5. Η Μεγάλη Μετανάστευσις των λαών
εκτεινομένη εις την Δύσιν.
Ο Στελίχων, ίνα δυνηθή ν' αποκρούση τον Αλάριχον από της Ιταλίας, είχε καλέσει εις την χώραν ταύτην πάντα τα εκτός αυτής πέραν των Άλπεων εν Γαλατία, Ιβηρία και Βρεττανία Ρωμαϊκά στρατεύματα. Ούτω δε άπαν το δυτικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους εκτός της Ιταλίας αφίετο ανυπεράσπιστον εις την διάκρισιν των βαρβάρων (Γερμανικών δηλονότι) λαών, οίτινες καταλαβόντες νυν οριστικώς ταύτας κατέλυσαν εν τη Δύσει κατ' ουσίαν το Ρωμαϊκόν κράτος το εκτός της Ιταλίας. Οι βάρβαροι ούτοι απ' αιώνων ήδη εποιούντο επιδρομάς εις τας δυτικάς χώρας του Ρωμαϊκού κράτους, αλλά δεν επέφερον την διάλυσιν του κράτους εν τοις χώραις ταύταις, διότι δεν εγκαθίσταντο εν αυταίς, αλλά μετά τας λεηλασίας και τας παροδικάς καταστροφάς, άς επέφερον, επέστρεφον εις τας πατρίδας αυτών· οσάκις δέ τινες των λαών τούτων επεχείρουν να καταλάβωσι χώρας Ρωμαϊκάς, ως οι Φράγκοι και οι Αλαμαννοί (οι επί των αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Κωνσταντίου και επί του Ιουλιανού εισβάλλοντες συνεχώς εις την Γαλατίαν) απεκρούοντο υπό των Ρωμαϊκών λεγεώνων. Αλλά νυν Ρωμαϊκοί μεν λεγεώνες δεν υπήρχον πλέον, οι δε βάρβαροι πιεζόμενοι υπ' αλλήλων ηναγκάζοντο να εγκαταστώσιν εν ταις Ρωμαϊκαίς χώραις. Καθώς είπομεν, οι εις την ανατολικήν Ευρώπην από του 374 εισβαλόντες και πάσας τας από του Καυκάσου και της Κασπίας και του Ευξείνου μέχρι της Βαλτικής θαλάσσης και του κάτω Δανουβίου χώρας καταλαβόντες Ούννοι ηνάγκασαν πολλούς Σλαυικούς λαούς, ιδίως τους λεγομένους Σαρμάτας (ή Βένδους), να εισβάλωσιν εις τας Γερμανικάς χώρας και ν' απώσωσι δυτικώτερον και νοτιώτερον πολλούς Γερμανικούς λαούς. Τω 405 μ. Χ., έν έτος μετά την από της Άνω Ιταλίας αποχώρησιν του Αλαρίχου, πλήθος βαρβάρων Γερμανών (Σουήβων, Βανδήλων, Βουργουνδίων, Αλανών) εν οίς πλείονες των 200 χιλιάδων υπήρχον μαχηταί, υπό την αρχηγίαν Ροδογαΐσου τινός εισήλασαν εις την Ιταλίαν, εμβαλόντες εις την Ρώμην μείζονα τρόμον ή ο Αλάριχος. Τότε δε ο Στελίχων ανεδείχθη αύθις σωτήρ της Ιταλίας και της Ρώμης κατανικήσας τους βαρβάρους διά των εν Ιταλία λεγεωνών εν Φαισούλαις φονευθέντος και του Ραδαγαΐσου. Αλλά τα λείψανα των ηττηθέντων βαρβαρικών στιφών υπερβάντα αύθις τας Άλπεις ηνώθησαν μετ' άλλων πολλών βαρβάρων και διέβησαν τον Ρήνον (την τελευταίαν ημέραν του αυτού έτους 405 μ. Χ.) και εισέβαλον εις την Γαλατίαν. Και άλλοι μεν των βαρβάρων τούτων εγκατέστησαν εν αυτή τη Γαλατία τη νοτιοδυτική ως οι Βουργούνδιοι ών το όνομα διετηρήθη μέχρι νυν εν τη απ' αυτών Bourguignon κληθείση χώρα της Γαλλίας), άλλοι δε, ως οι Σουήβοι, Βανδήλοι και Αλανοί, διαβάντες τα αφρούρητα στενά των Πυρηναίων εισέβαλον εις την Ιβηρίαν και, αφού δεινώς ελεηλάτησαν αυτήν κατά μήκος και πλάτος, ενήργησαν είδος τι διανομής της χερσονήσου εν εαυτοίς. Ταυτοχρόνως άλλοι Γερμανικοί λαοί, οι Αλαμαννοί, κατέλαβον το πλείστον της νυν Ελβετίας και την Αλσατίαν, και οι Φράγκοι εγκατέστησαν οριστικώς εν τη βορειανατολική Γαλατία. Και η Βρεττανία δε, ήτις από των χρόνων τούτων εγκατελείφθη υπό της Ρώμης, ανακληθέντων των εν αυτή λεγεώνων, εξετίθετο εις δεινάς επιδρομάς των από Βορρά (από της Σκωτίας) ληστρικώς εισβαλλόντων εις την χώραν Πίκτων και Σκώτων, εωσού οι κάτοικοι εν τη απογνώσει αυτών εκάλεσαν εις βοήθειαν αυτών τον εν ταις ακταίς της Γερμανικής θαλάσσης εγκαταστάντα τότε βάρβαρον λαόν των Άγγλων ή Αγγλοσαξόνων. Ούτοι διέβησαν τω 449 μ. Χ. εις την Βρεττανίαν υπό τους δύο αρχηγούς αυτών Έγκιστον και Όρσαν, και αφού εξεδίωξαν της χώρας τους ειρημένους Πίκτους και Σκώτους, εγένοντο αυτοί κύριοι της χώρας εξολοθρεύσαντες διά μαχαίρας τους Βρεττανούς, ών μικρά λείψανα εσώθησαν μέχρι νυν εν ταις απροσίτοις ορειναίς χώραις της Ουαλλίας και Κορνουαλλίας.
