Και των αγριωτάτων ανθρώπων η ψυχή είνε ευαίσθητος εις τας μεγάλας σκηνάς, και βλέπω τους ναύτας παρατηρούντας μετά προσοχής την ακατάπαυστον ταύτην των νεφών κατάφλεξιν. Αναμφιβόλως παρατηρούσι δι' οφθαλμού τεταραγμένου τα «σκόρπια» ταύτα ως κοινώς λέγονται, διότι δεν διαμένουσιν επί ουδενός σημείου του διαστήματος, προαναγγέλλοντα προσεχή πάλην των στοιχείων. Τω όντι τι έμελλε να γίνη η σχεδία μεταξύ της μανίας του ουρανού και της θαλάσσης;

Μέχρι του μεσονυκτίου μένομεν καθήμενοι εν τη πρύμνη. Αι φωτειναί δε αύται εκροαί, ών την λευκότητα η νυξ διπλασιάζει, διαχέουσιν εφ' ημών βαφήν τινα πελιδνήν, ομοίαν προς το φασματώδες εκείνο χρώμα, όπερ λαμβάνουσι τα αντικείμενα φωτιζόμενα υπό της φλογός οινοπνεύματος περιέχοντος άλας.

«Φοβείσθε την καταιγίδα, μις Χέρμπυ; ερωτά ο Ανδρέας Λετουρνέρ την νεάνιδα.

 — Όχι, κύριε, αποκρίνεται η μις Χέρμπυ, το δε συναίσθημά μου είνε μάλλον σέβας. Δεν είνε εκ των ωραιοτάτων φαινομένων τα οποία δυνάμεθα να θαυμάσωμεν;

 — Ουδέν αληθέστερον, μις Χέρμπυ, υπολαμβάνει ο Ανδρέας Λετουρνέρ· μάλιστα δε όταν βροντά. Δύναται το ους να ακούση κρότον μεγαλοπρεπέστερον; Τι είνε προς αυτόν αι εκπυρσοκροτήσεις του πυροβολικού, οι ψόφοι εκείνοι οι ξηροί και άνευ βόμβου παρατεταμένου; Η βροντή γεμίζει την ψυχήν και είνε ήχος μάλλον ή κρότος, ήχος όστις αυξάνει και ελαττούται ως λεπτός φθόγγος αοιδού. Και διά να είπω το παν, μις Χέρμπυ, ουδέποτε φωνή καλλιτέχνου με συνεκίνησεν, όσον η μεγάλη αύτη και απαράμιλλος φωνή της φύσεως.

 — Φωνή βαθυφώνου, είπον εγώ γελών.

 — Τω όντι, αποκρίνεται ο Ανδρέας, και είθε να την ακούσωμεν εντός ολίγου, διότι αι άκροτοι αστραπαί είνε μονότονοι!

 — Νομίζεις, αγαπητέ μου Ανδρέα; απεκρίθην. Υπόμενε την καταιγίδα αν έλθη, αλλά μη την ποθής.

 — Καλά! αλλ' η καταιγίς είνε άνεμος!

 — Και νερόν, αναμφιβόλως, προσθέτει η μις Χέρμπυ, νερόν του οποίου έχομεν έλλειψιν!»

Πολλά θα είχε τις να απαντήση προς τους δύο τούτους νέους, αλλά δεν θέλω να αναμίξω τον λυπηρόν πεζόν λόγον μου προς την ποίησίν των. Θεωρούσι την καταιγίδα εξ ειδικής όλως απόψεως, και επί μίαν ώραν τους ακούω ποιητικώς περί αυτής λαλούντας και επικαλουμένους αυτήν εξ όλης καρδίας.

Εν τούτοις το στερέωμα κατά μικρόν εκρύβη όπισθεν του πάχους των νεφών. Τα άστρα σβέννυνται ανά έν εν τω ζενίθ, ολίγον μετά την εξαφάνισιν των ζωδιακών αστερισμών υπό τας ομίχλας του ορίζοντος. Οι μαύροι και βαρείς ατμοί στρογγυλούνται υπεράνω των κεφαλών μας και καλύπτουσι τους τελευταίους αστέρας του ουρανού. Κατά πάσαν στιγμήν ο όγκος ούτος διαχέει μεγάλας λάμψεις υπολεύκους, εφ' ών αποτυπούνται νεφύδρια υπότεφρα.

Όλον τούτο το δοχείον του ηλεκτρισμού, το ιδρυμένον εν ταις υψηλαίς χώραις της ατμοσφαίρας, εκενώθη μέχρι της ώρας ταύτης αθορύβως. Αλλ' επειδή ο αήρ είνε ξηρός και ως εκ τούτου μάλιστα, κακός αγωγός, το ρευστόν θα δυνηθή να εκφύγη μόνον διά φοβερών συγκρούσεων, και μοι φαίνεται αδύνατον να μη εκραγή μετ' ου πολύ η καταιγίς μετ' άκρας σφοδρότητος.

Την αυτήν γνώμην έχει και ο Κόρτις και ο αρχιναύτης, όστις ως μόνον οδηγόν έχει το ναυτικόν αυτού ένστιγμα όπερ είνε αλάθητον. Ο δε πλοίαρχος προς τω ενστίγματι τούτω του «ουέδερ ουάιζ», του μάντεως του καιρού, έχει και τας γνώσεις πεπαιδευμένου ανδρός. Μοι δεικνύει άνωθεν ημών σωρείαν πυκνών νεφών, άτινα οι μετεωρολόγοι καλούσι «κλουδ ριγγ» ό έστι δακτυλιόσχημα νέφη, σχηματιζόμενα σχεδόν μόνον εν ταις χώραις της διακεκαυμένης ζώνης, κεκορεσμένα δε όλα του ατμού, όν φέρουσιν οι ετησίαι εκ διαφόρων σημείων του Ωκεανού.

«Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, είμεθα εν τη χώρα των καταιγίδων, διότι ο άνεμος ώθησε την σχεδίαν μας μέχρι ταύτης της ζώνης, όπου παρατηρητής έχων όργανα ευαίσθητα ήθελεν ακούη συνεχώς τους βόμβους της βροντής. Η παρατήρησις αύτη έχει γίνει προ πολλού ήδη, και εγώ την νομίζω ορθήν.

 — Μοι φαίνεται, απεκρίθην παραβάλλων το ους, ότι ακούω τους συνεχείς τούτους βόμβους περί ών λέγετε.

