WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 51: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

Εκ των ειρημένων νοείται ότι η διδασκαλία του Μωάμεθ περιλαμβάνει και την εις την μέλλουσαν ζωήν πίστιν, ήτις και εν τω Μωαμεθανισμώ, ως εν τω Χριστιανισμώ, συνδέεται μετά της πίστεως εις ανάστασιν νεκρών και την εσχάτην κρίσιν και ανταπόδοσιν. Εν τη εσχάτη κρίσει πάντες οι μουσλίμ κριθήσονται μόνον κατά τας πράξεις αυτών και κολασθήσονται πάντοτε διά τας αμαρτίας αυτών εν τη γεέννη (δζεχεννέγκ) του πυρός, αλλά προσωρινώς μόνον, δικαιούμενοι εν τη αιωνιότητι διά της πίστεως αυτών. Αιώνιος κόλασις αναμένει μόνον τους απίστους, και αυτούς έτι τους Χριστιανούς και Ιουδαίους, τους μη δικαιουμένους εκ της πίστεως αυτών. Ούτοι, και αγαθοί αν ώσιν εν ταις πράξεσιν αυτών, κολασθήσονται αιωνίως διά την απιστίαν. Οι δίκαιοι και προ της κρίσεως της εσχάτης και μετά ταύτην μεταβαίνουσιν εις τον Παράδεισον (δζεννέτ) προς απόλαυσιν αιωνίου ζωής εν ευδαιμονία. Αι ηδοναί του Παραδείσου και αι τιμωρίαι της Κολάσεώς εισιν εν τω μωαμεθανισμώ υλικής φύσεως. Αλλ' υπάρχουσι και πνευματικωτέρας φύσεως ηδοναί, οία είναι το οράν το πρόσωπον του Θεού εν τω αιωνίω φωτί, ως και πνευματικωτέρας φύσεως τιμωρίαι, οία είναι το στερείσθαι της όψεως του Θεού.

Μετά της εις τον Θεόν και την αιώνιον ζωήν πίστεως συνδέεται και το ηθικόν μέρος της διδασκαλίας του Μωάμεθ.

Το πρώτιστον ηθικόν καθήκον παντός μουσλίμ είναι το εργάζεσθαι υπέρ της εν τω κόσμω διαδόσεως και επικρατήσεως του Ισλάμ, ού το κράτος εν τω κόσμω είναι αυτή η εν τω κόσμω βασιλεία του Θεού. {102} Επειδή δε το κράτος τούτο δεν διαδίδεται εν τω κόσμω μόνον διά του λόγου, αλλά προ πάντων διά του ξίφους, καθήκον παντός μουσλίμ είναι το πολεμείν υπέρ πίστεως. Πας εν τω πολέμω τούτω αποθνήσκων είναι μάρτυς της πίστεως (σεχίτ) και μεταβαίνει απ' ευθείας εις τον Παράδεισον, πας δε μαχόμενος γενναίως και επιζών τω πολέμω είναι νικητής ή θριαμβευτής της πίστεως (γαζή). Υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων είναι η πύλη του Παραδείσου, κατά το ιερόν βιβλίον του Ισλάμ, ήτοι πας όστις μαχόμενος προχωρεί τολμηρώς μέχρι της σκιάς του ξίφους του πολεμίου, είναι ήδη εν τω Παραδείσω.

Πρώτιστον ηθικόν καθήκον του ανθρώπου είναι ωσαύτως το λατρεύειν τον Θεόν εν καθαρά καρδία. Σπουδαιότατον δε μέρος της λατρείας είναι η προσευχή. Αύτη συνίσταται το μεν εις το διηνεκώς εν πάση στιγμή μνημονεύειν του ονόματος του θεού και ευλογείν αυτό, το δε εις πέντε κατά τας πέντε επί τούτω τεταγμένας ώρας του ημερονυκτίου γενομένας προσευχάς (72). Η προσευχή άλλως είναι πράξις όλως ιδιωτική, εν οιωδήποτε τόπω υπό του ανθρώπου τελουμένη, μετά συμβολικήν τινα κάθαρσιν χειρών και ποδών, ενδεικτικήν της καθάρσεως της ψυχής. Οι ναοί υπάρχουσι μόνον ίνα προσεύχωνται ομού πολλοί εν τω αυτώ τόπω, αλλ' έκαστος πάλιν και ενταύθα προσεύχεται κατ' ιδίαν, πλην ολίγων κοινών ευχών απαγγελλομένων υπό του Ιμάμη, ήτοι του επιστάτου του ναού· χρησιμεύουσι δε οι ναοί και προς διδασκαλίαν του λαού θρησκευτικήν και ηθικήν. Απαγορεύεται δε αυστηρώς πάσα εσωτερική δι' αγαλμάτων ή εικονογραφιών διακόσμησις αυτών, ως απαγορεύεται αυστηρώς πάσα εικονική παράστασις της θεότητος και πάσα εις εικόνας τιμή. Άλλως ούτε θυσιαστήριον υπάρχει παρά τοις Μωαμεθανοίς, ούτε θυσίαι και τελεταί, ούτε ιερείς και ιερωσύνη και κλήρος (73). Η θυσία η άπαξ του έτους γινομένη παρά τοις Μωαμεθανοίς διά σφαγής αρνός ή προβάτου είναι απλή αναμνηστική πράξις της θυσίας του υιού του Αβραάμ, γίνεται δε υπό παντός Μωαμεθανού έμπροσθεν του οίκου ή προ του ναού. Και εορταί δε παρά τοις Μωαμεθανοίς είναι δύο μόνον, η της αποκαλύψεως του Θεού εις τον προφήτην (το μέγα Βαϊράμ) γενομένη μετά το τέλος του ιερού μηνός της νηστείας Ραμαζάν και εν αρχή του μηνός Σεβάλ, και 70 ημέρας μετά τούτο το μικρόν Βαϊράμ, λεγόμενον και Βαϊράμ της θυσίας (κουρβάν-βαϊράμ) προς ανάμνησιν της θυσίας του Αβραάμ.

Νηστείαν διατάσσει ο νόμος του Μωάμεθ μόνον κατά μήνα Ραμαζάν. Αλλ' η νηστεία συνίσταται απλώς εις το απέχεσθαι βρωμάτων καθ' άπασαν την ημέραν, επιτρεπομένου παντός είδους τροφής μετά την ώραν της καταλύσεως της νηστείας (74), ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου.

Ως ηθικόν καθήκον εις τους Μουσλίμ συνιστάται υπό της μωαμεθανικής θρησκείας η φιλανθρωπία, η ευποιία προς τους πάσχοντας και η ελεημοσύνη προς τους απόρους. Τα καθήκοντα δε της φιλανθρωπίας εν τω μωαμεθανισμώ συνδέονται προς την γενικωτέραν ηθικήν αρχήν ότι πάντες οι ανθρώποι εισιν ίσοι ενώπιον του Θεού και ότι ο πανοικτίρμων και πανελεήμων Θεός αποστρέφεται τους υπερηφάνους και αγαπά τους ταπεινόφρονας. Αι φιλανθρωπικαί δε αύται αρχαί της μωαμεθανικής ηθικής συνετέλεσαν ώστε και ο θεσμός της δουλείας, όν δεν κατώρθωσε να καταργήση ο μωαμεθανισμός, να κατασταθή ηπιώτερος και οι δούλοι να τυγχάνωσι φιλανθρώπου εκ μέρους των κυρίων αυτών περιθάλψεως.

Η ηθική του Μωάμεθ, η μη καταργήσασα την δουλείαν, και άλλην τινά μάστιγα ηθικήν του Ασιατικού βίου δεν κατώρθωσε να καταργήση, την πολυγαμίαν, την δηλητηριάζουσαν ηθικώς τον οικογενειακόν βίον και διά τούτου τον κοινωνικόν, την βάσιν ταύτην πάσης υγιούς πολιτείας και υγιούς εθνικού βίου.

