WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος cover

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Chapter 18: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'. Αστυνομικά. — Στρατιωτικός διοργανισμός, — Διαίρεσις του στρατού εις χιλιαρχίας. — Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. — Προσωρινή διοικητική της χώρας διαίρεσις. — Έκτακτοι επίτροποι. — Δημογεροντίαι. — Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων — Σύστασις στρατoδικείων. Σχολή των Ευελπίδων. — Ναυτικά. — Γεωργικά. — Δημόσια καταστήματα. — Δικαστικά. — Εκπαιδευτικά.
Open in WeRead

About This Book

A detailed biography traces the subject's origins, family background, and rise through European diplomatic circles to become the chosen governor of a newly independent state. It follows three main phases of life—early formation, high-level diplomacy, and the period of domestic governance—describing efforts to build political institutions, manage foreign pressures, and restore public order amid internal divisions. The narrative balances chronological life events with analysis of policies, reforms, and the practical challenges of creating a functioning modern polity, and includes introductory material and brief appendices on the aftermath of the governorship.



Δυστυχώς εν τη εκκοπή των φοινίκων δεν ελήφθη φροντίς όπως από της μεταλλικής αξίας εκάστου αργυρού νομίσματος αφαιρώνται τα έξοδα της εκτυπώσεως, ούτως ώστε η έκδοσις αυτών αντί να πλουτίση το Κράτος, ως έδει, εζημίωσεν αυτό. Το τοιούτον εγέννησε μέγα σκάνδαλον εν τω Κράτει, ο δε Κυβερνήτης ίνα προλάβη την αισχύνην και την κακοπιστίαν των ενεργησάντων αυτό, εκάλυψε το πράγμα, καίτοι η αναλαβούσα την εξεχνίασιν του δράστου επιτροπή της Οικονομίας ήρξατο των ανακρίσεων αυτής. Έκτοτε δε το νομισματοκοπείον της Αιγίνης, όπερ μέχρι προ ολίγων ετών έκειτο εική εν τω προαυλίω του μεγάρου του Κυβερνήτου (Σπίτι του Μπαρμπαγιάννη, ως λέγουσιν Αιγινήται), δεν έκοψε πλέον αργυρά νομίσματα ειμή μόνον χαλκά, μονόλεπτα, πεντάλεπτα, δεκάλεπτα και βραδύτερον εικοσάλεπτα εκ των κατά την επανάστασιν κατακτηθέντων Τουρκικών τηλεβόλων. Κατά τινα έκθεσιν φοίνικες μεν εκόπησαν εν συνόλω 12,000, αλλ' ως εκ του γενομένου, ως είπομεν, λάθους κερδοσκόποι καρπωθέντες αυτούς απέσυραν της κυκλοφορίας· διότι αναλύσαντες αυτούς επώλησαν ως άργυρον ή εξήγαγον εις το εξωτερικόν, ούτως ώστε εντός ελαχίστου χρόνου, ο φοίνιξ κατέστη ιδανικόν νόμισμα, εκπροσωπούμενον εν τη αγορά διά των λεπτών, των χαλκίνων τουτέστι νομισμάτων, εξ ών εντός ετών εκόπησαν 1,000,000 φοινίκων αξίας.

Ο Κυβερνήτης πριν ή επιτρέψη την ανά το Κράτος κυκλοφορίαν διά διατάγματος αυτού εκδοθέντος κατά Ιανουάριον του 1830 υπεχρέου τους οφειλέτας εις απόδοσιν της δανεισθείσης ονομαστικής ποσότητος και εις πληρωμήν του χρέους διά του νομίσματος του κυκλοφορούντος κατά την εποχήν της αποδόσεως του δανείου, ήτοι δι' εθνικών νομισμάτων, φοινίκων και λεπτών αντί των τουρκικών γροσιών και παράδων, οίτινες ήσαν εισέτι εν χρήσει προς διευκόλυνσιν του εμπορίου μεταξύ της ελευθέρας και της δούλης Ελλάδος. Βραδύτερον δε, κατ' Ιούλιον του 1831 εδημοσίευσε και απαγόρευσιν της ανά την Ελλάδα κυκλοφορίας παντός ξένου νομίσματος, ιδίως του τουρκικού και αυτών έτι των εν Ελλάδι κοπέντων από του 1826 — 1828.

Τοιαύται ήσαν αι νομισματικαί μεταρρυθμίσεις του Κυβερνήτου και τοιαύτα τινά έφερον αποτελέσματα, ώστε εντός ολίγου επεκράτησε καθ' άπασαν την Ελλάδα, το ελληνικόν εθνικόν νόμισμα, πρώτον τούτο της νέας Ελλάδος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Αστυνομικά. — Στρατιωτικός διοργανισμός, — Διαίρεσις του στρατού εις χιλιαρχίας. — Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. — Προσωρινή διοικητική της χώρας διαίρεσις. — Έκτακτοι επίτροποι. — Δημογεροντίαι. — Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων — Σύστασις στρατoδικείων. Σχολή των Ευελπίδων. — Ναυτικά. — Γεωργικά. — Δημόσια καταστήματα. — Δικαστικά. — Εκπαιδευτικά.


Ο Καποδίστριας επιθυμών να εδραιώση και την σαλευομένην δημοσίαν ασφάλειαν, σύστημα αστυνομικόν αυστηρότατον κατά το τελειότερον πρότυπον των ευρωπαϊκών, όπερ όμως διά των λίαν αυστηρών οργάνων αυτού συλλαμβανόντων πάντα ύποπτον και μη φίλα φρονούντα τω Κυβερνήτη, μεγάλην κατά του Κυβερνήτου εξήγειρε κατακραυγήν, ιδίως δε μετά την εις τον ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του είτα βασιλέως του Βελγίου αναγορευθέντος Λεοπόλδου πρίγκηπος του Κοβούργου. Προς τούτοις δε επέβαλε και τα λεγόμενα διαβατήρια, άπερ εν τοις μοναρχικοίς κράτεσιν ιδίως νυν εν Ρωσία και Τουρκία ήσαν εν χρήσει προς εύκοπον σύλληψιν παντός δράστου εγκλήματος τίνος οιουδήποτε. Κατά τας περί διαβατηρίων διατάξεις, ουδείς ηδύνατο να εισέλθη εις το Ελληνικόν έδαφος, αν μη έφερε διαβατήριον προσωπικόν καθ' όλους τους τύπους συντεταγμένον, αλλά και ο φέρων πάλιν τοιούτον αλλοδαπός ώφειλε να δηλώση τη αστυνομία τους λόγους της αφίξεως αυτού και να παράσχη εγγύησιν ότι θα υπακούση εις τους νόμους του Κράτους και ότι ηδύνατο να πορίζηται τα προς το ζην. Αν δε ταύτα πάντα εξετελούντο, τότε εξεδίδετο διαμονητήριον· ισχύον προσωπικώς μόνον διά τον προς όν εξεδίδετο επί μίαν εβδομάδα ή μήνα ή έτος.

Η διάταξις αύτη όσον και αν φαίνεται ευθύς εξ αρχής απολυταρχική όσον αν εκώλυσε την εις Ελλάδα κάθοδον ξένων, υπήρξε σωτηριώδης διά την Ελλάδα, ήν ελυμαίνοντο τότε παντός είδους κακούργοι, λησταί και άλλοι καθ' εκάστην παρέχοντες πράγματα τη δημοσία ασφαλεία· επί τοσούτω δε διά του θεσμού τούτου επαγιώθη η τάξις και η ασφάλεια, ώστε κατέστη παροιμιώδης:

«Δεν έχω ανάγκην, έλεγεν αφελώς ο ποιμήν, να φυλάττω εκ του σύνεγγυς το ποίμνιόν μου, διότι υπό την ουράν της προβατίνας είναι ο Μπαρμπαγιάννης».

Ίνα δε ο Καποδίστριας μάθη εκ του σύνεγγυς τον τόπον, όν έμελλε να κυβερνήση, περιήλθε διάφορα μέρη της Ελλάδος· ούτω μέχρις Απριλίου, ότε προύκειτο να συγκληθή Εθνοσυνέλευσις, ο Κυβερνήτης επεχείρησε διαφόρους αποδημίας. Επιβάς του Αγγλικού Ουάρσπιτ, εφ' ού κατήλθεν εκ Μελίτης 11 Φεβρουαρίου 1828, συνοδευόμενος και υπό του Γενικού γραμματέως και της γενικής Γραμματείας επιβαινούσης επί της εκ Σπετσών γολέττας του Δ. Ορλώφ και συνοδευόμενος και υπό των πλοίων των δύο άλλων ευεργετίδων δυνάμεων, απέπλευσεν εις Πόρον προς σύνταξιν του ατάκτου τέως στρατού εις χιλιαρχίας.