 — Πράγματι, είπεν ο Ροβέρτος Κόρτις, είνε οι πρώτοι βρόντοι της καταιγίδος, ήτις εντός δύο ωρών θα είνε σφοδροτάτη. Λοιπόν, θα είμεθα έτοιμοι εις υποδοχήν της!»

Ουδείς ημών διανοείται να κοιμηθή, και δεν θα ηδύνατο, διότι ο αήρ είνε αποπνυκτικός. Αι αστραπαί ευρύνονται, αναπτυσσόμεναι ανά τον ορίζοντα εκτάσεως εκατόν μέχρι εκατόν πεντήκοντα μοιρών, και πυρπολούσι κατά διαδοχήν όλην την περιφέρειαν του ουρανού, εν ώ από της ατμοσφαίρας εκπέμπεται ως τις λάμψις φωσφορίζουσα.

Τέλος οι βόμβοι των βροντών επιτείνονται και γίνονται οξύτεροι, αλλ' εάν δύναται τις να εκφρασθή ούτω, είνε έτι κρότοι στρογγύλοι, άνευ γωνιών εκρήξεως, βρόντοι ούς η ηχώ δεν διατρέφει ακόμη, θα ενόμιζέ τις ότι ο ουράνιος θόλος είν' επεστρωμένος διά των νεφών τούτων, ών το ελαστικόν καταπνίγει το εύηχον των ηλεκτρικών εκκενώσεων.

Η θάλασσα μέχρι τούδε διατελεί ήρεμος, βαρεία, και μάλιστα στάσιμος. Εν τούτοις εκ των ευρειών διακυμάνσεων αίτινες υπεγείρουσιν ήδη αυτήν, οι ναυτικοί δεν απατώνται. Κατ' αυτούς η θάλασσα είνε «εν τω γίνεσθαι», αισθανομένη τον αντίκτυπον τρικυμίας τινός ενσκηψάσης εις το πέλαγος. Ο δεινός άνεμος δεν είνε μακράν και, κατά μέτρον συνετόν, εάν ήτο πλοίον τι, ήδη θα εστρέφετο πλάγιον, αλλ' η σχεδία δεν δύναται να χειρισθή, και θα καταντήση να παραδοθή τω ανέμω.

Την πρώτην πρωινήν ώραν αστραπή ζωηρά συνοδευομένη υπό εκκενώσεως μετά διάλειμμά τινων δευτερολέπτων δεικνύει ότι η καταιγίς σχεδόν υπέρκειται ημών. Ο ορίζων εξαφανίζεται αίφνης εν υγρά ομίχλη και ήθελέ τις νομίση ότι καταπίπτει μεγαλωστί επί της σχεδίας.

Πάραυτα φωνή ναύτου ακούεται:

«Καταιγίς! καταιγίς!»



ΛΕ'


 — Νυξ της 21 προς την 22 Δεκεμβρίου. — Ο αρχιναύτης, ορμά προς την υπέραν την συγκρατούσαν το ιστίον, και η κεραία υποστέλλεται πάραυτα. Ήτο δε καιρός, διότι η καταιγίς διέρχεται ως ανεμοστρόβιλος. Άνευ της κραυγής του ναύτου όστις έδωκεν ημίν είδησιν, θα ανετρεπόμεθα, ίσως δε και θα κατεκρημνιζόμεθα εις την θάλασσαν. Η δε σκηνή η κατά την πρύμναν ανηρπάγη υπό της ορμής της καταιγίδος.

Αλλ' η σχεδία αν μη φοβήται αμέσως τον άνεμον, εάν είνε λίαν ταπεινή ώστε να μη δίδη λαβήν εις αυτόν, αλλ' όμως έχει να φοβήται τα τεράστια κύματα τα υπεγειρόμενα υπό της θυέλλης. Τα κύματα δε ταύτα επί τινα λεπτά της ώρας ήσαν πεπλατυσμένα και ως συντεθλιμμένα υπό την πίεσιν των στρωμάτων της ατμοσφαίρας· έπειτα δε ανηγέρθησαν σφοδρότερον, το δε ύψος των αυξάνει κατά λόγον μάλιστα της συμπιέσεως ήν υφίστανται.

Πάραυτα η σχεδία ακολουθεί τας ατάκτους κινήσεις του σάλου τούτου και δεν εκτοπίζεται μεν περισσότερον αυτού, αλλ' ακατάπαυστος διαδρομή επιφέρει τουλάχιστον εις αυτήν ταλαντώσεις από της ετέρας πλευράς εις την ετέραν και από των έμπροσθεν εις τα όπισθεν.

«Δεθήτε! δεθήτε!» αναφωνεί ο αρχιναύτης ρίπτων προ ημάς σχοινία.

Ο Ροβέρτος Κόρτις ήλθεν εις βοήθειαν ημών, και μετ' ου πολύ οι κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ είμεθα στερεώς προσδεδεμένοι επί του συγκροτήματος, και θα σαρωθώμεν μόνον εάν το συγκρότημα θραυσθή. Η δε μις Χέρμπυ εδέθη από της οσφύος επί τινος των κιόνων, οίτινες συνεκράτουν την σκηνήν. Εν τη λάμψει δε των αστραπών βλέπω το πρόσωπον αυτής γαλήνιον.

Ήδη ο κεραυνός αποκαλύπτεται αδιαλείπτως διά του φωτός και της βροντής, οι δε οφθαλμοί ημών και τα ώτα είνε μεστά. Η βροντή δεν αναμένει την βροντήν, και την αστραπήν πριν σβεσθή διαδέχεται ετέρα αστραπή. Εν τω μέσω δε των εξαστραπτουσών τούτων εκλάμψεων, ο εξ ατμών θόλος φαίνεται όλος πυρπολούμενος. Θα ενόμιζε δέ τις ότι και ο Ωκεανός πυρπολείται ως ο ουρανός, και βλέπω πολλάς αστραπάς ανιούσας, αίτινες υψούμεναι από της οφρύος των κυμάτων, διασταυρούνται προς τας των νεφών. Δριμεία δε θειώδης οσμή διαχέεται εν τη ατμοσφαίρα, αλλά μέχρι του νυν ο κεραυνός φειδόμενος ημών έπληξε μόνον τα κύματα.

