WeRead Powered by ReaderPub
Ο Σάνσελλορ cover

Ο Σάνσελλορ

Chapter 49: ΜΔ'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A passenger keeps a daily journal of a transatlantic voyage aboard a three‑masted sailing ship, recording navigation through coastal channels, the vessel’s construction and handling, and impressions of the captain, officers and crew. Entries catalogue fellow travelers and the shipboard routines that govern meals and daily life, note professional seamanship and occasional seasickness, and trace how prolonged confinement fosters acquaintance and curiosity among passengers. Technical observations and personal reflections alternate, and the diary builds a quiet suspense about unfolding events and the characters who may shape them.

«Μ' ευχαριστείτε, αποκρίνεται ο Ανδρέας, εν ώ έπρεπεν ίσως να με καταράσθε.

 — Σε, Ανδρέα;

 — Κύριε Κάζαλλον, ουδέν άλλο έπραξα ή μόνον παρέτεινα τας ταλαιπωρίας σας!

 — Δεν πειράζει, κύριε Λετουρνέρ, λέγει τότε η μις Χέρμπυ, ερχομένη πλησίον ημών, επράξατε το καθήκον σας!».

Αείποτε το συναίσθημα του καθήκοντος στηρίζει την νεάνιδα ταύτην.

Έγινε κάτισχνος υπό των στερήσεων. Τα ενδύματά της εκβαφέντα υπό της υγρασίας, κατεσχισμένα υπό των συγκρούσεων, κυμαίνονται αθλίως, αλλ' ουδέν παράπονον εξέρχεται του στόματός της, και δεν θα καταβληθή ευχερώς.

«Κύριε Κάζαλλον, μ' ερωτά, είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν της πείνης;

 — Μάλιστα, μις Χέρμπυ, αποκρίνομαι σκληρώς πως.

 — Και πόσον ειμπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς να τρώγη;

 — Περισσότερον παρ' όσον νομίζει. Ίσως μακράς ατελευτήτους ημέρας

 — Οι έχοντες καλήν κράσιν υποφέρουσι περισσότερον, δεν είν' αλήθεια;

 — Μάλιστα, αλλά και αποθνήσκουσι ταχύτερον, προς αποζημίωσιν τρόπον τινά!».

Πώς ηδυνήθην να αποκριθώ ούτω προς την νεάνιδα; Τι! δεν εύρον λόγον τινά παραμυθητικόν να τη είπω! Τη έρριψα κατά πρόσωπον την κτηνώδη αλήθειαν! Άρα γε παν συναίσθημα φιλανθρωπίας απεσβέσθη εν εμοί; Ο Ανδρέας Λετουρνέρ και ο πατήρ του, ακούοντές με, ατενίζουσί με επανειλημμένως διά των μεγάλων λαμπρών οφθαλμών των, ούς η πείνα διαστέλλει. Και ερωτώσιν εαυτούς εάν εγώ τω όντι είμαι ο λαλών ούτω.

Μετ' ολίγας στιγμάς ότε είμεθα μόνοι, η μις Χέρμπυ μοι λέγει ταπεινή τη φωνή.

«Κύριε Κάζαλλον, μοι κάμνετε, παρακαλώ, μίαν χάριν;

 — Μάλιστα, μις, απεκρίθην συγκεκινημένος ήδη, και έτοιμος τα πάντα να πράξω χάριν της νεάνιδος.

 — Αν αποθάνω προ υμών, εξακολουθεί η μις Χέρμπυ, — και τούτο δυνατόν να συμβή αν και είμαι ασθενεστέρα, δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα ρίψετε το πτώμα μου εις την θάλασσαν.

 — Μις Χέρμπυ, έπταισα. . .

 — Όχι, όχι προσθέτει υπομειδιώσα, επράξατε άριστα και μοι ελαλήσατε όπως ελαλήσατε. Αλλά υπόσχεσθε ότι θα πράξετε ό τι σας ζητώ; Είνε αδυναμία μου. Ζώσα δεν φοβούμαι τίποτε,, , αλλά νεκρά. . . Δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα με ρίψετε εις την θάλασσαν».

Έδωκα υπόσχεσιν, η δε μις Χέρμπυ μοι τείνει την δεξιάν, και αισθάνομαι τους ισχνούς δακτύλους της θλίβοντας ασθενώς τους εμούς.

Μία έτι νυξ παρήλθεν. Εκ διαλειμμάτων αι αλγηδόνες μου είνε ούτω δειναί, ώστε μ' εκφεύγουσι κραυγαί· έπειτα πραΰνονται και μένω βεβυθισμένος τρόπον τινά εν νάρκη. Συνερχόμενος δε εκπλήττομαι ανευρίσκων ζώντας έτι τους συμπλωτήρας μου.

Ο μάλιστα πάντων ημών ευχερέστατα υφιστάμενος τας στερήσεις ταύτας είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, περί ού ελάχιστος μέχρι τούδε λόγος εγένετο. Ούτος είνε μικρός το ανάστημα, έχων φυσιογνωμίαν κοθόρνου, βλέμμα θωπευτικόν, μειδιών συνεχώς μειδίαμα «όπερ μόνον τα χείλη του κινεί», ημικλείστους συνήθως έχων τους οφθαλμούς, ως θέλων να αποκρύπτη τους διαλογισμούς του, το όλον δε του ανδρός αποπνέει το κίβδηλον αυτού. Είνε υποκριτής, δύναμαι να ομόσω περί τούτου. Και τω όντι, ειπών ότι αι στερήσεις επιδρώσιν επ' αυτού ολιγώτερον, δεν λέγω ότι δεν παραπονείται δι' αυτό, τουναντίον μάλιστα στενάζει αδιαλείπτως, αλλ' ουκ οίδα διατί οι στεναγμοί του μοι φαίνονται προσπεποιημένοι. Θα το ίδωμεν. Θα επιτηρώ τον άνθρωπον τούτον, διότι έχω περί αυτού υποψίας, αίτινες καλόν είνε να διαλευκανθώσι.

Σήμερον, 6 Ιανουαρίου, ο κ. Λετουρνέρ λαβών με κατ' ιδίαν, προς την πρύμναν της σχεδίας, φαίνεται επιθυμών να μοι ανακοινώση «ανακοίνωσίν τινα μυστικήν». Επιθυμεί δε ούτε να τον ίδη τις ούτε να τον ακούση.

Μεταβαίνομεν εις την γωνίαν του αριστερού τοίχου, και επειδή ήδη άρχεται η νυξ, ουδείς δύναται να μας ίδη.

«Κύριε, μοι λέγει ταπεινή τη φωνή ο κ. Λετουρνέρ, ο Ανδρέας είνε πολύ αδύνατος. Ο υιός μου αποθνήσκει της πείνης! Κύριε, δεν ειμπορώ πλέον να βλέπω τούτο το πράγμα, όχι, δεν ειμπορώ να το βλέπω.»

Ο κ. Λετουρνέρ λαλεί διά τρόπου, εν ώ αισθάνομαι οργήν καταστελλομένην, και η φωνή του έχει τι το άγριον. Α! κατανοώ τι θα υποφέρη ο πατήρ ούτος!

«Κύριε, τω λέγω λαμβάνων την χείρα του, μη απελπιζώμεθα ίσως πλοίον τι. . .

 — Κύριε, επαναλαμβάνει ο πατήρ διακόπτων με, δεν έρχομαι να σας ζητήσω παραμυθίας τετριμμένας. Δεν θα περάση πλοίον, το ειξεύρετε κάλλιστα. Όχι, περί άλλου πρόκειται. Από πότε ο υιός μου, σεις ο ίδιος και οι άλλοι έχετε να φάγετε;»

Εις την ερώτησιν ταύτην ήν ακούω μετ' εκπλήξεως, αποκρίνομαι:

«Την 2 Ιανουαρίου εξέλιπεν ο διπυρίτης, και σήμερον έχομεν 6 Ιανουαρίου. Τεσσάρας λοιπόν ημέρας. . .

 — Έχετε να φάγετε! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Εγώ λοιπόν έχω οκτώ!

 — Οκτώ ημέρας!

 — Μάλιστα! οικονόμισα διά τον υιόν μου!»

