Αι άγονοι αύται απόπειραι καταπαύουσι τέλος, και έκαστος απέρχεται εις την προτέραν θέσιν του αναμένων θάνατον, όν ουδέν δύναται του λοιπού να αποτρέψη.
Αλλ' ει και ταχέως απομακρύνομαι, ακούω όμως τον αρχιναύτην λέγοντα προς τον Ροβέρτον Κόρτις:
«Πλοίαρχε, πότε θα βάλωμεν κλήρον;»
Και ο μεν Ροβέρτος Κόρτις δεν απεκρίθη, αλλά το ζήτημα όμως προυτάθη εις συζήτησιν.
ΜΕ'
— Τη 16 Ιανουαρίου. — Πάντες είμεθα εξηπλωμένοι επί των ιστίων. Εάν
διήρχετο πλοίον τι, το πλήρωμα αυτού θα ενόμιζεν ότι βλέπει ναυάγια κεκαλυμμένα
υπό νεκρών.
Πάσχω δεινώς· ως έχουσι τα χείλη μου, η γλώσσα μου, ο λάρυγξ μου, θα ηδυνάμην να φάγω; Δεν πιστεύω· και όμως οι συμπλωτήρες μου και εγώ αποβλέπομεν προς αλλήλους μετά βλεμμάτων αγρίων.
Ο καύσων σήμερον είνε τοσούτον μάλλον ισχυρός, καθ' όσον ο ουρανός είνε θυελλώδης. Ανυψούνται πυκνοί ατμοί, αλλά μοι φαίνεται αληθώς ότι είνε δυνατόν να βρέξη παντού αλλού, πλην επί της σχεδίας ταύτης.
Και όμως πας τις παρατηρεί μετ' απλήστων οφθαλμών τα νέφη ανυψούμενα, και τα χείλη ημών τείνουσι προς αυτά. Ο δε κ. Λετουρνέρ τείνει τας χείρας αυτού ικέτιδας προς τον ουρανόν τούτον τον ανίλεων!
Ακροώμαι εάν μακρόθεν βρόμος τις αναγγέλλη θύελλαν. Είνε δε ώρα ενδεκάτη προ μεσημβρίας. Οι ατμοί εκώλυσαν τας ηλιακάς ακτίνας, αλλ' ήδη δεν έχουσι πλέον όψιν ηλεκτρικήν. Πρόδηλον δε ότι η θύελλα δεν θα εκραγή, διότι ο όγκος των ατμών έλαβε χροιάν ομοιόμορφον και τα περιγράμματα αυτού, τόσον ευδιάκριτα κατά την ανατολήν του ηλίου, συνεχωνεύθησαν εις έν όλον υπότεφρον. Και νυν είνε απλή ομίχλη.
Αλλ' η βροχή δεν δύναται να απολυθή εκ της ομίχλης ταύτης, όσον δήποτε ολίγη, τινές σταγόνες μόνον!
«Βροχή!» αναφωνεί αίφνης ο Δαούλας.
Τω όντι, ήμισυ μίλιον μακράν της σχεδίας ο ουρανός χαράσσεται υπό παραλλήλων γραμμών. Βρέχει και βλέπω σταγόνας αναπηδώσας επί της επιφανείας του Ωκεανού. Ο άνεμος επιταθείς πνέει προς ημάς· μόνον να μη εξαντληθή το νέφος τούτο πριν διέλθη άνωθεν των κεφαλών ημών!
Ο Θεός τέλος ηλέησεν ημάς. Βρέχει κατά χονδράς σταγόνας, οποίας ρίπτουσι τα θυελλώδη νέφη. Αλλ' η ραγδαία αύτη βροχή δεν θα διαρκέση, και οφείλομεν να συναγάγωμεν όσον ύδωρ δυνηθή να χορηγήση, διότι ήδη ζωηρός ολκός φωτός φλέγει το νέφος κατά το κατώτερον αυτού άκρον υπεράνω του ορίζοντος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις είπε και έστησαν το τεθραυσμένον βυτίον, ώστε να συγκρατήση όσον οίον τε πλειότερον ύδωρ, και τα ιστία εκδιπλούνται ίνα δέχωνται την βροχήν επί μείζονος επιφανείας.
Κατακλινόμεθα ύπτιοι έχοντες ανοικτόν το στόμα. Το ύδωρ καταβρέχει το πρόσωπόν μου, τα χείλη μου, και αισθάνομαι αυτό εισρέον μέχρι εν τω λαιμώ μου. Α! απόλαυσις ανεκλάλητος! Η ζωή ρέει εν εμοί. Αι βλενώδεις μεμβράναι του λάρυγγός μου απαλύνονται εκ της επαφής ταύτης. Αναπνέω καθ' όσον πίνω το ζωογόνον τούτο ύδωρ, το εισδύον μέχρι των ενδοτάτων της υπάρξεώς μου!
Η βροχή διήρκεσεν είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, έπειτα δε το νέφος εξαντληθέν κατά το ήμισυ, διελύθη εν τω διαστήματι.
Ανηγέρθημεν καλλίτεροι, μάλιστα! «καλλίτεροι». Θλίβομεν τας χείρας αλλήλων, λαλούμεν! Φαίνεται ότι εσώθημεν! Ο Θεός εν τη ευσπλαγχνία αυτού θ' αποστείλη και άλλα νέφη, άτινα και αύθις θα κομίσωσι το ύδωρ, ού τοσούτον χρόνον στερούμεθα!
Και έπειτα το ύδωρ τούτο το πεσόν επί της σχεδίας δεν θα απολεσθή, διότι το βυτίον και τα ιστία τι συνήγαγον, αλλά επάναγκες να το διατηρήσωμεν επιμελώς και να το διανέμωμεν κατά σταγόνα.
Τω όντι το βυτίον συνεκράτησε δυο περίπου πίντας μέχρι τριών, εκθλίβοντες δε το απορροφηθέν υπό των ιστίων, θα δυνηθώμεν να επαυξήσωμεν την προμήθειαν ημών έν τινι αναλογία.
Οι ναύται κινούνται εις έργον, αλλ' ο Ροβέρτος διά νεύματος αναχαιτίζει αυτούς.
«Μίαν στιγμήν! λέγει. Το ύδωρ τούτο είνε πόσιμον;»
Τον παρατηρώ. Διατί το ύδωρ τούτο, όπερ είνε βρόχινον, διατί τάχα δύναται να μη είνε πόσιμον;
Ο Ροβέρτος Κόρτις εκθλίβει εν τω λευκοσιδηρώ κυπέλλω ολίγον ύδωρ εκ του περιεχομένου εντός των πτυχών ιστίου τινός, έπειτα το απογεύεται, και παρευθύς το χύνει προς μεγίστην μου έκπληξιν.
Απογεύομαι και εγώ, το ύδωρ τούτο είνε πλέον ή υφάλμυρον! Ήθελέ τις υποθέση αυτό ύδωρ θαλάσσιον.
Ο δε λόγος είνε ότι τα ιστία, από τοσούτου ήδη χρόνου εκτεθειμένα εις την επίδρασιν των κυμάτων, μετέδωκαν εις το συναχθέν ύδωρ αλμυρότητα υπερβολικήν. Δυστύχημα ανεπανόρθωτον! Αλλ' αδιάφορον! Έχομεν πεποίθησιν! Άλλως τε υπολείπονται τινες πίνται πόσιμοι εν τω βυτίω! Και έπειτα η βροχή ήλθε! Και θα επανέλθη.