Την δευτέραν πρωινήν ώραν η θύελλα διατελεί εν όλη αυτής τη μανία. Ο άνεμος μετετράπη εις λαίλαπα, ο δε σάλος, φοβερός ών, κινδυνεύει να εξαρθρώση την σχεδίαν. Ο ξυλουργός Δαούλας, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο αρχιναύτης, άλλοι ναύται, επιχειρούσι να στερεώσωσιν αυτήν διά σχοινίων. Υπερμεγέθεις όγκοι θαλάσσης πίπτουσι καθέτως, και αι βαρείαι αύται καταιονήσεις διαβρέχουσιν ημάς μέχρι οστέων δι' ύδατος σχεδόν χλιαρού. Ο κ. Λετουρνέρ ρίπτεται προ των μαινομένων τούτων κυμάτων, ως θέλων να προασπίση τον υιόν του εκ συγκρούσεως καθ' υπερβολήν σφοδράς. Η δε μις Χέρμπυ είνε ακίνητος· ήθελεν υπολάβη τις αυτήν ως άγαλμα της καρτερίας.

Την στιγμήν δε ταύτην εν τη οξεία των αστραπών λάμψει διακρίνω χονδρά νέφη, τα μάλα εκτεταμένα, και πιθανώς βαθύτατα, την χροιάν υπόπυρρα [85] , και κρότος συνεχής ως όπλων εκπυρσοκρότησις αντήχησεν εν τη ατμοσφαίρα. Είνε δε ο κρότος ούτος ιδιάζων τις βρόμος, παραγόμενος εκ σειράς ηλεκτρικών εκκενώσεων, εις άς χονδροί κόκκοι χαλάζης χρησιμεύουσιν ως διάμεσα μεταξύ των αντικειμένων νεφών. Και τω όντι διά της συναντήσεως νέφους θυελλώδους και ρεύματος αέρος ψυχρού σχηματίζεται χάλαζα και καταπίπτει μεθ' υπερβολικής σφοδρότητος. Σφαιροβολούμεθα υπό των κόκκων τούτων της χαλάζης το μέγεθος καρύου, οίτινες πλήττουσι το κρηπίδωμα μετά λαμπρού μεταλλικού ήχου.

Το μετέωρον τούτο επιμένει ούτω επί ημίσειαν ώραν και συντελεί εις τον κοπασμόν του ανέμου· αλλ' ούτος, αφ' ού μετεπήδησεν εις πάντα τα σημεία της πυξίδος, αναλαμβάνει έπειτα μετ' απαραμίλλου σφοδρότητος. Ο ιστός της σχεδίας θραυσθέντων των επιτόνων κλίνει πλαγίως, και σπεύδουσι να τον αποσπάσωσι της υποπτερνίδος του, ίνα μη θραυσθή σύρριζα. Το δε πηδάλιον εξαρθρούται υπό κύματος, και το ουράδιον εκπεσόν εκφεύγει και των αδυνάτων να το συγκρατήσωσι. Ταυτοχρόνως δε τα του αριστερού τοίχου δρύφακτα αποσπώνται και τα κύματα εισπίπτουσι διά του ρήγματος τούτου.

Ο ξυλουργός και οι ναύται θέλουσι να διορθώσωσι την βλάβην, αλλά κωλυόμενοι υπό των τιναγμών, συγκυλίονται επ' αλλήλους, ότε η σχεδία ανεγειρομένη υπό τεραστίων κυμάτων κλίνει, σχηματίζουσα γωνίαν πλέον των τεσσαράκοντα πέντε μοιρών. Πώς οι άνδρες ούτοι δεν παρεσύρθησαν; Πώς δεν θραύονται τα σχοινία τα συγκρατούντα ημάς; Πώς δεν ερρίφθημεν πάντες εις την θάλασσαν; Ανεξήγητον. Εγώ δε, μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη ανατραπή η σχεδία κατά τινα των ατάκτων τούτων κινήσεων, και τότε, ως είμεθα δεδεμένοι επί των σανίδων τούτων, θα αποθάνωμεν εξ ασφυξίας μετά σπασμών!

Τω όντι περί την τρίτην πρωινήν ώραν, καθ' ήν στιγμήν η λαίλαψ μαίνεται υπέρ ποτε σφοδρότερον, η σχεδία, ανάρπαστος γενομένη επί των νώτων κύματος, κλίνει προς την ετέραν πλευράν και κραυγαί φρίκης ρήγνυνται! Μέλλομεν να περιτραπώμεν!. . . Όχι. . . Η σχεδία συνεκρατήθη επί της οφρύος του κύματος εις ύψος ακατάληπτον, και υπό την επιτεταμένην λάμψιν των αστραπών, αίτινες πολυτρόπως διασταυρούνται, κατεπτοημένοι, έντρομοι, ηδυνήθημεν να περιλάβωμεν διά του βλέμματος την θάλασσαν ταύτην, την αφρίζουσαν ως εάν εθραύετο επί σκοπέλων.

Έπειτα η σχεδία αναλαμβάνει σχεδόν πάραυτα την οριζόντειον αυτής θέσιν, αλλά κατά την πλαγίαν ταύτην εκτόπισιν τα εχμάτια [ 86] των βυτίων εθραύσθησαν· έν δε των βυτίων τούτων είδον διερχόμενον υπεράνω της σχεδίας, του δ' ετέρου απεσπάσθη ο πυθμήν και εξεχύθη το εν αυτώ ύδωρ.

Ναύται ορμώσιν ίνα συγκρατήσωσι το δεύτερον βυτίον το περιέχον το παστόν κρέας· αλλά τινος αυτών ο πους συλλαμβάνεται μεταξύ των αραιωθεισών σανίδων του κρηπιδώματος, αίτινες πάλιν συσφίγγονται, ο δε τάλας ωρύεται υπό των αλγηδόνων.

Θέλω να σπεύσω προς αυτόν και κατορθώ να λύσω τα συνέχοντά με σχοινία. . . Αλλά κατόπιν εορτής, και εν αστραπή θαμβούση το βλέμμα μου, βλέπω τον ταλαίπωρον, ού ο πους είχεν απαλλαγή, σαρωνόμενον υπό κύματος όπερ κατεκάλυψεν ημάς εξ ολοκλήρου. Και ο εταίρος αυτού συνεξηφανίσθη συν αυτώ, ουδενός ημών δυνηθέντος να σπεύση εις βοήθειαν αυτών.

Εμέ δε το κύμα της θαλάσσης εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος, η κεφαλή μου προσέκρουσεν επί της γωνίας σφηκίσκου και ελιποθύμησα.



