WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 60: 4. Λέων Δ' ο επικαλούμενος Χάζαρος (775-780 μ. Χ.).
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

4. Φιλιππικός. Αναστάσιος Β' και Θεοδόσιος Γ'.

{121} Ο Φιλιππικός μετά διετή βασιλείαν καθηρέθη ειρηνικώς υπό των ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών του κράτους ως ανίκανος να κυβερνά το κράτος απέναντι του εκ των Αράβων επικειμένου νέου κινδύνου, και ανηγορεύθη αυτοκράτωρ ο τέως πρωτοασηκρήτις ήτοι βασιλικός αρχιγραμματεύς Αναστάσιος Β' (713). Επί του Αναστασίου Β' οι Άραβες, οίτινες ουδέποτε από του άφρονος πολέμου, όν ο Ιουστινιανός Β' είχεν επιχειρήσει κατ' αυτών, συνωμολόγησαν ειρήνην προς το κράτος και έμενον διαρκώς εν Αφρική και εν Μικρά Ασία, μεγάλας εποιήσαντο επιδρομάς εις την χώραν ταύτην, παρεσκευάζοντο δε να επέλθωσι και εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Αναστάσιος Β' παρασκευαζόμενος εκ των ενόντων εις άμυναν της πρωτευούσης έπεμψε συγχρόνως και στόλον εις τα παράλια της Φοινίκης, ίνα, ει δυνατόν, επιπέση απροσδοκήτως επί τον κατά της Κωνσταντινουπόλεως παρασκευαζόμενον στόλον και κατακαύση αυτόν. Αλλ' ο στόλος ούτος εστασίασε κατά τον πλουν και εφόνευσε τον υπό του βασιλέως ταχθέντα αρχηγόν. Ίνα δε αποφύγη την διά την πράξιν ταύτην τιμωρίαν, εστασίασε και κατά του αυτοκράτορος και επανερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ότε αφίκετο εις Αδραμύττιον, υπεχρέωσέ τινα εκεί εισπράκτορα των δημοσίων φόρων, Θεοδόσιον καλούμενον, να λάβη το αυτοκρατορικόν αξίωμα. Ελθόντος δε του στόλου εις την πρωτεύουσαν, ο Αναστάσιος μετά μικράν αντίστασιν έφυγε καταλιπών την πόλιν, εις ήν εισήλασε νυν ο Θεοδόσιος ως αυτοκράτωρ (716). Αλλά του Θεοδοσίου η αρχή μόλις διήρκεσεν ολίγους μήνας. Υπήρχεν ανήρ εν Μικρά Ασία αρχιστράτηγος των εκεί πολεμουσών εναντίον των Αράβων ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, Λέων ο Ίσαυρος, στρατηγός γενναιότατος. Ούτος βλέπων ένθεν μεν το μέγεθος του επικειμένου εις το κράτος κινδύνου, ένθεν δε την αθλιότητα των εν Κωνσταντινουπόλει πραγμάτων, επεχείρησε να σώση το κράτος αναλαμβάνων εις τας στιβαράς αυτού χείρας την των όλων πραγμάτων διεύθυνσιν. Επελθών λοιπόν εναντίον του μόλις καταλαβόντος την αρχήν Θεοδοσίου και νικήσας παρά την Νικομήδειαν τον κατ' αυτού πεμφθέντα στρατόν του Θεοδοσίου, εισήλασεν εν θριάμβω εις την πρωτεύουσαν (717), του Θεοδοσίου παραιτησαμέου την αρχήν επί τη υποσχέσει της ασφαλείας της ζωής αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ

1. Λέων ο Ίσαυρος. Δευτέρα πολιορκία της
Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Λέων ο Ίσαυρος εγεννήθη εν Γερμανικεία (νυν Μαράς) της ανατολικής Μικράς Ασίας, εκλήθη δε Ίσαυρος, διότι ο οίκος αυτού κατήγετο από της Ισαυρίας της Μικράς Ασίας. Ήτο ανήρ οικογενείας ταπεινής και απαίδευτος, αλλ' είχε πολλάς φυσικάς αρετάς και προ πάντων ανδρείαν στρατιωτικήν, πνεύμα στρατηγικόν και φύσιν αρχικήν. Και τα προτερήματα αυτού ταύτα ανέδειξεν εν τοις κατ' Αράβων πολέμοις του Λεοντίου και Ηρακλείου, προαχθείς έκτοτε εις ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα, επί δε του Αναστασίου Β' γενόμενος στρατηγός των Ανατολικών ήτοι αρχιστράτηγος πασών των εν ταις Ανατολικαίς χώραις του κράτους στρατιωτικών δυνάμεων. Νυν δε ανελθών εις τον θρόνον τον βασιλικόν εν κρισιμωτάτη στιγμή, ότε ο στρατός ο Αραβικός προήλαυνε διά της Μικράς Ασίας προς την πρωτεύουσαν, στόλος δε μέγας εξ εκατοντάδων πλοίων συγκείμενος επήρχετο κατά θάλασσαν εναντίον της βασιλευούσης πόλεως, ο Λέων εύρεν ευκαιρίαν να δείξη τα μεγάλα αυτού προτερήματα ως αρχηγού του στρατού και του κράτους. Έξ μήνας μετά την εις Κωνσταντινούπολιν είσοδον του Λέοντος και την στέψιν αυτού η Κωνσταντινούπολις απεκλείσθη αύθις κατά γην και κατά θάλασσαν υπό των Αράβων, και η τύχη άπαντος του κράτους, εκρέματο αύθις από της τύχης της βασιλευούσης ταύτης πόλεως. Αλλ' ανήρ μέγας και στρατηγός μεγαλοφυής ήτο νυν ο δι' αγρύπνου, βλέμματος και στιβαρών βραχιόνων διευθύνων την άμυναν και τοις πάσιν εμπνέων, ελπίδα και θάρρος. Ημέρας και νυκτός επιβλέπων από της ακροπόλεως τα γινόμενα και τα πάντα γινώσκων, διά των ταχυπλόων δρομώνων διασχίζων τον αποκλεισμόν και επισιτίζων τους πολιορκουμένους και διά του υγρού πυρός φοβεράς επιφέρων καταστροφάς εις τον εχθρικόν στόλον, κατώρθωσεν επί έν ολόκληρον έτος να αντιτάξη θαυμασίαν άμυναν εναντίον των επιδρομέων. Και ο ενσκήψας δε κατά το έτος, εκείνο (717-718) βαρύτατος χειμών επεβοήθησε τω έργω των αμυνομένων. Μάτην ο εν τω μεταξύ τον Σουλεϊμάν διαδεξάμενος ανεψιός αυτού Ωμάρ Β' έπεμψε κατά το έαρ του 718 νέον στόλον και στρατόν. Κατά την συμπλήρωσιν ακριβώς ενός έτους από της αρξαμένης κατ' Αύγουστον του 717 προσβολής της βασιλευούσης ηναγκάσθησαν να αποπλεύσωσι τα ελεεινά λείψανα του στόλου άγοντα και τα υπολειπόμενα έτι συντρίμματα του κατά γην εις δέκα μυριάδας εν αρχή ανερχομένου, και είτα αύθις ενισχυθέντος, νυν δε τέλεον σχεδόν κατεστραμμένου στρατού. Αλλά και τα λείψανα ταύτα κατεστράφησαν κατά την επάνοδον υπό δεινών τρικυμιών, και έν μόνον πλοίον, καθά λέγεται, διασωθέν ηδυνήθη να αγγείλη τω Χαλίφη το φοβερόν τέλος της στρατείας. Αύτη υπήρξεν η τελευταία των Αράβων κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολή. Έκτοτε ουδέποτε οι Άραβες Μωαμεθανοί, καίπερ πολλάκις κατά ξηράν εν Μικρά Ασία πολεμήσαντες εναντίον των Ελλήνων, διενοήθησαν να επιχειρήσωσι στρατείαν απ' ευθείας κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Η υπό του Ισλάμ άλωσις του μεγάλου τούτου προπυργίου της Χριστιανικής πίστεως και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, η προρρηθείσα υπό του Μωάμεθ αυτού και ού σμικρόν πιθανώτατα επιδράσασα επί τα μέχρι τούδε επανειλημμένα κατά της βασιλευούσης των πόλεων βουλεύματα αυτών, επεφυλάσσετο εις άλλην φυλήν, εις άλλον λαόν μωαμεθανικόν, ουχί τον Αραβικόν, εις λαόν μέλλοντα μετά 7 αιώνας να εκπληρώση την πρόρρησιν ή διαθήκην εκείνην του ιδρυτού του Ισλάμ. (92)

Ο Λέων Γ', ο σώσας την Κωνσταντινούπολιν και μετά ταύτης και διά ταύτης άπαν το κράτος το Ελληνικόν, εγένετο αληθώς σωτήρ της χριστιανικής Ευρώπης και του χριστιανικού κόσμου. Τούτο κάλλιστα εννοών ο πάπας Γρηγόριος Β' διεφήμισε το όνομα του μεγάλου ηρωικού βασιλέως ανά πάσαν την Ευρώπην, πέμψας εις τους χριστιανούς ηγεμόνας των Ευρωπαϊκών χωρών εικόνας του Λέοντος Γ'.