Καθήκον ηθικόν παντός Μωαμεθανού, κατά την διδασκαλίαν του Μωάμεθ, είναι και η ιερά αποδημία, ήν πας Μωαμεθανός οφείλει άπαξ τουλάχιστον εν τη ζωή αυτού να ποιήσηται εις την ιεράν πόλιν Μέκκαν, ίνα προσκυνήση τον ενταύθα ιερόν ναόν και τον εν αυτώ ιερόν λίθον. Άξιον δε σημειώσεως ότι ο Μωάμεθ ουδέ διενοήθη καν να καταργήση την λατρείαν ή την προσκύνησιν του μετεωρολίθου τούτου, το λείψανον αυτό της Αραβικής κτισματολατρίας (75). Τουναντίον μάλιστα αυτός διέταξεν ίνα οι μουσλίμ προσευχόμενοι στρέφονται πάντοτε προς την διεύθυνσιν του Κααβά.

3. Το Κοράνιον.

Το ιερόν βιβλίον το περιέχον την διδασκαλίαν του Μωάμεθ λέγεται Κοράνιον (Κοράν = ανάγνωσμα). Το βιβλίον τούτο, το περιεχόμενον δηλαδή αυτού, πεμφθέν, καθώς λέγει ο Μωάμεθ, ουρανόθεν απεκαλύφθη διά του αρχαγγέλου Γαβριήλ εις τον Μωάμεθ, καίπερ μη ειδότα αναγινώσκειν, εννοήσαντα δε τα λεγόμενα εν αυτή υπό του Θεού διά της θείας, ως ενόμιζεν, εμπνεύσεως. Εν τω Κορανίω απ' αρχής μέχρι τέλους παρίσταται λέγων ο Θεός και αποκαλύπτων εις τον Μωάμεθ την σοφίαν και πάσαν την βουλήν αυτού. Είναι δε το Κοράνιον κατά τον Μωάμεθ αντίγραφον του εν ουρανοίς από καταβολής κόσμου δι' ακτίνων του φωτός γεγραμμένου βιβλίου περιέχον πάσαν την αλήθειαν και αληθή θεογνωσίαν. Η Παλαιά Γραφή και το Ευαγγέλιον είναι αντίγραφα ατελή του βιβλίου τούτου. Τέλειον αντίγραφον είναι το Κοράνιον, το συμπληρούν πάσας τας εν τοις άλλοις ιεροίς βιβλίοις κηρυχθείσας αληθείας.

Το Κοράνιον διαιρείται εις 114 κεφάλαια (Σουρά), άτινα εγράφοντο απαγγελλόμενα προφορικώς υπό του Μωάμεθ, είτα δε συναχθέντα επί των διαδόχων αυτού απετέλεσαν έν βιβλίον, όπερ έκτοτε έμεινεν αναλλοίωτον κατά το περιεχόμενον αυτού ιερόν βιβλίον του μωαμεθανικού κόσμου.

4. Κατακτήσεις Αραβικαί. Οι διάδοχοι του Μωάμεθ.
Το κράτος των Χαλιφών.

Ο Μωάμεθ διά της υπ' αυτού κηρυχθείσης νέας θρησκείας, ήν επέβαλεν εις τους ομοφύλους Άραβας ου μόνον απλώς διά του λόγου αλλά και διά του ξίφους, ίδρυσεν ου μόνον θρησκείαν, ου μόνον Εκκλησίαν, ούτως ειπείν, αλλά και πολιτείαν και κράτος. Διότι κατά την τότε ανάπτυξιν την κοινωνικήν και πνευματικήν του Αραβικού έθνους δεν ήτο δυνατόν να διακριθή η θρησκευτική πολιτεία από της κυρίως πολιτείας, και ο ιδρυτής θρησκείας και θρησκευτικής πολιτείας ήτο εξ ανάγκης ιδρυτής και κράτους πολιτικού. Ο δε Μωάμεθ αποθνήσκων κατέλιπεν εις το έθνος αυτού κράτος θρησκευτικώς άμα και πολιτικώς συγκεκροτημένον, όπερ μετά τον θάνατον αυτού έπρεπε να έχη τους άρχοντας αυτού. Οι άρχοντες ούτοι εκλήθησαν Χαλίφαι, ήτοι Διάδοχοι, ως διαδεξάμενοι τον Μωάμεθ ουχί εν τη προφητική τούτου ιδιότητι, διότι ο Μωάμεθ, ως ο έσχατος των προφητών, κατά την πίστιν των Μωαμεθανών, δεν ηδύνατο να έχη διάδοχον, αλλ' εν τη ιδιότητι μόνον αυτού ως άρχοντος του νεωστί διά της θρησκείας συσταθέντος Αραβικού κράτους. Οι τοιούτοι μετά τον Μωάμεθ άρχοντες του Αραβικού κράτους είτε εκλεγόμενοι προς το αξίωμα τούτο, είτε ως εγίνετο εν αρχή, είτε κληρονομικώς λαμβάνοντες αυτό, ως εγίνετο βραδύτερον, εκαλούντο Χαλίφαι (Χαλίφ), ήτοι Διάδοχοι. Και τοιούτος διάδοχος εγένετο μετά τον θάνατον του Μωάμεθ ο Αβού Βεκίρ, ο από της δευτέρας γυναικός του Μωάμεθ πενθερός αυτού, εκλεγείς εις το αξίωμα υπό των αρχηγών των Αραβικών φυλών (76).

Επί του Χαλίφου Αβού Βεκίρ, όστις ήρξε δύο μόνον έτη, εξηκολούθησεν ο από του Μωάμεθ ήδη αρξάμενος εναντίον των απίστων πόλεμος. Ο Μωάμεθ, γενόμενος κύριος απάσης της Αραβίας, είχε συλλάβει την ιδέαν να υποτάξη όλον τον κόσμον εις το κράτος αυτού, τουτέστι να διαδώση το Ισλάμ εις όλον τον κόσμον, όστις ούτως έμελλε ν' αναγνωρίση αυτόν ως προφήτην και ως υπέρτατον επί γης άρχοντα. Και προς τον σκοπόν τούτον είχε πέμψει πρέσβεις προς τους ηγεμόνας των δύο ομόρων τη Αραβία μεγάλων κρατών, τον Ηράκλειον και τον Χοσρόην Β'. Και ο μεν Ηράκλειος εδέξατο οπωσούν φιλοφρόνως τους πρέσβεις του νέου Προφήτου, απορρίψας απλώς τας προτάσεις αυτών, αλλ' ο Χοσρόης εθανάτωσεν αυτούς.

5. Κατάλυσις του Περσικού κράτους των Σασανιδών.

{105} Ο πόλεμος, ού ήρξατο ο Μωάμεθ εναντίον αμφοτέρων των Κρατών, διεκόπη ευθύς υπό του θανάτου αυτού. Αλλά και επί της διετούς αρχής του Αβού Βεκίρ ο πόλεμος ο εναντίον των Ελλήνων περιωρίσθη εις την υπό των Αράβων άλωσιν φρουρίων τινών του Ελληνικού Κράτους εν τη νοτίω Συρία, τη Παλαιστίνη κειμένων, ιδίως της περίφημου πάλαι Φιλισταϊκής, νυν δ' εξηλληνισμένης Γάζης, έλαβε δε μεγάλας διαστάσεις και επί του Χαλίφου Ωμάρ (634-644) του εκλεγέντος μετά τον θάνατον του Αβού Βεκίρ. Επ' αυτού δύο στρατιαί Αραβικαί επέμφθησαν κατά δύο διευθύνσεις, η μεν υπό τον Καλίδ εναντίον του Ελληνικού, η δε υπό τον Σαΐδ εναντίον του Περσικού κράτους των Σασσανιδών.

