WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 42: Η ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΑΒΙΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ 1. Οι Άραβες. Μωάμεθ και η διδασκαλία αυτού.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

Μετά των Τούρκων λοιπόν τούτων συμμαχήσαντες οι εν Κωνσταντινουπόλει ήρξαντο του κατά Περσών πολέμου. Αλλά κατά τα πρώτα έτη του πολέμου ο Χοσρόης ήρατο σπουδαίας επιτυχίας εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού και εκυρίευσεν ικανά φρούρια Ελληνικά εν Μεσοποταμία αναγκάσας τον Ιουστίνον ν' αγοράση διά χρημάτων ανακωχήν ενιαύσιον (574-575). Αλλ', αφού έληξεν η ανακωχή αύτη, κυβερνώντος ήδη το κράτος του Τιβερίου, επανελήφθη ο πόλεμος μετά μείζονος ρώμης και ενεργείας εκ μέρους του Ελληνικού κράτους. Ο αυτοκρατορικός στρατός νικήσας εν μεγάλη μάχη τους Πέρσας εν Μελιτηνή παρά τον Ευφράτην κατέλαβε την Περσαρμενίαν (το εις την Περσίαν ανήκον μέρος της Αρμενίας, (ίδ. σελ. 49)), είτα δε προυχώρει θριαμβευτικώς ένθεν μεν μέχρι των οχθών της Κασπίας θαλάσσης, ένθεν δε μέχρι της πρωτευούσης του Περσικού κράτους Κτησιφώντος, καθ' όν χρόνον οι σύμμαχοι Τούρκοι εισέβαλλον εις τας ανατολικάς χώρας της Περσίας. Εν τω μέσω των ατυχημάτων τούτων ετελεύτησεν ο Χοσρόης τω 579 μ. Χ. καταλιπών τον Περσικόν θρόνον εις τον υιόν αυτού Ορμίσδαν Δ'. Επί του Ορμίσδα Δ' ο πόλεμος εξηκολούθησε φοβεράς επιφέρων καταστροφάς εις το Περσικόν κράτος υπό τε των Ελλήνων και υπό των Τούρκων, προχωρούντων αμφοτέρων εις το κέντρον του κράτους. Εις τας ατυχίας δε των εξωτερικών πολέμων προσετέθησαν και επαναστάσεις εσωτερικαί πάντων των λαών των βία υποτεταγμένων υπό του Χοσρόου Α' εις το Περσικόν κράτος. Αλλά τέλος και οι Πέρσαι μεγιστάνες απαυδήσαντες εκ των ατυχημάτων του πολέμου και εκ της τυραννικής κυβερνήσεως του Ορμίσδα επανέστησαν (590) υπό τον περίφημον και πολυΰμνητον Πέρσην ήρωα Βαράμην (Βαχράμ), περί ού λέγεται ότι εξωλόθρευσεν εν τω πολέμω τούτω 400 χιλ. Τούρκων, φονεύσαντες δε τον Ορμίσδαν ανηγόρευσαν βασιλέα αυτόν τον Βαράμην, ουδαμώς προσέχοντες εις τα δικαιώματα του υιού του Ορμίσδα Χοσρόου.

Εν τω μεταξύ τελευτήσαντος εν Κωνσταντινουπόλει του αυτοκράτορος Τιβερίου Β' (582 μ. Χ.) είχεν ανέλθει εις τον θρόνον ο υπ' αυτού του Τιβερίου διάδοχος κατασταθείς και επί θυγατρί γαμβρός αυτού γενόμενος γενναίος στρατηγός Μαυρίκιος. Ούτος δε πέμπων εις το πεδίον της μάχης αρίστους στρατηγούς είχε δώσει εις τον πόλεμον πορείαν τοσούτον νικηφόρον εις τους Έλληνας και τοσούτον ατυχή εις τους Πέρσας, οίτινες εν τούτοις ημύνοντο ανδρείως εναντίον των Τούρκων. Τότε δε ο του φονευθέντος Ορμίσδα υιός Χοσρόης εγκαταλειφθείς υπό πάντων κατέφυγεν εις το Ελληνικόν κράτος εξαιτούμενος παρά του Μαυρικίου την αποκατάστασιν αυτού εις τον θρόνον των πατέρων αυτού, επί υποσχέσει πιστής συμμαχίας, έτι δε και προστασίας των Χριστιανών εν Περσία, καθ' ήν περίπτωσιν ο αυτοκράτωρ ήθελεν αποκαταστήσει αυτόν εις την αρχήν αυτού. Ο Μαυρίκιος μεγαθύμως φερόμενος και θεωρών και εις το κράτος συμφέρουσαν την τοιαύτην πολιτικήν, αποκατέστησε τον Χοσρόην εις τον θρόνον του πατρός αυτού. Μόλις ο Χοσρόης διά του προστατεύοντος αυτόν Ελληνικού στρατού ενίκησε την πρώτην νίκην εναντίον του Βαράμου, το πλείστον της Περσίας συνετάχθη μετ' αυτού, και ο Βαράμης μετά τινας νέας ήττας περιελθών εις παντελή απόγνωσιν έθηκε τέρμα εις την ζωήν αυτού διά δηλητηρίου (591 μ. Χ.). Ο Χοσρόης Β' συνωμολόγησε νυν (592) ειρήνην οριστικήν ως Πέρσης βασιλεύς προς τον Μαυρίκιον, δι' ής, προς εκδήλωσιν της προς τον Μαυρίκιον ευγνωμοσύνης, παρεχώρει εις το κράτος το ελληνικόν σπουδαίαν κατά τα σύνορα έκτασιν γης, έτι δε ανελάμβανε, κατά την δοθείσαν υπ' αυτού πρότερον υπόσχεσιν, την προστασίαν της Χριστιανικής πίστεως εν τω Περσικώ κράτει· διετέλει δε έκτοτε φίλος αφωσιωμένος τω Μαυρικίω μέχρι του κατά το 602 επελθόντος τέλους της τούτου βασιλείας. Τοιούτον ευτυχές και ένδοξον προς το κράτος το Ελληνικόν έλαβε τέλος ο 20 περίπου έτη διαρκέσας Περσικός πόλεμος.

Ο Μαυρίκιος εκλήθη υπό τινων χρονογράφων ο πρώτος Έλλην αυτοκράτωρ (primus Graecus appellatus imperator) είτε διότι πρώτος αυτός κατήγετο από χώρας Ελληνικής, από της Μικράς Ασίας, ήτις ήτο τότε καθ' ολοκληρίαν εξηλληνισμένη, είτε διότι το κράτος επ' αυτού κατέστη οριστικώς Ελληνικόν (60) ή μάλλον εξηλληνισμένον, αφού από του Ιουστινιανού ήδη και η νομοθεσία έτι εξεδίδετο Ελληνιστί. Και υπήρχον μεν έτι εν αυτώ έθνη μη Ελληνικά, ως οι το πλείστον της Ιταλίας και της Αφρικής οικούντες, και εν Ασία οι Αρμένιοι, οι Κόλχοι και οι ιδιαιτέρως Σύροι καλούμενοι. Αλλά τούτο ουδαμώς ελαττοί τον κατ' εξοχήν Ελληνικόν χαρακτήρα, διότι εν παντί μεγάλω κράτει υπάρχουσι καί τινα στοιχεία αλλογενή, ουδόλως διά της αλλογενείας αυτών μειούντα τον αληθή εθνικόν χαρακτήρα του κράτους. Είναι αληθές ότι το επίσημον όνομα του κράτους και μετά τον Μαυρίκιον, καθ' όλην την διάρκειαν της υπάρξεως αυτού, είναι «κράτος Ρωμαϊκόν», και οι κάτοικοι λέγονται «Ρωμαίοι», και οι βασιλείς «πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες Ρωμαίων». Αλλά το όνομα τούτο είχεν από μακρού ήδη χρόνου έννοιαν απλώς πολιτικήν, ουδόλως εθνολογικήν, ήτο δε παρά τοις ημετέροις αντίθετον προς το Λατίνος, δ' ού ονόματος εκάλουν οι ημέτεροι ακριβώς τους Δυτικούς, τους Νεολατινικούς λαούς. Ούτοι δε οι Δυτικοί εκάλουν τους ημετέρους από των χρόνων ήδη τούτων Γραικούς, ήτοι Έλληνας. Διά πάντας τους λόγους τούτους από τούδε και ημείς εν τη περαιτέρω ιστορική ημών αφηγήσει καλούμεν το κράτος Ελληνικόν και τους πολίτας αυτού Έλληνας.

5. Αι βαρβαρικαί επιδρομαί. Η θεωρία
του I. Φαλλμεράυερ περί εκσλαυισμού της Ελλάδος.