2. Η εσωτερική πολιτεία του Λέοντος Γ'. Το
ζήτημα των αγίων εικόνων.

Ο Λέων Γ', ο νικητής και τροπαιούχος αναδειχθείς εν τη αμύνη της Κωνσταντινουπόλεως εναντίον των Αράβων, δεν ηδυνήθη να επωφεληθή την μεγάλην αυτού νίκην ίνα επιτεθή κατά των Αράβων και εισβάλη εις το κράτος αυτών. Τουναντίον δε οι Άραβες επανέλαβον μετά τινα χρόνον τας κατά ξηράν επιδρομάς αυτών, αλλ' ηττήθησαν ολοσχερώς τω 740, το προτελευταίον έτος της βασιλείας του Λέοντος Γ', εν τη εν Ακροϊνώ της Μικράς Ασίας μάχη, και ηναγκάσθησαν να εκκενώσωσιν άπαντα σχεδόν τα υπ' αυτών κατεχόμενα μέρη της Μικράς Ασίας.

Αιτία της τοιαύτης απραξίας του Λέοντος Γ' απέναντι των Μωαμεθανών ήσαν κατά μέγα μέρος αι εκ του τότε υπό του αυτοκράτορος αυτού κινηθέντος μεγάλου εκκλησιαστικού ζητήματος προελθούσαι εσωτερικαί έριδες και εμφύλιοι πόλεμοι. Ο Λέων Γ' μετά πολλών στρατιωτικών και πολιτικών ανδρών του κράτους εφρόνει ότι η εν τη χριστιανική Εκκλησία ειθισμένη προσκύνησις των εικόνων, ένεκα της αμαθείας και δεισιδαιμονίας του λαού καταντώσα πολλάκις εις λατρείαν εικόνων ήτοι εις ειδωλολατρίαν, αντέβαινεν εις το αληθές πνεύμα της χριστιανικής πίστεως. Είναι πιθανόν ότι ο βασιλεύς εφρόνει ότι η τοιαύτη λατρεία των εικόνων παρέλυε το υγιές θρησκευτικόν φρόνημα του λαού και εκώλυε την διά της θρησκείας ανύψωσιν του στρατιωτικού ιδίως αισθήματος, όπερ τοσούτον, ως είδομεν, ανέπτυξεν ο βασιλεύς Ηράκλειος εν τω στρατώ.

Υπό τοιούτων σκέψεων ελαυνόμενος ο Λέων Γ', έχων δε ομοφρονούντας αυτώ καί τινας του ανωτέρου κλήρου άνδρας, διέταξεν (726) να ιδρύωνται εν ταις Εκκλησίαις αι εικόνες υψηλότερον, ίνα μη δύνηται ο λαός να ασπάζηται αυτάς. Ότε δε το διάταγμα του βασιλέως εύρεν αντίστασιν παρά τω πολλώ λαώ, ιδίως παρά τη τάξει των μοναχών, εξ ών ως επί το πολύ ήσαν και οι καλλιτεχνούντες τας εικόνας, εντεύθεν δε συνέβησαν καί τινες αταξίαι εν τη πρωτευούση, ο αυτοκράτωρ εξέδωκε νέον διάταγμα διατάσσον την ολοσχερή των εικόνων από των ιερών ναών αφαίρεσιν. Τούτο εξήγειρεν εν τω κράτει, ιδίως εν ταις Ευρωπαϊκαίς επαρχίαις του κράτους, μεγάλας ταραχάς. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός είχεν αποχωρήσει εξ αρχής της έριδος από του θρόνου αντικατασταθείς υπό ομόφρονος τω αυτοκράτορι κληρικού. Αλλά νυν οι πάπαι Γρηγόριος Β' (ο προ ολίγων ετών εν εγκωμίοις κηρύξας το όνομα του αυτοκράτορος ανά την Ευρώπην την χριστιανικήν) και ο τούτου διάδοχος Γρηγόριος Γ' αφώρισαν τον Λέοντα, εξήγειραν δε συγχρόνως εις επανάστασιν κατά του βασιλέως τον λαόν της Μέσης Ιταλίας (η Άνω Ιταλία, ως είρηται εν τοις έμπροσθεν, είχεν αφαιρεθή προ πολλού υπό των Λαγγοβάρδων). Ο Λέων Γ' έπεμψε στρατόν και στόλον προς τιμωρίαν του Πάπα και των αποστατών. Αλλ' ο στόλος ούτος κατεποντίσθη υπό τρικυμιών. Επειδή δε μετ' ολίγον οι Φράγκοι βασιλείς, εφάνησαν εν τη Ιταλία ως προστάται του Πάπα, προστατεύοντες αυτόν εναντίον των Λαγγοβάρδων και έθεσαν υπό την προστασίαν αυτού την τε Ρώμην και την Μέσην Ιταλίαν, οι βασιλείς του Ελληνικού κράτους δεν επεχείρησαν πλέον την ανάκτησιν της Ιταλίας· και από των χρόνων τούτων το των Ελλήνων εν Ιταλία κράτος περιωρίσθη εις την Κάτω Ιταλίαν και Σικελίαν, και εν ταις χώραις ταύταις διετηρήθη το κράτος του Ελληνισμού επί 3 έτι αιώνας. Αλλ' οι πάπαι, εις ών την υπερτάτην εκκλησιαστικήν δικαιοδοσίαν υπήγοντο εκκλησιαστικώς μέχρι των χρόνων τούτων πάσαι αι χώραι της Ελληνικής χερσονήσου πλην της Θράκης, της Κάτω Μοισίας και των πέραν του Δανουβίου βαρβαρικών χωρών (υπαγομένων τούτων πασών εις τον πατριαρχικόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως), εξήγειραν επανάστασιν και εν ταις κυρίως Ελληνικαίς εν Ευρώπη χώραις (ταις καλουμέναις νυν Ελλαδικαίς) του κράτους. Οι κάτοικοι των χωρών τούτων και των νήσων του Αιγαίου (Ελλαδικοί) επαναστάντες κατά του εικονομάχου βασιλέως ανηγόρευσαν αυτοκράτορα εξ εαυτών καλούμενον Κοσμάν και επήλθον μετά στόλου εναντίον του εν Κωνσταντινουπόλει βασιλέως, καθ' όν ακριβώς χρόνον οι Άραβες εισέβαλον αύθις εις την Μικράν Ασίαν (727 μ. Χ.). (93)Αλλ' ο στόλος των επαναστατών κατεστράφη προ των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως υπό του στόλου του βασιλικού και υπό του υγρού πυρός. Ο Κοσμάς και οι μετ' αυτού εθανατώθησαν και η επανάστασις των Ελλαδικών εντελώς κατεστάλη. Ο δε βασιλεύς Λέων τιμωρών τον Πάπαν αφήρεσεν από της δικαιοδοσίας αυτού πάσας τας εκκλησίας της Ελληνικής χερσονήσου και αυτάς τας της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας και υπήγαγεν αυτάς υπό τον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, εδήμευσε δε και τα εν Καλαβρία της Κάτω Ιταλίας παπικά κτήματα. Υπό τοιούτων εσωτερικών ανωμαλιών περισπώμενος ο Λέων Γ' δεν ηδυνήθη μετά το μέγα κατόρθωμα του 718 να διαπράξη έργα μεγάλα εναντίον των Αράβων πλην της μνημονευθείσης μικρόν προ του θανάτου αυτού μεγάλης εν Ακροϊνώ νίκης.