Ως ήκουσα τους λόγους τούτους, δάκρυα εκχύνονται εκ των οφθαλμών μου. Αρπάζω τας χείρας του κ Λετουρνέρ, . . μόλις δυνάμενος να αρθρώσω λέξιν. Τον ατενίζω!,, οκτώ ημέρας!

«Κύριε, τω λέγω τέλος, τι θέλετε απ' εμέ;

 — Σουτ! όχι τόσον δυνατά! Ψυχή να μη μας ακούση!

 — Λέγετε λοιπόν!,,

 — Θέλω. . . είπε ταπεινών την φωνήν. . . να προσφέρετε εις τον Ανδρέαν. . .

 — Αλλά σεις ο ίδιος δεν ειμπορείτε;. . .

 — Όχι! όχι!,, θα νομίση ότι εγώ εστερήθην χάριν αυτού. . . και θα μ' αποποιηθή. . . Όχι! πρέπει να προέλθη από σας. . .

 — Κύριε Λετουρνέρ!,,

 — Εξ οίκτου! κάμετέ μου αυτήν την χάριν. . . την μεγίστην χάριν την οποίαν δύναμαι να σας ζητήσω, . . Άλλως τε. . . διά τον κόπον σας,,»

Και λαβών την χείρα μου εθώπευσεν αυτήν ελαφρώς.

«Διά τον κόπον σας. . . Ναι. . . θα φάγετε και σεις. . . ολίγον!,,»

Ταλαίπωρε πάτερ! Ακούων αυτόν τρέμω ως παιδίον. Το όλον μου φρικιά και η καρδία μου πάλλει σφοδρότατα! Ταυτοχρόνως αισθάνομαι ότι ο κ. Λετουρνέρ παρεισάγει εις την χείρα μου μικρόν τεμάχιον διπυρίτου.

«Προσοχή μη σας ίδη ψυχή!, μοι λέγει, διότι τα τέρατα θα σας εδολοφόνουν! Έχω ακόμη δι' άλλην μίαν ημέραν . ., αλλά αύριον. . . θα σας παραδώσω άλλο τόσον!»

Ο τάλας δυσπιστεί προς με! και ίσως έχει δίκαιον, διότι, αισθανόμενος εγώ το τεμάχιον του διπυρίτου μεταξύ των χειρών μου, μικρού δειν εκινήθην να το βάλω εις το στόμα μου!

Αλλ' αντέσχον· οι δε αναγινώσκοντές με ας νοήσωσι παν ό τι η γραφίς μου αδυνατεί ενταύθα να εκφράση.

Επελθούσης της νυκτός μετά της ιδιαζούσης εκείνης ταχύτητος εις τα ταπεινά πλάτη, παρεισδύω πλησίον του Ανδρέου και τω υποβάλλω το μικρόν εκείνο τεμάχιον του διπυρίτου «ως εξ εμού προερχόμενον».

Ο νέος ρίπτεται επ' αυτού και έπειτά μοι λέγει:

«Και ο πατήρ μου;»

Εγώ δε τω αποκρίνομαι ότι και ο κ. Λετουρνέρ έλαβε το μερίδιόν του,, και εγώ το εμόν. . . και ότι αύριον. . . τας επομένας ημέρας, θα δύναμαι αναμφιβόλως να τω παρέχω έτι. . . ας λάβη. . . ας λάβη. .,!

Ο Ανδρέας δεν μ' ηρώτησε πόθεν προήρχετο ο διπυρίτης εκείνος, και απλήστως έβαλε το τεμάχιον εις το στόμα του.

Και την εσπέραν εκείνην, ει και ο κ. Λετουρνέρ μοι προσέφερεν, δεν έφαγον τίποτε!,, τίποτε!

Μ'


 — Τη 7 Ιανουαρίου — Από τινων ημερών το θαλάσσιον ύδωρ, το σαρώνον αδιαλείπτως σχεδόν το κρηπίδωμα της σχεδίας, άμα εγειρομένου του σάλου, εξηρέθισε το δέρμα των ποδών και των κνημών τινων εκ του πληρώματος. Ο Όουεν, όν ο αρχιναύτης κρατεί δέσμιον εν τη πρώρα από της σκηνής της στάσεως, διατελεί εν οικτρά καταστάσει, κατ' αίτησιν δε ημών λύεται των δεσμών. Και ο Σάνδων δε και ο Βάρκε ωσαύτως διεβρώθησαν υπό της διαβρωτικής δυνάμεως των αλμυρών τούτων υδάτων και ημείς δε οι άλλοι εσώθημεν μέχρι τούδε, μόνον διότι η πρύμνα της σχεδίας ολιγώτερον δέρεται υπό των κυμάτων.

Σήμερον ο αρχιναύτης, εκμανείς υπό της πείνης, επέπεσε κατά των ρακών των ιστίων και των τεμαχίων των ξύλων. Ακούω έτι τους οδόντας του εισδύοντας μετά κρότου εις τας ουσίας ταύτας. Ο τάλας, ωθούμενος υπό της δεινής πείνης, προσπαθεί να γεμίση τον στόμαχόν του, όπως διαταθή η βλεννώδης αυτού μεμβράνα. Τέλος μετά πολλάς αναζητήσεις, ευρίσκει επί τινος των ιστών των συγκρατούντων το κρηπίδωμα, τεμάχιον δέρματος. Αποσπά το δέρμα τούτο, επειδή είνε ουσία ζωική, και το καταβροχθίζει μετ' ανεκφράστου απληστίας, φαίνεται δε ότι η κατάποσις της ύλης ταύτης παρέχει αυτώ ανακούφισίν τινα. Πάραυτα πάντες τον μιμούμεθα μετά σπουδής. Πίλος δερμάτινος βρασθείς, τα δερμάτινα γείσα των πηληκίων, παν ό τι είνε ζωική ουσία κατατρώγεται. Ένστιγμα κτηνώδες παρασύρει ημάς, όπερ ουδείς δύναται να καταστείλη. Φαίνεται δε ότι την στιγμήν ταύτην ουδέν ανθρώπινον έχομεν πλέον. Ουδέποτε θα λησμονήσω την σκηνήν ταύτην!

Και αν η πείνα μη εκορέσθη, τουλάχιστον οι στρόφοι του στομάχου στιγμιαίως εκόπασαν. Αλλ' όμως τινές ημών δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι την απεχθή ταύτην τροφήν και κατελήφθησαν υπό ναυτίας.

Ας μοι συγχωρηθώσιν αι λεπτομέρειαι αύται! Ουδέν οφείλω να αποκρύψω εξ ών έπαθον οι ναυαγοί του Σάνσελλορ! Διά της διηγήσεως ταύτης θα μάθωσιν οι άνθρωποι όσας δυστυχίας ηθικάς τε και φυσικάς δύνανται να υπομείνωσιν ανθρώπινα όντα! Τούτο έστω το δίδαγμα του ημερολογίου τούτου! τα πάντα θα είπω, και δυστυχώς προαισθάνομαι ότι δεν εφθάσαμεν ακόμη εις το ανώτατον σημείον των δοκιμασιών ημών!

Κατά την ανωτέρω σκηνήν παρετήρησά τι επικυρούν τας υποψίας μου περί του τροφοδότου. Ο Χόμμπαρτ, δήλα δή, εξακολουθών τους στεναγμούς του, μεγαλοποιών μάλιστα αυτούς, δεν μετέχει του αγώνος. Ακούων τις αυτόν πείθεται ότι αποθνήσκει εξ ασιτίας, βλέπων δε όμως τον νομίζει απηλλαγμένον των κοινών βασάνων. Λοιπόν ο υποκριτής ούτος έχει κρύφιόν τι αποταμίευμα, εξ ού αντλεί έτι; τον επιτηρώ, αλλ' ουδέν ηδυνήθην να ανακαλύψω.

Ο καύσων είνε έτι δυνατός και μάλιστα αφόρητος, οσάκις ο άνεμος δεν τον μετριάζει. Η μερίς του ύδατος είνε βεβαίως ανεπαρκής, αλλ' η πείνα καταστέλλει εν ημίν την δίψαν. Λέγω δε ότι η έλλειψις του ύδατος ήθελε ταλαιπωρήση ημάς δεινότερον παρά την της τροφής, δεν δύναμαι να το πιστεύσω, ή τουλάχιστον να το φαντασθώ την στιγμήν ταύτην. Εν τούτοις η παρατήρησις αύτη πολλάκις εγένετο. Είθε να ευδοκήση ο Θεός να μη περιέλθωμεν εις την νέαν ταύτην εσχάτην των αμηχανιών.