Ούτω λοιπόν από των αρχών ήδη του 5 μ. Χ. αιώνος το Ρωμαϊκόν κράτος περιωρίσθη εν τη Δύσει σχεδόν εις μόνην την Ιταλίαν, καταλυθέν πράγματι εν πάσαις ταις λοιπαίς χώραις ή ως σκιά μόνον διατηρούμενον έν τισι γωνίαις υπό τινων επάρχων και στρατηγών. Αλλά και η Ιταλία, ής χάριν πάσαι αι άλλαι χώραι της Δύσεως εγκατελείφθησαν εις την τύχην αυτών, ουχί πολύ μετά την καταστροφήν των υπό τον Ροδογαΐσον εισβαλόντων βαρβάρων εις νέαν υπέκυψε βαρβαρικήν επιδρομήν κινδυνεύσασα νυν να καταληφθή ολόκληρος υπό βαρβάρων. Αφού τω 403 ο Αλάριχος και μετά την ήτταν αυτού φοβερός μένων απεχώρησε διά χρημάτων της χερσονήσου, ο Στελίχων, ο σωτήρ γενόμενος τότε της Ιταλίας, διεβλήθη υπό των φθονούντων την δόξαν αυτού αθλίων αυλικών συμβούλων ότι αυτός δήθεν είχε καλέσει εις Ιταλίαν τον Αλάριχον και ότι διά της ανακλήσεως των λεγεώνων εγένετο αίτιος να καταληφθώσιν υπό βαρβάρων αι πέραν των Άλπεων χώραι. Ο ασθενής το πνεύμα Ονώριος, ούτινος και κηδεμών εγένετο ο Στελίχων και συγγενής ήτο στενώτατος (έχων σύζυγον την εξαδέλφην του Ονωρίου και θετήν θυγατέρα του Θεοδοσίου Α' Σερήναν), δους πίστιν εις τας διαβολάς ταύτας, συνήνεσεν εκών άκων εις τον φόνον του ανδρός τούτου τελεσθέντα εν Ραβέννη μετ' ασεβούς παρασπονδίας (408 μ. Χ.), αφού ο εις τον ναόν ως εις άσυλον καταφυγών ανήρ παρεδόθη επί τη υποσχέσει της ασφαλείας της ζωής αυτού. Αλλ' ο φόνος ούτος ακριβώς έδωκεν αφορμήν εις τον Αλάριχον να εισβάλη αύθις από της Ιλλυρίας εις την Ιταλίαν (25). Αλλά νυν ο Αλάριχος επήλθεν απ' ευθείας εναντίον της Ρώμης, διότι δεν υπήρχε πλέον ανήρ οίος ο Στελίχων ίνα επίσχη την πορείαν αυτού. Η υπερήφανος τότε κοσμοκράτειρα πόλις, ήτις μετά την υπό των Γαλατών άλωσιν του 389 π. Χ. ουδέποτε είχεν ιδεί πολέμιον προ των τειχών αυτής, πλην του άπαξ παροδικώς εμφανισθέντος (τω 311 π. Χ.) προ των πυλών της πόλεως, αλλ' ουδέν επιχειρήσαντος κατ' αυτής Αννίβου, έβλεπε νυν τον σύμμικτον από Γότθων, Ούννων και άλλων παντοίων βαρβάρων στρατόν του Αλαρίχου περικυκλούντα τον περίβολον αυτής. Η πείνα και ο λοιμός και η ανανδρία των κατοίκων (ών ο πληθυσμός κατά τινας υπολογισμούς υπερέβαινε τότε το εκατομμύριον) έπεισαν την βουλήν να διαπραγματευθή προς τον Αλάριχον και να εξαγοράση την αποχώρησιν αυτού διά παροχής 5 χιλ. λιτρών χρυσίου και 30 χιλ. λιτρών αργύρου και πολλών πολυτίμων πραγμάτων. Αλλ' ο ονόματι αυτοκράτωρ Ονώριος, όστις δεν ήδρευεν εν Ρώμη από φόβου, αλλ' εκρύπτετο εν τη οχυρά ένεκα των περί αυτήν ελών απροσίτω παρά τον Αδρίαν παραλία πόλει Ραβέννη, ηρνήθη να επικυρώση την σύμβασιν. Τούτο καί τινες άλλαι απιστίαι των εν Ραβέννη ηνάγκασαν τον Αλάριχον να επέλθη αύθις εναντίον της Ρώμης, αφού ουδέν κατώρθωσεν επελθών μετά του στρατού αυτού εναντίον της Ραβέννης. Η Ρώμη ταχέως εκυριεύθη νυν (410) υπό των Γότθων και εδόθη εις τριήμερον λεηλασίαν, μεθ' ό ο Αλάριχος καταλιπών την πόλιν ταύτην μετέβη μετά της απείρου λείας αυτού εις την Κάτω Ιταλίαν, δηών και καταστρέφων, αρπάζων και λεηλατών καθ' οδόν πάσας τας Ιταλικάς χώρας. Εν τη Κάτω Ιταλία γενόμενος κατεσκεύασε στόλον παρασκευαζόμενος να μεταβή εις Σικελίαν, είτα δε να υποτάξη και την απέναντι κειμένην Αφρικήν, ίνα ούτως ιδρύση μέγα και ισχυρόν Βησιγοτθικόν κράτος εν Ιταλία. Αλλ' εν μέσω των βουλευμάτων αυτού τούτων αφήρπασεν αυτόν ο θάνατος εν Καλαβρία το αυτό της αλώσεως της Ρώμης έτος (410 μ. Χ.).
Ο διαδεξάμενος τον Αλάριχον ως αρχηγός των Βησιγότθων γυναικάδελφος αυτού Ατάουλφος (ή Αδόλφος) ειρηνεύσας προς τους Ρωμαίους απεχώρησε της Ιταλίας μετά των Γότθων αυτού (412 μ. Χ.), ίνα, ανακτώμενος πέραν των Άλπεων εν Γαλατία όσας ήθελε δυνηθή χώρας από των νεωστί κατακτησαμένων τας χώρας ταύτας βαρβάρων, εγκαταστήση αυτόθι τους Γότθους αυτού, αναγνωριζόμενος υπό του αυτοκράτορος Ονωρίου ως νόμιμος κύριος των χωρών τούτων (26). Προς τούτοις ο Ονώριος συνήνεσεν ίνα η εν τη εξουσία των Γότθων ευρισκομένη αδελφή αυτού Πλακιδία συνάψη γάμον μετά του Αταούλφου τελεσθέντα μεγαλοπρεπώς εν Ναρβόννη της Γαλατίας (414) . Προς τούτοις ο Ονώριος συνήνεσεν ίνα η εν τη εξουσία των Γότθων ευρισκομένη αδελφή αυτού Πλακιδία συνάψη γάμον μετά του Αταούλφου τελεσθέντα μεγαλοπρεπώς εν Ναρβόννη της Γαλατίας (414) (27). Ο Ατάουλφος και οι Βησιγότθοι αυτού εγκατέστησαν πράγματι εν τη υπ' αυτών κατακτηθείση νοτίω Γαλατία, ένθα ίδρυσαν κράτος Βησιγοτθικόν, όπερ μετ' ολίγον εξετάθη και πέραν των Πυρηναίων εν Ισπανία. Τοιούτον τέλος έλαβεν εν Ανατολή και εν τη Δύσει η μεγάλη Γοτθική επιδρομή, η διαρκέσασα 16 έτη. Η επιδρομή αύτη, μεθ' όλας τας μεγάλας καταστροφάς, άς επήνεγκεν εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας, κατέλιπεν εν τω όλω άθικτον το Ανατολικόν κράτος, ενώ εν τη Δύσει επήνεγκεν εμμέσως την εκτός της Ιταλίας κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους και την υπό βαρβάρων άλωσιν της τότε κοσμοκρατείρας Ρώμης. Όμως και η Ρώμη και η Ιταλία ως λείψανα του μεγάλου εν τη Δύσει Ρωμαϊκού κράτους εξηκολούθησαν έτι παλαίουσαι εν αγωνία αλγεινή επί 65 περίπου έτη, ίνα διατηρήσωσι σκιάν τινα της αρχής ταύτης. Ο Ονώριος ο βασιλεύων εν μέσω της δεινής ταύτης θυέλλης των βαρβαρικών επιδρομών ετελεύτησε τω 523 μ. Χ. εν Ραβέννη καταλιπών την αρχήν, συναινέσει του εν Ανατολή αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β', εις τον ανεψιόν αυτού (υιόν της Πλακιδίας από του δευτέρου γάμου αυτής μετά του Κωνσταντίου) Ουαλεντινιανόν.
6. Τα εν Ανατολή επί του Αρκαδίου.
Πολύ προ του Ονωρίου ετελεύτησεν εν Ανατολή τω 408 μ. Χ. ο αδελφός αυτού Αρκάδιος. Ο Αρκάδιος, και αφού διά του Στελίχωνος απεσοβήθη ο από του Αλαρίχου και των Γότθων κίνδυνος, εξηκολούθει κυβερνών εν Ανατολή ασθενώς καταλείπων τα πάντα εις τας χείρας των υπουργών αυτού, οίτινες ήσαν άνθρωποι φαύλοι και ηθικώς διεφθαρμένοι. Τούτων ο μεν Ρουφίνος (Γαλάτης εκρωμαϊσθείς) εφονεύθη κατά την του Αλαρίχου εκδρομήν υπό του Γότθου Γαϊνά, του αρχηγού των εν τη υπηρεσία του κράτους Γότθων μισθοφόρων, η δε πραγματική εξουσία περιήλθε τότε εις τον Γαϊνάν και εις τον φαύλον και τυραννικόν Ευτρόπιον. Αλλά και ούτος περιελθών εις έριδα προς τον Γαϊνάν κατεδιώχθη υπ' αυτού και κατέφυγεν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας ως εις άσυλον (28). Το δε γεγονός τούτο έδωκεν αφορμήν εις τον τότε μέγαν πατέρα της Εκκλησίας τον αρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννην Χρυσόστομον, ν' απαγγείλη εν τη περιστάσει ταύτη ένα των λαμπροτάτων αυτού λόγων, τον «Εις Ευτρόπιον» επιγραφόμενον. Εν τούτω αντιπαραβάλλων ο θείος πατήρ την θέσιν εις ήν περιήλθε νυν ο άνθρωπος ούτος προς την τέως κατεχομένην θέσιν του παντοδυνάμου υπουργού, παριστά ζωηρότατα το μάταιον παντός μεγαλείου ανθρωπίνου μη στηριζομένου επί αρετής, θέμα του λόγου λαβών τα του Εκκλησιαστού «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης». Όμως ο Ι. Χρυσόστομος, ο πικρότατα ελέγξας τον Ευτρόπιον, δεν επέτρεψε την παράδωσιν του Ευτροπίου ειμή επί ρητή υποσχέσει ότι δεν έμελλε να φονευθή. Αληθώς δε ο Ευτρόπιος παραδοθείς νυν εις τον διώκτην αυτού εξωρίσθη εις Κύπρον· οπόθεν βραδύτερον επαναχθείς εις Κωνσταντινούπολιν εφονεύθη εν Χαλκηδόνι.