Ο βασιλεύς ούτος και εν μέσω των δεινών εσωτερικών ταραχών και των εξωτερικών πολέμων ειργάσθη και υπέρ μεγάλων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων του κράτους εκδούς νομοθεσίαν ιδίαν Ελληνιστί, την πρώτην μετά τας Νεαράς του Ιουστινιανού (σελ. 76) εκδοθείσαν εν τη ελληνική γλώσση συστηματικήν νομοθεσίαν και φέρουσαν το όνομα Εκλογή. Η νομοθεσία αύτη απέβλεπε προ πάντων εις την επί το φιλανθρωπότερον και συμφωνότερον προς τας ηθικάς αρχάς του Χριστιανισμού μεταρρύθμισιν των σχέσεων των αγροτών, πενεστών ή δουλοπαροίκων, προς τους μεγάλους ιδιοκτήτας της γης, και την ωσαύτως χριστιανικωτέραν διαρρύθμισιν των του γάμου και του οικογενειακού καθόλου δικαίου.

Ο μέγας εν πολέμοις και εν ειρήνη και μεγαλεπήβολος βασιλεύς Λέων Γ', ο αρχηγός οίκου βασιλικού βασιλεύσαντος επί 9 περίπου δεκαετηρίδας, ετελεύτησε τω 741 μ. Χ. καταλιπών τον θρόνον εις τον υιόν αυτού και συμβασιλέα αυτώ προ πολλού γενόμενον Κωνσταντίνον Ε'.

3. Ο Κωνσταντίνος Ε' (741-775).

Ο Κωνσταντίνος Ε' ήτο ανήρ γενναίος, αρχικός, πολεμικός και αυστηρός τον χαρακτήρα μέχρι τραχύτητος. Κληρονομήσας παρά του πατρός προς ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς και τα εικονομαχικά τούτου φρονήματα αντεπεξήλθε κατά των αντιφρονούντων μετά μείζονος ή ο πατήρ ρώμης και αυστηρότητος. Εν αρχή της βασιλείας αυτού κατέστειλεν ισχυρώς στάσιν τινά, εξεγερθείσαν εν Κωνσταντινουπόλει, υπό των αντιπάλων της των εικονομάχων μερίδος αυτού απόντος εν στρατεία και τάχιστα επανελθόντος. Ίνα δε δώση εις το ζήτημα των εικόνων λύσιν σύμφωνον μεν ει δυνατόν προς τα φρονήματα, αυτού τε και του πατρός αυτού, αλλά και κανονικήν και νόμιμον, συνεκάλεσε Σύνοδον Οικουμενικήν εν Ιερεία (τη απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως επί της Ασιατικής του Βοσπόρου ακτής κειμένη), ήτις κατεδίκασε την των εικόνων προσκύνησιν (753-754) (94) ως ειδωλολατρίαν. Αλλά της Συνόδου αι αποφάσεις καταπολεμηθείσαι σφοδρώς υπό των μοναχών και των πολλών οπαδών της των εικόνων προσκυνήσεως επήνεγκον μεγάλας ταραχάς, άς κατέστειλεν ο αυτοκράτωρ μετά μεγάλης βίας. Τότε κατά διαταγήν του βασιλέως μοναστήρια διελύθησαν και μετεβλήθησαν εις στρατώνας και μοναχοί υπεχρεώθησαν να αποβάλωσι το σχήμα αυτών και οι ανθιστάμενοι ετιμωρήθησαν ενίοτε μετά πολλής αυστηρότητος. Εντεύθεν το όνομα του Κωνσταντίνου Ε' κατέστη και βραδύτερον λίαν μισητόν εις τους μοναχούς και το αμαθές πλήθος, και πολλά κατά του βασιλέως ελέχθησαν δύσφημα και υβριστικά επώνυμα εις αυτόν εδόθησαν, εν οίς επεκράτησε το Κοπρώνυμος. Και όμως ο Κωνσταντίνος Ε', μεθ' όλην την προς τους αντιπολιτευομένους αυτώ δειχθείσαν απηνή αυστηρότητα, ήτο βασιλεύς επιτελέσας έργα μεγάλα και εν ειρήνη, αλλά προ πάντων εν πολέμοις. Στρατεύσας κατά των Αράβων εν Ασία υπερέβη τα όρια του Αραβικού κράτους και εισέβαλεν εις αυτήν την βόρειαν Συρίαν, ενταύθα δ' ενίκησε νίκην λαμπράν κατά του στρατού του Χαλίφου και ανεκτήσατο σπουδαίον μέρος της από 100 και επέκεινα ετών υπό των Μωαμεθανών κατεχομένης ταύτης χώρας. Επροστάτευσε δε τους κατοίκους εκείνης της χώρας, οίτινες καταγόμενοι από Μωαμεθανών προ 100 ετών βία προσελθόντων εις το Ισλάμ νυν επέστρεφαν εις την πάτριον πίστιν. Το δε επόμενον έτος στόλος βασιλικός κατέστρεψε παρά την Κύπρον ολόκληρον εκ χιλίων πλοίων συγκείμενον Αραβικόν στόλον. Επετέλεσε δε ο Κωνσταντίνος Ε' πολλάς και κατά Βουλγάρων και νικηφόρους το πλείστον κατά γην και κατά θάλασσαν στρατείας, πολλήν επαγαγών φθοράν εις το βάρβαρον τούτο Τουρκικόν και ειδωλολατρικόν έθνος, όπερ μετ' αδαμάστου ορμής συχνοτάτας εποιείτο επιδρομάς εις τας εντεύθεν του Δανουβίου ελληνικάς χώρας. Ουδείς δε βασιλεύς του Βυζαντίου, εξαιρουμένου Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου, περί ού ποιησόμεθα λόγον βραδύτερον, εταπείνωσε τόσον τους Βουλγάρους όσον ο Κωνσταντίνος Ε'. Εν μια δε των στρατειών τούτων νοσήσας ετελεύτησε τω 775 μ. Χ.

Η μεγάλη πολεμική δύναμις και ενέργεια του Κωνσταντίνου Ε' καθίσταται πολλώ θαυμαστοτέρα, όταν αποβλέψωμεν εις τας μεγάλας εσωτερικάς δυσχερείας, καθ' ών είχε ν' αντιπαλαίση ο βασιλεύς, και μάλιστα εις τον φοβερόν λοιμόν, όστις ηρήμωσεν ολοκλήρους χώρας του κράτους και μέγα μέρος της Πελοποννήσου, ότε ο βασιλεύς ηναγκάσθη να επιτρέψη την εγκατάστασιν Σκλαβηνικών τινων παροικιών εν τοις ανατολικοίς τμήμασι της χερσονήσου.

Εκ των κοινωφελών δε δημοσίων έργων του Κωνσταντίνου Ε' άξια λόγου είναι η υπ' αυτού ανακαίνισις του μεγάλου υδραγωγείου της πρωτευούσης, εξ ού κυρίως υδρεύετο η πόλις αύτη, του κτισθέντος υπό του αυτοκράτορος Ουάλεντος και καταστραφέντος υπό των Αβάρων κατά την υπό τούτων γενομένην τω 626 πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως.

Τοιαύτη υπήρξεν η 34 έτη διαρκέσασα βασιλεία του Κωνσταντίνου Ε', πολλής δυνάμεως και μεγάλης και ουκ ολίγων έργων κοινωφελών γενομένη πάροχος εις το κράτος, αλλά και πολλαχώς κατακριθείσα διά την εκκλησιαστικήν αυτής πολιτείαν.

4. Λέων Δ' ο επικαλούμενος Χάζαρος
(775-780 μ. Χ.).