Ευτυχώς υπολείπονται πίνται τινές ύδατος εν τω ημιθραύστω υπό της τρικυμίας βυτίω, το δε έτερον βυτίον είνε έτι άθικτον. Ει δε και ο αριθμός ημών ηλαττώθη, ο πλοίαρχος όμως, κωφεύων εις τινας διαμαρτυρίας, ηλάττωσε την ημερησίαν μερίδα εις ημίσειαν πίνταν, ενενήκοντα σχεδόν δράμια, κατ' άνθρωπον. Εγώ τον επιδοκιμάζω ως προς τούτο.

Του δε βρανδεβίνου υπολείπεται τέταρτον μόνον γαλλονίου, ό έστι τριακόσια πεντήκοντα πέντε μόνον δράμια, άτινα απετέθησαν ασφαλώς εν τη πρύμνη της σχεδίας.

Σήμερον, 7 του μηνός, περί ώραν εβδόμην και ημίσειαν μετά μεσημβρίαν, είς εξ ημών έπαυσεν του ζην. Δεκατέσσαρες είμεθα πλέον! Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ εξέπνευσεν εν ταις αγκάλαις μου, φρούδαι απέβησαν και της μις Χέρμπυ αι περιθάλψεις και αι εμαί. . . Δεν πάσχει πλέον.

Ολίγον πριν αποθάνη ο Ουάλτερ ηυχαρίστησε την μις Χέρμπυ και εμέ μετά φωνής ήν μόλις ηδυνάμεθα να ακούσωμεν. . .

«Κύριε, είπεν, αφίνων εκ της τρεμούσης χειρός του επιστολήν συμπεπιεσμένην, την επιστολήν ταύτην. . . της μητρός μου. . . . δεν έχω δύναμιν. . . Είνε η τελευταία όπου έλαβα!. . . Μου λέγει: «Σε περιμένω, παιδί μου, θέλω να σ' επανίδω!» Όχι, μητέρα μου, δεν θα μ' επανίδης πλέον! — Κύριε!. . . την επιστολήν ταύτην. . . βάλετε την εις τα χείλη μου. . . Εκεί, εκεί!. . . Να αποθάνω ασπαζόμενος αυτήν. . . Μητέρα μου. . . Θεέ μου!. . . »

Θέτω την επιστολήν του υποπλοιάρχου Ουάλτερ εντός της ψυχράς ήδη χειρός του, και την επιθέτω επί των χειλέων του. Το βλέμμα του εμψυχούται επί μίαν στιγμήν και ακούομεν ως ασθενή ήχον φιλήματος!

Απέθανεν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ! Ο Θεός αναπαύσαι την ψυχήν του!

ΜΑ'


 — Τη 8 Ιανουαρίου — Καθ' όλην την νύκτα διέμεινα παρά τω νεκρώ του ατυχούς, και η μις Χέρμπυ ήλθεν επανειλημμένως ίνα δεηθή υπέρ αναπαύσεως αυτού.

Ότε δε εφάνη η ημέρα, το λείψανον ήτο όλως ψυχρόν. Έσπευδον. ., μάλιστα! έσπευδον να το ρίψω εις την θάλασσαν. Είπον τω Ροβέρτω Κόρτις να με βοηθήση εν τω λυπηρώ τούτω έργω. Αφ' ού περιτυλίξωμεν το λείψανον εντός των αθλίων του ενδυμάτων, θα το βυθίσωμεν εις τα κύματα και επειδή είνε κάτισχνον ελπίζω ότι δεν θα επιπλέη.

Όρθρου βαθέως ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ, λαμβάνοντές τινας προφυλάξεις ίνα μη μας ίδωσι, παραλαμβάνομεν εκ των θυλακίων του υποπλοιάρχου πράγματά τινα ά θα παραδοθώσιν εις την μητέρα του, αν τις εξ ημών επιζήση.

Εν ώ δε έμελλον να ρίψω επί του λειψάνου τα ενδύματα, άτινα θα τω χρησιμεύσωσιν ως σάβανον, δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης.



Ελλείπει ο δεξιός πους, η δε κνήμη είνε ηκρωτηριασμένη και αιματόφυρτος.

Τις ο εργάτης της βεβηλώσεως ταύτης; Λοιπόν κατεβλήθην υπό του καμάτου την νύκτα ταύτην και ωφεληθέντες εκ του ύπνου μου εκολώβωσαν το λείψανον; Αλλά τις έπραξε τούτο;

Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί πέριξ αυτού, είνε δε τα βλέμματά του φοβερά. Αλλά τα πάντα εν τη σχεδία έχουσιν ως συνήθως, η δε σιωπή διακόπτεται μόνον υπό τινων στεναγμών. Ίσως μας παραφυλάττουσι! Σπεύσωμεν να ρίψωμεν το λείψανον εις την θάλασσαν προς αποφυγήν φρικαλεωτάτων σκηνών!

Απαγγείλαντες λοιπόν ευχάς τινας, ρίπτομεν το λείψανον εις τα κύματα, αυτό δε πάραυτα καταβυθίζεται.

«Να πάρ' η ευχή! Κύτταξε πώς τους τρέφουν τους καρχαρίας!»

Τις ελάλησεν ούτω; Στρέφομαι και βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ.

Ο αρχιναύτης την στιγμήν εκείνην είνε πλησίον μου.

«Τον πόδα, τω λέγω, νομίζεις ότι οι άθλιοι ούτοι. . .

 — Τον πόδα;. . . Α, ναι! αποκρίνεται ο αρχιναύτης μετά τρόπου φωνής παραδόξου. Και έπειτα ήτο δικαίωμά των!

 — Δικαίωμά των! ανεφώνησα.

 — Κύριε, μοι λέγει ο αρχιναύτης, προτιμότερον να φάγη κανείς νεκρόν παρά ζωντανόν!»

Εις την απόκρισιν ταύτην την μετ' απαθείας γενομένην, δεν ειξεύρω τι να αποκριθώ, και απελθών εις την πρύμναν της σχεδίας κατακλίνομαι.

Περί ώραν ενδεκάτην συμβαίνει τι ευάρεστον. Ο αρχιναύτης, όστις από πρωίας έχει ερριμμένας τας ορμιάς, επέτυχε την φοράν ταύτην. Τω όντι τρεις ιχθύς συνελήφθησαν, τρεις γάδοι μεγάλου μεγέθους και μήκους ογδοήκοντα υφεκατομέτρων, ανήκοντες εις το είδος εκείνο, όπερ αποξηραινόμενον είνε γνωστόν διά του ονόματος «στοκοφίσι».



Μόλις ο αρχιναύτης ανέσυρεν επί της σχεδίας τους τρεις τούτους ιχθύς και οι ναύται ρίπτονται επ' αυτών. Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο Φάλστεν και εγώ ορμώμεν ίνα τους συγκρατήσωμεν, και πάραυτα η τάξις αποκαθίσταται. Ολίγον είνε τρεις γάδοι εις δεκατέσσαρας ψυχάς, αλλά τέλος έκαστος έλαβε το μέρος του.

Και οι μεν καταβροχθίζουσιν τους ιχθύς τούτους ωμούς, δυνατόν ειπείν ζώντας, οι πλείστοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ έχουσι την δύναμιν να προσμένωσιν. Ανάψαντες έν τινι γωνία της σχεδίας πυρ έκ τινων τεμαχίων ξύλων, οπτούσι την μερίδα των. Αλλ' εγώ δεν έσχον την γενναιότητα ταύτην και έφαγον την αιμοσταγή εκείνην σάρκα!

Ο κ. Λετουρνέρ δεν εφάνη μάλλον υπομονητικός εμού και τοσούτων άλλων, αλλ' επέπεσεν ως λύκος πειναλέος επί της ιχθυομερίδος του. Ο τάλας ούτος όστις δεν έχει φάγη από τοσούτων ημερών, πώς ζη έτι; Δεν δύναμαι να το νοήσω.