Εν Περσία από του τέλους του μεγάλου προς τον Ηράκλειον πολέμου, ότε ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Χοσρόου Β' υιός Καβάδης, Β' Σιρόης, μέχρι του έτους, καθ' ό οι Άραβες επί του Αβού Βεκίρ εστράτευσαν κατά του κράτους τούτου, εν διαστήματι 4 ετών δέκα περίπου ηγεμόνες ανήλθαν εις τον Περσικόν θρόνον, εν ελαχίστοις χρονικοίς διαστήμασι διαδεχόμενοι αλλήλους καθαιρουμένους ή φονευομένους. Τέλος τω 632 ο υπό των Αράβων επικείμενος κίνδυνος επήνεγκέ τινα ομόνοιαν μεταξύ των αρχόντων και τω 632 ανεγνώρισαν ούτοι τον 15ετή παίδα Ισδέγερδον Β' (έγγονον του Χοσρόου) και έσπευδον προθύμως εις τον εναντίον των Αράβων πόλεμον. Αλλ' ο Περσικός στρατός ο υπό τον στρατηλάτην Ρουστάν εναντίον των υπό τον Σαΐδ Αράβων πεμφθείς συνεκρούσθη μετά τούτου εν Καδησία της Βαβυλωνίας (636). Η μάχη αύτη, καθ' ήν οι Άραβες έμειναν νικηταί, δεν έκρινε μόνον μεταξύ των δύο Ασιατικών κρατών, του παλαιού Περσικού και του νεαρού Αραβικού, ή μεταξύ δύο φυλών, αλλά και μεταξύ δύο θρησκευμάτων, της αρχαιοτάτης θρησκείας του Ζωροάστρου, της θρησκείας του φωτός και του πυρός, εκπροσωπουμένης εν τω υψίστω πνεύματι του Κόσμου, τω θεώ Ωρομάσδη, και της νεωτάτης θρησκείας της υπό του Μωάμεθ κηρυχθείσης, της θρησκείας του Ισλάμ. Η δε ήττα των Περσών επήνεγκε και τον όλεθρον του τε Περσικού κράτους και της αρχαίας Περσικής θρησκείας. Διότι οι νικηταί Άραβες, δι' ούς είπομεν λόγους, διά του ξίφους κατέστρεψαν νυν την θρησκείαν του Ζωροάστρου και επέβαλον τον Ισλαμισμόν εις απάσας τας υπ' αυτών καταλαμβανομένας Περσικάς χώρας. Ο Ισδέγερδος μετά την ήτταν της Καδησίας επειράθη ν' αναχαιτίση την ορμήν του εις τας Περσικάς χώρας εισβαλόντος Αραβικού χειμάρρου, αλλ' ουδέν κατώρθωσε. Διότι ηττηθείς υπό των πολεμίων εγκατελείφθη και υπ' αυτών των Περσών και εφονεύθη υπό των ιδίων αυτού υπηκόων (631). Ούτω δε το κράτος των Σασσανιδών κατελύθη διά παντός μετά της θρησκείας της Ζωροαστρικής. Πάσα η Περσία εγένετο μωαμεθανική, οι δε μείναντες πιστοί εις το πάτριον θρήσκευμα Πέρσαι κατέφυγον εις τας Ινδίας φέροντες μεθ' εαυτών το άσβεστον ιερόν πυρ, διατηρούντες δε μέχρι σήμερον την πάτριον λατρείαν εν πολλαίς πόλεσι της Ινδικής και καλούμενοι Πάρσοι (υπό των ομοφύλων δε Μωαμεθανών Περσών Γουέβροι (Γκιαούρ) = άπιστοι).

Διά της καταλύσεως του Περσικού κράτους η δύναμις του Ισλάμ διεδόθη ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ασίας τας εκτεινομένας μεταξύ του Τίγρητος και του Ώξου, του Καυκάσου, της Κασπίας και του Ινδικού Ωκεανού και ηλλοιώθη ηθικώς και πολιτικώς η όψις της Δυτικής Ασίας πριν ή παρέλθωσιν 20 έτη από του θανάτου του Μωάμεθ.

6. Οι πόλεμοι των Αράβων κατά του Ελληνικού
κράτους.

Καθ' όν χρόνον ο Αραβικός Μωαμεθανικός χείμαρρος κατέκλυζε τας ιστορικωτάτας χώρας της Δυτικής και της Μέσης Ασίας, αι μεγάλαι και κάλλισται εν Ασία και Αφρική και ιστορικώταται χώραι του Ελληνικού κράτους κατελαμβάνοντο αλλεπαλλήλως υπό των ακαθέκτων στρατιών του Ισλάμ. Εκ των δύο στρατιών, αίτινες υπό του Χαλίφου Ωμάρ εξεπέμφθησαν εναντίον των Ελλήνων και των Περσών, η υπό τον στρατηλάτην Καλίδ, διελάσασα άνευ αντιστάσεως πάσαν την Παλαιστίνην, επήλθε κατά της εν τη Κοίλη Συρία μεγάλης και ονομαστοτάτης Ελληνικής πόλεως Δαμασκού, ήν και επολιόρκησεν. Ο Ηράκλειος, όστις ευρίσκετο έτι εν Συρία, έπεμψε στρατόν εναντίον του Καλίδ υπό τον γνωστόν ημίν εκ της ιστορίας του Περσικού πολέμου αδελφόν αυτού Θεόδωρον· αλλ' ο στρατός ούτος ηττήθη εγγύς της Δαμασκού υπό των Αράβων (634). Δεύτερος στρατός υπό του βασιλέως πεμφθείς προς ελευθέρωσιν της Δαμασκού ηττήθη αύθις, και τότε η μεγάλη και αρχαιοτάτη πόλις, ο «οφθαλμός της Ανατολής», μετά εξάμηνον πολιορκίαν περιήλθεν εις τας χείρας των Αράβων. Ο βασιλεύς Ηράκλειος, όστις έσπευσε να επανέλθη εις την πρωτεύουσαν, ίνα φροντίση περί αποστολής νέου στρατού, έπεμψε πράγματι νέον στρατόν υπό τον υιόν αυτού Κωνσταντίνον και τον στρατηγόν Μανουήλ. Αλλ' εν τη παρά τον Ιερομίακα ποταμόν μάχη ηττήθησαν και αύθις οι Χριστιανοί (696) και οι Άραβες ταχέως μετά την αναχώρησιν του βασιλέως εγένοντο κύριοι της Συρίας απάσης. Πάσαι αι μεγάλαι και περίφημοι ενταύθα πόλεις Αντιόχεια, Βηρυτός, Έμεσα, Ιερουσαλήμ, Καισάρεια η εν Παλαιστίνη εκυριεύθησαν μέχρι του 639 υπό των μαχητών του Ισλάμ.