ΛΣΤ'


 — Τη 22 Δεκεμβρίου. — Η ημέρα ήλθε τέλος, και ο ήλιος εφάνη μεταξύ των τελευταίων νεφών, ά κατέλιπεν η καταιγίς όπισθεν αυτής. Η πάλη αύτη των στοιχείων διήρκεσεν ώρας τινάς μόνον, αλλ' ήτο φρικώδης, αήρ και ύδωρ συνεκρούσθησαν μετ' απαραμίλλου βίας.

Τα κυριώτατα των συμβάντων ηδυνήθην να καταδείξω, διότι η μετά την πτώσιν μου λιποθυμία δεν μ' αφήκε να παρατηρήσω το τέλος του κατακλυσμού τούτου. Ειξεύρω δε μόνον ότι, ολίγον μετά το μέγα κύμα, η καταιγίς εκόπασεν υπό βροχής ραγδαίας, και η ηλεκτρική της ατμοσφαίρας έντασις ηλαττώθη, ώστε η καταιγίς δεν παρετάθη πέρα της νυκτός. Αλλά κατά το χρονικόν τούτο διάστημα πόσας βλάβας επήνεγκεν ημίν, ποίας ανεπανορθώτους απωλείας, και κατ' ακολουθίαν πόσαι συμφοραί αναμένουσιν ημάς! Ουδέ καν ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν μίαν σταγόνα εκ των χειμάρρων εκείνων της βροχής!

Συνήλθον μεν διά των περιθάλψεων των κκ. Λετουρνέρ και της μις Χέρμπυ, αλλ' εις τον Ροβέρτον Κόρτις οφείλω ότι δεν εσαρώθην υπό δευτέρου τινός κύματος.

Ο έτερος των απολεσθέντων δύο ναυτών κατά την τρικυμίαν είνε ο Ώστιν, νέος εικοσιοκτώ ετών, χρηστός, φιλόπονος και γενναίος, ο δ' έτερος είνε ο γηραιός Ιρλανδός Ο Ρέδυ, ο επιζήσας τοσούτοις ναυαγίοις.

Δεκαέξ μόνον υπολειπόμεθα επί της σχεδίας, τούτ' έστι το ήμισυ σχεδόν των επί του Σάνσελλορ επιβιβασθέντων εξηφανίσθη ήδη!

Και νυν τι υπολείπεται ημίν ως προς τας τροφάς;

Ο Ροβέρτος Κόρτις ηθέλησε να πληροφορηθή ακριβώς περί των προμηθειών. Εις τι συνίστανται και πόσον θα διαρκέσωσι.

Το ύδωρ δεν θα λείψη ακόμη, διότι υπολείπονται έτι εν τω θραυσθέντι βυτίω δεκατέσσαρα γαλλόνια, — εξήκοντα πέντε λίτραι, — ό έστι υπέρ τας πεντήκοντα οκάδας, το δ' έτερον βυτίον είνε άθικτον. Αλλά το περιέχον το παστόν κρέας και τους ιχθύς ούς είχομεν αλιεύση, εσαρώθησαν αμφότερα, ουδενός όλως υπολειφθέντος. Διπυρίτου δε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν υπολογίζει πλέον των εξήκοντα λιτρών, τούτ' έστι τεσσαράκοντα επτά οκάδων, το σωθέν εκ των προσβολών της θαλάσσης.

Εξήκοντα δε λίτραι διά δεκαέξ ψυχάς, είνε οκτώ ημερών τροφή προς ημίσειαν λίτραν, ό έστι προς εκατόν πεντήκοντα έξ δράμια τον άνθρωπον.

Ο Ροβέρτος Κόρτις γνωστοποιεί ημίν όλην την κατάστασιν των πραγμάτων, τον ηκούσαμεν δε εν σιωπή. Εν σιωπή ωσαύτως διήλθεν η ημέρα αύτη της 22 Δεκεμβρίου. Έκαστος διανοείται καθ' εαυτόν, αλλ' είνε προφανές ότι τα αυτά διανοήματα παράγονται εν τω πνεύματι πάντων. Μοι φαίνεται ότι βλέπομεν αλλήλους μετά οφθαλμών διαφόρων, και το φάσμα της πείνης επιφαίνεται ήδη. Μέχρι τούδε δεν εστερήθημεν ακόμη εντελώς πόσεως και βρώσεως· αλλά νυν η μερίς του ύδατος θα ελαττωθή κατ' ανάγκην, η δε του διπυρίτου. . . !

Κατά τινα στιγμήν ελθών πλησίον του ομίλου των ναυτών, εξηπλωμένων εν τη πρώρα, ήκουσα τον Φλαίπολ λέγοντα μετά τινος ειρωνείας.

«Όσοι έχουν σκοπόν ν' αποθάνουν, θα κάνουν καλά ν' αποθάνουν από τώρα.

 — Ναι, απεκρίθη ο Όουεν. Το ελάχιστον θ' αφήσουν το μερτικό τους 'ς τους άλλους!».

Η ημέρα διήλθεν εν καταπτώσει και αθυμία πάντων. Έκαστος έλαβε το κεκανονισμένον ημίλιτρον του διπυρίτου. Καί τινες μεν κατεβρόχθισαν αυτό παραχρήμα, ούτως ειπείν, μετά λύσσης, τινές δε συνετώς ποιούντες, διέθεσαν αυτό μετά φειδούς. Μοι φαίνεται ότι ο μηχανικός Φάλστεν διήρεσε την μερίδα του εις τόσα μέρη οσάκις συνήθως τρώγει την ημέραν.

Εάν τις μέλλη να επιζήση, ούτος θα είνε ο Φάλστεν.

ΛΖ'


 — Από της 23 μέχρι 30 Δεκεμβρίου. — Μετά την καταιγίδα ο άνεμος μετετράπη εις Μέσην (ΒΑ) και διατηρείται ως αύρα. Δέον δε να επωφεληθώμεν, διότι τείνει εις το να φέρη ημάς πλησίον της γης. Ο ιστός ιδρυθείς εκ νέου επιμελεία του Δαούλα, στερεούται καλώς, το ιστίον επαίρεται εις το άκρον του ιστού, και η σχεδία ουριοδρομεί προς δυο μίλια μέχρι δύο και ήμισυ, την ώραν.