Κατά τον νέον οργανισμόν αυτού πάντα τα άτακτα στρατιωτικά σώματα α') διηρέθησαν εις χιλιαρχίας, ών εκάστη συνεκροτείτο εκ 1100 ανδρών, ήγουν εξ ενός χιλιάρχου, δύο πεντακοσιάρχων υποκειμένων τω χιλιάρχω, δέκα εκατοντάρχων υποκειμένων ανά πέντε τοις πεντακοσιάρχοις, είκοσι πεντηκοντάρχων ανά δύο τοις εκατοντάρχοις, τεσσαράκοντα εικοσιπεντάρχων ανά δύο τοις πεντηκοντάρχοις, ογδοήκοντα δωδεκάρχων ανά δύο τοις εικοσιπεντάρχοις, εκατόν εξήκοντα πεντάρχων ανά δύο τοις δωδεκάρχοις, οκτακοσίους στρατιώτας ανά πέντε τοις πεντάρχοις, ένα υπασπιστήν, ένα γραμματέα, ένα ιερέα, ένα ιατρόν, ένα ταμίαν και ένα φροντιστήν, δύο σημαιοφόρους και δύο σαλπιγκτάς ή τυμπανιστάς, ανά ένα εκάστη πεντακοσιαρχία· β') οι στρατιωτικοί ελάμβανον σιτηρέσιον και μηνιαίον μισθόν αναλόγως της θέσεως αυτών, εξ ών το μεν σιτηρέσιον καθ' εκάστην, ο δε μισθός εδίδετο κατά τριμηνίαν· γ') οι βαθμοί των πεντάρχων και δεκάρχων εδίδοντο υπό του χιλιάρχου, οι δε ανώτεροι υπό της κυβερνήσεως προτεινόμενοι υπό του αρχηγού της εκστρατείας· δ) ο χιλίαρχος και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί ώφειλον να επιθεωρώσι τους υπό την οδηγίαν αυτών στρατιώτας, καθ' εκάστην δ' εβδομάδα να υποβάλλωσι κατάλογον των υπό την οδηγίαν αυτών ε') ουδενί επετρέπετο να μεταβαίνη από χιλιαρχίας εις χιλιαρχίαν, ουδέ εγένετο δεκτός άνευ εγγράφου αδείας του χιλιάρχου, ώ υπήγετο· ς) ουδείς αξιωματικός ή στρατιώτης ηδύνατο να καταλείπη την τάξιν άνευ εγγράφου αδείας του ιδίου αυτού αρχηγού· ζ') οι στρατιωτικοί ώμνυον τον όρκον τόνδε:

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν σταλαγματιάν του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν και την ελευθερίαν της κοινής πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.

»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου και των αρχηγών, υπό την οδηγίαν των οποίων ήθελε με διορίσει.

»Ορκίζομαι να μη πράξω ουδεμίαν βλάβην εναντίον των συμπολιτών μου, των ομοπίστων μου και κανενός άλλου ανθρώπου.

»Ορκίζομαι να μη φονεύσω, να μη κλέψω, να μη αρπάξω και να μη δείρω.

»Ορκίζομαι να μη φύγω άνευ αδείας του αρχηγού της εκστρατείας, ουδέ να παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον και να υπόκημαι εις όλην την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».

η) Τον όρκον επί του ιερού Ευαγγελίου, παρόντων ιερέων και του Κυβερνήτου και απόντος αυτού ενώπιον του ανωτέρου αρχηγού, ώμνυον πάντες εν γένει οι στρατιωτικοί· θ') πας λιποτάκτης, εάν μεν ήτο αξιωματικός, εστερείτο του βαθμού και μετέβαινεν εις την τάξιν του απλού στρατιώτου, εάν δε στρατιώτης, κατεδικάζετο εις εργασίαν αναλόγως του αμαρτήματος επί ένα μήνα ενός έτους εν τω στρατοπέδω άοπλος, άμισθος, λαμβάνων μόνον άρτον· ι') ο προδότης κατεδικάζετο εις θάνατον· ια') πας αξιωματικός άρπαξ, κλέπτης, ή πρόξενος φθοράς ή ζημίας εις κατοικίαν ή εις κτήματα των κατοίκων ή εις τούτο παροτρύνας τους αυτού στρατιώτας εστερείτο του βαθμού αυτού, μετέβαινεν εις την τάξιν των στρατιωτών, υποχρεούμενος ναποτίση και την ζημίαν· ο δε απλούς στρατιώτης τα αυτά πράττων αφοπλισθείς ενώπιον του χιλιάρχου κατεδικάζετο ναποδώση το πράγμα ή την αξίαν αυτού και εργασθή εν τω στρατοπέδω επί μόνω άρτω· ιβ') ο φονεύς κατεδικάζετο εις θάνατον· ιγ') ο βιαστής γυναικός κατεδικάζετο εις φυλακήν τριών μηνών μέχρις ενός έτους και εις χρηματικήν ποινήν 100 γροσιών μέχρις 600· ει δε παρθένος η βιασθείσα, εις διπλασίαν ποινήν σωματικήν και χρηματικήν· Εάν δε συν τη βία επήρχετο και θάνατος τη γυναικί, κατεδικάζετο εις θάνατον· ιδ') ο του πραγματικού αριθμού στρατιώτη μείζω ψευδώς γράφων εν τοις καταλόγοις, ή αδικών τινα στρατιώτην εστερείτο του βαθμού και κατεδικάζετο να αποδώση όσα δολίως έλαβε· ιέ) ο απειθής εστερείτο του βαθμού· εάν δε ήτο στρατιώτης, υπεβάλλετο υπηρεσία εν τω στρατοπέδω· ις') ο επιβαλών χείρα τω ανωτέρω αυτού κατεδικάζετο εις φυλάκισιν μέχρις έξ μηνών κατά τον βαθμόν του προσβληθέντος· ιζ') οι εκ γήρατος ή ασθενείας ή πληγών αναγκαζόμενοι να παραιτώνται της στρατιωτικής υπηρεσίας ελάμβανον ολόκληρον τον μισθόν, αι δε χήραι αυτών αποθανόντων το ήμισυ· ιη') οι αναδειχθέντες ανδρείοι, πειθαρχικοί, τίμιοι, οι επισπώμενοι επί τούτω την αγάπην των κατοίκων ηξιούντο χρηματικών αμοιβών, προβιβασμών και τιμών· ιθ') ο στρατάρχης ώμνυε τον όρκον τούτον:

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν ρανίδα του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν την ελευθερίαν της πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.

»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου.

»Ορκίζομαι μήτε να συγχωρήσω, μήτε να λάβω μέρος εις κανενός είδους κατάχρησιν και να διατηρήσω την δυνατήν ευταξίαν εις τα υπό την οδηγίαν μου στρατεύματα· αν δε παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον, να υπόκημαι εις την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».

