Η ελληνική Κυβέρνησις επίσης θα παράσχη πάσαν ασφάλειαν εντός των ορίων της Ελλάδος εις όσους Χριστιανούς ή Οθωμανούς ηκολούθησαν την εναντίαν μερίδα.
Η Υψηλή Πύλη θέλει παραχωρήσει προθεσμίαν ενός έτους όσους των Ελλήνων υπηκόων της επιθυμούσι να μεταναναστεύσωσι, να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να αναχωρήσωσιν ελευθέρως. Η ελληνική Κυβέρνησις θέλει συγχωρήσει ωσαύτως εις όσους των Ελλήνων προτιμώσι να μεταναστεύωσιν εις το Οθωμανικόν Κράτος.
Αι μεταξύ Οθωμανών και Ελλήνων εμπορικαί σχέσεις θέλουσι προσδιορισθή οριστικώς άμα ως κανονισθώσι τα εν τω παρόντι πρωτοκόλλω αναφερόμενα.
Οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας θέλουσιν επιφορτισθή να ζητήσωσι παρά της Οθωμανικής Πύλης την διατήρησιν της ανακωχής, ήν ο Ρεΐζ Εφένδης διά της από 10 του παρελθόντος Σεπτεμβρίου επιστολής προς τους εν τω Αρχιπελάγει αντιπροσώπους της συμμαχίας εκήρυξεν ως υφισταμένην πραγματικώς εκ μέρους της Πύλης προς τους Έλληνας.
Αι τρεις αυλαί στηριζόμεναι επί της εκ μέρους της Πύλης ανακωχής, των προσπαθειών άς καταβάλλουσι προς εξασφάλισιν της διατηρήσεως αυτής και επί των διαπραγματεύσεων, αίτινες θέλουσιν αρχίσει εν Κωνσταντινουπόλει περί της οριστικής τύχης της Ελλάδος, θέλουσι ζητήσει και παρά των Ελλήνων να παύσωσιν αμέσως των εχθροπραξιών καθ' όλα τα μέρη· η δε Ελληνική κυβέρνησις να επαναφέρη εντός των ορίων του παρά της συμμαχίας εγγυωμένου Κράτους τα Ελληνικά στρατεύματα όσα ευρίσκονται εκτός, πάντοτε όμως χωρίς το μέτρον τούτο να προδικάση, κατ' ουδένα τρόπον, το περί οροθεσίας του νέου Ελληνικού Κράτους ζήτημα.
Άμα ως λάβη πέρας ο ανωτέρω συμβιβασμός μετά της Πύλης, θέλει τεθή, κατά το άρθρον 5 της συνθήκης της 6 Ιουλίου υπό την εγγύησιν εκείνων των δυνάμεων, των υπογραψασών την ρηθείσαν συνθήκην, αίτινες νομίζουσιν ωφέλιμον η δυνατόν να αποδεχθώσιν αυτήν την υποχρέωσιν, ής τα αποτελέσματα και η ενέργεια θέλουσι συμφωνηθή μετέπειτα μεταξύ των Υψηλών δυνάμεων κατά το προμνημονευθέν άρθρον της συνθήκης της 6 Ιουλίου. Εν τούτοις, αποφασίζεται από της σήμερον ότι η περί ο λόγος εγγύησις θέλει εξασφαλίζει την Πύλην κατά παντός κινήματος ή εχθροπραξίας εκ μέρους των Ελλήνων και την Ελλάδα κατά παντός κινήματος ή εχθροπραξίας εκ μέρους της Πύλης.
Οι πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας δεν δύνανται να κλείσωσιν ουδένα συμβιβασμόν απομακρυνόμενον των ανωτέρω τεθεισών βάσεων.
Αν και εν τη παρούση διαπραγματεύσει η Ρωσία συγκατανεύη να μη αντιπροσωπεύηται διά πληρεξουσίου, εν τούτοις αι τρεις δυνάμεις συνενοήθησαν να εξακολουθήσωσιν αι διαπραγματεύσεις υπό των αντιπροσώπων των αυλών Λονδίνου και Παρισίων εν ονόματι και της Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και της Γαλλίας να γίνωσι πάσαι αι προτάσεις εκ μέρους των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και να μη γίνη δεκτόν ζήτημα, ούτινος σκοπός είναι να απομακρύνη αμέσως ή εμμέσως την Ρωσίαν από της περί ής ο λόγος διαπραγματεύσεως, ή τα αποτελέσματα αυτής.
Οι αντιπρόσωποι Γαλλίας και Αγγλίας θέλουσι προσπαθήσει πάσαις δυνάμεσι να λάβωσιν όσον τάχιον την συγκατάθεσιν της Πύλης δι' όσας μέλλουσι να ποιήσωσιν αυτώ προτάσεις. Οιαδήποτε δε καν ή η διάθεσίς της, θέλουσι ζητήσει παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως ταχείαν απάντησιν εις τας προτάσεις των.
Όσα επίσημα έγγραφα μέλλουσι να γραφώσι, συνεπεία των διαπραγματεύσεων τούτων, θέλουσι συντάττεσθαι από κοινού, και υπογράφεσθαι υπό των δύο πληρεξουσίων εις τριπλούν ίνα διευθύνεται ανά έν προς εκάστην των τριών δυνάμεων.
Το παρόν πρωτόκολλον, καθόσον αφορά τας βάσεις των μετά της Πύλης διαπραγματεύσεων των πρέσβεων και τον τρόπον, όν πρέπει να ακολουθήσωσιν εν ταις διαπραγματεύσεσιν αυτών, επέχει τόπον οδηγιών αυτοίς.
Ο πληρεξούσιος της Α. Μ. του αυτοκράτορος της Ρωσίας εκοινοποίησεν επισήμως ότι έλαβε την άδειαν παρά του αυτοκράτορος να συγκατανεύση εις το να διαπραγματευθώσιν οι πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας μετά της Οθωμανικής Πύλης εν ονόματι του αυτοκράτορος και να θεωρή απ' αυτής της στιγμής τους ρηθέντας πρέσβεις ως εφωδιασμένους διά της αναγκαίας πληρεξουσιότητος προς διαπραγμάτευσιν εκ μέρους της Ρωσίας κατά τας προεκτεθείσας βάσεις και συμφωνίας.
Οι πληρεξούσιοι της Γαλλίας και Μεγάλης Βρεττανίας ανήγγειλαν ότι κατά συνέπειαν της διακοινώσεως ταύτης και ίνα εκπληρωθή το σκοπούμενον του παρόντος πρωτοκόλλου, οι παρά τη Οθωμανική Πύλη αντιπρόσωποι των οικείων αυλών θέλουσι θεωρηθή ως ανηκόντως εφωδιασμένοι να διαπραγματευθώσιν εν ονόματι του αυτοκράτορος της Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και Γαλλίας και θέλουσι διαταχθή να απέλθωσιν αμέσως εις Κωνσταντινούπολιν, όπως άρξωνται των διαπραγματεύσεων εκ μέρους των τριών συμμάχων αυλών και κατά τας ανωτέρω βάσεις και συμφωνίας τας γενομένας κοινή συγκαταθέσει.
Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν.
Κατά του πρωτοκόλλου τούτου, ως εικός, καθυπέβαλον η τε Ελληνική Κυβέρνησις (11]23 Μαΐου και 24]5 Ιουνίου 1829) και η Δ' εθνική Συνέλευσις, η συγκροτηθείσα εν Άργει τη 11 Ιουλίου 1829 και μέχρι της 6 Αυγούστου του αυτού έτους αυτόθι συνεδριάσασα, ευλόγους ενστάσεις. Όντως δε διά της πράξεως ταύτης εματαιούτο κατά μέγα μέρος ο αρχικός της επαναστάσεως σκοπός. Ου μόνον αι πλείσται Ελληνικαί χώραι παρεδίδοντο αύθις τη διακρίσει των Τούρκων, αλλά και αύται εκείναι όσαι έμελλον να αποτελέσωσιν ίδιον Κράτος απεστερούντο του ευεργετήματος της εντελούς ανεξαρτησίας. Εξ εναντίας δε η Οθωμανική Κυβέρνησις, θεωρούσα τον στρατόν αυτής επανειλημμένως υπό των Ρώσων κατατροπωθέντα και αναγκασθείσα να συνομολογήση εν Αδριανουπόλει την 2]14 Σεπτεμβρίου ειρήνην επιζήμιον, έσπευσε διά του 10 άρθρου (61) της ειρήνης ταύτης να αποδεχθή οριστικώς τας αποφάσεις των Δυνάμεων, τας περιεχομένας εν τε τη της 24 Ιουνίου (6 Ιουλίου 1827) συνθήκη και εν τω από 10]22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω.