Ενησχολήθησαν ωσαύτως εις το να προσαρμόσωσιν ουράδιον κατασκευασθέν εκ σφηκίσκων και πλατείας σανίδος. Ενεργεί δε το ουράδιον μετρίως πως, αλλ' όμως, ως τρέχει η σχεδία ωθουμένη υπό του ανέμου, δεν είνε χρεία μεγάλης προσπαθείας προς συγκράτησιν αυτής.

Και το κρηπίδωμα επεσκευάσθη διά σφηνών και σχοινίων, δι' ών συσφίγγονται αι αποχωρισθείσαι σανίδες, τα δε της αριστεράς πλευράς δρύφακτα τα υπό κύματος ανάρπαστα γενόμενα, αναπληρούνται και σώζωσιν ημάς από των προσβολών της θαλάσσης. Ενί λόγω παν ό τι ήτο δυνατόν να γίνη προς στερέωσιν του εξ ιστών και κεραιών συγκροτήματος τούτου, εγένετο, αλλ' ο χείριστος των κίνδυνων δεν έγκειται εν τούτω.

Μετά του αιθρίου ουρανού επανήλθε και ο τροπικός εκείνος καύσων, εξ ού τοσούτον εταλαιπωρήθημεν τας προηγουμένας ημέρας αλλά σήμερον ευτυχώς μετριάζεται υπό της πνοής του ανέμου. Της δε σκηνής αποκατασταθείσης εν τη πρύμνη της σχεδίας, καταφεύγομεν υπό την σκέπην αυτής εξ υπαμοιβής [87] .

Εν τούτοις το ανεπαρκές της διατροφής άρχεται γινόμενον μάλλον επαισθητότερον. Προφανώς πάσχομεν υπό πείνης. Αι παρειαί είνε κοίλαι, τα πρόσωπα λελεπτυσμένα. Των πλείστον ημών το κεντρικόν νευρικόν σύστημα προσεβλήθη απ' ευθείας, και η του στομάχου συστολή παράγει αίσθησιν αλγεινήν. Εάν προς φενακισμόν της πείνης ταύτης, εάν προς αποκοίμισιν αυτής είχομεν ναρκωτικόν τι, όπιον, φέρ' ειπείν, ή καπνόν, ίσως θα ήτο μάλλον ανεκτή. Όχι! των πάντων στερούμεθα!

Ημών είς μόνος διαφεύγει την επιβάλλουσαν ταύτην ανάγκην, ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ, κατατρυχόμενος υπό σφοδρού πυρετού, όστις και τον «τρέφει», αλλά δίψα φλογερά τον βασανίζει. Η μις Χέρμπυ, εν ώ εφύλαττε μέρος της μερίδος της υπέρ του ασθενούς, επέτυχε παρά του πλοιάρχου και συμπλήρωμα ύδατος· κατά παν δε τέταρτον ώρας εμβρέχει τα χείλη του υποπλοιάρχου. Ο Ουάλτερ μόλις και μετά βίας δύναται να προφέρη λέξιν, και δια του βλέμματος ευχαριστεί την ελεήμονα νεάνιδα. Ο τάλας! είνε καταδεδικασμένος, και αι επιμονώταται δε των περιθάλψεων δεν θα τον σώσωσιν. Εκείνος, τουλάχιστον, δεν μέλλει να ταλαιπωρηθή περισσότερον.



Προς δε τούτοις φαίνεται σήμερον έχων συναίσθησιν της καταστάσεώς του, διότι με καλεί διά νεύματος. Έρχομαι και κάθημαι πλησίον του, εκείνος δε συναθροίζων όλας αυτού τας δυνάμεις και διά λέξεων διακεκομμένων μοι λέγει.

«Κύριε Κάζαλλον, έχω ακόμη πολύ,,»

Όσον ολίγον και αν ενδοιάζω να αποκριθώ, ο Ουάλτερ το παρατηρεί και επαναλαμβάνει;

«Την αλήθειαν, όλην την αλήθειαν!

 — Δεν είμαι ιατρός και δεν δύναμαι. .,

Δεν πειράζει! Αποκριθήτε μου σας παρακαλώ!,,»

Παρατηρώ επί μακρόν τον άρρωστον, έπειτα θέτω το ους μου επί του στήθους του. Από τινων ημερών η φθίσις επροώδευσε προφανώς γιγαντίοις βήμασιν, είνε δε πολύ βέβαιον ότι ο έτερος των πνευμόνων δεν εργάζεται, ο δ' έτερος μόλις δύναται να επαρκέση εις τας χρείας της αναπνοής. Ο Ουάλτερ κατατρύχεται υπό πυρετού, όστις θα είνε το σημείον προσεχούς θανάτου εν ταις φυματικαίς νόσοις.

Τι έχω ν' αποκριθώ εις το ερώτημα του υποπλοιάρχου;

Το βλέμμα του όμως είνε τόσον ερωτηματικόν, ώστε αμηχανών επιζητώ υπεκφυγήν τινα!

«Φίλε μου, τω λέγω, ουδείς εξ ημών, εν τη καταστάσει εν τη οποία διατελούμεν, δύναται να ελπίζη ότι θα ζήση πολύ. Τις οίδεν εάν εντός οκτώ ημερών πάντες όσους φέρει η σχεδία. . .

 — Εντός οκτώ ημερών!» ψιθυρίζει ο υποπλοίαρχος, ού το φλογερόν βλέμμα προσηλούται επάνω μου.

Έπειτα στρέφει την κεφαλήν και φαίνεται αποκοιμιζόμενος.

Τη 24, 25, και 26 Δεκεμβρίου ουδεμία μεταβολή της καταστάσεως ημών. Γυμναζόμεθα δε να μη αποθάνωμεν της πείνης, ει και λεγόμενον τούτο φαίνεται απίθανον. Αι διηγήσεις ναυαγίων συνεχώς αναφέρουσι γεγονότα συμφωνούντα προς όσα παρατηρώ ενταύθα, αλλ' αναγινώσκων εθεώρουν αυτάς υπερβολικάς. Και όμως δεν ήσαν· βλέπω δε καλώς ότι την έλλειψιν τροφής δύναται τις να υπομείνη πλέον ή όσον διενοούμην. Άλλως τε προς τη ημισεία λίτρα του διπυρίτου ο πλοίαρχος ενόμισε δέον να προσθέση τινάς σταγόνας βρανδεβίνου, αύτη δε η δίαιτα στηρίζει τας δυνάμεις ημών πλέον ή όσον θα ηδύνατό τις να φαντασθή. Αν ήμεθα εξησφαλισμένοι δι' ομοίας μερίδος επί δύο μήνας, επί ένα! Αλλ' η προμήθεια εξαντλείται, και έκαστος δύναται ήδη να προΐδη την στιγμήν καθ' ήν η λιτή αύτη διατροφή θα εκλίπη ολοσχερώς.

