WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος cover

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Chapter 15: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ
Open in WeRead

About This Book

A detailed biography traces the subject's origins, family background, and rise through European diplomatic circles to become the chosen governor of a newly independent state. It follows three main phases of life—early formation, high-level diplomacy, and the period of domestic governance—describing efforts to build political institutions, manage foreign pressures, and restore public order amid internal divisions. The narrative balances chronological life events with analysis of policies, reforms, and the practical challenges of creating a functioning modern polity, and includes introductory material and brief appendices on the aftermath of the governorship.

Οι εν τω Αιγαίω περιπλέοντες στόλοι των τριών μεγάλων δυνάμεων, Ρωσίας υπό τον ναύαρχον Έιδεν, Αγγλίας υπό τον ναύαρχον Εδουάρδον Κόδριγκτον και Γαλλίας υπό τον αντιναύαρχον Δεριγνύ κατέπλευσαν πάραυτα εις τον όρμον του Ναυαρίνου, ένθα είχον αποβιβασθή οι Αιγύπτιοι, παρά την διακοίνωσιν των οικείων Κυβερνήσεων, και υπεχρέωσαν αυτούς να δεχθώσιν ανακωχήν μέχρις επιστροφής των απεσταλμένων, ούς ο Ιβραήμ είχεν αποστείλει εις Κωνσταντινούπολιν και εις Αλεξάνδρειαν αιτούμενος οδηγίας· ότε δε ο Ιβραήμ, αθετήσας την δοθείσαν υπόσχεσιν, εξηκολούθει καταδιώκων τους επαναστάτας, οι ναύαρχοι εισήλθον εντός του όρμου, ελπίζοντες να πείσωσι διά φιλικής γλώσσης αυτόν ίνα δεχθή τας προτάσεις των οικείων κυβερνήσεων άνευ περαιτέρω αιματοχυσίας.



Αι διαπραγματεύσεις έβαινον καλώς και ο σκοπός ήθελεν επιτευχθή, ίσως άνευ συγκρούσεως, ότε συνέβη τόδε το απρόοπτον γεγονός: Τη 8)20 Οκτωβρίου 1827, ότε η λέμβος αγγλικής τινος φρεγάτας εστάλη, ίνα προσκαλέση τουρκικόν πυρπολικόν να μένη εις απόστασιν, οι Τούρκοι επυροβόλησαν κατ' αυτής. Το πυρ εξηκολούθει και καθ' ετέρας αγγλικής λέμβου, σταλείσης προς βοήθειαν της πρώτης, και αυτή δε η γαλλική φρεγάτα προσεβλήθη υπό σφαίρας. Τούτο ιδόντες οι σύμμαχοι και την προσγενομένην υπό των Τούρκων προσβολήν ζητούντες ν' εκπλύνωσιν, ήρξαντο πυροβολούντες. Το πυρ ήρξατο τότε όλην την γραμμήν και ο όρμος του Ναυαρίνου εγένετο θέατρον ναυμαχίας, καθ' ήν τα πλοία, ως εκ του στενού του χώρου, εμάχοντο σχεδόν εκ του συστάδην, του συμμαχικού στόλου διατελούντος υπό τας διαταγάς του άγγλου ναυάρχου Κόδριγκτον· μετά τρίωρον πάλην, η νίκη έκλινε προς τον συμμαχικόν των Χριστιανών στόλον. Αλλά το γεγονός τούτο το σώσαν από μεγάλου κινδύνου την Ελλάδα, ηδύνατο συνάμα ν' επενέγκη και τον θρίαμβον της Ρωσίας· διά τούτο εν Αγγλία υπεδέχθησαν την περί τούτου είδησιν μετά κατηφείας, και ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ', κατά την έναρξιν Κοινοβουλίου, εχαρακτήρισεν αυτό ως αξιοθρήνητον συμβάν. Την τοιαύτην του Τουρκικού στόλου καταστροφήν ήκουσε μετ' ευχαριστήσεως ο Καποδίστριας εν Τουρίνω ευρισκόμενος και ολονέν επετάχυνε την εις Ελλάδα κάθοδον μη παραμελών, εν τούτοις, να φροντίζη αείποτε περί εξευρέσεως πόρων παρά τε των ομογενών και των ξένων φιλελλήνων.





Ο Καποδίστριας αφίκετο, ως είπομεν, εις Αγκώνα τη 8]20 Νοεμβρίου 1827 συνοδευόμενος υπό του Γεωργίου Δουρούτη απελθόντος εις Σενεγαλλίαν μετά του υιού αυτού Κωνσταντίνου προς προϋπάντησιν του Κυβερνήτου κατά την επιστολήν του μητροπολίτου Άρτης Ιγνατίου του Σκαλιόρα και κατέλυσαν εν τω Ξενοδοχείω της Ειρήνης.

Η σονοδεία του κυβερνήτου συνέκειτο εκ του Ιακώβου Ρίζου του Νερουλού, του Ιταλού Γεωργίου Μπέτσου, του ελβετού Σ. Μπετάν, του Νικολάου Μαυρομμάτη, του Σταματίου Βούλγαρη, του είτα μεγάλου εθνικού ευεργέτου γενομένου Ιωάννου Δομπόλη ή Τομπόλη ηπειρώτου, καταλιπόντος εν Ρωσία τω 1850 285,744 ρουβλίων αργυρών όπως τω 1906 ιδρυθή Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον εν τη τότε πρωτευούση της Ελλάδος, περί ού εγράψαμεν τα εικότα (37), του θαλαμηπόλου Φεδερίκου και του υπηρέτου Νικολέτου.

Του κυβερνήτου εις Αγκώνα ελθόντος, βαρύς επεκράτησε χειμών. Η πόλις και τα πέριξ εκαλύφθησαν υπό παχείας χιόνος, ο δ' Αδρίας εξαγριωθείς εμαίνετο επί μακρόν κωλύων την των πλοίων εις Αγκώνα προσέγγισιν. Η αδημονία του Καποδιστρίου οσημέραι ηύξανε· μετά παρέλευσιν δ' εικοσαημέρου, της τρικυμίας καταπαυσάσης και του προσδιορισθέντος Αγγλικού πλοίου μη καταπλέοντος, η ανυπομονησία του κυβερνήτου εκορυφώθη εις τοσούτον, ώστε καθ' εκάστην επεσκέπτετο τον εκεί άγγλον πρόξενον Ερρίκον Κεν, ίνα μάθη τι περί του αναμενομένου αγγλικού πλοίου και ανερχόμενος είτα επί της υψηλής πλατείας του ναού του Αγίου Κυριακού, πολιούχου του Αγκώνος παρετήρει ανά το αχανές πέλαγος διά του τηλεσκοπίου μη τυχόν ίδη το αναμενόμενον πλοίον. Την τοιαύτην δε αδημονίαν του κυβερνήτου εν Αγκώνι επί τοσαύτας ημέρας αργούντος, της πατρίδος ήδη αγωνιζομένης, περιέγραψεν άριστα ο συνοδεύων αυτώ Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός εν τω εξής ποιήματι αυτού: «Ο κυβερνήτης εν Αγκώνι» διά των δε των στίχων:

Τι τάχα; θα περάσωμεν ερημιτών χειμώνα
Εις όχθην Αδριατικήν, 'στον βροχερόν Αγκώνα;
Από τα ύψη των κρημνών και των χαρακωμάτων
Θα βλέπωμεν 'στο πέλαγος τους λόφους των κυμάτων;
Κι' από την γην θ' ακούωμεν με βάσιν στηριγμένην
Την θάλασσαν 'στα σύννεφα υπερτινασσομένην;
Δεν θέλομεν ασφάλειαν τοιαύτην ολεθρίαν
Αισχράν μισούμεν των δειλών φιλαύτων ησυχίαν.
Με ηδονήν του θεωρεί κινδύνους καταιγίδος
Όστις ορμά 'στό πέλαγος δι' έρωτα πατρίδος.
Τις ήχος τόσον λιγυρός, μελών τις αρμονία
'Στην ακοήν του φαίνεται τόσον βαθμόν γλυκεία,
Ή όταν τάρμενα ηχούν και τα κατάρτια τρίζουν
Κι' εις τα πανιά οι άνεμοι οι πτερωτοί συρίζουν;