Επί του Μαυρικίου, ενώ εν Ασία το κράτος το Ελληνικόν τοσούτο λαμπράς και ενδόξους ήρατο νίκας και επιτυχίας στρατιωτικάς και πολιτικάς και ηθικάς, εν ταις Ευρωπαϊκαίς χώραις αι βαρβαρικαί επιδρομαί καθίσταντο συχνότεραι γινόμεναι υπό Σλαύων και Αβάρων. Οι Άβαροι ούτοι υποτάξαντες εις εαυτούς τους Βουλγάρους της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας και τον Γερμανικόν λαόν των Γεπιδών (61), οίτινες ώκουν την νυν Βλαχίαν και Μολδαυίαν, εξέτειναν το κράτος αυτών από των ένδον της νυν Ρωσίας μέχρι της νυν Ουγγαρίας, καταλαβόντες ούτω πάσας τας πέραν του Δανουβίου χώρας και ελθόντες εις άμεσον συνάφειαν προς το Ελληνικόν κράτος. Οι Σλαυικοί λαοί, οι τε Άνται και οι Σκλαβηνοί οι περί τον Δανούβιον, υπετάχθησαν εις αυτούς και οι εις τα Καρπάθια δε εκ βορειοτέρων χωρών κατελθόντες τότε Σλαυικοί λαοί, οι καλούμενοι Σοραβοί ή Σέρβοι και Χρωβάται ή Κροάται, υπετάχθησαν υπό των Αβάρων. Ούτω δε ιδρύθη νέον κράτος βαρβαρικόν, ως το των Ούννων πρότερον, εκτεινόμενον από του Ευξείνου Πόντου και του Βορυσθένους μέχρι των περί την νυν Βιέννην χωρών, τεταγμένον υπό ηγεμόνα προσωνυμούμενον Χάνον ή Χαγάνον. Και αυτά δε τα έτι υφιστάμενα λείψανα των Ουννικών φυλών περιελήφθησαν εν τω νέω Μογγολικώ ειδωλολατρικώ κράτει. Οι Άβαροι λοιπόν ούτοι μετά των ποικίλων υπ' αυτούς βαρβαρικών φυλών διαβαίνοντες τον Δανούβιον εποιούντο επιδρομάς εις τας επαρχίας του Ελληνικού κράτους. Εν μια των επιδρομών τούτων τω 589 π. Χ. οι Άβαροι και οι Σλαύοι φαίνεται ότι προυχώρησαν μέχρι Πελοποννήσου. Αλλ' η επιδρομή αυτή ήτο όλως παροδική ουδ' ηδύναντο οι βάρβαροι να διατηρηθώσιν εν ταις κυρίως Ελληνικαίς χώραις, αφού η γραμμή του Δανουβίου καθ' όλην την βασιλείαν του Μαυρικίου και μετ’ αυτήν κατείχετο υπό του ελληνικού στρατού. Όμως μεταγενέστεραί τινες παραδόσεις παρέστησαν επί το υπερβολικώτερον τα περί της εις Πελοπόννησον βαρβαρικής επιδρομής του 589. {85} Εντεύθεν δε λαβών αφορμήν μισέλλην τις Γερμανός ιστοριογράφος του παρελθόντος αιώνος ο Ι. Φαλλμεράυερ ισχυρίσθη έν τισι συγγραφαίς αυτού (1830-1835), ότι το πλείστον της Πελοποννήσου κατά την επιδρομήν του 589 κατελήφθη υπό βαρβάρων, Αβάρων και Σλαύων, οίτινες ίδρυσαν δήθεν ενταύθα κράτος διαρκέσαν 218 έτη, και ότι μετά την κατά το 807 επελθούσαν κατάλυσιν του κράτους τούτου οι βάρβαροι εκείνοι προσελθόντες εις τον Χριστιανισμόν, όστις επεβλήθη αυτοίς υπό των βασιλέων του Βυζαντίου, συν τη νέα θρησκεία έμαθον και την ελληνικήν γλώσσαν και εγένοντο Έλληνες. Συμπέρασμα δε γενικόν του Γερμανού λογίου ήτο ότι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδος και μάλιστα της Πελοποννήσου εισί το πλείστον απόγονοι Σλαύων και Αβάρων, και ότι το μέγιστον μέρος του αρχαίου Ελληνικού λαού απώλετο εκ της χώρας ταύτης.

Αλλ' οι ισχυρισμοί ούτοι του μισέλληνος Γερμανού μετά τον μέγαν πάταγον, όν ήγειραν εν τοις μισελληνικοίς κύκλοις της Ευρώπης, ανηρέθησαν επιστημονικώτατα και απεδείχθησαν πλημμελέσταται υπό των πλείστων σοφών της Ευρώπης, ιδίως υπό των μεγάλων Γερμανών ιστορικών I. Zinkeisen, Hopf, Gerbinus και Hertzberg. Ούτοι δι' ερευνών σπουδαιοτάτων ιστορικών και γλωσσικών και εθνογραφικών απέδειξαν ότι ουδεμία σπουδαία μεταβολή ή αλλοίωσις εθνογραφική επήλθεν εις τας υπό των αρχαίων Ελλήνων οικουμένας χώρας και ότι οι νυν Έλληνες κάτοικοι των χωρών τούτων εισί γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ότι οι ολίγοι Σλαύοι βάρβαροι οι επιδραμόντες εις την Πελοπόννησον και εις άλλας τινάς χώρας της Ευρωπαϊκής Ελλάδος και εγκαταστάντες εν τοις όρεσι των χωρών τούτων ως ποιμένες ταχέως απερροφήθησαν υπό του τότε πυκνοτάτου ακραιφνούς ελληνικού πληθυσμού των χωρών τούτων.

Οι Άβαροι οι τω 589 εισβαλόντες εις τας εντεύθεν του Δανουβίου ελληνικάς χώρας απεκρούσθησαν ταχέως, καθά μαρτυρούσι σύγχρονοι αξιόπιστοι συγγραφείς, και μέχρι του 602 ο παρά τον Δανούβιον σταθμεύων ελληνικός στρατός διαβάς πολλάκις τον ποταμόν τούτον επετέθη κατά των βαρβάρων εν τη ιδία τούτων χώρα, καθόλου δε περιώρισεν αυτούς εις τας πέραν του Δανουβίου χώρας. Αλλ' εν μια των στρατιών άς ο Ελληνικός στρατός διαβαίνων τον Δανούβιον επεχείρει εις τας εκείθεν του ποταμού χώρας, μέρος του στρατού εκ 12,000 ανδρών, ένεκα της ανικανότητος του αρχηγού αποκοπείς από του άλλου στρατού ηχμαλωτίσθη υπό του Χάνου των Αβάρων. Επειδή δε ούτος απαιτήσας λύτρα προς ελευθέρωσιν αυτών δεν έλαβεν αυτά, εξετέλεσεν εν πάση βαρβαρική, ωμότητι και απανθρωπία την απειλήν, μεθ' ής είχε συνοδεύσει την περί λύτρων απαίτησιν, σφάξας πάντας τους αιχμαλωτισθέντας. Το γεγονός, τούτο ενεποίησε μεγάλην αθυμίαν και οργήν εις το επίλοιπον του στρατού, όπερ άλλως απαυδήσαν εκ των ατελευτήτων εν τη βαρβαρική χώρα πολέμων και του επελθόντος χειμώνος ήθελε να επιστρέψη εις την εντεύθεν του ποταμού χώραν. Επειδή δε ο αυτοκράτωρ δεν επέτρεπε το τοιούτον θέλων να διαχειμάση ο στρατός εν τη εχθρική χώρα, ούτος και άλλως ων ωργισμένος κατά του βασιλέως, διότι εις την τούτου φιλαργυρίαν έδιδε την σφαγήν των αιχμαλώτων, εστασίασε και ανακηρύξας αρχηγόν αυτού εκατόνταρχόν τινα καλούμενον Φωκάν επήλθε κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Εντεύθεν μία των ιπποδρομικών μερίδων των πολιτών, οι Κυανοί, εκηρύχθη υπέρ των στασιαστών, οίτινες ηδυνήθησαν ούτω να επελάσωσιν εις την πρωτεύουσαν και να αναγορεύσωσι βασιλέα, τον Φωκάν. Ο Μαυρίκιος έφυγεν εις Ασίαν, αλλά συλληφθείς εφονεύθη εν Χαλκηδόνι μεθ' όλης της οικογενείας αυτού.

6. Φωκάς (603-610 μ. Χ.).