Ανάγκη λοιπόν παντί σθένει να ζητήσωμεν από της θαλάσσης συμπληρωματικήν τροφήν, όπερ πολύ δυσχερές νυν. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο ξυλουργός κατασκευάζουσι νέας ορμιάς διά σχοινιού εξελιχθέντος, τη προσθήκη καρφίων εξαχθέντων εκ των σανίδων του κρηπιδώματος.

Τελειωθέντων των μηχανημάτων τούτων, ο αρχιναύτης φαίνεται αρκούντως ευηρεστημένος εκ του έργου του.

«Δεν είνε δα και περίφημα αγκίστρια αυτά τα καρφιά, αλλά τέλος πάντων θα ειμπορούσαν να πιάσουν όπως και κάθε άλλο αγκίστρι, αν δεν μας έλειπε το δόλωμα! Αλλά 'μείς μόνον διπυρίτην έχομεν, και αυτός δεν πιάνει. Το πρώτον ψάρι που θα πιάσωμε, δεν θα δυσκολευθώ να δολώσω το αγκίστρι με το ζωντανό κρέας του. Λοιπόν εδώ είνε όλη η δυσκολία: πώς να πιάσωμε το πρώτο ψάρι!».

Ορθώς λέγει ο αρχιναύτης, και πιθανώς η αλιεία θα αποβή άκαρπος. Τέλος αναρρίπτει τον κύβον, αι ορμιαί ρίπτονται, αλλ', ως ηδύνατό τις να προΐδη, ουδείς ιχθύς «δαγκάνει». Είνε δε άλλως τε πρόδηλον ότι αι θάλασσαι αύται ολίγον είνε ιχθυοτρόφοι.

Κατά τας ημέρας της 28 και της 29 αι απόπειραι ημών μάτην εξηκολούθησαν διότι τα τεμάχια του διπυρίτου, δι' ών εδολώθησαν αι ορμιαί, διαλύονται εν τω ύδατι, ώστε ανάγκη να παραιτηθώμεν. Άλλως τε και μάτην δαπανώμεν την ουσίαν ταύτην, ήτις αποτελεί την μόνην ημών τροφήν, και ήδη περιήλθομεν εις το σημείον να μετρώμεν και τα ψιχία αυτής.

Ο αρχιναύτης, στερούμενος άλλου μέσου, επινοεί τότε να προσαρμόση επί του καρφίου των ορμιών ράκος υφάσματος. Η μις Χέρμπυ τω δίδει τεμάχιον εκ του περικαλύπτοντος αυτήν ερυθρού περιωμίου. Ίσως δε το ράκος τούτο, στίλβον υπό το ύδωρ, ελκύση αδηφάγον τινά ιχθύν.

Η νέα αύτη δοκιμή εγένετο την 30 του μηνός. Επί πολλάς ώρας αι ορμιαί είνε βεβυθισμέναι, αλλ' ότε τας ανασύρουσι, το ερυθρόν ράκος διατελεί άθικτον.

Ο αρχιναύτης είνε όλως άθυμος, διότι και το δόλωμα τούτο απέτυχε. Τι δεν θα εδίδομεν ίνα συλλάβωμεν τον πρώτον τούτον ιχθύν, όστις θα επέτρεπεν ίσως να αλιεύσωμεν και άλλους!

«Άλλο έν μέσον θα εχρησίμευε διά να δολώσωμεν τας ορμιάς μας, μοι είπεν ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή.

 — Ποίον; ηρώτησα.

 — Θα το μάθετε αργότερα!», αποκρίνεται ο αρχιναύτης ατενίζων με μετά παραδόξου τρόπου.

Τι να σημαίνωσιν οι λόγοι ούτοι, λεγόμενοι υπ' ανδρός όστις αείποτε μ' εφάνη λίαν επιφυλακτικός; Όλην νύκτα εσκεπτόμην περί τούτου.

ΛΗ'


 — Από της 1 μέχρι της 5 Ιανουαρίου. — Τρεις μήνες και πλέον παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν το Κάρλεστον επί του Σάνσελλορ, επί είκοσι δε ημέρας φερόμεθα επί της σχεδίας ταύτης, παίγνια των ανέμων και των ρευμάτων. Προέβημεν άρα γε προς δυσμάς προς την Αμερικανικήν ακτήν, ή μάλλον μας έρριψεν η τρικυμία εις το πέλαγος μακράν πάσης γης; Ουδ' είνε καν πλέον δυνατόν να το εξακριβώσωμεν, διότι κατά την τελευταίαν θύελλαν, ήτις εγένετο ημίν ούτως ολεθρία, τα όργανα του πλοιάρχου συνετρίβησαν, ει και κατεβλήθη πάσα πρόνοια περί διαφυλάξεως αυτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν έχει πλέον ούτε πυξίδα, ίνα εύρη την διεύθυνσιν ήν έχομεν, ούτε εξάντα ίνα λάβη ύψος. Είμεθα άρα γε πλησίον ακτής ή απέχομεν εκατοστύας μιλίων; Αδύνατον να το ειξεύρωμεν αλλ' αφ' ού πάσαι αι περιπτώσεις είνε εναντίον ημών, είνε πολύς φόβος μήπως είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι.

Εν τη άκρα ταύτη άγνοια περί της καταστάσεως ημών ενυπάρχει τι το απελπιστικόν, αναμφιβόλως· αλλ' όμως, επειδή η ελπίς ουδέποτε εγκαταλείπει την ανθρωπίνην καρδίαν, αγόμεθα ενίοτε να πιστεύωμεν, παρά πάντα λόγον, ότι η ακτή είνε εγγύς. Όθεν έκαστος παρατηρεί τον ορίζοντα και αναζητεί να διακρίνη επί της καθαρωτάτης εκείνης γραμμής σχήμα τι γης. Προς τούτο οι οφθαλμοί ημών, ημών των επιβατών, εξαπατώσιν ημάς αδιαλείπτως και καθιστώσι την πλάνην ημών αλγεινοτέραν. Νομίζομεν ότι βλέπομεν. ., αλλά δεν είνε τίποτε, είνε νέφος, είνε ομίχλη, είνε κυματισμός του σάλου. Ουδεμία γη είνε εκεί πέραν, ουδέν πλοίον αποτυπούται επί της υποτέφρου εκείνης περιμέτρου, ένθα συγχέονται θάλασσα και ουρανός. Η σχεδία είνε αείποτε το κέντρον της ερήμου ταύτης περιφερείας.