Ιστορικώς αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, καθ' όν η Ιερουσαλήμ περιήλθεν εις την εξουσίαν των Αράβων. Η αγία πόλις πολιορκηθείσα τω 636 μετά την ατυχή τοις Έλλησι μάχην του Ιερομίακος αντέταξεν αντίστασιν γενναίαν προς τους πολιορκητάς, καίπερ ούσα εγκαταλελειμμένη εις εαυτήν και μόνον αρχηγόν και προστάτην έχουσα τον περίφημον Πατριάρχην Σωφρόνιον. Τέλος δε αναγκασθείσα να παραδοθή διά συνθήκης απήτησε να συνομολογήση την συνθήκην της παραδόσεως προς αυτόν τον Χαλίφην, ουχί δε προς τον αρχηγόν του πολιορκητικού στρατού Αβού Οβεϊδά, τον προ μικρού αντικαταστήσαντα εν τη αρχιστρατηγία τον Καλίδ. Και τότε ο χαλίφης Ωμάρ απήλθεν από Μέκκας και διανύσας μακροτάτην οδόν διά της ερήμου εν πάση απλότητι των τότε Χαλιφών (77) αφίκετο προ της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών αφίκετο προ της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών (78). Κατά την συνθήκην ταύτην του Ωμάρ εις πάντας τους Χριστιανούς ασφαλίζεται η ζωή και η περιουσία και η ελευθέρα τέλεσις της θρησκευτικής λατρείας αυτών επί ετησία αποτίσει του κεφαλικού λεγομένου φόρου (χαράτζ), δι' ού ο Χριστιανός εξαγοράζει ούτως ειπείν το δικαίωμα της υπάρξεως· απηγορεύετο εις τους Χριστιανούς να ιδρύωσι σταυρούς έξωθεν επί των ναών αυτών ή να κρούωσι σήμαντρα ή κώδωνας αγγέλλοντας την ώραν της προσευχής· έτι δε επεβάλλετο να διακρίνωνται κατά την ενδυμασίαν από των Μωαμεθανών, απαγορευομένης ιδίως αυστηρώς της χρήσεως του πρασίνου χρώματος (79) Και ούτω μεν η Συρία μετ' αυτής δε και η Μεσοποταμία, δύο δηλονότι χώραι, αίτινες από των χρόνων των διαδόχων του Αλεξάνδρου επί 950 περίπου έτη υπήρξαν εστία ελληνικού πολιτισμού, ελληνικής παιδείας, ελληνικής φιλολογίας, κοιτίς του Χριστιανισμού και του Χριστιανικού Ελληνισμού και της χριστιανικής φιλολογίας και ρητορικής, κατελήφθησαν εντός 9 μόνον ετών υπό νέου έθνους, νέου κράτους, νέας θρησκείας και νέου βίου Ασιατικού επενεγκόντος κατά μικρόν την εξαφάνισιν του Ασιατικού Ελληνισμού εν τη λαμπροτάτη κοιτίδι και τη φωτεινοτάτη εστία αυτού. Μόνη η Χριστιανική πίστις και Εκκλησία έσωσαν και σώζουσιν έτι τα ελάχιστα λείψανα, του πάλαι πνευματικού μεγαλείου του Ελληνισμού των χωρών τούτων. (80)

7. Κατάληψις της Αιγύπτου υπό των Μωαμεθανών.

Ευθύς δ' ως συνεπληρώθη η κατάκτησις της Συρίας, περιήλθεν υπό το κράτος του Ισλάμ και άλλη ιστορικωτάτη χώρα και επί αιώνα και αυτή φαεινοτάτη διατελέσασα εστία του Ελληνικού πολιτισμού και των Ελληνικών γραμμάτων. Ο χαλίφης Ωμάρ έπεμψεν από Συρίας τω 640 νέον στρατόν προς κατάκτησιν της Αιγύπτου υπό τον αυτόν εκείνον Άραβα στρατηλάτην, όστις επί του χαλίφου Αβού Βεκίρ είχεν εισβάλει εις την νότιον Συρίαν καταλαβών προς τοις άλλοις την ισχυράν Γάζαν (σ. 105). Ο Αμρού κατώρθωσε μετά μικρού στρατού εν διαστήματι ολίγων μηνών να καταλάβη πάσαν σχεδόν την Αίγυπτον νικήσας εν πολλαίς μάχαις τα Ελληνικά στρατεύματα και καταλαβών εξ εφόδου την ακρόπολιν της Μέμφιδος, πρωτευούσης της Μέσης Αιγύπτου (81). είτα δε και πάσαν την Αίγυπτον, πλην της Αλεξανδρείας. Αύτη υπερησπίζετο από θαλάσσης ισχυρώς υπό του Ελληνικού στόλου, ενόσω έζη ο Ηράκλειος. Αλλά τω 641 αποθανόντος του Ηρακλείου κατελήφθη υπό των Αράβων και η ελληνικωτάτη αυτή μεγαλόπολις, παυσαμένη έκτοτε ούσα εστία Ελληνικών γραμμάτων και Ελληνικού Χριστιανικού πολιτισμού. Ούτω δε μετά της καταλύσεως της εν Αιγύπτω Ελληνορωμαϊκής αρχής απώλετο και το εν Αιγύπτω επί 960 έτη περίπου ανθήσαν πνευματικόν κράτος του Ελληνικού, είτα δε και του Ελληνικού Χριστιανικού βίου και πολιτισμού. (82).

Εις την τοσούτο ταχείαν και ευχερή κατάλυσιν της εν Αιγύπτω Ελληνικής εξουσίας συνετέλεσαν πολύ οι Κόπται ήτοι οι Χριστιανοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων, οίτινες δεν είχον αφομοιωθή προς τους Έλληνας της χώρας. Οι Κόπται ούτοι, αποτελούντες τότε τον πολυπληθέστατον λαόν της Αιγύπτου, εμίσουν πολύ τους Έλληνας, διότι και θρησκευτικώς τότε ήσαν κεχωρισμένοι απ' αυτών ως όντες Μονοφυσίται και τους Έλληνας θεωρούντες Νεστοριανούς (διότι οι Μονοφυσίται τους οπαδούς της εν Χαλκηδόνι Συνόδου συνέχεον προς τους Νεστοριανούς). Ένεκα λοιπόν του μίσους τούτου προσεχώρησαν ούτοι αθρόοι εις τους επιδρομείς Άραβας και παρείχον αυτοίς πάσαν συνδρομήν συντελούντες ισχυρώς εις την επιτυχίαν αυτών· εξ άλλου και οι Άραβες παρεχώρησαν εις τους Κόπτας εν ευρυτάτω μέτρω τας εις τους Χριστιανούς υπό του Κορανίου επιτρεπομένας ελευθερίας, και αυτόν τον κεφαλικόν φόρον καθορίσαντες μετριώτατον. Μεθ' όλα ταύτα πολλοί των Χριστιανών Αιγυπτίων ή Κοπτών προσήλθον εκουσίως εις το Ισλάμ, και τούτων των αρνησιθρήσκων απόγονοι εισιν οι νυν Φελλάχοι της Αιγύπτου, ενώ οι εμμείναντες εν τη πατρίω πίστει καλούνται μέχρι νυν Κόπται.

8. Εμφύλιος πόλεμος εν τω Αραβικώ κράτει.
Σουννίται και Σεΐται.

Μετά την κατάληψιν της Αιγύπτου οι Άραβες εξέτειναν τας κατακτήσεις αυτών προς νότον μεν μέχρι των ορίων της Αιθιοπίας, προς δυσμάς δε κατέλαβον την Κυρηναϊκήν και εκείθεν τας λοιπάς Ρωμαϊκάς χώρας της Βορείου Αφρικής. Αλλά τούτο εγένετο μετά τον θάνατον του Ηρακλείου. Τα μεγάλα γεγονότα, ών αφηγήθημεν την ιστορίαν, συνέβησαν επί του χαλίφου Ωμάρ. Αλλά και επί του διαδόχου αυτού Οσμάν (654-655) όντος επί Μωάμεθ γραμματέως αυτού, γενομένου δε νυν χαλίφου δι' εκλογής, αι Αραβικαί κατακτήσεις ηκολούθησαν την νικηφόρον αυτών πορείαν προς τε την Μέσην Ασίαν και προς τα βόρεια παράλια της Αφρικής. Συγχρόνως δε οι Άραβες, οι κατέχοντες νυν την Συρίαν, εκ των περιφήμων κέδρων του Λιβάνου κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλλον τας παραλίους πόλεις της Μικράς Ασίας και την Κύπρον και παρά την Ρόδον συνεκρότουν ναυμαχίας νικηφόρους προς τον ελληνικόν στόλον. Αλλά κατά τα τελευταία έτη της χαλιφείας του Ωμάρ εσωτερικαί ταραχαί εκραγείσαι εν τω Αραβικώ κράτει ανέκοψαν επί μακρόν την ορμητικήν κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Ο διαδεξάμενος τω 655 τον κατά το έτος τούτο φονευθέντα εν Μέκκα χαλίφην Οσμάν Αλής, ο εξάδελφος και επί θυγατρί γαμβρός του Μωάμεθ, περιεπλάκη ευθύς εξ αρχής της χαλιφείας αυτού εις εσωτερικάς έριδας και εμφυλίους πολέμους. Κατά του Αλή τούτου, όστις ένεκα της διπλής στενωτάτης προς τον Μωάμεθ συγγενείας είχε μείζονα δικαιώματα φυσικά επί της χαλιφείας ή οι προκάτοχοι αυτού, επανέστη ο της Δαμασκού διοικητής Μωαβίας εκ του γένους Ουμμέια, ουδεμίαν έχων συγγένειαν προς τον οίκον του προφήτου, αλλ' απλώς πεποιθώς επί τας ιδίας δυνάμεις. Ο εμφύλιος ούτος πόλεμος διαρκέσας επί έτη έληξε διά του φόνου του Αλή και της υπό του Μωαβία καταλήψεως της Χαλιφείας.