Του Φωκά η δεκαετής βασιλεία επλήρωσε συμφορών το κράτος. Και ενώ αυτός τυραννικώς ήρχεν εν τη πρωτευούση, οι βάρβαροι διά του Δανουβίου εδήουν τας εντεύθεν του ποταμού επαρχίας του κράτους. Αλλ' ο μέγιστος κίνδυνος ενέσκηψεν εξ ανατολών. Ο βασιλεύς της Περσίας Χοσρόης ο Β', όστις, δι' ούς λόγους είπομεν ανωτέρω, διετέλει εν βαθεία ειρήνη προς το Ελληνικόν κράτος, νυν έχων ως πρόφασιν ευπρεπή τα γινόμενα εις τον Μαυρίκιον και εις τον οίκον αυτού (προς όν και διά συγγενικού είχε συνδεθή δεσμού) και δίδων ούτως εις τον υπ' αυτού επιχειρούμενον πόλεμον χαρακτήρα εκδικήσεως ιεράς ως γινομένης εναντίον του άρπαγος της αρχής και φονέως του ευεργέτου αυτού και νομίμου βασιλέως, ανήψε φοβερόν φανατισμόν εν τω στρατώ αυτού. Ούτω δε εισβαλών εις Μεσοποταμίαν κατέλαβεν εν βραχεί πάσαν την χώραν ουδαμού ευρίσκων σπουδαίαν αντίστασιν και πανταχού φέρων την καταστροφήν και την αιχμαλωσίαν. Ο Φωκάς απεδείχθη νυν εντελώς ανίκανος να αντιμετωπίση τους σοβαρούς κινδύνους, εις ούς εξετέθη το κράτος εξ αιτίας αυτού. Και τότε οι συνετώτεροι των εν τη πρωτευούση απετάθησαν προς τον εν τοις προηγουμένοις κατά Περσών πολέμοις περιώνυμον γενόμενον στρατηγόν Ηράκλειον τον από Καππαδοκίας της Μικράς Ασίας καταγόμενον, όντα δε νυν Έξαρχον ήτοι διοικητήν της Αφρικής, παρακαλούντες αυτόν όπως έλθη προς σωτηρίαν του Κράτους. Ο Ηράκλειος αυτός μεν δεν ήλθεν, αλλ' έπεμψε μετά στόλου και στρατού τον υιόν αυτού Ηράκλειον. Ούτος ερχόμενος εις την Κωνσταντινούπολιν ετύγχανεν ενθουσιώδους υποδοχής πανταχού, οπόθεν διήρχετο. Ότε δε αφίκετο εις την πρωτεύουσαν, ο λαός εξηγέρθη κατά του Φωκά και συλλαβών αυτόν ήγαγεν εις το πλοίον του Ηρακλείου, ένθα εφονεύθη αποτίσας ούτω τα αντίποινα της ασεβούς και απανθρώπου προς τον Μαυρίκιον διαγωγής αυτού. Ο Ηράκλειος ανηγορεύθη νυν βασιλεύς (610 μ. Χ.).

7. Ο βασιλεύς Ηράκλειος (610-651 μ. Χ.).

Καθ' όν χρόνον ο Ηράκλειος ανηγορεύετο εν Κωνσταντινουπόλει βασιλεύς και αυτοκράτωρ, το κράτος τούτο περιήρχετο εις τον έσχατον κίνδυνον και εν Ασία και εν Ευρώπη. Εν Ασία οι Πέρσαι κυριεύσαντες ήδη πάσαν την Ασσυρίαν, Μεσοποταμίαν, Αρμενίαν και την Βόρειον Συρίαν, παρεσκευάζοντο να καταλάβωσι την Παλαιστίνην και την Αίγυπτον, να εισβάλωσι δε και εις την Μικράν Ασίαν φέροντες πανταχού το πυρ, την καταστροφήν και την των κατοίκων αιχμαλωσίαν. Εν Ευρώπη δε οι Άβαροι μετά των υπ' αυτούς Σλαυικών φυλών δεινάς εποιούντο επιδρομάς εις τας εντεύθεν του Δουναβίου χώρας απειλούντες και αυτήν την Κωνσταντινούπουλιν. Και εν Ιταλία δε μεγάλας εποιούντο προόδους οι Λαγγοβάρδοι εκτεινόμενοι από της ολοσχερώς κατακτηθείσης ήδη υπ' αυτών Άνω Ιταλίας εις την Μέσην και Κάτω Ιταλίαν. Ο στρατός ο προ μικρού επί του Μαυρικίου τοσαύτας αράμενος νίκας ενδόξους εναντίον των Περσών εις τα ένδον της Περσίας και διαρρυθμίσας τα εσωτερικά της Περσίας πράγματα και εγκαταστήσας τον Χοσρόην εις τον θρόνον των πατέρων αυτού, διετέλει νυν εν τελεία παραλύσει, υπό μεν των Περσών πανταχού ηττώμενος εν Ασία, μη επαρκών δε εις την άμυναν των Ευρωπαϊκών χωρών, κατεχόμενος δε και άλλως υπό πνεύματος στασιαστικού. Εν μέσω της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων ο Ηράκλειος εζήτησε να συνάψη ειρήνην προς τον Χοσρόην πέμψας πρέσβεις εις τον εν Συρία ήδη ευρισκόμενον Πέρσην βασιλέα. Καθ' όν δε χρόνον αφίκοντο οι πρέσβεις εις την Συρίαν, προ μικρού είχε πέσει εις τας χείρας των Περσών η μεγάλη πόλις και πρωτεύουσα της Συρίας Αντιόχεια. Οι πρέσβεις του Ηρακλείου αναγγείλαντες την εις τον θρόνον του Βυζαντίου ανάρρησιν τούτου παρέστησαν εις τον Χοσρόην ότι εκλιπόντος ήδη του κοινού πολεμίου αμφοτέρων των κρατών και βασιλέων (του Φωκά) δεν υπήρχε λόγος προς εξακολούθησιν του πολέμου. Αλλ' ο Χοσρόης, όστις τα του Φωκά κακουργήματα είχε μόνον ως πρόσχημα του πολέμου, νυν εν τη συναισθήσει της δυνάμεως και των μεγάλων επιτυχιών αυτού ουδεμίαν ηθέλησε να δώση ακρόασιν εις τας περί ειρήνης προτάσεις του Ηρακλείου, αφού μάλιστα έβλεπε την στρατιωτικήν αδυναμίαν του πολεμίου κράτους. Αποπεμφθέντων λοιπόν απράκτων των πρέσβεων, ο Περσικός στρατός εισέβαλεν από Αρμενίας εις την Μικράν Ασίαν (612), καθ' όν χρόνον άλλος στρατός από Συρίας εισήλαυνεν εις την Παλαιστίνην, λεηλατών πάσαν την χώραν, τέλος δε καταλαμβάνων (614) και αυτήν την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ. Ενταύθα και εν πάση τη Παλαιστίνη φοβερά εγένετο σφαγή χριστιανών, προς τοις άλλοις δε ηρπάγη και το τίμιον ξύλον του Σταυρού, ηχμαλωτίσθη δε και ο Πατριάρχης της αγίας πόλεως Ζαχαρίας. Εκ Παλαιστίνης οι Πέρσαι εισέβαλον εις την Αίγυπτον (616) προχωρήσαντες προς νότον μέχρι των ορίων της Αβησσυνίας και προς δυσμάς μέχρι της Κυρηναϊκής. Η Αλεξάνδρεια ελεηλατήθη και η Αίγυπτος πολλαχού ηρημώθη υπό των βαρβάρων επιδρομέων.

Αλλ' ο μέγιστος κίνδυνος εναντίον του κράτους επήρχετο εκ της Μικράς Ασίας. Οι εις την χώραν ταύτην εισβαλόντες Πέρσαι προυχώρουν ταχέως εν μέσω καταστροφών εις την καρδίαν της μεγάλης ταύτης Ελληνικής Χερσονήσου κατατροπούντες ευχερώς τον ενιαχού αντιτασσόμενον αυτώ ασθενή και εν παραλύσει ευρισκόμενον Ελληνικόν στρατόν, κυριεύοντες πόλεις, καίοντες κώμας και αγρούς, και απάγοντες αιχμαλώτους πανταχόθεν μέγα πλήθος ανθρώπων. Τέλος δε εν μέσω τοιούτων καταστροφών αφίκοντο οι Πέρσαι (616) εις τας απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως κειμένας και διά του πορθμού του Βοσπόρου μόνον από τούτου χωριζομένας πόλεις της Μικράς Ασίας Χαλκηδόνα και Χρυσούπολιν. Και οι μεν Πέρσαι δεν είχον στόλον ίνα διαπεραιωθώσι τον Βόσπορον και προσβάλωσι την Κωνσταντινούπολιν. Αλλά καταλαμβανομένων ήδη πασών σχεδόν των Ασιατικών χωρών του κράτους υπό των βαρβάρων το κράτος εξετίθετο ήδη και εν Ευρώπη εις μέγαν κίνδυνον εκ των επιδρομών των Αβάρων, αίτινες εξετείνοντο νυν μέχρι των προθύρων της πρωτευούσης. Ενώπιον της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων μάτην ο Ηράκλειος επειράθη αύθις να συνομολογήση ειρήνην προς τον Χοσρόην πέμψας προς αυτόν πρεσβείαν. Ο υπερόπτης Ασιανός βασιλεύς, ο προ μικρού διά των στρατιωτικών δυνάμεων του Έλληνος αυτοκράτορος καταλαβών τον θρόνον της Περσίας, απαντών εις την πρότασιν του Ηρακλείου εαυτόν μεν απεκάλει «βασιλέα και κύριον του κόσμου» τον δε Ηράκλειον «ευτελή και αναίσθητον δούλον» και απήτει ως όρον της ειρήνης ίνα ο βασιλεύς και ο λαός αυτού απαρνησάμενοι την πίστην του Χριστού προσέλθωσιν εις την θρησκείαν αυτού, ήτις ήτο λατρεία του ηλίου και του πυρός.