Πού είσαι και δεν φαίνεσαι δελφινοδρόμον πλοίον,
'Σ' το ιερόν ταξείδι σου το εναντίον ποίον;
Τάχα Κροάτης Αίολος, και αν λυσσά κι αφρίζη
Την τόλμην σου, την τέχνην σου ποτέ την εμποδίζει;
Οξύπτερον, ατρόμητον, θαλασσινόν ιεράκι
Ωκεανούς δεν τρόμαξες, θα φοβηθής αυλάκι;
Στον ναύτην τον αγέρωχον της κραταιάς Αγγλίας
Ωσάν λεκάνη φαίνεται ο κομπαστής Αδρίας.
Ελθέ λοιπόν, ω Πάραλε, 'στόν Δωρικόν Αγκώνα
Στήσε και συ μιαν εποχήν 'στόν τωρινόν αιώνα.
Ο Ουρανός είν' ευμενής, ο Ποσειδών φιλέλλην
Κι' ο μέλλων επιβάτης σου πρώτος Ελλήνων Έλλην. (38)

Ουχ ήττον εν Αγκώνι μένων ο Καποδίστριας και της εκ της αργίας ανίας θέλων να κατισχύση, εφρόντισε περί της εκπαιδεύσεως των εκεί εγκατοίκων και προσφύγων Ελλήνων, ών οι παίδες δεν ετύγχανον της δεούσης μορφώσεως ελλείψει μέσων· διότι, καίπερ οι αυτόθι έμποροι από του 1823 επέβαλλον εαυτοίς, καθώς και οι εν Βενετία και Λειψία και Τεργέστη δικαίωμα της Εκκλησίας 1 0)0 επί των κατά παραγγελίαν αγοροπωλησιών, εν τούτοις, οι πόροι της κοινότητος δεν εξήρκουν διά την συντήρησιν σχολείου. Ο Καποδίστριας όμως συστήσας πενταμελή επιτροπήν, ανέθηκε τω πρεσβυτέρω αυτής Γεωργίω Φραγκιάδη, Χίω πρόσφυγι, την εποπτείαν του σχολείου, χορηγήσας τη επιτροπή 300 δίστηλα και πολλά διδακτικά βιβλία, υποσχεθείς να παρέχη το αυτό ποσόν κατ' έτος, δι' ών διωρίσθησαν διδάσκαλοι ο Λέσβιος Δημ. Βρανάς, ο Ιωσήφ Γκινάκας και ο Ιταλός Δομένικος Ρέκης.

Αλλά και περί της εκκλησίας επιμέλειαν εποιήσατο ο Κυβερνήτης, γράψας εις Βαρλέτταν και ζητών τον εκεί εφημέριον Νεόφυτον Βιάντην, παραιτηθέντος του τέως τοιούτου εν Αγκώνι και περί αποστολής τροφίμων εις Ελλάδα διά του παπικού πλοίου «Νίκη» αξίας 2,550 διστήλων.

Τέλος του αναμενομένου πλοίου καταφθάσαντος, ανεχώρησε τη 26η Δεκεμβρίου εις Μελίτην διά της αγγλικής φρεγάτας «Λύκου» (39), υπό τον πλοίαρχον Χίες, ακολουθούμενος υπό μικράς συνοδείας, ως είπομεν, προσώπων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Κερκυραίος Σταμάτιος Βούλγαρης, λοχαγός του Γαλλικού Επιτελείου, όν προσέλαβεν όπως αναθέση αυτώ διαφόρους υπηρεσίας αναγομένας εις τον οικείον κλάδον. Το πλοίον περιπλέν την νησίδα Σαζένον μεταξύ Οτράντου και Αυλώνος, συνηντήθη μετά δικρότου, όπερ προς μείζονα τιμήν ο Άγγλος ναύαρχος Κόδριγκτον έστειλεν όπως επιβιβασθή ο Κυβερνήτης. Εν μέσω δε της θαλάσσης ο Καποδίστριας από της φρεγάτας μεταβιβασθείς εις το επί του μεσαίου ιστού έχον αναπεπταμένην την Ελληνικήν σημαίαν, δίκροτον «Ουάρσπιτ» (40) υπό τον πλοίαρχον Πάρκερ έφθασεν εις Μελίτην περί τα τέλη του αυτού μηνός (28 Δεκεμβρίου) εν μέσω των κανονιοβολισμών των φρουρίων. Εν Μελίτη έτυχεν επισήμου υποδοχής υπό της Διοικήσεως, ήτις χάρις αυτού απηλευθέρωσεν 100 περίπου Έλληνας, οίτινες ως υπόδικοι πειρατείας κατεκρατούντο προς εκδίκασιν.

Αυτόθι η αγγλική διοίκησις είχε παρασκευάσει αυτώ ανάλογον κατάλυμα, αλλ' ο Καποδίστριας, ευχαριστήσας αυτή προυτίμησε να καταλύση παρά τω Έλληνι εμπόρω Α. Κοντοσταύλω. Παρέμεινεν αυτόθι επί πενθήμερον, καθ' ο εγένετο αντικείμενον πολλών περιποιήσεων και τιμών εκ τε των Άγγλων και των Ελλήνων. Εις τιμήν δ' αυτού απελύθη προσέτι και το Ελληνικόν βρίκιον «Έκτωρ» του εκ Ψαρρών ιδιώτου Νικολάου Γιαννίτση το υπό της αντικυβερνητικής επιτροπής αποσταλέν προς παραλαβήν του Καποδιστρίου, όπερ οι έμποροι ως εθνικόν υπολαβόντας είχον κατάσχει. Τέλος ο κυβερνήτης αναχωρήσας εκ Μελίτης επί του «Ουάρσπιτ» συνοδευομένου και υπό δύο φρεγατών τη 2)14 Ιανουαρίου 1828 εντός πέντε ή έξ ημερών, ως εκ των επικρατουσών τρικυμιών κατέφθασε προ του γενναίου της Πελοποννήσου προμαχώνος, του Ναυπλίου, κωλυθέντος του πλοίου να πλεύση προς την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την Αίγιναν.

Τοιαύτη υπήρξεν, εν ολίγοις, η ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου κατά τον, προ της εκλογής και μετά την εκλογήν αυτού ως κυβερνήτου, μέχρι της μετά εννεάμηνον καθόδου αυτού εις Ελλάδα, μακρόν χρόνον, ήν εν είδει Εισαγωγής ανεγράψαμεν. Ήδη εισερχόμεθα εις την κυρίως ιστορίαν του κυβερνήτου Καποδιστρίου (6 Ιανουαρίου 1828 — 27 Σεπτεμβρίου 1831) μεθ' ήν θέλομεν, ως εν Παραρτήματι, συνεχίσει την ιστορίαν του έθνους ημών, κατά την ολεθρίαν, μετά την δολοφονίαν του Κυβερνήτου, αναρχίαν μέχρι της αφίξεως του πρώτου βασιλέως ημών Όθωνος του Α', ούτινος πέρυσιν εξεδώκαμεν την ιστορίαν, εις ήν παραπέμπομεν τους ημετέρους αναγνώστας, ως συνεχίζουσαν την παρούσαν ιστορίαν.

ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΟΥ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Άφιξις Κυβερνήτου εις Ναύπλιον. — Ελεεινή του Ναυπλίου ιδίως και εν γένει της Ελλάδος κατάστασις. — Εισβολή Στερεοελλαδιτών εις Πελοπόννησον — Απαιτήσεις του Θ. Γρίβα και φόβος των Ναυπλιέων. — Έγκαιρος άφιξις Καποδιστρίου προς πρόληψιν των εμφυλίων σπαραγμών. — Ανακούφισις Ναυπλιέων επί τη αφίξει του Κυβερνήτου. — Αποβίβασις Καποδιστρίου εις Ναύπλιον. — Χαρά του λαού. — Επίσκεψις των κατεχόντων τα φρούρια Ναυπλίου Γρίβα και Στράτου και των άλλων προυχόντων. — Συμφιλίωσις αυτών. — Επιστολαί Καποδιστρίου προς τε τον Γρίβαν, τον Στράτον και τον Κωλέττην. — Αναχώρησις Καποδιστρίου διά την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την Αίγιναν. — Η εν Αιγίνη υποδοχή του Κυβερνήτου. — Πανηγυρικός λόγος Θεοφίλου Καΐρη. — Υποδοχή των Γραμματέων.