ΜΣΤ'
— Τη 17 Ιανουαρίου. — Εάν η δίψα ημών επί μικρόν επραΰνθη, η πείνα
κατ' ακολουθίαν φυσικήν κατέλαβεν ημάς εκ νέου μετά μείζονος σφοδρότητος. Δεν
υπάρχει λοιπόν άλλος τρόπος, άνευ αγκίστρου και δολώματος να συλλάβωμέν τινα
των καρχαριών, ών γέμει η πέριξ της σχεδίας θάλασσα; Ουχί, πλην εάν ριφθή τις εις
την θάλασσαν, ίνα προσβάλη διά πληγών μαχαίρας τα τέρατα ταύτα εν τω ιδίω αυτών
στοιχείω, ως ποιούσιν οι Ινδοί εν τη αλιεία των μαργαριτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις
διενοήθη να διακινδυνεύση· αλλ' ημείς τον εκωλύσαμεν, διότι οι καρχαρίαι είνε καθ'
υπερβολήν πολυάριθμοι και ήθελεν εκτεθή δωρεάν εις θάνατον βέβαιον.
Παρατηρώ δ' ενταύθα ότι, εάν είνε δυνατόν να κατορθώση τις να διαφύγη την δίψαν, είτε βυθιζόμενος εις την θάλασσαν, είτε μασών πράγμα τι μετάλλινον, ουχ ούτως όμως και την πείναν, διότι ουδέν δύναται να αντικαταστήση την θρεπτικήν ουσίαν. Άλλως τε το ύδωρ δύναται πάντοτε να παραχθή εκ φυσικού τινος γεγονότος, της βροχής φέρ' ειπείν. Άρα, εάν οφείλη τις να μη απελπίζεται τελείως περί της πόσεως, αλλά δύναται όμως να απελπίζεται παντελώς περί της βρώσεως.
Και ημείς λοιπόν εν τούτω δη τω σημείω διατελούμεν. Ίνα δε τα πάντα ομολογήσω, τινές των εταίρων μου αποβλέπουσι προς αλλήλους μετά οφθαλμού απλήστου. Ας νοήση έκαστος επί τίνος κλιτύος ολισθαίνουσιν αι σκέψεις ημών, και εις οποίαν αγριότητα δύναται να ωθήση η δυστυχία εγκεφάλους υπό ενός και του αυτού μελήματος ενδελεχώς πειραζομένους!
Αφ' ότου παρήλθον τα θυελλώδη νέφη τα δόντα ημίν το ημίωρον της βροχής, ο ουρανός εγένετο πάλιν αίθριος. Ο άνεμος επετάθη επ' ολίγον, αλλά μετ' ου πολύ εκόπασε, το δε ιστίον κρέμαται κατά μήκος του ιστού. Άλλως τε δεν θεωρούμεν πλέον τον άνεμον ως κινητήρα. Πού είνε η σχεδία; τα ρεύματα πού του Ατλαντικού Ωκεανού ώθησαν αυτήν; Ουδείς δύναται ειπείν, ουδέ να εύχεται να πνέη Απηλιώτης μάλλον ή Βορράς ή Νότος. Έν μόνον ζητούμεν παρά του ανέμου, να δροσίζη τα στήθη ημών, να αναμιγνύη και ολίγον τι ατμού εις τον ξηρόν αέρα τον κατατρύχοντα ημάς, να μετριάζη τέλος τον καύσωνα τούτον, όν καταχέει από του ζενίθ ήλιος πύρινος.
Επήλθεν η εσπέρα, η δε νυξ θα είνε σκοτεινή μέχρι του μεσονυκτίου, ότε θ' ανατείλη η σελήνη, εισερχομένη εις το τελευταίον αυτής τέταρτον. Οι δε αστερισμοί, ολίγον τι κεκαλυμμένοι υπό ομίχλης, δεν προβάλλουσι την εξαισίαν εκείνην σπινθηροβολίαν την φωτίζουσαν τας ψυχράς νύκτας.
Κατατρυχόμενος ώσπερ υπό παραφροσύνης, κατεχόμενος υπό πείνης δεινής, ήτις συνήθως διπλασιάζεται ληγούσης της ημέρας, μεταβαίνω και κατακλίνομαι επί δέματος ιστίων, κειμένου κατά τον δεξιόν τοίχον της σχεδίας και εκεί κύπτω υπεράνω της θαλάσσης όπως αναπνεύσω την εξ αυτών δρόσον.
Εκ των εταίρων μου οίτινες είνε κατακεκλιμένοι εν τη συνήθει αυτών θέσει, πόσοι άρα γε ευρίσκουσιν εν τω ύπνω λήθην των δεινών; Ουδείς ίσως· Εγώ δε; τον κενόν εγκέφαλόν μου πολιορκούσιν εφιάλται.
Εν τούτοις με κατέλαβεν ασθενική τις κάρωσις, ήτις ούτε εγρήγορσις είνε ούτε ύπνος. Δεν θα ηδυνάμην να είπω πόσον χρόνον έμεινα εν τη εκλυτική ταύτη καταστάσει. Το μόνον δε όπερ ενθυμούμαι είνε ότι κατά τινα στιγμήν ιδιάζουσα τις αίσθησις μ' εξήγαγεν εξ αυτής.
Δεν ειξεύρω εάν βλέπω όνειρον, αλλ' η όσφρησίς μου ερεθίζεται υπό οσμής, ήν κατ' αρχάς δεν αναγνωρίζω. Φαίνεται ως αναθυμίασις αόριστος, ήν μοι φέρει εκ διαλειμμάτων υπόλοιπόν τι του ανέμου. Οι ρώθωνές μου εξογκούνται και εισπνέουσι. «Τι μυρίζει»; εκινήθην να αναφωνήσω. . . Αλλ' ώσπερ τι ένστιγμά με κωλύει, και αναζητώ ως αναζητή τις εν τη μνήμη του λέξιν τινα ή όνομα λησμονηθέν.
Παρέρχονται στιγμαί τινες. Η δε έντασις της αναθυμιάσεως, ζωηρότερον εκδηλουμένη, προκαλεί ζωηροτέρας εισπνοάς.
«Αλλά, λέγω αίφνης, και ως άνθρωπος ενθυμούμενος, είνε οσμή κρέατος ψητού!»
Εισπνοή δυνατωτέρα με βεβαιοί ότι αι αισθήσεις μου δεν μ' εξηπάτησαν, και όμως επί της σχεδίας ταύτης,, .
Εγείρομαι επί των γονάτων, εισπνέω εκ νέου και, συγχωρηθήτω μοι η έκφρασις, μυχθίζω τον περιέχοντα αέρα! Η αυτή αναθυμίασις προσβάλλει έτι τους ρώθωνάς μου. Είμαι λοιπόν εις το ρεύμα του αντικειμένου του παράγοντος την οσμήν ταύτην, και κατ' ακολουθίαν το αντικείμενον τούτο ευρίσκεται εν τη πρώρα της σχεδίας.
Και ιδού εγώ εγκαταλείπων την θέσιν μου, έρπων ως ζώον, ανερευνών ουχί διά των οφθαλμών αλλά διά της ρινός, εισδύων υπό τα ιστία, μεταξύ των σφηκίσκων, ως γάτος προσέχων, και κατ' ουδένα λόγον επιθυμών να διεγείρω την προσοχήν των εταίρων μου.