Τότε ο Ηράκλειος, όστις εν μέσω των κινδύνων και των καταστροφών των πολεμίων δεν επαύετο μελετών και διαγράφων σχέδια στρατείας κατά των Περσών, απεφάσισε να επιχειρήση εκ παντός τρόπου την εκστρατείαν ταύτην. Αλλ' ίνα στρατεύων κατά Περσών έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα από των Αβάρων συνήψε διαπραγματεύσεις περί ειρήνης και φιλίας προς τον Χαγάνον των Αβάρων και εις προσωπικήν μάλιστα προς τούτο ήλθε συνέντευξιν προς αυτόν (619). Μεθ’ όλην δε την δολιότητα, ήν έδειξεν ο Χαγάνος, κατά την περίστασιν ταύτην πειραθείς να συλλάβη τον βασιλέα, ο Ηράκλειος, αφού εσώθη εκ της επιβουλής ταύτης, την ανάγκην ποιούμενος φιλοτιμίαν προσεποιήθη ότι ασμένως εθεώρει επαρκείς τας υπό του Χαγάνου δοθείσας περί του γεγονότος εξηγήσεις και συνωμολόγησεν ειρήνην και φιλίαν προς αυτόν επί όροις ως δυνατόν ανεκτοίς. Και τότε παρεσκευάσθη δι' ών διέθετε πενιχροτάτων χρηματικών πόρων, δανεισάμενος χρήματα από των ιερών ναών, λαβών τα χρυσά και αργυρά κοσμήματα αυτών συναινέσει κλήρου και λαού και αυτά τα αργυρά πολυκάνδηλα μεταποιήσας εις αργυρά νομίσματα. Ταύτα πάντα εποίει ο άλλως ευσεβέστατος βασιλεύς, ίνα αποδώση εν καιρώ πολλαπλάσια. Αλλά διά τοιούτων πενιχρών δυνάμεων παρασκευάζων στρατόν ο βασιλεύς ήθελεν εις τον στρατόν τούτον να εμπνεύση ως δύναμιν ηθικήν μεγίστην το αίσθημα το θρησκευτικόν δίδων εις την όλην στρατείαν χαρακτήρα, οίος ήτο και πράγματι, πολέμου υπέρ της πίστεως γινομένου. Ευτυχώς ο στρατός ήτο επιδεκτικός τοιούτων ηθικών αισθημάτων. Ο στρατός του Ελληνικού κράτους, όστις επί του Αρκαδίου και Θεοδοσίου Β' συνέκειτο καθ' ολοκληρίαν σχεδόν από βαρβάρων μισθοφόρων, από δε του Λέοντος Α' είχεν αρχίσει να προσλαμβάνη και εγχώρια στοιχεία, νυν επί του Ηρακλείου είχε καταστεί εντελώς στρατός Ελληνικός χριστιανικός από των πολιτών αυτών και υπηκόων του κράτους απαρτιζόμενος. Εις τον στρατόν λοιπόν τούτον ο Ηράκλειος ήθελε να εμπνεύση αίσθημα θρησκευτικόν βαθύτατον, εξεγείρων και αναρριπίζων το αίσθημα τούτο διά λόγων φλογερών εμφαινόντων ισχυράν θρησκευτικήν και ηθικήν έξαρσιν και διά πράξεων ηθικώς κατανυκτικών, φέρων εις τους πολέμους, έφιππος ων αυτός, εν τη δεξιά την εικόνα του Χριστού και εν ονόματι του εικονιζομένου Θεού εξορκίζων τους αγωνιζομένους να εκτελώσι το καθήκον αυτών. Ο μικρός αυτού στρατός ώρμησεν επί την στρατείαν (620 μ. Χ.) απ' αυτού του ναού της του Θεού Σοφίας και ανεχώρησεν επί στόλου από της πρωτευούσης.

Ο Ηράκλειος δεν ηδύνατο να πολεμήση επερχόμενος κατά μέτωπον εναντίον των εν τη Μικρά Ασία Περσών. Το τοιούτον απήτει μέγαν και ισχυρόν στρατόν και μακρούς αγώνας. Διά τούτο απήλθε μετά του στόλου εις τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας τα μη κατεχόμενα έτι υπό των Περσών, εις τα παράλια της Κιλικίας. Και αποβάς εις τα παράλια ταύτα και ενώσας τον μικρόν αυτού στρατόν μετά των έτι σωζομένων εν τοις οχυροίς τόποις των μερών εκείνων φρουρών προσέβαλον από νότου την μακράν καθ' άπασαν την Μικράν Ασίαν εκτεινομένην και διά τούτο πολλαχού εξ ανάγκης ασθενή Περσικήν παράταξιν. Και διά πολλών μικρών πολέμων διελθών άπασαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν κατά πλάτος και μεταβάς εις Πόντον και Αρμενίαν ηνάγκασε τους Πέρσας, τους κατέχοντας την Μικράν Ασίαν μέχρι Χαλκηδόνος, να εκκενώσωσι το πλείστον της χώρας ταύτης και να ακολουθήσωσι τω Ηρακλείω εις την Αρμενίαν. Ενταύθα δε ο Ηράκλειος παρασύρας αυτούς εκεί όπου ήθελεν αυτός, συνεκρότησε μάχην, εν ή ενίκησε λαμπρώς. Αποτέλεσμα, της νίκης ταύτης ήτο η εντελής από Περσικών στρατευμάτων εκκένωσις της Μικράς Ασίας, δι' ής χώρας ελευθέρως επέστρεψε νυν ο Ηράκλειος (623) εις την πρωτεύουσαν. Ενταύθα δε επί μικρόν μόνον διαμείνας και μέγα θάρρος ηθικόν εμποιήσας τω λαώ επεχείρησε την δευτέραν αυτού στρατείαν το αυτό έτος (623-624) απελθών εις τον Πόντον και την Αρμενίαν. Πολλούς δε παραλαβών εκ της χριστιανικής ταύτης χώρας επικούρους, προθύμως προσερχομένους εις τον στρατόν του χριστιανού βασιλέως, εισήλασε νυν εντός των ορίων του Περσικού κράτους. Η αιφνίδιος αύτη, τολμηρά και τοσούτον απροσδόκητος εν μέσω του Περσικού κράτους εμφάνισις του προ μικρού εν τη πρωτευούση αυτού υπό των Περσών απειλουμένου Έλληνος βασιλέως τοσούτον ετάραξε τον Χοσρόην, ώστε ετράπη εις φυγήν εις τα ένδον του κράτους αυτού καταλείπων τον διαλυόμενον στρατόν αυτού και πόλεις και φρούρια εις την διάκρισιν των Ελλήνων. Ο Ελληνικός δε στρατός πολλάς εκπορθήσας πόλεις, καταστρέψας ναούς των Περσικών θεών (προς εκδίκησιν των υπό των Περσών εν ταις Ελληνικαίς χώραις καταστραφέντων ιερών ναών), πεπληρωμένος λαφύρων απεσύρθη τον χειμώνα του έτους εκείνου (623-624) εις τας ευκραείς περί τον Καύκασον χώρας, ένθα διεχείμασεν εν μέσω λαού φίλων και συμμάχων, Λαζών, Γεωργιανών, Αβασγών, απάντων Χριστιανών.

Υπό των συμμάχων τούτων ενισχυθείς ο Ηράκλειος στρατιωτικώς εισέβαλεν αύθις το έαρ του 624 εις τας Περσικάς χώρας μεθ' ής και το προηγούμενον έτος τόλμης και ενεργείας. Κατά την εισβολήν ταύτην τρεις Περσικοί στρατοί νεωστί υπό του Χοσρόη συγκεκροτημένοι επήρχοντο εκ διαφόρων διευθύνσεων, ίνα κυκλώσωσι τον στρατόν του Ηρακλείου ή τουλάχιστον κωλύσωσι την εις την Περσίαν προέλασιν. Αλλ’ ο Ηράκλειος κατώρθωσε να χωρίση τους τρεις στρατούς και επιτεθέμενος καθ' εκάστου ιδιαιτέρως να καταστρέψη ένα έκαστον κατ' ιδίαν. Η μεγάλη και καταστρεπτική εις τους Πέρσας αποβάσα εν Σαλβανώ της Αρμενίας μάχη έθηκε τέρμα εις την στρατείαν του έτους τούτου.