Η έκτη Ιανουαρίου του 1828 είναι μεγίστης μνήμης αξία διά τον Ελληνισμόν σύμπαντα· διότι άνευ της αφίξεως του εννεαμήνου, από της εκλογής αυτού, αναμενομένου Μεσσίου του κυβερνήτου Καποδιστρίου, η τύχη της Ελλάδος θα ήτο κατεστραμμένη. Την επαύριον ακριβώς της αφίξεως αυτού, 7 Ιανουαρίου, εσκόπει ο τα φρούρια του Ναυπλίου κατέχων Θ. Γρίβας να λεηλατήση και διαρπάση την πόλιν. Ήτο ημέρα εορτής του «Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου» και ο κόσμος άπας εν εορτασίμω περιβολή περιέμενε την εκ του πλοίου έξοδον του Κυβερνήτου. Άμα τη ημέρα εν μέσω των πυκνών κανονιοβολισμών του τε Αγγλικού «Ουάρσπιτ» χαιρετώντος την εν τω μέσω ιστώ ελληνικήν σημαίαν, του γαλλικού και του ρωσικού πλοίου και του φρουρίου του Ναυπλίου, ο Καποδίστριας απεβιβάσθη εις την ξηράν. Ο λαός σύσσωμος έσπευσεν εις υποδοχήν αυτού εν ευφημίαις και ζητωκραυγαίς κρατών κλάδους ελαίας εις ένδειξιν της επελθούσης ειρήνης. Ο Κυβερνήτης ωδηγήθη εις τον ναόν του Αγίου Γεωργίου και ψαλείσης της επί τη οσία ελεύσει αυτού δοξολογίας ως και υπέρ των τριών ευεργετίδων δυνάμενων, επορεύθη εις τον ευπρεπέστερον του Ναυπλίου οίκον, τον του Εμμανουήλ Ξένου, εν ώ εδέξατο τους θέλοντας να ίδωσιν αυτόν. Ο Γρίβας δεν κατήλθε του Παλαμηδίου αλλ' είς των του Ναυπλίου προυχόντων, ο Σ. Σκούφος αφανισθείς προ του Κυβερνήτου, είπεν αυτώ: «Ότι ο Γρίβας δεν τολμά να εμφανισθή προ της Υ. Εξοχότητος· εν τούτοις είναι εις τας διαταγάς σας· έχετε εις την διάθεσίν σας αυτόν τε και τους υπ' αυτόν. Εάν μοι είναι επιτραμμένον να εκφράσω μίαν ευχήν, παρακαλώ την Υ. Εξοχότητα να ευδοκήση να με καταστήση εντολοδόχον αυτής· διότι κολακεύομαι ότι γινώσκω τον Γρίβαν ειπέρ τις και άλλος κάλλιον».

Ο Κυβερνήτης ηρνήθη την αυτεπάγγελτον του Σ. Σκούφου προσφοράν και απεκρίθη ότι επιθυμεί να ίδη αυτοπροσώπως τον Γρίβαν και συνομιλήση μετ' αυτού άνευ μεσίτου τινός. Ο Γρίβας παρουσιάσθη προς τον Καποδίστριαν ευσεβάστως και εγένετο δεκτός λίαν φιλοστόργως και ενθαρρυντικώς παρά του Κυβερνήτου, εις ού τας χείρας παρέδωκε τας κλεις των φρουρίων, καταληφθέντων αμέσως υπό φρουράς εκ νησιωτών αποτελουμένης. Ομοίως υπεδέξατο τον Στράτον και τον Κωλέττην και πάντας όσοι επεθύμουν να επισκεφθώσιν αυτόν και είτα επεβιβάσθη επί του Ουάρσπιτ, οπόθεν την επαύριον, 8 Ιανουαρίου, έγραψε προς τε τον Γρίβαν και τον Στράτον τάδε: «Δέχομαι ευγνωμόνως την οποίαν μου εδώκατε υπόσχεσιν εκάτερος υμών ου να φυλάξητε την ησυχίαν και ευταξίαν και να αφήσητε ελευθέρους όσους έχετε φυλακισμένους ένεκα της εις Άργος γενομένης ρήξεως». Προς δε τον Ιωάννην Κωλλέττην έγραψεν αυθημερόν τα εξής: «Είσαι ρουμελιώτης και έχεις φιλίαν με τους εμπιστευμένους τα φρούρια ταύτα και την ασφάλειαν των κατοίκων· επειδή θέλεις να παύσωσιν αι αταξίαι και επειδή, ως μοι εξηγήθης, έχεις επιρροήν εις αυτούς τους δύο φρουράρχους, δεν αμφιβάλλω ότι θα συνεργήσης να παύσωσιν αι αταξίαι και να ησυχάσωσιν ασφαλιζόμενοι οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης και επαρχίας ως και των πέριξ επαρχιών».

Ούτω δε συμβιβάσας τα διεστώτα εν Ναυπλίω διά της πατριωτικής αυτού φρονήσεως, ής πρώτον τούτο σημείον κατέδειξεν άμα τη εις Ελλάδα καθόδω ο Κυβερνήτης και του σφοδροτάτου εναντίου ανέμου κοπάσαντος, τη επαύριον 9 Ιανουαρίου επί του αυτού αγγλικού Ουάρσπιτ επιβαίνων και παρακολουθούμενος και υπό πολλών άλλων πλοίων απέπλευσεν εν μέσω των κανονιοβολισμών και επευφημιών του λαού δι' Αίγιναν, καταλιπών εν Ναυπλίω τον Σταμάτιον Βούλγαρην μετά διαταγών να ανακαινίση την πόλιν ερείπια ούσαν, και ένεκα των ανυποφόρων μιασματικών αναθυμιάσεων της ατμοσφαίρας αυτής ακατοίκητον, να θεμελιώση το προάστειον, όπερ και θεμελιωθέν ωνομάσθη Πρόνοια, εις ένδειξιν της ήν επεδείξατο προνοίας να κτίση στρατώνας και οικήματα διά τας πολυαρίθμους πτωχάς οικογενείας, άς ο της Τουρκικής αιχμαλωσίας φόβος και τα δεινά της επαναστάσεων ηνάγκασαν να συγκεντρωθώσιν εν μια μόνον πόλει, εν ή πολλοί απέθνησκον ή εκ πείνης, ή εκ της αναπτυχθείσης κακής ατμοσφαίρας. Ταύτα δε πάντα ο Βούλγαρης κατά γράμμα εκπληρώσας εστάλη μετά ταύτα εις Πάτρας, ίνα και ταύτας ανακαινίση. Τότε δε προς τοις άλλοις εποίησε και το λαμπρότατον σχέδιον της ωραίας πόλεως των Πατρών, επί τη βάσει του οποίου έτι και σήμερον οικοδομείται η νέα δευτερεύουσα του Κράτους πόλις.



Μετά διήμερον πλουν ο Κυβερνήτης κατέπλευσεν εις την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την νήσον του Αιακού Αίγιναν, εν ή, κατά την μαρτυρίαν των συγχρόνων, επέκεινα των 100,000 ψυχών είχον συγκεντρωθή. Το πλοίον ώρμισε περί λύχνων αφάς εν τω ορμίσκω της νήσου· τη επαύριον δε 12 Ιανουαρίου άπαντα τα πολεμικά Ελληνικά σκάφη και η γαλλική φρεγάτα Ήρα εχαιρέτησαν την επί του μεσαίου ιστού του Ουάρσπιτ κυματίζουσαν κυανόλευκον Ελληνικήν σημαίαν.

Τα τρία μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης αυτός εκείνος, όστις μετά τρία έτη έμελλε να απόστειλε εις τον Άδην τον εκλεκτόν της εν Τροιζήνι Γ' Εθνικής συνελεύσεως, ο Ι. Μιλαΐτης και ο Ι. Νάκος, οι γραμματείς του Κράτους, και η Δημογεροντία ανήλθον επί του Αγγλικού πλοίου ίνα προσφέρωσι τω Κυβερνήτη την υποταγήν αυτών.

Περί την 11ην δε της πρωίας ο Καποδίστριας συνοδευόμενος υπό τε του πλοιάρχου του αγγλικού Ουάρσπιτ Πάρκερ, του Γαλλικής Ήρας Λεβλάν και του της ρωσικής «Ελένης» Πέτροβιτς, άνευ ουδενός στρατιωτικού ακολούθου (41), απεβιβάσθη εν μέσω κανονιοβολισμών εις Αίγιναν επί λέμβου Ελληνικού πολεμικού πλοίου, φέροντος την δίχρουν Ελληνικήν σημαίαν. Άμα τη αποβιβάσει εγένετο δεκτός υπό της Βουλής και του απανταχόθεν της νήσου προσδραμόντος πλήθους εν ευφημίαις και ζητωκραυγαίς μέχρι του καθεδρικού ναού της Παναγίας (Βουλευτηρίου) ένθα, ψαλείσης επισήμου δοξολογίας επί τη αισία αφίξει του αναμενομένου Μεσσίου της αναγεννωμένης Ελλάδος, ο διάσημος της εποχής ιεροκήρυξ Θεόφιλος Καΐρης εξ υπογύου εξεφώνησε τόν δε τον πολυσήμαντον και ρητορικώτατον πανηγυρικόν:

«Ουκ άρξω εγώ, ουκ άρξει ο υιός μου εν υμίν,
Κύριος άρξει υμών, Κύριος κυβερνήσει υμάς».
                          (Κριτών Κεφάλαιον ΙΓ', 23).

