ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
ΑΡΧΑΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
1. Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας ως μόνος άρχων
του Ρωμαϊκού Κράτους (323-337μ. Χ.).
Αφού ο Κωνσταντίνος εγένετο μόνος κύριος του Ρωμαϊκού κράτους
εξετέλεσε το προ πολλού υπό των πραγμάτων και των περιστάσεων παρασκευασθέν
και αναγκαίον κατασταθέν έργον της μεταθέσεως του κέντρου του Ρωμαϊκού κράτους
από της Δύσεως εις την Ανατολήν. Ως είδομεν, ο Διοκλητιανός ήδη είχε στήσει την
έδραν αυτού εν Ανατολή, εν Νικομηδεία, ένεκα λόγων στρατιωτικών και πολιτικών.
Εις δε την απόφασιν του Κωνσταντίνου συνετέλεσαν, πλην των στρατιωτικών και
πολιτικών λόγων, και εσωτερικοί λόγοι ηθικοί. Ο Κωνσταντίνος πεπεισμένος εν τη
καρδία αυτού περί της αληθείας της χριστιανικής πίστεως, έχων δε πεποίθησιν, ότι
πάσαι αι νίκαι και επιτυχίαι, άς ήρατο μέχρι νυν εναντίον των αντιπάλων και δι' ών
κατέστη μόνος του σύμπαντος Ρωμαϊκού κράτους άρχων, ήσαν αποτελέσματα της
προς τον Iησούν Χριστόν πίστεως, εξεδήλου διηνεκώς επί μάλλον την προς την νέαν
θρησκείαν αφοσίωσιν αυτού. Μετά το μνημονευθέν διάταγμα του Μεδιολάνου το
εκδοθέν τω 313 μ. Χ., δι' ού η χριστιανική θρησκεία απέλαυεν εν τω Ρωμαϊκώ κράτει
τελείας ισότητος δικαιωμάτων προς την αρχαίαν των Ρωμαίων εθνικήν θρησκείαν,
εξέδωκεν από του 315 μέχρι 323 μ. Χ. νέους νόμους, δι' ών ο Χριστιανισμός καθίστατο
κατά μικρόν θρησκεία του κράτους, μειζόνων απολαύων νυν τιμών και προνομιών ή η
παλαιά θρησκεία. Τέλος δε, αφού τω 323 εγένετο μόνος άρχων του κράτους, εξέδωκε
νόμους, εν οίς αποκαλύπτεται και ομολογείται η τελεία προς την χριστιανικήν
θρησκείαν πίστις και αφοσίωσις αυτού. Εν τοις νόμοις τούτοις ο Κωνσταντίνος
ομολογεί διά θερμών εκφράσεων την προς τον Θεόν των Χριστιανών πίστιν αυτού,
θεωρών αυτόν ως δοτήρα των νικών αυτού και πιστεύων ότι ο Θεός εξελέξατο αυτόν
ίνα σώση το Ρωμαϊκόν κράτος από των εσωτερικών ταραχών και πολέμων και των
κατά των Χριστιανών διωγμών («ταις σαις γαρ υφηγήσεσιν ενεστησάμην σωτηριώδη
πράγματα και διήνυσα· την σην σφραγίδα πανταχού προβαλλόμενος καλλινίκου
ηγησάμην στρατού»). Προς τούτοις εν τοις νόμοις τούτοις ο Κωνσταντίνος καλεί τους
Χριστιανούς «πιστεύοντας», τους δε μη Χριστιανούς «πλανωμένους», αποκαλεί δε
τους Χριστιανούς και Ανατολικούς, διότι εν Ανατολή ήσαν οι πλείστοι των Χριστιανών.
Και υπέρ των Ανατολικών τούτων, ως συντριβέντων υπό των συμφορών, επικαλείται
ιδιαιτέρως την χάριν του Θεού (7).
Η τοιαύτη λοιπόν προς την χριστιανικήν πίστιν αφοσίωσις και προς τους Χριστιανούς της Ανατολής ιδιαιτέρα αγάπη του Κωνσταντίνου υπήρξεν εν μέρει αιτία ίνα ούτος μεταβιβάση την έδραν του κράτους εις την Ανατολήν. Διότι υπήρχον μεν και εν Ρώμη Χριστιανοί, αλλ' η πόλις αύτη ήτο συνδεδεμένη έτι στενώτατα τυπικώς μετά των αρχαίων πολιτειακών αυτής θεσμών, οίτινες πάλιν ήσαν συνδεδεμένοι μετά των θεσμών της αρχαίας των Ρωμαίων εθνικής θρησκείας. Τουναντίον δε η Ελληνική Ανατολή, ένθα επί των προηγουμένων αυτοκρατόρων εγένοντο οι δεινότατοι διωγμοί, αυξήσαντες μάλλον ή ελαττώσαντες την ηθικήν δύναμιν της νέας πίστεως, ήτο ισχυρώς χριστιανική.
Ταύτα πάντα έπεισαν τον Κωνσταντίνον ίνα κτίση εν τη Ελληνική Ανατολή νέαν
διαρκή πρωτεύουσαν του Ρωμαϊκού κράτους, προς τούτο δε εξελέξατο αυτήν την
περί τον Θρακικόν Βόσπορον και τον Κεράτιον Κόλπον κειμένην αρχαίαν Ελληνικήν
πόλιν Βυζάντιον (329). Της πόλεως ταύτης ευρύνας ο Κωνσταντίνος την περιφέρειαν
και τα τείχη και περιλαβών εντός αυτής λόφους πέντε (εις τούτους προσετέθησαν
έπειτα άλλοι δύο λόφοι, και εντεύθεν η νέα πόλις εκτισμένη επί 7 λόφων, ως η Ρώμη,
εκλήθη Επτάλοφος) κατέστησεν αυτήν όλως νέαν και μεγάλην πόλιν και
μεγαλοπρεπώς ετέλεσε τα εγκαίνια αυτής (τα γενέθλια της πόλεως) τη 11 Μαΐου 330
μ. Χ.
Η νέα αύτη πόλις, ής οι κάτοικοι, εκτός των ολίγων εκ Ρώμης νυν εις αυτήν
μετοικησάντων αριστοκρατικών οίκων, ήσαν Έλληνες, ωνομάσθη βραδύτερον
Κωνσταντινούπολις και Νέα Ρώμη, ως νέα πρωτεύουσα του Κράτους.
Προ της κτίσεως δ' έτι της Κωνσταντινουπόλεως ο Κωνσταντίνος απέδειξε και κατ' άλλον τρόπον το προς την Χριστιανικήν Εκκλησίαν μέγα διαφέρον και την προς τους Χριστιανούς Έλληνας στοργήν και αγάπην αυτού. Την Εκκλησίαν την Χριστιανικήν ετάραττε τότε, ιδίως εν Ανατολή, αίρεσίς τις ήτοι καινοτομία δογματική, διδασκαλία τις δηλονότι νέα αντικειμένη προς τα μέχρι νυν παραδεδομένα δόγματα της Εκκλησίας, αίρεσις καλουμένη Αρειανή από του ονόματος του αιρεσιάρχου Αρείου πρεσβυτέρου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας (8). Ο Κωνσταντίνος δε, ίνα καταπαύση την ταραχήν ταύτην και αποκαταστήση την θρησκευτικήν ειρήνην των εν Ανατολή ιδίως Χριστιανών, προσέφυγεν εις έργον μαρτυρούν το θερμόν αυτού υπέρ των Χριστιανών τούτων διαφέρον. Διότι, ενώ μέχρι τότε αι κατά τόπους αναφυόμεναι έριδες ελύοντο διά συνόδων εκκλησιαστικών τοπικών, ήτοι εν στεναίς τοπικαίς περιφερείαις ολίγων επαρχιών εκκλησιαστικών συγκροτουμένων, νυν πρώτον ο Κωνσταντίνος συνεκάλεσε Σύνοδον Οικουμενικήν, ήτοι σύνοδον επισκόπων και άλλων ανωτέρων κληρικών σύμπαντος του Ρωμαϊκού κράτους. Η πρώτη αύτη εν τη ιστορία της Εκκλησίας Οικουμενική Σύνοδος συνεκροτήθη τω 325 μ. Χ. (5 έτη προ της κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως) εν Νικαία της Βιθυνίας, ένθα συνήλθον 318 θεοφόροι πατέρες της Εκκλησίας· και εν ταύτη μετά πολλάς συζητήσεις κατεδικάσθη η αίρεσις του Αρείου, παρόντος και τούτου, και συνετάχθη το σύμβολον της Πίστεως, το καλούμενον σύμβολον της Νικαίας, όπερ συμπληρωθέν ύστερον εν τη δευτέρα Οικουμενική Συνόδω, τη εν Κωνσταντινουπόλει μετά 56 έτη συγκροτηθείση (381 μ. Χ.), αποτελεί το παρά τοις Ορθοδόξοις Χριστιανοίς ιερόν σύμβολον της Πίστεως, το αρχόμενον από του Πιστεύω εις ένα Θεόν κλπ. (9). Ο Κωνσταντίνος ου μόνον παρέστη εις την Σύνοδον, αλλά και των εν αυτή συζητήσεων μετέσχε μετά πολλού διαφέροντος.