Είπον ανωτέρω ότι χαράν μεγάλην ο αρχιναύτης εχάρη ότε ανέσυρε τας ορμιάς του, η δε χαρά αύτη επετάθη μέχρι παραφροσύνης· διότι είνε βέβαιον ότι, εάν η αλιεία ευδοκιμήση έτι, δύναται να σώση ημάς από θανάτου φρικαλέου.

Έρχομαι λοιπόν προς τον αρχιναύτην, και λαλών προς αυτόν, τον προτρέπω να επαναλάβω την απόπειράν του.

«Ναι! μοι λέγει, ναι. . . αναμφιβόλως. . . θα επαναλάβω!. . . . θα επαναλάβω!. . .

 — Και διατί δεν ρίπτεις πάλιν τας ορμιάς σου; ηρώτησα.

 — Όχι τώρα, μ' αποκρίνεται μετά τρόπου υπεκφυγής· την νύκτα διά τα μεγάλα ψάρια η επιτυχία είνε μεγαλητέρα παρά την ημέραν, και πρέπει να κάμνωμεν και οικονομίαν εις το δόλωμά μας. Τι κουτοί άνθρωποι! να μη κρατήσωμεν τίποτε αποφάγια διά δόλωμα!»

Αληθώς και το σφάλμα είνε ίσως ανεπανόρθωτον.

«Αλλ' όμως, είπον αυτώ, αφ' ού επέτυχες την πρώτην φοράν χωρίς δόλωμα. . .

 — Είχα. . .

 — Καλόν;

 — Εξαίρετον, κύριε, αφ' ού τα ψάρια εδάγκασαν!»

Αποβλέπω προς τον αρχιναύτην και αυτός προς με.

«Δεν σου επερίσσευσε καθόλου να δολώσης τας ορμιάς σου;

 — Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή, και ουδέ λέξιν επειπών μ' εγκαταλείπει.

Εν τούτοις η γλίσχρα εκείνη τροφή έδωκεν ημίν δυνάμεις και μετ' αυτών μικράν τινα ελπίδα. Λαλούμεν περί της αλιείας του αρχιναύτου και φαίνεται ημίν αδύνατον να επιτύχη και εκ δευτέρου. Η Μοίρα ήθελε τέλος απαυδήση δοκιμάζουσα ημάς;

Απόδειξις δε αναντίρρητος ότι επήλθεν εις τα πνεύματα ημών άνεσις, είνε η σπουδή μεθ' ής επαναλαμβάνομεν τας περί του παρελθόντος συνδιαλέξεις ημών. Η διάνοια ημών δεν είνε προσηλωμένη πλέον και μόνον επί του λυπηρού τούτου ενεστώτος και του απειλούντος ημάς φοβερού μέλλοντος. Οι κκ. Λετουρνέρ, Φάλστεν, ο πλοίαρχος και εγώ αναπολούμεν τα από του ναυαγίου ημών συντελεσθέντα, επαναβλέπομεν τους απολωλότας ημών συμπλωτήρας, τα καθ' έκαστα της πυρκαϊάς, το κάθισμα του πλοίου, την ύφαλον του Βραχοχοιρομηρίου, την διαρροήν, τον φοβερόν εν τοις θωρακίοις διάπλουν, την σχεδίαν, την καταιγίδα, πάντα τα απρόοπτα εκείνα συμβάντα, ά νυν φαίνονται ούτως απομεμακρυσμένα. Ναι! Ταύτα πάντα παρήλθον, και ημείς ζώμεν έτι!

Ζώμεν! Αλλά τούτο δύναται να ονομασθή ζωή; Εξ εικοσιοκτώ ψυχών δεκατέσσαρες μόνον υπολειπόμεθα, μετ' ου πολύ δε ίσως γίνωμεν και δεκατρείς.

«Κακός αριθμός! λέγει ο νέος Λετουρνέρ, αλλά μετά πολλής δυσχερείας θα εύρωμεν τον δέκατον τέταρτον!»

Την νύκτα της 8 προς την 9 του μηνός, ο αρχιναύτης έρριψεν εκ νέου τας ορμιάς από της πρύμνης, και έμεινε μόνος φυλάττων αυτάς, εις ουδένα άλλον θελήσας να επιτρέψη την φροντίδα ταύτην.

Το πρωί έρχομαι προς αυτόν. Επειδή δε μόλις φέγγει και διά των διαπύρων αυτού οφθαλμών προσπαθεί να διεισδύση εις το σκότος των υδάτων, δεν με είδεν, ουδέ καν με ήκουσεν ερχόμενον.

Έψαυσα ελαφρώς τον ώμον του, εκείνος δε στρέφεται προς με.

«Ε; τι έχομεν, αρχιναύτα;

 — Τι νάχωμεν! οι τρισκατάρατοι οι καρχαρίαι μούφαγαν τα δολώματά μου! απεκρίθη μετά φωνής υποκώφου.

 — Και δεν έχεις άλλα;

 — Όχι! και ειξεύρετε τι καταλαμβάνω, κύριε, από όλα αυτάς προσθέτει σφίγγων μου τον βραχίονα, ότι δεν πρέπει να κάμνη κανείς τα πράγματά του 'μισά. . . »

Φράσσω το στόμα του διά της χειρός μου! Ενόησα. . .

Ταλαίπωρε Ουάλτερ!

ΜΒ'


 — Από της 9 μέχρι της 10 Ιανουαρίου. — Σήμερον κατελήφθημεν αύθις υπό της νηνεμίας. Ο ήλιος καίει, ο άνεμος εκόπασε τελείως και ουδέ μία ρυτίς αλλοιώνει τους μακρούς κυματισμούς της θαλάσσης, ήτις υπεγείρεται ανεπαισθήτως. Αν δε μη υπάρχη ρεύμα τι, ού την διεύθυνσιν αδύνατον να εξακριβώσωμεν, η σχεδία θα είνε όλως στάσιμος.

Είπον ότι η θερμότης είνε αφόρητος σήμερον, κατ' ακολουθίαν δε και η δίψα ημών είνε έτι μάλλον αφόρητος. Το ανεπαρκές του ύδατος ταλαιπωρεί ημάς δεινώς το πρώτον ήδη, προβλέπω δε ότι θα γίνη αιτία βασάνων μάλλον αφορήτων των της πείνης. Ήδη παρά τοις πλείστοις ημών το στόμα, ο λαιμός, η φάρυγξ συστέλλονται υπό της ξηρασίας, αι βλενώδεις μεμβράναι αποξηραίνονται υπό τον θερμόν τούτον αέρα, όν φέρει εις αυτάς η αναπνοή.

Εμού λιπαρούντος [88] ο πλοίαρχος μετερρύθμισε την συνήθη δίαιταν. Χορηγεί διπλήν μερίδα ύδατος και ηδυνήθημεν να δροσιζώμεθα όπως δήποτε τετράκις της ημέρας. Λέγω δε «όπως δήποτε», διότι το ύδωρ τούτο φυλαττόμενον εν τω πυθμένι του βυτίου, ει και καλύπτεται δι' υφάσματος, είνε αληθώς χλιαρόν.

Εν κεφαλαίω η ημέρα είνε κακή· οι δε ναύται υπό την επήρειαν της πείνης καταλαμβάνονται εκ νέου υπό απελπισμού.

Άνεμος δεν ηγέρθη μετά της ανατολής της σελήνης, ήτις είνε σχεδόν πανσέληνος. Εν τούτοις επειδή αι νύκτες των τροπικών είνε δροσεραί, αισθανόμεθ' ανακούφισίν τινα, αλλά την ημέραν η θερμοκρασία είνε αφόρητος. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν προ τοιαύτης υψώσεως ούτω σταθεράς, ότι η σχεδία παρεσύρθη λίαν προς Νότον.

Περί δε της γης, ουδέ καν επιχειρεί τις να αναζητήση αυτήν, διότι φαίνεται ότι η γηίνη σφαίρα είνε πλέον . . σφαίρα υγρά. Αείποτε και πανταχού ο άπειρος ούτος Ωκεανός!