«Εις τοιαύτην λαμπράν και επίσημον ημέραν, Κυβερνήτα της Ελλάδος, κατά την οποίαν σε υπήντησε και σε υπεδέχθη η πατρίς, εν τω μέσω ανεκφράστου χαράς και αγαλλιάσεως, εις τοιαύτην λαού των Ελλήνων ομήγυριν, εν ώ υψώνει φωνήν ευχαριστήριον προς τον Ύψιστον διά την τόσην επιθυμητήν και ευκταίαν έλευσίν σου, ποίαν αγγελίαν πλέον χαροποιάν ηδύνατο τις να φέρη εις το μέσον εκ μέρους σου, σύμφωνον τω όντι με τα φρονήματα της ψυχής σου, με τα συναισθήματα της καρδίας σου, με τας εγκαρδίους ευχάς όλων των αληθινών τέκνων της Ελλάδος και με τας μεγάλας ελπίδας, τας οποίας έχουσιν εις σε! Τι άλλο ηδύνατο να αναγγείλη πλέον χαρμόσυνον, κατάλληλον μάλιστα εις τας παρούσας της πατρίδος περιστάσεις, και εχέγγυον της διά σου ελπιζομένης ευτυχίας της, παρ' ό,τι αρχηγός λαού ελευθέρου, ελευθέρως εκλεχθείς υπ' αυτού, και υπέσχετο προς αυτόν τον ίδιον και επροσπάθησε να φέρη εις έκβασιν!

» Ακούσατε λοιπόν, λειτουργοί του Υψίστου , ακούσατε, σεβάσμιε Πρόεδρε και Βουλευταί, ακούσατε, πολιτικοί, στρατιωτικοί, όλος ο λαός της Ελλάδος, ακούσατε: «Κύριος άρξει υμών Κύριος κυβερνήσει υμάς». Δεν θέλουσιν εξουσιάσει εις το εξής πλέον ολέθρια πάθη, όχι χαμερπείς ιδιοτέλειαι, όχι ραδιουργίαι, όχι οικείος, εάν δεν είναι άξιος, όχι συγγενής, εάν είναι ανεπιτήδειος, όχι φίλος του Κυβερνήτου, εάν δεν έχη ικανότητα, αλλ' η ιερά δικαιοσύνη και οι αιώνιοι και αμετάβλητοι νόμοι του Θεού, οι προς κυβέρνησιν ελευθέρου ανθρώπου διορισθέντες, θέλουσι κυβερνά.

»Το συμφέρον της πατρίδος, η ευνομία της, η ευτυχία της, η δόξα της, ο θρίαμβος της θέλουσι διευθύνει και τον νουν και την καρδίαν και τους σκοπούς και τους λόγους και τας πράξεις του Κυβερνήτου: «Κύριος άρξει υμών Κύριος κυβερνήσει υμάς».

» Όσοι είδετε την γην της γεννήσεώς σας πυρποληθείσαν και καταστραφείσαν, τους γεννήτορας σφαγέντας έμπροσθέν σας, τα φίλτατά σας από τας αγκάλας σας αρπαγέντα και αιχμαλωτισθέντα, όσοι εγείνατε θύματα της παρανομίας και της αναρχίας των ιδίων αδελφών σας, ακούσατε και χαίρετε. Χαίρετε, διότι παύουσιν εις το εξής τα δεινά μας· διότι θέλομεν ιδεί την δικαιοσύνην ισχύουσαν, τους νόμους ενεργουμένους, την κακίαν τιμωρουμένην, την αρετήν βραβευομένην και ευδαιμονούσαν εις τα έσω, τροπαιούχον και θριαμβεύουσαν εις τα έξω· την πίστιν όχι πενθούσαν αλλά λαμπροφορούσαν και χαίρουσαν.

»Χαίρε και συ Κυβερνήτα της Ελλάδος· διότι μετά τοσούτον πολυχρόνιον αποδημίαν επιστρέφεις εις την κοινήν πατρίδα, την βλέπεις, την χαιρετάς όχι πλέον δούλην και στενάζουσαν υπό τον ζυγόν, αλλ' ελευθέραν, αλλά δεχομένην σέ κυβερνήτην και περιμένουσαν να σε ίδη να οδηγήσης τα τέκνα της εις την αληθινήν ευδαιμονίαν και εις την αληθινήν δόξαν. Ζήθι! αλλ' έχων ιερόν έμβλημα: «ο Θεός και η Δικαιοσύνη κυβερνήσουσι την Ελλάδα». Ζήθι! αλλά κυβερνών ούτως, ώστε να αισθανθή η πατρίς, να καταλάβωμεν και ημείς, να επαναλάβη η αδέκαστος ιστορία, να αντηχήσωσιν όλοι οι αιώνες ότι ου συ, ουδέ ο υιός σου, ουδέ ο οικείος σου, ουδέ ο φίλος σου, ουδέ πνεύμα φατρίας, αλλ' αληθώς αυτός ο νόμος του Θεού, αυτό το δίκαιον, αυτοί της Ελλάδος οι θεσμοί κυβερνήσουσι την Ελλάδα διά σου.

Και τω όντι, εάν οποιονδήποτε έθνος διά να υπάρχη ελεύθερον, διά να συντηρήται κραταιούμενον, διά να ευτυχή βελτιούμενον είναι ανάγκη να κυβερνάται διά μόνων των νόμων, τους οποίους ο θεός διέταξεν ως κανόνας ελευθέρας ελευθέρου λαού κυβερνήσεως, πολύ μεγαλειτέραν ανάγκην έχει σήμερον η Ελλάς να διευθύνηται υπό μόνων των τοιούτων νόμων διά σου.

»Αλλ', ω σεβάσμιε Πρόεδρε και βουλευταί, ω ευτυχή της Ελλάδος λαέ! τι άρα γε δύναται να δικαιώση την τοσαύτην χαράν μας | Τι να υποστηρίξη τας ελπίδας μας! τι να μας παραστήση τον άνδρα, εις τον οποίον η πατρίς επιστεύθη την υποστήριξιν και ενέργειαν των νόμων της! Τι να μας δείξη την επιρροήν, την οποίαν θέλει μεταχειρισθή προς εκτέλεσιν όλων όσα και εις την γενικήν και εις την μερικήν ενός εκάστου ευδαιμονίαν συντείνουσιν!

»Η πολιτική σύνεσίς του και εμπειρία, ο λαμπρός δρόμος, τον οποίον εις τον πολιτικόν κόσμον διέτρεξεν, ο υψηλός βαθμός τον οποίον εις ένα των δυνατωτέρων θρόνων της οικουμένης είχε και τον οποίον διά την πατρίδα παρέβλεψεν, η προς αυτήν αγάπη και αφοσίωσίς του μας βεβαιόνουσι τα πρώτα· το δε τελευταίον μας πιστοποιούσι και άλλα μεν πολλά, και μάλιστα δε όσα εις την εν Τροιζήνι συνέλευσιν συνέβησαν.

»Τίποτε αληθώς δεν ημπορεί να παραστήση λαμπρότερον την προς αυτόν όλου του έθνους μεγάλην και υπόληψιν και πεποίθησιν, παρά το αξιομνημόνευτον εκείνο ψήφισμα, διά του οποίου ομοφώνως εκλήθη Κυβερνήτης της Ελλάδος.