Αι διατάξεις αύται εθεμελιούντο επί του οργανισμού μέλλοντος να ισχύση μέχρι της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως (52). Ούτω καταρτισθέντος του στρατού, εγένετο επιθεώρησις αυτού τη 16 Φεβρουαρίου 1828 εν Δαμαλά ενώπιον των ξένων στρατιωτικών Πάρκερ, Λεβλάν, Πέτροβιτς, ελθόντων εκ Ναυπλίου και των εκεί Ρουμελιωτών· μετ' αυτήν εν χαρά εγένετο συμπόσιον, εν ώ παρεκάθησαν ο Δημήτριος Υψηλάντης και οι αρχηγοί των σωμάτων. Τη επαύριον δε 17 απελθών εκείθεν επί του Ουάρσπιτ συνοδευομένου και υπό των φρεγατών Ήρας, Ελένης, Κάστορος και των βρικίων Μουσκίτο και Ρέβελ, αφίκετο (20 του αυτού) εις Ναύπλιον, ότε παρέδωκε το Παλαμήδιον αναιμωτί ο Θεόδωρος Γρίβας, ού την διοίκησιν μετά του υλικού πολέμου ανέλαβεν ο βαυαρός συνταγματάρχης Άιδεκ, ό ύστερον επί Όθωνος είς των μελών της αντιβασιλείας γενόμενος (53) και το Ιτς Καλέ ο Στράτος, όν διεδέχθη ο Μύλλερ, Βυρτεμβέργιος στρατιωτικός και ο ρώσος Ράυκοφ. Συγχρόνως δε διωρίσθη και φρουρά εκ των ναυτικών νήσων της μεν Ακροναυπλίας ο Νικόλαος Γουδής μετά Σπετσιωτών ανδρών, του δε Παλαμηδίου ο Γ. Σαχτούρης μετά Υδραίων και εν τοις Πυροβολαστασίοις της πόλεως ο Ψαρριανός Κ. Νικόδημος μετά Ψαρριανών ανδρών, πάντων υπό τον Συνταγματάρχην Άιδεκ, ως είπομεν, διατεθέντων. Μετά ταύτα δε (26 Φεβρ.) διετάχθησαν αύθις οι Ρουμελιώται να βαδίσωσι προς τον Δαμαλάν, ένθα απήλθε διά ξηράς ο Καποδίστριας μετά του Γρίβα και Στράτου· διοργανίζει και τους Ρουμελιώτας εις χιλιαρχίας, ών στρατάρχην ανέδειξε τον Δημήτριον Υψηλάντην, όν αποστέλλει προς την Ανατολικήν Ελλάδα, τον δε Θεόδωρον Γρίβαν αποστέλλει μετά 300 ανδρών υπό τον Τσουρτς εις Αίγιον (Βοστίτσαν). Τη 3 Απριλίου ο Καποδίστριας επιβάς επί Αγγλικού πλοίου απέπλευσεν εις Καλαμάκιον, οπόθεν διευθυνθείς εις Κόρινθον, εν ή εφρούρει ο Ν. Τσαβέλας παρέλαβε το φρούριον, εν ώ εγκατέστησε φρουράν εκ του τακτικού στρατού. Εκ Κορίνθου μετέβη εις Άγιον Γεώργιον, είτα εις Άργος και εκείθεν εις Ναύπλιον, ένθα κατέλυσεν εν τω οίκω του Εμμανουήλ Ξένου.





Ενταύθα διαμείνας ενησχολήθη περί την προσωρινήν διοικητικήν της χώρας διαίρεσιν, ιδίως της Πελοποννήσου και των νήσων, της Στερεάς κατεχομένης εισέτι υπό των Τούρκων. Η διαίρεσις αύτη κατά Νομούς (θέματα ή τμήματα) γενομένη είχεν, ώδε: εν μεν Πελοποννήσω τμήματα: α') Αχαΐα, εν ή επαρχίαι Βοστίτσα, Καλάβρυτα και Παλαιαί Πάτραι· β') Ήλις, εν ή επαρχία Γαστούνη και Πύργος· γ') Άνω Μεσσηνία, εν ή Αρκαδία, Νεόκαστρον, Μεθώνη και Κορώνη· δ) Κάτω Μεσσηνία, εν ή Νησίον, Καλαμάτα, Εμπλάκια, Ανδρούτσα, Λεοντάριον, Μικρομάνη και δυτική Σπάρτη· ε') Λακωνία, εν ή Μονεμβασία Μιστράς, Πραστός, ανατολική Σπάρτη· ς') Αργολίς, εν ή αι επαρχίαι Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ και Κορίνθου· ζ) Αρκαδία, εν αίς Φανάριον, Καρύταινα, Τριπολιτσιά και Άγιος Πέτρος. Αι δε νήσοι διηρέθησαν εις έξ τμήματα: α') βόρειοι Σποράδες, εν αίς Σκιάθος, Σκόπελος, Σκύρος, Ηλιοδρόμια και τα Ψαρά· β') ανατολικαί, εν αίς Σάμος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος και η Ικαρία· γ') δυτικαί, εν αίς Ύδρα, Σπέτσαι, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίς· δ') βόρειοι Κυκλάδες, εν αίς Σύρος, Σέριφος, Θερμιά, Κέα, Άνδρος, Τήνος, Μύκωνος· έ) κεντρικαί, εν αίς Νάξος, Πάρος, Ίος, Σίκυνος, Φολέγανδρος, Μήλος, Κίμωλος, Σίφνος· ς') νότιοι, εν αίς Σαντορίνη, Ανάφη, Αστυπαλαία, Κάσσος και Κάρπαθος. Και εν εκάστω μεν των τριών και δέκα τμημάτων διωρίσθησαν είς έκτακτος επίτροπος της μεν Αργολίδος ο Νικόλαος Καλλέργης, της δ' Αχαΐας ο Γεώργιος Μαυρομμάτης, της Ήλιδος ο Σπυρίδων Καλογερόπουλος, της Άνω Μεσσηνίας ο Αντώνιος Τσούνης, της Κάτω Μεσσηνίας ο Γεώργιος Ψύλλας, της Λακωνίας ο Ιωάννης Γενοβέλης, της Αρκαδίας ο Αλέξανδρος Βλαχόπουλος· δημογεροντίαι δε κατ' επαρχίας, πόλεις, κώμας και χωρία. Ο πληθυσμός της Ελλάδος επί των πρώτων μηνών της αρχής του Καποδιστρίου είχεν ώδε εν σχέσει προς τον του 1821, πλην της Στερεάς, κατεχομένης, ως είπομεν, υπό των Τούρκων:

18211828Ελλάττωσις
ΧριστιανοίΤούρκοιΧριστιανοίΤούρκοι  πληθυσμού
Χριστιανών
Πελοπόννησος458,00042,750 400,00058,000
Νήσοι169,300 . . . 169,100 . . .200
Το όλον628,10042,750 569,100 . . .58,200
Γεν. πληθυσμός670,850 569,100 58,200

Εκ του πίνακος τούτου προκύπτει, αν παραδεχθώμεν ως ακριβείς τας άνω πληροφορίας, ότι ο Χριστιανικός πληθυσμός ηλαττώθη κατά το διάστημα των επτά ετών του πολέμου κατά 58,200 ψυχών, εν μόνη τη Πελοποννήσω και ταις νήσοις.

Βραδύτερον δε και κατά τας παρουσιαζομένας εκάστοτε ανάγκας ο Καποδίστριας μετερρύθμισε και τον ήδη από του 1822 υφιστάμενον στρατόν συγκείμενον, περί το τέλος του 1828, εκ 2,612 ανδρών πολλάς τας ελλείψεις, κακόν ιματισμόν και ατελή οπλισμόν εχόντων. Αρχηγός δ' αυτού διωρίσθη ο Γάλλος στρατηγός Τρεσέλ (11 Αυγούστου 1829). Επί του στρατηγού τούτου όπως δήποτε εβελτιώθη το τακτικόν έχον καί τινας, λίαν αξίους λόγου αξιωματικούς, ως τον Πελλιόν, συγγραφέα Ιστορίας των χρόνων τούτων του Καποδιστρίου, τον Γκαρνό, τον Πεϋτιέ, τον Πουρσί και άλλους. Διεκρίνετο δε ο τακτικός στρατός των ατάκτων πλην του ειδικού οργανισμού και κατά την σύνθεσιν· διότι εκείνου έχοντος και επιμελητήριον, ού προΐστατο ο Σαιν-Μαρτάν, ούτοι διηρούντο εις τάγματα και ίλας, ών έκαστον απετέλει ίδιον σώμα αυτοτελές· συνέστησε δε επί τη βάσει της συντάξεως τακτικού στρατού και δύο διαρκή Στρατοδικεία, μέχρι τούδε υφιστάμενα επί εδραιοτέρων βάσεων και έν αναθεωρητικόν ( = Εφετείον Στρατιωτικόν ει έξεστιν ειπείν) εν Ναυπλίω. Επειδή δε πάντες οι υποπίπτοντες εις στρατιωτικά παραπτώματα στρατιωτικοί δεν ηδύναντο να μετενεχθώσιν ευκόλως εις Ναύπλιον, διωρίζετο εκάστοτε το λεγόμενον Πειθαρχικόν συμβούλιον, θεσμός, ός μέχρι τούδε διατηρείται, δικάζων τα πλημμελήματα. Απόπειρά τις όμως γενομένη προς μετάφρασιν των γαλλικών στρατιωτικών διαταγμάτων απέτυχε (1 Μαΐου 1828). Βραδύτερον δε επί του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ (2 Οκτωβρίου 1829) μετεβλήθησαν αι ήδη σχηματισθείσαι χιλιαρχίαι εις είκοσιν ελαφρά τάγματα, ών έν έκαστον υποδιηρέθη εις τέσσαρας λόχους και συν αυταίς και αι στρατιωτικαί ονομασίαι των διοικούντων αυτάς, ών ο μεν αρχηγός τάγματος απεκλήθη ταξιάρχης, οι δε χιλίαρχοι προυβιβάσθησαν εις στρατηγούς· ο ιματισμός όμως παρέμεινεν ο αυτός. Προς τούτοις, συνέστη και πρότυπον τάγμα τι εξ επιλέκτων ανδρών, εξ ού παρελαμβάνοντο οι διδάσκαλοι του στρατού. Αλλ' ο τοιούτος σχηματισμός δυσηρέστησε τους Έλληνας εις τοιούτον τινα βαθμόν, ώστε, ότε προσεκλήθησαν παρά τω εν Άργει θεάτρω προς κατάταξιν, μόλις είκοσι παρουσιάσθησαν! Επίσης κατά Δεκέμβριον συνέστη και η μέχρι σήμερον σωζομένη και αγλαούς καρπούς παρέχουσα Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, κατά πρότασιν του Βαυαρού συνταγματάρχου Άιδεκ υπό την διεύθυνσιν του γάλλου Πωζιέ. Εν Σχολή, ταύτη κατετάγησαν το μεν πρώτον οι υιοί των επιφανεστέρων οικογενειών της αναγεννωμένης Ελλάδος, όπως ούτως η Σχολή εξυψωθή· αλλά τοιαύτη ήν η κατά του τακτικού στρατού απέχθεια των αυτοχθόνων προυχόντων, ώστε ουδείς ενέδωκε ταις παρακλήσεσι του Κυβερνήτου· εφ' ώ και βλέπομεν ότι πάντες οι νέοι οι φοιτώντες εις την Σχολήν μέχρι της επαναστάσεως του Οκτωβρίου, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, ήσαν εκ των ετεροχθόνων, των αυτοχθόνων μόλις κατά τα 1833 αρξαμένων να φοιτώσιν εις αυτήν.