Την 10 του μηνός η αυτή νηνεμία, η αυτή θερμοκρασία. Βροχήν πυρίνην μας βρέχει ο ουρανός, αέρα πυρπολούμενον αναπνέομεν. Η δίψα ημών είνε ακαταμάχητος και καταντά να λησμονώμεν τα δεινά της πείνης, και να προσδοκώμεν μετά μανιώδους επιθυμίας την στιγμήν, καθ' ήν ο Ροβέρτος Κόρτις διανέμει τας ολίγας τινάς σταγόνας ύδατος της μερίδος ημών. Α! να πίωμεν κατά κόρον άπαξ και διά μιας, έστω και εξαντλούντες την προμήθειαν όλην, και έπειτα ας αποθάνωμεν!

Την στιγμήν ταύτην, είνε δε μεσημβρία, καταλαμβάνεταί τις των συμπλωτήρων υπό αλγηδόνων οξυτάτων και αναφωνεί. Είνε δε ούτος ο άθλιος Όουεν, όστις, εν τη πρώρας κατακείμενος, συστρέφεται μετά φοβερών σπασμών.

Έρπω μέχρι του Όουεν διότι οία δήποτε και αν εγένετο η διαγωγή του, η φιλανθρωπία επιτάσσει να ίδωμεν εάν είνε δυνατόν να τω παράσχωμεν ανακούφισίν τινα.

Αλλά ταυτοχρόνως ο ναύτης Φλαίπολ αναφωνεί. Στρέφω και βλέπω αυτόν όρθιον επί των πτερυγίων του ιστού και τείνοντα την χείρα προς ανατολάς προς σημείον τι του ορίζοντος.

«Πλοίον!» ανακράζει.

Πάντες ανορθούμεθα· σιωπή τελεία επικρατεί επί της σχεδίας. Και ο Όουεν καταστέλλων τας κραυγάς του ανορθούται και αυτός.

Κατά την διεύθυνσιν την υποδεικνυομένην υπό του Φλαίπολ φαίνεται αληθώς σημείον λευκόν, αλλά το σημείον εκείνο μετατοπίζεται; Είνε ιστίον; Τι γνώμην έχουσι περί αυτού οι ναυτικοί ούτοι, οι τόσον οξυδερκείς;

Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις όστις, τους βραχίονας έχων εσταυρωμένους, εξετάζει το λευκόν σημείον. Αι παρειαί του εξέχουσι, πάντα δε τα μέρη του προσώπου του ανέρχονται ένεκα της συστολής του περιφερούς μυός, συνοφρυούται, καμμύει τους οφθαλμούς, και συγκεντροί εν τω βλέμματί του όλην την οπτικήν αυτού δύναμιν. Εάν το λευκόν εκείνο σημείον είνε ιστίον, δεν θα απατηθή.

Αλλ' όμως σείει την κεφαλήν και οι βραχίονες αυτού λύονται και καταπίπτουσι.

Παρατηρώ, και δεν είνε πλοίον εκείνο το λευκόν σημείον. Δεν είνε πλοίον, είνε ανταύγειά τις οία δήποτε, οφρύς κύματος εκχυνομένου, ή εάν είνε πλοίον, το πλοίον εξηφανίσθη!

Οποία κατάπτωσις επηκολούθησε την στιγμιαίαν εκείνην ελπίδα! Πάντες επανήλθομεν εις την συνήθη ημών θέσιν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ίσταται ακίνητος, αλλά δεν παρατηρεί πλέον τον ορίζοντα.

Τότε αι κραυγαί του Όουεν επαναλαμβάνονται μετά σφοδρότητος είπερ ποτέ και άλλοτε μείζονος. Όλον του το σώμα συστρέφεται υπό δεινής αλγηδόνος και η θέα του είνε όντως φοβερά. Ο λαιμός του στενούται υπό συστολής σπασμωδικής, η γλώσσα ξηραίνεται, η κοιλία επαίρεται, ο δε σφυγμός είνε μικρός, συχνός, άτακτος. Ο τάλας υφίσταται σφοδράς σπασμωδικάς κινήσεις άμα δε και τιναγμούς τετανώδεις, Εκ των συμπτωμάτων δε τούτων ουδεμία αμφιβολία ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη υπό οξειδίου του χαλκού.

Δεν έχομεν δε τα αναγκαιούντα φάρμακα προς εξουδετέρωοιν των αποτελεσμάτων του δηλητηρίου τούτου. Αλλά δύναταί τις να προκαλέση εμέσεις προς εκκένωσιν των υλών των περιεχομένων εν τω στομάχω του Όουεν διά χλιαρού ύδατος. Ζητώ παρά του πλοιάρχου Κόρτις ολίγον ύδωρ, όντως δε συναινεί, και επειδή το ύδωρ του πρώτου βυτίου εξηντλήθη, μεταβαίνω να αντλήσω εκ του δευτέρου, όπερ είνε άθικτον έτι· αλλ' ο Όουεν ορθούται επί των γονάτων, και διά φωνής ήτις δεν είνε πλέον φωνή ανθρωπίνη, αναφωνεί:

«Όχι! όχι! όχι!»

Διατί το όχι τούτο; Επανέρχομαι παρά τω Όουεν και τω εξηγώ τι θέλω να πράξω· αλλ' αυτός έτι σφοδρότερον μ' αποκρίνεται ό τι δεν θέλει να πίη εκ του ύδατος τούτου.

Επιχειρώ τότε να προκαλέσω εμέσεις γαργαλίζων την σταφυλήν αυτού, και μετ' ου πολύ εξεμεί ύλας υποκυάνους. Είνε δε υπερβέβαιον ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη διά θειούχου χαλκού, διά χαλκάνθου, και ό τι δήποτε πράξη τις, ο Όουεν δεν σώζεται!

Αλλά πώς εδηλητηριάσθη; Αι εμέσεις επήνεγκον αυτώ αναψυχήν τινα και τέλος δύναται να λαλήση. Ο πλοίαρχος και εγώ τον ερωτώμεν. . .

Δεν θα πειραθώ να περιγράψω την εντύπωσιν, ήν ενεποίησεν ημίν η απόκρισις του ταλαιπώρου τούτου!

Ο Όουεν ωθούμενος υπό δίψης δεινής, έκλεψε πίντας τινάς ύδατος εκ του αθίκτου βυτίου!. . . Ώστε το ύδωρ του βυτίου τούτου είνε δεδηλητηριασμένον!

ΜΓ'


Από της 11 μέχρι της 14 Ιανουαρίου. — Ο Όουεν απέθανε την νύκτα μετά τιναγμών τετανωδών, ών η σφοδρότης επετάθη εις βαθμόν σπάνιον.

Είνε αληθέστατον! Το δηλητηριώδες βυτίον περιείχεν άλλοτε χάλκανθον. Γεγονός προδηλότατον. Αλλά νυν ποία τινί κακή Μοίρα το βυτίον τούτο μετετράπη εις υδροφόρον δοχείον, και ποία τινί έτι μάλλον αξιοθρηνήτω Μοίρα παρελάβομεν αυτό επί της σχεδίας;. . . Αδιάφορον το βέβαιον είνε ότι ύδωρ πλέον δεν έχομεν.

Το πτώμα του Όουεν εδέησε να ριφθή εις την θάλασσαν, διότι πάραυτα αποσυνετέθη. Ουδέ θα ήτο καν δυνατόν να δολώση ο αρχιναύτης τας ορμιάς του διά σαρκός ήτις ουδεμίαν είχε πλέον σύστασιν. Ο θάνατος του αθλίου τούτου εις ουδέν θα ωφελήση ημάς!



Πάντες γινώσκομεν την κατάστασιν των πραγμάτων οποία είνε εν τω παρόντι και διατελούμεν σιωπηλοί. Αλλά και τι θα ηδυνάμεθα να είπωμεν; Άλλως τε ο ήχος της φωνής ημών είνε σφόδρα ανιαρός εις την ακοήν. Γενόμενοι ευερέθιστοι, προτιμότερον να μη λαλώμεν πλέον, διότι η ελαχίστη λέξις, έν βλέμμα, έν σχήμα, δύναται κάλλιστα να προκαλέση παραφοράς λυσσώδεις ακατασχέτους. Δεν δύναμαι να νοήσω πώς δεν παρεφρονήσαμεν ήδη!

Την 12 Ιανουαρίου ουδεμίαν ελάβομεν μερίδα ύδατος, εξαντληθείσης χθες της τελευταίας σταγόνος. Δεν υπάρχει δε νέφος εν τω ουρανώ δυνάμενον να βρέξη ολίγον, το δε θερμόμετρον θα εδείκνυε εκατόν τεσσάρας βαθμούς (89) εν τη σκιά, εάν υπήρχε σκιά επί της σχεδίας.