Αλλ' ο Κωνσταντίνος τοσαύτην επιδαψιλεύων εύνοιαν εις τους Χριστιανούς δεν κατεδίωξεν ουδαμώς τους εθνικούς (10). Τουναντίον δε θέλων να βασιλεύη η εσωτερική ειρήνη εν τω Κράτει επέτρεψε τελείαν ανεξιθρησκείαν «Ομοίαν τοις πιστεύουσιν οι πλανώμενοι χαίροντες λαμβανέτωσαν ειρήνης τε και ησυχίας απόλαυσιν (έλεγον οι νόμοι του Κωνσταντίνου)· αύτη γαρ η της κοινωνίας επανόρθωσις, και προς την ευθείαν αγαγείν οδόν ισχύει. Μηδείς τον έτερον παρενοχλείτω· έκαστος, όπερ η ψυχή βούλεται, τούτο και πραττέτω».
{24} Διά τον αυτόν δε λόγον ο Κωνσταντίνος έκτισε ναόν μεγαλοπρεπή εις την Αγίαν Ειρήνην, την συμβολίζουσαν την δι' αυτού υπό του Θεού δωρηθείσαν εσωτερικήν και εξωτερικήν ειρήνην, έθηκε δε τα θεμέλια και ναού της Αγίας Σοφίας του Θεού, ήτοι του Χριστού του εκπροσωπούντος την σοφίαν του Θεού, ούτινος η οικοδομία συνεπληρώθη υπό του υιού αυτού αυτοκράτορος Κωνσταντίου Α'. Έκτισε δε ο Κωνσταντίνος και πολλούς άλλους ναούς Χριστιανικούς.
{25} Η βασιλεία του Κωνσταντίνου ως μονάρχου του Ρωμαϊκού κράτους υπήρξεν ειρηνική. Διότι από βορρά μεν βαρβαρικαί επιδρομαί δεν εγένοντο· προς ανατολάς δε οι Πέρσαι διήγον διαρκώς εν ειρήνη, αφ' ού χρόνου ο Γαλέριος νικήσας τον βασιλέα αυτών Ναρσήν (11) τω 297 επέβαλεν αυτοίς ειρήνην, δι' ής παρεχωρήθησαν εις το Ρωμαϊκόν κράτος η Μεσοποταμία και πέντε επαρχίαι πέραν του Τίγρητος ποταμού, ανεγνωρίσθη δε υπό των Περσών και η επί την Αρμενίαν και Ιβηρίαν Ρωμαϊκή κυριαρχία. Εξ άλλου η ηθική αίγλη και η δύναμις του Κωνσταντίνου ύψωσε το κράτος εις μεγίστην παρά πάσι τοις λαοίς περιωπήν και δόξαν. Και αυτοί οι Αιθίοπες (πρόγονοι των Αβησσυνών) συνήψαν επί του Κωνσταντίνου σχέσεις προς το Ρωμαϊκόν κράτος.
Ούτως ο Κωνσταντίνος έθηκεν εν Ανατολή τα θεμέλια κράτους Χριστιανικού Ελληνικού. Είνε αληθές ότι ο πολιτικός και στρατιωτικός οργανισμός του κράτους, περί ού θέλομεν πραγματευθή αλλαχού του βιβλίου τούτου, ήτο Ρωμαϊκός, συνδεόμενος μετά του οργανισμού του όλου Κράτους και εν Ανατολή· και αυτή η επίσημος γλώσσα του Κράτους ήτο και εν Ανατολή η Λατινική· και επισήμως το κράτος εκαλείτο και ενταύθα Ρωμαϊκόν και οι πολίται Ρωμαίοι. Αλλ' η γλώσσα η λαλουμένη υπό του λαού, η γλώσσα της Εκκλησίας, της παιδεύσεως και φιλολογίας ήτο Ελληνική· αυτή η πρωτεύουσα ήτο πόλις κατ' ουσίαν Ελληνική, υπό Ελλήνων το πλείστον οικουμένη.
Μεθ' όλα ταύτα το Κράτος του Κωνσταντίνου εν τω όλω αυτού περιλαμβάνον και το δυτικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους δεν δύναται να θεωρηθή Ελληνικόν, αλλά θεμέλιον στερεόν Ελληνικού Κράτους εν τω μέλλοντι, ευθύς ως ήθελε χωρισθή πολιτικώς, ως εγένετο μετ' ού πολύ, η Ανατολή από της Δύσεως.
Η Εκκλησία η Χριστιανική και ιδίως η Ανατολική ετίμησε τον Κωνσταντίνον ως άγιον και ισαπόστολον βασιλέα και εν βασιλεύσιν απόστολον, φρονούσα ότι ο Κωνσταντίνος παρ' αυτού του Θεού, απ' ευθείας διά του εν τω ουρανώ φανέντος αυτώ σημείου του σταυρού (σ. 20), ουχί δε παρ' ανθρώπων, ενεπνεύσθη και εδιδάχθη την εις Χριστόν πίστιν, και διότι κηρύξας, ως είδομεν, την εις Χριστόν πίστιν δι' έργων και διά λόγων προσείλκυσε πολλούς, ως Απόστολος, εις την πίστιν ταύτην (12). {26} Και ως πρώτος δε Χριστιανός αυτοκράτωρ του Ρωμαϊκού Κράτους ωνομάσθη και υπό της Εκκλησίας βασιλεύς (13) υπό την ιεράν ιδιότητα της αρχής ταύτης κατά την Εκκλησίαν και κατά τας παραδόσεις της Παλαιάς Διαθήκης, κληθείς διά τούτο, όπως ύστερον πάντες οι Χριστιανοί βασιλείς του Ελληνικού κράτους, χριστός του Κυρίου, (14) ήτοι εκλεκτός του Θεού, τεταγμένος υπ' αυτού ίνα άρχη του εκλεκτού (περιουσίου) λαού του Θεού, ήτοι των Χριστιανών.
Ο Κωνσταντίνος, ο τοσαύτα τελέσας έργα μεγάλα και νέαν περίοδον εγκαινίσας εν τη ιστορία του κόσμου και ιδίως εν τη ιστορία του Ελληνικού έθνους και Μέγας επικληθείς, ετελεύτησε τω 337 μ. Χ. εν Νικομηδεία, οπόθεν αχθείς ο νεκρός αυτού εις Κωνσταντινούπολιν εκηδεύθη μεγαλοπρεπώς και ετάφη εν τω υπό του Κωνσταντίνου αυτού κτισθέντι μεγάλω ναώ των Αγίων Αποστόλων. Ετιμήθη δε είτα ο Κωνσταντίνος και ως άγιος υπό της Εκκλησίας εορταζόμενος τη 21 Μαΐου μετά της μητρός αυτού Ελένης ως αγίας και ταύτης τιμωμένης (15).
2. Οι διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Ο Κωνστάντιος Α' (337-363 μ. Χ.).
Μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου του Μεγάλου οι υιοί αυτού Κωνστάντιος, Κώνστας και Κωνσταντίνος, κατά την εν μέρει εκτελεσθείσαν του πατρός προ του θανάτου διάταξιν, διενεμήθησαν του όλου Ρωμαϊκού Κράτους την αρχήν. Και ο μεν Κωνστάντιος έλαβε πάσας τας Ασιατικάς χώρας και την Αίγυπτον, και τας νήσους του Αιγαίου πελάγους, και την Θράκην και την Κάτω Μοισίαν εν Ευρώπη, ο Κώνστας την λοιπήν εν Ευρώπη Ελληνικήν χερσόνησον μετά των προς βορράν Ιλλυρικών χωρών και την Ιταλίαν και τας απέναντι χώρας της Αφρικής, ο δε Κωνσταντίνος τας δυτικάς χώρας της Ευρώπης, ως πρώτου μεταξύ αυτών θεωρουμένου του εν Ανατολή Κωνσταντίου (16).
Αλλά και η νέα αύτη τριαρχία δεν διήρκεσε πολύ. Διότι τρία έτη μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου του Μεγάλου εκ των υιών ο Κωνσταντίνος Β' θέλων ν' αφαιρέση την Ιταλίαν από του αδελφού αυτού Κώνσταντος και επελθών κατ' αυτού εις Ιταλίαν, εφονεύθη έν τινι παρά την Ακυληίαν μάχη· αλλά και ο Κώνστας εφονεύθη μετά 10 έτη (350 μ.Χ.) υπό του αρχηγού των εν Γαλατία στασιασάντων σωματοφυλάκων αυτού και σφετεριστού της αυτοκρατορικής αρχής γενομένου Φράγκου το γένος Μαγνεντίου. Αλλ' επελθόντος μετ' ολίγον του Κωνσταντίου κατά του Μαγνεντίου (351) ηττήθη και ούτος και φυγών εις Γαλατίαν εφονεύθη αυτόχειρ (353). Τότε δε πάσαι αι χώραι της Δύσεως υπετάγησαν εις τον Κωνστάντιον, όστις έμεινε νυν μόνος αυτοκράτωρ του όλου Ρωμαϊκού κράτους εδρεύων εν Κωνσταντινουπόλει.