Και αύται μεν ήσαν αι περί των στρατιωτικών της ξηράς φροντίδες του Κυβερνήτου, όστις όμως, επειδή δεν ήτο στρατιωτικός, έμελλε να ναυαγήση εν τη κυβερνήσει χώρας ως εκ της φύσεως αυτής απαιτούσης άνδρας στρατιωτικούς. Την τοιαύτην δε του Καποδιστρίου αποτυχίαν προείδε τρόπον τινά, λέγει ο Βαρθόλδυς, ο Γκαίτε γράφων προς τον Έκκερμαν τη 2 Απριλίου 1829: «Θα σας αποκαλύψω πολιτικόν τι μυστικόν, όπερ θάττον ή βράδιον θέλει καταστή γνωστόν. Ο Καποδίστριας δεν δύναται εις τέλος να κρατήση την διοίκησιν των Ελληνικών πραγμάτων διότι στερείται του απαραιτήτου προς τούτο προσόντος· δεν είναι στρατιώτης. Ουδέν δ' έχομεν παράδειγμα ότι διπλωμάτης ηδυνήθη να διοργανώση Κράτος επαναστατών και να υποτάξη στρατιωτικούς και πολεμάρχους!»

Και περί των ναυτικών δε πραγμάτων της χώρας εφρόντισεν, εικός, ο Κυβερνήτης. Η ναυτική της Ελλάδος δύναμις συνέκειτο άμα τη καθόδω αυτού εκ της φρεγάτας Ελλάδος, τριών ατμοπλοίων, αγορασθέντων εκ των χρημάτων του δανείου, μιας κορβέττας, Ύδρας αιγυπτίου αλώματος του Κόχραν, μιας γολέτας της Αθηναΐδος και τριών κανονιοφόρων, ναυπηγηθεισών δαπάναις φιλελλήνων, τα δε λοιπά πλοία, άπερ τοσαύτα κατά θάλασσαν διεπράξαντο κατορθώματα, ήσαν ιδιωτικά Σπετσιωτών, Υδραίων και Ψαρριανών. Το εμπορικόν ναυτικόν ην πολυαριθμότερον, αλλά μέχρι της στιγμής εκείνης, η κυβέρνησις, ένεκεν των επικρατουσών ανωμαλιών, δεν ηδυνήθη να χρησιμοποιήση αυτό. Ο πόλεμος είχεν επιφέρει βαθείας πληγάς εις το εμπόριον και οι νησιώται μόλις απέζων. Αλλ' ίνα μη απολεσθή η ναυτιλία, η προκάτοχος κυβέρνησις είχε λάβει το απαίσιον μέτρον της εκδόσεως καταδρομικών αδειών εις εμπορικά πλοία, δι' ών επισημοποιήθη η πειρατεία, ήν μόλις ο Καποδίστριας διά του ναυάρχου Μιαούλη κατώρθωσε να εξαφανίση εκ τε των Βορείων Σποράδων και των παραλίων της Κρήτης. Τον μικρόν στολίσκον, περί ού ανωτέρω είπομεν, διώκει ως ναύαρχος ο λόρδος Κόχραν εν δεσποτική αυθαιρεσία, όστις και βαθμούς, εική, απένειμεν άνευ κυβερνητικής αδείας. Επειδή δε το μέλλον της Ελλάδος ενέκειτο εν τω ναυτικώ, ως άλλοτε λίαν προσφυώς το μάντευμα εκείνο είπεν: εν τοις ξυλίνοις τείχεσιν, ο Κυβερνήτης έν των κυριωτάτων αυτού μελημάτων εθεώρησε και το του ναυτικού, αλλ' ήκιστα ειργάσθη υπέρ αυτού· απεφάσισεν αντί των ιδιοκτήτων των ναυτικών νήσων Ύδρας και Σπετσών, την εξάρτησιν εθνικού στόλου, δυναμένου εν ανάγκη, άνευ της συνδρομής ιδιωτικών, να προασπισθή την χώραν. Προέβη λοιπόν και εις τας ναυτικάς μεταρρυθμίσεις. Εκανόνισε τα εξωτερικά διακριτικά σημεία του εμπορικού ναυτικού και την λιμενικήν αστυνομίαν μέχρι των ελαχίστων αυτής λεπτομερειών (Γενική Εφημερίς της 3 Μαρτίου 1828) και εζήτησε να χωρίση, λίαν αντεθνικώς, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, το πολεμικόν ναυτικόν του Υδραϊκού ναυτικού, του θαυματουργήσαντος κατά θάλασσαν, ως εκ του οποίου εγεννήθησαν τοσαύται διχόνοιαι καταλήξασαι εις το μοιραίον τέλος του εν Ναυπλίω δυστυχήματος της 27 Σεπτεμβρίου 1831. Και το χείριστον δε πάντων, ο Καποδίστριας, μετά την αποχώρησιν του ναυάρχου Κόχραν, τείνων εις το προσχεδιασθέν συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, απεπλανήθη τοσούτον, ώστε προυβίβασεν εις αρχιναύαρχον τον αδελφόν Βιάρον Καποδίστριαν, άνδρα μηδεμιάς ναυτικής ικανότητος και πείρας, ούτινος αι αποφάσεις προυκάλουν διηνεκώς την αγανάκτησιν των εμπειροπολέμων ναυτικών, οίος ο Μιαούλης και ο Σαχτούρης.

Ό,τι όμως δεν κατώρθωσεν εν τω ναυτικώ ο Κυβερνήτης, προσεπάθησε να αγάγη εις πέρας εν τη Γεωργία και τη αναπτύξει των πόρων του αναγεννωμένου Κράτους.

Ευθύς αμέσως άμα καθόδω αυτού διένειμεν έν τε Αιγίνη και εν Πόρω και εν Ναυπλίω και αλλαχού της Πελοποννήσου τα προς το ζην εις ενδεείς λιμώττοντας, υποχρεώσας αυτούς να γεωργώσι την γην κατά διάφορόν τινα τρόπον.