Αλλά τότε μεγάλη επήλθε μεταβολή εις τον χαρακτήρα της Χαλιφείας. Ενώ οι μέχρι τούδε Χαλίφαι ελάμβαναν το αξίωμα δι' εκλογής, και ήρχον την αρχήν ταύτην ως πατριαρχικοί αιρετοί άρχοντες λαού κατά βάθος δημοκρατουμένου, νυν ο Μωαβίας κατέστησε την αρχήν κληρονομικήν και μετέθηκε το κέντρον και την πρωτεύουσαν του κράτους και την έδραν της Κυβερνήσεως από της Αραβίας εις την Δαμασκόν της Συρίας. Νυν ο απλούς και λιτός βίος των δημοκρατικών αρχόντων των Αράβων μετεβλήθη εις πολυτελή και αβροδίαιτον αυλήν κληρονομικού ηγεμόνος απολυταρχικού, όστις την ιεράν ιδιότητα της Χαλιφείας εχρησιμοποίει απλώς προς ηθικήν εμπέδωσιν του δεσποτισμού. Η τέως δημοκρατική θεοκρατία παρά τοις Άραψι μετεβλήθη εις θεοκρατίαν μοναρχικήν και ο Αραβικός λαός από ελευθέρου τέκνου της έρημου κατά μικρόν κατέστη αγέλη δούλων του δεσπότου Χαλίφου. Αλλά θρησκευτικός φανατισμός και ηθική ζωτικότης συνετήρησαν έτι επί μακρόν την κατακτητικήν ορμήν του Αραβικού κράτους.

{112} Επί του Μωαβία αι ταραχαί επανελήφθησαν εν τω Αραβικώ κράτει και αφού ο Μωαβίας κατέστη χαλίφης και απόλυτος κύριος του κράτους (660 μ. Χ.) και ίδρυσε δυναστείαν κληρονομικήν καλουμένην δυναστείαν Ουμμεϊαδών (από του πάππου του Μωαβία Ουμμέια). Επί του υιού και διαδόχου του Μωαβία Ιεζίτ, οι οπαδοί του Αλή, πολυπληθείς όντες καθ' άπαν το Χαλιφικόν κράτος, επανέστησαν (683) υπέρ του οίκου του Αλή και των δύο υιών αυτού Χασάν και Χουσεΐν. Αλλ' εν τω αύθις εκραγέντι εμφυλίω πολέμω απώλοντο αμφότεροι οι υιοί του Αλή, οίτινες ήσαν και εγγονοί του Προφήτου εκ της θυγατρός αυτού Φατιμάς. Αλλ' ο όλεθρος των δύο τούτων εγγόνων του Προφήτου και η ήττα της μερίδος, καίπερ εξωτερικώς εμπεδώσαντα το κράτος των Ουμμεϊαδών επί τινα χρόνον, εσωτερικώς διήρεσαν το Αραβικόν κράτος και σύμπαντα τον Μωαμεθανικόν κόσμον εις δύο μέχρι σήμερον αδιαλλάκτους προς αλλήλας διατελούσας μερίδας.

Οι οπαδοί του οίκου του Αλή ή των Φατιμιδών (ούτω καλουμένων από της θυγατρός του Προφήτου) μετά συμπαθούς λατρείας περιέβαλον την μνήμην του Αλή και των δύο υιών αυτού· τουναντίον δε εθεώρησαν ούτοι τους Ουμμεϊάδας ως ασεβείς σφετεριστάς της Χαλιφείας και διώκτας του οίκου του Προφήτου και παθητικώς μόνον υπετάσσοντο εις το κράτος αυτών. Αλλ' εις το εξ ιστορικών και δυναστικών λόγων προκύψαν τούτο σχίσμα προσετέθησαν μετ' ολίγον και λόγοι θρησκευτικοί δογματικοί. Οι οπαδοί των οίκων του Αλή, κάτοικοι ως επί το πολύ των Περσικών χωρών, εθεώρησαν ως μόνους νομίμους χαλίφας τον Αλήν και τους δύο υιούς αυτού, απεκήρυξαν δε τους τρεις πρώτους χαλίφας Αβού Βεκίρ, Ωμάρ, Οσμάν, ως παρανόμως καταλαβόντας την Χαλιφείαν, και ανεθεμάτισαν την μνήμην αυτών. Πλην της θρησκευτικής ταύτης διαφοράς επήλθον και δογματικαί. Μέρος των Μωαμεθανών (και τοιούτοι ήσαν οι τιμώντες την μνήμην και των 6 προ του Μωαβία χαλιφών) προς τω Κορανίω εδέξαντο και την ιεράν παράδοσιν ήτοι τους λόγους, τα αποφθέγματα και τας ρήτρας τας αποδιδομένας εις τον Προφήτην κατά παράδοσιν, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σουννίται (εκ του σουννά = παράδοσις)· εν ώ η ετέρα μερίς {113} (και εις ταύτην ανήκουσι το πλείστον οι οπαδοί των Φατιμιδών) ουδέν εκτός του Κορανίου παραδέχονται ως προερχόμενον εκ του Προφήτου, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σεΐται = οπαδοί (του Αλή εννοείται) κατά την ονομασίαν των οπαδών του Αλή (83).

9. Εξακολούθησις των Αραβικών κατακτήσεων.

Αλλ' αι διαιρέσεις αύται αι διαιωνισθείσαι έκτοτε εν τω μωαμεθανικώ κόσμω δεν ανέκοψαν διαρκώς την προς τα πρόσω κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Αφού περί τα τέλη του 7ου αιώνος κατέπαυσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι, η εκ των πολέμων τούτων αναρριπισθείσα πολεμική ορμή των Αράβων νέον εύρε στάδιον ενεργείας εις νέους κατά των απίστων υπέρ του Ισλάμ πολέμους. Ήδη επί του Μωαβία οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν σχέδιον να καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος δι' ενός καιρίου πλήγματος κατά της Κωνσταντινουπόλεως και ούτω καταστώσι κύριοι απάσης της Ευρώπης· προς τούτο δε επί 7 έτη επολιόρκησαν, αλλ' άνευ επιτυχίας, την Κωνσταντινούπολιν.

Επί των Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδ-αλ-μαλέκ (685-705) και Αλ-Βαλίδ (705-713) οι Άραβες συνεπλήρωσαν την κατάκτησιν συμπάσης της Βορείας Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού, είτα δε διαπεραιωθέντες τον Ηράκλειον πορθμόν (84) εισήλασαν εις την Ισπανίαν (711 μ. Χ.) και κατέλυσαν το ενταύθα χριστιανικόν κράτος των Βησιγότθων το από της νοτίου Γαλατίας εκταθέν πέραν των Πυρηναίων (ίδ. κατωτέρω).