{128} Τον Κωνσταντίνον Ε' τελευτήσαντα τω 775 διεδέξατο ο υιός αυτού Λέων Δ', ο επικαλούμενος Χάζαρος ένεκα της καταγωγής της μητρός αυτού Ειρήνης από του γνωστού ημίν εν Κριμαία και τη περί αυτήν χώρα οικούντος Τουρκικού έθνους των Χαζάρων (95). Είχε δε ο Λέων Δ' και σύζυγον ομώνυμον τη μητρί Ειρήνην, αλλά ταύτην Ελληνίδα, καταγομένην απ' Αθηνών. Ο Λέων Δ', ων ανήρ σωματικώς και πνευματικώς ασθενής, ουδέν εξετέλεσεν επί της βασιλείας αυτού έργον άξιον λόγου, πλην μόνον ότι εν τω Εκκλησιαστικώ ζητήματι τας μεν περί της διαλύσεως των μοναστηρίων και των μοναχικών ταγμάτων διατάξεις του Κωνσταντίνου Ε' ανεκάλεσεν, ενέμεινε δε εν τη περί εικόνων πολιτεία του βασιλέως τούτου, του ζητήματος άλλως τε των εικόνων όντος κεκανονισμένου διά Συνόδου Εκκλησιαστικής. Ο Λέων Δ' ετελεύτησε τω 780, βασιλεύσας πέντε μόνον έτη.

5. Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος και η βασίλισσα
Ειρήνη (780-803 μ. X.).

Ο Λέων Δ' κατέλιπεν υιόν και διάδοχον τον Κωνσταντίνον Στ', καλούμενον πορφυρογέννητον ως γεννηθέντα εν πορφύρα, ήτοι βασιλεύοντος (πορφύραν φέροντος) του πατρός. Τον Κωνσταντίνον ΣΤ' ανήλικον όντα επετρόπευσεν η μήτηρ Ειρήνη η Αθηναία. Αύτη άρχουσα νυν αρχήν πραγματικήν εφρόντισεν εν πρώτοις, ως ευσεβής γυνή, να καταπαύση τας θρησκευτικάς εν τω κράτει ταραχάς τας εκ του ζητήματος των εικόνων προελθούσας, ή μάλλον να λύση το ζήτημα αυτό των εικόνων κατά το πνεύμα των οπαδών της των εικόνων προσκυνήσεως, συνεκάλεσε δε Σύνοδον Οικουμενικήν νέαν προς τοιούτον σκοπόν αποβλέπουσαν. Αφού δε εματαιώθη υπό του στρατού η απόπειρα συγκροτήσεως τοιαύτης συνόδου εν Κωνσταντινουπόλει, συνεκροτήθη αύτη τω 787 εν Νικαία της Βιθυνίας (δευτέρα αύτη εν Νικαία οικουμενική μετά την τω 325 επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου συγκροτηθείσαν εν τη πόλει ταύτη Α' Οικουμενικήν Σύνοδον). Η Σύνοδος αύτη ανεθεμάτισε τους συνελθόντας εις την Σύνοδον του 753-754 και την κατάργησιν της των εικόνων προσκυνήσεως διατάξαντας αρχιερείς και επανήγαγεν εις την Εκκλησίαν την προσκύνησιν των εικόνων και των λειψάνων των αγίων ανδρών. Αλλ' ενταυτώ εξηγήσατο την αληθή θρησκευτικήν έννοιαν της προσκυνήσεως, δογματίσασα ότι η προσκύνησις έχει έννοιαν απλώς τιμής προσφερομένης διά των εικόνων εις το πρωτότυπον (96) και διά των λειψάνων εις τους άνδρας τους αγίους, και ότι η προσκύνησις των εικόνων ή λειψάνων ουδέποτε πρέπει να λάβη χαρακτήρα ειδωλολατρίας ή κτισματολατρίας. Και ούτω μεν ελύθη οριστικώς υπό έποψιν δογματικήν το ζήτημα των εικόνων, αλλ' αι ταραχαί αι εικονομαχικαί μετά μικράν ανάπαυλαν επανελήφθησαν ύστερον σφοδρώς επί τινα έτι χρόνον.

Η βασιλομήτωρ και ως βασιλίς κυβερνώσα το κράτος εν ονόματι του υιού αυτής Ειρήνη ετιμήθη μεν υπό της Εκκλησίας διά την ευσέβειαν αυτής (97), αλλ' υπήρξεν άλλως γυνή φίλαρχος και μέχρι ωμότητος και κακουργίας αφιλόστοργος, ήκιστα δε κηδομένη, αλλ' υπήρξεν άλλως γυνή φίλαρχος και μέχρι ωμότητος και κακουργίας αφιλόστοργος, ήκιστα δε κηδομένη [98] και των συμφερόντων του κράτους. Ένεκα της φιλαρχίας αυτής εσφετερίσθη την εις τον υιόν νομίμως ανήκουσαν υπερτάτην αρχήν μη καταλιπούσα ταύτην και μετά την ενηλικίωσιν του Κωνσταντίνου ΣΤ'. Ότε δε έδειξεν ούτος διαθέσεις ν' απαλλαγή της τοιαύτης αυθαιρέτου διηνεκούς μητρικής κηδεμονίας, ετιμωρήθη ασπλάγχνως και απανθρώπως υπό της Ειρήνης διά της αφαιρέσεως της οράσεως. Διά της βαρβάρου άμα και φρικωδώς απανθρώπου τιμωρίας εσκόπει η αχαλίνωτος εν τη φιλαρχία αυτής γυνή να καταστήση και πρακτικώς αδύνατον την υπό του παιδός αυτής ανάληψιν της εξουσίας. Η δ' ούτω σκληρώς προς τον ίδιον υιόν προσενεχθείσα κακότροπος γυνή, περιστοιχιζομένη και υπό συμβούλων ουχί αγαθών και γενναίων, πολλαχώς έβλαψε τα συμφέροντα του κράτους και ιδίως τα στρατιωτικά. Διέλυσε, χάριν σκοπών αντιμαχομένων προς τα συμφέροντα και την ασφάλειαν του κράτους, τα άριστα και γενναιότατα παλαίμαχα τάγματα του στρατού και ανεπλήρωσεν αυτά διά νεοσυλλέκτων αγυμνάστων. Ούτω δε γυμνώσασα στρατιωτικώς το κράτος, παρέδωκε τας μεν Ευρωπαϊκάς επαρχίας εις την διάκρισιν των αγρίων Βουλγαρικών επιδρομικών στιφών, τας δε Ασιατικάς εις την των νυν υπό την νέαν χαλιφικήν δυναστείαν των Αββασιδών (ίδε κατωτέρω) μετά νέας δυνάμεως υλικής και ηθικής εν τοις πεδίοις των μαχών αναφαινομένων Αράβων. {130} Επί της αθλίας κυβερνήσεως της Ειρήνης ο του χαλίφου Αλ-Μαχαδί υιός και επίδοξος διάδοχος, ο βραδύτερον «περίφημος χαλίφης Αρούν-αλ-ρασίτ, στρατεύσας εις την Μικράν Ασίαν, διήλασε πάσαν ταύτην την χώραν κατά μήκος και πλάτος μέχρι των ακτών του Ευξείνου Πόντου και μέχρι των προθύρων της Χρυσουπόλεως, δεινάς διαπράττων λεηλασίας, και καταστροφάς· απεχώρησε δε επιβαλών φόρον υποτελείας εις την Ειρήνην.

Μόνον εν Πελοποννήσω τα στρατεύματα της Ειρήνης εξετέλεσαν ανάξια λόγου υπό στρατιωτικήν έποψιν έργα, υποτάξαντα τας σποράδην εν τη χερσονήσω ταύτη κατά τα όρη, ιδίως τας βορείους κλιτύς του Ταϋγέτου, οικούσας ποιμενικάς Σλαυικάς φυλάς.