Του Κωνσταντίου Α' η βασιλεία, διηνεκώς εταράσσετο εσωτερικώς υπό θρησκευτικών ερίδων μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, ήτοι των οπαδών του συμβόλου της Νικαίας, ού καρτερικώτατος και ατρόμητος υπέρμαχος ήτο ο τότε πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος, και των Αρειανών και Ημιαρειανών (17), ών προστάτης ήτο αυτός ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος. Πλην δε των εσωτερικών τούτων ταραχών, επήλθε και ο πόλεμος ο προς τους Πέρσας. Οι Πέρσας, οίτινες μετά τας ήττας, άς έπαθον υπό του Γαλερίου και μετά την επονείδιστον αυτοίς ειρήνην του 297 (ίδ. σ. 25), ησύχαζον επί πεντήκοντα περίπου έτη, νυν αύθις ετάραττον την εξωτερικήν ειρήνην του Κράτους κατά τα μεθόρια. Το γεγονός δε τούτο υπεχρέωσε τον Κωνστάντιον, επειγόμενον συγχρόνως να στρατεύση εναντίον του Μαγνεντίου, να αναθέση την αρχηγίαν του κατά Περσών πολέμου εις τον ανεψιόν αυτού Γάλλον, αναγορεύσας αυτόν και καίσαρα. Ο Γάλλος δεν διέπραξε μεγάλα έργα εναντίον των Περσών, αλλά και ούτοι δεν ήραντο σπουδαίας επιτυχίας εναντίον των Ρωμαίων. Μετ' ολίγον δε διαβληθείς ο Γάλλος προς τον Κωνστάντιον ως μελετών να αναρρηθή αύγουστος, εφονεύθη κατά την τούτου διαταγήν (354)· έμελλε δε να πάθη το αυτό και ο νεώτερος αυτού αδελφός Ιουλιανός, αν μη επροστάτευεν αυτόν η αυτοκράτειρα Ευσεβία. Διά της προστασίας αυτής σωθείς ο Ιουλιανός, ο μόνος έτι ζων ανεψιός του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, επί τινα μεν χρόνον εσπούδασεν εν Αθήναις, είτα δε εστάλη, νεαρός έτι την ηλικίαν ων, ως καίσαρ εις την Γαλατίαν, ένθα έδειξε, παρά την νεανικήν αυτού ηλικίαν, πολλά δείγματα στρατιωτικής και στρατηγικής αρετής εν τοις εναντίον των Γερμανικών λαών, των Φράγκων και των Αλαμαννών πολέμοις, κατανικήσας τούτους ολοσχερώς παρά το Στρασβούργον (359 μ. Χ.). Αλλά τότε ακριβώς ο Κωνστάντιος θέλων να στρατεύση εναντίον των Περσών εζήτησε παρά του Ιουλιανού την εις αυτόν αποστολήν μέρους του εν Γαλατία Ρωμαϊκού στρατού. Το στρατόπεδον του Ιουλιανού ήτο ιδρυμένον εν Λουτηκία της Γαλατίας (εν τοις νυν Παρισίοις), ότε αφίκετο η διαταγή του Κωνσταντίου. Ότε δε ο Ιουλιανός ανεκοίνωσε ταύτην εις τον στρατόν, ούτος μη θέλων να καταλίπη τον Ιουλιανόν, στασιάσας κατά του Κωνσταντίου ανεκήρυξεν αύγουστον τον Ιουλιανόν. Ούτος ανεκοίνωσε τα γενόμενα εις τον Κωνστάντιον και προέτεινεν αυτώ συμβιβασμόν. Αλλ' ο Κωνστάντιος, όστις εστράτευε τότε εναντίον των Περσών, μαθών τα γενόμενα και ουδένα στέργων συμβιβασμόν, διέκοψε την κατά Περσών πολεμικήν ενέργειαν, ίνα επέλθη κατά του Ιουλιανού, όστις και αυτός επήρχετο κατά του Κωνσταντίου. Αλλ' ενώ ούτω μέγας ηπειλείτο εμφύλιος πόλεμος εν τω Κράτει, ο Κωνστάντιος αφικόμενος ήδη εις Κιλικίαν της Μ. Ασίας ετελεύτησε (30 Οκτωβρίου 361 μ. Χ.). Επειδή δε ουδείς πλην του Ιουλιανού υπελείπετο εν τη ζωή κληρονόμος εκ του οίκου του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, απεσοβήθη ο εμφύλιος πόλεμος και σύμπαν το Κράτος ανεγνώρισε την αρχήν του Ιουλιανού.
3. Ιουλιανός (361363 μ. Χ.).
Ο Ιουλιανός ως στρατιώτης και στρατηγός ηρωικός και ως βασιλεύς πεπαιδευμένος και λόγιος μη στερούμενος καί τινος ευγενείας ήθους, είχε πολλά τα προσόντα, ίνα καταστή αγαθός ηγεμών. Αλλ' ατυχώς διά το νεανικόν της ηλικίας και την απειρίαν των πραγμάτων και διά τας του παρελθόντος βίου περιπετείας, προ πάντων δε διά το μονομερές της παιδεύσεως, η αγαθή αυτού φύσις δεν υπήρξεν αμιγής και πολλών ελαττωμάτων. Γεννηθείς τω 331 μ. Χ. ήγεν ήδη το έκτον έτος της ηλικίας, ότε αποθανόντος του θείου αυτού Κωνσταντίνου του Μεγάλου επήλθεν η φοβερά σφαγή των αρρένων συγγενών του αυτοκρατορικού οίκου, αφ' ής εσώθησαν μόνον αυτός και ο αδελφός αυτού Γάλλος. Η πρώτη παίδευσις του Ιουλιανού εγένετο υπ' ανδρός εμφυτεύσαντος αυτώ την προς τα Ελληνικά γράμματα και την Ελληνικήν φιλοσοφίαν αγάπην. Αλλ' εν μέσω της τοιαύτης παιδεύσεως, ότε συνεπλήρωσε το τρισκαιδέκατον έτος της ηλικίας, εκλείσθη μετά του αδελφού αυτού Γάλλου εις μοναστήριον, ίνα λάβωσιν αμφότεροι ανατροφήν μοναχικήν. Αλλ' ενώ ο μικρόνους Γάλλος εγένετο ούτω πράγματι δεισιδαίμων και φανατικός χριστιανός, ο ευφυής Ιουλιανός εν τω περιωρισμένω μοναχικώ βίω ουδέν διδασκόμενος εκ της υψηλοτέρας και βαθυτέρας χριστιανικής σοφίας, προς μεν την θρησκείαν την Χριστιανικήν μεγάλην ησθάνετο αποστροφήν, ηδέως δε ανεμιμνήσκετο των διδαγμάτων της πρώτης παιδεύσεως αυτού. Μετά οκταετή τοιούτον μοναχικόν βίον ηδυνήθη πάλιν να επιδοθή εις την σπουδήν των Ελληνικών γραμμάτων (εν πνεύματι ουχί χριστιανικώ)· μετά δε τον θάνατον του αδελφού αυτού, διά της προστασίας της αυτοκρατείρας Ευσεβίας απαλλαγείς του κατ' αυτού ωσαύτως επιβουλευομένου κινδύνου του θανάτου, μετέβη εις Αθήνας (354), ίνα εν της αυτόθι περιφήμω τότε ρητορική και φιλοσοφική σχολή εξακολουθήση τας σπουδάς αυτού, καθ' όν χρόνον εσπούδαζον εν Αθήναις και ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, οι γενόμενοι ύστερον μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας και σφοδρότατοι διά λόγου και διά καλάμου ανταγωνισταί του Ιουλιανού εν τω τούτου κατά του Χριστιανισμού πολέμω. Εν Αθήναις ο Ιουλιανός ελθών εις στενάς σχέσεις προς πολλούς ρήτορας, σοφιστάς και φιλοσόφους εθνικούς, και νέαν εμπνευσθείς αγάπην προς την Ελληνικήν αρχαιότητα, εξεδήλου φανερώς την προς τον Χριστιανισμόν αποστροφήν αυτού. Εν τω Χριστιανισμώ, ούτινος ουδόλως ενόει την εσωτερικήν πνευματικήν φύσιν και ηθικήν δύναμιν, χαρακτήρα και αξίαν, έβλεπεν απλώς τον βία επιβληθέντα αυτώ μοναχικόν περιορισμόν, ενώ εν τη εθνική θρησκεία έβλεπε το κάλλος της ελληνικής ποιήσεως και τέχνης. Εν Αθήναις άλλως ολίγον μόνον χρόνον διέμεινεν ο Ιουλιανός, διότι ήδη τω 355 επέμφθη ως καίσαρ εις την Γαλατίαν, ένθα κατ' αξιοθαύμαστον τρόπον ο νεαρός το 25 έτος της ηλικίας άγων φιλόσοφος, ο προ μικρού καταλιπών τα εδώλια του σπουδαστού, απεδείχθη μεγαλοφυής στρατηγός διαπράξας όσα είδομεν ανωτέρω.