Την 1 Ιανουαρίου εφάγομεν τον τελευταίον ημών διπυρίτην, ή μάλλον ειπείν, τα τελευταία ψυχία του διπυρίτου. Την 1 Ιανουαρίου! Ποίας αναμνήσεις η ημέρα αύτη ενθυμίζει, και εν αντιπαραβολή πόσον μας φαίνεται αξιοθρήνητος! Η ανανέωσις του έτους και αι ευχαί άς η «πρώτη του έτους» προκαλεί, αι οικογενειακαί διαχύσεις άς επιφέρει, η ελπίς ής πληρούται η καρδία, ουδέν τούτων είνε πλέον εις ημάς! Αι δε λέξεις «Σας εύχομαι αίσιον το νέον έτος» άς προφέρει τις μειδιών, τις ημών ήθελε τολμήση να τας εκστομίση; Τις ήθελε τολμήση να ελπίση μίαν και μόνην ημέραν δι' εαυτόν καν;

Και όμως ο αρχιναύτης ελθών προς με και ατενίζων με κατά τρόπον αλλόκοτον:

«Κύριε Κάζαλλον, μοι είπε, σας εύχομαι να διέλθετε αισίως. .,

 — Το νέον έτος;

 — Όχι, την σημερινήν ημέραν και μάλιστα είνε πολύ γενναιότης από μέρους μου, διότι, μάθετε, δεν υπάρχει πλέον τίποτε τρόφιμον, εις την σχεδίαν.»

Τίποτε πλέον, πάντες γινώσκομεν τούτο, και όμως την επιούσαν, ότε ήλθεν η ώρα της ημερησίας διανομής, εκπληττόμεθα ως εάν μη είχομεν είδησιν του πράγματος. Δεν δύναταί τις να πιστεύση εις την τελείαν ταύτην σιτοδείαν.

Περί την εσπέραν αισθάνομαι στροφούς εν τω στομάχω σφοδροτάτους, οίτινες προκαλούσι χασμήματα αλγεινά. Έπειτα δε πραΰνονται κατά τι μετά δύο ώρας.

Την επιούσαν, 3 του μηνός, εκπλήττομαι, διότι δεν πάσχω περισσότερον. Αισθάνομαι δε εν εμοί κενόν άπειρον, αλλά το συναίσθημα τούτο είνε τουλάχιστον ηθικόν τε και φυσικόν. Η κεφαλή μου βαρεία και δυσκόλως ισορροπούσα, μοι φαίνεται σαλεύουσα επί των ώμων μου, και αισθάνομαι τους ιλίγγους εκείνους, ούς γεννά η άβυσσος όταν κύπτωμεν υπεράνω αυτής.

Αλλά τα συμπτώματα ταυτά δεν είνε τα αυτά εις πάντας. Τινές των συμπλωτήρων μου πάσχουσιν ήδη δεινώς. Μεταξύ άλλων ο ξυλουργός και ο αρχιναύτης, οίτινες είνε φύσει πολυφάγοι. Αι βάσανοι αναγκάζουσιν αυτούς να κραυγάζωσιν ακουσίως, και είνε αναγκασμένοι να σφιγχθώσι διά σχοινίου. Και είμεθα εν τη δευτέρα μόνον ημέρα!

Α! το ημίλιτρον εκείνο του διπυρίτου, την ισχνήν εκείνην μερίδα ήτις εφαίνετο άρτι λίαν ανεπαρκής, πώς την εμεγέθυνεν τότε η επιθυμία ημών! Πόσον ήτο υπερμεγέθης, φαίνεται ημίν νυν ότε ουδέν έχομεν πλέον! Το τεμάχιον εκείνο του διπυρίτου εάν διενέμετο έτι, εάν έδιδον ημίν το ήμισυ, το τέταρτον μόνον, θα επήρκει εις συντήρησιν πολλών ημερών! θα το ετρώγομεν ψίχα ψίχα!

Εν πόλει πολιορκουμένη, περιελθούση εν τη εσχάτη σιτοδεία, δύναταί τις έτι εν τοις ερειπίοις, εν τοις ρυακίοις, εν ταις γωνίαις να εύρη οστούν λιπόσαρκον, ρίζαν τινά ερριμμένην, εξαπατώσαν στιγμιαίως την πείναν! Αλλ' επί των σανίδων τούτων, άς τοσάκις τα κύματα εσάρωσαν, ών τα αραιώματα ανεσκελεύθησαν ήδη, ών εξέσθησαν αι γωνίαι, ένθα ο άνεμος πιθανόν να είχεν ωθήση τινά περισσεύματα, τι θα ηδύνατό τις να αναζητήση πλέον;

Το μήκος των νυκτών είνε μέγα — μείζον και των ημερών! Μάτην ζητεί τις εν τω ύπνω στιγμιαίαν ανακούφισιν! Ο ύπνος, και εάν κατορθώνη να κλείη τους οφθαλμούς ημών, ουδέν άλλο είνε η πυρετώδης νάρκωσις μεστή εφιαλτών.

Εν τούτοις την νύκτα ταύτην, καταβαλλόμενος υπό του καμάτου έν τινι στιγμή καθ' ήν και η πείνα μου εκοιμάτο, ηδυνήθην να αναπαυθώ επί τινας ώρας.

Την επιούσαν, ώρα έκτη, αφυπνίσθην υπό αλαλαγμών εξηχούντων επί της σχεδίας. Εξεγείρομαι διά μιας και κατά την πρώραν βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ και τους ναύτας Όουεν, Φλαίπολ Ουίλσων, Βάρκε, Σάνδων συνηθροισμένους εν στάσει επιθετική. Οι άθλιοι ούτοι ήρπασαν εργαλεία του ξυλουργού, πέλεκυν, σφύραν, σμίλην, και απειλούσι τον πλοίαρχον, τον αρχιναύτην και τον Δαούλαν. Πάραυτα δε σπεύδω εκεί ένθα ίστατο ο Ροβέρτος Κόρτις και οι μετ' αυτού, με παρακολουθεί δε και ο Φάλστεν. Ημείς δε μόνα όπλα έχομεν τα μαχαίριά μας, αλλ' ουδέν ήττον έχομεν ακράδαντον απόφασιν να αμυνθώμεν.