Μετά τα ολίγα ταύτα περί του πρωτοκόλλου της 10]22 Μαρτίου, επανέλθωμεν εις την συνέχισιν των πολεμικών των Ελλήνων έργων, άπερ μεθ' όλην την προκηρυχθείσαν υπό του Ρεΐζ-Εφένδη και του πρωτοκόλλου τούτου ανακωχήν εξηκολούθουν εν τη Στερεά Ελλάδι.
Μετά την ανωτέρω μάχην του Μαρτίνου την καταστήσασαν δυσχερή την θέσιν των εν Θήβαις και Αττική Τούρκων στερουμένων, προ πάντων, τροφών, ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης εσκόπει τον αποκλεισμόν των Θηβών και της Αττικής διά καταλήψεως των κυριωτέρων θέσεων, δι' ών ηδύναντο οι εχθροί να προσπορίζωνται τροφάς. Αλλ' ο άρτι διορισθείς γενικός πληρεξούσιος της Στερεάς Ελλάδος Αυγουστίνος Καποδίστριας, ανήρ περί τα στρατιωτικά απειρότατος, άλλα διανοούμενος, ου μόνον ουδεμίαν ακρόασιν τω Υψηλάντη έδωκεν, αλλά και δύο χιλιαρχίας και το ιππικόν αφήρεσεν απ' αυτού σκοπόν έχων να πολιορκήση την Ναύπακτον, ήτις, καταλαμβανομένων των στενών της Ακαρνανίας και του Μακρυνόρους, έμελλε καθώς και το Μεσολόγγιον να παραδοθή. Και προς το φαινόμενον μεν υπέσχετο ο Αυγουστίνος θα πέμψη πάλιν οπίσω τον στρατόν τούτο κρύφα δ' ερραδιούργησε προς τον αδελφόν και τας χιλιαρχίας του Νικολάου Κριεζώτου και Ιωάννου Στράτου. Ως εκ τούτου, οι πιστοί οπλιτάρχαι δι' αναφοράς διεμαρτυρήθησαν μεν προς τον Κυβερνήτην, ουδαμώς όμως εισηκούσθησαν. Ουχ ήττον ο Υψηλάντης καίπερ σμικράν έχων δύναμιν απεφάσισε να πολιορκήση τας Θήβας, ας εφρούρουν 3,000 πεζών και 300 ιππείς κατέχοντες τα προάστεια Πύργον, Πυρί και Αγίους Θεοδώρους. Προς τούτο δε έπεμψε μεν εις κατάληψιν του Ανηφορήτου, θέσεως οχυράς επί όρους εγγύς του Καραμπαμπά, τον Κριεζώτην, Τόλιαν Λάζον, Ιωάννην Ράγκον και Μήτρον Λιακόπουλον ηγουμένους 400 στρατιωτών, όπως εμποδίζωσι πάσαν συγκοινωνίαν μεταξύ Ευβοίας και Θηβών, τον δε Βάσσον εις Αττικήν προς τον αυτόν σκοπόν. Αυτός δε ηγούμενος 700 ανδρών νύκτωρ (18 Μαΐου) κατέλαβε τα ερείπια των Θηβών. Ο Ομέρ πασάς της Καρύστου μαθών την κατάληψιν του Ανηφορήτου εξεστράτευσε (2 Ιουνίου) ηγούμενος 1000 τακτικών και 800 Αλβανών. Οι Έλληνες όντες περί τους 600 ιδόντες εκ του ύψους του όρους επερχομένους τους εχθρούς κατήλθον προς τας υπωρείας. Αλλά κινδυνεύοντες να περικυκλωθώσιν ένεκα απροσδοκήτου υποχωρήσεως του πάντοτε ανδρείως πολεμήσαντος Κριεζώτου, υπεχώρησαν προς τα οχυρώματα εν μεγίστη αταξία. Των Τούρκων απειλούντων να εισπηδήσωσιν εις αυτά τα οχυρώματα, ο εκατόνταρχος Ψαροδήμος και ο πεντηκόνταρχος Λιακόπουλος εν αλαλαγμώ εκπηδήσαντες έτρεψαν τους πλησιεστέρους των εχθρών εις φυγήν.
Άρθρον 10. Ομολογούσα η Υψηλή Πύλη την τελείαν αυτής συγκατάθεσιν εις τα ωρισμένα εν τη του Λονδίνου Συνθήκη της 24[6 Ιουλίου 1827 μεταξύ της Ρωσίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και Γαλλίας, συναποδέχεται και την πράξιν της 10]22 Μαρτίου 1829 εκ συμφώνου μετά των αυτών τούτων δυνάμεων αποφασισθείσαν επί τη βάσει της ειρημένης συνθήκης και διαλαμβάνουσαν τους προς την οριστικήν εκείνης εκτέλεσιν λεπτομερείς συμβιβασμούς. Ευθύς δε μετά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της παρούσης περί ειρήνης συνθήκης, η Υψηλή Πόλη θέλει διορίσει πληρεξουσίους όπως συμφωνήσωσι μετά των της ρωσικής αυτοκρατορικής αυλής και των αυλών της Αγγλίας και Γαλλίας περί της εκπληρώσεως των ειρημένων ορισμών και συμβιβασμού.
Το παράδειγμα των ανδρείων τούτων μιμηθέντες και οι άλλοι εξώρμησαν και έτρεψαν τους εχθρούς εις φυγήν, εφόνευσαν περί τους 47 και πολλούς ετραυμάτισαν. Εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν τρεις και επληγώθησαν πέντε, εν οίς ο Βασίλειος Μπούσγος, ο Παύλος Στεφάνου και ο Βασίλειος Λεοναρδίδης· ο δε ανδρειότατος πάντων αναδειχθείς Ψαροδήμος ετρώθη το στέρνον και τον αριστερόν βραχίονα· εν τούτοις όμως ει και ο Ομέρ πασάς υπεχώρησεν εις Χαλκίδα, οι Έλληνες κατέλιπον τον Ανηφορίτην ως στερούμενοι τροφών και μη λαμβάνοντες μισθόν, πολλοί δε των του Ομέρ Πασά απήλθον εις βοήθεια των εν Θήβαις Τούρκων, οίτινες τόσον θαρραλέοι εγένοντο, ώστε καθ' ημέραν εξήρχοντο εις συλλογήν καρπών. Ο Υψηλάντης μαθών ότι αυθόρμητοι ήρχοντο προς αυτόν εκ Ναυπάκτου οι υπό τον Χατζηχρήστον ιππείς έπεμψε νυκτός προς προϋπάντησιν αυτών τον Σκουρτανιώτην και τον Ευμορφόπουλον, όπως από κοινού επιπέσωσι κατά των ανυπόπτως διεσκορπισμένων εχθρών. Πράγματι δε οι ιππείς όντες 130 και 300 πεζοί εκ του εν Θήβαις ελληνικού στρατοπέδου επήλθον συνηνωμένοι κατά των ανυπόπτων εχθρών· εγένετο μικρά, αλλά κρατερά συμπλοκή, ήν εκ μεν των Τούρκων εφονεύθησαν περί τους 130, ηχμαλωτίσθησαν 16 και ετραυματίσθησαν πολλοί, συνελήφθησαν δε και 80 ίπποι, εκ δε των ημετέρων ουδείς εφονεύθη· επληγώθησαν δέ τινες, εν οίς καιρίως, κατά την κοιλίαν, ο Αθανάσιος Σαλαμίνιος ο μετ' ου πολύ εκ της πληγής αποθανών, ο Σταύρος Ελευθερίου Αινίτης και ηχμαλωτίσθη ο Ιωάννης Σέρβος, όστις και ελυτρώθη αντί τεσσάρων εκ των συλληφθέντων 16 Τούρκων. Μετ' ολίγας δ' ημέρας μαθόντες οι ημέτεροι ότι ήρχοντο εκ Χαλκίδος 500 Τούρκοι προς επικουρίαν των εν Θήβαις κατά την νύκτα της 20 προς 21 Ιουνίου κατέλαβον τα κατά την εκ Χαλκίδος εις Θήβας άγουσαν Μαυροβούνι. Οι Τούρκοι φθάσαντες αυτόσε προσεβλήθησαν αίφνης υπό των ενεδρευόντων Ελλήνων· ήρξατο μάχη μεταξύ των Τούρκων προσπαθούντων να διαφύγωσιν εις Θήβας, και των Ελλήνων κωλυόντων αυτούς. Τέλος όμως διεξήλθον οι Τούρκοι προς τους εν Θήβας αποβαλόντες περί τους 120 άνδρας και πολλούς τραυματίας, εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν εννέα καί τινες ετραυματίσθησαν.