Ο Ηράκλειος δεν ηδυνήθη επωφελούμενος την νίκην αυτού να εξακολουθήση τον επιθετικόν εν Περσία πόλεμον, ένεκα του επελθόντος χειμώνος, κυρίως δε διότι ο Χοσρόης εν τω μεταξύ ποιούμενος χρήσιν της τακτικής του Ηρακλείου έπεμψεν άλλον στρατόν εις την Μικράν Ασίαν ίνα ενεργήση κατά τα νώτα του αυτοκράτορος. Τούτο υπεχρέωσε τον βασιλέα Ηράκλειον να επιστρέψη εξ Αρμενίας και Μεσοποταμίας εις την Μικράν Ασίαν παρακολουθών τον Περσικόν στρατόν. Η μεταξύ των δύο πολεμίων στρατών μάχη συνήφθη ακριβώς εν τη χώρα εκείνη, εν ή προ 958 ετών ο μέγας Έλλην βασιλεύς της Μακεδονίας είχε κατασυντρίψει τον μέγαν στρατόν του βασιλέως της Περσίας. Παρά τον Σάρον καλούμενον ποταμόν της Κιλικίας ήρατο ο Ηράκλειος την λαμπροτάτην καθ' όλον τον πόλεμον τούτον εναντίον των Περσών νίκην, αυτός ούτος δείξας θαύματα ανδρείας κατά την μάχην και θάμβος και έκπληξιν εμποιήσας μεγάλην τοις πολεμίοις διά του μεγαλείου του ηρωισμού αυτού.

Η νίκη αύτη εκαθάρισεν αύθις την Μικράν Ασίαν από των Περσών ο δε βασιλεύς Ηράκλειος επεχείρησε νέαν το επόμενον έτος 625 επιθετικήν στρατείαν κατά του Χοσρόου. Ούτος κατώρθωσε και μεθ’ όσας έπαθεν ήττας να συγκροτήση τρεις νέας μεγάλας στρατιάς εναντίον των Ελλήνων. Ο Χοσρόης ήρχεν αχανών εκτάσεων γης από του Ευφράτου και του Καυκάσου μέχρι των Ινδιών εκτεινομένων, ενιαχού πολυανθρωπότατα ωκημένων και πλουσιωτάτων· είχε δε απεριόριστον απολυταρχικήν εξουσίαν εν τω κράτει αυτού, ένεκα δε των μεγάλων αυτού εν αρχή του πολέμου επιτυχιών επεκλήθη και Παρβίζ, ήτοι νικητής. Ων δε και ακαταπόνητος εν ταις ενεργείαις αυτού και μη ανεχόμενος να βλέπη εισβάλλοντα εις το κράτος αυτού βασιλέα, όν προ μικρού εθεώρει και εκάλει «ευτελή δούλον», ενέτεινε νυν πάσας τας δυνάμεις αυτού ίνα συγκροτήση νέους στρατούς εκμυζών και την τελευταίαν εις ανθρώπους και χρήματα ζωτικήν ικμάδα του κράτους αυτού. Εκ των τριών μεγάλων στρατιών, άς ούτω παρεσκεύασεν ο Χοσρόης, η μία μεν ήτο προωρισμένη να μένη εν Περσία προς άμυναν της χώρας, η δευτέρα έμελλε ν' αντιταχθή κατά του Ηρακλείου, η δε τρίτη επέμπετο αύθις εις την Μικράν Ασίαν, ίνα γενομένη κατά τα νώτα του στρατού του Ηρακλείου μη ενεργήση κατ' αυτού, αλλά διερχομένη την Ελληνικού στρατού σπανίζουσαν Μικράν Ασίαν προελάση μέχρι Χαλκηδόνος και Χρυσουπόλεως, όπως προ 10 ετών. Θέλων δε νυν ο Χοσρόης να κατενέγκη καιριώτατον πλήγμα κατά του Ηρακλείου και του κράτους αυτού δι' επιθέσεως κατ' αυτής της πρωτευούσης του Ελληνικού κράτους, και μη δυνάμενος να πράξη τούτο διά του στρατού του Περσικού, εζήτησε συμμάχους εν Ευρώπη δυναμένους να ενεργήσωσι κατά ξηράν την τοιαύτην κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν. Προς τούτο δε έπεμψε πρεσβείαν προς τον Χαγάνον τον Άβαρον. Ο δ' άπιστος ούτος βάρβαρος θεωρήσας κατάλληλον την ευκαιρίαν διέλυσε μετ' αισχράς παρασπονδίας την προς τον Ηράκλειον ειρήνην και επήλθεν εναντίον της πρωτευούσης μετά μεγάλου στρατού βαρβαρικού, εν ώ πλην των Αβάρων υπήρχον και πολλοί Σλαύοι και Βούλγαροι, και ήρξατο πολιορκών αυτήν. Ο Χαγάνος είχε και πολιορκητικάς μηχανάς κατασκευασθείσας υπό μηχανικού στρατιώτου του Ελληνικού στρατού αιχμαλωτισθέντος ποτέ υπό των Αβάρων· συνενοείτο δε νυν προς τους εν τη απέναντι Ασιατική ακτή του Βοσπόρου εσκηνωμένους Πέρσας, ίνα επιχειρήσωσι κοινήν κατά της πόλεως έφοδον, των Περσών διαβιβαζομένων εις το στρατόπεδον των Αβάρων διά των Σλαυικών και των Βουλγαρικών πειρατικών πλοίων. Ταύτα κατέπλευσαν εις τον Βόσπορον εκ των βορειανατολικών ακτών του Ευξείνου, ένθα ώκουν οι Σλαύοι και μετ' αυτούς οι Βούλγαροι. Συγχρόνως δε προέτεινε τοις κατοίκοις της Κωνσταντινουπόλεως να καταλίπωσι την πόλιν εις αυτόν και εις τους συμμάχους αυτού Πέρσας, εξερχόμενοι αυτής, φέρων έκαστος μεθ' εαυτού μόνον μίαν ενδυμασίαν και μιας ημέρας τροφήν. Ενώ λοιπόν ο αυτοκράτωρ παρεσκευάζετο εις νέαν στρατείαν εναντίον του Περσικού κράτους, μετά τας λαμπράς νίκας του προηγουμένου έτους, η πόλις η βασιλεύουσα, ής την κυβέρνησιν και άμυναν είχεν αναθέσει ο αυτοκράτωρ από της πρώτης αναχωρήσεως αυτού εις τον Πατριάρχην Σέργιον και τον επίτροπον Βώνον, η καρδία αυτή του κράτους, διέτρεχε τον έσχατον των κινδύνων. Οι πολιορκούμενοι υπό την αρχηγίαν του πατριάρχου Σεργίου απέρριψαν την απαίτησιν του Χαγάνου και παρεσκευάσθησαν εις γενναιοτάτην αντίστασιν, επικαλούμενοι συγχρόνως την άνωθεν αντίληψιν. Προς τούτο δε συνετέθησαν τότε και εψάλησαν εν ταις Εκκλησίαις της Κωνσταντινουπόλεως οι Ακάθιστοι λεγόμενοι ύμνοι, οι απευθυνόμενοι ιδίως εις την Θεοτόκον, εις ήν ήτο αφιερωμένη η πόλις (62). Η μεγάλη τη 26 Ιουλίου (626) γενομένη έφοδος των Αβάρων απεκρούσθη γενναίως, διότι η γενομένη μεταξύ Περσών και Αβάρων περί της ημέρας και ώρας της εφόδου συμφωνία απεκαλύφθη τοις πολιορκουμένοις διά της υπό του Ελληνικού στόλου συλλήψεως του πλοίου του επανάγοντος τους Πέρσας εκ του στρατοπέδου του Χαγάνου εις την Χαλκηδόνα. Ο πειρατικός στόλος, ο Σλαυικός και ο Βουλγαρικός κατεβυθίσθη υπό του στόλου του Ελληνικού· και ο Χαγάνος μετά νέας απειλάς και αποτυχούσας επιθέσεις ηναγκάσθη ν' αποχωρήση, αφού έκαυσε τας πολιορκητικάς μηχανάς. Ούτως εσώθη η Κωνσταντινούπολις και μετ' αυτής το κράτος. Διότι αν η Κωνσταντινούπολις έπιπτε νυν, άπαν το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος έμελλε να καταλυθή υπό των βαρβάρων. Αλλ' η τε στρατηγική θέσις και προ πάντων η ηθική και πνευματική δύναμις του Ελληνισμού, η ενοικούσα εν τη πόλει ταύτη, έσωσε το κράτος. Ούτως είχε συμβή και καθ' όν χρόνον οι Ουστρογότθοι τω 378 και 396 επεχείρησαν τας μεγάλας εναντίον του κράτους επιδρομάς. Η Κωνσταντινούπολις σωθείσα και τότε έσωσε το κράτος. Τούτο δε πολλάκις θέλομεν ιδεί επαναλαμβανόμενον εν τη ιστορία των επομένων αιώνων. Οι κάτοικοι της βασιλευούσης των πόλεων εν τη ηθική και θρησκευτική αυτών εξάρσει επί τη νίκη, εις ήν η εξέγερσις του υπέρ της πίστεως αισθήματος τοσούτον συνετέλεσεν, απέδοσαν εικότως την νίκην εις την θείαν αντίληψιν, και ιδίως εις την προστάτιν της πόλεως Θεοτόκον, εις ήν εποιήθη και ο μετά των Ακαθίστων ύμνων ψαλλόμενος εκ μέρους της πόλεως νικητήριος παιάν (63)Και οι μεν Άβαροι απεχώρησαν της πόλεως, αλλ' ο εν Χαλκηδόνι και τη λοιπή Ελληνική Ασία Περσικός στρατός δεν ήτο δυνατόν να εξολοθρευθή ή να εκδιωχθή εντεύθεν μη υπάρχοντος στρατού Ελληνικού επαρκούς εν τη χώρα. Η τύχη τούτου εξηρτάτο από της εκβάσεως του μεγάλου εν αυτή τη Περσία διεξαγομένου πολέμου.