Εν μέσω τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων η κυβέρνησις της Ειρήνης πολλήν παρήγεν εν τω κράτει, και ιδίως εν τη πρωτευούση, δυσαρέσκειαν παρά πάσι τοις μη εκ θρησκευτικών λόγων επουσιωδών τυφλώττουσι προς τα μεγάλα συμφέροντα του κράτους. Η δε δυσαρέσκεια αύτη έτι μάλλον ηυξήθη, ότε τω 800 μ. Χ. ο τότε αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους αναγορευθείς βασιλεύς των Φράγκων Κάρολος Α' έπεμψε πρεσβείαν προς Ειρήνην, αναγγέλλουσαν προς αυτήν τα κατά την ανάρρησιν αυτού εις τον Ρωμαϊκόν αυτοκρατορικόν θρόνον της Δύσεως. Διά ταύτης ο Κάρολος εζήτει παρά της Ειρήνης, ως αυτοκρατείρας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, την αναγνώρισιν του νέου αξιώματος αυτού, έτι δε προέτεινε συμμαχίαν μεταξύ των δύο μεγάλων χριστιανικών αυτοκρατοριών, επί πάσι δε και συνοικέσιον μεταξύ του βασιλέως των Φράγκων και του νέου αυτοκράτορος της Δύσεως προς την από του 780 χήραν διατελούσαν βασίλισσαν ή αυτοκράτειραν της Ανατολής.

Τότε οι εν Κωνσταντινουπόλει ανώτατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί λειτουργοί του κράτους, φοβούμενοι μη αι τοιαύται σχέσεις μεταξύ της Ειρήνης και του Καρόλου και ιδίως το του γάμου σχέδιον, εις όν εφαίνετο πρόθυμος η Ειρήνη, επενέγκωσι την καθυπόταξιν του κράτους εις τον Φράγκον ηγεμόνα της Δύσεως, συνομόσαντες κατά της Ειρήνης, καθήρεσαν αυτήν από του θρόνου (803)· ανεβίβασαν δε εις αυτόν τον εκ των υπουργών του κράτους, ή ως ελέγοντο ούτοι εν Βυζαντίω, εκ των Λογοθετών τον λογοθέτην των Γενικών (των Οικονομικών του κράτους) ή Γενικόν λογοθέτην καλούμενον Νικηφόρον. Η Ειρήνη εξώσθη εις την Πριγκιπόνησον, είτα δε εις Λέσβον, ένθα και ετελεύτησε μετ' ολίγον τω αυτώ έτει εν εξορία. Μετά της Ειρήνης εξέλιπε και η δυναστεία των Ισαύρων, διότι ο επιζήσας αύτη υιός Κωνσταντίνος δεν εβασίλευσε πλέον ούτε άλλος εκ του οίκου των Ισαύρων.

Το ανωτέρω μνημονευθέν γεγονός της ανακηρύξεως του ηγεμόνος των Φράγκων Καρόλου Α' ως Ρωμαίου αυτοκράτορος της Δύσεως, η ανανέωσις τρόπον τινά της από του 476 μ. Χ. εκλιπούσης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Δύσεως, είναι γεγονός σπουδαιότατον εν τη ιστορία της Δύσεως και της όλης Ευρώπης. Είναι σπουδαιότατον και ως προς το παρελθόν, ως προς την εξέλιξιν δηλονότι των γεγονότων των αποληξάντων, εις την εν τω Φραγκικώ κράτει υπό νέον τύπον και μορφήν ανανέωσιν του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, και ως προς το μέλλον, ως προς την περαιτέρω δηλονότι εν τη ευρωπαϊκή ιστορία εξέλιξιν των πραγμάτων της δυτικής Φραγκορωμαϊκής αυτοκρατορίας και πάσης της μετά ταύτης συνδεομένης πολιτικής καταστάσεως της Ευρώπης. Ενώ δε περί τα τέλη του 8 μ. Χ. αιώνος τοιαύτην εν τη δυτική Ευρώπη τα πράγματα λαμβάνουσι σπουδαίαν φάσιν, περί τα μέσα του αυτού αιώνος (750 μ. Χ.) σπουδαία μεταβολή πραγμάτων επεγένετο και εν τη μωαμεθανική Ασία. Ενταύθα τω 750 η δυναστεία των Ουμμεϊαδών, ανατραπείσα δι' εμφυλίου πολέμου, αντικαθίσταται διά νέας δυναστείας Αραβικής, της των Αββασιδών· μόνον δε εν Ισπανία εξακολουθεί έτι άρχουσα η εν Ασία πεσούσα δυναστεία. Ένεκα των γεγονότων τούτων, άτινα έχουσι μεγάλην ροπήν επί την καθόλου ιστορίαν του κόσμου, ου σμικράν δε και επί την ιστορίαν του Ελληνικού κράτους, καταλείπομεν επί μικρόν την ιστορίαν του Ελληνικού κράτους ίνα αφηγηθώμεν τα γινόμενα εν τη Δύσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΥΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΗ ΔΥΣΕΙ ΜΕΧΡΙ
ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

1. Η ιστορία των βαρβαρικών Γερμανικών κρατών
από του τέλους του 5 μέχρι του τέλους
του 8 αιώνος.

Είδομεν ότι από των αρχών ήδη του 6 μ. Χ. αιώνος και καθ' όλον τον ρουν του αιώνος τούτου διάφορα ιδρύθησαν βαρβαρικά κράτη υπό των εις τας Ρωμαϊκάς χώρας επιδραμόντων ποικιλωνύμων Γερμανικών λαών. Οι Φράγκοι ίδρυσαν περί τα μέσα του 5 μ. Χ. αιώνος κράτος εν τη βορειανατολική Γαλατία· οι Βουργούνδιοι εν τη νοτιανατολική Γαλατία (414), οι Βησιγότθοι εν τη νοτίω Γαλατία και τη βορεία Ισπανία (416)· οι Σουήβοι και Αλανοί εν τη βορειοδυτική Ισπανία (416)· οι Βανδήλοι εν Ισπανία και είτα εν Αφρική (429) και οι Άγγλοι εν Βρεττανία.

{132} Τινά των Γερμανικών τούτων κρατών ταχέως κατελύθησαν, ως το των Σουήβων εν Ισπανία, υποταχθέντος του έθνους τούτου εις τους Βησιγότθους· το των Βανδήλων 100 περίπου έτη μετά την ίδρυσιν αυτού κατελύθη υπό του Ελληνικού κράτους· το δε των Βουργουνδίων κατελύθη υπό των Φράγκων (514). Ούτοι και τους Βησιγότθους ηνάγκασαν ν' αποχωρήσωσι της Γαλατίας· αλλά τότε οι Βησιγότθοι κατέλαβον πάσαν την πέραν των Πυρηναίων εκτεινομένην Ιβηρικήν χερσόνησον (την νυν Ισπανίαν ομού και Πορτογαλλίαν). Το κράτος τούτο των Βησιγότθων διήρκεσε μέχρι του 711, ότε, ως είδομεν, κατελύθη υπό των εξ Αφρικής ελθόντων Αράβων. Μόνον δε εν ταις ορειναίς κατά τα βόρεια της Ιβηρικής χερσονήσου κειμέναις χώραις οι ενταύθα καταφυγόντες Χριστιανοί ίδρυσαν μικρά ορεινά κράτη, εξ ών βραδύτερον απετελέσθη μετά την έξωσιν των Μωαμεθανών, νέον μέγα Ισπανικόν κράτος (99).

Εν Βρεττανία, το Αγγλικόν κράτος έμεινε διαρκές. Περί των εν Ιταλία δύο αλλεπαλλήλως ιδρυθέντων και καταλυθέντων Γερμανικών κρατών, του εκ ποικίλων Γερμανικών εθνών σχηματισθέντος κράτους του Ρουγίου Οδοάκρου, και του Ουστρογοτθικού κράτους του Θευδερίχου, εγένετο ήδη λόγος εν τοις έμπροσθεν ως δε ερρήθη, ουδέτερον των κρατών τούτων κατέλυσεν εν Ιταλία την εσωτερικήν Ρωμαϊκήν πολιτείαν και τον Ρωμαϊκόν βίον. Γερμανικόν κράτος μεταβαλόν τα πάντα πολιτικώς και τους Ρωμαίους κατοίκους καθυποτάξαν και αφομοιώσαν πολιτικώς προς τους βαρβάρους ιδρύθη εν τη βορείω Ιταλία, περί τα τέλη του 6 μ. Χ. αιώνος· ήτο δε το κράτος των Λαγγοβάρδων το διατηρηθέν μέχρι της δευτέρας πεντηκονταετίας του 8 μ. Χ. αιώνος και είτα καταλυθέν υπό των Φράγκων. Το δε εν Δακία κατά τον 5 αιώνα ιδρυθέν κράτος των Γεπιδών κατελύθη κατά τον 6ον υπό των Λαγγοβάρδων και Αβάρων (σημ. 61).

