WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 32: 12. Ιστορία του Δυτικού κράτους από της εις Ιταλίαν εισβολής του Αττίλα μέχρι του 476 μ. Χ.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

12. Ιστορία του Δυτικού κράτους από
της εις Ιταλίαν εισβολής του Αττίλα μέχρι
του 476 μ. Χ.

Ο Ουαλεντινιανός Γ', εφ' ού εγένετο η μεγάλη του Αττίλα προς την δυτικήν Ευρώπην στρατεία και η εις Ιταλίαν εισβολή, εβασίλευεν εν Ραβέννη και μετά τα γεγονότα ταύτα μετά της αυτής φαυλότητος και ακολασίας. Ο στρατηγός Αέτιος, οιονεί προς αμοιβήν της νίκης, ήν ήρατο εν Γαλατία, τω 451 μετά των συμμάχων Γερμανών εναντίον του Αττίλα, εφονεύθη υπό του αθλίου αυτοκράτορος, φθονούντος και φοβουμένου την δύναμιν του ανδρός (454). Αλλά μετ' ολίγον εφονεύθη και αυτός ο Ουαλεντινιανός (455 μ. Χ.) υπ' ανδρός επισήμου Ρωμαίου, του συγκλητικού Πετρωνίου Μαξίμου, ούτινος, ως λέγεται, είχε παραπλανήσει την γυναίκα. Ο Μάξιμος μετά τον φόνον ανηγόρευσεν εαυτόν αυτοκράτορα, ηνάγκασε δε και την χήραν του Ουαλεντινιανού αυτοκράτειραν Ευδοξίαν, θυγατέρα του Θεοδοσίου Β' και της βασιλίσσης Ευδοκίας (Αθηναΐδος) να συνάψη γάμον προς αυτόν. Αλλ' η Ευδοξία εζήτησε προς εκδίκησιν του φόνου του συζύγου και της προς αυτήν ύβρεως του σφετεριστού την προστασίαν αυτού του φοβερού ηγεμόνος των Βανδήλων Γεζερίχου. Ούτος επελάβετο προθύμως της ευκαιρίας και ήλθε μετά μεγάλου πειρατικού στόλου και πλήθους Βανδηλικών στιφών εις την παραλίαν της Ιταλίας και προσορμισθείς εις το επίνειον της Ρώμης Ωστίαν, ώρμησεν εντεύθεν προς την Ρώμην. Ενταύθα επί τη αγγελία της Βανδηλικής στρατείας ο Μάξιμος εφονεύθη υπό των εξαγριωθέντων κατ' αυτού αυλικών, καθ' ήν στιγμήν έφευγεν από της πόλεως ίνα μη περιπέση εις τας χείρας του Γεζερίχου. Και νυν η Ρώμη μείνασα άνευ αυτοκράτορος και άνευ στρατού εζήτησε ν' αποτρέψη αφ' εαυτής την Βανδηλικήν επιδρομήν πέμψασα εις τον Γεζέριχον τον πάπαν Λέοντα Α', αυτόν εκείνον όστις, κατά τα λεγόμενα, είχε πεμφθή και προς τον Αττίλαν. Αλλ' ο ηγεμών των Βανδήλων, όστις εφρόντιζε πολλώ πλέον περί της αναμενούσης αυτόν εν Ρώμη πλουσίας λείας ή περί της τιμωρίας του Μαξίμου, έμεινεν άκαμπτος, υποσχεθείς μόνον αποχήν από φόνου και εμπρησμού, εν ή περιπτώσει, εννοείται, δεν ήθελεν ευρεί αντίστασιν κατά την λεηλασίαν. Ούτως η Ρώμη ειρηνικώς παραδοθείσα εις τας χείρας του φανερώς και επισήμως εις διαρπαγήν ερχομένου Βανδήλου ηγεμόνος, υπέστη φοβεράν λεηλασίαν διαρκέσασαν επί δύο ολόκληρους εβδομάδας. Ελεηλατήθησαν δε υπό των Βανδήλων πλην των χρυσών και αργυρών και άλλων τιμαλφών πραγμάτων και πλην της άλλης κινητής περιουσίας και αυτά τα έργα της τέχνης· ουχί διότι οι Βανδήλοι απέδιδόν τινα σημασίαν εις αυτά, αλλά διότι έβλεπον αυτά εκτιμώμενα υπ' άλλων και ως τοιαύτα έχοντα αξίαν υλικήν εις αυτούς. Αυτή η επικεχρυσωμένη στέγη του Καπιτωλίου αφηρέθη, ίνα ληφθή υπό των Βανδήλων ευκόλως ο επ' αυτής χρυσός. Αλλά το πλουσιώτατον μέρος της Βανδηλικής λείας απετέλουν αι μυριάδες ανθρώπων παντός φύλου και πάσης τάξεως, ανδρών, γυναικών, παίδων, κληρικών και λαϊκών, οίτινες εξανδραποδισθέντες από της Ρώμης και από της άλλης Ιταλίας ήχθησαν εις την Αφρικήν. Ο δε τραγικός άμα και κωμικός επίλογος της όλης ταύτης ιστορίας ήτο η τύχη της Ευδοξίας και των δύο θυγατέρων αυτής Ευδοξίας και Πλακιδίας, αίτινες απαχθείσαι αιχμάλωτοι υπό του Γεζερίχου εις Καρχηδόνα, μόλις μετά 7 έτη (462) διά των ενεργειών του αυτοκράτορος Λέοντος Α' ελευθερωθείσαι επέμφθησαν εις Κωνσταντινούπολιν, αφού εν τω μεταξύ την πρεσβυτέραν τούτων Ευδοξίαν έδωκεν ο Γεζέριχος εις γάμον προς τον υιόν αυτού Ουννέριχον. Ο Γεζέριχος πληρώσας τον πολυπληθή πειρατικόν αυτού στόλον λείας ανθρώπων και πραγμάτων απέπλευσεν εις το Αφρικανικόν πειρατικόν αυτού κράτος, αφού δύο πρεσβείαι του εν Ανατολή αυτοκράτορος Μαρκιανού απήτουν την αναχώρησιν αυτού από της Ιταλίας.