Τη επαύριον (22 Ιουνίου), όπως αποπλύνωσι την αισχύνην της προτεραίας οι Τούρκοι εφώρμησαν, από πρωίας, επί τα οχυρώματα των Ελλήνων. Και οι μεν κατέχοντες τους Αγίους Θεοδώρους Τούρκοι προσέβαλον τα οχυρώματα των οπλιταρχών Ιωάννου Ρούκη και Σπύρου Μήλιου αρχηγού της φρουράς του στρατάρχου Υψηλάντου, οι δε του Πύργου και Πυρί τα του Ιωάννου Στράτου, Διονυσίου Ευμορφοπούλου και Γεωργίου Σκουρτανιώτου· το δε ιππικόν του εχθρού ίστατο όπισθεν έτοιμον προς καταδίωξιν. Αφ' ετέρου δε το Ελληνικόν ιππικόν υπό τον ανδρείον Χατζηχρήστον ίστατο όπισθεν των Ελλήνων τηρών ελευθέραν την εις Κάζαν την επί του Κιθαιρώνος άγουσαν. Ο Υψηλάντης ιδών εκ του κέντρου, ένθα ίστατο, ότι εκινδύνευον οι περί τον Ρούκην και Μήλιον, έπεμψεν εις επικουρίαν 120 άνδρας υπό τον Ιωάννην Μπαϊρακτάρην, ως και τον ίππαρχον Χατζηχρήστον μετά 20 ιππέων και το υπόλοιπον ιππικόν. Εν τούτω δύο Έλληνες ιππείς οι Γεώργιος Μανιάτης και Δημήτριος Σαλαχώρης επιτεθέντες ξιφήρεις κατά 8 Τούρκων ιππέων αποσπασθέντων του άλλου τουρκικού ιππικού έτρεψαν αυτούς· τούτο ιδόντες οι λοιποί Τούρκοι ιππείς εφώρμησαν· επήλθον άμα και οι Έλληνες ιππείς και συμπλοκής γενομένης, το τουρκικόν ιππικόν ετράπη εις φυγήν εξώρμησαν δε συγχρόνως εκ των προχωμάτων ξιφήρεις και οι πεζοί Έλληνες, οίτινες έτρεψαν το πεζικόν των εχθρών. Ούτω δε οι τέως νικηταί Τούρκοι ηττήθησαν κατά κράτος αποβαλόντες νεκρούς πολλούς τραυματίας και αιχμαλώτους και δύο σημαίας. Εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν 3 και 15 ετραυματίσθησαν.
Μετά την νίκην ταύτην, δυστυχώς το στρατόπεδον των ημετέρων εγκατέλιπεν (7 Αυγούστου) τας Θήβας, πολλών λιποτακτησάντων και εμβαλόντων τους πάντας εις άτακτον φυγήν· ούτω δε παρελύοντο οσημέραι δι' έλλειψιν μισθών και τροφίμων τα ελληνικά στρατόπεδα· μέρος του υπολειφθέντος στρατού ανέβησαν εις την επί του Κιθαιρώνος Κάζαν, οι δε πλείονες εις τας Θεσπιάς, οίς ηκολούθησε και αυτός ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης.
Των υπό τον Υψηλάντην μαχομένων περί τας Θήβας, οι υπ' αυτού, ως είπομεν, εις Αττικήν πεμφθέντες υπό τον Βάσσον άνδρες εστρατοπέδευσαν εν τω μεταξύ Χασεκή και Μενιδίου μοναστηρίω του Αγίου Ιωάννου. Τη 18 Μαΐου ο Βάσσος ηγούμενος 300 πεζών καί τινων ιππέων, εξ ών τους πεζούς διέταξε να ελλοχήσωσιν εκεί, μετά των ιππέων προελαύνων προς το Μενίδιον συνεπλάκη προς 200 πεζούς Τούρκους· έσπευσαν οι ενεδρεύοντες Έλληνες και Τούρκοι άλλοι αλλαχόθεν, αλλ' εχωρίσθησαν πληγωθέντων τινών. Τη 27 Μαΐου εξεστράτευσαν και πάλιν Τούρκοι εξ Αθηνών προς διάλυσιν του στρατοπέδου του Βάσσου έλκοντος και δύο τηλεβόλα, αλλά αψιμαχίας γενομένης ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν άπρακτοι, αποβαλόντες νεκρούς καί τινας τραυματίας. Δευτέραν απόπειραν εποιήσαντο οι Τούρκοι τη 6 Ιουλίου επιτεθέντες κατά των ωχυρωμένων Ελλήνων, αλλά και πάλιν απέκρουσεν αυτούς ο Βάσσος, αποβαλόντες νεκρούς τινας καί τινας τραυματίας.
Τούτων εν τη Ανατολική Ελλάδι γενομένων, ο πληρεξούσιος πολιτικός και στατιωτικός Αυγουστίνος ευρίσκετο εν τη Δυτική Ελλάδι. Ούτος εισπλεύσας εις Κορινθιακόν κόλπον επί της υπό τον ναύαρχον Μιαούλην φρεγάτας «Ελλάδος» εκυρίευσε του Αντιρρίου μετά δύο ημερών (12 — 13 Μαρτίου) πολιορκίαν κατά τε γην και κατά θάλασσαν. Μετά ταύτα παρεδόθησαν υπό των Τούρκων τοις ημετέροις η Ναύπακτος, το Μεσολόγγιον (62) και το Αιτωλικόν (2 Μαΐου) αναιμωτί. Η ανάκτησις του Μεσολογγίου επανηγυρίσθη εν ανεκλαλήτω χαρά καθ' άπασαν την Ελλάδα. Εν Αιγίνη δε τη 8 Μαΐου δημοτελής εορτή, καθ' ήν εν μεν τη μητροπόλει εξεφώνησε λόγον πανηγυρικόν ο γραμματεύς της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης. Ο δε Κυβερνήτης διεκήρυξε προς το πανελλήνιον τάδε: «Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πάλιν η σημαία του Σταυρού. Εις τα τείχη της πόλεως του Μεσολογγίου κείνται οστά των γενναίων εκείνων ανδρών, οίτινες προμαχόμενοι έπεσαν ενδόξως.
»Το πρώτιστον των χρεών μας, το οποίον οφείλομεν ναποδώσωμεν εις την μνήμην των αοιδίμων εκείνων μαρτύρων, είναι το να προσφέρωμεν επί του θυσιαστηρίου του Υψίστου τας υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών ενθέρμους ευχάς μας.
»Το χρέος τούτο αφού αποδώσωμεν, έχομεν και άλλο όχι ολιγώτερον ιερόν να εκπληρώσωμεν· έχομεν χρέος να συλλέξωμεν μετ' ευλαβείας τα σεβάσμια αυτών λείψανα και να καταθέσωμεν είς τι μνημείον, όπου η πατρίς ναποδίδη κατ' έτος τον φόρον της ευγνωμοσύνης της εις την κόνιν των ανδρών εκείνων, οι οποίοι εμαρτύρησαν ηρωικώς υπέρ του αγώνος αυτής. Η κυβέρνησις διερμηνεύουσα τα αισθήματα των Ελλήνων υπερποθούντων να εκπληρώσωσι τα τοιαύτα χρέη των διατάττει: Την ιδίαν ημέραν, καθ' ήν θέλει να εγκαινιασθή η πρώτη εκκλησία, η οποία επισκευάζεται ήδη εις Μεσολόγγιον, να ιερουργήση ο μητροπολίτης διά να δεηθή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των ηρωικών προμαχώνων της πόλεως του Μεσολογγίου.
»Ο πληρεξούσιος τοποτηρητής να διορίση επιτροπήν συγκειμένην από άνδρας του ιερού κλήρου ως και από πολεμικούς πολιτικούς αξιωματικούς, ήτις οφείλει να λάβη ταναγκαία μέτρα διά να ενεργηθώσι τα εφεξής: Να συνταχθή κατάλογος των εκκλησιαστικών, αξιωματικών, πολιτικών υπουργών, ή απλών πολιτών, οίτινες έπεσαν ως θύματα της πολιορκίας του Μεσολογγίου κατά το 1822, 1823, 1825 και 1826.
»Να συλλεχθώσι τα νεκρά αυτών λείψανα και να προσδιορισθή ο τόπος, όπου πρέπει να εναποτεθούν.
»Ο Κυβερνήτης θέλει υπάγει αυτοπροσώπως εις Μεσολόγγιον διά να παρευρεθή εις την μεγάλην επικήδειον πομπήν την εσομένην προς μετακόμισιν των οστέων αυτών εις το μέρος εκείνο όπου θ' ανεγερθή μνημείον, αφοσιούμενον από το έθνος εις μνήμην των γενναίων εν Μεσολογγίω υπερασπιστών του Σταυρού. Η κυβέρνησις θέλει εκδώσει πρόγραμμα, προσκαλούσα δι' αυτού τους ομογενείς αρχιτέκτονας και λιθοξόους να στείλωσιν εις αυτήν εντός ενός έτους σχέδια και πρωτότυπα διά το μνημείον, περί ού ο λόγος.»