Μετά δε τον φόνον και του Γαϊνά ως σύμβουλος του Αρκαδίου εν ονόματι αυτού ήρχεν η αγέρωχος βασίλισσα Ευδοξία, θυγάτηρ ισχυρού τινος Φράγκου εν τη υπηρεσία του κράτους ευρισκομένου, προκαλέσασα διά της τυραννίας και της ασεβείας αυτής την διά σφοδρών λόγων του I. Χρυσοστόμου κατ' αυτής εκδηλουμένην αντιπολίτευσιν. Ήτο δε αληθώς ηθικώς παρήγορον γεγονός ότι εν μέσω της αθλίας καταστάσεως της επικρατούσης τότε εν Κωνσταντινουπόλει και εν τη Κυβερνήσει, ένθα άνθρωποι ηθικώς φαύλοι και τυραννικοί και άρπαγες διείπον τα του Κράτους, βάρβαροι δε αρχηγοί βαρβάρων μισθοφόρων ήσαν οι επιτετραμμένοι την άμυναν του Κράτους εναντίον άλλων βαρβάρων, Γότθων εν Ευρώπη, Ούννων και Ισαύρων (29) εν Μικρά Ασία, μόνη δύναμις ηθική εν τω Κράτει η συνέχουσα αυτό ήτο η Χριστιανική Εκκλησία και οι επιφανείς αρχηγοί αυτής, εν οίς κατά τους χρόνους τούτους την πρωτίστην και επιφανεστάτην θέσιν κατέχει ο Ιωάννης Χρυσόστομος. Ούτος μόνον διά των αυστηρών Χριστιανικών αυτού αρετών, διά της θαυμασίας ευγλωττίας και διά της ατρομήτου παρρησίας, μεθ' ής ήλεγχε τους άρχοντας και αυτήν την Ευδοξίαν, επέβαλλε το κράτος του λόγου αυτού εις πάντας και εις αυτόν τον Γαϊνάν και εις τους βαρβάρους αυτού. Αλλά και ο μέγας ούτος ανήρ ένεκα της τόλμης και της παρρησίας, μεθ' ής ήλεγχε τας πράξεις των κυβερνώντων και αυτής της βασιλίσσης, διήγειρε καθ' εαυτού το σφοδρόν μίσος της Ευδοξίας. Αύτη δε συνεννοηθείσα μετά ιεραρχών τινων φθονούντων την δύναμιν και την δόξαν του Ιωάννου ενήργησε την από του θρόνου απομάκρυνσιν και εξορίαν του ανδρός. Ο λαός της πρωτευούσης σφόδρα ταραχθείς επί τούτω επέτυχε την ταχείαν επάνοδον του μεγάλου ιεράρχου. Αλλά νέαι επιβουλαί νέαν επήνεγκον του ανδρός εξορίαν εις τας εσχατιάς της Μικράς Ασίας, εν ή εξορία μετά πολλάς κακοπαθείας ετελεύτησεν (εν Κομάνοις του Πόντου) ο μέγας ούτος πατήρ της Εκκλησίας και γενναιότατος της αληθείας μάρτυς. {48} Ο δε βασιλεύς Αρκάδιος, κατ' όνομα μόνον βασιλεύων εν μέσω των θυελλωδών τούτων χρόνων, ετελεύτησε τω 408 μ. Χ., μετά 13 ετών βασιλείαν καταλιπών τον θρόνον εις τον υιόν αυτού Θεοδόσιον Β'.
7. Θεοδόσιος Β' ο επικαλούμενος
Μικρός (408-450 μ. Χ.) και η Πουλχερία και
Μαρκιανός (450-457). Ουαλεντινιανός Γ' (423-453 μ. Χ.)
Ο Θεοδόσιος ανήλθεν εις τον θρόνον το όγδοον της ηλικίας άγων έτος, διετέλεσε δε υπό την κηδεμονίαν εν αρχή μεν (μέχρι του 414 μ. Χ.) του χρηστού πολιτικού ανδρός Ανθεμίου, είτα δε (κατά το 14 έτος της ηλικίας αυτού) της κατά δύο έτη μόνον πρεσβυτέρας, αλλά ισχυράς τω πνεύματι αδελφής αυτού Πουλχερίας, ήτις είναι η πρώτη γυνή η διευθύνουσα εν τω Ρωμαϊκώ κράτει επισήμως την υπερτάτην αρχήν. Ο Θεοδόσιος τη συστάσει της αδελφής αυτού ενυμφεύθη γυναίκα εξ Αθηνών καταγομένην, την θυγατέρα του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου Αθηναΐδα, ήτις γενομένη Χριστιανή μετωνομάσθη Ευδοκία. Και υπήρξε μεν γυνή και βασίλισσα αγαθή, πεπαιδευμένη και λίαν ευεργετική, αλλά δεν υπήρξε μέχρι τέλους ευτυχής, διότι εγκατελείφθη υπό του Θεοδοσίου περιπεσούσα εις την δυσμένειαν της παντοδυνάμου παρά τω αδελφώ Πουλχερίας. Επί της μακράς βασιλείας του Θεοδοσίου, αν και η καθόλου ταραχώδης κατάστασις των εξωτερικών πραγμάτων εξηκολούθει έτι, ιδίως εν Ευρώπη, ουχ ήττον ένεκα της συνετής κυβερνήσεως της Πουλχερίας ου μικρά επήλθε βελτίωσις, μάλιστα εν Ασία. Και πρώτον κατέπαυσαν ενταύθα αι των Ούννων διά Καυκάσου γενόμεναι εις την Μικράν Ασίαν εισβολαί, ωσαύτως δε αι ληστρικαί εν τη χώρα ταύτη επιδρομαί των Ισαύρων. Πόλεμός τις εναντίον της Περσίας κηρυχθείς τω 420 διά τον τότε υπό του Ισδεγέρδου Α' γενόμενον εν Περσία κατά των Χριστιανών διωγμόν επερατώθη νικηφόρος τω 423 διά της γενναιότητος των βαρβάρων Γερμανών πολεμαρχών. {49} Έπειτα το Κράτος εμεγαλύνθη εν Ασία κατά την εξωτερικήν έκτασιν διά της ειρηνικώς τελεσθείσης μεταξύ αυτού και του Περσικού Κράτους διανομής της Αρμενίας (εκλιπούσης ενταύθα κατά τους χρόνους τούτους της από 4 αιώνων αρχούσης της χώρας δυναστείας των Αρσακιδών (30)). Επί του Θεοδοσίου Β' ανεφύη και νέα εν τη Εκκλησία αίρεσις των «Νεστοριανών», ούτω κληθείσα υπό του αρχηγού αυτής Νεστορίου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, διδάσκουσα μέχρι τινός υπό τύπον νέον τα δόγματα των Αρειανών. Αλλά την ούτως επελθούσαν νέαν διατάραξιν της θρησκευτικής ειρήνης κατέπαυσεν η Πουλχερία, ενεργήσασα εν τω ευσεβεί αυτής ζήλω σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου εν Εφέσω (430 μ. Χ.). Η Σύνοδος αύτη, ήτις είναι η Γ' Οικουμενική Σύνοδος, κατεδίκασε την διδασκαλίαν του Νεστορίου, όστις καθηρέθη νυν και εξωρίσθη. Προς τούτοις επί του Θεοδοσίου Β' εγένετο μεγάλη Συλλογή των μέχρι αυτού εκδοθέντων νόμων και εξεδόθη ο Θεοδοσιανός λεγόμενος Κώδιξ.
Αλλ' εν μέσω των ειρηνικών τούτων έργων της βασιλείας του Θεοδοσίου Β' ενέσκηψεν από βορρά νέος εν Ευρώπη κατά του Κράτους φοβερός κίνδυνος ένεκα της εμφανίσεως νέου και μεγάλου βαρβάρου επιδρομέως και κατακτητού ηγεμόνος, όστις ην ο των Ούννων ηγεμών Αττίλας.
8. Ο Αττίλας και οι Ούννοι.
Είδομεν ότι οι εξ Ασίας επί της βασιλείας του Ουάλεντος εισβαλόντες εις την Ευρώπην Ούννοι διεσπάρησαν καθ' όλην την ευρυτάτην έκτασιν των χωρών της ανατολικής Ευρώπης των αποτελουσών το πλείστον της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας, διηρημένοι εις διαφόρους φυλάς διατελούσας υπό ιδίους φυλάρχους. Είδομεν προσέτι ποίαι και πόσαι μεγάλαι μεταβολαί επήλθον εις το Ρωμαϊκόν κράτος, ιδίως εν τη Δύσει, και εν αυτοίς τοις βαρβάροις λαοίς της μέσης Ευρώπης, κατ' ακολουθίαν της Ουννικής επιδρομής. Ταύτα πάντα ήσαν έτι έμμεσα αποτελέσματα της μεγάλης επιδρομής, προελθόντα εκ της εναντίον αλλήλων και εναντίον του Ρωμαϊκού κράτους μετακινήσεως των Σλαυικών και των Γερμανικών λαών, των εκδιωχθέντων υπό των Ούννων εκ της ανατολικής Ευρώπης. Διότι αι Ουννικαί φυλαί, αι εισβαλούσαι εις την ανατολικήν Ευρώπην από του 374 μ. Χ. και καταλαβούσαι τας μεταξύ της Βαλτικής, του Ευξείνου, του Δανουβίου και του Βόλγα χώρας, δεν προυχώρησαν τότε περαιτέρω προς δυσμάς. Αλλά περί τας αρχάς του 5 μ. Χ. αιώνος φύλαρχός τις Ούννος, Ρουγίλας ή Ρούας καλούμενος, ήνωσεν απάσας τας εν ταις ειρημέναις χώραις διεσπαρμένας Ουννικάς φυλάς εις έν μέγα υπ' αυτόν κράτος. Μετά δε τον θάνατον του Ρουγίλα (433 μ. Χ.) παρέλαβον την αρχήν του Ουννικού κράτους οι δύο ανεψιοί αυτού (υιοί του Μουνδζούκ) Αττίλας (ή Αττίλας) και Βλέδας. Αλλ' εκ τούτων έμεινε μετ' ολίγον μόνος άρχων ο Αττίλας, ποιήσας εκποδών διά φόνου τον αδελφόν αυτού Βλέδαν (435 μ. Χ.). Ο Αττίλας θεωρών εαυτόν ως τον υπό του θεού προωρισμένον κύριον του κόσμου και «μάστιγα του θεού» (εναντίον των λαών) (31) καλών εαυτόν, ώρμησεν επί την κατάκτησιν του κόσμου και εξέτεινε το κράτος προς ανατολάς μέχρι των ορίων της Ασίας, προς δυσμάς δε μέχρι του Ρήνου και του Αδρίου, υποτάξας ούτως εν Ευρώπη πάντας τους Σλαυικούς λαούς και τους πλείστους και αξιολογωτάτους των Γερμανικών λαών.
Το κράτος τούτο του Αττίλα εκταθέν και μέχρι του κάτω Δανουβίου επίεζε δίκην εφιάλτου το ανατολικόν Ρωμαϊκόν κράτος, ζώντος έτι του Θεοδοσίου Β'. Το κράτος τούτο, όπερ επί του Ρουγίλα ήδη ετέλει φόρον ετήσιον τοις Ούννοις 350 λίτρας χρυσίου (428,000 δραχμών), νυν υπό του Αττίλα φοβεράς υπέστη καταστροφάς και ερημώσεις χωρών μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως. Εβδομήκοντα πόλεις του κράτους μεταξύ του Δανουβίου, του Ευξείνου και του Αδρίου (ιδίως εν ταις Ιλλυρικαίς επαρχίαις) κατεστράφησαν εντελώς· τα στρατεύματα τα αυτοκρατορικά ηττήθησαν κατά κράτος εν τρισί μεγάλαις μάχαις, και πάσα η Ελληνική χερσόνησος εν Ευρώπη περιέστη νυν εις την διάκρισιν των βαρβάρων. Ο Θεοδόσιος ηναγκάσθη να συνομολογήση ειρήνην (441 μ. Χ.) ταπεινωτικήν, δι' ής εφάπαξ μεν ως δαπάνην πολεμικήν ετέλει τω Αττίλα λίτρας χρυσίου 6,000 (ήτοι 7,344,000 δραχμών), ετήσιον δε φόρον 2,100 λίτρας χρυσίου (ήτοι 2,270,400 περίπου δραχμάς), παρεχώρει δε προς τούτοις εις το κράτος του Αττίλα μεγίστην έκτασιν γης από του κράτους αυτού περιλαμβάνουσαν το ήμισυ της νυν Βουλγαρίας και μέρος της νυν Σερβίας. Ο Αττίλας ούτω κατέστη τρόμος των λαών. Και ενώ οι τούτου πρέσβεις οι πεμπόμενοι εις την αυλήν του Θεοδοσίου ελάλουν μετ' αφορήτου υπεροψίας προς τον αυτοκράτορα ως προς θεράποντα του κυρίου αυτών, ζυγίζοντες εκάστην λέξιν ευμενή ή δυσμενή διά χρυσίου και διά δώρων πολυτελών, οι του αυτοκράτορος πρέσβεις, οι πεμπόμενοι εις την ευτελή σκηνήν του Αττίλα, διερχόμενοι δι' εκτάσεων ερήμων εν μέσω καπνιζόντων ερειπίων των προσφάτως καταστραφεισών του Κράτους πόλεων, παρίσταντο προ του Μογγόλου δεσπότου ως ικέται δυσωπούντες [32] τον φοβερόν νικητήν διά πλουσίων δώρων. Πάντες δε οι αρχηγοί και ηγεμόνες των υποτεταγμένων αυτώ Γερμανικών και Σλαυικών λαών εμάχοντο υπό τας σημαίας αυτού ως απλοί οπλαρχηγοί και ως δορυφόροι περιέβαλλον εν ταπεινώσει τον θρόνον αυτού. Εν τοιαύτη ταπεινωτική απέναντι του Αττίλα διετέλει θέσει το ανατολικόν κράτος και σύμπας ο μέχρι Ρήνου βαρβαρικός κόσμος καθ' ό έτος ετελεύτησεν ο Θεοδόσιος Β' (450 μ. Χ.).
9. Η Πουλχερία και ο Μαρκιανός
Μετά τον θάνατον του Θεοδοσίου Β' μόνη κυρία του κράτους έμεινεν η Πουλχερία. Αλλ' είτε διότι ήτο ασύνηθες μέχρι νυν γυνή να άρχη μόνη εν τω Ρωμαϊκώ κράτει, είτε διότι η Πουλχερία αυτή ησθάνετο την ανάγκην ανδρός συνάρχοντος αυτή ισχυρού και γενναίου, ήλθεν η τέως παρθένος ηγεμονίς εις γάμου κοινωνίαν απλώς τυπικήν (μείνασα πάντοτε παρθένος) προς τον γηραιόν στρατηγόν και συγκλητικόν Μαρκιανόν. Επί της συναρχίας του Μαρκιανού και της Πουλχερίας το κράτος το Ανατολικόν απηλλάγη της φοβεράς πιέσεως του Αττίλα, πρώτον μεν διότι ο Μαρκιανός ετήρησε προς τον Αττίλαν γλώσσαν πολύ διάφορον της του Θεοδοσίου Β', ειπών εις τους πρέσβεις του Αττίλα τους απαιτούντας την απότισιν των καθυστερουμένων φόρων, ότι το μεν χρυσίον φυλάττει εις τους φίλους, εις δε τους εχθρούς έχει να δείξη μόνον σίδηρον (πόλεμον δηλονότι) δεύτερον δε διότι άλλα γεγονότα είλκυον την προσοχήν του Αττίλα προς την Δύσιν.
{52} Είδομεν ότι τω 423 μ. Χ. τον Ονώριον διεδέξατο εν τη Δύσει ο ανεψιός αυτού Ουαλεντινιανός Γ'. Ο Ουαλεντινιανός Γ' ένεκα του ατασθάλου χαρακτήρος και της φαύλης κυβερνήσεως αυτού κατέστησεν έτι χείρονα την επί του Ονωρίου εις τοσαύτην αθλιότητα περιελθούσαν κατάστασιν του δυτικού κράτους. Μεγάλην δύναμιν εν τη αυλή της Δύσεως είχε τότε ο πατρίκιος και στρατηγός Αέτιος. Διά των διαβολών δε τούτου ο της Αφρικής διοικητής Βονιφάτιος περιπεσών εις δυσμένειαν της αυλής του Ουαλεντινιανού και αποστάς απ' αυτής εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτού τους εν Ισπανία Βανδήλους. Οι Βανδήλοι ούτοι, ών το όνομα ένεκα της ωμότητος και βαρβαρότητος των υπ' αυτών διαπραττομένων κατέστη παροιμιώδες εν τη ιστορία (Βανδαλισμός = πράξις βάρβαρος και ιδίως καταστρεπτική των έργων του πολιτισμού) υπό τον φοβερόν αρχηγόν αυτών Γεζέριχον διεπεραιώθησαν από της Ισπανίας (διά του Ηρακλείου πορθμού) εις την Αφρικήν (429 μ. Χ.) και καταλαβόντες πάσαν την Μαυριτανίαν και την Νουμιδίαν επήλθον εν μέσω φοβερών καταστροφών και ερημώσεων και κατά της πρωτευούσης των εν Αφρική Ρωμαϊκών χωρών Καρχηδόνος (33), ήν κατέστησαν πρωτεύουσαν του κράτους αυτών και ορμητήριον των κατά των παραλίων της Ιταλίας και των καθ' άπασαν την δυτικήν και την ανατολικήν Μεσόγειον Ρωμαϊκών και Ελληνικών χωρών πειρατικών επιδρομών. Ούτω κατά τραγικόν τινα ιστορικόν συνδυασμόν των πραγμάτων το όνομα της Καρχηδόνος, όπερ εν τη αρχαιότητι τοσούτον ενέπνεε φόβον εις τους Ρωμαίους, κατέστη αύθις (νυν το της Ρωμαϊκής ακριβώς Καρχηδόνος !) φοβερόν εν ταις τελευταίαις στιγμαίς της επιθανατίου αγωνίας της Ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας.
Ο Γεζέριχος ούτος προκαλέσας μετ' ολίγον την κατ' αυτού οργήν του γενναίου βασιλέως των εν τη νοτίω Γαλατία και βορείω Ισπανία Βησιγότθων Θευδερίχου Α' (34) και φοβούμενος επίθεσιν εκ μέρους τούτου, παρεκίνει διά πρεσβείας τον Αττίλαν ίνα ενωθή μετ' αυτού εις κοινήν εναντίον των Βησιγότθων στρατείαν. Αλλ' ο Αττίλας είχε και άλλην αφορμήν να κινηθή προς την Δύσιν. Η Ονωρία, η αδελφή του Ουαλεντινιανού, ένεκα του ακολάστου βίου αυτής εν τη αυλή της Ραβέννης είχε πεμφθή εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα διατελή ενταύθα υπό την αυστηράν κηδεμονίαν της αυστηρότατον ηθικόν βίον διαγούσης θείας αυτής Πουλχερίας. Αλλ' η Ονωρία κατά την εν Κωνσταντινουπόλει διαμονήν αυτής κατώρθωσε διά τινος των εις Κωνσταντινούπολιν ελθόντων πρέσβεων του Αττίλα να πέμψη προς τούτον δακτύλιον γάμου, προτείνουσα αυτώ νόμιμον γάμον. Ο Αττίλας έπεμψε τότε πρεσβείαν προς τον Ουαλεντινιανόν ζητών την χείρα της Ονωρίας και ως προίκα το ήμισυ του υπό τον Ουαλεντινιανόν Ρωμαϊκού κράτους. Μετά της πρεσβείας έπεμψεν ο Αττίλας και τον δακτύλιον της Ονωρίας, ίνα δηλωθή η νομιμότης της μνηστείας και το δίκαιον των απαιτήσεων αυτού. Η αυλή της Ραβέννης απέρριψε την αίτησιν του Αττίλα, ακριβώς καθ' όν χρόνον ο Μαρκιανός απέρριπτε την περί αποτίσεως των φόρων αξίωσιν αυτού. Ο Αττίλας εξεμάνη υπ' οργής εναντίον αμφοτέρων των αυτοκρατορικών αυλών, αλλ' έκρινεν επί τέλους προτιμότερον να στραφή εναντίον της Δύσεως.
Ούτω τω 450 μ. Χ. ώρμησεν ο Αττίλας από της εν τη νυν Ουγγαρία (παρά την νυν πόλιν Τοκάυ) καθέδρας αυτού προς δυσμάς· αλλ' αντί να εισβάλη απ' ευθείας εις την Ιταλίαν, εστράφη κατ' αρχάς προς την Γαλατίαν, ίνα καταστρέψη ενταύθα την δύναμιν των Βησιγότθων και ενωθή μετά των Βανδήλων. Μετά 700 χιλιάδων βαρβάρων, εν οίς πλην των Ούννων και των Σλαύων μαχητών υπήρχον και πλείστοι Γερμανοί πάντων σχεδόν των εντεύθεν του Ρήνου οικούντων Γερμανικών λαών, διέβη τον Ρήνον φέρων πανταχού φοβεράς καταστροφάς. Αι παρά τον Ρήνον κείμεναι πόλεις Αργεντοράτον (το νυν Στρασβούργον), Ουορματία, Σπείρα και Μογουντία ελεηλατήθησαν δεινώς κατά την διάβασιν του βαρβαρικού στρατού, όστις ακατάσχετος προχωρών εν Γαλατία αφίκετο μέχρι της πόλεως Κηνάβου ή Αυρηλίας (νυν Ορλεάνης), της αποτελούσης διά των περί αυτήν στενοποριών την κλείδα της νοτίου Γαλατίας. Αλλ' ενταύθα ακριβώς, ενώ επολιόρκει την Αυρηλίαν, επήλθε κατ' αυτού ο υπό τον Ρωμαίον πατρίκιον στρατηγόν Αέτιον, τον τελευταίον ήρωα του πίπτοντος Ρωμαϊκού κράτους, Ρωμαϊκός στρατός, μεθ' ού ήσαν ηνωμένοι και οι Βησιγότθοι υπό τον ηγεμόνα αυτών Θευδέριχον Α', οι εν Ισπανία Αλανοί και Σουήβοι, οι εν Γαλατία Βουργούνδιοι και οι ιθαγενείς Γαλατικοί λαοί, οι τέως μεν Ρωμαίοι υπήκοοι, νυν δε (από της επί του Ονωρίου ανακλήσεως των Ρωμαϊκών λεγεώνων) γενόμενοι ελεύθεροι σύμμαχοι. Ούτως ο Γερμανικός βαρβαρικός κόσμος εν τη μεγάλη μεταξύ του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους και των Ούννων συγκρούσει ήτο διηρημένος μεταξύ των δύο αντιπάλων. Άμα τη εμφανίσει του αντιπάλου τούτου στρατού ο Αττίλας, μη δυνάμενος να χρησιμοποιήση το ιππικόν αυτού εν ταις περί την Αυρηλίαν δυσχωρίαις, υπεχώρησεν εις τας αναπεπταμένας πεδιάδας της βορειανατολικής Γαλατίας. {54} Ενταύθα δε εν τοις Καταλαυνικοίς λεγομένοις πεδίοις (εν τοις πέριξ της νυν Γαλλικής πόλεως Châlons-sur-Marne) συνεκροτήθη (κατά το θέρος του 451 μ. Χ.) η πρώτη μεγίστη εν τη Δυτική Ευρώπη μάχη των λαών διαρκέσασα μέχρι βαθείας νυκτός, καθ' ήν λέγεται ότι έπεσον αμφοτέρωθεν 300 χιλιάδες μαχητών. Αλλ' επί τέλους η νίκη έκλινεν υπέρ των Ρωμαίων και των συμμάχων αυτών, προ πάντων ένεκα της μεγάλης ανδρείας των δύο Βησιγότθων βασιλέων, του βασιλέως Θευδερίχου και του υιού αυτού Θορισμόνδου, του διαδεξαμένου επί του πεδίου αυτού της μάχης τον ηρωικώς ενταύθα πεσόντα πατέρα αυτού και μετά της αυτής ρώμης και ηρωισμού εξακολουθήσαντος τον αγώνα. Ο Αττίλας ηναγκάσθη να υποχωρήση προς τον Ρήνον. Αλλ' η ήττα αυτού δεν ήτο οριστική και τελεία. Διά τούτο και διότι οι σύμμαχοι νικηταί ένεκα της προς τον Θορισμόνδον αντιζηλίας του Αετίου δεν εξηκολούθησαν ερρωμένως την καταδίωξιν, ηδυνήθη ο Αττίλας να διαπεραιωθή ανενόχλητος και υπερήφανος τον Ρήνον και να επανακάμψη εις τα εν τη νυν Ουγγαρία χειμάδια αυτού.
Το επόμενον έαρ (452 μ. Χ.) εκινήθη πάλιν προς δυσμάς· αλλά νυν εισέβαλεν εις την Ιταλίαν (35) μετά τοσούτου πλήθους βαρβάρων, ώστε ο υπό τον Αέτιον στρατός δεν ετόλμησε ν' αντιπαραταχθή αυτώ εις μάχην εκ του συστάδην, αλλ' υπεχώρησεν εις τας οχυράς θέσεις καταλείπων πάσαν την μέχρι Ρώμης ύπαιθρον χώραν εις την διάκρισιν των αγρίων στιφών του Αττίλα. Αλλ' η Ρώμη δεν υπέστη έφοδον και καταστροφάς. Προελθών ο Αττίλας μέχρι των τειχών της πόλεως ήρξατο απροσδοκήτως της προς τα οπίσω πορείας. Κατά τινα παράδοσιν ο τότε Πάπας Λέων Α' παραστάς ως αρχηγός πρεσβείας πεμφθείσης υπό των Ρωμαίων προς τον Αττίλαν κατώρθωσε να πείση αυτόν να μη εισέλθη εις την πόλιν. Λέγεται μάλιστα ότι ο Λέων επέδρασεν επί την δεισιδαίμονα ψυχήν του Αττίλα υπομνήσας αυτόν την τύχην του Αλαρίχου, θανόντος μικρόν μετά την εις Ρώμην είσοδον αυτού. Λέγεται μάλιστα ότι ο Αττίλας είδε κατ' όναρ και τους πολιούχους Αποστόλους της πόλεως Πέτρον και Παύλον απειλούντας αυτόν μέλλοντα να εισέλθη εις την πόλιν. Ως πραγματικώτερα δ' αίτια της αιφνιδίου επιστροφής του Αττίλα θεωρούνται η λοιμώδης νόσος η ενσκήψασα εν τοις ελώδεσι τόποις της Ιταλίας εις τα πολυπληθή αυτού στίφη του ιππικού και ο φόβος της εκ μέρους του Αετίου από νώτων προσβολής. Μόλις δ' επέστρεψεν ο Αττίλας εκ της εις Ιταλίαν στρατείας, απέθανε (453) κατά την ιδίαν νύκτα, καθ' ήν ετέλεσε τους γάμους αυτού μετά της ωραίας Γερμανίδος Ιλδικούς, θυγατρός ηγεμόνος τινός Βουργουνδίου υπ' αυτού φονευθέντος· θανατωθείς, ως λέγεται, υπό της Ιλδικούς αυτής, ήν βία είχεν εξαναγκάσει εις γάμον, ζητούσης εκδίκησιν του τε φόνου του πατρός και της ταπεινώσεως, εις ήν υπέβαλεν ο Αττίλας το έθνος αυτής.
Ούτως ετελεύτησεν ο φοβερός ούτος αρχηγός των Ούννων, περιβόητος γενόμενος διά τε τον τρόμον, όν ενέπνεε τοις συγχρόνοις, και διά τας καταστροφάς τας επενεχθείσας υπ' αυτού εις τε το Ανατολικόν και το Δυτικόν κράτος και εις τους υποδουλωθέντας καθόλου υπ' αυτού λαούς. Ο Αττίλας, όπως και πάντες οι μεγάλοι βάρβαροι κατακτηταί, δεν εστερείτο καί τινων αρετών συνδεδεμένων μετά της φυσικής δυνάμεως και της συναισθήσεως της δυνάμεως ταύτης. Τοιαύται δ' αυτού αρεταί ήσαν η μεγαλοψυχία προς τους ηττημένους, η πίστις και γενναιότης προς τους συμμάχους και φίλους και γενναία τις περιφρόνησις προς ταπεινάς επιβουλάς πολεμίων (36). Ως βάρβαρος ήτο απλούστατος και λιτότατος τον βίον. Και ενώ εις τους πολυπληθείς Γερμανούς ηγεμόνας, οίτινες ως δορυφόροι περιεστοίχιζον αυτόν, ως και εις Ούννους μεγιστάνας, επέτρεπε να εσθίωσι παρ' αυτόν εν τραπέζαις πολυτελεστάταις από σκευών χρυσών και αργυρών, αυτός ήσθιε, καθήμενος χαμαί, περί την μόνην ξυλίνην αυτού τράπεζαν, από πηλίνων αγγείων και έπινεν από ξυλίνων υδριών και ποτηρίων. Δεν ήτο δε παντελώς αναίσθητος και είς τινας οπωσούν πνευματικάς απολαύσεις, ιδίως εις την μουσικήν, έχων περί εαυτόν Γερμανούς αοιδούς ψάλλοντας άσματα ηρωικά Γερμανικά των τότε χρόνων και παίζοντας τα μουσικά όργανα αυτών· οσάκις δε επανήρχετο από των νικηφόρων αυτού στρατειών, Γερμανίδες αοιδοί επορεύοντο εις προϋπάντησιν αυτού και συνώδευον αυτώ εν άσμασιν εις την ευτελή από ξυλίνων οικιών συγκειμένην Παννονικήν κώμην, ήτις ήν πρωτεύουσα του αχανούς αυτού κράτους (37).
10. Το τέλος του Ουννικού κράτους.
Μετά τον θάνατον του Αττίλα συνέβη εις το Ουννικόν κράτος ό,τι βλέπομεν συνήθως συμβαίνον εν τη ιστορία εις τα μεγάλα βάρβαρα εκ βαρβάρων λαών συγκροτούμενα κράτη. Ταύτα μη έχοντα ιδίαν δύναμιν εσωτερικήν οργανούσαν και συντηρούσαν αυτά, αλλά συγκροτούμενα και συνεχόμενα διά του προσωπικού πνεύματος, της διανοίας και της επιβολής, της αρχικής φύσεως και της αρετής, ενίοτε δε και διά της βαρβαρικής μεγαλοφυίας ενός ανδρός, υπάρχουσι και μεγαλύνονται και εμπνέουσι φόβον ενόσω ζη και άρχει ο μέγας αρχηγός· άμα δε τούτου εκλιπόντος διαλύονται εις τα εξ ών συνετέθησαν. Το μέγα κράτος το Ουννικόν του Αττίλα συνεκροτείτο από Ούννων και των βία υπαχθέντων υπ' αυτό Γερμανικών και Σλαυικών λαών. Αποθανόντος του Αττίλα οι υιοί αυτού ήρισαν προς αλλήλους περί της διανομής του κράτους, ως συμβαίνει συχνότατα εν τοις βαρβάροις. Αι έριδες αύται επήνεγκον διαίρεσιν μεταξύ των πολυπληθών Ουννικών φυλών. Ταύτας δε επωφελούμενοι οι διά φόβου μόνον συνεχόμενοι τέως προς το Ουννικόν κράτος Γερμανικοί λαοί απέστησαν. Και πρώτον οι Ουστρογότθοι οι πολεμήσαντες παρά τον Αττίλαν εν τοις Καταλαυνικοίς πεδίοις εναντίον των μετά των Ρωμαίων συμμαχούντων αδελφών αυτών Βησιγότθων (Ουστρογότθος ην ο εν τη μάχη ταύτη φονεύσας τον ηρωικόν βασιλέα των Βησιγότθων (ίδ. σ. 54)) επανέστησαν εναντίον των Ούννων, ενίκησαν αυτούς εν πολλοίς μάχαις και εφόνευσαν εκ των πολλών υιών του Αττίλα τον ανδρείον Ελλάκ. Εξέλιπον δε μετ' ολίγον και οι άλλοι υιοί του Αττίλα. Είς δε μόνον τούτων, ο Ιρνάκ, κατώρθωσε να διατηρήση έν τινι γωνία των του Ευξείνου ακτών μικρόν τι κράτος, όπερ και τούτο κατελύθη υπό νέων, εξ Ασίας επιδραμόντων, βαρβάρων. Οι Ούννοι μετά την κατάλυσιν του μεγάλου κράτους αυτών ή απετέλουν κατά φυλάς ίδια ασήμαντα βαρβαρικά κράτη ή υπετάσσοντο εις άλλα βαρβαρικά κράτη, συνήθως δε υπηρέτουν κατά στίφη ως μισθοφόροι εν τω Ανατολικώ και εν τω Δυτικώ Ρωμαϊκώ κράτει.
{57} Η των Ούννων εν τη Ευρώπη εμφάνισις, η επενεγκούσα εν τη Δύσει εμμέσως την εκτός της Ιταλίας κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους, ουδεμίαν εν τη Ελληνική Ανατολή άλλην επήνεγκε μεγάλην καταστροφήν ή την μέχρι Πελοποννήσου εισβολήν των Βησιγότθων, τας εις την Μικράν Ασίαν γενομένας διά του Καυκάσου παροδικάς επιδρομάς και τας καταστροφάς τας γενομένας υπό του Αττίλα εις τας βορείους επαρχίας του κράτους επί του Θεοδοσίου Β'. Αλλ' η Ουννική αύτη εξ Ασίας εις Ευρώπην επιδρομή είχε τούτο το υπό καθόλου έποψιν σπουδαίον αποτέλεσμα εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει, ότι δι' αυτής ανεώχθη η μεγάλη μεταξύ της ένδον Ασίας και της Ευρώπης οδός προς μελλούσας νέας μεγάλας μεταναστεύσεις λαών. Ο φραγμός ο μεταξύ του πεπολιτισμένου και του βαρβαρικού κόσμου ήρθη, και τα ίχνη των Ούννων ηκολούθησαν πολλά άλλα Ασιατικά βάρβαρα φύλα· και πολλαί εκ διαλειμμάτων διά της Ανατολικής Ευρώπης μέχρι του 13 και 14 αιώνος εγένοντο εξ Ασίας εις την Ευρώπην επιδρομαί μεγάλως επιδράσασαι επί τας τύχας ιδίως του Ελληνικού κράτους. Μετά την κατάλυσιν του Ουννικού κράτους την γενομένην μικρόν μετά τα μέσα του 5 μ. Χ. αιώνος τα Σλαυικά φύλα τα υποτεταγμένα πρότερον εις το κράτος του Αττίλα, πιεζόμενα νυν υπό νέων εξ Ανατολής επιδραμόντων βαρβάρων, κατήλθον εις τα βόρεια όρια του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και πολλαχώς από του 6 μ. Χ. αιώνος ήρξαντο να ενοχλώσι το κράτος τούτο· ποικιλώνυμα δε βάρβαρα έθνη αλλεπάλληλα από της Ασίας επιδραμόντα εις τας πρότερον υπό των Ούννων κατεχομένας χώρας μεγάλας συνεχώς έφερον μεταβολάς εν τε τοις βορείοις ορίοις του Ελληνικού κράτους και εν τη νοτιανατολική, εν μέρει δε και εν τη μέση Ευρώπη. Αλλά τας νέας ταύτας βαρβαρικάς μεταναστεύσεις δυνάμεθα να παρακολουθήσωμεν σαφέστερον ιδίως εν τη περαιτέρω ιστορία της Ελληνικής Ανατολής.
11. Ιστορία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους από
του θανάτου του Θεοδοσίου Β' μέχρι της βασιλείας
του Αναστασίου Α' (450-491 μ. Χ.).
Είπομεν ότι μετά τον θάνατον του Θεοδοσίου Β' την αρχήν και την διοίκησιν του κράτους ανέλαβεν η Πουλχερία μετά του Μαρκιανού. Και η μεν Πουλχερία εβασίλευσεν έτι τέσσαρα έτη, τελευτήσασα τω 454 μ. Χ. ο δε Μαρκιανός επέζησε 3 έτη τη Πουλχερία, καθ' ά εκυβέρνησε μόνος το κράτος. Έργον της συμβασιλείας της Πουλχερίας και του Μαρκιανού είναι και η τω 451 μ. Χ. συγκροτηθείσα εν Χαλκηδόνι τετάρτη μεγάλη Οικουμενική Σύνοδος, η καταδικάσασα την μετά την καταδίκην του Νεστορίου αναφυείσαν νέαν αίρεσιν των Ευτυχιανών ή Μονοφυσιτών. Η αίρεσις αύτη υπό τινος Ευτυχούς κηρυχθείσα μίαν μόνην σχεδόν ανεγνώριζεν εν τω Χριστώ φύσιν, την θείαν. Η δε Σύνοδος καταδικάσασα την τοιαύτην διδασκαλίαν εδογμάτισεν εν τω θεανθρώπω Χριστώ δύο φύσεις ασυγχίτως ηνωμένας, θείαν και ανθρωπίνην, και την ανθρωπίνην υποτασσομένην εις την θείαν. Αλλά το δόγμα τούτο εθεωρήθη υπό των Μονοφυσιτών ως αποκλίνον προς την διδασκαλίαν του Νεστορίου την καταδικασθείσαν υπό της Γ' Οικουμενικής Συνόδου, και διά τούτο δεν ανεγνωρίσθη πανταχού του κράτους και πολλάς επί πολύν χρόνον παρήγαγεν έριδας ταραττούσας την εσωτερικήν ειρήνην του κράτους.
Μετά τον θάνατον του Μαρκιανού, όστις ένεκα του μετά της Πουλχερίας γάμου ανήκει εις τον υπό του Θεοδοσίου Α' ιδρυθέντα βασιλικόν οίκον, ουδείς εκ του οίκου τούτου υπελείπετο φυσικός κληρονόμος του θρόνου πλην του επί θυγατρί (Ευφημία) γαμβρού του Μαρκιανού Προκοπίου Ανθεμίου (38), εγγόνου του γνωστού ημίν εκ της ιστορίας του Αρκαδίου Ανθεμίου (σελ. 48). Αλλ' ο Ανθέμιος δεν κατώρθωσε να καταλάβη τον θρόνον. Εδόθη δε ούτος τότε υπό τινος μέγα δυναμένου εν Κωνσταντινουπόλει Γότθου ή Αλανού βαρβάρου, του πατρικίου Άσπαρ, εις τον πρώην επιμελητήν του οίκου αυτού, νυν δε χιλίαρχον Λέοντα τον Θράκα. Διότι, ως είπομεν (σημ. 18), οι ισχυροί εν τω κράτει βάρβαροι αποφεύγοντες οι ίδιοι να λαμβάνωσι την αυτοκρατορικήν αρχήν ενήργουν να δοθή αύτη εις τους υπ' αυτών ευνοουμένους Ρωμαίους, ίνα άρχωσιν αυτοί διά τούτων. Τούτο εγένετο και νυν· αλλ' ουχί καθ' άπασαν την βασιλείαν του Λέοντος Α'. Διότι ούτος, αφού επί ικανά έτη υπέμεινεν εξ ανάγκης την πολιτικήν και ηθικήν ροπήν του Άσπαρ, ήλθεν επί τέλους εις ρήξιν προς τον προστάτην τούτον, μη θέλων να εξαρτάται διά παντός απ' αυτού, και εν τη ρήξει ταύτη κατόρθωσε να εξολοθρεύση τον τε Άσπαρ και τον οίκον αυτού και να στερεώση εαυτόν εν τη αρχή. Το έργον τούτο κατώρθωσεν ο Λέων διά τινος σπουδαίου εν τω στρατιωτικώ οργανισμώ του κράτους επενεχθέντος υπ' αυτού νεωτερισμού. Ο στρατός του κράτους συνέκειτο έτι κατά το πλείστον και κυριώτατον αυτού μέρος υπό βαρβάρων μισθοφόρων. Επειδή δε επί τοιούτου βαρβαρικού στρατού εστηρίζετο και η δύναμις του Άσπαρ, ο Λέων επεχείρησε να σχηματίση στρατόν εξ εγχωρίων κατοίκων του κράτους. Αλλ' επειδή οι Ελληνορωμαίοι πολίται του κράτους, δεν ήσαν ειθισμένοι εις τοιαύτην υπηρεσίαν, τον εγχώριον τούτον στρατόν συνεκρότησεν από του εν Μικρά Ασία ορεινού ληστρικού λαού των Ισαύρων. Ούτω δε εγένετο η αρχή της συγκροτήσεως εγχωρίων ταγμάτων, ήτις γενικευθείσα κατά μικρόν εν όλω τω κράτει, και ιδίως εν ταις Ασιατικαίς χώραις, εδημιούργησεν εις το κράτος κατά τους επομένους αιώνας ισχυρόν εθνικόν, ως λέγομεν σήμερον, στρατόν. Διά του τάγματος των Ισαύρων κατέλυσεν ο Λέων την δύναμιν του Άσπαρ.
Αλλά προ της καταλύσεως της δυνάμεως του Άσπαρ (471 μ. Χ.) ο Λέων Α' είχεν επιχειρήσει ατυχή τινα οικτρώς αποτυχούσαν εξωτερικήν μεγάλην στρατείαν. Ο αυτοκράτωρ ούτος επεχείρησε (467 μ. Χ.) από κοινού μετά του εν τη Δύσει υπ' αυτού εγκατασταθέντος αυτοκράτορος Ανθεμίου στρατείαν εναντίον του εν Αφρική πειρατικού κράτους των Βανδήλων, όπερ εξηκολούθει να πληροί τρόμου και καταστροφών τας περί την Μεσόγειον Ελληνικάς και Ιταλικάς χώρας. Χίλια και εκατόν πλοία μετά εκατοντακισχιλίων μαχητών επέμφθησαν από Κωνσταντινουπόλεως εναντίον της Αφρικής, μετά των δυνάμεων δε τούτων έμελλε να ενωθή και ο εξ Αιγύπτου πεμπόμενος στρατός και η εξ Ιταλίας πεμφθείσα ήδη εις την Αφρικήν ναυτική και στρατιωτική δύναμις. Αλλ' η μεγάλη αύτη υπερπόντιος στρατεία, δι' ήν εδαπάνησε μόνον το ανατολικόν κράτος 180 χιλιάδας λιτρών χρυσίου (169,120,000 δραχμ.), απέτυχεν οικτρώς ένεκα της ανικανότητος του αρχηγού του στόλου Βασιλίσκου (αδελφού της βασιλίσσης Βηρίνης, γυναικός του Λέοντος Α') και της τόλμης και πανουργίας του Γεζερίχου και των Βανδήλων αυτού. Ούτοι κατασκευάσαντες στόλον ολόκληρον πυρφόρων ή πυρπολικών (39) πλοίων και βοηθούμενοι υπό της φοράς του ανέμου και υπό της ιδίας αυτών πειρατικής τόλμης κατώρθωσαν να καταστρέψωσιν αύτανδρα τα πλείστα των Ρωμαϊκών πλοίων. Ολίγα μόνον λείψανα του υπερηφάνου στόλου διασωθέντα κατώρθωσαν να επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν φέροντα και τον Βασιλίσκον, όστις εν τη συναισθήσει της ενοχής αυτού κατέφυγεν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας ως εις άσυλον, είτα δε εσώθη διά της προστασίας της Βηρίνης.
Της ατυχούς ταύτης στρατείας μετέσχε και ο Άσπαρ, όστις εθεωρήθη προδοτικώς ενεργήσας εν αυτή, και διά τούτο επέσπευσε και τον εκ μέρους του Λέοντος κατ' αυτού παρασκευαζόμενον όλεθρον.
Αξιοσημείωτον γεγονός της βασιλείας του Λέοντος Α' είναι ότι ούτος πρώτος εστέφθη ως αυτοκράτωρ διά τελετής εκκλησιαστικής εν τη Αγία Σοφία υπό του Πατριάρχου Ανατολίου, ενώ μέχρι νυν η μόνη επίσημος πράξις της εις τον θρόνον ανόδου ήτο απλώς η υπό του στρατού γινομένη επίσημος ανάρρησις. Ετελεύτησε δε ο Λέων Α' τω 474 (40).
Τον Λέοντα διεδέξατο ο ήδη υπ' αυτού του βασιλέως μικρόν προ του θανάτου αυτού συμβασιλεύς αναγορευθείς εγγονός Λέων Β', υιός της θυγατρός αυτού Αριάδνης, ήν είχε δώσει εις γάμον προς τον Ίσαυρον και αρχηγόν του εξ Ισαύρων συγκροτηθέντος στρατού Ζήνωνα (41). Ο Λέων Β' παις έτι ων καθ' όν χρόνον ετελεύτησεν ο Λέων Α', επέθηκεν επί της κεφαλής του πατρός αυτού το βασιλικόν στέμμα και κατέστησεν αυτόν συμβασιλέα. Αποθανόντος δε του παιδός Λέοντος 10 μήνας μετά την τελευτήν του Λέοντος Α', μόνος κύριος του κράτους έμεινεν ο παρά παιδός παραλαβών τε και διαδεξάμενος την αρχήν Ζήνων. Η βασιλεία του Ζήνωνος υπήρξε πλήρης εσωτερικών ταραχών, το μεν ένεκα των κατ' αυτού επιβουλών και στάσεων του Βασιλίσκου και της Βηρίνης, το δε ένεκα των εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών προερχομένων θρησκευτικών ερίδων. Η αίρεσις των Μονοφυσιτών, η καταδικασθείσα υπό της εν Χαλκηδόνι Συνόδου του 451, τοσούτον ην έτι ισχυρά εν πολλαίς χώραις του κράτους, τοσούτον δε σφοδρά και η μεταξύ τούτων και των Ορθοδόξων, ήτοι των οπαδών της εν Χαλκηδόνι Συνόδου, έρις, ώστε ο Ζήνων ενόμισεν ότι έπρεπεν αυτός να επαναγάγη την θρησκευτικήν ειρήνην λύων διά διατάγματος βασιλικού ζητήματα θρησκευτικά και δογματικά και εξέδωκεν επί τούτω (482 μ. Χ.) το λεγόμενον «Ενωτικόν» (ως διάταξιν μέλλουσαν να ενώση τας διισταμένας μερίδας). Είνε αληθές ότι ο Ζήνων είχεν υπέρ εαυτού εν τω έργω τούτω την γνώμην των τότε πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας και άλλων πολλών επιφανών ιεραρχών. {61} Αλλά και ούτως η πράξις του βασιλέως κατεδικάσθη σφοδρώς υπό της πλείστης μερίδος των Ορθοδόξων, και ο Πάπας Ρώμης Φήλιξ Β' αφώρισε τον τότε Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιον ως επιτρέψαντα την εις τα δογματικά ζητήματα της Εκκλησίας ανάμιξιν της κοσμικής αρχής. Επειδή δε και ο Ακάκιος εξήλειψε το όνομα του Φήλικος εκ των διπτύχων της Εκκλησίας, ίνα μη μνημονεύηται τούτο εν ταις εκκλησιαστικαίς ευχαίς, επήλθεν η πρώτη μεταξύ των δύο Εκκλησιών διάστασις, διαρκέσασα πέντε και τριάκοντα έτη. Εν τούτοις αι θρησκευτικαί έριδες και ταραχαί εξηκολούθησαν καθ' όλην την βασιλείαν του Ζήνωνος και εκορυφώθησαν επί του διαδόχου αυτού.
Επί του Ζήνωνος συνέβησαν δύο γεγονότα σπουδαία εν τη όλη ιστορία. Το πρώτον τούτων είναι η τω 476 επελθούσα εν Ιταλία λεγομένη κατάλυσις της δυτικής αυτοκρατορίας, το δε η ενεργεία του Ζήνωνος εις Ιταλίαν μετάβασις των Ουστρογότθων ιδρυσάντων ενταύθα κράτος Ουστρογοτθικόν. Αλλ' αμφότερα ταύτα τα γεγονότα ανήκουσι κυρίως εις την ιστορίαν της Δύσεως, ήν πρέπει να συνάψωμεν ενταύθα προς την ημετέραν ιστορίαν.