Καθ' όν χρόνον οι Άβαροι απεχώρουν άπρακτοι από Κωνσταντινουπόλεως, ο Ηράκλειος εισέβαλλεν εκ νέου εις το Περσικόν κράτος σύμμαχον έχων γενναίον Τουρκικόν έθνος, το έθνος των Χαζάρων. Οι Χάζαροι ούτοι ήσαν Τούρκοι ειδωλολάτραι, όπως πάντες οι Τούρκοι των χρόνων τούτων, είχον δε μεταναστεύσει εκ των ενδοτέρων τουρκικών χωρών εις τας μεταξύ της Κασπίας και του Ευξείνου προς βορράν του Καυκάσου κειμένας χώρας της Ανατολικής Ευρώπης, όθεν εξετάθησαν κατά μικρόν μέχρι της Κριμαϊκής Χερσονήσου και των ύπερθεν αυτής χωρών της νοτίου Ρωσίας. Ο ηγεμών ή Χαγάνος των Χαζάρων τούτων (διότι και παρά τοις Τούρκοις τούτοις τοιαύτας προσωνυμίας έφερον οι ηγεμόνες) Ζιεβήλ συμφώνως προς τας μετά του Ηρακλείου συμφωνίας εισήλασε μετά μυριάδων στρατού διά των Κασπίων πυλών εις τας Περσικάς χώρας, φοβεράν επιφέρων καταστροφήν, πυρπολών πόλεις και κώμας και αιχμαλωτίζων πλήθος ανθρώπων. Ήλθε δε έπειτα ο αυτός Χαγάνος εις συνάντησιν του αυτοκράτορος πλησίον της νυν παρά τον Καύκασον Ρωσικής πόλεως Τιφίλιδος, ένθα κατέταξεν εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν 40 χιλιάδας επιλέκτους άνδρας εκ του στρατού αυτού υπό την αρχηγίαν του ιδίου αυτού υιού (64). Αλλ' ο αυτοκράτωρ, ούτινος ο στρατός ηυξήθη σημαντικώς διά της προσθήκης των Τούρκων, δεν εισέβαλε κατά το έτος τούτο εις την Περσίαν, έπεμψε δε μετά στρατού τον αδελφόν αυτού Θεόδωρον, όστις εισελάσας εις την Περσίαν ενίκησε τον κατ' αυτού επελθόντα Περσικόν στρατόν. Αυτός δε ο αυτοκράτωρ, αφού κατά το έτος 626 εξεπόρθησεν όσα έτι φρούρια κατείχοντο εν Αρμενία και Μεσοποταμία υπό των Περσών, ίνα έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα, επεχείρησε το επόμενον έτος 627 την τελευταίαν αθάνατον αυτού στρατείαν και διεξήγαγεν αυτήν μόνον διά του ιδίου αυτού στρατού, των Τούρκων συμμάχων επανελθόντων εις τα ίδια
. Αλλ' ο αυτοκράτωρ, ούτινος ο στρατός ηυξήθη σημαντικώς διά της προσθήκης των Τούρκων, δεν εισέβαλε κατά το έτος τούτο εις την Περσίαν, έπεμψε δε μετά στρατού τον αδελφόν αυτού Θεόδωρον, όστις εισελάσας εις την Περσίαν ενίκησε τον κατ' αυτού επελθόντα Περσικόν στρατόν. Αυτός δε ο αυτοκράτωρ, αφού κατά το έτος 626 εξεπόρθησεν όσα έτι φρούρια κατείχοντο εν Αρμενία και Μεσοποταμία υπό των Περσών, ίνα έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα, επεχείρησε το επόμενον έτος 627 την τελευταίαν αθάνατον αυτού στρατείαν και διεξήγαγεν αυτήν μόνον διά του ιδίου αυτού στρατού, των Τούρκων συμμάχων επανελθόντων εις τα ίδια (65). Κατά την στρατείαν ταύτην μετά πολλάς κατά μέρος νίκας και εκπόρθησιν πολλών επί του Τίγρητος φρουρίων, και ιδίως των Δασταγέρδων, ένθα ευρέθησαν θησαυροί και γυναικών τις του βασιλέως, συνεκρότησεν επί των ερειπίων της πάγκαλης και περιβοήτου πόλεως Νινευί τη 27 Ιουλίου του 627 την μάχην, ήτις έθηκε τέρμα εις τον επί πέντε και είκοσιν έτη καταστρεπτικόν πόλεμον. Ο Περσικός στρατός ηττήθη κατά κράτος, άπειρος δε λεία και αιχμαλώτων μέγα πλήθος περιήλθον εις τον Ελληνικόν στρατόν. Ο Χοσρόης έφυγεν αλλά δεν ηδυνήθη να συγκροτήση νέον στρατόν. Οι μεγιστάνες και ο λαός της Περσίας καταπεπονημένοι υπό του μακρού πολέμου επέπεσαν κατ' αυτού, όπως είχον επαναστή κατά του πατρός αυτού εν τω προς τον Μαυρίκιον πολέμω. Αυτός ο υιός του Χοσρόου Σιρόης εγένετο αρχηγός της επαναστάσεως.

Ο Χοσρόης συνελήφθη υπό τούτου και ερρίφθη εις τας φυλακάς και αφού είδε 18 αυτού υιούς φονευθέντας υπό του αδελφού αυτών, εφονεύθη και αυτός. Ο Ηράκλειος γενναίος και μεγάθυμος εν τη συνομολογήσει της ειρήνης (8 Απριλίου 628), ως εφάνη και ανδρείος εν τω πολέμω, έδωκε την ειρήνην εις τον εξαιτούμενον αυτήν Σιρόην επί επιεικεστάτοις όροις. Διά των όρων τούτων ο αρχηγός των Περσών υπεχρεούτο ν' αποδώση εις το κράτος το Ελληνικόν τα εν τω πολέμω καταληφθέντα και τα έτι κατεχόμενα μέρη, αποκατασταμένων των προ του πολέμου ορίων, ν' αποδώση πάντας τους αιχμαλώτους, έτι δε το τίμιον ξύλον του Σταυρού το αρπαγέν εξ Ιεροσολύμων. Την μεγάλην νίκην και την συνομολόγησιν της ειρήνης ανήγγειλεν ο Ηράκλειος εις την Κωνσταντινούπολιν δι' αγγελιαφόρων και διά αγγέλματος μακρού αναγνωσθέντος από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, αρχομένου από της ρήσεως της ψαλμικής: «Αλαλάξατε τω Θεώ πάσα η γη δουλεύσατε τω Κυρίω, εν ευφροσύνη κτλ. ».

Μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης ο Ηράκλειος επέστρεψεν εκ της Μικράς Ασίας εις την πρωτεύουσαν, ής οι κάτοικοι, κλήρος και λαός προϋπήντησαν αυτώ επί της Ασιατικής όχθης του Βοσπόρου και ήγον αυτόν εν θριάμβω εις την βασιλεύουσαν. Το επόμενον έτος ο Ηράκλειος απήλθεν από της πρωτευούσης εις την αγίαν πόλιν φέρων μεθ' εαυτού το τίμιον ξύλον του Σταυρού. Εν Ιερουσαλήμ δε, επί του πατριάρχου Σωφρονίου, αυτός ο αυτοκράτωρ φέρων επί των ώμων το ιερόν ξύλον έστησεν αυτό εν Γολγοθά, ένθα ίστατο και πρότερον φερθείς ενταύθα υπό της μητρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Ελένης (66).