Την 13 του μηνός η αυτή κατάστασις. Το θαλάσσιον ύδωρ άρχεται κατατρώγον μου τους πόδας, αλλ' εγώ σχεδόν δεν προσέχω. Και των άλλων δε των υπό του αυτού κακού πασχόντων η κατάστασις δεν εδεινώθη.

Α! Το περιβάλλον ημάς ύδωρ τούτο, ότε συλλογίζομαι ότι εξατμίζοντες ή στερεοποιούντες ηθέλομεν καταστήση αυτό πόσιμον! Μεταβαλλόμενον εις ατμόν ή εις πάγον, δεν θα περιείχε πλέον ουδέν μόριον άλατος, και θα ηδυνάμεθα να το πίωμεν. Αλλ' αι συσκευαί ελλείπουσιν, ουδέ δυνάμεθα να κατασκευάσωμεν.

Σήμερον ο αρχιναύτης και δύο εκ των ναυτών εβυθίσθησαν εις την θάλασσαν μετά κινδύνου να καταβροχθισθώσιν υπό των καρχαριών. Το λουτρόν τούτο ανακουφίζει πως αυτούς και δροσίζει έν τινι μέτρω. Τρεις δε των συμπλωτήρων και εγώ, μόλις γινώσκοντες να κολυμβώμεν, εδέθημεν από σχοινίου και εμείναμεν εν τη θαλάσση επί ημίσειαν σχεδόν ώραν, επιτηρούντος του Ροβέρτου Κόρτις. Αλλ' ευτυχώς πάνυ ουδείς καρχαρίας επλησίασε.

Εκλιπαρούμεν την μις Χέρμπυ να μιμηθή το παράδειγμα ημών, αλλ' αυτή, ει και ταλαιπωρείται δεινώς, δεν ηθέλησε.

Την 14 του μηνός περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος ελθών προς με, μοι λέγει σιγά εις το ωτίον:

«Μη κινηθήτε και σας νοήσουν, κύριε Κάζαλλον, διότι ενδεχόμενον να απατώμαι, και δεν θέλω να εμβάλω εις τους συντρόφους μας κενάς ελπίδας εκ νέου.

Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις.

«Τώρα, μοι λέγει, διέκρινα τω όντι πλοίον!»

Ο πλοίαρχος καλώς ποιών με προδιέθεσε, διότι δεν θα ηδυνάμην να καταστείλω την πρώτην μου κίνησιν.

«Κυττάξατε, προσέθηκε. Εκεί προς τον αριστερόν τοίχον της πρύμνης».

Εγείρομαι προσποιούμενος αδιαφορίαν, ήν ουδόλως αισθάνομαι, και διατρέχω το τόξον του ορίζοντος το υποδειχθέν υπό του Ροβέρτου Κόρτις.

Οι οφθαλμοί μου δεν είνε οφθαλμοί ναυτικού, αλλ' εν απωτάτω τινί σκιαγραφήματι δυσδιακρίτω αναγνωρίζω πλοίον αρμενίζον.

Πάραυτα σχεδόν ο αρχιναύτης, ού τα βλέμματα ήσαν εστραμμένα προς το μέρος τούτο από τινων στιγμών, αναφωνεί:

«Πλοίον!»



Η παρουσία του σημανθέντος πλοίου δεν παράγει πάραυτα το αναμενόμενον αποτέλεσμα, ουδεμίαν συγκίνησιν προκαλεί είτε διότι δεν πιστεύουσιν, είτε διότι αι δυνάμεις των είνε εξηντλημέναι. Όθεν ουδείς ανεγείρεται. Αλλ' αφ' ού ο αρχιναύτης επανέλαβεν επανειλημμένως «Πλοίον! πλοίον!» πάντων τα βλέμματα προσηλούνται τέλος επί του ορίζοντος.

Νυν το γεγονός δεν είνε αρνήσιμον. Το βλέπομεν, το πλοίον τούτο το ανέλπιστον! Αλλ' άρα γε αυτό θα μας ίδη;

Εν τούτοις οι ναύται προσπαθούσι να αναγνωρίσωσι το σχήμα και την διεύθυνσιν αυτού, μάλιστα την διεύθυνσιν.

Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρήσας μετά μεγίστης επιμελείας, είπε:

«Το πλοίον είνε βρίκιον και πλέει προς τον άνεμον, έχον αυτόν δεξιά. Εάν επί δύο ώρας εξακολουθήση την διεύθυνσιν ταύτην, κατ' ανάγκην θα μας κόψη τον δρόμον».

Δύο ώραι! δύο αιώνες! Αλλ' η διεύθυνσις του πλοίου δύναται να μεταβληθή από στιγμής εις στιγμήν, καθ' όσον μάλιστα υπό την εγγυτάτην εκ κεραίας ιστιοδρομίαν [90] ταύτην ενδεχόμενον να πλαγιοδρομή [91] μόνον και μόνον διά να προσηνεμώση [92] . Αλλ' όμως, εάν το πράγμα έχη ούτω, μετά την πλαγιοδρομίαν θα γίνη αριστερήνεμον [93] και θα απομακρυνθή. Α! εάν ουριοδρόμει ή καν έπλεε μετά φορού [94] ανέμου, θα εδικαιούμεθα να ελπίζωμεν!

Ανάγκη λοιπόν να γίνωμεν ορατοί υπό του πλοίου, ανάγκη το παν να πράξωμεν ίνα μας διακρίνη! Ο Ροβέρτος Κόρτις παραγγέλλει να γίνη χρήσις πάντων των δυνατών σημείων, διότι ο πάρων [95] είνε έτι μίαν δωδεκάδα μιλίων προς Απηλιώτην (Αν.) και αι κραυγαί ημών δεν θα ήτο δυνατόν να ακουσθώσι. Ουδέν δε πυροβόλον έχομεν ού αι εκπυρσοκροτήσεις να δυνηθώσι να προσελκύσωσι την προσοχήν. Ας άρωμεν λοιπόν σήμα τι οίον δήποτε εις την κορυφήν του ιστού. Το περιώμιον [96] της μις Χέρμπυ είνε ερυθρόν, το χρώμα δε τούτο είνε το μάλιστα άπαδον προς τους ορίζοντας της θαλάσσης και του ουρανού.

Το περιώμιον της μις Χέρμπυ επαίρεται και ελαφρός άνεμος, ρυτιδών την στιγμήν εκείνην την επιφάνειαν των κυμάτων αναπτύσσει τας πτυχάς του περιωμίου. Εκ διαλειμμάτων διανεμούται και αι καρδίαι ημών είνε μεσταί ελπίδος. Γνωστόν δε είνε μετά πόσης προθυμίας ο πνιγόμενος προσπαθεί να συγκρατηθή και από του ελαχίστου πράγματος εφ' ού δύναται να στηριχθή, τοιούτον τι είνε εις ημάς η σημαία αύτη!

Επί μίαν ώραν διήλθομεν διά μυρίων αποριών. Ο πάρων προφανώς προσήγγιζε προς την σχεδίαν, αλλ' ενίοτε φαίνεται ιστάμενος, και ερωτώμεν καθ' εαυτούς μήπως μέλλει να αναστρέψη.

Πόσον βραδέως βαδίζει το πλοίον τούτο! Και όμως έχει αναπετάση πάντα τα ιστία, και τους σιπάρους του, και τα προΐστιά του, το δε σκάφος του είνε σχεδόν ορατόν υπεράνω του ορίζοντος. Αλλ' ο άνεμος είνε αδύνατος, εάν δε έτι μάλλον ελαττωθή!. . . Προθύμως θα εδίδομεν έτη όλα υπάρξεως ίνα ήμεθα πρεσβύτεροι κατά μίαν ώραν!