Επί τινα λεπτά της ώρας σύρομαι ούτως εις πάσας τας γωνίας, οδηγούμενος υπό της οσφρήσεως ως κύων ρινηλάτης. Και νυν μεν το ίχνος με διαφεύγει, είτε διότι εγώ απομακρύνομαι του σκοπού, είτε διότι ο άνεμος κοπάζει, νυν δε η αναθυμίασις μ' έρχεται μετά νέας εντάσεως. Κατέχω τέλος το ίχνος τούτο, το ακολουθώ, και αισθάνομαι ότι βαίνω κατ' ευθείαν προς το ζητούμενον.
Την στιγμήν ταύτην αφικνούμαι εις την γωνίαν του δεξιού τοίχου της πρώρας και αναγνωρίζω ότι η οσμή είνε κνίσα λίπους καπνιστού. Δεν απατώμαι. Όλαι αι θηλαί της γλώσσης μου φρίσσουσιν υπό επιθυμίας!
Ανάγκη τότε να κρυφθώ υπό πυκνήν πτυχήν ιστίων, ψυχή δεν με βλέπει, ψυχή δεν μ' ακούει. Ολισθαίνω επί των γονάτων και των αγκώνων. Εκτείνω την χείρα και λαμβάνω πράγμα τι τετυλιγμένον εντός χαρτίου, το σύρω ταχέως, και βλέπω εις το φως της σελήνης, ήτις ανατέλλει την στιγμήν εκείνην υπεράνω του ορίζοντος.
Δεν είνε απάτη. Κρατώ τεμάχιον λίπους, μόλις τέταρτον της λίτρας, αλλ' ικανόν να κατασιγάσω δι' αυτού επί όλην ημέραν τα δεινά μου. Φέρω εις το στόμα μου. . .
Χειρ αρπάζει την χείρα μου. Στρέφομαι, μόλις συγκρατών μυκηθμόν.
Αναγνωρίζω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ.
Τα πάντα εξηγούνται, η ιδιάζουσα κατάστασις του Χόμμπαρτ, η υγεία αυτού η σχετικώς διαμείνασα καλλιτέρα των άλλων, τα υποκριτικά αυτού παράπονα. Την στιγμήν του ναυαγίου ηδυνήθη να σώση τρόφιμά τινα, τα εφύλαξε, και αυτός είχε τροφήν εν ώ ημείς απεθνήσκομεν της πείνης! Ω! τον άθλιον!
Αλλ' όχι! Ο Χόμμπαρτ έπραξε φρονίμως. Φρονώ ότι είνε άνθρωπος συνετός, προμηθής, και εάν εφύλαξε τροφήν τινα εν αγνοία πάντων, άριστα έπραξε, τόσον καλλίτερα δι' αυτόν. . . και δι' εμέ.
Αλλ' ο Χόμμπαρτ δεν νοεί το πράγμα ούτω πως.
Αρπάζει την χείρα μου και προσπαθεί να λάβη οπίσω το τεμάχιον του λίπους, αλλά δεν λέγει τίποτε, διότι δεν θέλει να προσελκύση την προσοχήν των συντρόφων του.
Αλλά και εμού συμφέρον είνε να σιωπώ, διότι δεν είνε καλόν να έλθωσιν άλλοι και να μ' αρπάσωσι την λείαν ταύτην! Παλαίω λοιπόν σιωπηλώς, αλλά μετά τοσαύτης μάλλον λύσσης, καθ' όσον ακούω τον Χόμμπαρτ λέγοντα μεταξύ των οδόντων του «το τελευταίον μου κομμάτι! η τελευταία μου βουκιά!»
Η τελευταία του «βουκιά!». Μοι χρειάζεται πάση θυσία, την θέλω, θα την λάβω! Αρπάζω από τον λαιμόν τον αντίπαλόν μου, όστις αγωνιά υπό την χείρα μου και μετ' ου πολύ απομένει ακίνητος!
Και εγώ θραύω το τεμάχιον τούτο του λίπους διά των οδόντων μου, κρατών ταυτοχρόνως τον Χόμμπαρτ ανατετραμμένον. . . .
Έπειτα καταλείπων τον ταλαίπωρον, σύρομαι εκ νέου και επανελθών καταλαμβάνω την εν τη πρύμνη θέσιν μου.
Ψυχή δεν με είδε! Έφαγον!
ΜΖ'
— Τη 18 Ιανουαρίου. — Αναμένω την ημέραν εν αγωνία εξάλλω. Τι θα
είπη ο Χόμμπαρτ; Μοι φαίνεται ότι θα έχη το δικαίωμα να με καταγγείλη! Ουχί! Είνε
άτοπον διότι, εάν διηγηθώ τι συνέβη, εάν είπω πώς ο Χόμμπαρτ έζησεν, εν ώ ημείς
απεθνήσκομεν της πείνης, πώς ετράφη εν αγνοία και επί βλάβη ημών, οι σύντροφοί
του θα τον κατασφάξωσιν αλύπητα.
Αλλά δεν πειράζει! Επεθύμουν να είμαι εν πλήρει μεσημβρία.
Η πείνα στιγμιαίως ανεχαιτίσθη εν εμοί, ει και το τεμάχιον εκείνο του λίπους ήτο μικρόν πράγμα, μία «βουκιά» και η «τελευταία» ως είχεν είπη ο τάλας εκείνος. Εν τούτοις δεν πάσχω, και το λέγω εκ των μυχίων της καρδίας μου, αισθάνομαι τρόπον τινά τύψιν του συνειδότος, διότι δεν διένειμα το άθλιον τούτο λείψανον μετά των συμπλωτήρων μου. Ώφειλον να ενθυμηθώ την μις Χέρμπυ, τον Ανδρέαν, τον πατέρα του. ., εγώ δε μόνον περί εμαυτού εφρόντισα!
Εν τούτοις η σελήνη ανατέλλει, και μετ' ου πολύ παρακολουθούσιν αυτήν αι πρώται λευκαί λάμψεις της πρωίας, ταχέως δε θα γίνη ημέρα, διότι είμεθα υπό τα ταπεινά ταύτα πλάτη, άτινα ούτε αυγήν γινώσκουσιν ούτε λυκαυγές.
Δεν έκλεισα οφθαλμόν. Ότε δε υπεφαίνετο ημέρα, ενόμισα ότι βλέπω όγκον άμορφον αιωρούμενον μεσίστιον.
Τι είνε το πράγμα τούτο; Δεν δύναμαι ακόμη να το διακρίνω, και μένω εξηπλωμένος επί του δέματος των ιστίων.
Αλλ' αι πρώται ακτίνες του ήλιου ολισθαίνουσι τέλος επί της θαλάσσης, και μετ' ου πολύ διακρίνω σώμα όπερ, αιωρούμενον από του άκρου του σχοινίου, υπείκει εις τας κινήσεις της σχεδίας.
Προαίσθημα ακράτητόν με έλκει προς το σώμα τούτο, και έρχομαι εις την ρίζαν του ιστού. . .
Το σώμα τούτο είνε απηγχονισμένου ανθρώπου. Ο απηγχονισμένος δε ούτος είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ! Τον ταλαίπωρον! εγώ, μάλιστα εγώ! τον ώθησα εις την αυτοκτονίαν!
Κραυγή φρίκης μ' εκφεύγει. Οι συμπλωτήρες μου εγείρονται, βλέπουσι το σώμα, εφορμώσιν επ' αυτού. . . αλλ' ουχί ίνα μάθωσιν εάν υπολείπεται έτι σπινθήρ ζωής!. . . Άλλως τε ο Χόμμπαρτ είνε νεκρός πλέον, το δε πτώμα του ήδη ψυχρόν.