Πάντα ταύτα τα Γερμανικά κράτη, ως και το σπουδαιότατον εξ αυτών, το Φραγκικόν, ιδρυθέντα εν χώραις Ρωμαϊκαίς ή Λατινικαίς ή μάλλον Ρωμανικαίς ή νεολατινικαίς (ίδε σημ. 21), ήτοι εκλελατινισμέναις χώραις της Δύσεως, εγένοντο κατά μικρόν ρωμαϊκά, πλην του μέχρι του 11 μ. Χ. αιώνος ακραιφνώς Γερμανικού μείναντος Αγγλικού ή Αγγλοσαξονικού. Διότι υπερίσχυσεν εν αυτοίς ο Λατινικός πολιτισμός και η Λατινική γλώσσα (εξ ής εσχηματίσθησαν νυν παρά τοις λαοίς τούτοις αι διάφοροι νεολατινικαί ή ρωμανικαί γλώσσαι, Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική). Ουχ ήττον το Γερμανικόν στοιχείον και ιδίως ο Γερμανικός στρατιωτικός βίος ισχυρώς επέδρασεν επί την γένεσιν και διαμόρφωσιν των λαών τούτων· και αι Ρωμανικαί δε γλώσσαι των λαών τούτων προσέλαβον και διετήρησαν ολίγα τινά Γερμανικά στοιχεία γλωσσικά. Κυρίως δε ο Λατινικός πολιτισμός επέδρασεν επί τα Γερμανικά ταύτα κράτη και τους ιδρύσαντας ταύτα Γερμανικούς λαούς διά του Χριστιανισμού και της χριστιανικής Εκκλησίας. Πλείστοι των Γερμανικών τούτων λαών των ιδρυσάντων κράτη εν Ρωμανικαίς χώραις (Βησιγότθοι, Ουστρογότθοι, Βανδήλοι, Βουργούνδιοι, Λαγγοβάρδοι) ήσαν ήδη χριστιανοί (Αρειανοί εν αρχή, είτα Ορθόδοξοι), καθ' όν χρόνον εισβαλόντες εις τας Ρωμανικάς χώρας ίδρυσαν τα ειρημένα κράτη. Μόνοι οι Φράγκοι και οι Άγγλοι διετήρουν την πολυθεϊστικήν θρησκείαν των Αρχαίων Γερμανικών λαών. Και οι μεν Φράγκοι ουχί πολύ μετά την ίδρυσιν του κράτους αυτών προσεχώρησαν εις τον Χριστιανισμόν και εξερρωμανίσθησαν· οι δε Άγγλοι, εξολοθρεύσαντες τους εκρωμανισθέντας χριστιανούς Βρεττανούς, διετήρησαν τον Γερμανικόν αυτών βίον και γλώσσαν, επί τινα δε χρόνον και την Γερμανικήν αυτών πολυθεΐαν, μόλις περί τα τέλη του 5 μ. Χ. αιώνος γενόμενοι χριστιανοί (100).

Ώστε εκ των Γερμανικών κρατών των ιδρυθέντων εν χώραις Ρωμανικαίς μόνον το Αγγλικόν διετήρησεν επί μακρόν ακραιφνή τον Γερμανικόν αυτού χαρακτήρα, πάντα δε τα άλλα εξερρωμανίσθησαν, προ πάντων διά της ισχυράς επιδράσεως του Χριστιανισμού. Αλλά πλην των Γερμανικών τούτων λαών των ιδρυσάντων κράτη Γερμανικά εκρωμανισθέντα εν Ρωμανικαίς χώραις, υπήρχον έτι πλείστα Γερμανικά έθνη εν τη εντεύθεν του Ρήνου Γερμανία, εν ταις ανέκαθεν δηλονότι Γερμανικαίς χώραις, ών τα πολλά, κατ' ακολουθίαν της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών (σελ. 35-36), μετανέστησαν εκ των βορειοτέρων και ανατολικωτέρων Γερμανικών χωρών εις τας νοτίους και δυτικάς Γερμανικάς χώρας. Τοιαύτα Γερμανικά έθνη ήσαν οι Αλαμαννοί και Σουήβοι καλούμενοι, Θυρίγγιοι, Βαυαροί, Φρείσιοι, Σάξονες· ύπερθεν δε τούτων οι βορειότατοι Σκανδιναυικοί λαοί Δανοί, Σουηδοί, οίτινες δεν έχουσιν έτι σημασίαν εν τη ιστορία των χρόνων τούτων. Μεταξύ δε των Γερμανικών εθνών των μεταξύ του Ρήνου και της Γερμανικής ή Βορείου θαλάσσης, του Δανουβίου και των Άλπεων οικούντων, περιφημότατα είναι το των εν τη βορείω Γερμανία Σαξόνων και το των εν τη νοτίω Γερμανία Βαυαρών. Πάντα ταύτα τα Γερμανικά έθνη μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος διετήρησαν την αρχαίαν αυτών Γερμανικήν πολυθεϊστικήν θρησκείαν και έμειναν βάρβαρα μέχρι των ειρημένων χρόνων. Τότε δε διά της μεταξύ αυτών διαδόσεως του Χριστιανισμού και της κατά μικρόν επ' αυτά επεκτάσεως του Φραγκικού κράτους ήλθον εις στενωτέραν συνάφειαν προς τον Ρωμανικόν κόσμον της Δύσεως· και διά της τοιαύτης συναφείας, ιδίως δε διά του Χριστιανισμού, διεμόρφωσαν τον νέον αυτών Γερμανικόν βίον, και εισελθόντα εις βίον ιστορικόν επετέλεσαν μέγα Γερμανικόν κράτος και ενιαίον Γερμανικόν έθνος. Μετά τους Γερμανούς δε τούτους εισήλθον κατά μικρόν εις τον ιστορικόν βίον και οι βορειότατοι Γερμανικοί ή Σκανδιναυικοί λαοί (Δανοί, Σουηδοί, Νορβηγοί). Αλλά τούτων η ιστορία μόλις από του 9 και 10 αιώνος λαμβάνει τινά σπουδαιότητα. Ώστε μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος η ιστορία της Δυτικής Ευρώπης περιορίζεται μόνον σχεδόν εις τα Ρωμανικά έθνη τα προκύψαντα εκ της συγχωνεύσεως Γερμανικών και νεολατινικών λαών, από δε του 8 αιώνος επεκτείνεται και εις τους κυρίως Γερμανούς. Δεσμός και στοιχείον συναφείας μεταξύ των Ρωμανικών και των κυρίως Γερμανικών λαών υπήρξαν οι Φράγκοι και το Φραγκικόν κράτος. Καθόλου δε μέχρι του 8 και 9 αιώνος τα δύο μεγάλα εν τη Δύσει στοιχεία της ιστορικής εξελίξεως είναι το Φραγκικόν κράτος και η Εκκλησία της Ρώμης. Και διά τούτο περί εκατέρου τούτων ανάγκη να πραγματευθώμεν ενταύθα συντόμως.

2. Το Φραγκικόν κράτος από του 6 μέχρι
του 8 μ. Χ. αιώνος.

Οι Φράγκοι ήσαν έθνος Γερμανικόν εκ πολλών συγκείμενον φυλών, αίτινες από του 4 ιδίως αιώνος εποιούντο πολλάς επιδρομάς εις τας βορειοδυτικάς χώρας της Γαλατίας, περί δε τας αρχάς του 5 μ. Χ. αιώνος, επί του Ονωρίου, κατέλαβον οριστικώς μέρος της παραρρηνίου Γαλατίας και το νυν Βέλγιον και ίδρυσαν αυτόθι κράτος, ούτινος πρώτος οπωσούν ακριβώς γνωστός ηγεμών είναι ο Κλωδίων. Αλλά το κράτος τούτο δεν περιελάμβανε πάσας τας Φραγκικάς φυλάς, ών άλλαι μεν εισεχώρησαν νυν εις τα ένδον της βορείου Γαλατίας αποτελούσαι τους Σαλίους λεγομένους Φράγκους, άλλαι δε ώκουν εκατέρωθεν των οχθών του Ρήνου αποτελούσαι τους Ριπουαρίους. Ο Κλωδίων λέγεται ότι είχε δύο υιούς, ών ο μεν (αγνώστου ονόματος) κατά την μεγάλην του Αττίλα επί την Δυτικήν Ευρώπην στρατείαν συνετάχθη μετά των Ούννων, ο δε Μερουιγγαίος (Merowech) καλούμενος ήτο σύμμαχος των Ρωμαίων. Τον Μερουιγγαίον τούτον, εξ ού φαίνεται ότι έλαβε το όνομα ο πρώτος ηγεμονικός οίκος των Φράγκων, διεδέξατο ο υιός αυτού Χιλδέριχος (456-481), τούτον δε ο Κλόβις ή Χλωδόβικος (Clodwig) (101).