Ήγεν ήδη ο Ιουλιανός το τριακοστόν έτος της ηλικίας, ότε διά της συνδρομής των περιστάσεων κατέστη, καθά είδομεν, μόνος κύριος του Ρωμαϊκού Κράτους εδρεύων εν Κωνσταντινουπόλει. Πρωτίστη νυν φροντίς του Ιουλιανού ήτο να αναδείξη αύθις την αρχαίαν Ελληνικήν θρησκείαν επίσημον θρησκείαν του Κράτους, μη εννοών ότι ο αρχαίος Ελληνισμός ως θρησκεία ουδεμίαν πλέον ηδύνατο να έχη ζωτικότητα πνευματικήν και ότι μόνη η χριστιανική πίστις ως θρησκεία ηδύνατο να παρέχη πνευματικήν ζωήν τη ανθρωπότητι, προάγων τους οπαδούς αυτής εις τα δημόσια αξιώματα, εκβάλλων δε εκ τούτων τους Χριστιανούς, ανορθών την εθνικήν λατρείαν διά μεγαλοπρεπών τελετών και διά δωρεών βασιλικών εις τους αρχαίους ναούς και μαντεία και αναστρεφόμενος οικειότατα μετά των εθνικών ιερέων και σοφιστών. Αιματηρούς διωγμούς κατά των Χριστιανών δεν ενήργησεν, αλλ' ηθικώς κατεδίωκεν αυτούς· προς τοις άλλοις δε απηγόρευεν αυτοίς να σπουδάζωσιν εν τοις σχολείοις την Ελληνικήν γλώσσαν. Διά την τοιαύτην αυτού προς τους Χριστιανούς πολιτείαν κατεδικάσθη υπό της Χριστιανικής Εκκλησίας κληθείς Αποστάτης και Παραβάτης και εμισήθη σφόδρα υπό των Χριστιανών· και πατέρες δε της Εκκλησίας μεγάλοι, μάλιστα ο πρώην εν Αθήναις συσπουδαστής αυτού Γρηγόριος ο Θεολόγος, σφοδρούς έγραψαν κατ' αυτού στηλιτευτικούς λόγους, ιδίως διά την υπ' αυτού γενομένην εις τους Χριστιανούς απαγόρευσιν της σπουδής των Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων. Αλλ' η βασιλεία του Ιουλιανού υπήρξε λίαν βραχυχρόνιος και ο κατά των Χριστιανών διωγμός, ως προέλεγεν ο μέγας Αθανάσιος, «νεφύδριον ην και ταχύ παρήλθεν». Αφικόμενος εις Κωνσταντινούπολιν τω 362 ο Ιουλιανός εστράτευσε κατά το έαρ του επομένου έτους (363) εναντίον των Περσών, ών βασιλεύς ήτο ο από 310 μ. Χ. ανελθών εις τον θρόνον και εναντίον του Κωνσταντίου Α' πολεμήσας Σαπώρης (Σαχπούρ) Β'. Την στρατείαν διεξήγαγεν εν αρχή ο Ιουλιανός μετά πολλής ορμής και ανδρείας λαβών επιθετικήν στάσιν και εισβαλών τολμηρώς εις τας χώρας της Περσίας, αλλ' ύστερον παραπλανηθείς εις ερήμους χώρας ηναγκάσθη να υποχωρήση παρακολουθούμενος εκ του σύνεγγυς υπό μεγάλου στρατού των πολεμίων. Κατά την υποχώρησιν δε ταύτην τρωθείς καιρίως έν τινι μικρά αψιμαχία απέθανεν εκ της πληγής (κατά Ιούλιον του 363 μ. Χ.) το 32 άγων της ηλικίας έτος (18).
4. Ιοβιανός (363-364).
Αποθανόντος του Ιουλιανού, ουδενός πλέον υπάρχοντος φυσικού κληρονόμου της αρχής εκ του οίκου του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, ο στρατός ανηγόρευσεν ως αυτοκράτορα επί του πεδίου αυτού της μάχης τον ανώτερον αξιωματικόν Ιοβιανόν, όντα Χριστιανόν και μάλιστα ορθόδοξον. Ούτος δε εθεώρησεν αναγκαίον να συνομολογήση ευθύς ειρήνην προς τους πολεμίους και μάλιστα επί όροις ουχί εντίμοις εις το Ρωμαϊκόν Κράτος, αφού δι' αυτής απεδίδοντο εις τους Πέρσας πάσαι αι διά των νικών του Γαλερίου (ίδ. σελ. 25) προσαρτηθείσαι εις το Κράτος πέραν του Τίγρητος πέντε επαρχίαι και η περίφημος επί του ποταμού τούτου κειμένη πόλις Νίσιβις (νυν Νεδζίπ) η επί αιώνας διατελούσα μήλον έριδος μεταξύ των δύο κρατών. Προς τούτοις ο αυτοκράτωρ ούτος ανεκάλεσεν ευθύς μετά την ανάρρησιν αυτού τα υπό του Ιουλιανού εναντίον των Χριστιανών εκδοθέντα διατάγματα και απέδωκεν εις την Χριστιανικήν θρησκείαν την προτέραν εν τω Κράτει θέσιν και δύναμιν. Αλλ' ο Ιοβιανός πριν ή έτι επιστρέψη εις Κωνσταντινούπολιν ετελεύτησε καθ' οδόν υπό νόσου εν Βιθυνία (κατά Φεβρουάριον του 364 μ. Χ.) 8 μήνας μετά την ανάρρησιν αυτού· και ο στρατός ανηγόρευσε τότε αυτοκράτορα τον επίσης ορθόδοξον Χριστιανόν στρατηγόν Ουαλεντινιανόν.
5. Οι αυτοκράτορες Ουαλεντινιανός (364-376) και
Ουάλης (364-378).
Ο αυτοκράτωρ Ουαλεντινιανός, θεωρών αναγκαιοτέραν την παρουσίαν αυτού εν τη Δύσει ή τη Ανατολή, ανηγόρευσεν αυτοκράτορα της Ανατολής τον αδελφόν αυτού Ουάλεντα, αυτός δε μετέβη εις τας δυτικάς χώρας του κράτους. Ενταύθα επολέμησεν ο Ουαλεντινιανός επιτυχώς εναντίον των διαφόρων Γερμανικών φυλών, αίτινες εποιούντο κατά το σύνηθες επιδρομάς εις τας χώρας του κράτους, και ιδίως εναντίον του Γερμανικού λαού των Αλαμαννών, οίτινες εισέβαλλον εις την ανατολικήν Γαλατίαν.
Ο δε Ουάλης ο άρχων των Ελληνικών χωρών της Ανατολής ήτο μεν Χριστιανός, ουχί όμως και ορθόδοξος ως ο αδελφός αυτού, αλλ' ημιαρειανός, και ως τοιούτος κατεδίωκε τους οπαδούς της ορθοδοξίας καθ' όλον το Κράτος, θέλων να επιβάλη πανταχού του κράτους το δόγμα των ημιαρειανών. Ενώ δε ούτω θρησκευτικαί έριδες ετάρασσον την εσωτερικήν ειρήνην της Ανατολής, οι Πέρσαι εγένοντο αύθις απειλητικοί εν τοις μεθορίοις υπό τον έτι ζώντα και βασιλεύοντα Σαπώρην Β'. Κατά τούτου στρατεύσας ο Ουάλης κατώρθωσε να υποχρεώση αυτόν να συνομολογήση ανακωχήν προς το Κράτος. Αλλά κίνδυνοι άλλοι νέοι ενέσκηψαν νυν ορμητικώς από βορρά επί την Ανατολήν.
Είδομεν ότι (σ. 10) ο Γερμανικής καταγωγής λαός των Γότθων είχεν ιδρύσει περί τας αρχάς του 3 μ. Χ. αιώνος δύο κράτη βαρβαρικά εκτεινόμενα από της Βαλτικής θαλάσσης μέχρι του Ευξείνου, το των Ανατολικών Γότθων ή Ουστρογότθων και το των Δυτικών Γότθων ή Βησιγότθων, και ότι οι Βησιγότθοι ώκουν μεταξύ του Δανουβίου και του Βορυσθένους, ανατολικώτερον δε τούτου μέχρι του Τανάιδος ή Δων ώκουν οι Ουστρογότθοι.