Εν ακαρεί το σχοινίον κόπτεται και ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Γύγξτροπ, ο Φάλστεν, άλλοι τινές είνε εκεί κεκλιμένοι επί του πτώματος τούτου. . . .
Ουχί! δεν είδον!. . . Δεν ηθέλησα να ίδω! Δεν μετέσχον του βδελυρού τούτου συμποσίου. Ούτε η μις Χέρμπυ, ούτε ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ουδέ ο πατήρ του ηθέλησαν να εξαγοράσωσιν ανακούφισιν των δεινών των επί τη τιμή ταύτη!
Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις. . . αγνοώ. . . Δεν ετόλμησα να τον ερωτήσω.
Ως προς δε τους άλλους, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τον Φάλστεν, τους ναύτας! Ω! ο άνθρωπος μεταβαλλόμενος εις άγριον θηρίον. . . . Φοβερόν πράγμα!
Οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ κρυπτόμεθα υπό την σκηνήν, ουδέν θελήσαντες να ίδωμεν! Αρκεί ότι ηκούομεν!
Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ήθελε να επιπέση κατά των καννιβάλων τούτων να τους αποσπάση τα φρικαλέα ταύτα λείψανα! Εδέησε δε να παλαίσω προς αυτόν ίνα τον συγκρατήσω.
Και όμως ήτο δικαίωμά των των ταλαίπωρων τούτων! Διότι ο Χόμμπαρτ ήτο νεκρός! δεν τον εφόνευσαν! Και ως είπε ποτε ο αρχιναύτης «προτιμότερον να φάγη τις νεκρόν ή ζωντανόν!»
Τις οίδε νυν εάν η σκηνή αύτη μη είνε ο πρόλογος δράματός τινος αποτροπαίου, μέλλοντος να καθαιμάξη την σχεδίαν!
Πάσας τας παρατηρήσεις ταύτας είπον προς τον Ανδρέαν Λετουρνέρ, αλλά δεν ηδυνήθην να διασκεδάσω την φρίκην αυτού, ήτις είχε κορυφωθή εις το έπακρον!
Εν τούτοις σκέφθητε ότι αποθνήσκομεν της πείνης, οκτώ δε των συμπλωτήρων ημών θα διαφύγωσιν ίσως τον φρικαλέον τούτον θάνατον!
Ο Χόμμπαρτ διά των προμηθειών άς είχε κρύψη ήτο ο ακμαιότατος πάντων ημών, ουδεμία δε οργανική νόσος είχεν αλλοιώση τους ιστούς αυτού. Απηλλάγη δε του ζην εν πληρεστάτη υγιεία υπό κτηνώδους αποφάσεως!
Αλλ' εις τίνας φρικαλέους διαλογισμούς το πνεύμα μου παρασύρεται; Οι καννίβαλοι ούτοι μοι εμποιούσιν μάλλον φθόνον ή φρίκην;
Τούτων τις την στιγμήν ταύτην εγείρει φωνήν. Ο ξυλουργός Δαούλας.
Λέγει δε να εξατμίσωσι θαλάσσιον ύδωρ εις τον ήλιον, ίνα συλλέξωσιν άλας.
«Και θα αλατίσωμεν το υπόλοιπον, λέγει.
— Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης.
Έπειτα ουδέν πλέον. Αναμφιβόλως η πρότασις του ξυλουργού εγένετο αποδεκτή, διότι δεν ακούω πλέον τίποτε. Σιωπή βαθεία αποκαθίσταται εν τη σχεδία, και εικάζω ότι οι συμπλωτήρες μου υπνώττουσι.
Δεν πεινώσι πλέον.
ΜΗ'
— Τη 10 Ιανουαρίου. — Την 19 Ιανουαρίου ο αυτός ουρανός, η αυτή
θερμοκρασία. Η νυξ ουδεμίαν επιφέρουσα μεταρρύθμισιν εν τη καταστάσει της
ατμοσφαίρας. Ουδέ ολίγας ώρας ηδυνήθην να κοιμηθώ.
Περί την πρωίαν ακούω κραυγάς οργής εκρηγνυμένας εν τη σχεδία.
Οι κκ. Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ, διατρίβοντες μετ' εμού υπό την σκηνήν, εγείρονται. Αποσύρω την οθόνην και βλέπω τι συμβαίνει.
Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός Δαούλας, οι άλλοι ναύται είνε εις το έπακρον εξηρεθισμένοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, καθήμενος εν τη πρύμνη, εγείρεται, και μαθών τι εξάπτει την οργήν των προσπαθεί να τους πραΰνη.
«Όχι! όχι! θα μάθωμεν ποιος το έκαμεν, είπεν ο Δαούλας περιφέρων βλέμμα άγριον.
— Ναι, επαναλαμβάνει ο αρχιναύτης, εδώ μέσα είνε κλέπτης, εχάθη εκείνο που μας ειχε περισσεύση.
— Δεν είμ' εγώ! — Ουδ' εγώ!» αποκρίνονται κατά σειράν οι ναύται.
Και βλέπω τους ταλαιπώρους ανερευνώντας πάσας τας γωνίας, εγείροντας τα ιστία, μετατοπίζοντας τους σφηκίσκους. Η δε οργή των αυξάνει καθ' όσον βλέπουσι τας ερεύνας των άνευ τινός αποτελέσματος.
Ο αρχιναύτης έρχεται προς με και μοι λέγει:
«Θα τον ειξεύρετε τον κλέπτην.
— Δεν ειξεύρω τι μου λέγεις», αποκρίνομαι εγώ.
Ο Δαούλας καί τινες των ναυτών έρχονται πλησίον.
«Εψάξαμεν παντού, είπεν ο Δαούλας. Τώρα μένει μόνον αυτή η σκηνή.
— Κανείς από 'μας δεν εξήλθεν από την σκηνήν, Δαούλα.
— Πρέπει να ιδούμεν!
— Όχι! αφήσατε ησύχους αυτούς που αποθνήσκουν της πείνης.
— Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο αρχιναύτης κρατούμενος, δεν σας κατηγορούμεν. . . . Αν τυχόν και επήρε κανείς από σας το μερτικόν του, που δεν το ήθελε χθες, είνε δικαίωμά του, και το έχει καλά παρμένο. Αλλά εχάθη όλον το κομμάτι, εκαταλάβατε;
— Να ψάξωμε 'ς την σκηνήν!» αναφωνεί ο Σάνδων.
Οι ναύται προβαίνουσιν, εγώ δε δεν δύναμαι να αντισταθώ εις τους ταλαιπώρους τούτους, ούς η οργή τυφλώνει. Δεινός φόβος με καταλαμβάνει. Μήπως ο κ. Λετουρνέρ, ουχί δι' εαυτόν, αλλά χάριν του υιού του, προέβη μέχρι του να λάβη. . . Εάν το έπραξε, θα κατασπαραχθή υπό των μαινομένων τούτων.
Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρης, ως ζητών παρ' αυτού προστασίαν. Ο Ροβέρτος Κόρτις ελθών ίσταται πλησίον μου. Αι δύο χείρες του είνε βεβυθισμέναι εντός των θυλακίων, αλλά μαντεύω ότι είνε ωπλισμέναι.
Εν τούτοις τη προσταγή του αρχιναύτου η μις Χέρμπυ και οι κκ. Λετουρνέρ ηναγκάσθησαν να καταλίπωσι την σκηνήν, ήν οι ναύται ηρεύνησαν μέχρι και των αποκρυφωτάτων γωνιών, αλλά μάτην ευτυχώς.
Είνε δε πρόδηλον ότι, αφ' ού το λείψανον του Χόμμπαρτ εγένετο άφαντον, είχε ριφθή εις την θάλασσαν.
Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός, οι ναύται κατατρύχονται υπό φρικαλέου απελπισμού.
Αλλά τις εποίησε τούτο; Αποβλέπω προς την μις Χέρμπυ και τον κ. Λετουρνέρ· αλλά το βλέμμα των αποκρίνεται ότι δεν είνε αυτοί.
Οι οφθαλμοί μου φέρονται προς τον Ανδρέαν, όστις αποστρέφει επί στιγμήν την κεφαλήν.
Ταλαίπωρε νεανία! Αυτός; Και εάν αυτός, άρα γε κατανοεί τα παρακολουθήματα της πράξεως ταύτης;
ΜΘ'
— Από της 20 μέχρι της 22 Ιανουαρίου. — Κατά τας επομένας ημέρας οι
μετασχόντες του αποτροπαίου δείπνου της 18 Ιανουαρίου ολίγον ταλαιπωρούνται,
αφ' ού έφαγον και έπιον.
Αλλά η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ο πατήρ του, εγώ είνε δυνατόν να περιγραφή τι πάσχομεν! Δεν είμεθα αξιολύπητοι διά την απώλειαν των λειψάνων τούτων!. . . Εάν τις ημών αποθάνη, θα ανθέξωμεν;. . .
Ο αρχιναύτης Δαούλας και οι άλλοι μετ' ου πολύ κατελήφθησαν αύθις υπό της πείνης, και παρατηρούσιν ημάς μετά οφθαλμών πεπλανημένων. Είμεθα λοιπόν λεία βεβαία αυτών;
Αληθώς ότι μάλιστα κατατρύχει ημάς δεν είνε η πείνα, αλλ' η δίψα. Μάλιστα! Μεταξύ σταγόνων τινών ύδατος και ψιχίων τινών διπυρίτου ουδείς ημών ήθελε διστάση. Τούτο ερρήθη πάντοτε υπό ναυαγών διατελούντων εν αίς και ημείς περιστάσεσι, και είνε αληθές. Πάσχει τις μάλλον υπό της δίψης ή υπό της πείνης, και ταχύτερον αποθνήσκει.
Και, ω του φοβερού δεινού! έχει τις πέριξ αυτού το θαλάσσιον τούτο ύδωρ, όπερ ο οφθαλμός βλέπει ούτως ομοιάζον προς το γλυκύ ύδωρ! Πολλάκις προσεπάθησα να πίω σταγόνας τινάς, αλλά προεκάλεσεν εν εμοί αφορήτους ναυτίας και δίψαν δεινοτέραν μετά ταύτα ή πρότερον.
Α! Αρκεί, αρκεί! Τεσσαράκοντα δύο ημέραι είνε αφ' ότου κατελίπομεν το πλοίον! Τις ημών δύναται να εξαπατηθή του λοιπού; Δεν είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν μετ' αλλήλους και δια του χειρίστου των θανάτων!
Αισθάνομαι ότι ώσπερ τις ομίχλη συμπυκνούται περί τον εγκέφαλόν μου. Προσεγγίζει να με καταλάβη ως παραφροσύνη. Αγωνίζομαι να συγκρατήσω την φεύγουσαν διάνοιάν μου. Η παραφροσύνη αύτη με φοβίζει! Πού θα με οδηγήση; Θα είμαι αρκούντως ισχυρός ίνα αναλάβω το λογικόν μου;,,
Συνήλθον, — μετά πόσας ώρας δεν θα ηδυνάμην να είπω. Το μέτωπόν μου ήτο κεκαλυμμένον υπό σπληνίων [98] θαλασσοβρέκτων τη φροντίδι της μις Χέρμπυ. Αλλ' αισθάνομαι ότι ολίγος έτι χρόνος ζωής μοι υπολείπεται!
Σήμερον, 22 του μηνός, σκηνή φρικαλέα. Ο μαύρος Γύγξτροπ, καταληφθείς αίφνης υπό σφοδράς μανιώδους παραφροσύνης, διατρέχει την σχεδίαν ωρυόμενος. Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να τον συγκρατήση, αλλά μάτην! Επιπίπτει καθ' ημών θέλων να μας καταβροχθίση, και αναγκαζόμεθα να αμυνώμεθα κατά των επιθέσεων του άγριου τούτου θηρίου. Ο Γύγξτροπ ήρπασε μοχλόν και είνε δυσχερές να αποκρούη τις τα κτυπήματά του.
Αλλ' αίφνης υπό τροπής ήν μόνος ο παροξυσμός της παραφροσύνης εξηγεί, η λύσσα του Γύγξτροπ στρέφεται καθ' εαυτού. Σπαράσσει τας σάρκας του διά των οδόντων, διά των ονύχων, ρίπτων το αίμα του κατά πρόσωπον ημών και κραυγάζων:
«Πιέτε! πιέτε!»
Επί τινας στιγμάς αγωνιά ούτω πως και κατευθύνεται προς την πρύμναν της σχεδίας κράζων αδιαλείπτως:
«Πιέτε! πιέτε!»
Έπειτα ορμά και ακούω το σώμα του καταπίπτον εις την θάλασσαν.
Ο αρχιναύτης, ο Φάλστεν, ο Δαούλας σπεύδουσιν ίνα παραλάβωσι το πτώμα, αλλ' ουδέν άλλο βλέπουσιν ή κύκλον ευρύν κόκκινον, και εν μέσω αυτού παλαίοντας καρχαρίας τεραστίους!
Ν'
— Τη 22 και 23 Ιανουαρίου. — Ένδεκα πλέον συμπλωτήρες είμεθα, και
νυν μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη μετρή εκάστη ημέρα και νέον θύμα. Το οίον
δήποτε τέλος του δράματος τούτου προσεγγίζει. Εντός οκτώ ημερών ή θα έχωμεν
προσορμισθή εις την γην, ή πλοίον τι θα έχη διασώση τους ναυαγούς. Ει δε μη, ο
έσχατος των επιζώντων επιβατών του Σάνσελλορ θα ζήση.
Την 23 η όψις του ουρανού μετεβλήθη, ο άνεμος διαφερόντως επετάθη, γενόμενος την νύκτα Μέσης (ΒΑ). Το ιστίον της σχεδίας εκολπώθη και ολκός αρκούντως διακρινόμενος δεικνύει ότι η σχεδία μετατοπίζεται επαισθητώς, τρία μίλια την ώραν κατά τους υπολογισμούς του πλοιάρχου.
Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο μηχανικός Φάλστεν είνε βεβαίως οι σθεναρώτατοι μεταξύ ημών. Ει και η ισχνότης αυτών είνε εσχάτη, υπομένουσιν όμως τας στερήσεις ταύτας εις τρόπον θαυμαστόν. Των αδυνάτων να παραστήσω εις οποίον έσχατον βαθμόν κατήντησεν η τλήμων [99] μις Χέρμπυ. Είνε ψυχή πλέον, αλλά ψυχή ακμαία έτι, και όλη αυτής η ζωή φαίνεται καταφυγούσα εις τους οφθαλμούς, οίτινες λάμπουσιν ασυνήθως. Ζη εν τω ουρανώ, ουχί επί της γης!