Εκόμισεν εξ Ιταλίας και Ελβετίας μεγάλας ποσότητας γεωμήλων, άπερ διένειμε τοις γεωργοίς προς φυτείαν και μετεγκλιμάτισιν του αγνώστου τούτου εν Ελλάδι καρπού, την διδασκαλίαν της φυτείας του οποίου ανέθηκε τω εν Ελλάδι παρεπιδημούντι Ιρλανδώ Στίβενσον. Ούτος λαβών άδειαν να αναζητήση πρόσφορον αγρόν εξελέξατο τον λεγόμενον της «Απαθείας» απέναντι του Πόρου κείμενον. Ο αγρός ούτος ήτο εθνικόν κτήμα, αλλ' εν έτει 1825 ηγοράσθη υπό των Κουντουριωτών, παρ' ών νυν αφήρεσε παρανόμως άνευ αποζημιώσεως, ως επέτασσεν η της Επιδαύρου Εθνοσυνέλευσις, και άνευ τινός ειδοποιήσεως των νομίμων κατόχων. Επίσης ο Ιρλανδός αγρονόμος ενετάλη να φυτεύση χρήσιμα δένδρα παρά την λεωφόρον του Πόρου και κατά μήκος των αυτόθι εθνικών γαιών. Διέταξε την εκ Πελοποννήσου μεταφύτευσιν εν Αιγίνη καρπών προς εμψύχωσιν της άλλοτε μεν ακμαζούσης εν Ελλάδι, ήδη δε, κατά τον μακρόν πόλεμον, καταστραφείσης μεταξοσκωληκοτροφίας· εκόμισεν εκ Κρήτης χιλιάδας καστανέων, ας εφύτευσεν εν τε Πόρω και Αιγίνη. Αλλά δυστυχώς η τάσις αύτη της Κυβερνήσεως δεν επεξετάθη καθ' όλην την τότε ελευθέραν Ελλάδα, ήν έδει να καλύψη διά δασών και άλλης καρπίμου δενδροφυτείας, η δε βάρβαρος συνήθεια των τότε ως και των νυν Ελλήνων του να καίωσι τα δάση προς παραγωγήν χλόης διά τα ποίμνια, δεν κατεστάλη, και ούτως η Ελλάς έμεινεν έκτοτε ψιλή δασών, καίπερ έχουσα τόπους και βουνούς δασωσίμους. Μετεπέμψατο εξ Ελβετίας και Βελγίου άροτρα κατά τον νέον τρόπον, όπως δυνηθή να θέση εις αχρηστίαν το ησιόδειον και αρχέγονον εν μικρογραφία, ως δύναταί τις ειπείν, και οι Έλληνες εχρώντο και χρώνται μέχρι σήμερον τω αρότρω τω πατροπαραδότω. Ίδρυσε παρά την Τίρυνθα γεωργικήν Σχολήν (Αγροκήπιον), ήτις έμελλε να διδάξη τα της γεωργίας και μέχρι τινός εσώζετο εν αυτή η ροδοδάφνη, ήν ο Καποδίστριας είχεν εμφυτεύσει ιδία χειρί. Εκ του αγροκηπίου εκείνου ούτε φυτώριον έλειπεν ούτε κηπουρική σχολή, ούτε γένος ισπανικού προβάτων, ούτε τεχνητός και υπόστεγος πορτοκαλλεών. Διεδόθη μεγάλως η πηκτή (ζελατίνα) του Γιμβερνάτη ως γενικόν θρεπτικόν μέσον και ιδρύθη και πριονόμυλος εν Λέρνη.

Δυστυχώς όμως μεθ' όλας ταύτας τας προσπαθείας του Κυβερνήτου, αίτινες, εάν άλλως εγίνοντο, ηδύναντο να επενέγκωσι μέγαν καρπόν, ουδέν δύναταί τις να είπη ότι ετελεσφόρησε διότι φύσει ο Έλλην ρέπει μάλλον προς την εμπορίαν ή την γεωργίαν, και έδει ο Καποδίστριας προς αυτήν να στρέψη άπασαν την προσοχήν αυτού, προλειαίνων αυτήν διά της συγκοινωνίας· διότι ποία η ωφέλεια θα ήτο, εάν η γη παρείχεν εν αφθονία τα πάντα και έλειπον τα μέσα της συγκοινωνίας, οίον οδοί, γέφυραι και τα τοιαύτα; Ποίον το κέρδος, ως λέγει ο Βαρθόλδυς, αν η Αρκαδία ηφθόνει σίτου, ότε εν Ναυπλίω οι άνθρωποι εχρώντο αραβοσιτίνω άρτω; Μόνη δε οδός, ήτις κατά την κυβέρνησιν του Καποδιστρίου κατεσκευάσθη, και αύτη υπό των Γάλλων, είναι η από Ναυαρίνου εις Μεθώνην άγουσα. Δυστυχώς ο Καποδίστριας κατά τους χρόνους εκείνους της λειψανδρίας δεν έστερξε να ζητήση την διοργάνωσιν τής τε γεωργίας και της άλλης αναπτύξεως της χώρας δι' αποικίσεως ξένων, οίτινες νέαν ζωήν θα έδιδον εις τους εκ των πολέμων κεκμηκότας Έλληνας. Η τοιαύτη εποίκισις θα είχε πολύ πρακτικόν αποτέλεσμα· θα αφύπνιζεν η επιτυχία εκείνων τους ημετέρους από της απαθείας. Πλην ο Κυβερνήτης ου μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά και ηρνήθη εταιρία τινί Ολλανδών σκοπούντων την ίδρυσιν υποθητικής Τραπέζης την συναίνεσιν αυτού, αρνηθέντος να δεχθή και εποίκισίν τινα Αμερικανών.

Και παρεχώρησε μεν τω πράκτορι των αμερικανικών συλλόγων Δρ. Χόους ατελείς επί πενταετίαν γαίας παρά την Κόρινθον (Εξαμίλι), ένθα ίδρυσε και αποικίαν τινά την «Ουασιγκτωνίαν», αλλ' είτα μεταμεληθείς δεν απεδέξατο την αιτηθείσαν επέκτασιν του παραχωρηθέντος χώρου του προωρισμένου κατ' αρχάς προς υποδοχήν προσφύγων Κυδωνιέων, Συρίων και Αθηναίων και τοσαύτα ενέβαλε προσκόμματα, ώστε ο Χόους παρητήθη του περί εποικίσεως εκατόν οικογενειών αρχικού σχεδίου αυτού ούτως, ώστε η εκ τεσσαράκοντα μόνον οικογενειών «Ουασιγκτωνία» ολονέν φθίνουσα διελύθη κατά την αναρχικήν περίοδον του 1831-32.

Αλλ' αν εις ολίγα τινά τοιαύτα ο Κυβερνήτης απέτυχε, και τούτο, διότι δεν ήθελε να εμπιστευθή εις χείρας ξένων, ουχ ήττον όμως κατέδειξεν ότι μεθ' όλας τας παρομαρτούσας τη κυβερνήσει αντιξόους περιστάσεις, αυτός ηδυνήθη να τελέση έργα, άπερ και σήμερον εισέτι καθορώμενα εμποιούσιν ημίν και θαυμασμόν και έκπληξιν. Ο Καποδίστριας ολονέν τα του Κράτους μεταρρυθμίζων και καθιδρύων εφρόντισε και περί ιδρύσεως κυβερνητικών ιδρυμάτων, τούτο μεν προς εγκαθιδρύσιν της κυβερνήσεως τούτο δε προς στρατωνισμόν του κατά γην στρατού και ναυστάθμου και ναυτικών αποθηκών προς επισκευήν τών τε πολεμικών και ιδιωτικών σκαφών, και εναποθήκευσιν ναυτικών ειδών. Ίδρυσε το εν Αιγίνη μέγαρον της Κυβερνήσεως (54) (Σπήτι του Μπαρμπαγιάννη), το εν Ναυπλίω κυβερνητικόν ανάκτορον, το οπλοστάσιον και τον στρατώνα, τον εν Πόρω ναύσταθμον, τους εν Άργει, Κορίνθω, Πάτραις και Ναυπάκτω στρατώνας χωρητικότητος πεντακισχιλίων ανδρών και ουκ ολίγα άλλα δημόσια καταστήματα.