Οι Γότθοι ούτοι, και μάλιστα οι Ουστρογότθοι, είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν από του τέλους του 3 μ. Χ. αιώνος, και εν τη α' εν Νικαία Οικουμενική συνόδω είχε παραστή και επίσκοπος αυτών καλούμενος Ουλφίλας (19), ο κυρίως διαδούς την Χριστιανικήν πίστιν μεταξύ των Γότθων και των άλλων Γερμανικών λαών. Ο Ουάλης εν αρχή της βασιλείας αυτού επολέμησεν επί τρία έτη εναντίον των Βησιγότθων, διότι ούτοι είχον υποστηρίξει διά 30 χιλιάδων οπλιτών σφετεριστήν τινα αντίπαλον του αυτοκράτορος, και υπεχρέωσε τον βασιλέα αυτών Αθανάριχον, όστις ήτο Χριστιανός, να μη επιτρέπη εις τους Γότθους αυτού να διαβαίνωσι τον Δανούβιον και να εισέρχωνται εις τας χώρας του κράτους· συγχρόνως δε κατώρθωσε να δεχθώσιν ο Αθανάριχος και οι Βησιγότθοι αυτού το δόγμα των Αρειανών (μάλλον των Ημιαρειανών). Ένεκα δε τούτου και άλλοι τινές Γερμανικοί λαοί (Γεπίδαι, Βανδήλοι, Λαγγοβάρδοι) δεξάμενοι παρά των Γότθων τον Χριστιανισμόν επρέσβευον το δόγμα των Αρειανών.
Ενώ λοιπόν οι Βησιγότθοι διήγον εν ειρήνη προς το Ρωμαϊκόν κράτος υπό τον βασιλέα αυτών Αθανάριχον κατά τας γενομένας προς τον Ουάλεντα συνθήκας, αίφνης, καθ' όν χρόνον ο Ουάλης ένεκα του κατά Περσών πολέμου μεταβάς εις τας ανατολικάς χώρας του κράτους αυτού ευρίσκετο εν Αντιοχεία της Συρίας, ήλθον προς αυτόν πρέσβεις των Βησιγότθων τούτων, τω 376 μ. Χ., τω αυτώ έτει, καθ' ό ετελεύτα εν τη Δύσει ο αυτοκράτωρ Ουαλεντινιανός, αιτούμενοι παρά του Ουάλεντος ίνα επιτρέψη αυτοίς να διαβώσι τον Δανούβιον και εγκαθιστάμενοι εντεύθεν του ποταμού τούτου εντός των ορίων του κράτους, ως υπήκοοι του αυτοκράτορος, αμύνωνται εναντίον των βαρβάρων υπέρ της ασφαλείας του Κράτους.
Η αιτία του τοιούτου παρά τω Ουάλεντι διαβήματος των Βησιγότθων ήτο μέγα τι γεγονός των τότε χρόνων εν τη παγκοσμίω ιστορία, η Μεγάλη καλουμένη Μετανάστευσις των λαών, η τοσούτων γενομένη αφορμή μεγάλων μεταβολών εν τε τω όλω Ρωμαϊκώ κράτει και εν τω βαρβαρικώ κόσμω της Ευρώπης, και επιταχύνασα την κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει. Διά τούτο ανάγκη, ίνα νοήσωμεν καλώς τα νυν μεταξύ του Ουάλεντος και των Βησιγότθων γινόμενα, να διακόψωμεν επί μικρόν την αφήγησιν της ιστορίας του Ουάλεντος και να στρέψωμεν το βλέμμα ημών προς τας αχανείς εκείνας χώρας της Ασίας και της ανατολικής Ευρώπης, εξ ών, οιονεί τις πλήμμυρα βαρβαρική, επήλθεν επί το Ρωμαϊκόν κράτος και την λοιπήν Ευρώπην το πλήθος εκείνο των βαρβάρων επιδρομέων γενικήν εν τω πλείστω μέρει της Ευρώπης επενεγκόν αναστάτωσιν φυλών και εθνών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ
1. Οι Ούννοι.
Ως είπομεν, οι Γότθοι κατά τον 4 μ. Χ. αιώνα ώκουν εν τη Ανατολική Ευρώπη μέχρι του Τανάιδος ή Δων ποταμού. Όπισθεν τούτου και ανατολικώτερον μεταξύ του Δων και του νυν Βόλγα ποταμού ώκει φυλή τις ανάμικτος εκ Γερμανών και Σλαύων, η φυλή των Αλανών, όπισθεν δε και ανατολικώτερον τούτων μέχρι των ένδον της Ασίας ήσαν βάρβαροι λαοί άγνωστοι εις τον Ρωμαϊκόν κόσμον. Ούτως είχον τα πράγματα εν τη Ανατολική Ευρώπη ότε επί της βασιλείας του Ουάλεντος εν τη Ανατολή και του Ουαλεντινιανού εν τη Δύσει, περί το 374 μ. Χ., ήχησε δεινώς ανά παν το Ρωμαϊκόν κράτος και μεταξύ των εν τη μέση και Ανατολική Ευρώπη Γερμανικών και Σλαυικών λαών το φοβερόν όνομα των Ούννων. Διεδόθη πανταχού η φήμη ότι απ' ανατολών, εκ των πέραν του Τανάιδος και του Βόλγα χωρών, επήρχοντο στίφη βαρβάρων ειδεχθεστάτων την όψιν και αγριωτάτων τον βίον.
Στίφη Αλανών και Γότθων φευγόντων προς δυσμάς έμπροσθεν του εμφανισθέντος βαρβάρου λαού διέδιδον τας τρομακτικωτάτας περί αυτού ειδήσεις, μαρτυρούσας οίαν εντύπωσιν εις την φαντασίαν αυτών ενεποίουν οι νέοι βάρβαροι επιδρομείς της Ευρώπης. «Από των χιονοσκεπών ορέων της Ασίας εκυλίσθησαν απειράριθμα καταστρεπτικά, ακάθεκτα εν τη ορμή αυτών στίφη, μικράν ομοιότητα έχοντα προς ανθρώπους, αντί προσώπων έχοντα όγκον σαρκός, άνευ πώγωνος και μετά μικρών κοίλων οφθαλμών και πλατειών ρινών, αναστήματος βραχέος, όμοια προς δίποδα θηρία ή προς κορμούς ατελώς μεμορφωμένους, δυσειδέστατα τα σώμα, απεχθέστατα δ' εν τω τρόπω του ζην αλλ' ευκίνητα, οιονεί ιπτάμενα επί των ίππων αυτών». Περιεγράφοντο δε και υπό της προτρεχούσης αυτών φήμης και ως όντα λίαν αιμοχαρή, ως φονεύοντα δι' ακοντίων ευστοχότατα ριπτομένων και θυσιάζοντα τους αιχμαλώτους εις τους θεούς αυτών. Ελέγετο δε ότι τα ανθρωποειδή ταύτα όντα παρήχθησαν από μίξεως των κακών δαιμόνων της ερήμου μετά Σκυθίδων βακχίδων. {35} Βραδύτερον, ότε οι Ούννοι εγνωρίσθησαν εκ του σύνεγγυς υπό των Γερμανών και των Ρωμαίων και περιεγράφησαν ακριβέστερον και πραγματικώτερον, εγνώσθη ότι ήσαν λαοί ανθρωπολογικώς Μογγολικής καταγωγής, βαρβαρώτατοι τον βίον, ουδέν γινώσκοντες των στοιχειωδεστάτων βίου οπωσούν ανεπτυγμένου, ούτε κώμας οικούντες ούτε κατοικίας έχοντες άλλας πλην των ίππων και των σκηνών αυτών, ουδέν εκτιμώντες ούτε των υλικών αγαθών (χρυσόν, άργυρον), αλλά τα πάντα καταστρέφοντες διά πυρός και σιδήρου και την μεγίστην ηδονήν αισθανόμενοι εν τω φονεύειν ανθρώπους και καταστρέφειν έργα ανθρωπίνης τέχνης. Νεώτεραι δε συγκριτικαί ιστορικαί μελέται κατέστησαν πιθανωτάτην την γνώμην, ότι οι Ούννοι ούτοι ήσαν οι αρχαιότερον εν τοις Σινικοίς χρονικοίς αναφερόμενοι Χιογκνού, λαοί Μογγολικής καταγωγής οι πλανώμενοι εις τας προς βορράν της Κίνας αχανείς πεδιάδας της βορείου Ασίας, πολλάς και δεινοτάτας ποιούμενοι επιδρομάς εις τας Σινικάς χώρας, από δε του 2 μ. Χ. αιώνα εξαφανιζόμενοι εκ των ορίων της Κίνας, καταδιωκόμενοι υπ' άλλων βαρβάρων και μεταβαίνοντες εις τας βορειοδυτικάς υπέρ την Κασπίαν χώρας της Ασίας και διεσπαρμένοι εν ταις μέχρι του Βόλγα ερήμοις πεδιάσιν, οπόθεν τω 374 πιεζόμενοι υπό νέων πάλιν βαρβάρων διέβησαν τον Βόλγαν και εισέβαλον εις την χώραν των Αλανών. Οι Αλανοί τάχιστα κατεβλήθησαν υπό των απειραρίθμων Ουννικών στιφών και διαβάντες τον Τάναϊν εισήλθον εις τας χώρας των Ουστρογότθων. Αλλ' η θύελλα η Ουννική δεν εβράδυνε να ενσκήψη και ενταύθα. Οι Ουστρογότθοι γενναίως αντετάχθησαν υπό τον γηραιόν ηρωικόν βασιλέα αυτών Ερμάνριχον εναντίον των Ούννων, αλλ' ο μεν Ερμάνριχος εφονεύθη μαχόμενος γενναίως, οι δε Ούννοι προήλασαν ακάθεκτοι προς τα πρόσω καταλαμβάνοντες