Και όμως, ανήρ ζωηρότατος, νυν όλως καταβεβλημένος είνε ο αρχιναύτης. Είνε δε αγνώριστος. Την κεφαλήν έχων νεύουσαν επί του στήθους, τας μακράς οστεώδεις χείρας ηπλωμένας επί των γονάτων, ών αι οξείαι επιγονατίδες εξέχουσιν υπό την τετριμμένην περισκελίδα, διατελεί καθήμενος έν τινι γωνία της σχεδίας, ουδόλως εγείρων τους οφθαλμούς. Πολύ δε διάφορος της μις Χέρμπυ, αυτός ζη μόνον διά του σώματος· τοιαύτη δε είνε η ακινησία του, ώστε υποθέτω ενίοτε ότι έπαυσε του ζην.
Ούτε λόγοι, ούτε καν στεναγμοί επί της σχεδίας ταύτης. Σιγή άκρα. Λέξεις διαμείβονται καθ' εκάστην ουδέ καν δέκα. Άλλως τε αι ολίγαι τινές λέξεις άς θα ηδύναντο να προφέρωσιν η γλώσσα ημών, τα οιδαλέα και απεσκληρυμένα χείλη, θα ήσαν όλως ακατάληπτοι. Η σχεδία πλέον φέρει φάσματα κατεσκληκότα [100] , έξαιμα, ουδέν έχοντα το ανθρώπινον!
ΝΑ'
— Τη 24 Ιανουαρίου. — Πού είμεθα; Πού του Ατλαντικού Ωκεανού
παρεσύρθη η σχεδία; Δις ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις αορίστως μόνον
ηδυνήθη να μ' αποκριθή. Αλλ' όμως, επειδή εξηκολούθει σημειών την διεύθυνσιν των
ρευμάτων και των ανέμων, νομίζει ότι θα ήχθημεν πάλιν προς Ζέφυρον (Δ), τούτ' έστι
προς το μέρος της ξηράς.
Σήμερον ο άνεμος εκόπασε τέλεον. Εν τούτοις υπάρχει επί της επιφανείας της θαλάσσης σάλος ευρύς, δεικνύων ότι ταραχή τις των υδάτων συνέβη προς Απηλιώτην (Α). Τρικυμία αναμφιβόλως θα ανέτρεψε το μέρος τούτο του Ατλαντικού. Η σχεδία καταπονείται πολύ υπό των κυμάτων, ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο ξυλουργός καταβάλλουσι το υπολειπόμενον των δυνάμεων αυτών προς στερέωσιν των μερών της σχεδίας, των κινδυνευόντων να διαλυθώσι.
Αλλά προς τι κοπιώσιν. Ας διαλυθώσι τέλος αι σανίδες αύται εις τα εξ ών συνετέθησαν. Ας μας καταπίη ο Ωκεανός ούτος! λίαν πολύν χρόνον αμφισβητούμεν αυτώ την αθλίαν ημών ζωήν!
Αληθώς τα δεινά ημών εκορυφώθησαν εις τον ύπατον βαθμόν όν δύναται να υπομένη ο άνθρωπος. Αδύνατον δε να γίνωσιν έτι δεινότερα. Ο καύσων είνε αφόρητος. Τηκτόν μόλυβδον διαχέει ο ουρανός εφ' ημών. Ο ιδρώς πλημμυρεί ημάς διά των ρακωδών ενδυμάτων ημών, η δε διαπνοή αύτη αυξάνει έτι μάλλον την δίψαν. Ουχί, δεν δύναμαι να παραστήσω ό τι συναισθάνομαι! Αι λέξεις ελλείπουσιν όταν τις θέλη να εκφράση δεινά υπεράνθρωπα!
Ο μόνος τρόπος αναψυχής, εις όν ενίοτε ηδυνάμεθα να καταφεύγωμεν, είνε ήδη απηγορευμένος ημίν, και ουδείς διανοείται να λουσθή εν τη θαλάσση, διότι από του θανάτου του Γύγξτροπ οι καρχαρίαι προσερχόμενοι αγεληδόν περικυκλούσι την σχεδίαν.
Προσεπάθησα σήμερον να πορισθώ ολίγον ύδωρ πόσιμον, εξατμίζων ύδωρ θαλάσσιον. Αλλά, ει και κατέβαλον πλείστην υπομονήν, μόλις επιτυγχάνω να υγράνω τεμάχιον υφάσματος. Άλλως τε το προς βράσιν του ύδατος αγγείον δεν ηδυνήθη ν' ανθέξη εις το πυρ, διερράγη, και ηναγκάσθην να παραιτηθώ της εργασίας ταύτης.
Ο μηχανικός Φάλστεν είνε ήδη σχεδόν απειρηκώς [101] και ολίγας τινάς ημέρας θα επιζήση. Εγείρων τους οφθαλμούς δεν τον βλέπω καν πλέον. Κατεκλίθη υπό τα ιστία ή απέθανε; Μόνος ο δραστήριος Κόρτις ίσταται όρθιος κατά την πρώραν της σχεδίας και παρατηρεί! Όταν συλλογίζωμαι ότι ο ανήρ ούτος. . . . ελπίζει έτι!
Εγώ απέρχομαι να κατακλιθώ κατά την πρύμναν, αναμένων εκεί τον θάνατον. Όσον τάχιστα, τόσον καλλίτερον.
Πόσαι παρήλθον ώραι, αγνοώ. . . . Αίφνης ακούω καγχασμούς. Εξ άπαντος παρεφρόνησέ τις ημών!
Οι καγχασμοί ούτοι διπλασιάζονται. Εγώ δε δεν ανεγείρω την κεφαλήν. Ολίγον μοι μέλει. Εν τούτοις λέξεις τινές ασυνάρτητοι έρχονται μέχρι εμού.
«Ένα λιβάδι! ένα λιβάδι! Πράσινα δένδρα! και από κάτω από τα δένδρα μία ταβέρνα! γρήγορα! γρήγορα! Φέρτε μπράντεβιν, τζιν, νερό μία λίρα τη σταλαγματιά.! Πληρώνω! Έχω χρήματα! έχω χρήματα!»
Ω! τον ταλαίπωρον παρακρούοντα! Όλον το χρήμα της Τραπέζης δεν θα ηδύνατο να σοι δώση μίαν σταγόνα ύδατος επί του παρόντος!
Ο ναύτης Φλαίπολ είνε ο καταληφθείς υπό παραφροσύνης, και ανακράζει:
«Γη! γη είνε εκεί!»
Η λέξις αύτη και νεκρόν ήθελε γαλβανίση. Καταβάλλω επώδυνον προσπάθειαν και ανορθούμαι. Ουδεμία γη! Ο Φλαίπολ περιπατεί επί του κρηπιδώματος και γελά. Άδει νεύων προς παραλίαν τινά φανταστικήν. Βεβαίως αι άμεσοι αντιλήψεις της ακοής αυτού, της όψεως, της γεύσεως εξέλιπον, αλλ' αναπληροί αυτάς φαινόμενόν τι καθαρώς εγκεφαλικόν. Όθεν λαλεί προς φίλους απόντας, παρασύρων αυτούς εις το εν Κάρδιφ καπηλείον του, Εις τα όπλα του Γεωργίου, εκεί δε προσφέρει τζιν, ουίσκυ, ύδωρ — ύδωρ προ πάντων, ύδωρ όπερ τον μεθύσκει! Βαδίζει επί των εξηπλωμένων τούτων σωμάτων, προσκόπτων κατά παν βήμα, καταπίπτων, ανεγειρόμενος, άδων διά φωνής μεθύοντος ανθρώπου. Φαίνεται διατελών εν τω ανωτάτω βαθμώ της μέθης. Κατεχόμενος δε υπό της παραφροσύνης αυτού, δεν πάσχει πλέον, η δε δίψα του κατεσιγάσθη! Α! επεθύμουν να ήμην και εγώ κατειλημμένος υπό παρακρούσεως ως αυτός!