Αφού δ' ούτω περί τας αρχάς του 8 μ. Χ. αιώνος το Αραβικόν κράτος προς δυσμάς μεν εξετάθη μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού και των Πυρηναίων, προς ανατολάς δε μέχρι του Ινδού και του Ώξου, προς νότον μέχρι του Ινδικού Ωκεανού και προς βορράν μέχρι του Καυκάσου και των οχθών της Κασπίας, οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν κατά της Κωνσταντινουπόλεως και του Ελληνικού κράτους σχέδιον, προσβάλλοντες εκ νέου την βασιλεύουσαν πόλιν του Ελληνικού κράτους κατά γην και κατά θάλασσαν επί ολόκληρον έτος (717-718), εισβαλόντες συγχρόνως και εις την Μικράν Ασίαν. Αλλ' εις τα τείχη του Χριστιανικού Βυζαντίου εθραύσθησαν τα κύματα του Αραβικού και μωαμεθανικού κατακλυσμού.

Μικρόν μετά την εν Ανατολή αποτυχίαν ταύτην, εν τη Δύσει υπερέβησαν τα Πυρηναία και εισελάσαντες εις την Γαλλίαν προυχώρησαν μέχρι της καρδίας της χώρας ταύτης απειλούντες ενταύθα την ύπαρξιν της μόλις κατά το ήμισυ Χριστιανικής τότε γενομένης Ευρώπης. Αλλ' όπως οι Έλληνες εν Ανατολή, ούτω και εν τη Δύσει οι χριστιανοί Φράγκοι ανέκοψαν την ορμήν των Αράβων και απέκρουσαν τους επιδρομείς πέραν των Πυρηναίων. Έκτοτε το Αραβικόν κράτος απέβαλε την οξύτητα και το τοις χριστιανοίς κινδυνώδες της κατακτητικής αυτού ορμής.

Η αιτία της τοιαύτης ορμητικότητος και της ταχείας προόδου του Αραβικού κράτους έγκειται κυρίως εν τούτω, ότι το κράτος τούτο δεν ήτο απλώς πολιτικόν, αλλά και θρησκευτικόν, και δη θρησκευτικόν άμα δε και στρατιωτικόν. Οι στρατιώται του Ισλάμ ήσαν εν ταύτω μαχηταί και απόστολοι της νέας θρησκείας· και εντεύθεν όλος εκείνος ο νεαρός έτι και ακμαιότατος θρησκευτικός ενθουσιασμός και φανατισμός, μεθ' ού ο φυσικώς βάρβαρος, αλλ' εύρωστος και αδιάφθορος Αραβικός λαός εκ της αφανείας της ερήμου εισήρχετο εις την σκηνήν της ιστορίας του κόσμου, καθίστατο δύναμις ακατάσχετος ηθική άμα και φυσική. Πας στρατιώτης του Ισλάμ τον πόλεμον τον υπέρ πίστεως εθεώρει ως το ύψιστον θρησκευτικόν αυτού καθήκον· εν τω θανάτω τω εν τοιούτω πολέμω έβλεπεν ανοιγομένας αυτώ τας πύλας του παραδείσου, επιζών δε τω πολέμω επέστρεφε μετά δόξης άμα δε και μετά λείας, ήν επορίζετο εκ του πολέμου. Προς τούτοις παρά τοις Μωαμεθανοίς από των χρόνων ήδη τούτων ανεπτύχθη τις ιδέα ηθική και θρησκευτική πείθουσα τον μαχητήν του Ισλάμ να περιφρονή απολύτως τον θάνατον. Η ιδέα αύτη είναι η του πεπρωμένου (καδέρ), ότι δηλαδή παντός ανθρώπου η ζωή ή ο θάνατος, η ημέρα αυτή του θανάτου και ο τρόπος, καθ' όν μέλλει τις να αποθάνη, εισίν εκ των προτέρων καθωρισμένα υπό του Θεού και ουδεμία ανθρωπίνη δύναμις και ενέργεια δύναται να μεταβάλη το τοιούτον πεπρωμένον ή ειμαρμένον. Το Κοράνιον δεν έχει τοιαύτην διδασκαλίαν· αλλ' η εν αυτώ τοσούτον εντόνως εξαιρομένη ιδέα, ότι άνευ της θελήσεως του Θεού ουδέν γίνεται εν τω κόσμω και εν τοις ανθρώποις, συνδεομένη μετά της παρ' άπασι τοις έθνεσι (και παρ' αυτοίς τοις αρχαίοις Έλλησι) μάλλον ή ήττον επικρατούσης πίστεως εις το πεπρωμένον, συνετέλεσεν εις την εν τω Ισλάμ ερρίζωσιν της ιδέας του πεπρωμένου. Της ιδέας λοιπόν ταύτης εμφορούμενοι οι μαχηταί του Ισλάμ ατρόμητοι ερρίπτοντο εις τους κινδύνους του πολέμου και της μαχαίρας των πολεμίων φρονούντες ότι, ει μεν ήτο πεπρωμένον να αποθάνωσι την ημέραν ή την ώραν εκείνην, και φεύγοντες έμελλον να αποθάνωσιν, ει δε μη ήτο πεπρωμένον, πάντως έμελλον να σωθώσι και εις τον μέγιστον εκθέτοντες εαυτούς κίνδυνον. Πλην τούτου ο θάνατος εν τω πολέμω ημείβετο εν τη ιδέα του Μουσλίμ, ως είπομεν, διά του Παραδείσου, ενώ η εν πολέμω φυγή ήτο μεγίστη προς τον Θεόν αμαρτία πέμπουσα εις κόλασιν τον ρίψασπιν. Διό και εν ταις μάχαις ανεφώνουν οι αρχηγοί προς τους μαχητάς· «εμπρός υμών ο παράδεισος, οπίσω η κόλασις». Είπομεν δε ότι κατά το Κοράνιον η πύλη του παραδείσου είναι υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων πολεμίων (ίδ. σελ. 102). Εάν δε προσθέσωμεν εις πάντα ταύτα ότι ο Άραψ ήτο τότε φυσικώς αδιάφθορος, όπως οι βάρβαροι Γερμανοί κατά τον 3 και 4 μ. Χ. αιώνα, και φύσει ορμητικός και οξύς τον χαρακτήρα και θερμουργός, και ότι οι λαοί, καθ' ών επολέμει, Έλληνες και Πέρσαι, είχον εν μέρει περιπέσει εις φυσικήν και ηθικήν αδράνειαν, ιδίως ένεκα του τελευταίου μεταξύ αυτών φοβερού πολέμου, εννοούμεν τα αίτια της των Αράβων τοσούτο καταπληκτικώς νικηφόρου και ταχείας πορείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

1. Διάδοχοι του Ηρακλείου Κωνσταντίνος και Κώνστας.