Ο αρχιναύτης και ο πλοίαρχος περί ώραν ημίσειαν μετά μεσημβρίαν υπολογίζουσιν ότι ο πάρων απέχει της σχεδίας εννέα μίλια· λοιπόν εν διαστήματι μιας και ημισείας ώρας διήνυσε τρία μόνον μίλια. Μόλις δε και μετά βίας φθάνει μέχρι αυτού ο άνεμος ο διερχόμενος άνωθεν των κεφαλών ημών. Μη φαίνεται δε νυν ότι τα ιστία του δεν κολπούνται πλέον, αλλά κρέμανται κατά μήκος των ιστών. Παρατηρώ εάν εγείρεται πνοή τις ανέμου, αλλά η θάλασσα είνε ως νεναρκωμένη, η δε πνοή η τοσούτον ευελπίσασα ημάς εκπνέει ανά το πέλαγος.

Κάθημαι κατά την πρύμναν παρά τοις κκ. Λετουρνέρ και τη μις Χέρμπυ, και τα βλέμματα ημών φέρονται απαύστως από του πλοίου προς τον πλοίαρχον. Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε ακίνητος εν τη πρώρα, εστηριγμένος επί του ιστού, παρ' αυτώ δε ίσταται ο αρχιναύτης, ουδέ στιγμήν αποτρέποντες το βλέμμα των από του πάρωνος. Αναγινώσκομεν δε επί της όψεως αυτών, ήτις δεν δύναται να μείνη απαθής, πάσας τας συγκινήσεις άς αισθάνονται. Ουδέ γρυ δε ηκούσθη εν τη σχεδία μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο ξυλουργός Δαούλας ανακράζει μετά τρόπου απεριγράπτου:

«Αναστρέφει!»

Όλη ημών η ύπαρξις είνε την στιγμήν ταύτην εν τοις οφθαλμοίς! Ανορθούμεθα οι μεν επί των γονάτων, οι δε ορθοί. Βλασφημία δε φοβερά διέφυγε το έρκος των οδόντων του αρχιναύτου. Το πλοίον τούτο απέχει εννέα μίλια, και εκ της αποστάσεως ταύτης δεν ηδυνήθη να διακρίνη τα σήματα ημών! Η δε σχεδία είνε απλώς σημείον τι εν τω διαστήματι, αφανές ένεκα δυνατής ακτινοβολίας των ηλιακών ακτίνων. Είνε αόρατος! δεν εγένετο ορατή! Ο πλοίαρχος του πλοίου τούτου, οίον δήποτε και αν είνε, εάν διέκρινεν ημάς, ήθελε φανή τοσούτον απάνθρωπος, ώστε να φύγη ουδόλως βοηθήσας ημάς! Ουχί. Τούτο είνε απαράδεκτον! Δεν μας είδε!

«Φωτιάν! καπνόν! αναφωνεί τότε ο Ροβέρτος Κόρτις. Ας καύσωμεν τας σανίδας της σχεδίας! Φίλοι μου! φίλοι μου! Τούτο είνε το έσχατον μέσον διά του οποίου είνε ελπίς να γίνωμεν ορατοί!»

Σανίδες τινές ερρίφθησαν εις την πρώραν και εσχηματίσθη πυρά. Ανάπτονται δε ουχί άνευ κόπου, διότι είνε υγραί, αλλ' η υγρότης αύτη θα καταστήση τον καπνόν πυκνότερον και κατ' ακολουθίαν ορατότερον. Μετ' ου πολύ στήλη υπομέλαινα αναβαίνει κατ' ευθείαν εις τον αέρα. Εάν ήτο νυξ, εάν το σκότος επήρχετο πριν εξαφανισθή ο πάρων, η φλοξ αύτη θα ήτο ορατή και εκ της αποστάσεως της αποχωριζούσης ημάς απ' εκείνου!

Αλλ' αι ώραι παρέρχονται, το δε πυρ σβέννυται!. . .

Εν τοιαύταις περιστάσεσιν, ίνα φανή τις καρτερικός, ίνα υποταχθή εις το θέλημα του Θεού, επάναγκες να έχη εφ' εαυτού δύναμιν ήν εγώ δεν έχω πλέον! Ουχί! δεν δύναμαι να έχω πεποίθησιν εις τον Θεόν τούτον, όστις καθιστά τας δοκιμασίας ημών δεινοτέρας, αναμιγνύων και εναλλάξ ελπίδας. Βλασφημώ ως εβλασφήμησεν ο αρχιναύτης!,, Χειρ ασθενής στηρίζεται επ' εμού και η μις Χέρμπυ μοι δεικνύει τον ουρανόν!

Αλλ' αρκεί πλέον! Δεν θέλω πλέον τίποτε να ίδω, εισδύω υπό το ιστίον, κρύπτομαι και λυγμοί εκφεύγουσιν εκ του στήθους μου. . .

Κατά τον χρόνον τούτον το πλοίον μεταβάλλει ποδίσκους [97] , έπειτα δε απομακρύνεται βραδέως προς Απηλιώτην ( Αν.) και μετά τρεις ώρας ουδέ ο οξύτατος οφθαλμός θα ηδύνατο να ανακαλύψη υπεράνω του ορίζοντος τα άνω αυτού ιστία.

ΜΔ'


Τη 15 Ιανουαρίου. — Μετά το τελευταίον τούτο ατύχημα, ουδέν πλέον υπολείπεται ή να αναμένωμεν τον θάνατον. Και θα είνε μεν μάλλον ή ήττον βραδύς, αλλά θα επέλθη.

Σήμερον νέφη υψώθησαν προς Ζέφυρον (Δ) και έφερον ριπάς τινας ανέμου όθεν και η θερμοκρασία είνε πως ανεκτοτέρα. Ημείς δε ει και εξησθενωμένοι, όμως αισθανόμεθα την μεταβολήν ταύτην. Ο λαιμός μου αναπνέει αέρα ήττον ξηρόν, αλλ' από της αλιείας του αρχιναύτου, τούτ' έστιν από επτά ημερών δεν εφάγομεν, και ουδέν υπάρχει πλέον επί της σχεδίας. Έδωκα χθες τω Ανδρέα Λετουρνέρ το τελευταίον τεμάχιον του διπυρίτου όπερ ο πατήρ είχε φυλάξη και μοι το ενεχείρισε κλαίων.

Από της χθες ο μαύρος Γύγξτροπ κατώρθωσε να απαλλαγή των δεσμών του, ο δε Ροβέρτος Κόρτις δεν είπε να τον δέσωσιν εκ νέου. Αλλως τε προς τι; Ο άθλιος ούτος και οι συνένοχοι αυτού είνε εξησθενωμένοι εκ μακράς νηστείας. Τι θα ηδύναντο να επιχειρήσωσι νυν;

Σήμερον πολλοί καρχαρίαι μεγάλου μεγέθους εμφανίζονται, και βλέπομεν τα μαύρα αυτών πτερύγια διασχίζοντα τα ύδατα μετ' άκρας ταχύτητος. Δεν δύναμαι να κρατηθώ και να μη τους θεωρήσω ως ζωντανά φέρετρα, μέλλοντα μετ' ου πολύ να καταβροχθίσωσι τα άθλια ημών λείψανα. Δεν με φοβίζουσι πλέον, αλλά μάλλον με έλκουσι. Προσεγγίζουσι δε μέχρι των χειλέων της σχεδίας, η δε χειρ του Φλαίπολ κρεμαμένη έξω, μικρού δειν ηρπάγη υπό τινος των τεράτων τούτων.

Αλλ' ο αρχιναύτης το όμμα έχων ατενές και υπερμέτρως διεσταλμένον, τους δε οδόντας συνεσφιγμένους και φαινομένους υπό τα ανυψωμένα αυτού χείλη, θεωρεί τους καρχαρίας τούτους υπό έποψιν όλως αλλοίαν της εμής. Αυτός θέλει να τους καταβροχθίση, ουχί δε να καταβροχθισθή υπ' αυτών. Εάν δε ηδύνατο να συλλάβη ένα, δεν θα εσικχαίνετο την σκληράν αυτού σάρκα· αλλ' ουδέ ημείς.

Ο αρχιναύτης θα επιχειρήση. Επειδή δε δεν έχει μέγα άγκιστρον εις ό να δυνηθή να δέση σχοινίον, θα προσπαθήση να κατασκευάση. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας νοήσαντες την πρόθεσιν αυτού συσκέπτονται, ρίπτοντες εν ταυτώ σφηκίσκους ή σχοινία, ίνα συγκρατώσι τους καρχαρίας πέριξ της σχεδίας.