πάσας τας μέχρι Δανουβίου χώρας. Οι Ουστρογότθοι καταδιωκόμενοι ετράπησαν προς τον άνω Δανούβιον, εις τας νυν Ουγγρικάς και Αυστριακάς χώρας, οι δε Βησιγότθοι εζήτησαν, ως είπομεν, να διέλθωσι τον Δανούβιον και να προσφύγωσιν εις τας εντεύθεν του ποταμού χώρας του Ελληνορωμαϊκού κράτους και επί τούτω ητήσαντο την άδειαν του Ουάλεντος. Εν τω μεταξύ οι Ούννοι εξέτειναν τας εισβολάς αυτών προς βορράν μέχρι της Βαλτικής θαλάσσης καταλαβόντες πάσας τας ευρυτάτας χώρας της νυν νοτίας και μέσης Ρωσίας και αναγκάσαντες τους εν τη μέση Ρωσία οικούντας Σκυθικούς ή Σλαυικούς λαούς να επιπέσωσιν επί τους παρά την Βαλτικήν και τον Ουιστούλαν και τον Άλβιν Γερμανικούς λαούς. Τότε οι Γερμανικοί λαοί οι βορειότερον και ανατολικώτερον οικούντες επέπεσον επί τους νοτιώτερον και δυτικώτερον οικούντας Γερμανούς, ούτοι δε πάλιν επί τας χώρας τας δυτικάς του Ρωμαϊκού κράτους διαβάντες τας Άλπεις και τον Ρήνον, είτα δε και τα Πυρηναία. Και εντεύθεν ήρξατο κίνησις λαών δίκην κυμάτων φερομένων από των όχθων της Βαλτικής μέχρι της Ιταλίας, Γαλατίας, Ισπανίας και εντεύθεν μέχρι της Αφρικής και των ορίων της Αιγύπτου. Τα αποτελέσματα της μεγάλης ταύτης επ' άλληλα κινήσεως των Γερμανικών εθνών, ής αποτέλεσμα υπήρξεν η κατάλυσις του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει, θέλομεν εκθέσει βραδύτερον εν τω οικείω τόπω, νυν δε επανερχόμεθα εις την ιστορίαν του Ουάλεντος, εφ' ού το κύμα της μεταναστεύσεως των εθνών κατέκλυσεν εν μέρει και παροδικώς και την Ελληνικήν Ανατολήν.
2. Ο Ουάλης και οι Βησιγότθοι.
Επιδρομή αυτών
εις το κράτος.
Ο Ουάλης εις τους Βησιγότθους τους παρ' αυτού αιτουμένους να εγκαταστώσιν εντός των ορίων του κράτους επέτρεψε να οικήσωσιν εν τη μεταξύ του Δανουβίου και του Αίμου Κάτω Μοισία (νυν Βουλγαρία), αλλ' επί τω όρω να παραδώσωσι τα όπλα αυτών εις τας αυτοκρατορικάς αρχάς και να παράσχωσιν ως ομήρους μέρος των παίδων αυτών, οίτινες επέμφθησαν εις την Μικράν Ασίαν. Αλλ' οι αυτοκρατορικοί υπάλληλοι εξήγειραν μετ' ολίγον την σφοδράν αγανάκτησιν του βαρβάρου, αλλ' ανδρείου λαού, παρέχοντες αυτοίς επί τιμαίς βαρυτάταις τα προς το ζην. Επειδή δε δεν ήσαν εντελώς άοπλοι, διότι είχον κατορθώσει να κρύψωσι μέρος των οπλών αυτών, κατεσκεύασαν δε και άλλα εν τω τόπω, εν ώ εγκατέστησαν, εξηγέρθησαν ένοπλοι και ενισχυθέντες υπό νέων στιφών Γοτθικών ελθόντων εκ των πέραν του Δανουβίου, μεθ' ών ηνώθησαν καί τινα μεμονωμένα στίφη Αλανών και Ούννων, υπερέβησαν τον Αίμον και εξεχύθησαν εις την Θράκην. Ο Ουάλης επήλθε μετά στρατού κατά των βαρβάρων, αλλ' εν τη μάχη, ήν συνήψαν προς αυτόν ούτοι πλησίον της Αδριανουπόλεως (9 Αυγούστου 378 μ. Χ.), ηττήθη κατά κράτος ο Ουάλης, απολέσας τα δύο τρίτα του στρατού αυτού. Πληγωθείς δε και αυτός ο Ουάλης και αχθείς εις αχυρώνα τινα εκάη εντός αυτού υπό των πυρπολησάντων αυτόν βαρβάρων αγνοούντων την ενταύθα παρουσίαν του αυτοκράτορος. Και νυν πάσα η ύπαιθρος χώρα μέχρι Θεσσαλίας και Ηπείρου ευρίσκετο εις την διάκρισιν των βαρβάρων, ών την ορμήν ανέκοπτον μόνον τα τείχη και τα οχυρώματα των πόλεων. {37} Την Κωνσταντινούπολιν υπερήσπισε τότε επιτυχώς η χήρα αυτοκράτειρα, Δομνίκα διά μισθοφόρων Σαρακηνών (Αράβων) μεταπευφθέντων εξ Ασίας.
3. Ο αυτοκράτωρ Γρατιανός (376-383) και
ο Θεοδόσιος ο Μέγας (379-395 μ. Χ.).
Εν τω μεταξύ τον εν τη Δύσει δύο έτη προ του θανάτου του Ουάλεντος αποθανόντα αυτοκράτορα Ουαλεντινιανόν είχε διαδεχθή ο υιός αυτού Γρατιανός, μόλις το 16 της ηλικίας άγων έτος. Ο Γρατιανός ήτο, ως ο πατήρ αυτού, ορθόδοξος, δεν έδειξεν όμως την προς τους εθνικούς και προς τους ετεροδόξους Χριστιανούς υπό του Ουαλεντινιανού δειχθείσαν συνετήν μετριοπάθειαν και ανεξιθρησκείαν, αλλ' εν τω ζήλω αυτού υπέρ της ορθοδόξου Χριστιανικής πίστεως κατεδίωξεν αμφοτέρους. Καταλιπών δε την διοίκησιν της Ιταλίας εις τον ετεροθαλή αδελφόν αυτού Ουαλεντινιανόν, περιωρίσθη αυτός εις την διοίκησιν των κυρίως δυτικών χωρών υπερασπίζων αυτάς ως ο πατήρ αυτού εναντίον των από Γερμανίας βαρβαρικών επιδρομών. Ότε δε οι Βησιγότθοι εστράτευον εναντίον του θείου αυτού Ουάλεντος και εισέβαλλον εις την Θράκην, ο Γρατιανός παρεσκευάσθη ευθύς ίνα έλθη εις βοήθειαν του θείου αυτού, αλλ' εκωλύθη επί μικρόν ένεκα πολέμου τινός προς τους Αλαμαννούς, ούς ενίκησε λαμπρώς. Μετά την επελθούσαν εν Αδριανουπόλει καταστροφήν του Ουάλεντος ο Γρατιανός τοσούτω μάλλον εφρόντισε περί υπερασπίσεως της Ελληνικής χερσονήσου εναντίον των Βησιγότθων, όσον αι χώραι της χερσονήσου ταύτης, πλην της Θράκης, υπήγοντο εις το κράτος αυτού και ήσαν υπό την διοίκησιν του εν Ιταλία εδρεύοντος αδελφού αυτού Ουαλεντινιανού. Και νυν έπεμψεν ο Γρατιανός εις την Ανατολήν εναντίον των Βησιγότθων τον γενναίον, εξ Ιβηρίας καταγόμενον, στρατηγόν Θεοδόσιον δους αυτώ αξιόλογον στρατιωτικήν δύναμιν. Ο Θεοδόσιος ενίκησε τους Γότθους εν πολλαίς μάχαις· αλλ' η εντελής καθυπόταξις ή εξολόθρευσις των βαρβάρων τούτων ήτο έργον χαλεπώτατον, και διά τούτο μετά τετραετείς κατ' αυτών αγώνας έδωκεν αυτοίς ειρήνην επιεική (382 μ. Χ.). Επέτρεψε δηλονότι αυτοίς να οικήσωσι πάλιν εν Μοισία ως υπήκοοι του κράτους μετά τινος περιωρισμένης αυτονομίας, υποχρεούμενοι να συγκροτήσωσι στρατόν 40 χιλιάδων ανδρών υπηρετούντων υπό ιδίους αρχηγούς εν τω στρατώ του αυτοκράτορος. Ο στρατός ούτος καλούμενος τιμητικώς στρατός «συμμαχικός», «στρατός των φοιδεράτων» (Λατιν. foederati = σύμμαχοι), ήνου μεν την φυσικήν ανδρείαν των βαρβάρων προς την τέχνην την στρατιωτικήν των Ρωμαίων, και κατά τούτο υπό έποψιν καθαρώς στρατιωτικήν ήτο χρήσιμος, αλλ' ενταυτώ ήτο επικίνδυνος, ένεκα των προς αποστασίαν ροπών αυτού, ως απέδειξαν τούτο τα μετ' ολίγον συμβάντα. Τοιούτον υπήρξε το πρώτον μέρος των εν ταις Ελληνικαίς χώραις αποτελεσμάτων της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των Εθνών· αλλά τα επί Ουάλεντος και Θεοδοσίου γενόμενα, καίπερ μεγάλας επενεγκόντα καταστροφάς εις ουκ ολίγας χώρας Ελληνικάς, ήσαν έτι απλούν προοίμιον των μεγάλων εις τας χώρας ταύτας επιδρομών, αίτινες εγένοντο επί των διαδόχων του Θεοδοσίου. Αλλ', ενόσω εβασίλευεν ούτος, επεκράτει ησυχία τις μη διακοπείσα, μετά την μνημονευθείσαν προς τους Βησιγότθους ειρήνην μέχρι του θανάτου του βασιλέως.