Ο Ηράκλειος ετελεύτησεν, ως είπομεν, τω 641, αφού κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας αυτού είχε την ατυχίαν να ίδη αμαυρουμένην την αίγλην και την μεγάλην δόξαν των προηγουμένων χρόνων και μεγάλας και ιστορικωτάτας εν Ασία και εν Αφρική χώρας αφαιρουμένας από του κράτους, να ίδη δε προς τούτοις αποτυχούσας και πάσας τας προς εκκλησιαστικήν εν τω κράτει ειρήνην ενεργείας αυτού. (85) Τον Ηράκλειον διεδέξατο ο υιός αυτού Κωνσταντίνος Γ', ολίγους μόνον βασιλεύσας μήνας. Τούτον δε τω 642 ο υιός αυτού Κώνστας Β' (641-668). Επί τούτου οι Άραβες, καθώς είδομεν, επί των χαλιφών Ωμάρ και Οσμάν εξακολούθησαν νικηφόρως την επί του Αβού Βεκίρ αρξαμένου κατά του Ελληνικού κράτους επιδρομήν και αφήρεσαν πολλάς εν Ασία και εν Αφρική επαρχίας. Και κατώρθωσαν μεν οι Έλληνες ν' ανακτήσωνται προσωρινώς (646) την Αλεξάνδρειαν διά του στόλου αυτών, αλλά μετ' ολίγον αυτοί οι Άραβες κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλον και την Κύπρον, κυριεύσαντες την πρωτεύουσαν αυτής Κωνσταντίαν και τα παράλια της Μικράς Ασίας, εισβαλόντες συγχρόνως κατά ξηράν και εις την Μικράν Ασίαν. Εκυρίευσαν παροδικώς την Ρόδον εν ναυμαχία και παρά την νήσον ταύτην έτρεψαν εις φυγήν (654) τον Ελληνικόν στόλον. Αλλ' εν τη Μικρά Ασία, αφού κατέλαβον πλείστον μέρος αυτής, απεκρούσθησαν, όπως και εν Αφρική, δεν ηδυνήθησαν δε να επωφεληθώσι και τας κατά θάλασσαν νίκας αυτών ένεκα των επελθουσών εσωτερικών εν τω κράτει αυτών ταραχών, περί ών είπομεν. Ο Κώνστας ήτο άλλως και ηγεμών ηθικώς ασθενής. Περιπεσών δε και εις βαθείαν δυσθυμίαν ένεκα του φόνου του αδελφού αυτού Θεοδοσίου, ού ην ηθικός αυτουργός, κατέστη έτι ασθενέστερος την ψυχήν και το φρόνημα. {116} Τω 666 μετέβη εις Σικελίαν διελθών διά των Αθηνών, ένθα διήνυσε τον χειμώνα (86). Αλλά κατά την περιοδείαν ταύτην εδολοφονήθη τω 668 εν Συρακούσαις υπό συνωμοτών ανακηρυξάντων αυτοκράτορα εξ εαυτών τον Μιζίδιον.

2. Κωνσταντίνος Δ' ο Πωγωνάτος (668-685
μ. Χ.).

Τον Κώνσταντα Β' διεδέξατο ο Κωνσταντίνος Δ', ο επικαλούμενος Πωγωνάτος. Ο Κωνσταντίνος ην εν Βυζαντίω, ότε εφονεύθη ο πατήρ αυτού. Αναρρηθείς δε αυτοκράτωρ, επί τω ακούσματι του φόνου του πατρός, μετέβη μετά στόλου εις την Σικελίαν, και τιμωρήσας τους δολοφόνους του πατρός, φονεύσας δε και τον Μιζίδιον, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (φέρων ήδη πώγωνα, ενώ είχεν απέλθει αγένειος έτι ών, εντεύθεν δε και Πωγωνάτος επικληθείς), καταβαλών δε και ενταύθα άλλην στάσιν υπέρ άλλων αδελφών αυτού γενομένην, εστερέωσε την αρχήν αυτού.

Βασιλεύοντος του Κωνσταντίνου Δ', ο της Χαλιφείας την αρχήν σφετερισάμενος τότε διοικητής της Δαμασκού Μωαβίας (ίδ. σελ. 112) έπεμψε στόλον μέγαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, ταυτοχρόνως δε και στρατόν κατά ξηράν εις την Μικράν Ασίαν, σκοπών διά της εκπορθήσεως της Κωνσταντινουπόλεως να καταλύση άπαν το Ελληνικόν κράτος. Επί επτά έτη (672-679) η Κωνσταντινούπολις επολιορκίθη υπό των Αράβων κατά γην και κατά θάλασσαν. Αλλά και οι πολιορκούμενοι αγωνιζόμενοι τον περί ζωής και θανάτου αγώνα ουχί απλώς υπέρ της πόλεως, αλλά και υπέρ του όλου κράτους και της πίστεως, αντέταξαν κρατεράν άμυναν, χρησιμοποιήσαντες το λεγόμενον Ελληνικόν ή υγρόν ή πολεμικόν, ως καλείται, πυρ, επινοηθέν κατά χρόνους προγενεστέρους, αλλά νυν πρώτον τελεσφόρως χρησιμοποιηθέν (87). Η πολιορκία μετά 7 έτη απέτυχεν εντελώς, ο στόλος ο Αραβικός κατεστράφη κατά μέγα μέρος, τα δε λείψανα του στόλου απώλοντο υπό τρικυμίας κατά την επιστροφήν, και η Κωνσταντινούπολις σωθείσα έσωσε και το κράτος, ως συνέβη και κατά τας προγενεστέρας βαρβαρικάς επιδρομάς. Αλλ' η σωτηρία του Ελληνικού κράτους από της φοβεράς επιδρομής έσωσε και όλην την Ευρώπην, ήτις τότε οικουμένη υπό βαρβάρων εν μέρει προσελθόντων, εν μέρει δε μη προσελθόντων έτι εις τον Χριστιανισμόν, ταχέως ηδύνατο, υποτασσομένη υπό των Αράβων, να εξισλαμισθή, καταστρεφομένου ούτως εν σπέρματι του Ευρωπαϊκού χριστιανικού πολιτισμού. Η Κωνσταντινούπολις εφάνη νυν μέγα και δυσπόρθητον προπύργιον της Ευρώπης και του Χριστιανικού κόσμου.

Οι Άραβες ου μόνον ηττήθησαν, αλλά και υπεβλήθησαν εις ταπεινωτικούς όρους ειρήνης, αφού ο Χαλίφης υπεχρεώθη να τελή καθ' έκαστον έτος τρισχιλίας λίτρας χρυσού (περίπου 3,700,000 δραχμ.), πεντήκοντα ίππους ευγενείς Αραβικούς και να αποδίδη ετησίως 8 χιλιάδας αιχμαλώτων Χριστιανών εκ των απείρων τοιούτων αιχμαλώτων, ούς μέχρι νυν εν πολέμοις και επιδρομαίς ηχμαλώτιζον οι Άραβες.