Ούτως επερατώθη ο 25 έτη διαρκέσας καταστρεπτικός πόλεμος, πολλήν μεν δόξαν και αίγλην ηθικήν περιποιήσας εις το Ελληνικόν κράτος, πολλήν δε ταπείνωσιν εις το κράτος το αντίπαλον, καταπόνησιν δε δεινήν εις αμφότερα τα κράτη επενεγκών και καταστήσας αμφότερα ανίκανα εις αντιμετώπισιν του νέου φοβερού αμφοτέρων αντιπάλου. Ούτος ορμητικός νυν επήρχετο και απροσδόκητος από νότου εναντίον αμφοτέρων, και διά της εντελούς καταστροφής του ηττημένου και του ακρωτηριασμού του νικητού έμελλε να ιδρύση νέον κράτος παγκόσμιον, κράτος ουχί απλώς πολιτικόν, αλλά και θρησκευτικόν κατ' εξοχήν, υπό νέας θρησκείας παραχθέν και διά της θρησκείας ταύτης κραταιωθέν και δεσπόσαν του πλείστου μέρους του κόσμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Η ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ
ΑΡΑΒΙΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ

1. Οι Άραβες. Μωάμεθ και η διδασκαλία αυτού.

Το νέον κράτος και η νέα θρησκεία ιδρύθησαν εν μέσω του έθνους των Αράβων υπό του Άραβος Μωάμεθ. Οι Άραβες ανθρωπολογικώς, ήτοι κατά την εξωτερικήν διάπλασιν του σώματος και την επί της διαφοράς της τοιαύτης διαπλάσεως στηριζομένην διαίρεσιν του ανθρωπίνου γένους, ανήκουσιν εις την Λευκήν ή Καυκασίαν φυλήν (67)· γλωσσικώς δε υπάγονται εις την Σημιτικήν γλωσσικήν διαίρεσιν της Καυκασίας φυλής, όντες συγγενείς κατά την γλώσσαν προς τους αρχαίους Βαβυλωνίους και Ασσυρίους, τους Εβραίους, Φοίνικας, Σύρους, οίτινες πάντες ως και οι Άραβες καλούνται Σημιτικοί, ως καταγόμενοι το πλείστον κατά την Π. Διαθήκην από Σημ, του υιού του Νώε. Εν τη αρχαία ιστορία ευρίσκομεν τον λαόν των Αράβων οικούντα εξ αρχαιοτάτων χρόνων εν τη Αραβική καλουμένη μεγάλη χερσονήσω και εν ταις προς ανατολάς της Συρίας και Παλαιστίνης εκτεινομέναις ερήμοις. Αλλ' οι Άραβες ούτοι, οίτινες και εις τους αρχαίους Έλληνας δεν ήσαν άγνωστοι (Αράβιοι υπό του Ηροδότου καλούμενοι), δεν εκτήσαντο πολλήν σπουδαιότητα εν τη ιστορία τη αρχαία. Η σπουδαιότης και η πραγματική εμφάνισις αυτών εν τη ιστορία ανήκουσιν εις τους χρόνους του παρ' αυτοίς γεννηθέντος και αναπτυχθέντος Μωαμεθανισμού ή Ισλάμ. Προ της κηρύξεως του Ισλάμ ήτοι της μωαμεθανικής θρησκείας, οι Άραβες είχον θρησκεία ήτις εν τοις αρχαιοτάτοις χρόνοις μη απέχουσα πολύ της μονοθεΐας των Εβραίων, ούσα δηλονότι λατρεία ενός μόνον Θεού καλουμένου Αλλά (Αλ-ιλάχ = ο Θεός, Εβρ. Ελωχείμ), ανεμίχθη βραδύτερον μετά της αστερολατρίας των Βαβυλωνίων και Φοινίκων, εν μέρει δε και μετά κτισματολατρίας παχυλής. Ιδίως δε ελατρεύετο παρ' αυτοίς ουρανοπετής τις λίθος Χαδζάρ καλούμενος, αποτελών το ιερώτατον σέβασμα πασών των Αραβικών φυλών, φυλαττόμενον εν Μέκκα εν τω αρχαιοτάτω ναώ τω καλουμένω οίκω του Θεού (Βεϊτουλλάχ ή Κααβά) κτισθέντι κατά τας παραδόσεις των Αράβων υπό Αβραάμ, όν και οι Άραβες τιμώσιν ως γενάρχην αυτών ως καταγόμενοι από του εξ Άγαρ υιού του Αβραάμ Ισμαήλ και διά τούτο καλούμενοι και Ισμαηλίται και Αγαρηνοί. (68) Και η πόλις Μέκκα ήτο παρ' αυτοίς ιερά πόλις ένεκεν του ναού Κααβά και του εν αυτώ λίθου. Αλλ' ει και η κατ' αρχάς μονοθεϊστική θρησκεία των Αράβων παρεξετράπη κατά μικρόν εις πολυθεΐαν και κτισματολατρίαν, δεν απώλετο παντελώς ο μονοθεϊστικός αυτού χαρακτήρ· και ο εν αρχή μόνος θεός Αλλάχ ωνομάσθη είτα εν τω πολυθεϊσμώ Αλλάχ-τααλί = Ύψιστος θεός. Αφ' ού δε χρόνου εκηρύχθη ο Χριστιανισμός εν Παλαιστίνη και Συρία, αιρέσεις χριστιανικαί, προ πάντων ιουδαΐζουσαι (θεωρούσαι δηλονότι τον Χριστόν ως Μεσσίαν και μέγαν προφήτην, ουχί θεόν και θεάνθρωπον) διεδόθησαν και εν Αραβία. Και Ιουδαϊκαί δε αποικίαι και παροικίαι ουκ ολίγαι υπήρχον εν Αραβία από των χρόνων της διασποράς των Ιουδαίων. Εκ της ποικιλίας δε ταύτης των θρησκευμάτων ζωηρός υπήρχε θρησκευτικός ανταγωνισμός εν Αραβία μεταξύ των οπαδών των διαφόρων θρησκευμάτων καθ' ούς χρόνους εγεννήθη ο Μωάμεθ.

Ο Μωάμεθ (Μουχάμμετ) εγεννήθη εν Μέκκα τω 571 βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του Ιουστίνου Β'. Από δε νεότητος μεγάλην δεικνύων ροπήν εις τον θρησκευτικόν βίον και τας θρησκευτικάς μελέτας εις συχνήν διετέλει συνάφειαν προς τους Χριστιανούς της νοτίου Αραβίας (όπου υπήρχον τότε γνήσιοι Χριστιανοί ίδ. σελ. 80), ένθα μετέβαινε χάριν εμπορίας, και προς τους εν τη βορείω Αραβία ιουδαΐζοντας Χριστιανούς και προς Εβραίους. Γενόμενος δ' ανήρ ωρίμου αναπτύξεως (περί το 40 έτος της ηλικίας αυτού) παρέστη εν Μέκκα (610 μ. Χ.) εν τω μέσω του Αραβικού λαού ως προφήτης κηρύττων την νέαν αυτού θρησκευτικήν διδασκαλίαν, την έχουσαν ως δόγμα θεμελιώδες και αρχήν υπερτάτην ότι «είς μόνος υπάρχει θεός και Μωάμεθ είναι ο προφήτης αυτού». Η διδασκαλία αύτη, ήν εκήρυσσεν ο Μωάμεθ ως θεόπνευστον, ως διά του Αρχαγγέλου Γαβριήλ απ' ευθείας από του Θεού εις αυτόν αποκαλυφθείσαν, και περί ής εκτενέστερον θέλομεν διαλάβει κατωτέρω, εν αρχή δεν ηξιώθη πολλής προσοχής παρά τη Αραβική αριστοκρατία της Μέκκας. Ότε δε κατά μικρόν οι οπαδοί του νέου προφήτου ηυξήθησαν σημαντικώς, εκ των κατωτέρων τάξεων του λαού κυρίως προσερχόμενοι, ησπάσαντο δε την διδασκαλίαν του Μωάμεθ και ουκ ολίγοι των προκρίτων Μεκκανών, ήρξατο διωγμός κατά του αρχηγού και των οπαδών υπό των ισχυροτέρων Μεκκανών και ηπειλήθη θάνατος κατά του προφήτου. Τότε ούτος έφυγεν από Μέκκας και μετέβη εις την αντίζηλον ταύτη πόλιν της Αραβίας Μεδινάν, ένθα έτυχε καλής υποδοχής. Η φυγή αύτη του Μωάμεθ (η γενομένη τη 16 Ιουλίου 622) καλουμένη Αραβιστί Χίδζρα ή Χέδζρα (Εγίρα ως μετεσχηματίσθη η λέξις εν ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις) = φυγή, εθεωρήθη ύστερον ως σπουδαιότατον γεγονός εν τη αρχή και γενέσει του Μωαμεθανισμού, ως διά ταύτης σωθέντος του προφήτου και διά ταύτης θεμελιωθείσης της νέας θρησκείας αυτού. Και διά τούτο εγένετο αρχή της μέχρι σήμερον παρ' άπασι τοις μωαμεθανικοίς λαοίς χρονολογίας (69). Εν Μεδινά ο Μωάμεθ προσεκτήσατο πολλούς οπαδούς, δι' ών συνεκρότησεν ήδη κράτος θρησκευτικόν και περιήλθεν εις πόλεμον προς τους Μεκκανούς, οίτινες μετά πολλά έτη ηναγκάσθησαν (630) ν' αναγνωρίσωσιν αυτόν ως προφήτην και άρχοντα. Ούτω δε πάσα η Αραβία προσήλθεν εις τον Μωαμεθανισμόν και απετέλεσε μίαν κοινωνίαν θρησκευτικήν και πολιτικήν υπό την πνευματικήν και πολιτικήν αρχήν του Μωάμεθ, όστις ετελεύτησε μακρόν μετά την επίτευξιν του μεγάλου τούτου έργου (632 μ. Χ.).