Ο Θεοδόσιος, αφού ειρήνευσε την Ανατολήν εξωτερικώς, εζήτησε να δώση εις αυτήν και την εσωτερικήν ησυχίαν δι' ισχυράς και συνετής κυβερνήσεως. Και κατεδίωξε μεν ως ευσεβής και ζηλωτής χριστιανός την εθνικήν λατρείαν, απαγορεύσας επισήμως διά νόμου την τέλεσιν αυτής και διαλύσας τους συλλόγους των εθνικών ιερέων και διατάξας να κλεισθώσιν οι ναοί και να δημευθώσιν αι περιουσίαι αυτών· αλλ' οι διωγμοί ούτοι δεν υπήρξαν αιματηροί. Εξ άλλου ο Θεοδόσιος εν τω υπέρ της Χριστιανικής πίστεως ζήλω αυτού εφρόντισε να καταπαύση και τας εσωτερικάς εν τη χριστιανική Εκκλησία έριδας, αίτινες προήρχοντο από των έτι σωζομένων Αρειανών και Ημιαρειανών και από νέων αιρέσεων ή καινοτομιών δογματικών, ιδίως από της των Πνευματομάχων καλουμένων. Προς τον σκοπόν δε τούτον συνεκάλεσε, κατά το παράδειγμα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, Σύνοδον Οικουμενικήν εν Κωνσταντινουπόλει, την Β' Οικουμενικήν Σύνοδον (281 μ. Χ.). Η Σύνοδος αύτη συνεπλήρωσε το σύμβολον της Νικαίας ως προς τα αναφερόμενα εις το Άγιον Πνεύμα, εθέσπισε δε και πολλάς εις την διοίκησιν της Εκκλησίας αναγομένας διατάξεις. Ένεκα της τοιαύτης ευσεβούς προς την Εκκλησίαν αφοσιώσεως ο Θεοδόσιος εκλήθη, υπό των Χριστιανών ιδίως, Μέγας.
Καθ' όν χρόνον ο Θεοδόσιος αποκαθίστα εν τω ανατολικώ τμήματι, του Ρωμαϊκού κράτους την εξωτερικήν και την εσωτερικήν ειρήνην, εν τω δυτικώ τμήματι επήρχοντο σοβαραί ταραχαί εσωτερικαί. Ο νεαρός, αλλά γενναίος αυτοκράτωρ Γρατιανός ένεκα της μεγάλης αυτού προς τον στρατόν αυστηρότητος διήγειρε δυσαρεσκείας εν αυτώ, άς επωφεληθείς γενναίος τις εξ Ιβηρίας αξιωματικός Μάξιμος επανέστη εν Βρεττανία κατά του Γρατιανού αναγορευθείς αυτός υπό του στρατού αυτοκράτωρ. Ο Μάξιμος ευθύς μετά την αποστασίαν και την ανάρρησιν αυτού επήλθεν εναντίον του εν Γαλατία ευρισκομένου Γρατιανού, όστις εγκαταλειφθείς υπό του στρατού αυτού φεύγων εφονεύθη παρά το Λούγδουνον (την νυν Λυών) της Γαλατίας (383 μ. Χ.). Ο Θεοδόσιος ανεγνώρισεν εν αρχή, εξ ανάγκης, τον Μάξιμον ως αυτοκράτορα των δυτικών χωρών (Βρεττανίας, Γαλατίας και Ιβηρίας), υποχρεώσας αυτόν να αναγνωρίση την επί της Ιταλίας και της Αφρικής αρχήν του νεωτέρου αδελφού του Γρατιανού Ουαλεντινιανού Β' (ίδ. σ. 37)· αλλ' ότε ούτος επελθών και κατά της Ιταλίας και τρέψας εις φυγήν τον Ουαλεντινιανόν Β' κατέστη κύριος απάσης της Δύσεως, τότε ο Θεοδόσιος προσέδραμεν εις τα όπλα και επελθών κατά του τολμηρού σφετεριστού ενίκησεν αυτόν εν Παννονία (τη νυν Ουγγαρία, ως είρηται). Ο Μάξιμος φεύγων εφονεύθη εν τη Ιταλική πόλει Ακυληία (388 μ. Χ.). Ο νικηφόρος Θεοδόσιος γενναιοφρόνως νυν έδωκεν εις τον Ουαλεντινιανόν Β' πάσαν την αρχήν της Δύσεως. Αλλά μετ' ολίγον εφονεύθη ο Ουαλεντινιανός Β' υπό του εν τη Ρωμαϊκή στρατιωτική υπηρεσία ευρισκομένου Φράγκου Αρβογάστου, όστις αναγορεύσας αυτοκράτορα τον Ρωμαίον γραμματέα αυτού Ευγένιον ήθελεν αυτός πράγματι να άρχη εν ονόματι του νέου αυτοκράτορος (20) (392). Αλλ' ο Θεοδόσιος επελθών νυν κατά των νέων σφετεριστών ενίκησεν αυτούς ταχέως· και ο μεν Ευγένιος εθανατώθη υπ' αυτού του νικητού, ο δε Αραβόγαστος εφόνευσεν αυτός εαυτόν (394 μ. Χ.). Νυν ο Θεοδόσιος Α' ήνωσε σύμπαν το κράτος υπό το σκήπτρον αυτού. Αλλά μικρόν μόνον επέζησε τη τοιαύτη επιτυχία αποθανών μετά έν έτος (395 μ. Χ.) και καταλιπών την αρχήν εις τους δύο υιούς αυτού Αρκάδιον και Θεοδόσιον.
4. Αρκάδιος (395-408 μ. Χ.) και Θεοδόσιος
(395-423 μ. Χ.)