Ο τάλας λοιπόν θα τελευτήση όπως ο μαύρος Γύγξτροπ, ριπτόμενος εις τα κύματα;
Τούτο φαίνονται διανοηθέντες ο Δαούλας, ο Φάλστεν και ο αρχιναύτης, διότι, εάν ο Φλαίπολ θέλη να φονευθή, δεν θα τον αφήσωσι να το πράξη «άνευ ίδιας αυτών ωφελείας!» Όθεν παρευθύς ανεγείρονται, και τον παρακολουθούσι παραφυλάττοντες. Εάν ο Φλαίπολ θέλη να ριφθή εις την θάλασσαν, θα διαμφισβητήσωσιν αυτόν προς τους καρχαρίας!
Αλλά δεν έμελλε να γίνωσιν ούτω τα πράγματα. Κατά την παράκρουσιν αυτού ο Φλαίπολ έφθασε πράγματι εις τον ύπατον βαθμόν της μέθης, ως εάν είχε μεθυσθή εκ των ποτών, άτινα προσέφερεν εν τη παραφροσύνη του, και καταπεσών ως όγκος απεκοιμήθη ύπνον μολύβδινον.
ΝΒ'
— Τη 25 Ιανουαρίου. — Η νυξ της 24 προς την 25 Ιανουαρίου εγένετο
ομιχλώδης και, ουκ οίδα τινος ένεκα φαινομένου, εκ των θερμοτάτων νυκτών άς
δύναταί τις να φαντασθή. Η ομίχλη αύτη είνε πνιγηρά. Νομίζει τις ότι είς σπινθήρ
ήθελεν εξαρκέση να μεταδώση εις αυτήν το πυρ, ως εις εκρηκτικήν τινα ουσίαν. Η
σχεδία ου μόνον είνε στάσιμος, αλλ' ουδεμίαν πλέον κίνησιν αισθάνεται. Ενίοτε
ερωτώ εμαυτόν εάν έτι επιπλέη.
Κατά την νύκτα ταύτην προσπαθώ να μετρήσω πόσοι είμεθα επί της σχεδίας. Μοι φαίνεται δε ότι είμεθα ένδεκα, αλλά μόλις δύναμαι να συγκεντρώσω τας αναγκαίας εννοίας, ίνα καταρτίσω τον υπολογισμόν τούτον, διότι οτέ μεν ευρίσκω δέκα, οτέ δε δώδεκα, αλλά θα είνε ένδεκα, μετά τον θάνατον του Γύγξτροπ. Αύριον θα είνε μόνον δέκα, διότι εγώ θα είμαι νεκρός.
Αισθάνομαι καλώς τω όντι ότι εγγίζω εις το τέρμα των δεινών μου, διότι όλος μου ο βίος διέρχεται προ της μνήμης μου. Την πατρίδα μου, τους φίλους μου, την οικογένειάν μου εδόθη μοι να επανίδω το ύστατον ήδη εν ονείρω.
Περί την πρωίαν εξηγέρθην, εάν δύναταί τις να αποκαλέση ύπνον την νοσηράν ταύτην κάρωσιν εν ή είμαι βεβυθισμένος. Ο Θεός να με συγχωρήση, αλλά διανοούμαι σπουδάζων να θέσω τέρμα εις τον βίον μου. Η ιδέα αύτη εντυπούται εν τω εγκεφάλω μου, και αισθάνομαι ηδονήν τινα, λέγων κατ' εμαυτόν ότι τα δεινά ταύτα θα λήξωσιν όταν εγώ θελήσω.
Ανακοινώ την απόφασίν μου τω Ροβέρτω Κόρτις μετά μοναδικής ηρεμίας πνεύματος. Ο δε πλοίαρχος εις απάντησιν νεύει καταφατικώς.
Έπειτα δε μοι λέγει:
«Εγώ τουλάχιστον δεν θα φονευθώ, διότι η πράξις μου θα ήτο εγκατάλειψις της θέσεώς μου. Εάν ο θάνατος δεν με 'πάρη προ των συντρόφων μου, θα μείνω ο έσχατος επί της σχεδίας ταύτης!»
Η ομίχλη επιμένει. Πλέομεν δε εν τω μέσω ατμοσφαίρας υποτέφρου, ουδέ την επιφάνειαν του ύδατος δυνάμενοι πλέον να ίδωμεν. Η ομίχλη ανέρχεται εκ του Ωκεανού ως νεφέλη πυκνή, αλλ' αισθανόμεθα καλώς ότι υπεράνω αυτής λάμπει ήλιος φλογερός, όστις μετ' ου πολύ θα αντλήση όλους τούτους τους ατμούς.
Περί ώραν εβδόμην νομίζω ότι ακούω φωνάς πτηνών υπεράνω της κεφαλής μου. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις διατελών όρθιος, ακροάται απλήστως των φωνών τούτων. Αι φωναί δε αύται επαναλαμβάνονται τρις.
Την τρίτην φοράν πλησιάζω και ακούω τον πλοίαρχον ψιθυρίζοντα υποκώφως:
«Πτηνά. ., αλλά τότε. . . η γη θα είνε εδώ πλησίον!,,»
Ο Ροβέρτος Κόρτις πιστεύει λοιπόν ακόμη εις την γην. Αλλ' εγώ όμως δεν πιστεύω! Ούτε ήπειροι υπάρχουσιν, ούτε νήσοι. Η δε σφαίρα ουδέν άλλο είνε ή σφαιροειδές τι υγρόν, ως και εν τη δευτέρα περιόδω του σχηματισμού αυτής!
Εν τούτοις αναμένω την άρσιν της ομίχλης μετά τινος αγωνίας, ουχί διότι ελπίζω να διακρίνω γην, αλλά διότι με κατέχει άτοπος σκέψις ελπίδος ανεκτελέστου και σπεύδω να απαλλαχθώ αυτής.
Μόνον περί την ενδεκάτην η ομίχλη άρχεται διαλυομένη. Εν ώ δε αι πυκναί αυτής έλικες κυλίονται επί της επιφανείας των κυμάτων, διαβλέπω διά τινων ανωτέρων οπών το κυανούν του ουρανού. Ακτίνες ζωηραί διέρχονται διά της ομίχλης, και κεντούσιν ημάς ως βέλη μετάλλινα πεπυρακτωμένα. Αλλ' η συμπύκνωσις αύτη των ατμών τελείται εν τοις άνω στρώμασι και δεν δύναμαι έτι να παρατηρήσω τον ορίζοντα.
Επί ημίωρον αι συστροφαί αύται περιβάλλουσιν ημάς και δεν διαλύονται άνευ δυσχερείας, διότι ουδόλως πνέει άνεμος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις, εστηριγμένος επί του χείλους του κρηπιδώματος, προσπαθεί να διαπεράση το πυκνόν τούτο εξ ομίχλης παραπέτασμα.
Τέλος ο ήλιος εν όλω αυτού τω καύσωνι καθαρίζει την επιφάνειαν του Ωκεανού, η ομίχλη υποχωρεί, το φως εκτείνεται εις ακτίνα μείζονα και επιφαίνεται ο ορίζων.
Ο ορίζων δε ούτος είνε οποίος και από έξ ήδη εβδομάδων, — γραμμή συνεχής και κυκλική, εφ' ής συγχέονται ουρανός και ύδωρ!