»Όσοι ευρέθητε εις την Εθνικήν εκείνην συνέλευσιν, ενθυμείσθε ακόμη ποια άγρια πάθη ηγέρθησαν διά να καταστρέψωσιν ό,τι η μανία των τυράννων ή παρέβλεψεν ή δεν ηδυνήθη να αφανίση. Ποία φλοξ διχονοιών εξήφθη διά να κατακαύση όσα το εχθρικόν πυρ δεν ημπόρεσε να καταφλέξη· πώς ο Έλλην κατά του Έλληνος, ο συγγενής κατά του συγγενούς, ο αδελφός κατά του αδελφού καθωπλίζετο και ο άσπλαχνος και αδυσώπητος εμφύλιος πόλεμος ητοιμάζετο να καταφέρη εις την πνέουσαν τα λοίσθια πατρίδα πληγήν. Τότε μόλις το όνομα προφέρεται του Καποδίστρια και όλα καταπραΰνονται· η ορμή των αγρίων παθών κατέπαυσε και τα ολέθρια των διχονοιών αποτελέσματα ημποδίσθησαν. Φέρετε ακόμη κατά νουν πόσην χαράν επροξένησεν η εκλογή του, με ποίαν αγαλλίασιν την εδέχθησαν οι εκεί ευρεθέντες, πόσην ταχύτητα διεδόθη εις όλον το έθνος και ποίας ελπίδα του ενέπνευσεν.

»Αλλ' αν, ω κυβερνήτα της Ελλάδος, αι λαμπρότεραι στιγμαί της εις αυτήν πολιτικής ζωής σου εφάνησαν από την εν Τροιζήνι Συνέλευσιν, το μεγαλείτερον όμως του βίου σου κατόρθωμα αρχίζει από την σήμερον και μέλλει ακόμη να κατορθωθή.

»Και είναι η κατάπαυσις των διχονοιών, η διάλυσις των φατριών, η ορθή, η δικαία, και μη ψευδομένη το όνομα κυβέρνησις της Ελλάδος, η αναγέννησις ανθρώπων, η ανάπλασις αληθινών Ελλήνων. Κατόρθωμα, τω όντι, όσον δύσκολον, όσον εργώδες, όσον μέγα, αλλά τόσον περιφανές, λαμπρόν, ένδοξον. Διά να επιτύχης δε τον υψηλόν τούτον και μόνον σκοπόν, άκουσον την αλήθειαν και από άνθρωπον, όστις δεν έχει καμμίαν πρόφασιν να σε είπη ψεύδος.

»Αφού αποβλέψης πρώτον εις εκείνον, όστις κυβερνά τα σύμπαντα, αφού στοχασθής όσα η μετ' επιμελείας έρευνα του και της καρδίας του ανθρώπου, και μάλιστα του Έλληνος, όσα η ακριβή παρατήρησις της ιστορίας των ελευθέρων εθνών, η αρχή, η πρόοδος, η ακμή και παρακμή των, τα αίτια της επιτυχίας ή αποτυχίας των, της δόξης ή αδοξίας των, της κακοδαιμονίας ή ευδαιμονίας των, όσα τέλος αι βαθείαι πολιτικαί σου γνώσεις σε υπαγορεύουσιν, αφού συλλογισθής όλα τα αναγκαία μέσα, τα οποία πρέπει να βάλης εις πράξιν διά την καλήν έκβασιν του μεγάλου αυτού εγχειρήματος, ενθυμού προσέτι, ότι αν στρέψης ολίγον μόνον τους οφθαλμούς προς το μέρος τούτο, βλέπεις την γην του Σόλωνος και του Αριστείδου· εάν προς εκείνο, την γη του Λυκούργου και του Λεωνίδα· ότι ευρίσκεσαι εις το μέρος εκείνο της Ελλάδος, όπου ηφανίσθησαν όλαι του μεγαλειτέρου τυράννου του κόσμου αι δυνάμεις, ετάφησαν όλαι της τυραννίας αι ελπίδες και εστερεώθη η φαεινή, η λαμπρά της ελευθερίας κρηπίς, εις την οποίαν όποιον έθνος θέλει αναβαίνει και μένει ελεύθερον· ότι το έδαφος το οποίον πατείς, είναι ερείπια επισήμου και ελευθέρας πόλεως της Ελλάδος· αυτή την οποίαν τώρα βλέπεις, ανηγέρθη παραδόξως από την τέφραν τόσων υπέρ της ελευθερίας πυρποληθεισών πόλεων· ο λαός όστις σε περικυκλόνει έμεινεν άπολις και άοικος δι' αυτήν.

»Ενθυμού, ότι έμπροσθεν του Θεού, όλων των ανθρώπων όλων των αιώνων, αυτής της συνειδήσεώς σου, ανεδέχθης να κυβερνήσης τους αδελφούς σου, το έθνος σου, έθνος τα οποίον πρώτον εδίδαξε τους ανθρώπους ότι έχουσι δικαιώματα και πρώτον έδειξεν εις αυτούς ότι είναι δυνατόν να ζώσιν ελεύθεροι και ευτυχείς, το οποίον εις τον καιρόν της ελευθέρας κυβερνήσεώς του εγέννησε τους μεγαλειτέρους άνδρας όλου του κόσμου και το οποίον όλας τας δυστυχίας και τας συμφοράς ημπορεί να υποφέρη, όχι όμως και να μένη διά παντός δεδουλωμένον.

»Φέρε πάντοτε κατά νουν, ότι προ ολίγων ήδη ετών συνέτριψε τας αλύσεις με τας οποίας ήτο δεμένον και ετίναξε τον βαρύτερον της δουλείας ζυγόν, ότι απεφάσισεν ή να ζήση αυτόνομον και ανεξάρτητον, ή να ταφή υπό τα ερείπια της επισημοτέρας διά την ελευθερίαν γης του κόσμου, ότι διά να την αναλάβη πάλιν, είδε τους ιερείς της ιεράς θρησκείας του κρεμαμένους και συρομένους εις την γην ως καταδίκους, την Σμύρνην, πολλαί της Ασίας, της Ευρώπης και τας των περί αυτάς νήσων χώρας, βαμμένας με το αίμα των τέκνων του, τας Κυδωνίας, πρώτην των ελληνίδων πόλεων, θύμα γενομένην της μανίας των τυράννων, πυρποληθείσας και καταστραφείσας. Από την Θράκην έως την Ήπειρον, και από την Ήπειρον έως εις το έσχατον της Πελοποννήσου ακρωτήριον, τας επισημοτέρας πόλεις και κωμοπόλεις κατηδαφισμένας και ηρημωμένας, ότι με όλας τας ταλαιπωρίας, με όλας τας ελλείψεις και τας πολυειδείς εναντιώσεις, με όλην την φρίκην, την οποίαν εμπνέουσιν αι τρομεραί σκηναί των πυρπολήσεων, των αναστατώσεων, του ανδραποδισμού, των σφαγών, εθριάμβευσε και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν· και διά την ανδρίαν του στρατιωτικού και ναυτικού του, έσεισεν εκ θεμελίων τον θρόνον του Σουλτάνου, και το θαυμασιώτερον, ότι εν τω μέσω των φλογών και της συγκρούσεως των παθών, εσυλλογίσθη και ηδυνήθη να συντάξη πολιτικόν Σύνταγμα, κατά το οποίον ηθέλησε να πολιτεύηται και το οποίον με το αίμα του απεφάσισε να υπερασπίζηται.

»Μη λησμονήσης ποτέ, ότι έπειτα το ψεύδος, η διαβολή, αι συκοφαντίαι, η ύπουλος και ραδιούργος αντενέργεια, αι κατά χάριν και κατά βίαν γενόμεναι εκλογαί, η παράβασις αυτού του ιδίου συντάγματος, οι εμφύλιοι πόλεμοι μας έκαμαν να θρηνήσωμεν διά την Χίον, να κλαύσωμεν διά την Κρήτην, διά την Κάσσον, διά τα Ψαρρά, διά το Νεόκαστρον, να στενάζωμεν ακόμη πικρά διά το Μεσολόγγι και διά τας Αθήνας, να χύνωμεν δάκρυα δι' όσα εις την Στερεάν Ελλάδα και εις την Πελοπόννησον συνέβησαν και συμβαίνουσι κακά, βλέπομεν εκ του ενός μέρους τον Αιγύπτιον και εκ του άλλου τους Τούρκους, περιφερομένους, πυρπολούντας, αιχμαλωτίζοντας, σφάζοντας και το χειρότερον και το πολλής λύπης και αθυμίας και πολλών δακρύων άξιον ως να επρόκειτο αγών όχι της ελευθερίας και της σωτηρίας της πατρίδος, όχι της δόξης, αλλά της αρπαγής, της καταδυναστείας των ιδίων αδελφών μας, να βλέπωμεν εν ταυτώ αυτούς εκείνους εις των οποίων την δύναμιν και επιρροήν και σύνεσιν είχομεν τας ελπίδας μας, συνεριζομένους τις τίνα να υποσκελίση, τις τίνα να καταβάλη και να αφανίση· αυτούς εκείνους εις των οποίων τον βραχίονα και την ανδρίαν ηλπίζομεν· φιλοτιμουμένους τις τίνα να υπερβή κατά την κακουργίαν και κατά την εις τους νόμους απείθειαν, τας δε συμφοράς της πατρίδος να κορυφωθώσι τόσον και τας πληγάς της να γίνωσι τόσον αφόρητοι και η δόξα και η τιμή και η λαμπρότης του υπέρ πάντας τους υπέρ ελευθερίας αγώνας ιερωτέρου και δικαιοτέρου αγώνος μας, να αμαυρωθή τόσον, ώστε ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος εις σέ μόνον να αποβλέπη και σέ από ημέρας εις ημέραν και από στιγμής εις στιγμήν να περιμένη διά να φθάση, να παύσης τα δεινά του, να θεραπεύσης τας πληγάς του, να το εκβάλης από το χάος της αναρχίας και ακοσμίας, διά του οποίου περιεκαλύφθη και να το αναδείξης ευνομούμενον, λαμπρόν και περίδοξον.