Μεγάλην επίσης κατέβαλε προσοχήν και περί την συγκρότησιν δικαστηρίων, ίνα ούτως εξαγάγη την δικαιοσύνην εκ του χάους εν ώ ήτο βεβυθισμένη καθ' όλην την μακράν διάρκειαν της επαναστάσεως μεθ' όλα τα ψηφίσματα των τριών Εθνοσυνελεύσεων, άπερ ως αντιφατικά αλλήλων δεν εφηρμόζοντο πρεπόντως και συνέστησε προσωρινόν δικαστήριον τριμελές, πρόεδρον μεν έχον τον αδελφόν αυτού Βιάρον και παρέδρους τον Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον και τον Ε. Τομπάζην, πάντας μέλη του Πανελληνίου. Το δικαστήριον τούτο ησχολήθη εις την εκδίκασιν των εν Πόρω επί πειρατεία κατηγορουμένων και μετά την αποπεράτωσιν των εργασιών αυτού διελύθη. Βραδύτερον δε ο Κυβερνήτης εσκέφθη περί ιδρύσεως δικαστηρίων και συντάξεως νόμων συμφώνως προς τας εθνικάς απαιτήσεις. Διότι το έθνος μετά την μοιραίαν πτώσιν της εν Βυζαντίω αυτοκρατορίας ημών τυχόν πολλών προνομίων (55) διωκείτο κατά την Ρωμαϊκήν Νομοθεσίαν, ήν συνέταμεν ο νομικός Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ούτινος η σωτηριώδης και αναμφισβήτητος επιρροή, ήν εξήσκησεν επί των τυχών του έθνους ημών από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι της ευτυχούς εν μέρει αποσείσεως του πιέζοντος τον τράχηλον της πατρίδος ημών ζυγού, είναι αναμφίλεκτος. Η νομοθεσία αυτού υπό τον τίτλον Εξάβιβλος, παρηκολούθησε πάσας τας περιπετείας της πολιτικής ημών καταστάσεως, συνετέλεσε τα μέγιστα εις την ενότητα και σύσφιγξιν των εθνικών δεσμών κατά τον μακρόν και πολύδακρυν εκείνον της δουλείας χρόνον και διετήρησεν εν ισχύι την Ρωμαϊκήν Νομοθεσίαν. Το Ελληνικόν έθνος κύψαν τον αυχένα εις την Τουρκικήν κατάκτησιν και απολέσαν την Εθνικήν αυτονομίαν, διετήρησεν ένεκα πολλών λόγων προς τη γλώσση και τη ιερά αυτού θρησκεία, ως είπομεν, ουκ ολίγα προνόμια, εσωτερικήν τινα αυτοδιοίκησιν πολιτικήν τινα νομοθεσίαν, ήν εξήσκουν οι παρά του λαού εκλεγόμενοι Δημογέροντες και Προεστοί, και οι εκάστοτε Μητροπολίται, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι, οίτινες ηκολούθουν προς λύσιν των μεταξύ των Χριστιανών αναφυομένων διαφορών τα επικρατήσαντα έθιμα και συνεβουλεύοντο διηνεκώς την Εξάβιβλον του Αρμενοπούλου. Ούτω δ' αι εν τη Εξαβίβλω περιληφθείσαι διατάξεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων καθιερώθηκαν υπό της κοινής συνηθείας και συνεχωνεύθησαν προς τα ήθη και έθιμα του ελληνικού έθνους, όπερ μέχρι σήμερον επί τη βάσει αυτού εν τε δούλη και τη ελευθέρα Ελλάδι πολιτεύεται αστικώς (56).





Η Βουλή μετά την διάλυσιν της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως επεχείρησε να συντάξη νόμον περί δικαστηρίων, αλλά το έργον αυτής παρέμεινεν ατελές μόνον δέκα και οκτώ άρθρων συζητηθέντων. Ούτως είχον τα πράγματα, ο δε Κυβερνήτης επόμενος των προκατόχων παραδείγμασι, διώρισε και αυτός ειδικάς επιτροπάς, άμα δε και προέτρεπε τους διαφερομένους να υποβάλλονται εις την κρίσιν των διαιτητών, τούθ' όπερ δεν παρημέλησε να κηρύξη ότι πρέπει να γίνηται και μετά την σύστασιν δικαστηρίων τακτικών.

Δεν ηθέλησεν ευθύς αμέσως να προβή εις εφαρμογήν δικαστικών συστημάτων, κατά θεωρίαν μεν ορθών αλλ' απροσφυών διά λαόν οίος ο Ελληνικός, όστις από τετρακοσίων ετών ήτο συνειθισμένος εις τας συνοπτικάς διαδικασίας των δημογερόντων, της δημεύσεως της σπάθης του κυριάρχου. Την τοιαύτην δ' αυτού διάθεσιν έδειξε και προς το Πανελλήνιον διά των διαγγελμάτων αυτού της 24 και 26 Οκτωβρίου 1828. Ενόμιζε, πολύ δικαίως, ότι αι διατυπώσεις, αι ενστάσεις, τα προδικαστικά, τα παρεμπίπτοντα ζητήματα και οι τόσοι δικαστικοί τύποι, ούς ύστερον η αντιβασιλεία, κατά τον βαυαρικόν νόμον, ενέγραψεν εν τη δικαστική νομολογία, ηδύναντο αντί ωφελείας βλάβης να γένωνται πρόξενοι και να παρέχωσιν αφορμάς διηνεκείς εις στρεψοδικίας και δόλον. Επεθύμησε λοιπόν πρώτον να μελετήση τον νηπιάζοντα ελληνικόν λαόν και να κανονίση μετέπειτα την οδόν, ή τινι έμελλε να ακολουθήση εν τη δικαστική νομολογία. Ως εκ τούτου βλέπομεν τον Κυβερνήτην διηνεκώς ενδοιάζοντα περί του πρακτέου, διορίζοντα εκτάκτους επιτρόπους και προσωρινούς διοικητάς και περιοδεύοντα την Ελλάδα βήμα προς βήμα. Μόλις δε περί το τέλος του 1828, συμφώνως ταις επαγγελίαις αυτού να διοικήση κατά τας υπό των Εθνοσυνελεύσεων τεθειμένας αρχάς, υιοθέτησε τον οργανικόν νόμον της Κορίνθου και εξέδοτο τον «Διοργανισμόν της πολιτικής εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης» εξ άρθρων τριάκοντα και εννέα, καθ' ά η διαχείρισις ανετίθετο εις προσωρινά μεν αλλά τακτικώτερα δικαστήρια, και ταύτα διά τινας μόνον επαρχίας, εν αίς δεν υπήρχε πόλεμος. Μόλις δε μετά παρέλευσιν ενός έτους ωρίσθησαν τακτικά δικαστήρια, συνετάχθησαν εντελέστεροι διοργανισμοί και πολιτική και ποινική δικονομία και νόμος περί συμβολαιογράφων (μνημόνων) και άλλαι διατάξεις συμπληρωτικαί.

Τα δικαστήρια διηρέθησαν εις έξ είδη: Ειρηνοδικεία, Πρωτόκλητα, Έκκλητα, Ανώτατα, Εμποροδικεία και Εξαιρετικά. Συνέστη δε και Ειδικόν Δικαστήριον διά την εν δημοσίαις οδοίς ληστείαν, αλλά τούτου αι αποφάσεις εφεσιβάλλοντο εις το Ανώτατον. Εν τοις Εξαιρετικοίς εδικάζοντο αι κατηγορίαι των εν τέλει και τα εγκλήματα καθοσιώσεως. Είτα δε συνειδώς ο Καποδίστριας τας ποικίλας ελλείψεις του «Απανθίσματος των Εγκληματικών της Β' των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως». (Α. Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Β', σελ. 81, 83 — Τόμ. Γ, σελ. 73, 81), όπερ εις τρία τμήματα διαιρούμενον, ήν ο ποινικός της εποχής εκείνης νόμος συνεπλήρωσέ τινα των κενών αυτού εκδούς ιδιαίτερον νόμον περί κιβδηλείας (17]29 Φεβρουαρίου 1831), επελήφθη δε συνάμα της καταρτίσεως νέου ποινικού κώδικος, αλλ' ο αιφνίδιος αυτού θάνατος εματαίωσε την αποπεράτωσιν του έργου τούτου, ούτως ώστε, και της αντιβασιλείας ιδρυθείσης, ίσχυεν εισέτι το Απάνθισμα, όπερ μόνον τη 19 Απριλίου 1834 κατηργήθη, τεθέντος εις ενέργειαν του νυν ισχύοντος ποινικού νόμου, δημοσιευθέντος τη 18)30 Δεκεμβρίου 1833.

Επειδή δε και οι νέοι ούτοι νόμοι του Κυβερνήτου δεν ήσαν επαρκείς, τα δικαστήρια παρηγγέλθησαν να προστρέχωσι και εις τους νόμους των Βυζαντιακών αυτοκρατόρων, τον Αρμενόπουλον, τον ορθόν λόγον και την επιείκειαν.

Αλλ' η τελευταία αύτη προσθήκη: «ορθόν λόγον και επιείκειαν» εγένετο αφορμή του εξής κωμικού επεισοδίου, όπερ εν παρενθέσει αναγράφομεν ώδε· δικαστού τινος του Πρωτοκλήτου δικαστηρίου γράψαντος προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν ότι: «Αρμενόπουλον μεν και Απάνθισμα των εγκληματικών νόμων ευρών ηγόρασεν, επιείκειαν όμως και ορθόν λόγον, ει και ηρεύνησεν επιμελώς εν άπασι τοις βιβλιοπωλείοις δεν εύρεν»!

Ουδαμώς δε κατώτερος των δικαστικών ενεργειών αυτού εφάνη ο Κυβερνήτης και εν τω ζητήματι της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η φιλομάθεια του έθνους ην μεγάλη, ο δε Καποδίστριας απέβλεψε κυρίως εις την δημοτικήν εκπαίδευσιν και προ τούτου εις την περισυλλογήν των τε δε κακείσε περιφερομένων ορφανών, ών οι πατέρες έπεσαν ενδόξως υπέρ πατρίδος. Απεφάσισε λοιπόν την ίδρυσιν του μέχρι τούδε σωζομένου λαμπρού εν Αιγίνη οικοδομήματος, όπερ εχρησίμευσε μεν άλλοτε ως Ορφανοτροφείον, νυν δε ως Φυλακαί. Το οικοδόμημα τούτο όπερ υπήρξεν η αφετηρία της αλληλοδιδακτικής μεθόδου (λαγκαστριανής), ής εισηγητής υπήρξεν ο υπό της πανώλους αποθανών διδάσκαλος Γ. Κλεόβουλος, ωκοδομήθη υπό των πολυπληθών εν Αιγίνη ατυχών ανθρώπων πάσης ηλικίας και γένους, οίτινες δι' αυτού εύρον εργασίαν επί τινα χρόνον. Και πράγματι εν Αιγίνη είχον συρρεύσει απανταχόθεν της Ελλάδος ιδίως δ' εξ Ελευσίνος και Αθηνών πολλοί, φεύγοντες τα δεινά του πολέμου· οι ατυχείς ούτοι υπό της πείνης και των κακουχιών κατατρυχόμενοι έζων βίον αθλιέστατον, μόλις αποζώντες και οικούντες εν σπηλαίοις, ταις οπαίς της γης και τοις αρχαίοις τάφοις. Τούτους λοιπόν πάντας, διά των χρημάτων άπερ ο Κυβερνήτης είχε λάβει, διερχόμενος διά Τεργέστης, Αγκώνος και Μελίτης παρά των ομογενών, εχρησιμοποίησεν εις την ανοικοδόμησιν του Ορφανοτροφείου, καταστήματος φιλανθρωπικού δυναμένου να περιλάβη περί τας δύο χιλιάδας ορφανών (1 Νοέμβριου 1829). Και όντως ο Καποδίστριας διέταξεν όπως περισυλλέξωσιν άπαντας τους αλητεύοντας εν τε τοις στρατοπέδοις και εν ταις πόλεσιν ορφανούς πεντακοσίους τον αριθμόν παίδας και εισήγαγεν αυτούς εις το Ορφανοτροφείον, σώσας της διαφθοράς και της εξαχρειώσεως. Διέταξε την ίδρυσιν δημοτικών Σχολείων ούτω δε από του Φεβρουαρίου μέχρι Μαΐου του 1828 ιδρύθησαν μόνον εν ταις νήσοις του Αιγαίου πελάγους 22 αλληλοδιδακτικά σχολεία· περί δε τα τέλη του 1829 εν πληθυσμώ 693,000 υπήρχον 15,000 μαθητών, περί δε το τέλος του 1830 εν μεν ταις νήσοις υπήρχον 48 δημοδιδασκαλεία, 55 εν Πελοποννήσω και ο μόνον εν τη εκτός του Ισθμού Ελλάδι. Ελληνικά δε σχολεία 44 επί των νήσων και 38 εν Πελοποννήσω. Ο Γάλλος Δυτρόν ως μέλος της επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως επιτροπείας προύτεινε την σύστασιν και ανωτέρων παιδευτηρίων· αλλ' ο Καποδίστριας αντέστη έχων μάλλον προ οφθαλμών την ανάπτυξιν των ηθών παρ' Έλλησιν. Εν Αιγίνη πλην του Ορφανοτροφείου, ούτινος τον οργανισμόν ανέθετο τω διδασκάλω του Γένους Γεωργίω Γενναδίω, εν ώ διητώντο, ως είπομεν, τα ορφανά μειράκια, ιδρύθη το Κεντρικόν σχολείον, όπερ έμελλε να καταστή πρότυπον των άλλων σχολείων, όπερ βραδύτερον διηύθυνεν ο αυτός Γεννάδιος, το Διδασκαλείον (Ιούλιος 1830), εν ώ έμελλον να παρασκευάζονται διδάσκαλοι, η στρατιωτική σχολή των Ευελπίδων εν Ναυπλίω, Γεωργικόν εν Τίρυνθι και εν Πόρω το εκκλησιαστικόν εκ των εισοδημάτων μονής της Ζωοδόχου Πηγής συντηρούμενον, όπερ επί βραχύν χρόνον έχον δύο διδασκάλους και 15 μαθητάς επί τέλους διελύθη.

Επίσης ανεκαίνισε και την προ αυτού υπάρχουσαν Μουσικήν σχολήν την διευθυνομένην μεν παρά του μουσικοδιδασκάλου Γεωργίου Λεσβίου, εφορευομένην δε υπό των μητροπολιτών Άρτης Πορφυρίου, Καρύστου Νεοφύτου και του Νικολάου Δραγούμη (16 Μαρτίου). Τοιαύτη ην η φροντίς του Καποδιστρίου περί ιδρύσεως δημοτικών σχολείων και τοιούτον το αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτού. Ο Κυβερνήτης, όν είδομεν και εν Ευρώπη συνιστάντα το εν Γενεύη «Ορφανοτροφείον» υπό τον Αλέξανδρον Ροδινόν εν Βενετία, και εν Αγκώνι έτρεφε μεγάλην ιδέαν περί της δημοτικής εκπαιδεύσεως και σχεδόν υπέρ αυτής καθ' εκάστην ειργάζετο μέχρι των ελαχίστων κατερχόμενος της κατοικίας, της τροφής, της ενδυμασίας, της καθαριότητος, ως φαίνεται εν τη επιστολή, ήν απέστειλε προς τον εν Πόρω διδάσκαλον Α. Παπαδόπουλον: «Στέλλω σοι ενδύματα διά τα υπό την διεύθυνσίν σου παιδία, ήτοι μίαν φουστανέλλαν, δύο υποκάμισα, δύο βρακία, ζεύγος εμβάδων, φέσιον, καπόταν και ζώνην. Πριν όμως ενδύσης τα παιδία, να κείρης και λούσης αυτά καλώς, να αλλάζωσιν υποκάμισον και βρακίον καθ' εβδομάδα κτλ. ...»

Ιδού πάλιν τι έγραφε προς τον διδάσκαλον της εν Ναυπλίω αληλοδιδακτικής Σχολής τη 5 Απριλίου 1830:

«Πέμπομεν προς σε τα νομισματικά βραβεία, δι' ών η κυβέρνησις τιμά τους ευδοκιμήσαντας εις τας τελευταίας εξετάσεις μαθητάς σου, όσοι κατονομάζονται εις τον επισυναπτόμενον κατάλογον· οι δε τούτων αξιωθέντες θέλουν φέρει επί του στήθους προσαρτημένα με δέμα εθνικού χρώματος.

«Την πρώτην ταύτην αμοιβήν της περί τα καλά προθυμίας διανέμων εις αυτούς εκ μέρους της κυβερνήσεως, δύνασαι να τους βεβαιώσης, ότι θέλουν λάβει τους τόπους των εξερχομένων από του κεντρικού σχολείου υποτρόφων της κυβερνήσεως, εάν δίδωσιν ακολούθως δείγματα της αυτής προθυμίας· τους δε λοιπούς των μαθητών σου θέλεις προτρέψει να καταβάλωσι πάσαν σπουδήν διά ν' αξιωθώσι τα αυτά παράσημα και προνόμια.

«Ηδέως εκφράζομεν προς σε την ευγνωμοσύνην μας διά τον οποίον έδειξας ζήλον και επιμέλειαν διά την εκτέλεσιν των χρεών της εμπιστευθείσης υπηρεσίας, της οποίας το αντικείμενον είναι το σπουδαιότατον πάντων αναμφιβόλως, το να παρασκευάση δηλονότι πολίτας αγαθούς, ωφελίμους εις την πατρίδα διά την περί τα θεία ευσέβειαν, διά την αρετήν των ηθών διά την παιδείαν.

«Επιθυμούντες δε να δώσωμεν προς σε και πραγματικά δείγματα της ευγνωμοσύνης μας, διετάξαμεν να συγκαταλεχθή της σήμερον εις τους μαθητάς του κεντρικού σχολείου ο αδελφός σου, όστις συνέπραξε με πολλήν προθυμίαν και ικανότητα εις την πρόοδον των μαθητών σου, και δίδει χρηστάς ελπίδας ότι θέλει κατασταθή άξιος της αλληλοδιδακτικής διδάσκαλος, τελειοποιηθείς εις το κεντρικόν της Αιγίνης σχολείον».

Την τοσαύτην δ' υπέρ της εκπαιδεύσεως φροντίδα αυτού συνεπλήρωσε και διά της ιδρύσεως Μουσείου αρχαιοτήτων, λιθογραφείου και τυπογραφείου, όπως τυπώνται τα διά την διδασκαλίαν βιβλία και τα διά τας άλλας χρείας του Κράτους έγγραφα και τας εν Αιγίνη εκδιδομένας εφημερίδας: Αιγιναίας και Ελληνικού Ταχυδρόμου υπό του διοργανωτού των εν Αιγίνη εκπαιδευτηρίων και φίλου προσωπικού του Καποδιστρίου Ανδρέου Μουστοξύδου. Όσον δ' αποβλέπει εις την εκκλησίαν, ουδέν εγένετο. Η εκκλησία της επαναστάσης Ελλάδος επαύσατο υπείκουσα τη εν Κώνσταντινουπόλει Μεγάλη Εκκλησία και ουδ' ήτο άλλως δυνατόν να γίνη· διότι οι εν Ελλάδι μητροπολίται και ιερείς συν τω σταυρώ έφερον και την σπάθην ίνα καθαγιάσωσι την επανάστασιν. Τεχνηέντως δ' απέκρουσεν ο Κυβερνήτης πάσαν ανάμιξιν του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εν τοις πράγμασι της Ελλάδος, ού ένεκα και η υπό του πονηρού Σουλτάν Μαχμούτ αποστολή κατά Μάιον (1828) εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ελλάδα των επισκόπων Ιωαννίνων, Λαρίσης, Χαλκηδόνος και Νικαίας προς ειρήνευσιν των στασιασάντων ραγιάδων! απέτυχε· διότι ούτοι φθάσαντες εις Άρταν και γράψαντες προς τον Καποδίστριαν ίνα διαγράψη αυτοίς τον ασφαλέστερον τρόπον να κατέλθωσιν εις Αίγιναν, έλαβον απάντησιν ότι δεν εξηρτάτο πλέον από των ελλήνων να ακούσωσι τας προτάσεις αυτών και ότι, κατ' ακολουθίαν, ώφειλον να αποταθώσι προς τας τρεις ευεργέτιδας Δυνάμεις τας αναγνωρισάσας την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.

Ουχ ήττον όμως οι τέσσαρες εκείνοι ιεράρχαι συνοδευόμενοι και υπό του μεγάλου πρωτοσυγγέλου των Πατριαρχείων κατώρθωσαν να τύχωσι συνεντεύξεως μετά του Ιβραχήμ Πασά, όστις ωδήγησεν αυτούς εις Λακεδαίμονα, διασπείραντας καθ' οδόν λόγους υποταγής προς τον Σουλτάνον. Είτα έφθασαν εις Τρίπολιν, πλην ο ενταύθα έκτακτος επίτροπος Α. Βλαχόπουλος δεν επέτρεψε μεν αυτοίς την είσοδον, διότι προήρχοντο εκ χωρών προσβεβλημένων εκ πανώλους, απέστειλεν όμως προς αυτούς τον γραμματέα αυτού Δ. Κ. Βυζάντιον, όστις ώρισεν αυτοίς τόπον συνεντεύξεως την ονομαζομένην Πύλην του Ναυπλίου.

Ιδού δε πώς περιγράφει την συνέντευξιν ταύτην ο Αμβρόσιος Φραντζής εν τη Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος (Τόμ. Γ, σελ. 58):

«Απελθών δε ο γραμματεύς και λαβών έντευξιν μετ' αυτών, παρετήρησε μεγάλην μεν από το μέρος των δυσαρέσκειαν διά την παρεμπόδισίν των του να εισέλθωσιν εις την πόλιν, αφ' ετέρου δε πάλιν βαδίζοντας εις τον σκοπόν των με ήπιον τρόπον, και ομιλούντας (καθ' άς είχον οδηγίας) τα υπέρ του Σουλτάνου και του Ιμπραχήμ Πασά φρονήματά των, επί προσθήκη, ότι δεν συνέφερε πλέον να ήναι οι Έλληνες εις τοιαύτην κατάστασιν, και άλλα τοιαύτα, και ότι έπρεπε να γνωρίσουν τα συμφέροντά των, και να υποκύψωσι τον αυχένα υπό το σκήπτρον του κραταιοτάτου Σουλτάνου (57)· ο δε γραμματεύς ακούσας τους λόγους αυτών, τους οποίους έλεγον δημοσίως παρόντων περί τον γραμματέα 500 περίπου Ελλήνων, τοις απήντησεν όσα δεν ήλπιζον· ούτω δε διανυκτερεύσαντες όλην εκείνην την νύκτα εις την πεδιάδα το πρωί της επιούσης μετέβησαν εις το Ναύπλιον, εφοδιασθέντες με επίσημα έγγραφα της εκτάκτου επιτροπείας, και συνοδευθέντες απ' ολίγους τινάς στρατιώτας της πολιτοφυλακής· φθάσαντες δε εις το Ναύπλιον, εκείθεν μετέβησαν εις τον Πόρον, όπου λαβόντες έντευξιν μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος, τω ενεχείρισαν την παρά του Πατριάρχου συνοδικήν επιστολήν, προς την οποίαν ο Κυβερνήτης απήντησε καταλλήλως».

Η επιστολή αύτη του Κυβερνήτου της Ελλάδος προς τον εθνάρχην των υπό δουλείαν ημετέρων αδελφών είχεν ώδε:

Αριθμός 2683.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος

Προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, και την περί αυτόν αγίαν Σύνοδον.

«Η προς τους προύχοντας, Κληρικούς, προκρίτους και λοιπούς χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου πελάγους εκάστης τάξεως και βαθμού διεθυνθείσα παρά της υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου επιστολή του Φεβρουαρίου μηνός είχε φανή και εις τας εφημερίδας όλης της Ευρώπης, και αυτής ακόμη της Ελλάδος, ότε εσχάτως οι άγιοι Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίται Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσσης, και Ιωαννίνων μετά του μεγάλου πρωτοσυγκέλλου έφθασαν εις την νήσον του Πόρου, όπου κατά το παρόν και ημείς διατρίβομεν.

«Επροσκλήθησαν την ακόλουθον της αφίξεώς των ημέραν να έλθωσι προς ημάς. Συνήλθομεν κατά την 22 Μαΐου (3 Ιουνίου), παρόντων εγκρίτων αξιωματικών των ναυτικών Δυνάμεων, οι οποίοι διαμένουν εις τα παράλια ταύτα κατά βούλησιν των συμμάχων Αυλών.

«Όσων ολίγων ελπίδων και αν ήτον η προσδοκία μας, δεν δυνάμεθα να υποκρύψωμεν εις την υμετέραν Παναγιότητα την ανέκφραστον λύπην, την οποίαν ησθάνθημεν, όταν εβεβαιώθημεν, ότι η αποστολή των ιεραρχιών τούτων σκοπόν μόνον είχε το να εγχειρίσωσι προς ημάς την ιδίαν του Φεβρουαρίου μηνός επιστολήν, και να μας προτρέψωσιν εν ταυτώ καθ' όλους τους κατεπείγοντας τρόπους, ώστε να τους δώσωμεν καν ελπίδας, ότι το ελληνικόν έθνος ήθελε παραδεχθή τας νουθεσίας της υμετέρας Παναγιότητος.

»Οι ίδιοι ημείς δεξάμενοι παρά των ιδίων αυτών την επιστολήν, είπομεν μεθ' όλης της παρρησίας τα αίτια, διά τα οποία το βήμα τούτο ούτε συνέπειάν τινα ηδύνατο να έχη, ούτε καρπούς παντελώς να φέρη αναλόγους με τας επιθυμίας της υμετέρας Παναγιότητος.

«Επειδή οι εμπεπιστευμένοι τα της αποστολής ταύτης παρά της υμετέρας Παναγιότητος Αρχιεπίσκοποι εκοίνωσαν εις ημάς, ότι επεθύμουν κομισταί να γενώσι τινός απαντήσεως, δεν δυσκολευόμεθα να την δώσωμεν διά της παρούσης μας· περιέχει αύτη μετ' ακριβείας τας προς αυτούς διά ζώσης φωνής παρατηρήσεις μας κατά την επί της 22 Μαΐου (3 Ιουνίου) συνέντευξίν μας.