Ούτω το ηρωικόν και πολύδακρυ Μεσολόγγιον περιήλθεν υπό την κατοχήν των ημετέρων, η δε κυανόλευκος εκυμάτιζε πλέον επί των αιμοφύρτων επάλξεων αυτού. Εν τούτοις η Τουρκία πανταχόθεν εσωτερικώς μεν υπό της ελληνικής επαναστάσεως εξωτερικώς δε υπό τε των πεπολιτισμένων λαών και μάλιστα υπό των κυβερνήσεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, πολυειδώς καταπιεζομένη, περιέστη εις αμηχανίαν.
Η Ρωσία εξηκολούθει νικώσα τα τουρκικά όπλα. Ο στρατηγός Δίβιτς ο ρωμαϊκώ εθίμω Υπεραίμιος ή Βαλκανικός (Ζαβαλκάνσκι) επικληθείς, μετά οκτώ μυριάδων ανδρών διέβη τον Αίμον και μετ' ου πολύ αφίκετο εις Αδριανούπολιν. Τούτου ένεκα ότε διελύετο το Ελληνικόν εν Θήβαις υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην στρατόπεδον, 1500 Τούρκοι υπό τον Ασλάμπεην Μονχουρδάρην πεμφθέντες εισέβαλον διά των Θερμοπυλών. Εκ Θερμοπυλών διοδεύσας ο Ασλάμπεης Βουδωνίτσαν, Τουρκοχώρι και Θήβας, αφίκετο εις Αθήνας και παραλαβών τόν τε εν Αθήναις τουρκικόν στρατόν, καταλιπών μόνον φρουράν επί της Ακροπόλεως και τον εν Θήβαις υπέστρεφεν εις Λάρισσαν. Αλλ' εν τούτω ο Υψηλάντης συναθροίσας, εκ νέου, τον εν Στεβενίκω, Διστόμω, Αραχώβη, Αμφίσση και αλλαχού διεσπαρμένον προς τροφήν στρατόν κατέλαβε τη 9 Σεπτεμβρίου 1829 τα επί της εκ Θηβών εις Λεβαδείαν αγούσης στενά, τα παρά τους βορείους πρόποδας του Ελικώνος και τα νότια τέλματα της Κωπαΐδος σχηματιζόμενα.
Τη επαύριον (10 Σεπτεμβρίου) αφικόμενοι 5,000 Τούρκων εστρατοπέδευσαν ου μακράν των ημετέρων μέχρι της πρωίας της 15 Σεπτεμβρίου, ότε δοθέντος διά κανονιοβολισμού του σημείου της επιθέσεως, καταλιπόντες ολίγους προς φρουράν του οχυρωθέντος στρατοπέδου αυτών εφώρμησαν, διαιρεθέντες εις δύο μοίρας. Και το μεν πεζικόν κατά των οχυρωμάτων των Ελλήνων, το δε ιππικόν εξ 600 ανδρών παρετάχθη εις δύο στοίχους παρά τους πρόποδας του όρους· 300 δε πεζοί καί τινες ιππείς κατέλαβον το χωρίον Βρασταμίτας. Οι δ' Έλληνες εν συνόλω 2,300 ήσαν παρατεταγμένοι κατά τα στενά της Πέτρας. Το κύριον των Τούρκων σώμα, ηγουμένου αυτού του Ασλάμπεη, εφώρμησε κατά του ελληνικού προμαχώνος· αλλ' οι έξωθεν αυτού Μαμούρης και οι άλλοι απέκρουσαν αυτούς ηγούμενοι 700 ανδρών, ενώ συγχρόνως ο Μπαϊρακτάρης και ο Σπύρος Μήλιος γενναίως αντιστάντες έτρεψαν τους αποπειραθέντας να διέλθωσιν εχθρούς, ως και οι υπό τον Χατηχρήστον ιππείς τους κατ' αυτών επελθόντας Τούρκους.
Απελπισθέντες οι εχθροί περί της διαβάσεως, επανήλθον κατησχυμένοι εις το στρατόπεδον και τη επαύριον (13 Σεπτεμβρίου) πρωία έπεμψαν τον αρχηγόν του ιππικού Αχμέτμπεην προς τους Έλληνας όπως συνθηκολογήση και διαβώσι τα στενά. Κατά την προκαταρκτικήν συνδιάλεξιν του Αχμέτμπεη και των επιτετραμμένων υπό των Ελλήνων: Γεωργίου Λασσάνη στρατοπεδάρχου και Ιωάννου Φιλήμονος, γραμματέως του Υψηλάντου, μη επελθούσης ομοφωνίας, μετέβη εις τα τουρκικόν στρατόπεδον, αιτήσει του Αχμέτμπεη και αδεία του Υψηλάντου, ο Ιωάννης Φιλήμων· αλλ' ουδ' εν τη δευτέρα ταύτη συνδιαλέξει του Οτζάκ Αχμέτ και Ασλάμπεη και του Φιλήμονος μη γενομένης ομοφωνίας, των Τούρκων μη στεργόντων να παραδώσωσι την Φοντάναν, ο Φιλήμων επανήλθεν άπρακτος κομίζων την ιδία χειρί του Ασλάμπεη γεγραμμένην επιστολήν ταύτην: «Τίμιε φίλε κυρ στρατάρχη Υψηλάντη, σε ακριβοασπάζομαι και με το κάμνοντας φιλικόν χαιρετισμόν σε ειδοποιώ: εδώ ήλθεν ο απεσταλμένος γραμματεύς σου εις τον Οσμάν αγά Οτζάκ αγά και με είπεν, οπού διά του δρόμου, οπού να απολύσης διά να πάμε, να σου απολυθούν οι τόποι οπού έχω πιάσει εγώ από Λεβαδείαν έως Αλαμάνα και έτζι λοιπόν να αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Αυτό εγώ λοιπόν δεν ημπορώ να το κάμω χωρίς να μη ρωτήσω τον αυθέντην μου· ημπορώ μόνον και μόνον χωρίς ρωτήσω του αφεντός μου, να σου απολύσω Λεβαδία, Κατίκου Χάνι και Τουρκοχώρι ει δε και διά τα άλλα, ενόσου να πηγαίνω εις Λάρισαν να ανταμωθώ με τον αφέντη μου (ενόει τον Μεχμέτ πασάν, Ρούμελη Βαλησή) και απόψε προσμένω απόκρισίν σου, διά να αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Ό,τι να γένη απόψε να γένη, να πάρη τέλος η δουλιά· και καθώς εστάθης έως τώρα εις την τιμήν σου, έτζι λοιπόν και τώρα δεν πρέπει να κάμης διαφορετικά, παρά να βαστάζης την μπέσσα σου και υγίαινε.»
Επειδή δε οι Έλληνες επέμενον απαιτούντες την παράδοσιν της Λεβαδείας, του Κατίκου Χάνι, του Τορκοχωρίου και Φοντάνας, οι Τούρκοι συνδιασκεψάμενοι μέχρι βαθείας νυκτός απεφάσισαν να παραδώσωσι και την Φοντάναν και άλλας παραχωρήσεις να ποιήσωσι τοις Έλλησιν, εφ' ώ και ο Οσμάν αγάς Οτζάκ αγάς, Ασλάν Μουχουρδάρης και ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης υπέγραψαν εν τω στρατοπέδω της Πέτρας (13 Σεπτεμβρίου 1829) την συνθήκην ταύτην:
«Οι υποφαινόμενοι Οτζάκ αγάς Οσμάνης και Ασλάμπεης Μουχουρδάρης, πολεμηθέντες εις την Πέτραν την δωδεκάτην ημέραν του τρέχοντος μηνός και αδυνατήσαντες να περάσωμεν με πόλεμον ταύτην την θέσιν παρεκαλέσαμεν τον στρατάρχην κύριον Δημήτριον Υψηλάντην οδηγήσαντα την εναντίον μας ειρημένην μάχην και αξιούμεθα την συγκατάθεσίν του διά το ελεύθερον πέρασμά μας από την Πέτραν κατά την ακόλουθον συνθήκην:
«Η εκλαμπρότης του ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης κύριος Δημήτριος Υψηλάντης υπόσχεται να αδειάση τον επάνω της Πέτρας προμαχώνα, ευρισκόμενον υπό την υπεράσπισιν του χιλιάρχου Χριστοδούλου Χατζή Πέτρου, άμα εξημερώση και ανταλλαχθώσι τα αμοιβαία ενέχυρα.