Ο Δαούλας πορευθείς έλαβε την ξυλουργικήν αυτού σφύραν, σκοπόν έχων να την μεταχειρισθή ως άγκιστρον. Είτε διά της κόψεως αυτής, είτε διά του αντιθέτου μέρους είνε δυνατόν να εμπηχθή μεταξύ των σιαγόνων τινός καρχαρίου, εάν την καταπίη. Ο δε στειλεός της σφύρας όστις είνε ξύλινος προσεδέθη εις ισχυρόν τόνον, δεθέντα και αυτόν επί τινος των στηριγμάτων της σχεδίας.

Αι επιθυμίαι ημών εξεκαύθησαν εκ των παρασκευών τούτων. Ασθμαίνομεν εξ αγωνίας, και διά πάντων των δυνατών μέσων προκαλούμεν την προσοχήν των καρχαριών, οίτινες δεν θα φύγωσι πλέον.

Το μέγα άγκιστρον είν' έτοιμον αλλά δεν έχομεν τίποτε να το δολώσωμεν. Ο αρχιναύτης όστις περιπατεί επί της σχεδίας λαλών καθ' εαυτόν, ερευνά κατά πάσας τας γωνίας, και φαίνεται ως αναζητών πτώμα τι μεταξύ ημών! . .,

Ανάγκη λοιπόν καταφυγής εις το μέσον ού εγίνετο η χρήσις, και ο σίδηρος της σφύρας περιτυλίσσεται εντός ράκους μαλλίνου ερυθρού, όπερ και πάλιν χορηγεί το περιώμιον της μις Χέρμπυ.

Αλλ' ο αρχιναύτης δεν θέλει να επιχειρήση πριν ληφθώσι πάσαι αι αναγκαίαι προφυλάξεις. Το μέγα άγκιστρον είνε στερεώς προσδεδεμένον. Ο επίδεσμος ο προσηλών την ορμιάν επί της σχεδίας θα ανθέξη κατά των τιναγμών; Ο τόνος είνε αρκούντως στερεός ίνα ανθέξη; Ο αρχιναύτης εξελέγχει τα σπουδαία ταύτα ζητήματα, και τούτου γενομένου απολύει το μηχάνημά του υπό την θάλασσαν.

Η θάλασσα είνε διαφανής, και θα ήτο ευδιάκριτον πράγμα κείμενον εκατόν πόδας υπό την επιφάνειαν αυτής. Βλέπω κατερχόμενον βραδέως το άγκιστρον περιτετυλιγμένον εντός του ερυθρού ράκους, ού το χρώμα απάδει καθαρά επί του κυανού όγκου των υδάτων.

Επιβάται και ναύται πάντες κύπτομεν άνωθεν των δρυφάκτων τηρούντες άκραν σιωπήν. Αλλά, φαίνεται, οι καρχαρίαι αφ' ότου το δέλεαρ τούτο προσηνέχθη εις την αδηφαγίαν των, εξηφανίσθησαν κατά μικρόν. Αλλ' όμως είνε δυνατόν να έχωσιν απομακρυνθή, και πάσα λεία οία δήποτε πεσούσα εις την θέσιν ταύτην θα κατεβροχθίζετο εν ακαρεί!

Αίφνης ο αρχιναύτης νεύει διά της χειρός, δεικνύων όγκον υπερμεγέθη ερχόμενον προς την σχεδίαν, και πλέοντα ευθύς υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης. Είνε καρχαρίας το μήκος δωδεκάπους καταλιπών τα βαθέα ύδατα και επιπλέων εφ' ημών κατ' ευθείαν γραμμήν.

Ότε δε το ζώον απέχει της σχεδίας ουχί πλέον των τεσσάρων οργυιών, ο αρχιναύτης ανασύρει την ορμιάν ηρέμα, ώστε να τρέχη το άγκιστρον επί της οδού αυτού· μεταδίδει δε εις το ερυθρόν ράκος ελαφράν κίνησιν και φαίνεται ως ζωντανόν.

Αισθάνομαι την καρδίαν μου παλλομένην μετ' άκρας σφοδρότητος, ως εάν διεκυβεύετο η ζωή μου.

Εν τούτοις ο καρχαρίας προσεγγίζει, οι δε εξέρυθροι αυτού οφθαλμοί λάμπουσιν επί της επιφανείας των υδάτων, αι δε σιαγόνες υπερμέτρως ανοικταί, δεικνύουσιν, ότε το ζώον στρέφεται ολίγον, τον ουρανίσκον αυτού επεστρωμένον δι' οδόντων οξέων.

Κραυγή ακούεται!,, Ο καρχαρίας ίσταται και εξαφανίζεται εις το βάθος των υδάτων.

Τις εξ ημών εξέβαλε την κραυγήν ταύτην, ακουσίως εννοείται;

Την στιγμήν ταύτην ο αρχιναύτης εγείρεται ωχρός υπ' οργής και λέγει:

«Ο πρώτος που θα 'μιλήση, τον σκοτώνω!»

Και επαναλαμβάνει το έργον του.

Και έπειτα, έχει δίκαιον ο αρχιναύτης!

Το άγκιστρον καταβιβάζεται εκ νέου· αλλ' επί ημίωρον ουδείς καρχαρίας επιφαίνεται, και εδέησε να βυθισθή το αλιευτικόν μηχάνημα είκοσι οργυιάς.

Εν τούτοις μοι φαίνεται ότι εν τω βάθει τούτω τα ύδατα είνε τεθολωμένα, όπερ δεικνύει την παρουσίαν των καρχαριών.

Τω όντι η ορμιά υφίσταται αίφνης τιναγμόν σφοδρόν, και το σχοινίον διέφυγε των χειρών του αρχιναύτου, αλλά, στερεώς συγκρατούμενον εκ των στηριγμάτων της σχεδίας, δεν εξέφυγεν εντελώς.

Καρχαρίας δάκνει και συλλαμβάνεται.

«Βοήθειαν, παιδιά, βοήθειαν! ανακράζει ο αρχιναύτης.

Πάραυτα επιβάται και ναυτικοί, πάντες επιλαμβανόμεθα της ορμιάς· αι δυνάμεις ημών ζωογονούνται υπό της ελπίδος, αλλά μόλις και μετά βίας επαρκούσι, διότι το τέρας ανθίσταται βιαίως. Ανέλκομεν πάντες ομού. Κατά μικρόν τα κατώτερα στρώματα της θαλάσσης ταράσσοντα υπό της σφοδράς ριπής της ουράς και των στηθιαίων πτερυγίων του καρχαρίου. Κύψας παρατηρώ το υπερμέγεθες σώμα κινούμενον σπασμωδικώς εν τω μέσω των καθημαγμένων υδάτων.

«Θάρρος! Θάρρος!» αναφωνεί ο αρχιναύτης.

Τέλος η κεφαλή του ζώου αναδύεται. Διά των ημιανοίκτων σιαγόνων το άγκιστρον εισέδυσε μέχρι των βαθέων του λάρυγγος και ενεπάγη εκεί, ουδενός τιναγμού δυναμένου νυν να το αποσπάση εκείθεν. Ο Δαούλας αρπάζει τον πέλεκύν του ίνα το αποτελειώση, άμα ανασυρθέν μέχρι της επιφανείας του κρηπιδώματος της σχεδίας.



Αλλά την στιγμήν ταύτην κρότος ξηρός ακούεται. Ο καρχαρίας έκλεισε βιαίως τας σιαγόνας, αίτινες έκοψαν διά μιας τον στειλεόν της σφύρας, και εξαφανίζεται υπό τα ύδατα.

Ωρυγή απελπισμού εξήλθεν εκ του στήθους ημών!

Ο αρχιναύτης, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Δαούλας προσεπάθησαν έτι να συλλάβωσί τινα των καρχαριών τούτων, ει και δεν έχουσι πλέον άγκιστρον, ουδ' εργαλεία προς κατασκευήν αγκίστρου. Εκσφενδονίζουσι σχοινία μετά βρόχων, αλλά ταύτα ολισθαίνουσιν επί του ιξώδους δέρματος των ζώων. Ο δε αρχιναύτης επιχειρεί μάλιστα να τους προσελκύση, κρεμών έξω της σχεδίας τον πόδα του γυμνόν, και κινδυνεύων να ακρωτηριασθή διά των οδόντων . .,