Ο Χλωδόβικος (481-511 μ. Χ.) είναι ο αληθής ιδρυτής του Φραγκικού κράτους. Διότι ούτος ου μόνον ήνωσε τας διαφόρους Φραγκικάς φυλάς υπό το κράτος αυτού, εκτείνας ούτως αυτό εντεύθεν και εκείθεν του Ρήνου, αλλ' υπέταξεν εις αυτό και πάσαν την λοιπήν βόρειον Γαλλίαν, καταλύσας ενταύθα τα τελευταία μείναντα έτι λείψανα του Ρωμαϊκού κράτους και της αυτονομίας Γαλατικών τίνων λαών. Εξέτεινε δε το κράτος αυτού και προς νότον, αφαιρέσας ενταύθα χώρας από του Βουργουνδικού και του Βησιγοτθικού κράτους. Προς τούτοις ο Χλωδόβικος προσήλθε (496 μ. Χ.) εις τον Χριστιανισμόν και προσήγαγεν εις αυτόν και τον λαόν των Φράγκων, γενόμενος ουχί Αρειανός χριστιανός, ως ήσαν οι χριστιανοί Γερμανικοί λαοί, αλλά καθολικός (102), ήτοι ορθόδοξος. Η βασιλεία του Χλωδοβίκου τούτου, καίπερ όντος ηγεμόνος βαρβάρου και τοιούτου μείναντος και μετά την εις τον Χριστιανισμόν πρόσοδον αυτού, είναι γεγονός λίαν σπουδαίον εν τη ιστορία· διότι ούτως εσχηματίσθη ισχυρόν πολιτικόν κέντρον χριστιανικόν, ορθόδοξον εκκλησιαστικώς, συνδεόμενον προς την Ρώμην και δυνάμενον να καταστή κέντρον έλξεως πολιτικόν και θρησκευτικόν εν μέσω του εκ της καταλύσεως του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει προελθόντος βαρβαρικού κόσμου.

Το Φραγκικόν κράτος μετά τον θάνατον του Χλωδοβίκου δεν διετήρησε την ενότητα αυτού, διαιρεθέν μεταξύ των υιών και εγγόνων του Χλωδοβίκου, και οτέ μεν ενούμενον υπό ένα αυτών, οτέ δ' αύθις διαιρούμενον. Προς τούτοις αι μεταξύ των διαφόρων τούτων ηγεμόνων έριδες και πόλεμοι ανέκοψαν εν μέρει την εξωτερικήν ενέργειαν του κράτους. Αλλά το έθνος το Φραγκικόν ήτο ισχυρόν και κατά το πλήθος και κατά την φυσικήν ρώμην· και διά τούτο κατώρθωσε και εν μέσω των εμφυλίων ερίδων και πολέμων να υποτάξη πάσαν την μέχρι των Πυρηναίων Γαλατίαν, καταλύσαν ολοσχερώς το Βουργουνδικόν κράτος (514 μ. Χ.), τους δε Βησιγότθους απώσαν πέραν των Πυρηναίων (531). Αφού οι Φράγκοι υπέταξαν ούτω πάσας τας μεταξύ του Ρήνου, του Βρεττανικού πορθμού, του Ατλαντικού Ωκεανού και των Πυρηναίων κειμένας χώρας, εστράφησαν και προς τας πέραν του Ρήνου Γερμανικάς χώρας, υποτάσσοντες εαυτοίς κατά μικρόν τας διαφόρους Γερμανικάς φυλάς των κυρίως Γερμανικών χωρών. Αλλά το μέγα έργον της καθυποτάξεως πασών των Γερμανικών χωρών εις το Φραγκικόν κράτος επετέλεσαν ηγεμόνες ουχί Μερουιγγαίοι, ουχί οι εγγονοί και απόγονοι του Χλωδοβίκου, αλλά ηγεμόνες ισχυροί άλλου Φραγκικού οίκου.

Η εξουσία των Μερουιγγαίων ηγεμόνων είχεν εξασθενήσει κατά μικρόν επί των διαδόχων του Χλωδοβίκου, από δε των μέσων του 7 μ. Χ. αιώνος τοσούτον σκιώδης κατέστη, ώστε το όνομα αυτών εγένετο παροιμιώδες της ασθενούς ηγεμονικής εξουσίας και της ηγεμονικής αδρανείας και απραξίας γνώρισμα. Οι ηγεμόνες ούτοι ουδέν άλλο εποίουν ως άρχοντες ή άπαξ του έτους παρίσταντο εις τας κατά Μάιον μήνα, κατ' αρχαίον Γερμανικόν και Φραγκικόν έθιμον, συγκροτουμένας εθνικάς συνόδους των Φράγκων, αγόμενοι επί άρματος συρομένου υπό τεσσάρων βοών και απαγγέλλοντες λόγους, υπαγορευομένους αυτοίς υπό των συμβούλων αυτών, και επεκύρουν τυπικώς πράξεις τινάς κυβερνητικάς. Είτα δε επί του αυτού άρματος επέστρεφον εις τα παλάτια αυτών, αόρατοι, το λοιπόν του χρόνου διατελούντες εις τους υπηκόους (103).

Αλλά την ούτω κατ' ουσίαν εκλείπουσαν υπερτάτην εξουσίαν ανεπλήρουν οι ισχυροί αυλικοί και πολιτικοί άρχοντες, οι καλούμενοι μεν αυλάρχαι ή μαϊόρδομοι (majordomus) (διότι ήσαν εν αρχή απλοί διευθυνταί των οικονομικών του βασιλικού οίκου και επιμεληταί των κτημάτων των βασιλικών), όντες δε τρόπον τινά πρωθυπουργοί. Οι μαϊόρδομοι ούτοι των εν διαφόροις Φραγκικοίς κράτεσι Μερουιγγαίων ηγεμόνων κατέστησαν αληθείς κύριοι των κρατών τούτων, και προς τοις άλλοις διεξήγον και πολέμους προς αλλήλους, καθίστων δε και το αξίωμα αυτών κληρονομικόν εν τοις οίκοις αυτών. Τέλος δε περί τα μέσα του 8 μ. Χ. αιώνος είς των αυλαρχικών ή μαϊορδομικών τούτων οίκων καταστάς πανίσχυρος κατέλυσε και κατά τύπον τον οίκον των Μερουιγγαίων και ίδρυσε νέαν ισχυράν βασιλικήν δυναστείαν εν τοις Φράγκοις.

3. Κάρολος Μάρτελλος. Νίκη αυτού
κατά των Αράβων.