Ο Όουεν και ο όχλος του βαίνουσιν εναντίον ημών. Οι άθλιοι είνε οινοβαρείς, διότι την νύκτα έθραυσαν τον κόρον του βρανδεβίνου και έπιον κατά κόρον.

Αλλά τι θέλουσι;

Ο Όουεν και ο μαύρος Γύγξτροπ, οι ήττον μεθύοντες, εξερεθίζουσι τους άλλους να σφάξωσιν ημάς, εκείνοι δε υπείκουσιν εις οινοπνευματώδη τινά μανίαν.

«Κάτω ο Κόρτις! αναφωνούσι. 'Σ την θάλασσαν ο πλοίαρχος! Όουεν αρχηγός! Όουεν αρχηγός!»

Ηγέτης αυτών είνε ο Όουεν, ο δε μαύρος είνε ο δεύτερος. Το μίσος των δύο τούτων ανθρώπων κατά των ιδίων αξιωματικών εκδηλούται την στιγμήν ταύτην διά βιαιοπραγίας, ήτις και αν επετύγχανε δεν θα έσωζεν όμως την ημετέραν κατάστασιν. Αλλ' οι οπαδοί αυτών, ανίκανοι όντες προς ορθήν σκέψιν και ωπλισμένοι, ημών αόπλων όντων, καθιστώσιν αυτούς επιφόβους.

Ο Ροβέρτος Κόρτις βλέπων αυτούς προχωρούντας, έρχεται προς αυτούς και μετά φωνής ισχυράς αναφωνεί:

«Κάτω τα όπλα!

 — Κτυπάτε τον τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν.



Ο άθλιος παροξύνει τους συνενόχους του διά σχήματος, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις, απωθών τον μεθύοντα όμιλον, πορεύεται κατ' ευθείαν προς τον Όουεν και τον ερωτά:

«Τι θέλεις;

 — Δεν θέλομεν ανώτερον εδώ μέσα! αποκρίνεται ο Όουεν. Όλοι είμαστε ένα πράγμα!»

Κτήνος ηλίθιον! Ως εάν μη ήμεθα τάχα πάντες ίσοι ενώπιον της δυστυχίας!

«Όουεν, αναφωνεί εκ δευτέρου ο πλοίαρχος, κάτω τα όπλα!

 — Απάνω τους, παιδιά!» αναφωνεί ο Όουεν.

Αγών συνάπτεται. Ο Όουεν και ο Ουίλσων εφορμώσι κατά του Ροβέρτου Κόρτις, όστις αποκρούει τας πληγάς των διά τεμαχίου σφηκίσκου, ο δε Βάρκε και ο Φλαίπολ επιπίπτουσι κατά του Φάλστεν και του αρχιναύτου. Εγώ δε ενώπιόν μου έχω τον μαύρον Γύγξτροπ, όστις κραδαίνων σφύραν θέλει να με πλήξη. Προσπαθώ να τον περιβάλω διά των βραχιόνων μου, ίνα παραλύσω τας κινήσεις του, αλλ' η μυική ισχύς του αχρείου είνε ανωτέρα της εμής. Παλαίσας επί τινας στιγμάς, αισθάνομαι ότι θα καταβληθώ, ότε ο Γύγξτροπ κατακυλίεται επί του κρηπιδώματος συμπαρασύρων και εμέ. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ειχε συλλάβη αυτόν από του ποδός και τον έρριψε κατά γης.

Η επέμβασις αύτη μ' έσωσεν. Ο μαύρος πίπτων αφήκε το όπλον του, εγώ δε αρπάσας αυτό κινούμαι να του συντρίψω την κεφαλήν. . . Αλλ' η χειρ του Ανδρέα κρατεί ήδη και εμέ.

Τω όντι οι στασιάζοντες κατετροπώθησαν εις την πρώραν της σχεδίας.

Ο δε Ροβέρτος Κόρτις εκκλίνας τας επιθέσεις του Όουεν, αρπάζει πέλεκυν και υψώσας την χείρα καταφέρει αυτόν.



Αλλ' ο Όουεν αποσύρεται πλαγίως, ο δε πέλεκυς ευρίσκει τον Ουίλσων κατάστηθα. Ο άθλιος ανατρέπεται, και πεσών εκτός της σχεδίας γίνεται άφαντος.

«Σώσατέ τον! σώσατέ τον! αναφωνεί ο αρχιναύτης.

 — Είνε νεκρός! αποκρίνεται ο Δαούλας.

 — Αι! ίσα ίσα δι' αυτό.. . . !» αναφωνεί ο αρχιναύτης και δεν συμπληροί την φράσιν του.

Αλλ' ο θάνατος του Ουίλσων καταπαύει τον αγώνα. Ο Φλαίπολ και ο Βάρκε εν τω εσχάτω βαθμώ της μέθης αμφότεροι κατάκεινται ακίνητοι· ημείς δε εφορμώμεν επί του Γύγξτροπ και τον δένομεν στερεώς επί της ρίζης του ιστού.

Ο δε Όουεν κατεβλήθη υπό του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Τότε δε ο Ροβέρτος ελθών πλησίον, λέγει προς αυτόν:

«Την προσευχήν σου, διότι θ' αποθάνης!

 — Έχετε λοιπόν και καλά όρεξιν να με φάτε!» είπεν ο Όουεν μετ' απαραμίλλου αναιδείας.

Η σκληρά αύτη απόκρισις σώζει την ζωήν του. Ο Ροβέρτος Κόρτις απορρίπτει τον πέλεκυν, όν είχεν υψώση κατά του Όουεν, και ωχρότατος απέρχεται και κάθηται εν τη πρύμνη της σχεδίας.

ΛΘ'


 — Τη 5 και 6 Ιανουαρίου. — Η σκηνή αύτη ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν. Η απόκρισις του Όουεν, εν αις περιστάσεσι διατελούμεν, είνε τοιαύτη, ώστε κατέβαλε και τους δραστηριωτάτους.

Ευθύς ως επήλθε τις γαλήνη εις το πνεύμα μου, ηυχαρίστησα ενθέρμως τον νέον Λετουρνέρ, ού η επέμβασίς μοι έσωσε την ζωήν.