»Έχε λοιπόν πάντοτε προ οφθαλμών ότι όσον αι συμφοραί του είναι δειναί, αι πληγαί του δυσίατοι, ο κίνδυνος προφανής, όσον η διά την εκλογήν σου χαρά μας, η διά την έλευσίν σου αγαλλίασίς μας, αι εις σέ ελπίδες μας υπάρχουσι μεγάλαι, τόσον μεγαλειτέρας και προσοχής και προφυλακής είναι χρεία, μην εύρη χώραν εις την ψυχήν, εις την καρδίαν σου, εις τας πράξεις σου, εις τας εκλογάς τας οποίας μέλλεις να κάμης των διαφόρων υπουργών σου, καμμία από τας ολεθρίας εκείνας αφορμάς διά τας οποίας εκινδύνευον να ματαιωθώσι βέβαια όλαι αι θυσίαι, όλοι οι αγώνες, όλα τα αίματα, τα οποία εχύθησαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους μας, εάν μεγάλαι και σεβασταί δυνάμεις δεν το ευσπλαγχνίζοντο και δεν το ελάμβανον υπό την ιδίαν προστασίαν και υπεράσπισιν.

»Μη συγχωρήσης εις κανένα να πράξη μηδέ το παραμικρόν όσα έκαμαν να κινδυνεύη να σπαραχθή η Ελλάς και εν τω των υπέρ αυτής θριάμβων αυτών των σεβαστών μεγάλων δυνάμεων.

»Ενθυμού τελευταίον, ότι η Ευρώπη, όλος ο κόσμος, όλοι οι φίλοι της δικαιοσύνης, της ανθρωπότητος, αυτή εκείνη η Ελλάς διευθύνουσιν εις σε τα όμματα, ως εις το ωραιότερον, το λαμπρότερον και ενδοξότερον στάδιον κατά της βαρβαρότητος της ανομίας πρωταγωνιζόμενον.

»Εάν ταύτα και τα τοιαύτα ενθυμούμενος κατορθώσης, ώστε να παύσωσιν αι διχόνοιαι, να διαλυθώσιν αι φατρίαι, να ενεργώνται και να ισχύωσιν οι νόμοι, να ασφαλισθή εκάστου η ζωή, η τιμή, η ιδιοκτησία· εάν εμπνεύσης την ομόνοιαν, την συμφωνίαν και την προς την πατρίδα αγάπην· εάν οδηγήσης τους πολιτικούς της εις τα αληθινά αυτής συμφέροντα και τους πολεμικούς της εις την αληθινήν αυτής δόξαν· εάν κάμης ώστε να ευδαιμονή εσωτερικώς ευνομουμένη και να θριαμβεύσωσι τα όπλα κατά του ασπόνδου εχθρού της, να μένη ασάλευτος και ακλόνητος η ανεξαρτησία της, άθικτος η αυτονομία της, ω, ποία δόξα τότε!, αλλά τότε και μόνον σε περιμένει, ποίοι στέφανοι σου ετοιμάζονται! ποίοι αιώνες θέλουσι παραλάβει το όνομά σου!

»Εάν άνθρωπος δεν ανεδέχθη ακόμη κυβέρνησιν έθνους με οποίας και εις οποίας περιστάσεις αναδέχεσαι συ την κυβέρνησιν του Έθνους σου, ήξευρε ότι και άνθρωπος δεν εδοξάσθη ακόμη, ως συ μέλλεις να δοξασθής, εάν κατορθώσης το μέγα τούτο κατόρθωμα . . . .

»Αλλ, ω κυβερνήτα του παντός! σε από το βάθος της καρδίας επικαλούμεθα! διαφύλαξε τον κυβερνητών ημών καθαρόν από το ολέθριον των φατριών, μίασμα! φώτισέ τον να μάθη όλας τας αληθινάς των μεγάλων δυστυχιών και συμφορών μας αιτίας και να τας εξαλείψη· να γνωρίση όλας τας πληγάς μας και να τας θεραπεύση· να μη απατάται από τους λόγους μηδέ από το φαινόμενον, αλλά να ερευνά και τους σκοπούς και τα έργα και την ικανότητα όλων εκείνων, εις τους οποίους μέλλει να εμπιστευθή τα ιερά της πατρίδος υπουργήματα, ενίσχυέ τον να βάλη εις πράξιν όλα όσα εις την ευνομίαν και αληθινήν αυτής ευδαιμονίαν συντείνουσιν. Αξίωσε δε και ημάς να ίδωμεν τελευταίον τας τόσον επιθυμητάς και ευκταίας ημέρας της δικαίας και αληθινής κυβερνήσεως, την πατρίδα αληθώς ελευθέραν, αυτόνομον ανεξάρτητον και να καυχώμεθα ότι ουχί πάθος χαμερπές, ουδ' ιδιοτέλεια, ουδέ πνεύμα φατρίας, αλλ' αυτό το δίκαιον, αυτό της Ελλάδος το πολιτικόν Σύνταγμα, αυτός συ κυβερνάς την Ελλάδα διά του αυτής Κυβερνήτου. Γένοιτο» (42).

Τοιούτος τις ήτο ο πανηγυρικός λόγος του διασήμου της εποχής φιλοσόφου Θεοφίλου Καΐρου και τοιαύτην εντύπωσιν ενεποίησε τώ τε κυβερνήτη, τοις πολιτικοίς και τοις λοιποίς κλησιαζομένοις Έλλησιν, ώστε οι πάντες εν συγκινήσει προήρχοντο εκ του ναού υπό την ζωηράν επιρροήν του λόγου διατελούντες.

Μετά την εκφώνησιν του λαμπρού και φιλοσοφικού τουτού όντως λόγου του Καΐρου, ο Καποδίστριας εξήλθε του ιερού ναού συνοδευόμενος υπό της αυτής ακολουθίας και σύμπαντος σχεδόν του Αιγιναίου λαού μέχρι της προς κατοικίαν αυτού ορισθείσης μικράς οικίας της μόλις τότε ηρξαμένης οικοδομείσθαι πόλεως της Αιγίνης.

Ο Καποδίστριας ηθέλησεν ίνα η τελετή γίνη ως απλουστάτη. «Πάσα πομπή, είπε, συνεπαγομένη δαπάνας είναι ασυμβίβαστος προς την δυστυχή κατάστασιν της Πατρίδος. Αν δυνάμεθα να διαθέσωμεν χρήματά τινα, έχομεν πολλάς πληγάς να επουλώσωμεν». Εκ του προοιμίου τούτου φανερά γίνεται η κατάστασις του Κράτους, όπερ ανελάμβανε να συντάξη. Επτά έτη πολέμου και εσωτερικής ανωμαλίας κατέλιπον την Ελλάδα έρμαιον τριακοντακισχιλίων περίπου στρατιωτών διεσπαρμένων και είκοσι σχεδόν χιλιάδων ναυτών άνευ εργασίας. Τα οικονομικά ήσαν κατεστραμμένα. Στερεά και Πελοπόννησος ουδεμίαν παρείχον πρόσοδον· ό,τι δε ηδύνατο το Κράτος να συναγάγη εν τω Αιγαίω είχεν εκ των προτέρων καταναλωθή προς εκτέλεσιν σχεδίων ήκιστα συναρμοζομένων προς τα γενικά συμφέροντα της Ελλάδος. «Ο λαός, έγραφεν ο Καποδίστριας τω ναυάρχω Δε Ρινύ, υφίσταται τα πάνδεινα· ο στρατιώτης, χωρίς να μάχηται, κατατρώγει τα προς το ζην αναγκαία αυτώ· ο ναύτης καταθλίβει αυτόν διά των συνεπειών πειρατείας. Μεγάλη ευθύνη βαρύνει, επ' εμέ, και κατά τοσούτον βαρυτέρα, καθ' όσον εκουσίως ανέλαβον αυτήν. Όσω και αν είναι απεριόοιστος η εμπιστοσύνη δι' ής με τιμά το έθνος, η δοκιμή ήν επιχειρώ, δεν δύναται ν' αχθή εις πέρας, εάν δεν ευρεθώ ταχέως εις θέσιν να πληρώνω τακτικώς τον στρατόν και το ναυτικόν, και παράσχω μέσα τινά εις τον καταλιπόντα τας εστίας αυτού λαόν, όπως επαναγάγω ούτω τον γεωργόν εις τα μόνα έργα, άπερ δύνανται να παράσχωσι βάσιν εις πραγματικόν κοινωνικόν οργανισμόν».

Τοιαύτη ήτο η απαίτησις του Κυβερνήτου, όπως η τελετή γίνη απλουστάτη, αλλ' ο λαός, ο ενθουσιώδης λαός επέδειξε και αύθις τα καταφλέγοντα αυτόν αισθήματα υπέρ του πρώτου της αναγεννωμένης Πατρίδος Κυβερνήτου.

Της μέχρις αποθεώσεως ταύτης υποδοχής αποπερατωθείσης και των πάντων εις τα ίδια απελθόντων και μόνων των γραμματέων (υπουργών) της Κυβερνήσεως απομεινάντων παρ' αυτώ, ο Καποδίστριας και εξ όσων είδεν εν Ναυπλίω έκρινεν αμέσως περί της οικτράς καταστάσεως εν ή ευρίσκετο η Ελλάς, και περί ής διεβεβαίωσαν αυτόν οι γραμματείς.

Και ο μεν γραμματεύς του τμήματος των Εσωτερικών και της Αστυνομίας Α. Λόντος είπε προς αυτόν: «Εξοχώτατε, το Κράτος δεν είναι άλλο ειμή η Αίγινα, ο Πόρος, η Σαλαμίς, η Ελευσίς και τα Μέγαρα. Έχομεν ακόμη καί τινας νήσους εις το Αρχιπέλαγος, αλλ' εις μικράς σχέσεις μεθ' ημών ευρίσκονται οι εκεί Νομάρχαι· διότι οι Ολυμπιείς και οι πειραταί έγιναν πραγματικοί δεσπόται αυτών των νήσων».



Ο Γραμματεύς του τμήματος των Οικονομικών, Π. Ν. Λοιδωρίκης: «Εξοχώτατε, όχι μόνον χρήματα δεν υπάρχουσιν εις το ταμείον, αλλ' ούτε ταμείον είναι· ουδέποτε υπήρξεν. Η οικονομική διαχείρισις δεν συνίσταται παρά μόνον εις κονδύλια απλά. Μη θαυμάση η Υψηλότης Σας, εάν εις τα βιβλία μου δεν είναι όλα γεγραμμένα. Πολλά πράγματα έγιναν εν καλή τη πίστει, άλλως τε και αι περιστάσεις εμπόδισαν να βάλη τις εις τάξιν τα κατάστιχα. Πρέπει να προσθέσω, ότι ηναγκάσθημεν να προπωλήσωμεν την δεκάτην εις το Αρχιπέλαγος προ του έτους. Τα μέλη του Νομοθετικού Σώματος ήθελον τους μισθούς των, αλλ' ημείς δεν είχομεν άλλο μέσον διά να τους πληρώσωμεν. Επί τέλους, το λέγω με εντροπήν, δεν ήμην εις θέσιν να πληρώσω εις τους κτίστας και τους ξυλουργούς, τα έξοδα των επισκευών, αίτινες έγιναν εις το οίκημα το οποίον κατέχει η Υψηλότης Σας και παρακαλώ αυτήν να λάβη οίκτον περί των ανθρώπων τούτων, οίτινες απαιτούσι τα ημερομίσθιά των.

Ο δε γραμματεύς των στρατιωτικών Α. Βλαχόπουλος: «Δεν έχομεν στρατόν, είπεν, ουδέ πολεμεφόδια· διότι το Ναύπλιον και ο Ναύσταθμος ευρίσκονται εις τας χείρας του Γρίβα. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να είπω προς την Υ. Εξοχότητα, όσον αφορά το υπουργείον, όπερ εγώ διευθύνω».



Η προφορική έκθεσις του γραματέως των Ναυτικών και των Εξωτερικών Γ. Γλαράκη, υπήρξε λακωνικωτέρα: «Η φρεγάτα «Ελλάς» ευρίσκεται εν Πόρω καθώς και η κορβέττα «Ύδρα» αμφότεραι άνευ εξαρτημάτων».

Ο γραμματεύς της Δικαιοσύνης Μ. Σούτσος ουδέν είχε να είπη· διότι δεν υφίσταντο ούτε δικαστήρια ούτε δικασταί.

Ως προς δε τον επί των Εξωτερικών γραμματέα Γ. Γλαράκην το μόνον έγγραφον όπερ ηδυνήθη να διασώση εν τοις αρχείοις αυτού, ήτο η επιστολή των Ναυάρχων (43).

Τοιαύτη ήτο η κατάστασις, εν ή ευρίσκετο η Ελλάς και τοιούτον το χάος εξ ού έμελλε να εξαγάγη αυτήν η ισχυρά χειρ του Καποδιστρίου.

Αυθημερόν τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής έσπευσαν να υποβάλωσι την οικείαν παραίτησιν συμφώνως τω άρθρω 5 του ΣΤ' ψηφίσματος της Γ' εν Τροιζήνι συνελεύσεως λέγοντι: «Διορίζεται τριμελής επιτροπή γνωριζομένη υπό το όνομα Αντικυβερνητική Επιτροπή, διά να κυβερνήση την Ελλάδα εν απουσία του και θέλει παύσει άμα φθάση ο κυβερνήτης εις την Πατρίδα», διά διακηρύξεως αυτών προς το Πανελλήνιον, εν ή λέγουσιν ότι χαίρουσιν ότι παραδίδουσι τας ηνίας της Κυβερνήσεως εις χείρας ανδρός σεβαστού, εμπείρου και μόνου δυναμένου να φέρη το Έθνος εις την απόλαυσιν των αγαθών της διά τοσούτων αιμάτων κτηθείσης ελευθερίας, αλλ' ο Καποδίστριας ανέβαλε την παραδοχήν της παραιτήσεως μέχρι της εκδόσεως Ψηφίσματος υπό της Βουλής, τροποποιούντος κατά τι το Σύνταγμα εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως.

Και όντως ο Καποδίστριας κατελθών εις Ελλάδα εύρεν ισχύον το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» (Μάιος 1827),όπερ συνέταξεν η Γ' εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις εις αντικατάστασιν του «Νόμου της Επιδαύρου» (Απρίλιος 1823). Και κατά μεν τον Νόμον της Επιδαύρου, όσον αφορά τον τρόπον του προσδιορισμού του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού εισήχθη η καθολική ψηφοφορία διά την εκλογήν του βουλευτικού, αλλά κατά σύστημα εκλογής εμμέσου, συνεστήθη τουτέστιν εκλογή εκλεκτόρων· κατ' επαρχίας, οίτινες συνερχόμενοι επί το αυτό εξέλεγον του Βουλευτικού τα μέλη. Όσον αφορά το Εκτελεστικόν και πάλιν εις υπερίσχυσιν της δημοτικής ιδέας εν τω πολιτεύματι τούτω, ο Νόμος της Επιδαύρου προσδιώριζε την εκλογήν αυτών, ουχί αμέσως υπό του λαού, αλλ' από της θελήσεως του Βουλευτικού.

Ο Νόμος της Επιδαύρου εκράτησεν ως πολίτευμα τύπου τουλάχιστον, μέχρι του 1827. Η ιστορία διδάσκει ημάς ότι η περίοδος αύτη από του 1823 — 1827, βρίθει εμφυλίων σπαραγμών και στάσεων, επομένως το πολίτευμα τούτο δεν ηδύνατο να λειτουργήση απροσκόπτως ούτε επί τη βάσει των κανόνων αυτού. Το τοιούτο δε φαίνεται, ότι εδημιούργησε την ιδέαν της αναγκαίας ελαττώσεως της δημοκρατικής Αρχής εν τω πολιτεύματι και της δημιουργίας εν αυτώ παράγοντος, έστω και επικουρικού μόνον, μοναρχικού. Εντεύθεν κατεδείχθη η ανάγκη νέας Συντακτικής Συνελεύσεως, ήτις συνελθούσα εν Τροιζήνι, εψήφισεν, όπως αντί του εκτελεστικού του εκ της εκλογής του βουλευτικού πηγάζοντος, εκλέγηται έν μόνον φυσικόν πρόσωπον υπό το όνομα του «Κυβερνήτου», είς άνθρωπος, επί επτά έτη, και ως τοιούτον εξέλεξε, διά την πρώτην επταετίαν, τον απόντα τότε εν Ελβετία αοίδημον (44) Ιωάννην Καποδίστριαν.

Ήτο επόμενον, ότι δημιουργουμένου εν τω πολιτεύματι του μοναρχικού παράγοντος, εχρειάζετο ολοκλήρου του πολιτεύματος πλέον η τροποποίησις, όπως συναρμολογηθώσιν αι δημοκρατικαί του πολιτεύματος διατάξεις προς την ιδέαν του μοναρχικού παράγοντος, έστω και επικουρικώς ενεργούντος. Επελήφθη λοιπόν η Συντακτική της Τροιζήνος Συνέλευσις της συντάξεως τοιούτου πολιτεύματος, και συνέταξε τοιούτον, όπερ περιέλαβεν εν εννέα κεφαλαίοις υπό τον τίτλον: Πολιτικόν Σύνταγμα Ελλάδος».

Το πρώτον των κεφαλαίων αφεώρα τα θρησκευτικά, και περιελάμβανεν ως και το προσωρινόν πολίτευμα και ο Νόμος της Επιδαύρου την επικρατούσαν ορθόδοξον Εκκλησίαν και ανεξιθρησκείαν, την ανοχήν τουτέστι παντός άλλου δόγματος.

Το πρώτον άρθρον, όπερ απαντά εν παντί ελληνικώ πολιτεύματι, εκ των προ και μετά την επανάστασιν γενομένων, είναι το περί θρησκείας. Η θρησκεία μία των αιτιών, δι' ήν εμάχοντο τότε, αδελφή της ελευθερίας και του Ελληνισμού, ήτο η μόνη παρηγορία εις τον απεγνωσμένος μαχόμενον λαόν, και προς ταύτην ητένιζον, επικαλούμενοι την εξ ύψους βοήθειαν. Η θρησκεία, ήτις σήμερον υπό τινων μεν αγνοείται και παραγνωρίζεται υπ' άλλων δε καταφρονείται ως αναξία πεπολιτισμένων ανθρώπων, η θρησκεία ήτις επί τοσούτους αιώνας δουλείας, παλαίουσα κατά βαρβάρων και φανατικών λαών, διετήρησε τον εθνισμόν ημών και παρεσκεύασε την μεγάλην του 1821 επανάστασιν και προς ήν έτι οφείλομεν, αν μη τι άλλο, ευγνωμοσύνην τουλάχιστον, η θρησκεία ευλόγως εθεωρείτο ως η κρηπίς παντός ελληνικού, ως ο θερμός εκείνος χιτών, εντός του οποίου έδει να καλύψη τα γυμνά της μέλη και να επουλώση κατά το μάλλον και ήττον τας πληγάς αυτής η υπέρ της ελευθερίας και της τιμής παλαίουσα παρθένος Ελλάς. Δεν ήσαν όμως και φανατικοί οι Έλληνες, και διά τούτο μετά του ορισμού της ανατολικής Ορθοδόξου πίστεως ως της μόνης επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας εκηρύττετο και η ανεξιθρησκεία.

Εν τω δευτέρω κεφαλαίω ωρίζετο η Ελληνική χώρα κατά τρόπον όλως πρωτότυπον, ωρίζετο ως Ελληνική χώρα όλη η έκτασις εκείνη, ήτις ήθελε κατακτηθή διά των όπλων των Ελλήνων, προς τούτοις δε το αδιαίρετον αυτής.

Το τρίτον κεφάλαιον περιελάμβανε τα «περί δημοσίου δικαίου των Ελλήνων» και καθίστα πρώτον την αρχήν, ότι η κυριαρχία κείται παρά τω λαώ και ότι εκ του λαού εκπορεύονται άπασαι αι εξουσίαι, και εκανόνιζε τα της Ελληνικής ιθαγενείας. Επίσης περιελάμβανε διαφόρους αρχάς θεμελιώδεις, αφορώσας εγγυήσεις δικαιωμάτων περιλαμβανομένων εν τη προσωπική ελευθερία. Μεταξύ των αρχών τούτων υπήρχον καί τινα δικονομικά αξιώματα. Ούτω λ. χ. το εν λόγω κεφάλαιον περιελάμβανε την αρχήν, ότι «ουχί δις επί το αυτό (non bis in idem). Την αρχήν, «ο νόμος δεν πρέπει να είναι οπισθενεργός»· την αρχήν, ότι «ο κατηγορούμενος μέχρι της οριστικής αυτού καταδίκης τεκμαίρεται αθώος» και διαφόρους άλλας. Περιελάμβανεν όμως και καινοτομίαν τινά ενδιαφέρουσαν υπό τον τίτλον του δημοσίου των Ελλήνων, την αφαίρεσιν τουτέστι των πολιτικών δικαιωμάτων από των κληρικών, εξαιρουμένων μόνον των πρεσβυτέρων, αγάμων τουτέστιν ιερέων, οίτινες έχουσι το δικαίωμα του εκλέγειν.

Το επόμενον κεφάλαιον, το τέταρτον, αφορά την απόκτησιν της Ελληνικής ιθαγενείας διά πολιτογραφήσεως, το δ' επόμενον κεφάλαιον, το πέμπτον, την σύνταξιν της πολιτείας, διαιρουμένης εις Νομοθετικήν, νομοτελεστικήν και δικαστικήν.

Το έκτον κεφάλαιον αφορά την διακόσμησιν της νομοθετικής εξουσίας· η νομοθετική εξουσία ασκείται κατά το πολιτικόν Σύνταγμα του 1827 υπό Βουλής κατά σύστημα αμέσου εκλογής, καταρτιζομένης επί τριετίαν, κατ' έτος ανανεουμένης κατά το αυτής, προσδιοριζομένων των εξερχομένων βουλευτών δι' εκλογής μη δυναμένων δε να εκλεγώσιν εκ νέου. Δεν επέρχεται λοιπόν ανανέωσις της Βουλής διά μιας, αλλά καθ' έκαστον έτος· ώστε δεν υπήρχον, κατά το σύνταγμα τούτο, ουδέποτε γενικαί εν τω Κράτει εκλογαί εις ανανέωσιν πλήρη του κοινοβουλίου.

Το επόμενον έβδομον κεφάλαιον διακοσμεί τον θεσμόν του Κυβερνήτου, περιλαμβάνει δε τάδε:

α') Εις τον Κυβερνήτην εμπιστεύεται η νομοτελεστική εξουσία.

β') Ο Κυβερνήτης είναι απαραβίαστος.

γ') Οι γραμματείς της Επικρατείας είναι υπεύθυνοι διά τας δημοσίας πράξεις των.

δ') Ενεργεί τους νόμους διά των Γραμματέων της Επικρατείας καθ' όλην την Επικράτειαν.

ε') Όλα τα διατάγματα υπογράφονται από τον Κυβερνήτην, προσυπογράφονται από τον Γραμματέα της Επικρατείας, εις του οποίου τον κλάδον ανήκουσι, και σφραγίζονται με την σφραγίδα της αυτής Γραμματείας.

ς') Κινεί τας κατά γην και θάλασσαν δυνάμεις.

ζ') Προβάλλει σχέδια νόμων εις την Βουλήν κατά το 75 άρθρον διορίζων ένα ή πλειοτέρους εκ των Γραμματέων της Επικρατείας να παρευρίσκωνται εις την περί τούτων συζήτησιν, την γινομένην εις την Βουλήν. Εις ταύτην δε την συζήτησιν εξάπαντος πρέπει, να παρευρίσκηται μετά των άλλων κ' εκείνος ο Γραμματεύς της Επικρατείας, εις του οποίου τον κλάδον ανήκει ο προβαλλόμενος νόμος.

η') Φροντίζει περί της εσωτερικής και εξωτερικής ασφαλείας του Έθνους.

θ') Διορίζει και αλλάσσει τους Γραμματείς της Επικρατείας και όλα τα υπουργήματα και αξιώματα της διοικήσεως, και προσδιορίζει τα καθήκοντα εκάστου αυτών.