Ούτως ενδόξως επερατώθη ο προς τους Άραβας πόλεμος και συνωμολογήθη η πρώτη προς αυτούς από της ιδρύσεως του Αραβικού κράτους, συνθήκη ειρήνης, μία των ενδοξοτάτων συνθηκών, άς συνωμολόγησε το Ελληνικόν Χριστιανικόν κράτος προς ξένα κράτη. Αλλά και άλλα εγένοντο έργα σπουδαία επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Δ'. Επί τούτου εγένετο η εγκατάστασις των Βουλγάρων εις την Κάτω Μοισίαν, την έκτοτε απ' αυτών Βουλγαρίαν καλουμένην. Τα κατά το γεγονός τούτο έχουσιν ως εξής: Ως ερρήθη εν τοις έμπροσθεν, οι Βούλγαροι, αφού εκ της Ασίας ή εκ της Ανατολικής Ρωσίας (εκ των περί τον Καύκασον, Κασπίαν και Βόλγαν χωρών) μετενάστευσαν κατά τον 5 μ. Χ. αιώνα εις τας περί Τύραν (Δνίστερ) χώρας της νοτιοδυτικής Ρωσίας, όθεν εποιήσαντο τας πρώτας περί τα τέλη του 5 μ. Χ. αιώνος μεγάλας εις το Ελληνικόν κράτος επιδρομάς αυτών, υπετάχθησαν υπό το μέγα βαρβαρικόν κράτος, των Αβάρων. Υπό τον Χαγάνον των Αβάρων εστράτευσαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί του Ηρακλείου. Μετά την αποτυχίαν της μεγάλης εκείνης εν συμμαχία μετά των Περσών γενομένης επιδρομικής στρατείας φαίνεται ότι το Αβαρικόν κράτος, όπερ εν ταις νυν χώραις της Ουγγαρίας και της Αυστρίας διετηρήθη μέχρι τέλους του 8ου αιώνος, εξησθένησεν εν ταις Ανατολικαίς χώραις. Πρώτοι επανέστησαν κατά των Αβάρων οι Βούλγαροι υπό τον Κουβράτ Χαν (88) (635). Είς δε των υιών τούτου ο Ασπαρούχ συναινέσει του Κωνσταντίνου Δ' εγκατέστη μετά των Βουλγάρων αυτού εν τη μεταξύ του Δανουβίου και του Αίμου χώρα. Η χώρα αύτη καλουμένη Κάτω Μοισία, οικουμένη δε παλαιότερον υπό Θρακών, είχεν εξελληνισθή κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ως είδομεν, τω 374 επί του Ουάλεντος εγκατέστησαν ενταύθα οι Βησιγότθοι. Μετά την τούτων δε περί τα τέλη του 4 αιώνος υπό τον Αλάριχον εκ Μοισίας μετανάστευσιν η χώρα αύτη επανήλθεν υπό την άμεσον αρχήν των αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως. Αλλ' από των μέσων του 6 μ. Χ. αιώνος, από των χρόνων του Ιουστινιανού, ήρξαντο να μεταναστεύωσιν εις την Κάτω Μοισίαν Σλαυικοί λαοί λεγόμενοι Σκλαβηνοί των επτά γενών. Νυν ο Κωνσταντίνος Δ' παρέδωκε την χώραν εις τους Βουλγάρους, ίνα ούτοι εισερχόμενοι ούτως εντός των ορίων του Κράτους διάγωσιν εν ειρήνη προς αυτό, κωλύωσι δε και τας Σλαυικάς επιδρομάς, και μάλιστα τας των Αβάρων, ών ήσαν πολέμιοι (89). Εν Κάτω Μοισία οι Τούρκοι το γένος και την γλώσσαν Βούλγαροι, αναμιχθέντες μετά των αυτόθι Σλαύων, αφωμοιώθησαν κατά μικρόν προς αυτούς και εξεσλαυίσθησαν μετά αιώνας, λησμονήσαντες την εαυτών εθνικήν τουρκικήν γλώσσαν και προσλαβόντες την σλαυικήν γλώσσαν των υπηκόων. Ούτως ο Κωνσταντίνος Δ' εγκατέστησεν εν τη Ελληνική χερσονήσω και εν τη γειτονία των Ελλήνων τους Βουλγάρους, όπως ο πάππος αυτού Ηράκλειος τους Σέρβους και Κροάτας.

Επί του Κωνσταντίνου Δ' εγένετο και η έκτη οικουμενική Σύνοδος (680) προς λύσιν των εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών θρησκευτικών ερίδων, χωρίς μηδέν να επενέγκη αποτέλεσμα ως προς το ζήτημα τούτο (90). Ο Κωνσταντίνος Δ' ετελεύτησε τω 685 καταλιπών τον θρόνον εις τον υιόν αυτού Ιουστινιανόν Β'.

3. Ιουστινιανός Β' (685 711 μ. Χ.).

Ο Ιουστινιανός Β' υπήρξε καθ' όλην την βασιλείαν αυτού ανήρ πολύτροπος, άμα δε και κακεντρεχής και φαύλος. Ούτως εν τη κακοτροπία αυτού διά μηδαμινούς λόγους διέρρηξε την προς τους Άραβας επί τοσούτον επωφελέσιν όροις υφισταμένην ειρήνην και περιήλθεν εις πόλεμον προς το αύθις επί του χαλίφου Αβδ-αλ-μαλέκ (ίδ. σ. 113) ισχυρόν γενόμενον Αραβικόν κράτος· ηττήθη δ' αισχρώς εν τω πολέμω τούτω απολέσας πάντα τα πλεονεκτήματα της τέως υφισταμένης συνθήκης ειρήνης και εκθέσας το κράτος εις νέον κίνδυνον. Αλλ' εκ τούτου προεφύλαξεν αυτό η μεγάλη στρατηγική ικανότης του στρατηγού Λεοντίου, όστις πολλάς μετά ταύτα ήρατο νίκας εναντίον των Αράβων. Ο Ιουστινιανός Β' ένεκα της φαυλότητος της καθόλου κυβερνήσεως αυτού προυκάλεσε καθ' εαυτού στάσιν και καθαιρεθείς από του θρόνου και την ρίνα τμηθείς (εκ τούτου εκλήθη Ρινότμητος) εξωρίσθη εις Χερσώνα (91), εις δε τον θρόνον ανήλθεν ο μνημονευθείς Λεόντιος (695). Αλλά και ο Λεόντιος μετ' ολίγον εγένετο θύμα νέας στρατιωτικής ανταρσίας και καθηρέθη, έλαβε δε τον θρόνον ο Αψίμαρος ή Τιβέριος Γ'. Επί τούτου πολλάς κατά των Αράβων ήρατο νίκας ο του αυτοκράτορος αδελφός στρατηγός Ηράκλειος. Αλλά εναντίον του Τιβερίου Γ' επήλθεν ο έκπτωτος βασιλεύς Ιουστινιανός Β'. Ούτος φυγών από Χερσώνος μετέβη εις τον Χαγάνον των εν Κριμαία Τούρκων Χαζάρων, οίτινες νυν είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν, και ενυμφεύθη την αδελφήν του Χαγάνου Θεοδώραν. Φυγών δ' έπειτα και εντεύθεν εις την Βουλγαρίαν και λαβών σύμμαχον τον Χάνον των Βουλγάρων Τέρβελιν επήλθε μετ' αυτού εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως (705), ήν και κατέλαβε διά δόλου εισελθών αυτός διά των αγωγών υδραγωγείου τινός και ανοίξας πύλην τινά μετά τριών ημερών γενναίαν αντίστασιν των κατοίκων. Ούτως ο Ιουστινιανός γενόμενος το δεύτερον αυτοκράτωρ εβασίλευσεν άλλα έξ έτη (705-711) μετά της αυτής και μείζονος τυραννικής φαυλότητος ουδέν άλλο ποιών ή τιμωρών αγριώτατα τους συντελέσαντας πρότερον εις την καθαίρεσιν αυτού, εν οίς εφονεύθησαν και οι πρώην βασιλείς Λεόντιος και Τιβέριος Γ'.

Τέλος δε ότε έπεμψε στόλον ολόκληρον προς τιμωρίαν των κατοίκων της Χερσώνος, ως μη περιποιηθέντων αυτόν προσηκόντως κατά την ενταύθα εξορίαν αυτού. Ο στόλος ούτος αφικόμενος εις Χερσώνα επανέστη μετά των κατοίκων της Χερσώνος εναντίον του Ιουστινιανού Β'. Αναγορεύσας δε, βασιλέα ευπατρίδην τινά Φιλιππικόν καλούμενον, εκ Κωνσταντινουπόλεως εκεί εξωρισμένον, επανήλθε μετ' αυτού εις Κωνσταντινούπολιν. Ο Ιουστινιανός Β', εγκαταλειφθείς νυν υπό πάντων, συνελήφθη υπό του αρχηγού του στόλου και εφονεύθη, εγένετο δε βασιλεύς ο Φιλιππικός.

Επί της αθλίας υπό πάσαν έποψιν βασιλείας του Ιουστινιανού Β' κατελήφθησαν εν Αφρική υπό των Αράβων η Καρχηδών και πάσαι αι μέχρι του Ατλαντικού εκτεινόμεναι κτήσεις του Ελληνικού κράτους. Επί της πρώτης δε βασιλείας αυτού συνεκροτήθη εν Κωνσταντινουπόλει (691) και η Πενθέκτη λεγομένη Σύνοδος.