Από του έτους 687 ήρχεν άπαντος του Φραγκικού κράτους ως αυλάρχης ο Πιπίνος Εριστάλιος (υπό τον Μερουιγγαίον βασιλέα Δειδέριχον Γ') κυβερνήσας ισχυρώς το κράτος μέχρι του κατά το 714 θανάτου αυτού. Τότε δε μετά τινας έριδας και ταραχάς έλαβε την αρχήν του μαϊορδόμου ο του Πιπίνου Ερισταλίου υιός Κάρολος Μάρτελλος, άρχων και ούτος πραγματικώς του κράτους υπό τον κατά τύπους και όνομα βασιλεύοντα Μερουιγγαίον Δειδέριχον Δ'. Ο Κάρολος πολλούς διεξήγαγε νικηφόρως πολέμους εναντίον των Γερμανικών φυλών, ιδίως των δύο ισχυροτάτων, των Σαξόνων δηλονότι και των Βαυαρών (ούτοι υποταχθέντες εις τους Φράγκους επί Δαγοβέρτου Α' συχνώς αφίσταντο)· αλλά την ενδοξοτάτην και ονομαστοτάτην εν τη ιστορία και σπουδαιοτάτην ένεκα των μεγάλων αποτελεσμάτων αυτής νίκην ήρατο εναντίον των Αράβων. Ούτοι μετά την καθυπόταξιν απάσης της Ιβηρικής χερσονήσου υπερβάντες τα Πυρηναία εισήλασαν υπό τον στρατηλάτην αυτών Αβδουραχμάν εις τα ένδον της νυν Γαλλίας και προυχώρησαν μέχρι Τορώνης και Πικταυίας, απειλούντες σύμπαν το Φραγκικόν κράτος, ού καταλυομένου ηδύναντο να καθυποτάξωσι το πλείστον της Ευρώπης εις το Ισλάμ. Αλλά τον κίνδυνον τούτον απέτρεψεν από του Χριστιανισμού ο Κάρολος Μάρτελλος μετά των Φράγκων αυτού, νικήσας τους Άραβας εν επταημέρω μάχη (18-25 Οκτωβρίου του 732) μεταξύ Τορώνης και Πικταυίας (Tours και Poitiers) και αναγκάσας αυτούς να υποχωρήσωσι πέραν των Πυρηναίων, επικληθείς διά τούτο Μάρτελλος (martelus), ήτοι σφύρα. Τω δε 743 έτος μετά τον θάνατον του Καρόλου Μαρτέλλου εισέβαλον μεν οι Άραβες αύθις εις την Γαλλίαν και προυχώρησαν μέχρι Λουγδούνου (Λυών) λεηλατούντες, αλλ' απεκρούσθησαν και αύθις· έκτοτε δε δεν υπερέβησαν πλέον τα Πυρηναία. Ούτως εν τη Δύσει ο Χριστιανισμός εσώθη και ο Μωαμεθανισμός απεκρούσθη διά των Φράγκων, όπως κατά τους αυτούς περίπου χρόνους (τω 718 και τω 740) εν Ανατολή διά του Ελληνικού κράτους και του μεγάλου βασιλέως αυτού Λέοντος Γ'.

Η δύναμις, ήν ηρύετο ο Κάρολος Μάρτελλος από της κατά των Αράβων νίκης, ήτο τοσούτο μεγάλη, ώστε κατέστη ούτος σχεδόν πραγματικός ηγεμών του Φραγκικού κράτους. Και ότε τω 738 ετελεύτησεν ο Μερουιγγαίος βασιλεύς Δειδέριχος Δ', εις ουδένα Μερουιγγαίον επέτρεψεν ο Κάρολος να ανέλθη εις τον θρόνον, αλλ' εκυβέρνησε το κράτος μόνος μέχρι του 741 πάντοτε εν τη ιδιότητι του αυλάρχου.

4. Πιπίνος ο Βραχύς ως αυλάρχης.

Τον Κάρολον Μάρτελλον αποθανόντα τω 741 διεδέξατο ως αυλάρχης ο υιός αυτού Πιπίνος αναβιβάσας εις τον θρόνον καί τινα Μερουιγγαίον Χιλδέριχον Γ'. Και ο Πιπίνος, όπως ο πατήρ αυτού, ήρξεν ισχυρώς, επενέβη δ' ούτος ισχυρώς και εις τα πράγματα της Ιταλίας κατ' αίτησιν του Πάπα.

Ο Πάπας Γρηγόριος Γ', όστις είχεν αποστήσει τον λαόν της Μέσης Ιταλίας από του βασιλέως και αυτοκράτορος Λέοντος Γ', είδε μετ' ολίγον τας ούτως από του Βυζαντίου χωρισθείσας Ιταλικάς χώρας και την Ρώμην αυτήν εκτιθεμένας εις τον κίνδυνον της των Λαγγοβάρδων επιθέσεως. Τότε δε εζήτησεν επιμόνως την συνδρομήν του Καρόλου Μαρτέλλου, όν είχεν ήδη διορίσει Πατρίκιον Ρώμης, υποσχόμενος αυτώ και το αξίωμα της υπατείας (104). Αλλ' ο Μάρτελλος απέφυγε να υπακούση εις την φωνήν του Πάπα μη θέλων να επιχειρήση πόλεμον εν Ιταλία. Αλλά νυν επί του Πιπίνου ο πάπας Ζαχαρίας ευρέθη εν ομοία δυσχερεία απέναντι των Λαγγοβάρδων, απηλλάγη δ' εκ ταύτης διά τινος σπουδαίας προς τον Πιπίνον προσενεχθείσης υπηρεσίας. Ούτος βαρυνθείς να άρχη του κράτους χωρίς να φέρη και το όνομα το επίσημον της υπερτάτης αρχής ήτοι το του βασιλέως (105), εξέβαλε τω 752 της αρχής τον Χιλδέριρον Γ' και ανηγορεύθη αυτός βασιλεύς υπό της συνόδου των Φράγκων ηγεμόνων των συνελθόντων τότε εν Συεσσιώνι. Αλλ' ο Πιπίνος θέλων να περιάψη μείζον ηθικόν κύρος εις το αξίωμα ή μάλλον εις την πράξιν αυτού, ήτις ήτο κατ' ουσίαν αρπαγή και σφετερισμός, έπεμψε πρεσβείαν εις Ρώμην ίνα ερωτήση την γνώμην του Πάπα. Διά της τοιαύτης ερωτήσεως ο Πάπας εθεωρείτο και ανεγνωρίζετο εμμέσως ως υπέρτατος αρχηγός και κριτής του Χριστιανικού κόσμου και εν τοις αφορώσιν εις τα των εξουσιών και αξιωμάτων εν τοις έθνεσι και πολιτείαις· αναγνωρίζων δ' ο Πάπας το νόμιμον της αρχής του Πιπίνου ανεγνωρίζετο υπ' αυτού υπέρτατος άρχων. Ο εξ Ελλήνων (από Καλαβρίας) καταγόμενος πάπας Ζαχαρίας ανεγνώρισε το βασιλικόν αξίωμα του Πιπίνου, ειπών ότι «το αξίωμα τούτο ανήκει δικαιότερον εις τον πράγματι έχοντα την βασιλικήν εξουσίαν». Μετ' ολίγον δε άλλος Πάπας ο Στέφανος Β' μετέβη αυτός εις την χώραν των Φράγκων και έχρισεν ως βασιλέα (106) τον Πιπίνον (754 μ. Χ.). Ούτω τω 754 κατελύθη επισήμως εν τω Φραγκικώ κράτει ο αρχαίος οίκος των Μερουιγγαίων και η βασιλεία περιήλθεν εις τον οίκον του Πιπίνου του Βραχέος ή ως εκαλείτο των Καρλοβιγγαίων (εκ του ονόματος του υιού του Πιπίνου Καρόλου του Μεγάλου). Ο βασιλεύς Πιπίνος ανταμείβων τον Πάπαν εστράτευσε τω 754 εις την Ιταλίαν εναντίον του βασιλέως των Λαγγοβάρδων Αϊστόλφου και υπεχρέωσε τούτον να παραδώση πολλάς πόλεις (και την Ράβενναν) της Μέσης Ιταλίας εις το κράτος του Αγίου Πέτρου ήτοι εις τον Πάπαν (754). Αλλ', επειδή μετ' ολίγον ο Αϊστόλφος επελθών επολιόρκησε την Ρώμην (755), ο Πιπίνος επελθών αύθις ηνάγκασε τον βασιλέα των Λαγγοβάρδων να εκτελέση τους όρους της ειρήνης του 754. Έκτοτε δε οριστικώς πλέον ιδρύθη το Παπικόν κράτος. Ο Πάπας έδωκε το αξίωμα του Πατρικίου της Ρώμης εις τον Πιπίνον και τους δύο υιούς αυτού. Ο Πιπίνος ήτο σύγχρονος του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε', προς όν συνήψε και φιλικάς πολιτικάς σχέσεις. Ετελεύτησε δε ο Πιπίνος τω 768.