«Δίδει όσους έχει εις το στρατόπεδόν του αιχμαλώτους Τούρκους, άμα δοθούν οι ευρισκόμενοι εις το τουρκικόν στρατόπεδον Έλληνες.
«Δίδει τρία αμοιβαία ενέχυρα εις τον Οτζάκ αγάν Οσμάνην, τον πρώτον πεντακοσίαρχον της τετάρτης χιλιαρχίας Νάκον Πανουργιάν: τον πρώτον πεντακοσίαρχον της πέμπτης χιλιαρχίας Τόλιαν Νικολάου και τον εκατόνταρχον ιππέα Κ. Μοναστηρλήν.
«Συντροφεύει το τουρκικόν στρατόπεδον με την ανήκουσαν δύναμιν προς ασφάλειάν του μέχρι της Μπουδονίτζας, όπου θέλουσιν αλλαχθή και τα ενέχυρα· η δε ενδοξότης του ο Οτζάκ αγάς Οσμάνης και Ασλάμπεης Μουχουρδάρης υπόσχονται:
«Εις το πέρασμά των από Πέτρας μέχρι Μπουδονίτζας να μη κάμωσι την παραμικράν ζημίαν εις τους εγκατοίκους, τα γεννήματα και τα ζωντανά των.
«Να λάβωσι πλησίον των τας ευρισκομένας φυλακάς των εις την πόλιν της Λεβαδείας, εις το Χάνι του Κατίκου, το Τουρκοχώρι και την Φοντάναν· δηλονότι να αδειάσουν εντελώς όλας αυτάς τας θέσεις και την Μπουδονίτζαν μέχρι των Θερμοπυλών και της Αλαμάνας, ν' αφήσωσι μόνην την ευρισκομένην εις αυτάς φρουράν χωρίς να κάμωσι προσθήκην καμμίαν.
«Δίδουσιν εκ μέρους των ο μεν Οτζάκ αγάς Οσμάνης δύο ενέχυρα: τον Αχμέτμπεην Κολ αγάν και τον Καχραμάν αγά Κολ αγάν· ο δε Ασλάμπεης Μουχουρδάρης τον Μπελούκμπασην Νουρ Εδίν αγάν.
«Το κίνημα του τουρκικού στρατοπέδου διά της Πέτρας θέλει αρχίσει εκ προειδοποιήσεως του στρατάρχου, άμα τελειωθή τελεία η αλλαγή των ενεχύρων και αδειάση ο προμαχών ο επάνω της Πέτρας.
«Δίδουσιν όσους έχουν Έλληνας αιχμαλώτους εις το στρατόπεδόν των πριν λάβωσι την είδησιν της διαβάσεώς των διά της Πέτρας.
«Εις πίστωσιν τούτων όλων γεγραμμένων εν λόγω τιμής έγειναν δύο όμοια αντίγραφα της παρούσης συνθήκης υπογεγραμμένα και εσφραγισμένα αμοιβαίως και από τα δύο μέρη».
Διά της τελευταίας ταύτης μάχης και νίκης της Πέτρας, (12 Σεπτεμβρίου 1829), λήγει και η μεγάλη ελληνική επανάστασις ήτις κατά Μάρτιον του 1821 αρξαμένη διήρκεσεν επί οκτώ όλα βαρυστένακτα έτη, ήτοι μέχρι του Σεπτεμβρίου 1892.
Διά της επαναστάσεως ταύτης η Ελλάς εκτήσατο ό,τι απώλεσε κατά την αποφράδα της 29 Μαΐου 1453 ημέραν, την ελευθερίαν και αυτονομίαν αυτής, ής επί τέσσαρας όλους αιώνας στυγεράς δουλείας εστερείτο, την αισχροτέραν τοις Τούρκοις δουλεύουσα δουλείαν. Η διπλωματία τέλος κατώρθωσε να πείση τον Σουλτάνον, περισπώμενον εκ σπουδαίων εσωτερικών περιπλοκών ίνα μικρόν προ της μετά της Ρωσίας συνθηκολογήσεως αναγνωρίση την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, επί τη βάσει της Λονδινείου συνθήκης της 24)6 Ιουλίου 1827 (63) και του πρωτοκόλλου της 10)22 Μαρτίου 1829 (64), την δε μετά της Ρωσίας «ειρήνην μόλις κατά την υστάτην ώραν συνήνεσε να υπογράψη ο Μαχμούτ (2]14 Σεπτεμβρίου 1829) εν Αδριανουπόλει.
Κατά τον αυτόν μήνα προ της συνθήκης είχε συστηθή, κατά διαταγήν του Τσάρου, μυστική τις επιτροπή, αποστολήν έχουσα να σκεφθή περί της αρίστης πολιτικής της προσηκούσης τη Ρωσία απέναντι της Τουρκίας κατά τας παραμονάς της συνθηκολογήσεως. Μεταξύ των διαφόρων προτάσεων ο κυβερνήτης Καποδίστριας προύτεινε την επί των ερειπίων του εν Ευρώπη Οθωμανικού Κράτους ίδρυσιν πέντε χριστιανικών κρατών: α') του Δακικού, συγκροτουμένου εκ των παραδουναβίων ηγεμονιών, β') του Σερβικού, αποτελουμένου εκ της Σερβίας, Βοσνίας Ερζεγοβίνης και δυτικής Βουλγαρίας, γ') του Μακεδονικού, συγκροτουμένου εκ της Μακεδονίας, Θράκης, πλην του Βυζαντίου και της Ανατολικής Βουλγαρίας, δ) του Ηπειρωτικού, αποτελουμένου εκ της Ηπείρου και Αλβανίας, και ε') του Ελληνικού, περιλαμβάνοντος τας λοιπάς εν Ευρώπη ελληνικάς χώρας και απάσας τας νήσους του Αιγαίου. Τα κράτη ταύτα θ' απετέλουν ομοσπονδίαν μετά πρωτευούσης της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις έμελλε να κηρυχθή ελευθέρα πόλις άρχουσα της από Δέρκων μέχρι Σηλυβρίας εκτεινομένης χώρας. Αλλ' αι προτάσεις αύται δεν εγένοντο δεκταί υπό της Ρωσίας· διότι ουδαμώς εθεωρείτο τη Ρωσία ασφαλής ο πορθμός του Βοσπόρου. Επίσης δεν εγένετο δεκτή και η πρότασις του Ρώσου στρατηγού Δεΐβιτς του Υπεραιμίου (= υπέρ τον Αίμον γενομένου = Ζαβαλκάνσκι), όπως η συνθήκη προς την Τουρκίαν υπογραφή υπό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ούτως υπεγράφη εν Ανδριανουπόλει.
Διά της συνθήκης της Αδριανουπόλεως, η Ρωσία έλαβεν αποζημίωσιν 135,000,000 φράγκων, προσεκτήσατο το Δέλτα του Δουνάβεως και ελευθεροπλοΐαν εν τω Ευξείνω, γενομένη ούτω κυρία του εμπορίου.
Διά του 10 δε άρθρου της αυτής συνθήκης η Υψηλή Πύλη λίαν ευχαρίστως απεδέξατο, ως είπομεν, τας αποφάσεις των Δυνάμεων τας εν τε τη από 24)6 Ιουλίου 1827 συνθήκη και εν τω από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω περιεχομένας, αλλ' η Ελληνική κυβέρνησις υπέβαλεν, ως είδομεν, ευλόγους ενστάσεις· διότι επί του άρθρου τούτου το μείζον μέρος των επί επταετίαν όλην αγωνισθεισών χωρών παρέμενε τη Τουρκία, τα δε αληθή συμφέροντα του Ελληνισμού διεκυβεύοντο σοβαρώς, ο δε επί μεγάλαις ελπίσι συναφθείς πολυετής Ελληνικός αγών, μικρά μόνον απέφερε τα αποτελέσματα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Τα προ της Δ' εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως. — Εκλογαί πληρεξουσίων. — Αναβολή της
συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, — Εκλογή του Κυβερνήτου εν τριάκοντα και έξ
εκλογικαίς περιφερείαις. — Ανανέωσις του Πανελληνίου — Σύγκλησις της
Εθνοσυνελεύσεως διά την 11ην Ιουλίου 1829, — Το αρχαίον του Άργους θέατρον
διασκευασθέν εχρησίμευσεν ως τόπος συνεδριάσεως της Εθνοσυνελεύσεως. —
Τελετή επίσημος επί τη ενάρξει των εργασιών αυτής. — Αι συζητήσεις. — Τα πρακτικά
και τα ψηφίσματα. — Κατάργησις του Πανελληνίου και ίδρυσις της Γερουσίας. — Αι
αποφάσεις αυτής. — Η 6η Αυγούστου 1829. — Λήξις των εργασιών της εν Άργει Δ'
Εθνικής Συνελεύσεως.
Εν τούτοις, εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας ζητών να δημιουργήση νέον εν Ελλάδι
καθεστώς μάλλον προς την φύσιν του Έλληνος αρμόζον, διέταξεν εκλογάς
πληρεξουσίων διά την μέλλουσαν να συγκροτηθή Εθνικήν συνέλευσιν, ήτις κατ'
Απρίλιον του 1828 προκηρυχθείσα ολονέν ανεβάλλετο, τούτο μεν ένεκα της
παρεμπεσούσης πανώλους, τούτο δε προς μείζονα μελέτην των αναγκών του έθνους,
περί ών έμελλε να αποφασίση η Εθνοσυνέλευσις. Μόλις δε, καθ' όν χρόνον
εξηκολούθει επί των πλοίων η εν Πόρω διαπραγμάτευσις των αντιπροσώπων των
ευεργετίδων Δυνάμεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου), απεφάσισεν, υπό της
διπλωματίας και των προκρίτων Ελλήνων παρακινούμενος, να σκεφθή σοβαρώτερον
περί του ζητήματος της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, ήν από ημέρας εις ημέραν
εφίλει να αναβάλλη). Εν τούτοις, τη 12 Νοεμβρίου 1828 προσεκάλεσε το Πανελλήνιον,
όπως σκεφθή περί της μορφής της συνελεύσεως. Ουχ ήττον όμως φοβούμενος μη
τυχόν η Εθνοσυνέλευσις καταστή θέατρον βίαιων διαπληκτισμών, ως εκ της συρροής
εις Άργος πολλών οπλοφόρων εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος ανέβαλε και αύθις την
σύγκλησιν λέγων — ως ωμολόγησεν εμπιστευτικώς τω Κ. Στόκμαρ
(65) — ότι οι
Έλληνες ήσαν έτι άωροι διά την ελευθερίαν των κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Εν
τούτοις, μη περιμένων πέντε και δέκα έτη, ως είχεν απαιτήσει τούτο παρά του
πρίγκηπος Λεοπόλδου, ήλπιζεν ο Καποδίστριας επί εύνουν και ευάγωγον
Εθνοσυνέλευσιν. Οι έπαρχοι είχον αρκούντως ενεργήσει παρά τω λαώ, και η
κατάργησις των αρχαίων δημοτικών ελευθεριών είχεν ωριμάσει αυτόν προς
επιδεικτικήν τινα συνταγματικήν πομπήν. Καίτοι δε προϋπήρχον οι αγαθοί ούτοι όροι,
μετά προσοχής όμως και περισκέψεως προέβη εις το έργον τούτο ο Κυβερνήτης. Πολύ
δε ωφέλησεν αυτώ ότι δεν υπήρχεν εν Ελλάδι νόμος περί προσόντων εκλογέων και
εκλεξίμων.
Είχε μεν συζητήσει μετά του Πανελληνίου, από του Ιανουαρίου 1829, ως προς τους σχετικούς νομικούς ορισμούς. Το σώμα όμως τούτο, εν ώ τότε ακριβώς ανεφύη η πρώτη προς τον Κυβερνήτην δυσπιστία, ηρέθισεν αυτόν διά παρατόλμων αξιώσεων. Απήτησε να εκλέγωσιν οι εκλογικοί σύλλογοι τον ίδιον εαυτών πρόεδρον και γραμματέα, και επειδή ήτο πιθανόν ότι οι ξένοι και ακτήμονες ήθελον υποστηρίξει την κυβέρνησιν, η αντιπολίτευσις απήτησε να ψηφίσωσι μόνον αυτόχθονες και κτηματίαι. Τούτο εξήγειρε την οργήν του Καποδιστρίου· διότι είδεν αίφνης εγειρόμενα ενώπιον αυτού ανυπέρβλητα εμπόδια, και κατενόησεν ότι δεν είχε την δύναμιν να εκδώση νόμον, και μάλιστα εκλογικόν, περιορίζοντα το ελεύθερον εκλογικόν δικαίωμα. «Ήθελον αδιστάκτως συμμερισθή την υμετέραν γνώμην, είπεν ο Καποδίστριας προς το Πανελλήνιον, αν δεν έβλεπον εν αυτή ακαταμάχητόν τινα δυσχέρειαν· είναι δε αύτη, ότι δεν δύναμαι να αναγνωρίσω εμαυτώ το δικαίωμα της νομοθετήσεως και μάλιστα περί εκλογικών». Καίπερ δε την αναρμοδιότητα ταύτην προφασιζόμενος, συνεβούλευσεν ουχ ήττον πολλά αγαθά, τείνοντα εις υπεκφυγήν των δυσχερειών. Οι κατά τας εκλογάς των δημογερόντων επικρατήσαντες τέως τύποι είχον επιδοκιμασθή λίαν εν ταις επαρχίαις.
Δεν ηδύναντο άρα γε να αποφέρωσιν επίσης ευχάριστα αποτελέσματα και κατά τας εκλογάς των διά την συνέλευσιν αντιπροσώπων; Αι των δημογερόντων εκλογαί εγένοντο κατά τα διατάγματα του Απριλίου 1828, υπό την διεύθυνσιν και την επίδρασιν των κυβερνητικών επάρχων, και απέφερον ούτως επιθυμητά τω Καποδιστρία αποτελέσματα. Αν λοιπόν νυν εξελέγοντο και οι αντιπρόσωποι κατά το αυτό σύστημα, ευλόγως ήλπιζεν ο Κυβερνήτης την εν ταις εκλογαίς επίτευξιν ευχαρίστου αποτελέσματος.
Το Πανελλήνιον όμως δεν ηθέλησε να κατανοήση τα πλεονεκτήματα του νέου καποδιστριακού συστήματος, και απέρριψε την περί της διεξαγωγής των εκλογών πρότασιν της κυβερνήσεως. Διελογίσθη επί στιγμήν ο Καποδίστριας να δημοσιεύση εκλογικόν νόμον, άνευ της συναινέσεως του Πανελληνίου, αλλ' ο γραμματεύς της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης ηρνήθη επιμόνως να υπογράψη και να αναλάβη την ευθύνην της πράξεως ταύτης. Ο Κυβερνήτης κατεστάλη τότε, αλλ' αποκτήσας την πλειονοψηφίαν εν τω Πανελληνίω διά της προσθήκης εννέα νέων μελών, εν οίς και ο Πάνος Ράγκος, ο και έκτακτος επίτροπος χρηματίσας, υπέβαλε και πάλιν εν τη αυτή συνόδω το νομοσχέδιον αυτού, κατά το Σύνταγμα το απορριπτόμενον νομοσχέδιον δεν ηδύνατο πλέον να συζητηθή εκ νέου κατά την αυτήν σύνοδον. Επειδή δε και πάλιν ηρνήθη να προσυπογράψη ο γραμματεύς της επικρατείας παυθείς διωρίσθη εις την νεοσύστατον θέσιν του επί των Εξωτερικών γραμματέως, ο δε διάδοχος εκείνου Ν. Σπηλιάδης ήττον δύσκολος, υπέγραψε την πρότασιν της Κυβερνήσεως, ήτις ψηφισθείσα και υπό του Πανελληνίου, εδημοσιεύθη ως Νόμος (4 Μαρτίου 1829). Εκτός ολίγων τροποποιήσεων, βάσις του Νόμου τούτου υπήρξε το κατά τας εκλογάς των δημογερόντων τοσούτω γόνιμον αποδειχθέν σύστημα. Έν μόνον απέκουσε πεισμόνως το Πανελλήνιον, την διάταξιν του νομοσχεδίου, την θεσπίζουσαν την, κατά τας εκλογάς, παρουσίαν των προσωρινών διοικητών και των εκτάκτων, επιτρόπων, όπως, κατά την έκφρασιν του Καποδιστρίου, ασφαλίζηται η τάξις και η νομιμότης. Αλλ' ο Κυβερνήτης κατώρθωσε διά πλαγίας οδού πολύ πλέον ή όσον είχεν απαιτήσει. Κατώρθωσε να δοθή εις την κυβέρνησιν το δικαίωμα να διορίζη αυτή εκ των εκλογέων εκάστου διαμερίσματος τον πρόεδρον του εκλογικού συλλόγου. Αντί της επαπειλούσης απλής εφορείας των επάρχων, επετεύχθη ούτως η απ' ευθείας υπό της κυβερνήσεως διεύθυνσις των εκλογών. Απέναντι τοιούτου πλεονεκτήματος, ηδύνατο βεβαίως να προβή ο Κυβερνήτης και εις παραχωρήσεις προς το Πανελλήνιον, περί ών άλλως ήλπιζεν, ότι ουδέποτε ήθελον αποκτήσει πρακτικήν τινα σημασίαν. Ούτω δε ενέδωκε να ορισθή εν τω άρθρω 14 του κανονίζοντος τας εκλογάς νόμου, ότι πολιτικοί εγκληματίαι ηδύναντο να εξέλθωσι των φυλακών επί εγγυήσει και να εκπληρώσωσι τα αντιπροσωπικά αυτών καθήκοντα.
Όσον εξηρτάτο από των επάρχων και των δημοτικών αρχών εφαίνετο ησφαλισμένη η επί των εκλογών επιρροή της Κυβερνήσεως· όπως έχη όμως υπέρ εαυτού και το πολύ του λαού, όπερ έμελλε να εκφέρη την οριστικήν απόφασιν, απεφάσισεν ο Καποδίστριας να περιέλθη την Πελοπόννησον και τας νήσους, ενώ ο αδελφός αυτού Αυγουστίνος έλαβε την εντολήν να περιοδεύση την Στερεάν χάριν εκλογικών σκοπών. «Οι Έλληνες απαιτούσι να φωτισθώσιν υφ' ημών αυτών περί της θέσεως και του μέλλοντός των, και προ πάντων περί της αξιοπρεπούς εκπληρώσεως των καθηκόντων, άτινα επιβάλλει αυτοίς η πατρίς ως προς τας εκλογάς», έλεγεν ο Κυβερνήτης. Επί τούτω δε μετέβαινεν αδιακόπως από της Αιγίνης εις Ναύπλιον, και από Ναυπλίου εις Αίγιναν συνοδευόμενος δε υπό του I. Μεταξά και του Θ. Κολοκοτρώνη περιήλθε την Πελοπόννησον, προσήγγισεν εις τας νήσους, και μόνον την Στερεάν επεσκέπτετο σπανίως, άπαξ δε μόνον τας Αθήνας. Τα δύο δε τελευταία έτη έμεινεν αποκλειστικώς σχεδόν εν Ναυπλίω, ένθα είχεν ορίσει και την έδραν αυτού.
Ο Κυβερνήτης καταλιπών την Αίγιναν, μεσούντος Μαρτίου του 1829, επεσκέψατο
την Τρίπολιν, την Μεθώνην, τας Πάτρας, την Ναύπακτον, και επέστρεψε διά Ναυπλίου
περί τα τέλη του μηνός. Ο λαός ήρχιζεν ήδη αναλαμβάνων από των φοβερών
συνεπειών των ληστρικών επιδρομών του Ιμβραήμ και απολαύων των ευλογιών της
ειρήνης· ένθους δε προϋπήντα πανταχού τω Κυβερνήτη.
Η θέα των ξένων, η μετά Ρώσων και Γάλλων αξιωματικών αναστροφή, πάντα ταύτα
κατεγοήτευσαν τους απλούς εκείνους ποιμένας και χωρικούς, οίτινες ελάτρευον τον
Μπάρμπα — Γιάννην. Ενώ δε άλλοτε οι Τούρκοι και Χριστιανοί πασάδες παρίσταντο
προ αυτών περιβεβλημένοι τον τρόμον της καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας,
ευχάριστον προυξένει αυτοίς έκπληξιν, ότι ο Κυβερνήτης ανεμιγνύετο προσηνώς μετά
του λαού, ούτε θωπειών, ούτε δώρων, ούτε υποσχέσεων φειδόμενος. Αι θρησκευτικαί
αυτού συνήθειαι, αι ευκτήριοι αυτού ασκήσεις, και τέλος η διαρκώς επιδεικνυμένη
πεποίθησις αυτού προς τον Θεόν, ταύτα πάντα εκέρδαινον αναγκαίως τας υπέρ αυτού
συμπαθείας των πολλών και αγαθών Ελλήνων. Η εκλογική λοιπόν αυτού περιοδεία
αύτη απήνεγκε πάραυτα αρίστους πολιτικούς καρπούς. Εν τριάκοντα και έξ
εκλογικαίς περιφερείαις εξελέγη ο Κυβερνήτης αντιπρόσωπος μετά γενικής
πληρεξουσιότητος, τούθ' όπερ δείκνυσιν ότι αι περί επεμβάσεων εν ταις εκλογαίς
φήμαι των αντιπολιτευομένων, ουδεμιάς είχοντο υποστάσεως. Οι κάτοικοι του Άργους
κατήρξαντο πρώτοι, η δε εύγλωττος του Καποδιστρίου σιγή εφάνη εις άμιλλαν
προκαλούσα. Είτα παρηκολούθησαν και άλλοι Πελοποννήσιοι, εν τέλει δε και των
νήσων οι κάτοικοι. Έφθασε μάλιστα στιγμή, καθ' ήν ήλπισεν ο Καποδίστριας, ότι
ολόκληρος η Ελλάς ήθελεν εκλέξει αυτόν γενικόν αυτής πληρεξούσιον. Ότι δε ο
Κυβερνήτης ελογίσατο τούτο δυνατόν, και απόφασιν είχε να ρυθμίση την πολιτικήν
αυτού συμφώνως προς την επιτυχίαν, καταδεικνύει εγκύκλιός τις, ήν απηύθυνε την
3ην Μαΐου 1829 εκ Ναυπλίου προς τους επάρχους της Αρκαδίας, της Αργολίδος και
της κάτω Μεσσηνίας:
«Πλήρεις αισθημάτων, έλεγεν, άτινα δυσχερές είναι να εκφράσωμεν, εμάθομεν την νέαν απόδειξιν της εμπιστοσύνης, ήν τα διαμερίσματα της υμετέρας επαρχίας εξεδήλωσαν υπέρ ημών, παρέχοντα ημίν την πληρεξουσιότητά των διά την τετάρτην εθνικήν συνέλευσιν. Εντελλόμεθα υμίν να ανακοινώσητε εις τους υπογράψαντας τας αναφοράς ταύτας, ότι θέλομεν απαντήσει χωρίς αναβολής, άμα ως ευρεθώμεν εις θέσιν, μετά τας εκλογάς των άλλων διαμερισμάτων του Κράτους, να αποφασίσωμεν ότι δύναται να καταστήση ημάς ικανούς εις εκπλήρωσιν του ημετέρου καθήκοντος και δικαίωσιν της εντίμου υμών εμπιστοσύνης». Συνάμα δε παρηγγέλθη η εφημερίς ο Ελληνικός Μηνύτωρ να επαινέση προσηκόντως την φιλόνομον διαγωγήν διαμερισμάτων εκείνων, και η Γενική Εφημερίς ανήγγειλεν, ότι προς ενθάρρυνσιν και καλόν παραδειγματισμόν ήθελε δημοσιεύσει τα ονόματα των επαρχιών, αίτινες είχον αναθέσει τω Κυβερνήτη πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην.
Οποία πολιτική τροπή ήθελεν επέλθει, αν κατωρθούτο πραγματικώς η σχεδιαζομένη γενική εμπιστοσύνης ψήφος του έθνους! Ο Κυβερνήτης ηδύνατο να καταστήση αυτήν πολιτικόν κεφάλαιον, και στηριζόμενος επί της πανδήμου ταύτης ψηφοφορίας να προκαλέση την Ευρώπην, ερωτών αν ήθελε τις τολμήσει να διαλογισθή μόνον περί εκλογής ξένου ηγεμόνος, μέλλοντος να αντικαταστήση τον εκλεκτόν του έθνους. Απέτυχεν όμως η ολίγον παράτολμος ελπίς αύτη του Κυβερνήτου· διότι η αντιπολίτευσις ανέκραζε γεγωνυία τη φωνή, ότι παρεβιάζετο ο εκλογικός νόμος, και ήρξαντο να αγγέλλωνται επαρχίαι, αίτινες δεν υπήρξαν τοσούτον φιλόνομοι, ώστε να εμπιστευθώσι τω Κυβερνήτη την γενικήν αυτών πληρεξουσιότητα. Ο Καποδίστριας ενόησεν ότι ήτο ηναγκασμένος να οπισθοχωρήση προ της άνω ελπίδος και υποκρινόμενος, ότι μάτην αντετάχθη κατά της αντισυνταγματικής εμπιστοσύνης του λαού, απεποιήθη τας δοθείσας αυτώ γενικάς πληρεξουσιότητας εκ τριάκοντα έξ εκλογικών περιφερειών, διότι δεν ηδύνατο αυτός, ως εκ του αξιώματος, να γίνη και ανώτατος αρχών και εξελεγκτής ταυτοχρόνως!
Ο Καποδίστριας δι' εγκυκλίου αυτού προς τας αρχάς, φερούσης χρονολογίαν 28 Μαΐου, ανεκοίνωσεν ότι μάταιαι είχον αποβή αι προσπάθειαι αυτού κατά την εν Πελοποννήσω περιοδείαν αυτού. Προς το Πανελλήνιον δε διεκοίνωσε (14 Μαΐου), ότι η ωρισμένη προς έναρξιν της συνελεύσεως (15 Μαΐου) ήν ήδη λίαν εγγύς, και όμως απήσαν οι πληρεξούσιοι· αι δε δοθείσαι αυτώ πληρεξουσιότητες ήσαν άτοποι. Αναγνωρίσας δε το ίδιον λάθος και προσπαθών να τρέψη αυτό επιτηδείως εις ίδιον όφελος προσέθηκεν, ότι τοιούτον τι δεν ήθελε συμβή, αν είχε γείνει δεκτή υπό κυβερνητικών υπαλλήλων επιτήρησις των εκλογών, επειδή δε το Πανελλήνιον εις πάντα συνήνει, επήλθε (15 Μαΐου) η επίσημος αποποίησις πάσης προς τον Κυβερνήτην δοθείσης γενικής πληρεξουσιότητος, και η εις την 25 Ιουνίου αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Ο εκλογικός δε νόμος συνεπληρώθη, τη εγκρίσει του Πανελληνίου, διά δύο νέων διατάξεων, αίτινες εφάνησαν υπαγορευόμεναι υπό των τελευταίων γεγονότων· Επετράπη τοις κυβερνητικοίς οργάνοις «οσάκις το απήτουν η τάξις και ο νόμος» να παρεμβαίνωσι κατά τας εκλογάς· διετάχθη δε προς τούτοις η αμέσος εκλογή καθ' άπασαν την Ελλάδα. Διά του ορισμού τούτου, όσον δημοκρατικός και αν εφαίνετο, απεμακρύνετο πας νοήμων και ανεξάρτητος πληρεξούσιος. Η πείρα κατεδείκνυε και εν Ελλάδι, ότι διά της αμέσου εκλογής ηνοίγετο ευρύ το στάδιον εις τας κρατούσας φατρίας προς σαγήνευσιν και εκφόβισιν του πλήθους, και ότι μέγα των κατοίκων μέρος, πτοούμενον την εκλογικήν τύρβην, απείχεν εντελώς της εκλογής.
Τα μέτρα και οι κανονισμοί του Κυβερνήτου εστέφθησαν δι' επιτυχίας, και πανταχού σχεδόν εξελέγησαν πληρεξούσιοι φίλα τη κυβερνήσει φρονούντες.
Η κυβερνητική μερίς απεκάλει κατά την διεξαγωγήν των εκλογών τους ιδίους αυτής υποψηφίους καλούς χριστιανούς· αλλ' η αντιπολίτευσις δεν καθυστέρησε και εν τούτω και εσφενδόνισε κατ' εκείνων την προσωνυμίαν δουλόφρονες. Οι Ψαρριανοί και οι Υδραίοι διεξήγαγον εκλογάς τινας, ών τα αποτελέσματα δυσηρέστησαν την κυβέρνησιν. Τότε ο Καποδίστριας, όπως αποζημιωθή, εκάλεσεν εις την Εθνοσυνέλευσιν πεντήκοντα περίπου πληρεξουσίους εκ των υπό των Τούρκων κατεχομένων εισέτι επαρχιών, Χίου, Κρήτης, Θεσσαλίας και Ηπείρου. Προσέτι δε, ως αν μη ησφάλιζον ικανώς την επιτυχίαν αι καλώς υπολελογισμέναι συμπληρωματικαί εκείναι εκλογαί, διώρισεν ο Κυβερνήτης ενδεκαμελή εκ πληρεξουσίων επιτροπήν προς εξέλεγξιν των εκλογών και καθαρισμόν της Εθνοσυνελεύσεως.
Η κυβέρνησις εφαίνετο, εν τούτοις, φοβουμένη μη τυχόν η έξαψις των συζητήσεων παρασύρει πολύ τας πολιτικώς εμπαθείς φύσεις των Ελλήνων. Τούτου ένεκεν εσχηματίσθη φρουρά προς ασφάλειαν της Συνελεύσεως, ής η διοίκησις ανετέθη τω Τουρκοφάγω Νικήτα, δεδοκιμασμένω του Κυβερνήτου οπαδώ και συμμαχητή εκ παλαιού αφωσιωμένω προς τον Κολοκοτρώνην.
Τοις δε μη βουλευταίς απηγορεύθη να μεταβαίνωσιν εκ Ναυπλίου εις Άργος, μέχρις ού ήθελον προμηθευθή καταλύματα τοις αντιπροσώποις. Επίσης προς ασφάλειαν απηγορεύθη η εις Άργος είσοδος των οπλοφόρων. Είχε βεβαίως τους λόγους αυτής η Κυβέρνησις, όπως μη επιθυμή μεγάλην συρροήν ξένων και εντοπίων.
Πριν ή αρχίσωσιν αι συζητήσεις, οι της Πελοποννήσου πληρεξούσιοι, παρακινηθέντες υπό του Κολοκοτρώνη, έπεμψαν προς τον Καποδίστριαν εν ονόματι των εκλογέων αυτών ευχαριστήριον έγγραφον επί τη σοφή αυτού διοικήσει, και παρεκάλουν να βοηθήση αυτοίς κατά τας δυσχερείς αυτών εργασίας. Οι αντιπρόσωποι της Στερεάς και των νήσων ευρέθησαν ηναγκασμένοι να μιμηθώσι το καλόν παράδειγμα των Πελοποννησίων. Η εθνοσυνέλευσις έμελλε να συνέλθη εν τοις ερειπίοις του αρχαίου θεάτρου του Άργους. Το μέρος εκείνο είχεν εκλεχθή τη επιμόνω συστάσει του Κολοκοτρώνη. Ότε δε ο Καποδίστριας εφάνη φειδόμενος της προς τούτο δαπάνης, ο Γέρος του Μωριά εξήλειψε τους δισταγμούς αυτού διά των ολίγων τούτων και πονηρών λόγων: «Ας πάνε τόσα έξοδα· διατί έρχονται από την Ευρώπη και εξοδεύουν να βλέπουν εκείναις ταις πέτραις, και ημάς είναι τιμή να καθαρίσωμεν ταις πέτραις να φαίνωνται (66).»
Η 11 Ιουλίου ήν ωρισμένη μετά την δευτέραν αναβολήν της 25 Ιουνίου, προς έναρξιν της συνελεύσεως. Λίαν πρωί ο Καποδίστριας μετέβη εις τον εν Άργει ναόν της Παναγίας, ρωσικήν φέρων στολήν και διά πολλών κεκοσμημένος παρασήμων, ακολουθούμενος δε υπό των πληρεξουσίων, μιας ίλης ιππικού και δύο ταγμάτων πεζικού. Ψαλείσης της δοξολογίας υπό του πρώην Ηλιουπόλεως, ώμοσαν οι πληρεξούσιοι, ότι ήθελον εργασθή επ' αγαθώ της Ελλάδος και υπέρ της ευημερίας και ελευθερίας εκάστου πολίτου· εν τω μεταξύ δε ηκούσθη υπό των ενθουσιωδών πληρεξουσίων ισχυρόν και πολλάκις επαναληφθέν: «Ζήτω ο Κυβερνήτης»! Η συνένωσις εκείνη πάσης στρατιωτικής λάμψεως και εκκλησιαστικής πομπής, βυζαντινόν και μοσχοβιτικόν συνάμα κράμα, ην κατάλληλος όπως παραγάγη βαθείαν εντύπωσιν εις τον περίεργον και χαίνοντα όχλον. Εκ του θεάτρου είχεν αποκομισθή η των χωμάτων σωρεία, κατεσκευάσθη δ' εν αυτώ ξύλινόν τι παράπηγμα διά τας συνεδριάσεις. Εκεί μετέβη κατόπιν, εν πομπή, ο Κυβερνήτης μετά των αντιπροσώπων, όπως συγκροτήση την Εθνοσυνέλευσιν. Αφού δε δι' ολίγων προσηγόρευσε την συνέλευσιν ο Καποδίστριας, ανέγνω ο γραμματεύς της Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης μακρόν εναρκτήριον λόγον, όν είχε μεν συντάξει αυτός ο Καποδίστριας, δεν ηδύνατο δε να απαγγείλη ο ίδιος ένεκα της πασχούσης αυτού υγείας. Ήρχιζεν ούτος από της συνήθους επικλήσεως του Υψίστου, όστις ουδέποτε ελησμονείτο εν τοιαύταις περιστάσεσι, και ανεμίμνησκε κατόπιν τους ηρωικούς αγώνας, ούς είχεν αγωνισθή το έθνος, επί μακρόν μεν μόνον, βραδύτερον δε τη βοηθεία των φιλελλήνων.