Κατά την υπ' αυτού του Θεοδοσίου Α' προ του θανάτου γενομένην διάταξιν ο μεν πρεσβύτερος των υιών Αρκάδιος έλαβε την κυβέρνησιν του ανατολικού τμήματος του κράτους, ο δε νεώτερος Θεοδόσιος έλαβε την κυβέρνησιν του δυτικού τμήματος του κράτους. Επειδή δε από του γεγονότος τούτου ουδέποτε σχεδόν ή εν παρόδω και επ' ολίγιστον μόνον χρόνον τα δύο τμήματα του κράτους ηνώθησαν υπό μίαν αρχήν και κυβέρνησιν, η υπό του Θεοδοσίου Α' γενομένη μεταξύ των δύο υιών αυτού διανομή του κράτους και η εις τον θρόνον του Βυζαντίου άνοδος του Αρκαδίου θεωρούνται συνήθως ως η πραγματική αρχή του Ελληνορωμαϊκού κράτους της Ανατολής, του δυτικού μένοντος Λατινικού (21). {40} Εις δε την υπό τοιαύτην έννοιαν αντίληψιν του γεγονότος συνετέλεσε και τούτο, ότι, ενώ εν τη προηγουμένη επί των υιών του Μεγάλου Κωνσταντίνου διαιρέσει του κράτους, ως και επί της μεταξύ του Ουαλεντινιανού και του Ουάλεντος, το ανατολικόν τμήμα του κράτους περιελάμβανεν εν Ευρώπη μόνον την Θράκην και την κάτω Μοισίαν, αι δε λοιπαί εν Ευρώπη Ελληνικαί χώραι ηνωμέναι διοικητικώς μετά της Ιταλίας υπήγοντο εις την Δύσιν νυν το του Αρκαδίου κράτος περιελάμβανε και πάσας τας εν Ευρώπη Ελληνικάς χώρας, ως τούτο εγένετο και κατά την επί του Γρατιανού ανάρρησιν του Θεοδοσίου Α' ως αυτοκράτορος της Ανατολής (379 μ. Χ.) (22). Αλλ' όμως και μετά την επί των δύο παίδων του Θεοδοσίου Α' διαίρεσιν του κράτους, η εσωτερική πολιτική ενότης μεταξύ των δύο τμημάτων του Ρωμαϊκού κράτους υφίστατο έτι επί ικανόν χρόνον, και το Ελληνικόν κράτος της Ανατολής δεν εχωρίζετο αποτόμως από του Λατινικού της Δύσεως· αλλ' αμφότερα εθεωρούντο έτι αποτελούντα έν κατ' ουσίαν Ρωμαϊκόν κράτος, αν και δεν έλειπον και έριδες και αντιζηλίαι μεταξύ των αυτοκρατορικών αυλών και των πολιτικών ανδρών των δύο κρατών.
Επί του Αρκαδίου του ανελθόντος εις τον θρόνον κατά το 18 έτος της ηλικίας αυτού, ένεκα της απειρίας του νεαρού βασιλέως και της ανικανότητος και της φαυλότητος των συμβούλων αυτού πολλαί επήλθαν συμφοραί εις το κράτος το ανατολικόν. Μόλις απέθανεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 395 μ. Χ. ο Θεοδόσιος Α' ή Μέγας, όστις διά της δυνάμεως και ενεργείας και της φρονήσεως αυτού είχεν ειρηνεύσει τους Βησιγότθους, επανέστησαν ούτοι κατά της Κυβερνήσεως του Αρκαδίου και καταστήσαντες αρχηγόν αυτών άνδρα τινά εκ των παρ' αυτοίς αρχαίων ηρωικών γενών, τον βάρβαρον, αλλά γενναίον και ηρωικόν Αλάριχον, εισήλασαν ορμητικώς εις τας εντεύθεν του Αίμου επαρχίας του κράτους (396). Και αφού εν Θράκη προήλασαν μέχρι των τειχών αυτών της Κωνσταντινουπόλεως, εστράφησαν είτα προς νότον αρπάζοντες και λεηλατούντες πάσαν την χώραν και προυχώρησαν μέχρι της Πελοποννήσου. Αι Θερμοπύλαι ένεκα προδοσίας κατελείφθησαν ανυπεράσπιστοι, οι δε Βησιγότθοι και ο Αλάριχος κατέλαβον και τας Αθήνας και ελεηλάτησαν αυτάς. Οι Βησιγότθοι ήσαν, καθώς είπομεν, Χριστιανοί αρειανοί εξ ίσου μισούντες και τους εθνικούς και τους ορθοδόξους Χριστιανούς· ως δε Χριστιανοί φανατικοί αγόμενοι υπό ιερέων φανατικών αρειανών επέφερον καταστροφάς και εις τα μνημεία της αρχαίας Ελληνικής τέχνης και λατρείας. Και δεν έβλαψαν μεν εν Αθήναις τα μνημεία της τέχνης ως φαίνεται, αλλά κατά την εις Πελοπόννησον προέλασιν αυτών κατέστρεψαν εν Ελευσίνι τον σεβάσμιον ενταύθα ναόν της Δήμητρος, εφόνευσαν δε και τον τελευταίον ιεροφάντην των Ελευσινίων μυστηρίων (23). Και εις Πελοπόννησον δε εισβαλόντες μεγίστας επήνεγκον ενταύθα καταστροφάς πόλεων αρχαίων και ιερών αλλοιώσαντες την όψιν της αρχαίας ταύτης Ελληνικής χώρας και επαγαγόντες την παρακμήν του ενταύθα Ελληνικού βίου.
Απέναντι της φοβεράς ταύτης εις τας αρχαιοτάτας κοιτίδας του Ελληνικού και Ευρωπαϊκού πολιτισμού βαρβαρικής επιδρομής οι εν Κωνσταντινουπόλει σύμβουλοι του Αρκαδίου ερίζοντες και επιβουλεύοντες αλλήλοις ουδόλως ειργάζοντο σπουδαίως προς απόκρουσιν των επιδρομέων. Ο στρατός του κράτους συνέκειτο τότε κυρίως από μισθοφόρων βαρβάρων Γερμανών, εν οίς το κυριώτατον μέρος απετέλουν πάλιν, οι Γότθοι. Ούτοι δ' απετέλουν και τον συμμαχικόν, ως είπομεν, στρατόν των φοιδεράτων. Και οι Γότθοι δε ούτοι εστασίαζον προς τους εν Κωνσταντινουπόλει κυβερνώντας, καθ' όν χρόνον, ο Αλάριχος διέτρεχε λεηλατών τας Ευρωπαϊκάς χώρας του Κράτους. Κατά τους χρόνους τούτους και οι Ούννοι εισέβαλλον εις την Μικράν Ασίαν εισερχόμενοι από της Ανατολικής Ευρώπης διά των στενών του Καυκάσου (των Κασπίων Πυλών). Και οι Γότθοι δε οι πεμπόμενοι προς άμυναν της Μ. Ασίας εναντίον των Ούννων εστασίασαν και ούτοι. Εν τοιαύτη οικτρά καταστάσει ευρισκομένων των πραγμάτων, ως σωτήρ του κράτους παρέστη ο βάρβαρος (Βανδήλος), αλλ' ισχυρός και συνετός και χρηστός σύμβουλος του εν τη Δύσει αυτοκράτορος Ονωρίου, ο διοικών νυν ισχυρώς τα του Δυτικού κράτους, ο Στελίχων, μεγάλας κεκτημένος στρατιωτικάς αρετάς. Ευθύς ως ήλθεν ούτος εις Πελοπόννησον μετά στόλου και στρατού και επήλθε κατά του εν Αρκαδία τότε ευρισκομένου Αλαρίχου, εις τοιαύτην εντός σμικρού περιήγαγε τούτον αμηχανίαν εν τοις όρεσι τοις Αρκαδίας (εν Φολόη) ώστε μόλις εσώθη από ολοσχερούς καταστροφής φεύγων μετά σπουδής διά του Ρίου εις την Αιτωλίαν και εκείθεν εις την Ηπειρον καταδιωκόμενος, υπό του Στελίχωνος. Αλλά νυν σωτήρες του Αλαρίχου εγένοντο οι εν Κωνσταντινουπόλει σύμβουλοι του Αρκαδίου. {42} Φθονούντες ούτοι την δόξαν και την δύναμιν του Στελίχωνος και φοβούμενοι την ανάμιξιν αυτού εις τα πράγματα του Ανατολικού κράτους, διώρισαν τον Αλάριχον διοικητήν και αρχιστράτηγον του Ιλλυρικού, ήτοι πασών των εν Ευρώπη (πλην της Θράκης και της κάτω Μοισίας) Ελληνικών χωρών (24). Τότε ο Αλάριχος ανοίξας τα εν ταις χώραις ταύταις οπλοστάσια του κράτους και οπλίσας διά των όπλων των Ρωμαϊκών τους Γότθους αυτού, επήλθε διά της Ιλλυρίας εναντίον της Ιταλίας και εισήλασεν εις την άνω Ιταλίαν (400-402 μ. Χ.), και ηττήθη μεν υπό του Στελίχωνος εν Πολλεντία (403 μ. Χ.), αλλ' ήτο έτι τοσούτον φοβερός, ώστε μόνον διά χρημάτων απεχώρησε της Ιταλίας και επανήλθεν εις την Ιλλυρίαν. Και η μεν Ιταλία εσώθη ούτως επί μικρόν από της Γοτθικής επιδρομής, αλλά το γεγονός μόνον τούτο της εις Ιταλίαν εισβολής του Αλαρίχου μεγάλας επήνεγκε μεταβολάς εν απάση τη Δύσει, συνδυαζόμενον μετά της εκτεθείσης ήδη Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών της αρξαμένης από της Ουννικής εις την Ευρώπην επιδρομής.