2. Η διδασκαλία του Μωάμεθ.

Αι θεμελιώδεις αρχαί της διδασκαλίας του Μωάμεθ, ήτοι της υπ' αυτού ιδρυθείσης θρησκείας, ήν ωνόμασεν Ισλάμ ήτοι αφοσίωσιν εις τον Θεόν (οι οπαδοί του Ισλάμ καλούνται μουσλίμ ή μουσουλμάν = αφωσιωμένοι εις το θείον) είναι α') η πίστις εις την ενότητα του Θεού, εις το ενιαίον δηλονότι και αδιαίρετον της υποστάσεως αυτού· την αρχήν ταύτην, το δόγμα ότι είς μόνος υπάρχει θεός, ετόνισεν ο Μωάμεθ προ πάντων εναντίον του παρά Χριστιανοίς δόγματος της τρισυποστάτου θεότητος· β') η πίστις ότι ο Μωάμεθ είναι προφήτης του Θεού αποκαλυφθέντος εις αυτόν και εμπνεύσαντος αυτώ την διδασκαλίαν αυτού. Αλλά το διπλούν τούτο θεμελιώδες δόγμα της διδασκαλίας αυτού («Είς Θεός υπάρχει και Μωάμεθ είναι ο προφήτης αυτού») συνέδεσεν ο Μωάμεθ μετά των ιστορικών παραδόσεων της Χριστιανικής και της Ιουδαϊκής θρησκείας. Ο Θεός ο αποκαλυφθείς εις αυτόν είναι αυτός ο Θεός ο αποκαλυπτόμενος εν τη Παλαιά Διαθήκη διά των προφητών και εν τω Ευαγγελίω διά του Iησού Χριστού. Έπεμψε δε αυτόν ο Θεός ούτος ως νέον, ως έσχατον των προφητών, διότι, ως έλεγεν, οι τε Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί διέστρεψαν την διά των προφητών και του Χριστού, της Παλαιάς Διαθήκης και του Ευαγγελίου, γενομένην αυτοίς διδασκαλίαν της θεογνωσίας και της αληθούς πίστεως. Κατά την διδασκαλίαν του Μωάμεθ ο Θεός, ο κατά τας Γραφάς δημιουργήσας τον κόσμον και τον Αδάμ, απεκαλύφθη εις το δημιουργηθέν υπ' αυτού ανθρώπινον γένος διά των προφητών και εδίδαξεν αυτό διά τούτων την μόνην αληθή εις Θεόν πίστιν, το Ισλάμ την πρώτην και αιώνιον θρησκείαν, ής οπαδοί ήσαν πάντες οι προφήται και ο Χριστός, όντες πάντες ούτοι μουσλίμ. Προφήται εισι πάντες οι υπό του Θεού εμπνεόμενοι εκλεκτοί άνθρωποι, οι διδάσκοντες την θεογνωσίαν και εμπεδούντες αυτήν διά θαυμάτων αλλά μέγιστοι των προφητών είναι έξ, ο Αδάμ ο πρωτόπλαστος, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Μωυσής, ο Iησούς (όν και ο Μωάμεθ καλεί Χριστόν· μεσίχ = μεσσίας) ως μέγαν προφήτην και εκλεκτόν του Θεού) και ο έσχατος πάντων, ο παραλαβών εν τη διδασκαλία αυτού πάσας τας των άλλων διδασκαλίας και καθάρας αυτάς από των πλανών και των διαστροφών των Ιουδαίων και των Χριστιανών, ο Μωάμεθ. Ως μεγίστην της αληθούς θεογνωσίας, ήτοι του Ισλάμ, παρά τοις Χριστιανοίς διαστροφήν θεωρεί ο Μωάμεθ ακριβώς τα δύο κυριώτατα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας: το τρισυπόστατον της θεότητος (κηρύττων αυτός την ενότητα της θεότητος) και το της ενανθρωπήσεως του Θεού εν Χριστώ Iησού. Ο Iησούς Χριστός κατά τον Μωάμεθ είναι προφήτης μέγιστος, έχων την εξαιρετικήν ταύτην εν άπασι τοις ανθρώποις υπεροχήν, ότι εγεννήθη ασπόρως. Τούτο όμως ουδαμώς μαρτυρεί θεότητα, αλλά θαύμα υπερφυές του Θεού εν τω προφήτη αυτού. Ο Iησούς προς τούτοις εν τη ιδιότητι αυτού ως μεγάλου προφήτου είναι, και Λόγος (ουχί υιός) ενσαρκωθείς του Θεού· αλλ' είναι πάντοτε άνθρωπος. Ο Μωάμεθ θεωρεί προς τούτοις ψευδή τα λεγόμενα περί της σταυρώσεως και του θανάτου του Χριστού. Κατ' αυτόν ο Χριστός ούτε εσταυρώθη (70) ούτε απέθανε. Τούτο ψευδώς υπέλαβον οι Εβραίοι, τυφλωθέντες υπό του Θεού εν τη ανομία αυτών και νομίσαντες ότι εσταύρουν τον Χριστόν, ενώ ο σταυρωθείς υπ' αυτών ήτο τις Εβραίος. Ο δε Χριστός, ανελήφθη εις Ουρανούς εν σώματι, όπως και άλλοι προ αυτού προφήται (Ενώχ και Ηλίας), μέλλει δε αυτός να κρίνη τους ανθρώπους εν τη εσχάτη κρίσει, του Μωάμεθ συνηγορούντος τότε απλώς υπέρ των Μουσλίμ.

Και τοιαύτη μεν εν κεφαλαίω είναι η δογματική και η ιστορική του Μωάμεθ διδασκαλία περί του Ισλάμ, όπερ από καταβολής κόσμου και από της δημιουργίας του ανθρώπου ην κατ' αυτόν η μόνη αληθής θρησκεία, διαστραφέν δε έπειτα υπό των Ιουδαίων και των Χριστιανών ανεφάνη εν τω κόσμω εν τη καθαρότητι αυτού, μετά νέας λαμπηδόνος, διά του Μωάμεθ.

Πας μουσλίμ ή μουσουλμάνος πρέπει κατά τον Μωάμεθ να εργάζηται διηνεκώς υπέρ του θριάμβου του Ισλάμ, ουχί μόνον διά του λόγου, αλλά και δι' έργου, ήτοι διά του ξίφους. Τούτο απαιτεί αυτή η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και η προς αυτό ευσπλαγχνία. Πας μη ων μουσλίμ, ήτοι μη πιστεύων εις το Ισλάμ, είναι καταδεδικασμένος εν τη μελλούση ζωή εις αιώνιον κόλασιν. Και επειδή η απιστία αύτη προέρχεται από διανοητικής και ηθικής τυφλώσεως, είναι ανάγκη οι λαοί και τα έθνη τα διατελούντα εν τω σκότει της απιστίας, και διά του ξίφους έτι, προς ίδιον μέγα όφελος, να προσέλθωσι διά του Ισλάμ εις την οδόν της σωτηρίας. {101} Αλλά μεταξύ των λαών των μη πιστευόντων εις το Ισλάμ, και κυρίως εις την διδασκαλίαν του Μωάμεθ, πρέπει να διακρίνωνται από των κυρίως απίστων (Καφίρ (71)) οι λεγόμενοι λαοί της Βίβλου (εχλ-ελ-κιτάπ), οίτινες είναι οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι. Ούτοι, καίπερ μη πιστεύοντες εις την διά του Μωάμεθ γενομένην αποκάλυψιν του Ισλάμ, ουχ ήττον δεν είναι παντελώς ξένοι προς το Ισλάμ, αφού πιστεύουσιν εις την Βίβλον, εις τον Θεόν της Βίβλου και εις τους προφήτας (πλην του Iησού οι Ιουδαίοι, και πλην του Μωάμεθ Ιουδαίοι και Χριστιανοί). Οι τοιούτοι λοιπόν πρέπει να προσάγωνται εις το Ισλάμ ουχί διά του ξίφους, αλλά διά του λόγου. Διά τούτο ο Μωαμεθανισμός πανταχού, όπου ήρξεν, εξωλόθρευσε πάσαν άλλην θρησκείαν πλην της Χριστιανικής και της Ιουδαϊκής, εις άς αμφοτέρας επέτρεψεν ανεκτήν τινα ύπαρξιν.