Ο Ροβέρτος Κόρτις αποβλέψας περί εαυτόν δεν λέγει λέξιν. Α! Τον οικτίρω ειλικρινώς, διότι εκ πάντων ημών αυτός μόνος δεν δικαιούται να τελευτήση τον βίον οπόταν θελήση. Εγώ δε θα αποθάνω αύριον, και εάν δεν με πλήξη ο θάνατος, εγώ θα τον προϋπαντήσω. Περί δε των συμπλωτήρων μου αγνοώ εάν είνε ζώντες έτι, αλλά μοι φαίνεται ότι πολλαί ημέραι παρήλθον αφ' ότου δεν τους είδον.
Επανήλθεν η νυξ, αλλά δεν ηδυνήθην να κοιμηθώ επί μίαν καν στιγμήν. Περί ώραν δευτέραν η δίψα τοσούτον με βασανίζει, ώστε δεν δύναμαι να καταστείλω τας κραυγάς μου. Τι! πριν αποθάνω δεν θα απολαύσω της υπερτάτης ηδονής του να κατασβέσω το πυρ το κατακαίον το στήθος μου.
Ναι! θα πίω το ίδιον μου αίμα ελλείψει του αίματος των άλλων. Και γινώσκω μεν ότι τούτο εις ουδέν θα μ' ωφελήση, αλλά τουλάχιστον θα εξαπατήσω το πάθος μου.
Και άμ' έπος άμ' έργον. Κατορθώ να ανοίξω το μαχαιρίδιόν μου, ο βραχίων μου είνε γυμνός, διά πληγής ταχείας κόπτω μίαν φλέβα, το αίμα εξέρχεται στάγδην, και εγώ κατέσβεσα την δίψαν μου εν τη πηγή ταύτη της ζωής μου! το αίμα τούτο επανέρχεται εις εμέ, κατασιγάζει στιγμιαίως τα φρικαλέα δεινά μου και έπειτα στειρεύει, δεν έχει την δύναμιν να ρεύση!
Πόσον η αύριον βραδύνει να έλθη!
Μετά της ημέρας ομίχλη πυκνή συνήχθη πάλιν εν τω ορίζοντι και συνέστειλε τον κύκλον, ού το κέντρον αποτελεί η σχεδία. Είνε δε η ομίχλη αύτη καυστηρά ως οι ατμοί οι εκφεύγοντες εκ λέβητος.
Σήμερον είνε η εσχάτη των ημερών μου.
Πριν αποθάνω ασμένως [102] θα θλίψω χείρα φιλικήν. Ο Ροβέρτος Κόρτις είν' εδώ πλησίον μου. Σύρομαι μέχρι αυτού και λαμβάνω την χείρα του. Εκείνος με νοεί, γινώσκει ότι είνε αποχαιρετισμός, και φαίνεται ότι, κινούμενος υπό τελευταίας σκέψεως ελπίδος, θέλει να με κρατήση! Αλλ' ανωφελώς.
Επεθύμουν να επανίδω τους κκ. Λετουρνέρ, την μις Χέρμπυ. . . αλλά δεν τολμώ, διότι η νεάνις ήθελεν αναγνώση εν τοις οφθαλμοίς μου την απόφασίν μου! θα μοι έλεγε περί Θεού, περί της άλλης ζωής ήν οφείλομεν να προσδοκώμεν! Αλλά να προσδοκώ. . . εγώ δεν έχω πλέον το θάρρος. . . Ο Θεός ας με συγχωρήση!
Επανέρχομαι προς την πρύμναν της σχεδίας, και μετά μακράς προσπαθείας κατορθώνω να σταθώ όρθιος παρά τω ιστώ. Το ύστατον ήδη διατρέχω διά του βλέμματος την ανελεήμονα ταύτην θάλασσαν, τον ορίζοντα τούτον όστις δεν μετατοπίζεται! Και γη αν μοι ενεφανίζετο και ιστίον εάν υψούτο υπεράνω των κυμάτων, εγώ ήθελον νομίση ότι είμαι παίγνιον απάτης. . . Αλλ' η θάλασσα είνε έρημος!
Είνε δεκάτη ώρα προ μεσημβρίας, η στιγμή του τέλους μου! Οι στροφοί της πείνης, οι νυγμοί της δίψης κατασπαράττουσί με μετά νέας σφοδρότητος. Η ορμή της συντηρήσεως εσβέσθη εν εμοί, και μετά τινας στιγμάς θα έχω παύση των δεινών μου. Θεέ των οικτιρμών, παράλαβέ μου το πνεύμα!
Αλλά την στιγμήν εκείνη φωνή τις ακούεται. Αναγνωρίζω την φωνήν του Δαούλα.
Ο ξυλουργός είνε πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις.
«Πλοίαρχε, λέγει, θα βάλωμεν κλήρον.»
Ενώ ήμην έτοιμος να ριφθώ εις την θάλασσαν, ίσταμαι. Διατί; Ουδ' εγώ ειξεύρω το διατί, αλλ' όμως επανέρχομαι εις την πρύμναν της σχεδίας.
ΝΓ'
— Τη 26 Ιανουαρίου — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την ήκουσαν και
πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη κατασταθή προκατάληψης, ήν
ουδείς ετόλμα να διατυπώση.
Θα ριφθή κλήρος!
Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του.
Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω.
Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του Ανδρέου Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα, λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε προτεινομένη εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις Χέρμπυ θα υποστή την κοινήν τύχην.
Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο αρχιναύτης, όν η πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει δίκαιον. Άλλως τε ουδείς ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας τινάς ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει τούτο και δεν φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή δύο ημέρας, να μη συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει, όπερ και γενήσεται.
Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω πυθμένι τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου αποσπασθέντος εκ του σημειωματαρίου του.
Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το τελευταίον εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα.
Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται, «Εγώ!» αποκρίνεταί τις ημών.
Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ.
Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη του καταπίπτει επί των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού.
Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να απαγγείλης τα ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι τούτου!
«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ.
Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα κλήρον, τον αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον όνομα και το εγχειρίζει εις τον έχοντα το όνομα τούτο.
Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν χαράς.
Δεύτερον, το του Φλαίπολ.
Τρίτον, το του αρχιναύτου.
Τέταρτον, το του Φάλστεν.
Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις.
Έκτον, το του Σάνδον.
Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν.
Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι πιθανότητας. Τέσσαρες καλαί, μία κακή.
Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη.
Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του.
Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν ανεσκίρτησε.
Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν!
Το ένατον όνομα;
«Λετουρνέρ!
— Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης.
— Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος.
«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το όνομα υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ. Λετουρνέρ.
Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ θέλει να καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών. Εισάγει την χείρα εις τον πίλον, εξάγει τον προτελευταίον κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ' ευσταθείας, ήν ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα:
«Δαούλας!»
Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του.
Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν ουδόλως ανοίξας σχίζει.
Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της σχεδίας, αλλ' ουδείς προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί, λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού αναγινώσκω; Ανδρ. . .
Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των χειρών το τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με μετά σοβαρότητος, το ρίπτει εις την θάλασσαν.
ΝΔ'
— Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ ελάτρευε τον
υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην της ιδίας ζωής, τω την δίδει.
Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι πλέον. Οι στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα του θύματος όπερ έλαχεν αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ. Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον ακόμη, αλλ' όμως τα χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των, έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες σαρκοβόρων, μετά της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι λοιπόν να επιπέσωσιν επί του θύματός των και να το καταβροχθίσωσι ζων;
Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το υπόλοιπον του ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η έκκλησις αύτη εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν έμελλον να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης, έτοιμος να αναλάβη το έργον του κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι.