WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος cover

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Chapter 20: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'. Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος». — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μάλβουρχάους.
Open in WeRead

About This Book

A detailed biography traces the subject's origins, family background, and rise through European diplomatic circles to become the chosen governor of a newly independent state. It follows three main phases of life—early formation, high-level diplomacy, and the period of domestic governance—describing efforts to build political institutions, manage foreign pressures, and restore public order amid internal divisions. The narrative balances chronological life events with analysis of policies, reforms, and the practical challenges of creating a functioning modern polity, and includes introductory material and brief appendices on the aftermath of the governorship.

Τούτου ένεκα περιέκοπτεν εν μικρολόγω ζηλοτυπία τα ελληνικά όρια, και προέτεινε να ορίσωσιν αυτά όσον το δυνατόν στενώτερα. Εκράτει μεν αληθώς ο αυτοκράτωρ Νικόλαος εις χείρας αυτού τας τύχας της Ευρώπης, αλλά το ανακτοβούλιον αυτού ευρίσκετο εν λίαν δυσχερεί θέσει απέναντι των απαιτήσεων των δυτικών Δυνάμεων. Δεν ετόλμα να προτείνη την ιδέαν ανεξαρτήτου Ελλάδος· αλλ' ανέμενε να υποβάλωσιν αυτήν αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Απείχεν επίσης, κατ' ανάγκην, η Ρωσία της προτάσεως ισοβίου Κυβερνήσεως του Καποδιστρίου, προσδοκώσα να έλθωσιν επί τούτω αφ' εαυτών αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Όσον εγγύτερον ευρίσκετο εις τον σκοπόν αυτής, τοσούτον περισσότερον ώφειλε να προσέχη μη προδοθή και προκαλέση συνασπισμόν των δύο άλλων δυνάμεων εναντίον αυτής.

Ούτω, κατόπιν τετραμήνου διπλωματικής συζητήσεως, η τέως απολυτόφρων και άκαμπτος διπλωματία της Ευρώπης εκάμφθη τελευταίον υπό των επταετών ηρωικών κατορθωμάτων και των ανηκούστων παθημάτων των Ελλήνων και των εντόνων διαμαρτυρήσεων τού τε Κυβερνήτου και της εν Άργει Δ' Εθνικής συνελεύσεως, και επεσφράγισε διά της επισήμου αυτής σφραγίδος τον θρίαμβον της μεγάλης αυτών επαναστάσεως· λαμπρόν τούτο παράδειγμα τοις καταπιεζομένοις λαοίς τοις έχουσιν ανατεθειμένας τας ελπίδας της απελευθερώσεως αυτών μόνον εις ειρηνικάς των μεγάλων Δυνάμεων διαπραγματεύσεις. Εάν οι πατέρες ημών δεν εξηγείροντο απαξάπαντες κατά των Τούρκων πριν ή βεβαιωθώσι περί της υποστηρίξεως μεγάλης τινός Δυνάμεως, ανωτέρας τινός «Αρχής», ως έλεγον, αφίνοντες να υπεννοήται ο Τσάρος της Ρωσίας, εάν δεν εξέπληττον την Ευρώπην διά των λαμπρών αυτών κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν κατορθωμάτων, άτινα εξετέλεσαν αψηφούντες τον θάνατον, η διπλωματία ήθελε καταδικάσει αυτούς, χαρακτηρίζουσα τον ιερόν αυτών αγώνα ως απλήν ανταρσίαν, και ο αιμοβόρος Ιβραχήμ πασάς ήθελεν εκπληρώσει ανέτως τον εξολοθρευτόν αυτού σκοπόν, και η Ελλάς δεν θα υπήρχε σήμερον, ή θα εστέναζεν εισέτι άπασα υπό τας φοβεράς αλύσεις της αισχράς δουλείας. Αλλ' επέμειναν εν τω ενδόξω αυτών αγώνι, και η επιμονή αυτών εστέφθη υπό της λαμπροτέρας επιτυχίας, και η μικρά Ελλάς, αναγεννηθείσα, εισήλθεν εις την χορείαν των ελευθέρων εθνών, κηρύττουσα εις τον κόσμον ότι το θείον της ελευθερίας δώρον κτάται διά χειμάρρων αιμάτων και φοβερών καταστροφών, άς υπέστη η Ελλάς σύμπασα κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας μακρόν αγώνα. Η ευρωπαϊκή διπλωματία κεκμηκυία τέλος εκ του παιζομένου παιγνίου «ανεξαρτησία αντί των ορίων» κατέληξεν εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου· όπερ μετέβαλλεν ένα των κυριωτάτων όρων του από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλου αυτών. Ο λόρδος Άβερδην, ο κόμης Μαμμορανσύ-Λαβέλ και ο κόμης Ματούσεβιτζ, εκτιμήσαντες την από 9 Σεπτεμβρίου διακοίνωσιν της Υψηλής Πύλης, απεφάσισαν να επισταλώσι νέαι οδηγίαι προς τους εν Ναυπλίω ναυάρχους και αντιπρέσβεις προς άμεσον αποκατάστασιν της ανακωχής, και συνεφώνησαν περί της μελλούσης εν Ελλάδι τάξεως των πραγμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος». — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μάλβουρχάους.

Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία απεφάσισαν ήδη να αποδεχθώσι την περί της εντελούς ανεξαρτησίας ευχήν του Ελληνικού έθνους· και διά του από 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830 εν Λονδίνω νέου αυτών πρωτοκόλλου ώρισαν, ότι η Ελλάς θέλει συγκροτήσει «Κράτος όλως ανεξάρτητον και κυβερνώμενον υπό ηγεμόνος κληρονομικού, φέροντος τον τίτλον του κυριάρχου ηγεμόνος της Ελλάδος». Το σωστικόν τούτο διά την Ελλάδα πρωτόκολλον είχεν ώδε:

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ.

Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος.

»Παρόντες: — Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

«Αρξαμένης της συνδιαλέξεως, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. και ο της Α. Χ. Μ. παριστάνουσιν εις τον πληρεξούσιον της Α. Α. Μ. την έφεσιν του να μάθωσιν υφ' οποίαν πρόσοψιν βλέπει το άρθρον 10 της εν Αδριανουπόλει προσφάτως υπογραφείσης ειρήνης μεταξύ της Ρωσίας και του Οθωμανικού Κράτους, άρθρον, το οποίον αναφέρεται εις τας υποθέσεις της Ελλάδος.

«Ο πληρεξούσιος της Α. Α. Μεγαλειότητος αποφαίνεται ότι το 10 άρθρον της περί ής ο λόγος συνθήκης δεν ακυροί τα δίκαια των συμμάχων του Αυτοκράτορος, δεν παρεμποδίζει τα βουλεύματα των εις συνδιάλεξιν συνελθόντων εν Λονδίνω υπουργών, μηδέ κωλύει παντάπασι τους συμβιβασμούς, όσους αι Αυλαί ήθελον κρίνει ομοφώνως ότι ήσαν οι ωφελιμώτεροι και οι προς τας περιστάσεις ευαρμοστότεροι.

«Μετά την απόφασιν ταύτην, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. κοινοποιεί εις την συνδιάλεξιν έν έγγραφον συλληπτικόν, συναπτόμενον ενταύθα υπό το στοιχείον Α, δι' ού οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις της Μεγάλης Βρεττανίας και της Γαλλίας διαβιβάζουσι μίαν απόφασιν της Οθωμανικής Πύλης χρονολογουμένην από της 9 Σεπτεμβρίου, επισυναπτομένην ενταύθα υπό το στοιχείον Β και αναγγέλλουσαν ότι η Πύλη συγκατανεύουσα τέως εις την συνθήκην του Λονδίνου, υπόσχεται και προσέτι υποχρεούται την σήμερον ενώπιον των αντιπροσώπων των υπογραψασών την ειρημένην συνθήκην Δυνάμεων εις το να υπογράψη ολοσχερώς όλα τα αναφορικώς προς την εκτέλεσίν της αποφασισθησόμενα υπό του εν Λονδίνω συμβουλίου.

Εκ της αναγνώσεως αυτού του εγγράφου αναγνωρίζεται ομοφώνως ότι η συμμαχία ευρίσκεται εις την υποχρέωσιν του να ενεργήση, προ πάντων, τα περί της αμέσου εγκαταστάσεως της κατά γην και θάλασσαν ανακωχής μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων.

Αποφασίζεται, κατά συνέπειαν, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει των τριών αυλών πληρεξούσιοι, οι εν Ελλάδι εδρεύοντες αυτών και οι εν τω Αρχιπελάγει ναύαρχοι αυτών θέλουσι λάβει άνευ αναβολής την διαταγήν του να απαιτήσωσι και επιτύχωσιν από των ανταγωνιζομένων μερών ταχείαν και ολοσχερή παύσιν των εχθροπραξιών.

Επί τούτω, αι υπό τα στοιχεία Γ Δ Ε παρηρτημέναι ενταύθα οδηγίαι δι' ομοφώνου γνώμης απεφασίσθησαν περί των ειρημένων πληρεξουσίων και εδρευόντων, επιτρεπούσης εις τον ρώσον ναύαρχον της μεταξύ Ρωσίας και Πύλης αποκαταστάσεως της ειρήνης, να συμπράξη αύθις μετά των συναδέλφων αυτού του της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Συμφωνηθεισών των πρώτων αυτών αποφάσεων, τα μέλη της συνδιασκέψεως ευρίσκουσιν, ότι αι της Πύλης αποφάσεις θέτουσιν αυτά εις την περίπτωσιν του να συσκεφθώσι περί των μέτρων, όσα ήθελον προκρίνει ως μάλλον παραδεκτέα κατά την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, και επειδή αφίενται να επάξωσιν εις τας προτέρας διαθέσεις της συμμαχίας βελτιώσεις τας μάλλον προσφυείς εις το να κρατύνωσι το περί ό ενασχολούνται έργον ειρήνης διά νέων εχεγγύων μονιμότητος, απεφάσισαν τα εξής άρθρα ομοφώνως:

»1. Η Ελλάς θέλει σχηματίσει έν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν.

«2. Κατά λόγον αυτών των εις το νέον Κράτος παρεχομένων πλεονεκτημάτων, και προς συγκατάνευσιν εις την έφεσιν ήν εξέφρασεν η Πύλη, περί της ελαττώσεως των υπό του πρωτοκόλλου της 22 Μαρτίου τεθέντων ορίων, η διοριστική γραμμή των συνόρων της Ελλάδος, αρξαμένη από τας εκβολάς Ασπροποτάμου, θέλει ανατρέξει τον ποταμόν αυτόν, έως κατέναντι της λίμνης του Αγγελοκάστρου, και διασχίσασα τόσον αυτήν την λίμνην, όσον και τας του Βραχωρίου και της Σαυροβίτσας, θέλει καταλήξει εις το όρος Αρτοτίνα, εξ ού θέλει ακολουθήσει την κορυφήν του όρους Άξου, την κοιλάδα της Κοτούρης και την κορυφήν του όρους Οίτης έως τον κόλπον του Ζητουνίου, εις τον οποίον θέλει καταντήσει προς τας εκβολάς του Σπερχειού.

«Όλαι αι χώραι και τόποι οι κείμενοι προς μεσημβρίαν αυτής της γραμμής, θέλουν ανήκει εις την Ελλάδα. Όλαι αι χώραι και τόποι οι προς άρκτον κείμενοι της αυτής γραμμής θέλουν εξακολουθεί να αποτελώσι μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Θέλουν ανήκει ωσαύτως εις την Ελλάδα η νήσος Εύβοια, αι Δαιμονόνησοι, η νήσος Σκύρος και αι νήσοι αι εγνωσμέναι το αρχαίον υπό το όνομα Κυκλάδες, συμπεριλαμβανομένης και της νήσου Αμοργού, κείμεναι μεταξύ του 36 και 39 βαθμού πλάτους βορείου, και του 26 βαθμού μήκους ανατολικού του μεσημβρινού Γρενβίσχ.

«3. Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας· θέλει εμπιστευθή εις ένα Ηγεμόνα, όστις δεν θέλει είναι δυνατόν να εκλεχθεί μεταξύ των οικογενειών των βασιλευουσών εις τας επικρατείας τας υπογραψάσας την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και θέλει φέρει τον τίτλον, «Ηγεμών Κυριάρχης της Ελλάδος». Η εκλογή αυτού του Ηγεμόνος θέλει είναι το αντικείμενον διακοινώσεων και συμφωνιών μεταγενεστέρων.

«4. Άμα τα άρθρα του παρόντος πρωτοκόλλου ήθελον γνωστοποιηθή εις τα ενδιαφερόμενα μέρη, η μεταξύ του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος ειρήνη θέλει εκλαμβάνεσθαι αποκατεστημένη εξ αυτού τούτου του γεγονότος· και εκάτερα τα Κράτη θέλουσι προσφέρεσθαι προς τους υπηκόους εκατέρων αμοιβαίως ως προς τα δίκαια του εμπορίου και της ναυτιλίας, καθώς προς τους υπηκόους των άλλων Επικρατειών των εν ειρήνη μετά του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος.

«5. Πράξεις πλήρους και ολοσχερούς αμνηστίας θέλουσιν αμέσως δημοσιευθή παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως.

«Η περί αμνηστίας πράξις της Πύλης θέλει κηρύξει ότι ουδείς Έλλην καθ' όλην την έκτασιν της επικρατείας της δεν θέλει είναι δυνατόν να στερηθή της ιδιοκτησίας του, μηδέ να ενοχληθεί παντάπασι διά τον λόγον ότι έλαβε τάχα μέρος εις την Ελληνικήν επανάστασιν: Η περί αμνηστίας πράξις της Ελληνικής κυβερνήσεως θέλει κηρύξει την αυτήν αρχήν υπέρ όλων των Μουσουλμάνων ή χριστιανών, οίτινες τυχόν έλαβον μέρος εναντίον της υποθέσεώς της· θέλει δε προσέτι εννοείσθαι και δημοσιευθή ότι οι Μουσουλμάνοι οίτινες εκουσίως ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσιν εν ταις χώραις και νήσοις ταις διορισθείσαις εις την Ελλάδα, θέλουσι διατηρεί εν αυταίς τας ιδιοκτησίας των και θέλουσι χαίρει αμεταβλήτως μετά των οικογενειών των εντελή ασφάλειαν.

«6. Η Οθωμανική Πύλη θέλει παράσχει εις όσους εκ των υπηκόων της Ελλήνων ήθελον επιθυμήσει να παραιτήσωσι το Οθωμανικόν έδαφος προθεσμίαν ενός έτους διά να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να εξέλθωσιν ελευθέρως από του τόπου αυτού.

«7. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Ελληνικαί δυνάμεις θέλουσι κενώσει τας χώρας, φρούρια και νήσους, τα οποία κατέχουσιν επέκεινα της γραμμής εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Οθωμανικαί δυνάμεις κατέχουσαι χώρας φρούρια και νήσους, περιλαμβανόμενα εις τα άνω ειρημένα όρια, θέλουσι κενώσει αυτάς τας νήσους, φρούρια και χώρας και θέλουσιν αποσυρθή όπισθεν των ειρημένων ορίων και ωσαύτως εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας.

«8. Εκάστη των τριών αυλών φυλάττει την διά του 6 άρθρου της συνθήκης της 6 Ιουλίου εξασφαλιζομένην εξουσίαν, του να εγγυάται περί του όλου των προηγουμένων συμβιβασμών και
άρθρων.

«Αι περί εγγυήσεως πράξεις, εάν γίνωσι, θέλουσι συνταχθή χωριστά. Η ενέργεια και το αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών πράξεων θέλουσι γείνει, κατά συνέπειαν του άνω ειρημένου άρθρου, το αντικείμενον μεταγενεστέρων συνθηκών των υψηλών Δυνάμεων.

«Ουδέν στράτευμα ανήκον είς τινα των συνταξασών την συνθήκην τριών δυνάμεων δεν θέλει δυνηθή να έμβη εις το έδαφος του νέου Ελληνικού Κράτους άνευ της συγκαταθέσεως των δύο άλλων αυλών των υπογραψασών την συνθήκην.

«9. Προς αποφυγήν των συγκρούσεων, αι οποίαι θέλουσιν αναμφιβόλως γεννηθή εν ταις παρούσαις περιστάσεσιν από την συναφήν των οροθετών επιτρόπων Οθωμανών και των οροθετών επιτρόπων Ελλήνων, όταν προταθή το να αποφασισθή επιτοπίως η διαχάραξις των ορίων της Ελλάδος, συμφωνείται ότι η εργασία αύτη θέλει ανατεθή εις επιτρόπους Άγγλους, Γάλλους και Ρώσους και ότι αι τρείς αυλαί θέλουσι διορίζει από ένα εκάστη. Ούτοι οι επίτροποι εφωδιασμένοι διά της υπό το στοιχείον Ζ, συναπτομένης ενταύθα οδηγίας, θέλουσιν αποφασίσει την διαχάραξιν των ειρημένων ορίων, επόμενοι, δι' όλης της δυνατής ακριβείας, εις την ενδεικνυμένην εν τη παρ. § 2 γραμμήν, ήν θέλουσιν επισημαίνει διά πασσάλων και θέλουσι σχεδιάσει δύο πίνακάς της υπογεγραμμένους παρ' αυτών και ο μεν εις θέλει δοθή εις την Οθωμανικήν κυβέρνησιν, ο δε έτερος εις την Ελληνικήν.

«Οφείλουσι να αποπερατώσωσι τας εργασίας αυτών εν διαστήματι έξ μηνών. Εάν συμβή διαφορά γνωμών μεταξύ των τριών επιτρόπων, η πλειοψηφία θέλει αποφασίσει.

«10. Αι διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου θέλουν αμέσως γνωστοποιηθή εις την Οθωμανικήν Κυβέρνησιν διά των Πληρεξουσίων των τριών Αυλών, οίτινες θέλουν εφοδιασθή επ' αυτώ τούτω με κοινήν οδηγίαν. Οι εν τη Ελλάδι εδρεύοντες Αντιπρέσβεις των τριών, Αυλών θέλουν λάβει ωσαύτως περί αυτής της υποθέσεως την ανήκουσαν οδηγίαν.

«11. Αι τρεις Αυλαί επιφυλάττουσιν εις εαυτάς το να κάμωσι να εισαχθώσιν αι παρούσαι συμφωνίαι εις Συνθήκην τινά
επίσημον υπογραφησομένην εν Λονδίνω, θεωρηθησομένην ως εκτελεστικήν της κατά την 6 Ιουλίου 1827, και διακοινωθησομένην και προς τας άλλας της Ευρώπης Αυλάς, διά να την παραδεχθώσιν, εάν το κρίνωσι προσήκον.

«Αι τρεις αυλαί φθάσασαι ούτως εις το τέρμα μακράς τινος και χαλεπής διαπραγματεύσεως συγχαίρουσιν αυταί εαυτάς μετ' ειλικρινείας, διότι έφθασαν εις εντελή συμφωνίαν, μεταξύ των πλέον εμβριθών και των πλέον αξίων προσοχής και ακροσφαλών περιστάσεων.

«Η της συναείας αυτών συντήρησις κατά στιγμάς τοιαύτας παρέχει το ασφαλέστερον εχέγγυον της διαρκείας αυτής και τρεις αυλαί προσηνείς έχουσιν ελπίδας, ότι αύτη η τόσον μόνιμος, όσον και αγαθοποιός ένωσις δεν θέλει παύσει από του να συνεισφέρη εις της παγκοσμίου ειρήνης την εμπέδωσιν.

Εν Λονδίνω, την 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου 1830).
(υπογρ.) ΑΒΕΡΔΗΝ, ΜΟΝΤΜΟΡΕΝΣΥ — ΛΑΒΑΛ, ΛΙΒΕΝ.»

Τοιούτον ήτο το διάσημον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, δι' ού ανηγορεύετο μεν, ως είπομεν, ανεξάρτητος της Τουρκίας η Ελλάς, αλλά κατά τρόπον όλως αντιφατικόν· διότι ό,τι εκέρδαινεν εν τη ανεξαρτησία, απώλλυεν εν τοις νέοις διαγραφείσιν ορίοις αυτής (Αχελώος, Οίτη και Σπερχειός). Συγχρόνως δε τη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 υπεγράφη εν Λονδίνω και το πρωτόκολλον περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κοβούργου ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος, έχον ώδε «Παρόντων των πληρεξουσίων Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας Ρωσίας. Εξακολούθησαν το συμβούλιον να σκέπτηται περί της εκτελέσεως των εν τω υπ' αριθμόν 1 σημερινώ πρωτοκόλλω περιεχομένων ορισμών, ενησχολήθη εις την εκλογήν του μέλλοντα να δοθή τη Ελλάδι ηγεμόνος.



«Εθεώρησαν δε οι των τριών Αυλών πληρεξούσιοι, ότι μεταξύ των ανδρών, οίτινες συνιστώνται ιδιαίτατα διά την εκλογήν της Συμμαχίας διά των προσωπικών αυτών αρετών και της κοινωνικής αυτών υπάρξεως, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος του Σαξ- Κόβουργ παρείχε τή τε Ελλάδι και απάση τη Ευρώπη πάσας τας δυνατάς εγγυήσεις· και ότι κατά τας μέχρι τούδε συνηγμένας πληροφορίας δικαιούται τις να νομίζη, ότι οι Έλληνες ήθελον αποδεχθή αυτόν ως ηγεμόνα αυτών.

«Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι μέλος της βασιλικής οικογενείας της εν Αγγλία βασιλευούσης και δεν δύναται να προσκληθή εις την διαδοχήν του θρόνου. Άρα ο πρίγκηψ του Κόβουργ δεν ευρίσκεται εν τη περιπτώσει της εν τω πρωτοκόλλω της 10)22 Μαρτίου προβλεπομένης εξαιρέσεως.

«Ανήρ της πριγκηπίσσης θυγατρός του βασιλέως, εξωμοιώθη διά ψηφίσματος της Βουλής ως προς τας τιμάς προς την βασιλικήν οικογένειαν. Ωμολογήθη δε και εβεβαιώθη κατά τας παρά της Κυβερνήσεως της Α. Β. Μ. δοθείσας διασαφήσεις, ότι ο Πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι πατρίκιος του Βασιλείου· ότι ουδέποτε συνεδρίασεν εν τω Βουλευτηρίω και ότι μετά την καταστροφήν την διαρρήξασαν τους δεσμούς, τους συνδέοντας αυτόν προς την Αγγλίαν, δεν εξετέλεσεν εν αυτή ουδεμίαν δημόσιον λειτουργίαν.

«Κατά δε την χρηματικήν αυτού ουσίαν κεκτημένην μεν διά του συνοικεσίου, θεωρουμένην δε φύσει απαραβίαστον και επικεκυρωμένην διά ψηφίσματος της Βουλής, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ευρίσκεται πάντη ανεξάρτητος, ό,τι δήποτε και αν ήθελεν επισυμβή.

«Ωμολόγησαν τότε οι πληρεξούσιοι ό τε της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας και ο της Ρωσίας, ότι συνενούσι τας ψήφους των Αυλών αυτών υπέρ του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ και συνεφωνήθη να συνθέσωσιν από κοινού διακοίνωσιν, δι' ής να προσφέρωσι, κατά τους όρους και τας συμφωνίας τας εν τοις υπ' αριθμούς 1, 2 και 3 σημερινοίς πρωτοκόλλοις περιεχομένας, την κυβέρνησιν της νέας Ελληνικής πολιτείας, υπό την επίκλησιν: «Ηγεμών κυρίαρχος της Ελλάδος» ήτις θέλει μεταβή διαδοχικώς εις τους απογόνους αυτού.

«Τα σημερινά πρωτόκολλα θέλουσι διακοινωθή προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον του Σαξ-Κόβουργ και θέλει προσκληθή ο ηγεμών ούτος να στέρξη εις αυτά».

Το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου εκοινοποιήθη προς την Υψηλήν Πύλην, αλλά διά της υποταγής αυτής εις αυτό δεν έμελλον να περατωθώσιν αι θυσίαι αυτής και το Ελληνικόν ζήτημα μέχρις Απριλίου δεν είχε λάβει τέλος. Διότι, αν το πρωτόκολλον τούτο υπήρξε διά την Τουρκίαν οδυνηρά θυσία, διά την Ελλάδα έμελλε να είναι αληθής συμφορά. Δι' αυτού η Ελλάς ανεκτάτο πράγματι χώρας τινάς, ως την Αττικήν και την Εύβοιαν, αλλά κατεδικάσθη να αποδώση τη Τουρκία τας πέραν του Αχελώου και τας παρά τον Αμβρακικόν κόλπον χώρας τας γενομένας κέντρον ενδόξων υπέρ της ελευθερίας αγώνων, ών οι αδάμαστοι κάτοικοι ή θα υπετάσσοντο και αύθις τοις Τούρκοις ή θα μετηνάστευον εις το ελληνικόν έδαφος. Αλλ' ό και κυριώτατον πάντων, αι ηρωικαί της Μεσογείου και του Αιγαίου νήσοι: η Κρήτη, η Σάμος και τα Ψαρρά, απεκλείοντο διά του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου, η δε ελληνική κυβέρνησις δεν ηδυνήθη να διαμαρτυρηθή, ως δεν έπραξε και η τοσούτων ελληνικών χωρών στερουμένη Τουρκίας ήτις μετ' ού πολύ είδε την μεν Σάμον ανακηρυττομένην ηγεμονίαν, την δε Κρήτην κτωμένην ελευθέρους τινάς και αυτονόμους θεσμούς.

Η απόφασις της 22)3 Φεβρουαρίου τοσούτον κακώς ήχησεν εις τα ώτα των Ελλήνων, ώστε ότε το πλοίον, όπερ εκόμιζεν εις Ελλάδα το πρωτόκολλον τούτο, προσωρμίσθη εν Ναυπλίω, διελύθη ως διά μαγικής ράβδου η πλήρης ανησυχίας και προσδοκιών γαλήνη, ήτις ηπλούτο επί του ελληνικού λαού από της συνελεύσεως του Άργους, ως και της εν Αδριανουπόλει ειρήνης. «Πάσαι αι μερίδες, λέγει αυτόπτης μάρτυς, συνεφώνουν, ότι λίαν πρόωρος ήτο η εν τω πρωτοκόλλω εκδηλουμένη αγαλλίασις»· Τούτο δε διαρκώς ανέφερον οι Έλληνες, όπως αποδείξωσι την αμάθειαν της εν Λονδίνω συνόδου. Ισχυρίζοντο μάλιστα, ότι η παχυλή εκείνη και υπερήφανος άγνοια δεν ηδύνατο να πηγάζη άλλοθεν η εκ συστήματος ψευδών πληροφοριών, μεταδοθεισών εξ Ελλάδος. Το εν Ναυπλίω Καφενείον «Les trois Puissances =αι τρεις Δυνάμεις· προσωνομάσθη χλευαστικώς, μετά την άφιξιν του πρωτοκόλλου, τρεις αγχόναι». Εν ταις οδοίς και ταις αγοραίς συνήρχοντο απειλητικοί όμιλοι, ποιμένες δε και έμποροι και παλληκάρια, αντίθετοι άλλοτε και ερίζοντες, κατεδίκαζον ομοφώνως πολιτικήν, ήτις εφαίνετο επισφραγίζουσα διά του ονείδους την αδυναμίαν της Ελλάδος. Ιδίως όμως το φεβρουαριανόν πρωτόκολλον ήτο σκληρόν τραύμα κατά του Καποδιστρίου, όστις είχε τέως πλαγίως και διά περιφράσεων παραστήσει προς τας Δυνάμεις, ότι αυτός ην απαραίτητος εις την Ελλάδα, και είχεν επί στιγμήν ελπίσει, ότι εκ της εν Λονδίνω κάλπης ήθελε προέλθει η ισοβιότης της κυβερνήσεως αυτού.

Αλλά μαθών, κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου, εξ εμπιστευτικών επιστολών, ότι η εκλογή του Πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κόβουργ Γόθα είχε πλέον οριστικώς αποφασισθή, έλαβεν απέναντι των Δυνάμεων θέσιν περισκέψεως και αμύνης, αντί να υποβάλη μετά παρρησίας διαμαρτυρίας, ως έγραφε προς τον Κ. Ράμφον διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων.

« Αν αι αποφάσεις των δυνάμεων· ήνε σύμφωνοι προς τας εκφρασθείσας ήδη επιθυμίας τον ελληνικού λαού, η κυβέρνησις θέλει παραδεχθή αυτάς, και πάντα συντελούνται αισίως· αν δε ήνε σύμφωνοι, η κυβέρνησις δεν θέλει μεν τας πολεμήσει, αλλά θα είπη μετά παρρησίας τι δύναται και τι δεν δύναται να παραδεχθή. Αφ' ής στιγμής πεισθώ, ότι η αναγέννησις και η ανεξαρτησία της Ελλάδος μόνον διά της παραδοχής ξένου ηγεμόνος δύνανται να ασφαλισθώσι, πρώτος εγώ θέλω προσκυνήσει και υπηρετήσει τον τοιούτον ηγεμόνα. Καθότι αυτόν υπηρετών, υπηρετώ την χώραν, ήτις δι αυτού μόνον δύναται να σωθή. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα αρκεσθώ εις λόγους απλούς και εις αμφιβόλους ελπίδας· επιθυμώ πραγματικάς εγγυήσεις, και τοιαύτας προσπαθώ να αποκτήσω. Όταν εγώ τας λάβω, έχει αυτάς και ο τόπος, όστις θα ευλογήση τότε την σημερινήν του κυβέρνησιν και τους πολυμερίμνους αυτής αγώνας προς δικαίωσιν της εθνικής εμπιστοσύνης».

Και ταύτα μεν έμαθεν εξωδίκως εξ ιδιωτικών επιστολών, μόλις δε την 27 Απριλίου έλαβε την επίσημον ανακοίνωσιν των σπουδαίων αποφάσεων του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου, αφού επί μακρόν, και προς ικανήν αυτού στενοχωρίαν, είχεν αναγκασθή να μαντεύη εξ ιδιωτικών επιστολών και των εφημερίδων τι περί αυτού και της Ελλάδος είχεν αποφασισθή. Οι τρεις αντιπρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων υπέβαλον εμπιστευτικώς τα από της 22)3 — 14)26 Φεβρουαρίου πρωτόκολλα και απήτησαν μετ' επιτακτικής οριστικότητος: επίσημον ανακήρυξιν της ανακωχής ήτις εφαίνετο υπάρχουσα πράγματι, εκκένωσιν παντός μέρους της χώρας, όπερ κατά το πρωτόκολλον του Φεβρουαρίου δεν έμελλε να αποτελέση της Ελλάδος μέρος, και σεβασμόν προσώπου και ιδιοκτησίας των σκοπούντων να διαμείνωσιν εν Ελλάδι Τούρκων.

Προς τούτοις δε οι αντιπρέσβεις ανακοινώσαντες την εκλογήν του Λεοπόλδου ως ηγεμόνος της Ελλάδος, εδήλωσαν, αι ευεργέτιδες Δυνάμεις ώρισαν και ειδικώτερά τινα περί των ελληνικών πραγμάτων. Απέβλεπαν δε ταύτα: εις την συνομολόγησιν δανείου, την εν τη χώρα διαμονήν επί έν έτος του σώματος του Σνάιδερ, και τους εν Ελλάδι καθολικούς. Ο της Γαλλίας βασιλεύς παρητείτο, έλεγον, του δικαιώματος της προστασίας, όπερ είχεν επί των υπό την Πύλην διατελούντων καθολικών, και ενεπιστεύετο αυτό, καθόσον απέβλεπε το μέλλον ελληνικόν κράτος, εις τον νεωστί εκλεχθέντα της Ελλάδος ηγεμόνα. Εζητείτο ουχ ήττον εξασφάλισις της ελευθέρας ασκήσεως της θείας λατρείας, της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, των προνομίων των επισκόπων και των παλαιών ιερών αποστολών της Γαλλίας.

Προς τούτοις δε έλεγον ότι αι Δυνάμεις ηθέλησαν να παράσχωσι τοις Έλλησι νέον δείγμα της ευμενούς αυτών μερίμνης. Ίνα προφυλαχθή ο τόπος κατά του κακού, όπερ ηδύναντο να γεννήσωσι θρησκευτικαί αντιζηλίαι, πάντες οι του νέου Κράτους υπήκοοι, άνευ διακρίσεως θρησκεύματος, έμελλον να ήναι δεκτοί εις τα δημόσια αξιώματα και τας τιμητικάς θέσεις, και να θεωρώνται ίσοι θρησκευτικώς, αστικώς και πολιτικώς (72). Ο Κυβερνήτης απήντησε προς τους αντιπρέσβεις, αλλ' η επίσημος αυτού απάντησις 4)16 Απριλίου κατήλεγχεν εις μέγαν βαθμόν χολήν και φιλοτιμίαν προσβληθείσαν. Η ελληνική κυβέρνησις, έλεγε, σκεφθείσα επί του πρωτοκόλλου, και αισθανομένη κάλλιστα τά τε προς εαυτήν και τους Έλληνας και τας ευεργέτιδας Δυνάμεις καθήκοντα αυτής, ανεγνώριζεν εν πρώτοις, ότι οι σύμμαχοι επέθηκαν την κορωνίδα εις τας προτέρας αυτών ευεργεσίας κηρύξαντες ανεξάρτητον την Ελλάδα. Ανέφερε περί της εκλογής του πρίγκηπος του Κόβουργ ευγνωμονών λόγω ότι: «προήλθε αύτη βεβαίως εκ σκέψεων ανωτέρου πολιτικού συμφέροντος», Πλην δε τούτου, εξεταζομένων των ωφελημάτων, άτινα ηδύνατο να παράσχη η την ισόβιον κυβέρνησιν του Καποδιστρίου αντικαθιστώσα κληρονομική μοναρχία του ξένου, προκλητικώς ούτως ειπείν ελέγετο: «ότι η μεγάλη αποστολή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ήτο να παράσχη εγγυήσεις ασφαλούς μέλλοντος, οποίας τοσούτω μάλλον είχε δίκαιον να αναμένη η Ελλάς, όσω ικανώς βαρύ τίμημα της των μεγάλων Δυνάμεων αναμίξεως υπήρξαν αι μακροχρόνιοι αυτής συμφοραί, αι αιματηραί ζημίαι και η θυσία τον υπό των αντιπροσώπων αυτής ψηφισθέντων θεσμών. Είπετο κατόπιν, εν ευθέτω τόπω η ανάμνησις της Συνελεύσεως του Άργους, και παρετήρει τοις αντιπρεσβευταίς, ότι, ως γνωστόν βεβαίως αυτοίς, αι περί ών πρόκειται οριστικαί συμφωνίαι έπρεπε προηγουμένως να υποβληθώσι τοις πληρεξουσίοις του Ελληνικού λαού, και να κυρωθώσιν υπ' αυτών. Καθήκον αυτής επομένως η κυβέρνησις να συγκαλέση πάραυτα την Εθνικήν Συνέλευσιν. Προς δε έλεγεν:

Ότι η επίσημος δημοσίευσις της πράγματι υφισταμένης ανακωχής περιείχετο εν συνημμένη εγκυκλίω προς τους διοικητάς του στρατού και του στόλου, ότι η ελληνική κυβέρνησις ήθελε συμπράξει εις εκκένωσιν των διά του πρωτοκόλλου αποκλειομένων εκ της Ελλάδος χωρών, άμα ως οι Τούρκοι εγκατέλειπον Εύβοιαν και την Αττικήν, ότι οι εν Ελλάδι ευρισκόμενοι Μουσουλμάνοι είχον ήδη πάσαν προσωπικήν προστασίαν, και ότι απεδόθη αυτοίς επί τη αιτήσει αυτών μέρος ταις περιουσίας αυτών. Ταύτα δε αναγράψας υπεστήριξε το κατά την 10)22 Απριλίου 1830 Υπόμνημα της Γερουσίας, υποβληθέν τοις αντιποεσβευταίς όπερ, μετά ξηράς τινας λέξεις ευγνωμοσύνης επί τη οριστική διαρρυθμίσει του ελληνικού ζητήματος, αναφέρει ανυποκρίτως, το έθνος εχαιρέτιζε την εκλογήν του Λεοπόλδου μετά ζωηροτάτης χαράς και ευχαριστίας, διότι είχε μάθει, ότι ο πρίγκηψ είχεν αποποιηθή μεγαλοφρόνως την ένδοξον και κοπιώδη αποστολή του να καταστήση ευδαίμονα την Ελλάδα, ενόσω δεν ήτο βέβαιος αυτός περί της συναινέσεως των μελλόντων αυτού υπηκόων. Το Ελληνικόν έθνος ού μόνον ηυχαρίστει τον πρίγκηπα Λεοπόλδον έτι τη ευμενεί εκείνη μερίμνη περί της συναινέσεως αυτού, αλλά και μετ' αληθούς συγκινήσεως έμαθεν, οποίον θερμόν ανέπτυξεν ο Λεοπόλδος ζήλον εν τω περί ορίων ζητήματι.

Εξακολουθεί δε διά πειστικών λόγων, προς καταπολέμησιν των περί ορίων ορισμών του πρωτοκόλλου, και εκφανή παράστασιν της προς τους γενναίους κατοίκους της Ρούμελης, της Κρήτης, της Σάμου και της Χίου αγνωμοσύνης, και του ενδεχομένου κινδύνου της απογνώσεως αυτών. Είτα παρετήρει, ότι ο Αχελώος και ο Σπερχειός ήσαν μικροί μόνον, βατοί ως επί το πλείστον, ρύακες. Η φρούρησις, έλεγε, τοιαύτης ασθενούς οροθετικής γραμμής απήτει παλλάς χιλιάδας στρατιωτών· πλην δε τούτου ώφειλε το νέον ελληνικόν Κράτος, στερούμενον της Κρήτης, να συντηρή μέγαν πολεμικόν στόλον, προς υπεράσπισιν της κατά θάλασσαν αφυλάκτου θέσεως αυτού. Πόθεν όμως ηδύνατο να προμηθευθή την αναγκαίαν προς συντήρησιν του στρατού εκείνου και του στόλου δαπάνην; Ανάγκη προς τούτοις παρίστατο ιδίου στρατού και στόλου, προς περιστολήν των ληστρικών συμμοριών και των πειρατών, οίτινες ήθελον σχηματισθή εκ των στερουμένων των πατρίδων αυτών Ρουμελιωτών, Κρητών και Σαμίων. Το πρωτόκολλον, προσετίθει, παρείχεν τους χριστιανούς κατοίκους των προσαρτωμένων πάλιν εις την Πύλην επαρχιών το δίλημμα της επαναστάσεως ή της λιμοκτονίας. Ουδείς ήθελεν αγοράσει τα κτήματα αυτών, άτινα βεβαίως ευχαρίστως θα κατέλειπον, όπως διαφύγωσι την αυθαιρεσίαν των πασάδων, ενώ τουναντίον οι θέλοντες να μεταναστεύσωσιν εκ της Ελλάδος Τούρκοι ευκόλως εύρισκον αγοραστάς· διότι υπό την τακτικήν κυβέρνησιν του Καποδιστρίου παρείχοντο πάσαι αι εγγυήσεις καλής και στερεάς αγοραπωλησίας. Το πρωτόκολλον προσέτι έρριπτε σμήνος απεγνωσμένων και λιμοκτονούντων φυγάδων επί του μόλις συνεστηκότος ελληνικού Κράτους, όπερ δεν θα ηδύνατο βεβαίως να αντιστή εις τον κλονισμόν. Προς τούτοις δ' η Γερουσία εθεώρει ως καθήκον αυτής να εκφράση προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον την πεποίθησιν, ότι το Ελληνικόν έθνος, ούτινος προσεβάλλοντο τα δικαιώματα και τα πολυτιμότατα συμφέροντα, ουδέποτε ήθελε συγκατατεθή να απολέση τους καρπούς ηρωικών αγώνων και να ίδη εν αμφιβόλω τιθέμενα το παρόν αυτού και το μέλλον. Αν δε, υπό πικράς βιαζόμενον ανάγκης, κατεδίκαζεν εαυτό εις σιωπήν ήθελε και πάλιν εντός ολίγου εξομοιωθή προς αγέλην δούλων διεσπαρμένων μεταξύ Τούρκων. Καθότι αφ' ενός μεν εξησφαλίζετο τοις Τούρκοις το προσιτόν πάντων των δημοσίων υπουργημάτων, αφ' ετέρου δε ως Έλληνες πολίται, ήθελον αποκτήσει διά του πλούτου αυτών την νικώσαν εν ταις εκλογαίς ψήφον.

Θα ήτο δε και τότε πραγματικόν τι διά την Ελλάδα πλεονέκτημα η ανεξαρτησία, το πολύτιμον εκείνο των Δυνάμεων δώρον; Μετά εννεαετή αιματηρόν πόλεμον οποίον απέμενεν ούτω κέρδος εις τον Έλληνα; Ουδέν άλλο, ή να ζη εν ερήμω, εν μέσω των οστέων των σφαγέντων προγόνων!

Εδράξατο δε σύναμα η Γερουσία και του μέσου εκείνου, δι' ού ήτο δυνατόν να γείνη επίδρασις επί το ευθύ και σοβαρόν φρόνημα του Λεοπόλδου, και συνέδεσε το ελληνικόν στέμμα, ή τουλάχιστον την ευδαιμονίαν αυτού, προς την αλλαγήν του θρησκεύματος λέγουσα: «Πόσης χαράς δάκρυα ήθελε χύσει το ελληνικόν έθνος, αν η θρησκεία αυτού εις την οποίαν χρεωστεί την πολιτικήν ύπαρξίν του, τα ολίγα του φώτα, την γλώσσαν των προγόνων του, το συνήνωνε και διά θείων θεσμών μετά της Β. Α. Υψηλότητος! Πόσον η αφοσίωσις του ελληνικού λαού ήθελεν αυξηθή, αν έβλεπε μεθ' εαυτού εις τους ναούς του ουρανίου πατρός τον επίγειον πατέρα του προσφέροντα την ιδίαν λατρείαν! (73)». Τοιούτο τι περίπου ην το υπόμνημα της 10)22 Απριλίου 1830, όπερ η Γερουσία επέδωκε τοις αντιπρεσβευταίς των Δυνάμεων.

Έτος είχε σχεδόν παρέλθει, αφ' ής ο πρίγκηψ Λεοπόλδος είχε μάθει διά της παρά τω Κυβερνήτη αποστολής του Κ. Στόκμαρ τι έπρεπε να φρονή περί του ελληνικού μέλλοντος, περί των ιδίων εαυτού ελπίδων και περί της πιθανότητος εθνικής τινος υπέρ αυτού εκδηλώσεως. Είχε δε κάλλιστα ωφεληθή εκ του χρονικού τούτου διαστήματος, όπως εκβάλη της παλαίστρας τους άλλους αυτού συμνηστήρας. Διότι πλην αυτού ανεφέροντο ως υποψήφιοι: ο Δουξ Κάρολος του Μέκλεμβουργ, ο πρίγκηψ Φρειδερίκος της Ορανίας, ο Βερνάρδος της Βέιμαρ, ο Κάρολος της Βαυαρίας, ο Ιωάννης της Σαξωνίας και ο πρίγκηψ Φίλιππος της Έσσης Ομβούργ, ουδείς όμως εξ αυτών είχε τοσαύτην σημασίαν, ούτε ανέπτυξε τοσαύτην δραστηριότητα, ώστε να υποσκελίση αυτόν. Η Ρωσία πρωίμως ήδη είχε καταδείξει την συμπάθειαν αυτής υπέρ της υποψηφιότητος του πρίγκηπος του Κοβούργου. Ρώσοι πολιτικοί άνδρες οίος ο Λήβεν εφρόνουν, ότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ην ο ανήρ, όστις επί του ελληνικού θρόνου ηδύνατο να εννοήση την ανάγκην στενού μετά της Ρωσίας συνδέσμου, «και να καταστήση συνάμα ακίνδυνον την μόνην αληθώς εχθράν εις τους Έλληνας πολιτικήν, την της Αγγλίας, διά των σχέσεων αυτού προς την αντιπολίτευσιν και προς την οικογένειαν της μελλούσης διαδόχου.» Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος παρέστησεν επιτηδείως εν Πετρουπόλει την δυσχερή αυτού θέσιν απέναντι του Άγγλου βασιλέως και της χώρας· ανέμνησε δε τας εκδουλεύσεις αυτού επί των κατά του Ναπολέοντος πολέμων, και τας υγιείς αυτού, καθαρώς μοναρχικάς και εχθράς πάσης επαναστατικής ιδέας αρχάς. Αι παραστάσεις αύται κατίσχυσαν, και επειδή εν Ρωσία είχε πλέον αναγνωρισθή ως έωλος και αφεθή όλως η ιδέα ισοβίου ηγεμονείας του Καποδιστρίου, έκλινεν οριστικώς το ρωσικόν ανακτοβούλιον υπέρ της εκλογής του πρίγκηπος του Κοβούργου. Και εν τω Κεραμεικώ δ' επίσης κατώρθωσεν ο Λεοπόλδος να εξαλείψη την επ' αυτού ζηλοτυπίαν, και τη 8)20 Νοεμβρίου 1829 επέτυχε της συγκαταθέσεως του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Ι'. Εν Αγγλία τουναντίον απήντησαν το κατ' αρχάς τα σχέδια αυτού δυσμενή υποδοχήν, και δεινός συνήφθη αγών μεταξύ βασιλέως και υπουργείου. Γεώργιος ο Δ' ήκιστα ηυνόει προσωπικώς τον Λεοπόλδον, και ουδ' αυτήν την ακάνθινον δόξαν του ελληνικού θρόνου επέτρεπεν αυτώ. Διετέλει δε ο βασιλεύς υπό την επήρειαν του αδελφού αυτού, δουκός του Κώμπερλανδ, όστις σφοδρός πολέμιος του υπουργείου Βέλλιγκτον, είχεν ίδιον υποψήφιον διά τον ελληνικόν θρόνον, τον συγγενή αυτού Κάρολον, δούκα του Μέκλεμβουργ. Υπεστήριζε δε αυτόν μετά πολλής επιμονής διά του αδελφού βασιλέως Γεωργίου του Δ', ενώ το αγγλικόν υπουργείον προέτεινε κατ' αρχάς τον πρίγκηπα των Κάτω Χωρών. Τον Ιανουάριον όμως του 1830 ο Βέλλιγκτον υιοθέτησε την υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, στηριζόμενος επί των διαθέσεων της χώρας και του κοινοβουλίου, και ηπείλησεν ότι το υπ' αυτόν υπουργείον ήθελε παραιτηθή, αν δεν επεδοκίμαζεν αυτήν ο βασιλεύς. Γεώργιος ο Δ' συνήνεσε μετά δυσαρεσκείας.

Το παράδοξον όμως διάβημα του σιδηρού δουκός επέδρασεν επιβλαβώς επί την τύχην της Ελλάδος. Απέναντι υπουργείου, όπερ υπήρξεν έτοιμον να θυσιασθή υπέρ αυτού, δεν ηδύνατο βεβαίως ο Λεοπόλδος να επιδείξη το επίμονον και σταθερόν εκείνο ήθος, όπερ ήθελεν είναι επιθυμητόν δι' υποψήφιον του Ελληνικού θρόνου. Ην ατύχημα τούτο διά την Ελλάδα, ως και ο πρίγκηψ αυτός παρετήρει, καθότι παρ' υπουργείου, διακυβεύσαντος την ιδίαν ύπαρξιν χάριν της κοβουργικής υποψηφιότητος, αδύνατον ήτο να επιμείνη τις απαιτών αδυσωπήτως τους όρους εκείνους, ούς υπηγόρευε το συμφέρον της Ελλάδος.

Κατά του ηθικού τούτου προσκόμματος προσώχθησε σχέδιον ευγενώς εσκεμμένον, όπερ ηδύνατο να αποβή σημαντικώτατον διά το μέλλον της Ελλάδος. Προύκειτο τότε περί εκχωρήσεως των Ιονίων νήσων εις το νέον Ελληνικόν Κράτος. Όσω δε ολιγώτερον ήτο γνωστόν το σχέδιον τούτο εν Ελλάδι, τοσούτω μάλλον χαρμόσυνος θα ήτο η έκπληξις, αν προσήρχετο ο νέος ηγεμών τοιούτον κομίζων εις την νύμφην το δώρον της πρώτης του γάμου πρωίας, ως ο νυν δυναστεύων εν Ελλάδι Γεώργιος ο Α'. Πλήρης μυστικότης περιεκάλυπτε τα σκοπούμενα, άτινα ηρέμα μεν αλλ' ασφαλώς ωρίμαζον προς εκτέλεσιν. Οι εξοχώτεροι των Ουίγων είχον προσηλυτισθή, και ηλπίζετο ασφαλής εν τω κοινοβουλίω πλειοψηφία. Έκτοτε ελέγετο, ότι το εκ των νήσων εκείνων όφελος δεν απεζημίου τας εκτάκτους δαπάνας, όσας απήτουν αύται παρά της προστάτιδος Δυνάμεως. Δεν έλειπον δε, πλην τούτου, και αφιλοκερδέστεραι σκέψεις. Υπεδεικνύετο το διαρκώς και ανενδότως δυσυπότακτον του εθνικού φύλου, και το δίκαιον της αρχής των εθνικοτήτων, καθ' ής δεν ήρμοζε να αντιστή η ελευθέρα Αγγλία. Οι τραχέως δε σκώπτοντες πρακτικοί Άγγλοι πολιτικοί παρείχον εις τους Επτανησίους την μετά της Ελλάδος ένωσιν ως τιμωρίαν, και προυφήτευον ταχείαν και πικράν την μεταμέλειαν. Ούτως εφαίνοντο πάντα κατά τας επιθυμίας βαίνοντα του Λεοπόλδου, ότε εν μέσω των πρωίμων εκείνων περί εκχωρήσεως σχεδίων παρενέπεσεν ολεθρίως η καλώς λελογισμένη γενναιοφροσύνη των Τόρεων. Αφ' ής στιγμής ο Βέλλικτον προέθετο ως υπουργικόν ζήτημα την εις τον Ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, ο οξυδερκής παρατηρητής καθορά γεννώμενον το σπέρμα της αποποιήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου. Οι Τόρεις επεδείκνυντο εναβρυνόμενοι την πολιτικήν αυτών γενναιοφροσύνην, και αλαζονευόμενοι δεν απέκρυπτον την δυσπιστίαν αυτών προς τας νέας σχέσεις μεταξύ του Λεοπόλδου και των εξεχόντων μελών της αντιπολιτεύσεως.

Παρά τας συμβουλάς του εμπίστου αυτού Στόκμαρ είχε παραμελήσει ο πρίγκηψ Λεοπόλδος να καθορίση εκ προοιμίων την θέσιν αυτού ως προς το ελληνικόν ζήτημα. Το περιβάλλον την Ελλάδα ιδανικόν γόητρον υπέτασσε την φαντασίαν αυτού, και ο εν απόπτω θρόνος τοσαύτην εξήσκει επ' αυτού μαγείαν, ώστε παρέστη δραστηρίως και ζωηρότερον ίσως του δέοντος ως μνηστή και εξήγειρεν ούτω παρά τω υπουργείω την ιδέαν, ότι ηδύνατό τις να εκτεθή υπέρ υποψηφίου μη ανθισταμένου και μηδένα προτείνοντος όρον «Κατόπιν μόνον εστάθμισε, κατά βάθος, τας δυσχερείας της επιχειρήσεως, και προσεπάθησε να επιτύχη τους όρους εκείνους, αφ' ών, κατά την συμβουλήν του Στόκμαρ, έπρεπε να εξαρτήση την υποψηφιότητά του».

Διά τούτο δε ο Λεοπόλδος, κατ' Ιανουάριον του 1830, πριν ή αι Δυνάμεις προτείνωσιν αυτώ τον ελληνικόν θρόνον διά του πρωτοκόλλου του Φεβρουαρίου, ευρέθη εν τη δυσαρέστω θέσει ικέτου. Προσεπάθησε δε να αποσπάση εκ της ακάμπτου πολιτικής και της απαθούς δυσπιστίας των Τόρεων ολίγας τουλάχιστον υπέρ της Ελλάδος ωφελείας, δυσαναλόγους πλέον, εννοείται, προς τα πρότερον σκοπούμενα. Την εκχώρησιν των Ιονίων νήσων ουδ' ηδύνατο καν να προφέρη, καθότι και αυτό το απαραίτητον ημφισβητείτο τότε, και μετά πολλάς μόλις δεκαετηρίδας έμελλον τα πράγματα αυτά να χύσωσι παράδοξον φως επί των σχεδίων του Λεοπόλδου.

Προς την δειλήν δε ερώτησιν, αν ήτο δυνατόν να πεισθή η Πύλη, αντί χρηματικής αποζημιώσεως, εις εκχώρησιν της Κρήτης, υπέδειξεν ο Άβερδην εις τον πρίγκηπα, ότι ο κυρίαρχος ηγεμών της Ελλάδος ήθελεν είναι κύριος να προέλθη εις τοιαύτην διαπραγμάτευσιν, και ευμενώς υπεσήμανεν, ότι η προσωπικότης ακριβώς του Λεοπόλδου ηδύνατο να πραΰνη την κατά του νέου ελληνικού Κράτους ναυτικήν ζηλοτυπίαν της Αγγλίας, καθ' ήν περίπτωσιν η νήσος της Κρήτης έμελλε να ανήκη εις οιανδήποτε άλλην πλην της Πύλης κυβέρνησιν. Ότε όμως Λεοπόλδος, τη 30 Ιανουαρίου, κατέστησε την κατοχήν της Κρήτης απαραίτητον όρον της αποδοχής του ελληνικού θρόνου, εξεδήλωσεν ο Άβερδην άπαν το πείσμα και την τραχύτητα της αγγλικής διπλωματίας. Κατεμέμφθη τούτ' αυτό του πρίγκηπος ως συμβουλευομένου τον Δούρχαμ, τον Δόβερ, τον Πάλμερστον, τον Βρουμ, πολεμίους του υπουργείου, και έδωκεν αυτώ την 31 Ιανουαρίου την χαρακτηριστικωτάτην ταύτην διά την περίστασιν και αυτόχρημα αγροίκον απάντησιν: «Περί Κρήτης ουδαμού ουδέποτε μέχρι τούδε εγένετο λόγος. Καίτοι πολλαί μέχρι τούδε εγένοντο διαπραγματεύσεις, είσθε ελεύθερος πάντοτε να παραιτηθήτε· αλλά την απόφασίν σας ταύτην δεν δύναται να εξηγήση η άρνησις της Κρήτης. Αναλογίσθητε κατά πόσον τοιαύτη διαγωγή συμβιβάζεται προς την αξιοπρέπειαν υμών και το συνεπές του φρονήματος. Αι Δυνάμεις δεν σκοπούσι να διαπραγματευθώσι προς υμάς και ήθελον θεωρήσει ως άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν».

Τότε αντί να αφήση ελευθέρας τας Δυνάμεις να θεωρήσωσιν άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν, αντί να αντιτάξη εις την αλαζονείαν των Τόρεων την τολμηράν αποφασιστικότητα ανδρός συνειδότος τον υψηλόν εαυτού σκοπόν, αντί να αψηφήση την τριανδρίαν των προστάτιδων Δυνάμεων, ών φαινομένη μόνον υπήρχεν η ομοφροσύνη, και να ανυψώση την ιδίαν εαυτού θέλησιν και την του ελληνικού λαού, παρέστη συναισθανόμενος πάντοτε το βάρος της προς αυτόν ευεργεσίας του υπουργείου, καίπερ δυνάμενος να μαντεύση, ότι το υπουργείον εκ μεγάλης μόνον βιαζόμενον ανάγκης είχε καταστήσει υπουργικόν ζήτημα την κοβουργικήν υποψηφιότητα, ενέδωκεν ουχ ήττον, και υπεδύθη το άτολμον εκείνο και αναποφάσιστον ήθος, όπερ κατά το ήμισυ πάντοτε είναι της ήττης αφορμή και τη 30)11 Φεβρουαρίου 1830, ήτοι την επαύριον της του Βέλλικτον προς αυτόν απαντήσεως, ανεκοίνωσε προς τους τρεις πληρεξουσίους, ότι συνήνει και απεδέχετο την ωφέλιμον και υψηλήν αποστολήν, ήτις ανετίθετο αυτώ.

Ήρξατο όμως κατόπιν μεταμελούμενος επί τω κατεσπευμένω αυτού διαβήματι, και, λεπτολογών πάλιν περί τους ορισμούς της συνόδου, προσεπάθησε να αποκτήση ό,τι παρήτησε, γράφων αίφνης προς τον λόρδον Άβερδην, ότι εξ αβροφροσύνης μόνον απεδέξατο την υπό της συνόδου υπαγορευθείσαν τροποποίησιν, και συνήνεσεν εις το πρωτόκολλον κατά το γράμμα μόνον και το πνεύμα της αρχικής αυτού επιστολής της 30)11 Φεβρουαρίου. Διαρκουσών έτι των δυσαρέστων αυτών διαπραγματεύσεων ανεχώρησε κατά τας αρχάς Απριλίου εις Παρισίους, και κατέλιπεν εν τη απουσία αυτού τον Στόκμαρ αντιπρόσωπον.

Ο πρίγκηψ είχεν αναλάβει εν τω μεταξύ και την από πολλοί διακεκομμένην ανταπόκρισιν αυτού προς τον Καποδίστριαν. Εκ του Οίκου Μάλβουργ έγραψεν αυτώ τη 16)28 Φεβρουαρίου όπως αγγείλη, ότι είχεν αποδεχθή την λίαν κολακευτικήν και έντιμον προσφοράν της ηγεμονίας της Ελλάδος. Ως προς τους όρους όμως, έλεγε, δεν είχον τα πράγματα καλώς· η παράκλησις αυτού, όπως επιτραπή τοις Έλλησι το δικαίωμα της αντιρρήσεως κατά του προσώπου αυτού, δεν είχεν εισακουσθή, ώστε ηναγκάζετο ούτω να παραστή αυτοίς ως προσφερόμενος υπό των Δυνάμεων ηγεμών.

Η επιστολή του Λεοπόλδου προς τον Κυβερνήτην έχει ώδε:

Εν τω Οίκω Μάλβουργ τη 16)28 Φεβρουαρίου 1830.
Αγαπητέ μοι Κόμη,

«Σήμερον σας γράφω ολίγα τινά, μηνύων ότι μετά πολλάς δυσχερείς διαλέξεις, εδέχθην την παρά των συμμάχων Δυνάμει προσενεχθείσαν μοι εντιμοτάτην ηγεμονίαν της Ελλάδος, παρακαλέσας να δώσωσι και τοις Έλλησι ψήφον περί της εκλογής μου, αλλά δεν εισηκούσθην. Ελπίζω όμως ότι, όταν αι διαπραγματεύσεις καταστώσι γνωσταί τοις Έλλησι, θέλουσιν ομολογήσει ότι δεν ημέλησα να θηρεύσω την ευγνωμοσύνην αυτών, όσον ηδυνάμην.

«Εάν ανελογιζόμην την προσωπικήν μου μόνον θέσιν, ήθελον επιμείνει εις ευνοϊκωτέρους όρους, ή δεν ήθελον αποδεχθή· ο φόβος όμως, μη ρίψω πάλιν το ελληνικόν ζήτημα εις το χάος εκείνο, όθεν μόλις εξέρχεται, με παρακινεί να θυσιάσω πάντα προσωπικόν μου σκοπόν.

«Γνωρίζετε, αγαπητέ κόμη, οποία τρέφω προς υμάς, από μακρού ήδη χρόνου, αισθήματα· πρέπει δε να σας εκφράσω πόσον ελπίζω, ότι θέλετε με υποστηρίξει διά των συμβουλών και της φρονήσεως υμών εν τω δυσχερεί σταδίω, εις ό εισέρχομαι. Διά τούτο σας παρακαλώ να εξακολουθήσητε πηδαλιουχούντες μέχρι της αφίξεώς μου το σκάφος της πολιτείας, όπερ τοσάκις εσώσατε από ναυαγίου. Αγνοώ αν απαιτήται τυπική τις προς τούτο πληρεξουσιότης· εν τοιαύτη δε περιπτώσει θέλω σπεύσει ό,τι τάχιστα να διαβιβάσω υμίν τοιαύτην. Ουχ ήττον παρακαλώ υμάς να θεωρήσητε αυτήν, εν τούτοις, ως οριστικήν και να την ανακοινώσητε όπου δει. Η άφιξίς μου δεν δύναται να γείνη εντός βραχέος χρονικού διαστήματος, καθότι έχω πολλάς έτι να τακτοποιήσω ιδιαιτέρας μου υποθέσεις. Εξηγήσατέ μοι σαφώς, σας παρακαλώ, άμα ως δυνηθήτε, την κατάστασιν των πραγμάτων. Ως προς τούτο σπουδαίον ήθελεν είναι να μοι στείλητε ταχέως εμπιστευτικόν τινα γραμματέα, κομιστήν των υμετέρων ανακοινώσεων και δυνάμενον να μοι χρησιμεύει διά τα ελληνικά έγγραφα. Άλλην ημέραν θέλω σας γράψει εκτενέστερον. Παύων δε σας προσφέρω την διαβεβαίωσιν της διαφερούσης μου υπολήψεως της ειλικρινεστάτης φιλίας, μεθ' ής και διατελέσω ών κτλ.

ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ.»

Επίστευεν ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εις την ειλικρίνειαν των συχνών του Καποδιστρίου διαβεβαιώσεων, ότι επόθει να εξέλθη της ελληνικής κολάσεως και ότι ευδαίμων ήθελεν είναι να παρασκευάση την οδόν τω μέλλοντι ηγεμόνι. Εν τη ανωτέρω επιστολή, ως είδον οι αναγνώσται, έστι και ακούσιος τις εγγικτική φράσις, ήτις επείραξε βεβαίως την ευερέθιστον καρδίαν του Καποδιστρίου. Τι εσήμαινεν η διά των φιλοφρονητικών εκείνων λόγων παρεχομένη πληρεξουσιότης προς περαιτέρω κυβέρνησιν σκάφους της πολιτείας; ουδέν άλλο βεβαίως, ή ότι ανεμίμνησκε τω Κυβερνήτη, τον λαβόντα επταετή εξουσίαν παρά έθνους και ελπίσαντα ισόβιον ηγεμονείαν, ότι ουδέν ήτο πλέον από της 22)3 Φεβρουαρίου, ότι παρήγε του λοιπού την εξουσίαν αυτού από της χάριτος ανωτέρου. Διά τούτο βλέπομεν τον Κυβερνήτην τον εκ της εσωτερικής αντιπολιτεύσεως και των εξωτερικών αποτυχιών αυτού αποδυσπετούντα προς το μέλλον και ζητούντα να αποχωρήση της αρχής προς ιδιωτικήν ησυχίαν εν Ελβετία· εφ' ώ και βλέπομεν αυτόν γράφοντα εν υστερογράφω τινί επιστολής προς τον Έυναρδ τάδε: «Αν πλησιάζητε τον νέον ηγεμόνα, παρακινήσατε αυτόν να μας βοηθήση, να μιμηθή το παράδειγμά σας. Ίνα θερίση τις, πρέπει να σπείρη. Ας προσπαθήσωμεν να καταλύσωμεν τον βίον εγγύς αλλήλων, και να αναπαυθώμεν άπαξ πάλιν παρά τας ακτάς της λίμνης της Γενεύης. θέλω κατοικήσει κατά τας ημέρας του γήρως μου την μικράν έπαυλιν «Fleur d' Eau», αν, εννοείται, δεν με εκβάλη αυτής ο από βορρά άνεμος».

Προς την ανωτέρω επιστολήν του Λεοπόλδου, ο Κυβερνήτης απήντησε διά πολλών, αλλά δεν πρέπει τις να λησμονήση ότι διά να εννοήση αυτάς πρέπει να λάβη υπ' όψει αυτού τι προς τους περί αυτόν έλεγεν ο Καποδίστριας. Ούτω λ. χ. έλεγε προς τον Κολοκοτρώνην: «Εδεξάμην το αξίωμα, όπερ μοι ενεπιστεύθη το έθνος, ουχί χάριν του αξιώματος, αλλ' ίνα εργασθώ υπέρ της αποκαταστάσεως και της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αν πιστεύωσιν οι σύμμαχοι ότι η αποκατάστασις αύτη και η ανεξαρτησία είναι δυναταί μόνον διά ξένου πρίγκηπος κυβερνώντος την Ελλάδα δι' εαυτόν, τους κληρονόμους και τους διαδόχους του, εγώ πρώτος θέλω αναγνωρίσει κατά τους νομίμους τύπους τον πρίγκηπα τούτον, τουτέστιν αφού καταμάθω την διάθεσιν και την γνώμην του έθνους. Το έθνος δεν θέλει αρνηθή άμα ως λάβη την εγγύησιν, ότι ο νέος ηγεμών θέλει κυβερνήσει επί μόνω τω σκοπώ της εξασφαλίσεως της γενικής πάντων ανεξαρτησίας και των δικαιωμάτων, άτινα απέκτησαν οι Έλληνες διά των αιμάτων αυτών και τοσούτων θυσιών!» Προς τον φρούραρχον δε Ράικον έλεγε: «Δεν ήλθον εις την Ελλάδα, όπως ζητήσω θέσιν, μηδ' αυτήν την πρώτην· ακούσας δε την κλήσιν του έθνους τούτου, σκοπόν είχον μόνον να συντελέσω, πάση δυνάμει, εις την πολιτικήν αυτού αποκατάστασιν. Ο σκοπός μου ούτος είναι αμετάβλητος και μένει πάντοτε ο αυτός. Αν ο εκλεχθείς κυριάρχης ηγεμών είναι το μόνον μέσον προς οριστικήν επίτευξιν του σκοπού τούτου, εγώ πρώτος θέλω υποδεχθή αυτόν και χαρή επί τούτω εξ όλης μου ψυχής».