{63} Μετά την αναχώρησιν των Βανδήλων αυτοκράτωρ εγένετο ο εν Γαλατία τότε ευρισκόμενος Ρωμαίος στρατηγός Άβατος, λαβών υπόσχεσιν υποστηρίξεως παρά του ηγεμόνος των Βησιγότθων. Αλλά και ούτος απώλεσε την αρχήν μετά έν έτος (477), επαναστάντος κατ' αυτού του εν τη Ρωμαϊκή υπηρεσία ως αρχηγού του βαρβάρου μισθοφορικού στρατού διατελούντος Γότθου Ρικιμίρου. Ο Ρικίμιρος παρέδωκε την αυτοκρατορικήν αρχήν εις τον συμπράξαντα αυτώ προς την καθαίρεσιν του Αβίτου επιφανή Ρωμαίον Μαϊωριανόν. Αλλ' ο αληθής άρχων και κυβερνήτης ήτο αυτός ο Ρικίμιρος, επί έξ και δέκα έτη κυβερνήσας αυτό από του Μεδιολάνου, ένθα ήδρευε, διά των εν Ρώμη υπ' αυτού αναβιβαζομένων εις τον θρόνον και καταβιβαζομένων απ' αυτού αυτοκρατόρων. Ο Μαϊωριανός, καίπερ επιδείξας δύναμίν τινα και ενέργειαν επί του θρόνου και ανακτησάμενος τινάς των πέραν των Άλπεων απολεσθεισών χωρών του κράτους, αλλ' αποτυχών εις την εναντίον των Βανδήλων από της Ισπανίας επιχειρηθείσαν στρατείαν, εφονεύθη ενεργεία του Ρικιμίρου μετά τετραετή βασιλείαν (461), ευθύς ως εζήτησε να περιορίση την τούτου αρχήν και την δύναμιν. Το αυτοκρατορικόν αξίωμα εδόθη υπό του Ρικιμίρου εις τον Λίβιον Σεβήρον, άρξαντα επί τέσσαρα έτη εν πάση αδρανεία και παθητική υπακοή προς τον Ρικίμιρον. Μετά τον θάνατον του Σεβήρου (465 μ. Χ.) ο Ρικίμιρος εκυβέρνησεν επί δύο έτη άνευ αυτοκράτορος, εν ονόματι του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Λέοντος Α'. Τέλος δε τω 467 ο Λέων έπεμψεν εις Ιταλίαν ως αυτοκράτορα, συναινέσει του Ρικιμίρου, τον γνωστόν ημίν (σελ. 63) επί θυγατρί γαμβρόν του προκατόχου αυτού αυτοκράτορος Μαρκιανού Προκόπιον Ανθέμιον, δόντα εις γάμον τω Ρικιμίρω την ιδίαν αυτού θυγατέρα. Ο Ανθέμιος ήρξεν εν Ιταλία πέντε έτη, καθ' ά, ως είδομεν, επεχείρησεν από κοινού μετά του αυτοκράτορος Λέοντος Α' την ανωτέρω μνημονευθείσαν ατυχή κατά των Βανδήλων στρατείαν. Και ούτος δε ο αυτοκράτωρ ελθών εις διάστασιν και ρήξιν προς τον Ρικίμιρον εφονεύθη υπ' αυτού (472 μ. Χ.). Ο Ρικίμιρος ανεβίβασε νυν εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον, κατά την υπό του αυτοκράτορος Λέοντος εκδηλωθείσαν επιθυμίαν, τον Ολύβριον, γαμβρόν επί θυγατρί του αυτοκράτορος Ουαλεντινιανού Γ'. Αλλά δύο μήνας μόνον επέζησεν ο Ρικίμιρος τω θανάτω του Ανθεμίου και δύο εβδομάδας τη αναρρήσει του Γλυκερίου, γενόμενος θύμα του κατά το 472 εις Ρώμην ενσκήψαντος και πολλάς χιλιάδας ανθρώπων αφαρπάσαντος λοιμού. Ο Ολύβριος ετελεύτησε το επόμενον έτος άγνωστον τίνι τρόπω. Εν τω μεταξύ μετά τον θάνατον του Ρικιμίρου ισχυράν θέσιν εν τη κυβερνήσει του κράτους, οίαν είχεν ούτος, έλαβεν ο αρχηγός των μισθοφορικών στρατευμάτων Βουργούνδιος Γονδίβαλδος, όστις ανηγόρευσεν αυτοκράτορα τον Ρωμαίον στρατηγόν Γλυκέριον. Αλλά συγχρόνως ο εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτωρ Λέων Α' διώρισεν αυτοκράτορα της Δύσεως και έπεμψεν εις Ρώμην τον επ' ανεψιά γαμβρόν αυτού Ιούλιον Νέπωτα. Ούτος δε ελθών εις Ιταλίαν και συλλαβών τον Γλυκέριον εξώρισεν αυτόν εις Δαλματίαν. Αλλά και κατά του νέου αυτοκράτορος νυν εξήγειρε στάσιν εν τω στρατώ ο υπ' αυτού τούτου του Νέπωτος αρχηγός των μισθοφορικών στρατευμάτων διορισθείς Ορέστης ο εκ Παννονίας καταγόμενος και ων εξ απορρήτων του Αττίλα και είτα πατρίκιος Ρωμαίος. Ο Νέπως κατέφυγεν εις Δαλματίαν, ένθα ήτο πρότερον διοικητής· το δε αυτοκρατορικόν αξίωμα έδωκεν ο Ορέστης (475 μ. Χ.) εις τον υιόν αυτού Ρωμύλον Μωμύλλον (42), χωρίς να συνεννοηθή περί τούτου, ως εποίει ο Ρικίμιρος και ως εθεωρείτο νόμιμον, μετά του εν Ανατολή αυτοκράτορος, επικληθέντα εμπαικτικώς Αυγουστύλον (Augustulus) είτε διά το νεαρόν της ηλικίας είτε διά τον τρόπον, καθ' όν απώλεσε μετ' ολίγον το αυτοκρατορικόν αυτού αξίωμα. Αλλά νυν παρέστη εις το μέσον άλλος, κύριος των πραγμάτων. Προ μικρού είχον εισελάσει εις την Ιταλίαν στίφη Γερμανικά εκ ποικίλων εθνών συγκείμενα, ιδίως εκ Ρουγίων και Ερούλων, και καταγομένων εκ βορειοτάτων χωρών της Γερμανίας (από Ρούγεν και Πομμερανίας). Τα στίφη ταύτα κατελθόντα από βορρά επί του Αττίλα εις τας παρά τον Δανούβιον χώρας είχον ταχθή εν τω τούτου στρατώ· μετά δε τον θάνατον του Αττίλα και την διάλυσιν του μεγάλου στρατού και του κράτους αυτού ταχθέντα υπό την αρχηγίαν βαρβάρου τινός Οδοάκρου (Odovacar) καλουμένου, Ρουγίου την καταγωγήν, ήλθον εις Ιταλίαν και απετέλεσαν ενταύθα μισθοφορικόν στρατόν. Αλλ' οι βάρβαροι ούτοι, βλέποντες ότι πάντες οι Γερμανικοί λαοί οι εκείθεν των Άλπεων εν ταις πριν Ρωμαϊκαίς επαρχίαις εγκαταστάντες είχον λάβει ως ιδιοκτησίαν το τρίτον της γης, απήτουν ίνα και εν Ιταλία γείνη το αυτό εις αυτούς, ίνα καταστώσιν ούτοι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας. Ο Οδόακρος την απαίτησιν ταύτην των υπ' αυτόν βαρβάρων διεβίβασεν εις τον Ορέστην, τον άρχοντα εν Ιταλία εν ονόματι του υιού αυτού. Ο Ορέστης ου μόνον απέρριψε την απαίτησιν, αλλά και επήλθεν ευθύς εναντίον των εν τη Άνω Ιταλία σταθμευόντων στιφών του Οδοάκρου· αλλ' εν τη μάχη τη συγκροτηθείση παρά την Παβίαν (476) ηττήθη ολοσχερώς και κατέφυγεν εις την Παβίαν. Αλλ' οι βάρβαροι καταλαβόντες εξ εφόδου την πόλιν συνέλαβον και εφόνευσαν τον Ορέστην, εκήρυξαν δε νυν τον τέως απλούν μισθοφορικόν αρχηγόν βασιλέα εαυτών (43). Και νυν ο Οδόακρος επήλθε κατά του εν Ραβέννη αυτοκράτορος Ρωμύλου, θεωρών αυτόν σφετεριστήν, άτε γενόμενον αυτοκράτορα άνευ της συναινέσεως του εν Κωνσταντινουπόλει Ρωμαίου αυτοκράτορος και μετά καθαίρεσιν μάλιστα του υπό του αυτοκράτορος εκείνου διωρισμένου αυτοκράτορος της Δύσεως Ιουλίου Νέπωτος. Αλλ' ότε ο Οδόακρος εφάνη προ της Ραβέννης και παρεσκευάζετο προς έφοδον εναντίον της πόλεως, προσήλθεν εις το στρατόπεδον αυτού ο Ρωμύλος Μώμουλλος και γονυπετήσας καθικέτευσεν αυτόν ίνα φεισθή της ζωής αυτού καταθέτων προ αυτού την αυτοκρατορικήν πορφύραν και τα άλλα σήματα της αυτοκρατορικής αρχής. Ο Οδόακρος εχαρίσατο την ζωήν τω ικέτη Ρωμύλω και έπεμψεν αυτόν εις Καμπανίαν, ίνα ζη ενταύθα εν περιορισμώ εν τη ωραία παρά τον κόλπον των Βαϊών υπό του Λουκούλλου κτισθείση επαύλει τη καλουμένη Λουκουλλιανώ (Lucullianum), προσδιορίσας αυτώ και ετησίαν επιχορήγησιν έξ χιλιάδων χρυσών νομισμάτων (105 χιλ. περίπου δραχμών).

Κενωθέντος ούτω του αυτοκρατορικού θρόνου εν Ρώμη και Ιταλία, η εν Ρώμη σύγκλητος κατ' εισήγησιν του Οδοάκρου έπεμψε διά πρεσβείας έκθεσιν προς τον αυτοκράτορα της Ανατολής περί των γεγονότων, παρακαλούσα τούτον να μη πέμψη άλλον αυτοκράτορα εις την Δύσιν, ως μη υπαρχούσης ανάγκης δευτέρου αυτοκράτορος, αλλ' αυτός εν τω δικαιώματι αυτού ως αυτοκράτωρ Ρώμης ν' αναθέση την Κυβέρνησιν της Ιταλίας εις τον εξόχους αρετάς προς το έργον τούτο κεκτημένον Οδόακρον ως επίτροπον αυτού. Ομοίαν παράκλησιν τη της Συγκλήτου απηύθυνε συγχρόνως μετά ταύτης εις τον αυτοκράτορα και ο Ρωμύλος Αυγουστύλος τας αυτάς ποιούμενος υπέρ του Οδοάκρου συστάσεις. Ο αυτοκράτωρ Ζήνων ευρέθη εν απορία περί του πρακτέου, διότι μικρόν πρότερον είχεν έλθει εις Κωνσταντινούπολιν άλλη πρεσβεία, πεμφθείσα παρά του εν Δαλματία εξορίστου αυτοκράτορος Ιουλίου Νέπωτος, αιτουμένη παρά του αυτοκράτορος, την εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον της Ρώμης αποκατάστασιν αυτού, όντος και στενού συγγενούς του Λέοντος Α'. Ο Ζήνων, όστις μήτε του Νέπωτος την αίτησιν ήθελε ν' απορρίψη μήτε τω Οδοάκρω να δυσαρεστήση, εύρε διέξοδον εκ της αμηχανίας αγγείλας τω Οδοάκρω, ότι, ίνα κυβερνήση την Ιταλίαν ως αυτοκρατορικός επίτροπος, έδει ν' αποταθή εις τον εν Δαλματία νόμιμον αυτοκράτορα Ιούλιον Νέπωτα, όπως παρ' αυτού λάβη την επιτροπείαν και το αξίωμα του πατρικίου (44), όπερ υπισχνείτο ότι έμελλε ν' αναγνωρίση και αυτός. Εν τω μεταξύ δε φονευθέντος εν Δαλματία του Ιουλίου Νέπωτος υπό του εκείσε υπ' αυτού εξορισθέντος προκατόχου αυτού Γλυκερίου, τα πράγματα έλαβον την κανονικήν αυτών πορείαν. Ο Οδόακρος διωρίσθη υπό του Ζήνωνος ή διορισθείς ήδη υπό του Νέπωτος ανεγνωρίσθη υπό του Ζήνωνος πατρίκιος και εκυβέρνα την Ιταλίαν ουχί ως κράτος ίδιον, ήτοι ως κράτος Ρωμαϊκόν της Δύσεως, αλλά ως διοίκησιν, ήτοι Ιταλίαν αποτελούσαν διοικητικήν περιφέρειαν ιδίαν (45). Αλλ' ο ούτως απλούς διοικητής γενόμενος της Ιταλίας ήτο κυρίως στρατιωτικός διοικητής, την άλλην διοίκησιν καταλείπων εντελώς εις τας τέως καθεστηκυίας αρχάς, επιτρέπων δε εις τους Ρωμαίους (τους Ιταλούς δηλονότι) να κυβερνώνται κατά τους νόμους αυτών, αυτός δε πράγματι άρχων των βαρβάρων, κυβερνωμένων κατά τους βαρβαρικούς αυτών νόμους. Ο μόνος σπουδαίος νεωτερισμός, όν εξετέλεσεν εναντίον του τέως καθεστώτος, ήτο η διανομή του τρίτου της Ιταλικής γης μεταξύ των βαρβάρων αυτού . Αλλ' ο ούτως απλούς διοικητής γενόμενος της Ιταλίας ήτο κυρίως στρατιωτικός διοικητής, την άλλην διοίκησιν καταλείπων εντελώς εις τας τέως καθεστηκυίας αρχάς, επιτρέπων δε εις τους Ρωμαίους (τους Ιταλούς δηλονότι) να κυβερνώνται κατά τους νόμους αυτών, αυτός δε πράγματι άρχων των βαρβάρων, κυβερνωμένων κατά τους βαρβαρικούς αυτών νόμους. Ο μόνος σπουδαίος νεωτερισμός, όν εξετέλεσεν εναντίον του τέως καθεστώτος, ήτο η διανομή του τρίτου της Ιταλικής γης μεταξύ των βαρβάρων αυτού (46).

Διά των γεγονότων του έτους 476 μ. Χ. ουδεμία επήλθε σπουδαία μεταβολή εν τη Δύσει ούτε το λεγόμενον τέλος του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους. Διότι εκτός μεν της Ιταλίας το κράτος τούτο είχε καταλυθή πράγματι πολύ προ του 476, εν Ιταλία δε δεν κατελύθη οριστικώς ούτε τω 476. Τουναντίον και ο Οδόακρος και μετά τούτον ο Ουστρογότθος ηγεμών Θευδέριχος ανεγνώρισαν την επί της χώρας ταύτης νόμιμον κυριαρχίαν του εν Ανατολή αυτοκράτορος (47), μετά δε τον Θευδέριχον και τους διαδόχους αυτού ολόκληρος η Ιταλία εκυβερνήθη επί τινα χρόνον υπό της εν Κωνσταντινουπόλει βασιλείας· η δε Κάτω Ιταλία μέχρι του 11 αιώνος έμεινεν υπό το κράτος του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος. Αλλ' επειδή μετά το 476 μ. Χ. ουδείς πλέον μέχρι του 800 μ. Χ. διωρίσθη ούτε Ρωμαίος ούτε βάρβαρος αυτοκράτωρ ιδιαίτερος εν Ρώμη, η δε τω 800 μ. Χ. ανιδρυθείσα δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήτο Φραγκική, διά τούτο ως τέλος του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους εθεωρήθη το έτος 476 μ. Χ.· διά τούτο δε και το έτος τούτο θεωρείται γενικώς ως τέλος της Αρχαίας ιστορίας και αρχή της Μεσαιωνικής.

Αλλ' η εν Ιταλία κυβέρνησις του Οδοάκρου κατελύθη μετά 13 έτη υπό άλλου βαρβάρου ηγεμόνος, του Ουστρογότθου Θευδερίχου. Οι Ουστρογότθοι, μετά τον θάνατον του Αττίλα, ανεκτήσαντο την ελευθερίαν αυτών, οικούντες δε τας από του Δανουβίου μέχρι της Ιλλυρίας χώρας, διετέλουν εν συχνή επαφή προς το Ανατολικόν κράτος και περιήρχοντο εις εχθρικάς και φιλικάς σχέσεις προς αυτό. Έν τινι δε μεταξύ του Λέοντος Α' και των Ουστρογότθων τούτων περί ειρήνης συνθήκη ως όμηρος είχε δοθή εις την αυλήν του Βυζαντίου παις αρχηγού τινος των Γότθων καλούμενος Θευδέριχος. Ούτος ανατραφείς και παιδευθείς εν Κωνσταντινουπόλει την τε πολιτικήν και στρατιωτικήν τέχνην των Ρωμαίων και επιστρέψας είτα, επί του αυτοκράτορος Ζήνωνος, εις τους ομοεθνείς αυτού, εγένετο ηγεμών τούτων. Καίπερ δε τιμών μεγάλων υπό του αυτοκράτορος αξιωθείς και πατρίκιος αναγορευθείς, δεν διήγεν εν διαρκεί ειρήνη προς το κράτος και ην επικίνδυνος εις αυτό. Διά τούτο ο αυτοκράτωρ Ζήνων, ίνα απομακρύνη αυτόν της προς το κράτος γειτονίας, επέτρεψεν αυτώ να μεταβή μετά των Γότθων αυτού εις Ιταλίαν και να αφαιρέση την αρχήν της χώρας ταύτης από του Οδοάκρου, ούτινος ο Ζήνων εκών άκων είχεν αναγνωρίσει πρότερον την αρχήν. Ο Θευδέριχος ελθών μετά των Ουστρογότθων αυτού, εν οίς εκατοντάδες χιλιάδων ήσαν μαχηταί, εις την Ιταλίαν τω 489 και νικήσας εις διαφόρους μάχας τον Οδόακρον και φονεύσας αυτόν εγένετο κύριος της Ιταλίας (493 μ. Χ.), κυβερνών αυτήν εν ονόματι του αυτοκράτορος και ως βασιλεύς των Ουστρογότθων αυτού, εις ούς διένειμε και γαίας εν Ιταλία. Αλλά και το Ουστρογοτθικόν τούτο κράτος κατελύθη επί των διαδόχων του Θευδερίχου υπό του αυτοκράτορος της Ανατολής Ιουστινιανού.

Καθ' ούς χρόνους ιδρύοντο εν Ιταλία τα κράτη του Οδοάκρου και είτα του Θευδερίχου, εν πάση τη εκτός των Άλπεων δυτική και μέση Ευρώπη είχον ήδη ιδρυθή πλείστα βαρβαρικά κράτη Γερμανολατινικά, (εν ταις υπό Λατίνων οικουμέναις χώραις) ή καθαρώς Γερμανικά (εν ταις κυρίως Γερμανικαίς χώραις), ών την ιστορίαν θέλομεν αφηγηθή συντόμως βραδύτερον, νυν δε ανάγκη να επανέλθωμεν εις την ιστορίαν της Ανατολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ
ΖΗΝΩΝΟΣ (491 Μ. Χ.) ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ
ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (610)

1. Οι αυτοκράτορες Αναστάσιος Α' (491-518
μ. Χ.) και Ιουστίνος Α' (518-527 μ. Χ.).

Ο αυτοκράτωρ Ζήνων εβασίλευσε μέχρι του 491. Αποθανόντος δ' αυτού κατά το έτος τούτο, η χήρα βασίλισσα Αριάδνη, συναινέσει της Συγκλήτου και του λαού αυτού της Κωνσταντινουπόλεως, ανηγόρευσεν ως αυτοκράτορα τον από Δυρραχίου αυλικόν αξιωματικόν Αναστάσιον τον επικαλούμενον Δίκορον (διότι είχε τον ένα οφθαλμόν μέλανα, τον έτερον δε κυανούν), μεθ' ού ήλθεν εις νέου γάμου κοινωνίαν, μετά την στέψιν αυτού ως αυτοκράτορος. Η βασιλεία του Αναστασίου υπήρξε και εξωτερικώς ουχί λίαν ειρηνική ένεκα νέων βαρβαρικών επιδρομών, και εσωτερικώς λίαν ταραχώδης ένεκα των επιταθεισών θρησκευτικών ερίδων. Οι νέοι βάρβαροι, οίτινες επί του Αναστασίου Α' ήρξαντο επιδρομών φοβερών εις το κράτος, ήσαν οι Βούλγαροι, λαός Τουρκικής (48) ή Ουννικής φυλής, όστις περί τα μέσα του 5 μ. Χ. αιώνος προχωρήσας από της ανατολικής Ευρώπης ή από της ένδον Ασίας εις τας παρά την Τύραν (Δνείστερ) χώρας της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας, επεχείρει εκείθεν επί του Ζήνωνος έτι (τω 487 μ. Χ. το πρώτον) επιδρομάς εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας του κράτους. Επί δε του Αναστασίου τοσούτον κατέστησαν φοβεραί αι επιδρομαί αύται εκταθείσαι μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, ώστε ο αυτοκράτωρ ούτος, ίνα προφυλάξη την πρωτεύουσαν από της αμέσου προσβολής των νέων βαρβάρων, έκτισε το Μέγα λεγόμενον τείχος, ήτοι τείχος εκτεινόμενον περί την χερσόνησον, εφ' ής κείται η Κωνσταντινούπολις, από της Προποντίδος (από της παρά την Προποντίδα πόλεως Σηλυβρίας) μέχρι του Ευξείνου (της παρά τον Εύξεινον κειμένης π. Δέρκων). Και απ' ανατολών δε ήρξαντο αύθις οι Πέρσαι ν' απειλώσι το κράτος. Οι Πέρσαι από της προς τον Θεοδόσιον Β' ειρήνης (423 μ. Χ.) μέχρι των χρόνων του Αναστασίου Α', ήτοι επί 70 περίπου έτη, δεν είχον διαταράξει την ειρήνην, διότι και εις τας χώρας αυτών είχον γείνει φοβεραί επιδρομαί βαρβαρικαί κατ' ακολουθίαν της μεγάλης εξ Ασίας κατά τον 4 αιώνα γενομένης μεταναστεύσεως των λαών. Οι εισβαλόντες εις τας Περσικάς χώρας ήσαν οι αυτοί βάρβαροι, οίτινες από του Καυκάσου εισέβαλον και εις τας Ελληνικάς χώρας της Ασίας, οι λεγόμενοι Λευκοί Ούννοι ή Εφθαλίται. Είς μάλιστα βασιλεύς των Περσών, ο Περώζης, μικρόν προ του χρόνου της αναρρήσεως του Αναστασίου, ηχμαλωτίσθη και εφονεύθη υπό των βαρβάρων τούτων. Αλλά νυν, κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αναστασίου, οι Πέρσαι επί του βασιλέως αυτών Καβάδου απαλλαγέντες των βαρβαρικών επιδρομών ήρξαντο να παρενοχλώσι το Ελληνικόν κράτος. Ο Αναστάσιος προς άμυναν εναντίον των Περσών τούτων έκτισε το περίφημον εν Μεσοποταμία φρούριον, το κληθέν από του ονόματος αυτού Αναστασιούπολις (ελέγετο και Δάρας).

Αι δε θρησκευτικαί έριδες, αι ταράττουσαι δεινώς επί του Αναστασίου Α' την εσωτερικήν ειρήνην του κράτους, ήσαν οίαι και αι επί του Ζήνωνος γενόμεναι μεταξύ των Ορθοδόξων, ήτοι των οπαδών της εν Χαλκηδόνι Συνόδου και των Μονοφυσιτών. Επειδή δε εν Κωνσταντινουπόλει οι Ορθόδοξοι ήσαν ισχυρότεροι, ο δε βασιλεύς Αναστάσιος εθεωρείτο ευμενώς διακείμενος εις τους Μονοφυσίτας, αι θρησκευτικαί διαφοραί προυκάλεσαν αιματηράς συγκρούσεις, εν αίς μυριάδες εφονεύθησαν πολιτών, και αυτός δε ο βασιλεύς απέθανε (518 μ. Χ.) εν μέσω δεινής στάσεως εσωτερικής.

Του Αναστασίου αποθανόντος ο στρατός ουδαμώς προσέχων εις τους συγγενείς (ανεψιούς) του Αναστασίου, οίτινες ήσαν και φυσικοί κληρονόμοι αυτού, ανηγόρευσεν αυτοκράτορα γηραιόν τινα αξιωματικόν, γενναίον και χρηστόν, αλλ' όλως αμαθή και απαίδευτον, και δη και αναλφάβητον, διά μηχανής υπογράφοντα τα διατάγματα, τον Ιουστίνον Α', τον λεγόμενον μεν Θράκα, αλλά καταγόμενον από Ιλλυρίας. Ούτος εβασίλευσεν 9 μόνον έτη και αποκατέστησεν οπωσούν την θρησκευτικήν ειρήνην διά της εις την Ορθοδοξίαν αφοσιώσεως αυτού· διαλλάξας δε την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως προς την της Ρώμης συνετέλεσεν εις την άρσιν του από 35 ετών υφισταμένου σχίσματος (ίδ. σελ. 61). Ο Ιουστίνος ετελεύτησε τω 527 μ. Χ. καταλιπών τον θρόνον εις τον περίφημον ανεψιόν αυτού Ιουστινιανόν Α'.

2. Ιουστινιανός ο Μέγας (527-565 μ. Χ.).

Του Ιουστινιανού Α' η επί 38 έτη διαρκέσασα βασιλεία είναι μία των σπουδαιοτάτων και λαμπροτάτων περιόδων της ιστορίας του Ελληνορωμαϊκού κράτους διά τα μεγάλα γεγονότα τα πληρούντα την βασιλείαν ταύτην. Ο Ιουστινιανός Α' ήτο ανήρ περίνους [49], μεγαλόνους και μεγαλεπήβολος, αρχικός και φιλόδοξος εν τη καλή σημασία του ονόματος· ήτο δε και πεπαιδευμένος ως νομικός, θεολόγος και αρχιτέκτων. Αλλά πλην του τα τοιαύτα προσόντα κεκτημένου αυτοκράτορος και πολλοί μεγάλοι άνδρες πολιτικοί και στρατιωτικοί και νομοδιδάσκαλοι και καλλιτέχναι ελάμπρυναν την βασιλείαν του Ιουστινιανού. Εν τοις πολλοίς και ονομαστοίς στρατηγοίς του αυτοκράτορος οι μέγιστοι και διαπρεπέστατοι ήσαν ο Βελισσάριος και ο Ναρσής· μεταξύ δε των υπουργών ή συμβούλων επιφανέστατος ην ο μέγας νομοδιδάσκαλος Τριβωνιανός· και μεταξύ των καλλιτεχνών οι περιφημότατοι ήσαν οι μεγαλοφυείς αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος. Μέγα όνομα εν τη Ιστορία του Ιουστινιανού εκτήσατο και η γυνή αυτού και αυτοκράτειρα και αυγούστα υπ' αυτού αναγορευθείσα Θεοδώρα. Αύτη, καίπερ εκ ταπεινού γένους καταγομένη, διάγουσα δε πρότερον βίον ουχί ηθικώς και κοινωνικώς ανεπίληπτον, όμως διεκρίνετο επί ευφυία, δυνάμει πνεύματος και χάριτι· γενομένη δε σύνευνος του Ιουστινιανού και υψωθείσα εις τον περίλαμπρον θρόνον του Βυζαντίου, τον μέγιστον τότε και ενδοξότατον εν όλη τη οικουμένη, εν τω θρόνω τούτω και διά τούτου εξηυγενίσθη ηθικώς και υπήρξε σύμβουλος πιστή του μεγάλου βασιλέως και ενίοτε κρατίστη και μεγίστη εν ταις δεινοτάταις των περιστάσεων.
 
Τα πολλά και μεγάλα πολεμικά έργα της βασιλείας του Ιουστινιανού εισίν εν περιλήψει τα εξής.

Μικρόν μετά την εις τον θρόνον άνοδον του Ιουστινιανού ήρξατο ο από Περσών πόλεμος του Καβάδου, του μνημονευθέντος ανωτέρω βασιλέως των Περσών, εισβαλόντος εις τας ανατολικάς επαρχίας του κράτους (528 μ. Χ.). Ο Ιουστινιανός έπεμψε πολλούς στρατηγούς εναντίον των Περσών, εν οίς και τον Βελισσάριον, όστις μετά πολλάς αμφιρρόπους μάχας και εκατέρωθεν νίκας και αποτυχίας επί τέλους έστρεψε την επιτυχίαν προς τον στρατόν τον αυτοκρατορικόν και μετά τριετείς αγώνας αποθανόντος του Καβάδου (ή Κοβάδου) και διαδεξαμένου τούτον του υιού αυτού Χοσρόου Α' του Μεγάλου, του επικαλουμένου «Ευδαίμονος» (Νουσιρβάν) (50), συνωμολόγησεν ειρήνην έντιμον ασφαλίζουσαν τα όρια του κράτους προς ανατολάς.

Ο αυτός στρατηγός κατέβαλε μετ' ολίγον εν Κωνσταντινουπόλει (533) στάσιν τινά καλουμένην «του Νίκα» (51). Η στάσις αύτη, προελθούσα εκ των αντιζηλιών των δύο εν τω ιπποδρόμω από του χρώματος της στολής των προς αλλήλους αγωνιζομένων αρματηλατών ωνομασμένων μερίδων (Πρασίνων και Κυανών ή Βενέτων) . Η στάσις αύτη, προελθούσα εκ των αντιζηλιών των δύο εν τω ιπποδρόμω από του χρώματος της στολής των προς αλλήλους αγωνιζομένων αρματηλατών ωνομασμένων μερίδων (Πρασίνων και Κυανών ή Βενέτων) (52), εστράφη κατά του αυτοκράτορος. Μετ' ολίγον το πλείστον της πόλεως μετέσχε της στάσεως και πυρ υπό των στασιαστών βληθέν εις την πόλιν επήνεγκε μεγάλας καταστροφάς ιδίως δημοσίων κτιρίων. Κατεστράφη δε τότε υπό του πυρός και ο ναός της του Θεού Σοφίας. Και ήδη μέρος του στρατού είχε προσχωρήσει εις τους στασιαστάς, οίτινες είχον κηρύξει αυτοκράτορα, τον του αυτοκράτορος Αναστασίου Α' ανεψιόν Υπάτιον, ο δε Ιουστινιανός εβουλεύετο περί φυγής διά της θαλάσσης, ότε η τολμηρά και εύγλωττος αντίρρησις της Θεοδώρας επήνεγκεν οριστικήν μεταβολήν των πραγμάτων , εστράφη κατά του αυτοκράτορος. Μετ' ολίγον το πλείστον της πόλεως μετέσχε της στάσεως και πυρ υπό των στασιαστών βληθέν εις την πόλιν επήνεγκε μεγάλας καταστροφάς ιδίως δημοσίων κτιρίων. Κατεστράφη δε τότε υπό του πυρός και ο ναός της του Θεού Σοφίας. Και ήδη μέρος του στρατού είχε προσχωρήσει εις τους στασιαστάς, οίτινες είχον κηρύξει αυτοκράτορα, τον του αυτοκράτορος Αναστασίου Α' ανεψιόν Υπάτιον, ο δε Ιουστινιανός εβουλεύετο περί φυγής διά της θαλάσσης, ότε η τολμηρά και εύγλωττος αντίρρησις της Θεοδώρας επήνεγκεν οριστικήν μεταβολήν των πραγμάτων (53). Ο Ιουστινιανός μεταπεισθείς εκ των λόγων της Θεοδώρας ανέθηκεν εις τον Βελισσάριον τον κατά των στασιαστών αγώνα. Ούτος δε αναπτερώσας το φρόνημα των ολίγων πιστών μεινάντων στρατιωτών κατέβαλε ταχέως και αιματηρώς την στάσιν, εθανατώθη δε και ο αυτοκράτωρ ανακηρυχθείς Υπάτιος.

Μικρόν μετά ταύτα επεχείρησεν ο Ιουστινιανός πόλεμον κατά των Βανδήλων της Αφρικής (535 μ. Χ.). Ενταύθα μετά τον θάνατον του φοβερού Γεζερίχου (478) και μετά τινας ήττον πονηρούς και ωμούς ηγεμόνας, οίτινες εκ του οίκου του Γεζερίχου διεδέξαντο αυτόν εν τη αρχή, ήρπασεν επί τέλους ταύτην ο τω προπάππω όμοιος δισέγγονος του Γεζερίχου Γελίμερ, εκβαλών τον νομίμως κατέχοντα αυτόν Ιλδέριχον (530 μ. Χ.). Ο Ιουστινιανός, όστις και άλλως διέκειτο ευμενώς προς τον Ιλδέριχον, επενέβη υπέρ αυτού καθ' ό είχε δικαίωμα ως υπέρτατος νόμιμος κύριος της Αφρικής, απαιτών την εκ δεσμών απαλλαγήν του εκπτώτου βασιλέως. Μη εισακουσθείς δε έπεμψεν εναντίον του Γελίμερος στόλον και στρατόν υπό την αρχηγίαν του Βελισσαρίου (535 μ. Χ.). Η δύναμις, ής ηγείτο ο Βελισσάριος (συγκειμένη εκ 30 χιλ. στρατιωτών και 600 πλοίων), ήτο πολλώ σμικροτέρα της πεμφθείσης προ 70 περίπου ετών υπό του Λέοντος Α'. Αλλ' ο Βελισσάριος κατώρθωσεν εν τη στρατηγική αυτού μεγαλοφυία διά της αναλόγως μικράς ταύτης δυνάμεως ου μόνον να νικήση τον Γελίμερα και να συλλάβη αυτόν, αλλά και να καταλύση οριστικώς το Βανδηλικόν κράτος. Πάσα η Αφρική νυν, από των δυτικών ορίων της Αιγύπτου μέχρι του Ατλαντικού εκτεινομένη, υπετάγη εις το Ελληνορωμαϊκόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως. Και ο Γελίμερ αχθείς εις την Κωνσταντινούπολιν μετά των μεγιστάνων αυτού ηκολούθησε τω θριάμβω του Βελισσαρίου και προσεκύνησε τον Ιουστινιανόν· τυχών δε παρ' αυτού χάριτος επέμφθη εις Μικράν Ασίαν, ένθα εδωρήσατο αυτώ ο αυτοκράτωρ πλούσιον κτήμα ίνα διέλθη εν αυτώ το λοιπόν του βίου εν ανέσει ως ιδιώτης. Οι Βανδήλοι αιχμαλωτισθέντες κατετάχθησαν εις τον στρατόν του κράτους.

Μικρόν μετά την κατάλυσιν του Βανδηλικού κράτους επήλθε και η κατάλυσις του Ουστρογοτθικού κράτους της Ιταλίας και η άμεσος υπαγωγή της χώρας ταύτης υπό το κράτος του Ιουστινιανού.

Μετά τον θάνατον του Θευδερίχου (526 μ. Χ.), όστις επί 33 έτη εκυβέρνα καλώς και ισχυρώς το υπ' αυτού εν Ιταλία ιδρυθέν κράτος των Ουστρογότθων, η ηγεμονία των Ουστρογότθων είχε περιέλθει εις την θυγατέρα αυτού Αμαλασούνθαν. Αύτη εκπληρούσα πιστώς τα προς τον Ιουστινιανόν ως υπέρτατον άρχοντα της Ιταλίας καθήκοντα είχε πέμψει στρατόν προς τον Βελισσάριον εν τω κατά Βανδήλων πολέμω και διά της πράξεως ταύτης είχεν ελκύσει την εύνοιαν του Ιουστινιανού. Ο άγριος φόνος της ευγενούς ταύτης γυναικός υπό του βαρβάρου ανδρός αυτής Θευδάτου του Ουστρογότθου, όστις εσφετερίσθη νυν την αρχήν (54), έδωκεν αφορμήν εις τον Ιουστινιανόν να κηρύξη πόλεμον κατά του Ουστρογοτθικού κράτους και να πέμψη εις Ιταλίαν τον εξ Αφρικής προ μικρού επιστρέψαντα δαφνοστεφή στρατηγόν Βελισσάριον (535 μ. Χ). Ο πόλεμος ούτος, εν ώ κατ' αρχάς θαυμασίως ευδοκίμησεν ο Βελισσάριος, μετά μικρών δυνάμεων καταλαβών μέγα μέρος της Ιταλίας και την Ρώμην αυτήν, διήρκεσε μακρόν χρόνον ένεκα της μεγάλης, γενναίας και επιμόνου αντιστάσεως, ήν αντέταξαν οι Ουστρογότθοι υπό τους γενναίους βασιλείς Ουίτιγιν, Τωτίλαν και Τεΐαν, ούς αλληλοδιαδόχως εξέλεξαν, αφού καθήρεσαν και εφόνευσαν τον γενόμενον αίτιον του πολέμου άθλιον Θευδάτον. Προς τούτοις, διαρκούντος του κατά Ουστρογότθων πολέμου τούτου οι Πέρσαι διαλύσαντες την ειρήνην εισέβαλον εις την Μεσοποταμίαν (540) καθ' υποκίνησιν των Ουστρογότθων, οίτινες κατόρθωσαν να πέμψωσι πρεσβείαν εις την Περσίαν και να παραστήσωσιν εις τους Πέρσας τους κινδύνους τους ενδεχομένους να προκύψωσιν εις το Περσικόν κράτος εκ της υπερμέτρου αυξήσεως των δυνάμεων των Ρωμαίων διά της υπ' αυτών καταλήψεως της Ιταλίας. Ένεκα του ούτως εκραγέντος νέου Περσικού πολέμου ο Βελισσάριος ανεκλήθη από της Ιταλίας ίνα πεμφθή κατά των Περσών και εντεύθεν εχαλαρώθη ο εν Ιταλία πόλεμος, οι δε Γότθοι κατέστησαν επιθετικότεροι. Και αφού δε ο Βελισσάριος νικήσας τους Πέρσας και απώσας αυτούς πέραν του Τίγρητος επανήλθεν εις την Ιταλίαν, δεν κατώρθωσε να περατώση τον πόλεμον ταχέως και επιτυχώς προ πάντων ένεκεν ανεπαρκείας των στρατιωτικών δυνάμεων αυτού, και επέστρεψεν αύθις εις Κωνσταντινούπολιν. {74} Τέλος δε μετά νέου στρατού εστάλη εις την Ιταλίαν ο στρατηγός Ναρσής, όστις μετά πολλάς μάχας, καθ' άς ηρωικώς ηγωνίσθησαν υπέρ της ελευθερίας αυτών οι Ουστρογότθοι, κατώρθωσε να καταλύση οριστικώς το κράτος το Ουστρογοτθικόν (555 μ. Χ.) και να υπαγάγη άπασαν την Ιταλίαν υπό την άμεσον αρχήν του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος. Η μεγάλη αύτη χώρα απετέλεσε νυν ιδίαν μεγάλην διοικητικήν περιφέρειαν (Εξαρχίαν), κυβερνωμένην υπό επιτρόπου του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος, Εξάρχου καλουμένου. Τοιούτος δε Έξαρχος εγένετο νυν ο Ναρσής.

Ο διαρκούντος του Ουστρογοτθικού εν Ιταλία πολέμου αρξάμενος τω 549 νέος Περσικός πόλεμος εξηκολούθησε και μετά τας μνημονευθείσας νίκας του Βελισσαρίου επί πολλά έτη, μετατεθείς από των περί τον Τίγρητα και τον Ευφράτην χωρών της Μεσοποταμίας εις την περί τον Καύκασον και την κατά τας ακτάς του Ευξείνου κειμένην και Κολχίδα καλουμένην χώραν, ήν οι Πέρσαι ήθελον να αφαιρέσωσιν από του Ελληνικού κράτους. Διήρκεσε δε ο πόλεμος εν τη νέα αυτού ταύτη φάσει επί επτά έτη (549-556) μ. Χ. και έληξε δι' ειρήνης, καθ' ήν η μεν Κολχίς έμεινεν εν τω Ελληνικώ κράτει, εις δε τους Πέρσας υπεχρεώθη το κράτος να δίδη χρηματικήν τινα χορηγίαν διά την υποχρέωσιν ήν ανέλαβαν ούτοι να τηρώσι φρουράν εν ταις Κασπίαις πόλεσιν (εν ταις περί την Κασπίαν στεναίς διόδοις του Καυκάσου) ίνα κωλύωσι την εις τας Ασιατικάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους και εις την Περσίαν εισβολήν των πέραν του Καυκάσου βαρβάρων.

Και ταύτα μεν τα μεγάλα πολεμικά γεγονότα της βασιλείας του Ιουστινιανού, δι' ού το Ελληνικόν κράτος εξετάθη από των Ηρακλείων στηλών μέχρι της Κασπίας θαλάσσης και ολόκληρος σχεδόν η Μεσόγειος θάλασσα εγένετο θάλασσα Ελληνορωμαϊκή (55).

Αλλ' εκτός τούτων των εκδήμων και υπερθαλασσίων μεγάλων στρατειών και πολέμων διεξήγαγεν ο Ιουστινιανός και πολλούς μικροπολέμους εναντίον των από βορρά εισβαλόντων εις το κράτος βαρβάρων. Τοιούτοι βάρβαροι ήσαν προ πάντων οι από της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας επιδρομάς εις το κράτος ποιούμενοι Βούλγαροι και τα μετά τούτων ενούμενα λείψανα των εν ταις αυταίς χώραις πλανωμένων Ούννων. Αλλά κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού και νέα βαρβαρικά στίφη, Σλαυικά ταύτα, κατερχόμενα και αυτά κατά μικρόν μετά την διάλυσιν του Ουννικού κράτους από των χωρών της νυν δυτικής Ρωσίας εις τον Κάτω Δανούβιον και τα Καρπάθια ήρξαντο να εισβάλλωσιν εις τας εντεύθεν του Δανουβίου επαρχίας του Κράτους, ιδίως εις την Κάτω Μοισίαν (την νυν Βουλγαρίαν). Μεταξύ των Σλαυικών τούτων φυλών, αίτινες καλούνται υπό των Ελλήνων των τότε χρόνων συνήθως Σκλαβηνοί, γνωστή είναι ιδίως η φυλή των Άντων καλουμένων Σλαύων, αφ' ών πολλάκις ηττηθέντων έλαβεν ο Ιουστινιανός το νικητήριον επώνυμον Αντικός (Anticus). Επί του Ιουστινιανού δ' ωσαύτως εφάνη εν ταις πέραν του Δανουβίου χώραις νέα φυλή βαρβαρική πολυπληθής εξ Ασίας ελθούσα εις Ευρώπην, οι Άβαροι, λαός εν μέρει Μογγολικής καταγωγής, ως οι Ούννοι, ελθών εκ των ένδον ή και εκ των εσχατιών (της νυν Μαντζουρίας, ως εικάζεται) της Ασίας. Και οι μεν Άβαροι, οι επί των διαδόχων του Ιουστινιανού τούτου φοβεροί γενόμενοι και εις το κράτος και εις τους Γερμανούς, δεν επεχείρησαν έτι επιδρομάς εις το Κράτος. Αλλ' οι Σκλαβηνοί και οι Βούλγαροι πολλάκις εισέβαλλον εις τας εντεύθεν του Δανουβίου χώρας. Άπαξ δε Βούλγαροι μετά Ούννων προυχώρησαν (559) μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, διελθόντες το Μέγα Τείχος διά των μεγάλων ρηγμάτων, άτινα προ μικρού είχον ανοίξει εν αυτώ οι από του 558 μέχρι 559 εκ διαλειμμάτων γενόμενοι μεγάλοι σεισμοί. Αλλά και τότε ο Βελισσάριος, όστις ήτο ήδη γέρων και απόμαχος στρατηγός, ενίκησε τους βαρβάρους μετά του μικρού εκ των νέων της Κωνσταντινουπόλεως και εκ των αγροτών της πέριξ χώρας εκ του προχείρου συγκροτηθέντος αυτοσχεδίου στρατού.

{76} Και τοιαύτα μεν καθόλου τα πολεμικά έργα της βασιλείας του Ιουστινιανού. Εκ των έργων δε της εσωτερικής κυβερνήσεως του Ιουστινιανού το λαμπρότατον είνε η υπ' αυτού γενομένη συστηματική συλλογή και κατάταξις των Ρωμαϊκών νόμων, εξ ής απετελέσθη το Ιουστινιάνειον Δίκαιον, εκ τούτου δε η επιστήμη του Ρωμαϊκού Δικαίου.

Η μεγάλη αύτη εργασία εγένετο εν έτεσιν έξ (528-534 μ. Χ.) υπό δωδεκαμελούς επιτροπείας νομοδιδασκάλων εργαζομένων υπό την προεδρίαν του περιφήμου νομοδιδασκάλου Τριβωνιανού, κατέχοντος τότε και το αξίωμα του κοιέστωρος, αξίωμα δηλονότι μέχρι τινός ανάλογον προς το παρ' ημίν αξίωμα του υπουργού της Δικαιοσύνης. Το Ιουστινιάνειον Δίκαιον περιέχει α') τον Κώδικα ήτοι την συλλογήν και συστηματικήν κατάταξιν των μέχρι του Ιουστινιανού επί των προκατόχων αυτού αυτοκρατόρων εκδοθέντων νόμων, εις ούς προσετέθησαν και οι υπ' αυτού του Ιουστινιανού εκδοθέντες νόμοι οι καλούμενοι Νεαραί (νέοι νόμοι) ή Λατινιστοί Novellae· β') τους Πανδέκτας ή τα Δίγεστα (Digesta), ήτοι συλλογήν και επιστημονικήν κατάταξιν θεμελιωδών αρχών του Δικαίου και αποφάσεων νομικών εξηγμένων από δισχιλίων νομικών βιβλίων των περιφημοτάτων Ρωμαίων νομοδιδασκάλων. Εις δε τα κύρια ταύτα μέρη του Ιουστινιανείου Δικαίου προσετέθησαν και αι Εισηγήσεις (Institutiones), είδος τι δηλονότι εισαγωγής περί των γενικών αρχών του Δικαίου. Η γλώσσα του Ιουστινιανείου Δικαίου είνε Λατινική πλην της των Νεαρών, αίτινες εξεδόθησαν εν τη Ελληνική. Το Ιουστινιάνειον Δίκαιον από του Βυζαντίου παρέλαβον πάσαι σχεδόν αι Ευρωπαϊκαί χώραι και κατέστησαν βάσιν της του Δικαίου επιστήμης μέχρι σήμερον.

Άλλο έργον σπουδαίον της εσωτερικής διοικήσεως του Ιουστινιανού είνε τα υπ' αυτού εν τη πρωτευούση και εν ταις διαφόροις χώραις του κράτους γενόμενα κτίσματα, ήτοι πόλεις, άς έκτισεν ή ανωκοδόμησε, τείχη πόλεων ή οχυρώματα, φρούρια πολυπληθή κτισθέντα προς άμυναν εναντίον των βαρβάρων, προσέτι δημόσια κτίρια, λουτρώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία, προ πάντων δε μοναστήρια και ναοί μεγαλοπρεπείς προς λατρείαν του Θεού. Μεταξύ των πλείστων μεγαλοπρεπών ναών, ούς ο Ιουστινιανός έκτισεν εν Κωνσταντινουπόλει και εν πλείσταις πόλεσι του αχανούς αυτού κράτους, ο περιφημότατος εν τη ιστορία είνε ο της του Θεού Σοφίας, ο οικοδομηθείς ή μάλλον ανοικοδομηθείς υπό του βασιλέως τούτου μέγιστος και λαμπρότατος μετά την εν τη στάσει του «Νίκα» καταστροφήν αυτού. Έκτισαν δε αυτόν οι μεγαλοφυείς Έλληνες αρχιτέκτονες οι εφάμιλλοι προς τους μεγάλους αρχιτέκτονας του αρχαίου Ελληνικού κόσμου Καλλικράτη και Ικτίνον, Ανθέμιος ο Τραλλιανός και Ισίδωρος ο Μιλήσιος και ο τούτου ομώνυμος ανεψιός. Περί του ναού τούτου, μοναδικού διά το αρχιτεκτονικόν αυτού κάλλος, το αρμονικόν της οικοδομής, και το εξαισίως φωτεινόν, και περί της ηθικής θρησκευτικής εξάρσεως, ήν εμποιεί εις τας ψυχάς των εισερχομένων και θεωμένων αυτόν εσωτερικώς, λέγει ο ιστοριογράφος Προκόπιος χαρακτηριστικότατα, ότι «εν αυτώ ο νους προς τον Θεόν επαιρόμενος, αεροβατεί, ου μακράν που ηγούμενος αυτόν είναι» και ότι «τούτου του θεάματος ουδείς έλαβε πώποτε κόρον, αλλά παρόντες μεν άνθρωποι τοις ορωμένοις γεγήθασιν, απιόντες δε τοις υπέρ αυτού διαλόγοις αποσεμνύνονται» . . . Τοιούτος ναός «Μεγάλη Εκκλησία» υπό των χριστιανών εικότως κληθείς δεν είχε μόνον αξίαν μοναδικήν καλλιτεχνικήν ούτε σπουδαιότητα απλώς θρησκευτικήν, αλλά προς τη τοιαύτη σπουδαιότητι και ένεκα ταύτης εκτήσατο και μεγίστην καθολικήν ιστορικήν σπουδαιότητα εν τω όλω βίω του Χριστιανικού Ελληνισμού. Εν τω ναώ τούτω συνεκροτούντο αι Εκκλησιαστικαί Σύνοδοι· ενταύθα οι βασιλείς προσευχόμενοι εις τον Θεόν εν κατανύξει επεχείρουν στρατείας και πολέμους. Εις τον ναόν τούτον οι αυτοκράτορες οι επανερχόμενοι νικηταί εις την πρωτεύουσαν μετέβαινον εν θριάμβω ίνα ψάλλωσι τον νικητήριον προς τον Ύψιστον ύμνον. Τούτων δε πάντων ένεκα η Αγία Σοφία και αφού μετά την κατάλυσιν του κράτους περιήλθεν υπό το κράτος αλλοθρήσκων και αλλογενών κατακτητών και έπαυσε του να είναι χριστιανικός ναός, ου μόνον ως αριστοτέχνημα αρχιτεκτονικόν έμεινεν αιώνιον μνημείον της Ελληνικής τέχνης και μεγαλοφυίας, αλλά και, ως μνημείον καθόλου ιστορικόν, το ιδεώδες σύμβολον του εθνικού μεγαλείου του Έλληνος και των περί τούτου εις το μέλλον ελπίδων αυτού.

Πολλά άλλα ετελέσθησαν έργα επί της βασιλείας του μεγαλαπράγμονος αυτοκράτορος Ιουστινιανού, αποβλέποντα προς εμπέδωσιν της εξωτερικής ασφαλείας και προαγωγήν της εσωτερικής ευημερίας των υπηκόων. Αναφέρομεν ιδίως ότι επί του Ιουστινιανού εισήχθη εις το κράτος η καλλιέργεια του μεταξοσκώληκος, λέγεται δε ότι δύο μοναχοί Έλληνες μεταβάντες εις Κίναν κατώρθωσαν να εισαγάγωσιν εις το κράτος τον σπόρον του σκώληκος, εξαγαγόντες αυτόν κρυφίως εντός των σωλήνων των ράβδων αυτών, διότι ήτο αυστηρώς απηγορευμένη εν Κίνα η εξαγωγή του προϊόντος τούτου (56), όπερ μέχρι του 12 αιώνος εκαλλιεργείτο εν Ευρώπη μόνον εν τω Ελληνικώ κράτει και ήτο πολυτιμότατον προϊόν του Κράτους τούτου.

Εις τα Εκκλησιαστικά δε πράγματα ανεμίχθη ο Ιουστινιανός και διά Συνόδου Οικουμενικής (της πέμπτης), ήν συνεκάλεσεν εν Κωνσταντινουπόλει (553 μ. Χ.), εζήτησε να λύση τας εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών προελθούσας και υφισταμένας έτι θρησκευτικάς έριδας.

Αλλ' η μακρά βασιλεία του Ιουστινιανού πλην της λαμπροτάτης ταύτης όψεως, ήν περιεγράψαμεν διά βραχέων, είχε καί τινα σκιερά, όπως πάντα τα ανθρώπινα πράγματα εν τη ιστορία και ιδίως τα των μεγάλων εθνών και κρατών. Τοιαύτα δε είναι αι πολλαί βαρβαρικαί επιδρομαί αι γενόμεναι εις τας ευρωπαϊκάς ιδίως χώρας του κράτους υπό των πέραν του Δανουβίου βαρβάρων, αι συνεπαγόμεναι δηώσεις της γης και αιχμαλωσίας ανθρώπων· έπειτα μεγάλαι τινές φυσικαί συμφοραί, οίον οι εκ των πολλών πολέμων προκύψαντες λιμοί και λοιμοί κατά τόπους, καί τις φοβερός επιδημικός λοιμός ενσκήψας εξ Αφρικής κατά το 4 έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού και πολλάκις εκ διαλειμμάτων μαστίσας το κράτος. Προς τούτοις και σεισμοί πολλοί και σφοδροί εγένοντο πολλάκις επί της βασιλείας του Ιουστινιανού, μεγάλας επενεγκόντες καταστροφάς εν τε τη πρωτευούση και εν ταις επαρχίαις και ιδίως καταθάψαντες μυριάδας ανθρώπων εν Αντιοχεία και εν Βηρυτώ. Εν Βηρυτώ δε ο σεισμός ο γενόμενος τω 554 κατέστρεψε την ενταύθα Νομικήν Σχολήν, εν ή εσπούδαζον οι των ευγενών παίδες, και κατέθαψεν υπό τα ερείπια αυτής πάντας τους διδάσκοντας και διδασκομένους εν αυτή. Σκιερόν μέρος της βασιλείας του Ιουστινιανού θεωρείται και η τω 529 γενομένη κατάργησις της εν Αθήναις αρχαίας Φιλοσοφικής Σχολής, μεθ' ής εξέλιπε και το τελευταίον γνώρισμα της αρχαίας δόξης των Αθηνών.

Και συνωμοσίαι δε κατά του Ιουστινιανού εγένοντο, εις ών μίαν ανεμίχθη και το όνομα του Βελισσαρίου, όστις κατηγορηθείς υπό των εχθρών αυτού ως συνένοχος, κατεδικάσθη χωρίς ν' αποδειχθή η ενοχή αυτού (564). Αλλ' ο Ιουστινιανός απένειμε χάριν τω ενδόξω στρατηγώ, γινώσκων κατά βάθος την αθωότητα αυτού και επέτρεψεν αυτώ να ζήση το λοιπόν του βίου ησύχως εν τη πρωτευούση, απολαύων πασών των προτέρων τιμών και καρπούμενος την περιουσίαν αυτού, ήτις μόνον μετά τον θάνατον του στρατηγού, μη υπαρχόντων κληρονόμων, εδημεύθη υπό του κράτους. Αλλ' ο Βελισσάριος μικρόν μόνον επέζησε τω ειρημένω γεγονότι, αποθανών κατά Μάρτιον του 565. Οκτώ μήνας μετά τον μέγαν στρατηγόν ετελεύτησε το αυτό έτος (14 Νοεμβρίου 565 μ. Χ.) και ο μέγας βασιλεύς Ιουστινιανός (Επτακαίδεκα έτη προ αυτού, τω 548, είχεν αποθάνει η βασιλίς Θεοδώρα).
 

3. Ιουστίνος Β' (565-578).

Τον Ιουστινιανόν τελευτήσαντα άπαιδα διεδέξατο ο από της αδελφής αυτού ανεψιός Ιουστίνος Β'. Ο αυτοκράτωρ ούτος δεν είχε μεν την μεγαλοφυίαν και την δύναμιν και ενέργειαν του πνεύματος, εφ' ή διεκρίνετο ο θείος αυτού, αλλ' ήτο δίκαιος και αγαθός προς το υπήκοον. Επ' αυτού μέρος της Ιταλίας (την Άνω Ιταλίαν) απώλεσε το κράτος. Διότι οι Λογγοβάρδιοι, έθνος Γερμανικόν, εις ό ο Ιουστινιανός είχεν επιτρέψει να εγκαταστή εις τας περί τον Δανούβιον χώρας, επέδραμεν εις την Άνω Ιταλίαν (568) και ίδρυσε κράτος βαρβαρικόν εν αυτή, μη αναγνωρίζον την κυριαρχίαν του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος και μη σεβόμενον (ως ο Οδόακρος και ο Θευδέριχος) τους Ρωμαϊκούς θεσμούς, αλλ' εισαγαγόν εις την χώραν όλως νέον βίον Γερμανικόν, οίον οι πέραν των Άλπεων Γερμανικοί λαοί εισήγαγον εις τας υπ' αυτών καταληφθείσας χώρας. Νυν δε πρώτον μέρος της Ιταλίας απεσπάσθη οριστικώς από του λεγομένου Ρωμαϊκού κράτους. Ένεκα του γεγονότος τούτου ο Ιουστίνος καταληφθείς υπό θλίψεως και δυσθυμίας και μη επαρκών μόνος εις την κυβέρνησιν του κράτους παρέλαβε μετά τινα έτη ως συνάρχοντα (αναγορεύσας αυτόν καίσαρα) άνδρα άριστον, τον αρχηγόν των σωματοφυλάκων Τιβέριον, μεθ' ού συνεβασίλευσεν επί 4 έτη, τελευτήσας τω 578 μ. Χ.

4. Τιβέριος Β' (578-582 μ. Χ.).

Ο Τιβέριος μετά τον θάνατον του Ιουστίνου Β' εβασίλευσεν άλλα 4 έτη μόνος αυτοκράτωρ (αύγουστος νυν), λαμπρώς διεξάγων την εσωτερικήν κυβέρνησιν του κράτους. Η χήρα αυτοκράτειρα Σοφία, η φίλαρχος γυνή του Ιουστίνου Β', ής προς τιμήν εκλήθη Σοφία η μέχρι νυν ούτω καλουμένη, τότε δε κτισθείσα, εν τη κάτω Μοισία πόλις (νυν πρωτεύουσα της Βουλγαρίας)· η αυτή, ής η υπεροπτική προς τον Έξαρχον της Ιταλίας διαγωγή συνετέλεσεν εις την απώλειαν της Άνω Ιταλίας, επεβούλευσε κατά του Τιβερίου, ζητούσα ν' αναβιβάση εις τον θρόνον τον του Ιουστίνου Β' ανεψιόν Ιουστινιανόν. Αλλ' ο Τιβέριος εματαίωσε μετά τόλμης και φρονήσεως την τοιαύτην επιβουλήν· και μεγαθύμως προσενεχθείς προς τον μετά της Σοφίας επιβουλεύσαντα κατ' αυτού Ιουστινιανόν, ούτινος άλλως εξετίμα τας αρετάς, ου μόνον συνεχώρησεν αυτώ το τοιούτον αμάρτημα, αλλά και δι' αυτού εν μέρει διεξήγαγε τον νικηφόρον κατά Περσών πόλεμον. Αλλ' ο ανήρ ο τας μεγίστας εν τω πολέμω τούτω αναδείξας στρατιωτικάς και στρατηγικάς αρετάς και άλλως δε χρηστότατος τον χαρακτήρα ην ο στρατηγός Μαυρίκιος. Διά των δύο τούτων στρατηγών προ πάντων διεξήγαγεν ο Τιβέριος ή μάλλον εξηκολούθησε τον από του Ιουστίνου Β' ήδη αρξάμενον πόλεμον.

{80} Καθ' όν χρόνον ο Ιουστίνος Β' διεδέξατο τον Ιουστινιανόν Α', έζη έτι και εβασίλευεν εν Περσία γηραιός ήδη ο βασιλεύς Χοσρόης Α', ο συνομολογήσας μετά του Ιουστινιανού ειρήνην τω 556. Η ειρήνη αύτη, διελύθη επί του Ιουστίνου Β' διά την εξής αιτίαν. Ο Χοσρόης, ίνα εκτείνη το κράτος αυτού προς το μέρος της Αραβίας, εισέβαλεν εις την νότιον ή ευδαίμονα Αραβίαν (την νυν Γεμέν καλουμένην χώραν). Η νοτία Αραβία ήτο υποτεταγμένη τότε εις το πέραν της Ερυθράς θαλάσσης Χριστιανικόν κράτος της Αιθιοπίας ή Αβησσυνίας, λαβούσα εντεύθεν και αυτή τον Χριστιανισμόν. Επειδή δε η Αβησσυνία διετέλει υπό την προστασίαν του Ελληνικού κράτους, η εις Αραβίαν, κτήσιν Αβησσυνιακήν, εισβολή των Περσών προυκάλεσε την διαμαρτυρίαν της κυβερνήσεως του Ιουστίνου Β' και, μετά τινας εχθρικάς εκατέρωθεν διαδηλώσεις, την έναρξιν του πολέμου. Σύμμαχος του Ιουστίνου κατά των Περσών εν τω πολέμω τούτω ήτο λαός τις της Μέσης Ασίας το πρώτον εν τη ιστορία τη Ελληνική μνημονευόμενος, ο λαός των Τούρκων (57). Οι Τούρκοι αποτελούντες πολυπληθεστάτην ομοφυλίαν λαού γλωσσικώς ηνωμένου, ανθρωπολογικώς δε εν μέρει εις την Λευκήν, εν μέρει εις την Κιτρίνην φυλήν υπαγομένου, ώκουν έκπαλαι τας περί τα Αλτάια όρη εκτεινομένας ευρυτάτας χώρας της Ασίας. Οι Τουρκικοί λαοί είχον τότε θρησκείαν κτισματολατρικήν, διότι ο Μωαμεθανισμός δεν είχε κηρυχθή έτι εν τω κόσμω κατά τους χρόνους τούτους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν (58). Όντες δε οι Τούρκοι προ αιώνων υποτεταγμένοι εις τους περί αυτούς Μογγολικούς λαούς και εις τους Σίνας (Κινέζους) εξηγέρθησαν περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος (ακριβώς κατά τους χρόνους της βασιλείας Ιουστινιανού Α') εναντίον των τέως δεσποζόντων αυτών λαών και κατανικήσαντες αυτούς κατά πάσαν διεύθυνσιν και ιδίως τους Εφθαλίτας ή Λευκούς Ούννους, ίδρυσαν κράτος Ασιατικόν φοβερώτατον, τρόμον εμπνέον εις τους Σίνας, και αναγκάσαν πολλούς μογγολικούς λαούς να μεταναστεύσωσι προς δυσμάς. Τότε δε φεύγοντες την σπάθην των Τούρκων ήλθον εις την Ευρώπην και ώφθησαν παρά τα βόρεια σύνορα του Ελληνικού κράτους οι μνημονευθέντες ανωτέρω Άβαροι. Αλλ' ιδίως φοβεροί κατέστησαν οι Τούρκοι ούτοι προς το δυσμικώς αυτών εκτεινόμενον Περσικόν κράτος των Σασσανιδών. Τουναντίον δε προς το Ελληνικόν κράτος, αφ' ού εχωρίζοντο διά του Περσικού κράτους και διά των πολυπληθών από του Δανουβίου μέχρι της Κασπίας θαλάσσης πλανωμένων βαρβάρων λαών, και μεθ' ού κοινόν πολέμιον είχον ιδίως τους Πέρσας, επολιτεύθησαν εξ αρχής φιλικώς, ανταλλάξαντες πρεσβείας μετά του Ιουστίνου Β', εφ' ού το πρώτον γίνονται γνωστοί εις τους Έλληνας. Όντες δε οι Τούρκοι προ αιώνων υποτεταγμένοι εις τους περί αυτούς Μογγολικούς λαούς και εις τους Σίνας (Κινέζους) εξηγέρθησαν περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος (ακριβώς κατά τους χρόνους της βασιλείας Ιουστινιανού Α') εναντίον των τέως δεσποζόντων αυτών λαών και κατανικήσαντες αυτούς κατά πάσαν διεύθυνσιν και ιδίως τους Εφθαλίτας ή Λευκούς Ούννους, ίδρυσαν κράτος Ασιατικόν φοβερώτατον, τρόμον εμπνέον εις τους Σίνας, και αναγκάσαν πολλούς μογγολικούς λαούς να μεταναστεύσωσι προς δυσμάς. Τότε δε φεύγοντες την σπάθην των Τούρκων ήλθον εις την Ευρώπην και ώφθησαν παρά τα βόρεια σύνορα του Ελληνικού κράτους οι μνημονευθέντες ανωτέρω Άβαροι. Αλλ' ιδίως φοβεροί κατέστησαν οι Τούρκοι ούτοι προς το δυσμικώς αυτών εκτεινόμενον Περσικόν κράτος των Σασσανιδών. Τουναντίον δε προς το Ελληνικόν κράτος, αφ' ού εχωρίζοντο διά του Περσικού κράτους και διά των πολυπληθών από του Δανουβίου μέχρι της Κασπίας θαλάσσης πλανωμένων βαρβάρων λαών, και μεθ' ού κοινόν πολέμιον είχον ιδίως τους Πέρσας, επολιτεύθησαν εξ αρχής φιλικώς, ανταλλάξαντες πρεσβείας μετά του Ιουστίνου Β', εφ' ού το πρώτον γίνονται γνωστοί εις τους Έλληνας (59), και συνήψαν συμμαχίαν μετ' αυτών εναντίον των Περσών· συνωμολόγησαν δε και εμπορικήν συνθήκην ασφαλίζουσαν την διά Τούρκων από Κίνας εις το Ελληνικόν κράτος διακόμισιν της μετάξης (την γινομένην μέχρι τούδε ή διά Περσίας κατά ξηράν ή δι' Αββησυνών διά της Ερυθράς θαλάσσης). Ώστε η πρώτη συνάντησις μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων, ών οι μωαμεθανοί απόγονοι 900 περίπου έτη μετά την συνάντησιν ταύτην έμελλον να καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος, υπήρξε φιλική και συμμαχική και διετέλεσε τοιαύτη επί ικανόν έτι χρόνον.