WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος cover

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Chapter 21: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'. Επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. — Αποστολή του πρίγκηπος Βρέδε. — Επιστολαί του Κυβερνήτου προς τον Λεοπόλδον, εν αίς πικρώς καταφέρεται κατά των ξένων — Μυστικαί αναφοραί της αντιπολιτεύσεως προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος. — Οι Μανιάται αρνούνται την πληρωμήν φόρων. — Νικήτας ο τουρκοφάγος. Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου. — Ο Λεοπόλδος επανακάμπτει εν τάχει εις Λονδίνον. — Επιστολή αυτού προς την εν Λονδίνω Σύνοδον. — Παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εκ του ελληνικού θρόνου.
Open in WeRead

About This Book

A detailed biography traces the subject's origins, family background, and rise through European diplomatic circles to become the chosen governor of a newly independent state. It follows three main phases of life—early formation, high-level diplomacy, and the period of domestic governance—describing efforts to build political institutions, manage foreign pressures, and restore public order amid internal divisions. The narrative balances chronological life events with analysis of policies, reforms, and the practical challenges of creating a functioning modern polity, and includes introductory material and brief appendices on the aftermath of the governorship.

Υπό τοιούτων κατεχόμενος αισθημάτων ο όντως πατήρ εκείνος του έθνους, ο πρώτος των Ελλήνων Έλλην, ως απεκάλει αυτόν, πάνυ δικαίως, ο I. Ρίζος Νερουλός, έγραψε τας δε τας διπλωματικωτάτας και πατριωτικωτάτας προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος Λεοπόλδον επιστολάς άς οι αντιπολιτευόμενοι παρεξηγήσαντες εθεώρησαν αυτόν ως τον αληθή αίτιον της από του θρόνου της Ελλάδος παραιτήσεως Λεοπόλδου.

Τω Υψηλοτάτω Βασιλικώ πρίγκηπι Λεοπόλδω.

Εν Ναυπλίω τη 25 Μαρτίου 1830.

«Πρίγκηψ, η Θεία πρόνοια δεν εγκαταλείπει την Ελλάδα. Μαρτύριον δε νέον η μεγαλοψυχία, μεθ' ής η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επροστάτευσε τα νόμιμα αυτής συμφέροντα, εν ώ εγίνετο η περί αυτών κρίσις. Όθεν και το γράμμα δι' ού η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης μ' ετίμησεν από 16)28 Φεβρουαρίου, παρέχει εις την Ελλάδα τα ασφαλέστατα περί του μέλλοντος εχέγγυα, το μεν, εκ των αγώνων ούς ηγωνίσθητε προς επέκτασιν των ορίων, το δε, διότι ητήσατε και την συμμετοχήν της Ελλάδος εις την εκλογήν του αυτής άνακτος.

«Το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και αι συμπληρωματικαί αυτού πράξεις εν ποίω τύπω μέλλουσι να διακοινωθώσι προς την Ελληνικήν κυβέρνησιν, αγνοώ. Αλλ' όσον εικάζω εκ των μερικωτέρων εντεύξεών μου μετά των προσέδρων των τριών συμμάχων Αυλών, αυτοί ζητούσι την απαρέγκλιτον εκτέλεσιν των εις αυτούς προστεταγμένων, ουδεμίαν διαπραγματείαν δεχόμενοι ούτε σκέψιν περί των τύπων καθ' ούς τα αποφασισθέντα παρά των Δυνάμεων πρέπει να βαλθώσιν εις πράξιν.

«Εάν όμως η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης κλίνη να ρίψη τους οφθαλμούς επί τα ψηφίσματα της εν Άργει εθνικής συνελεύσεως, των οποίων συνάπτω ενταύθα την συλλογήν, θέλει ιδεί (ψηφίσματι α', άρθρω γ') ότι εις εμέ δεν συγχωρείται να συμφωνήσω εν ονόματι και εκ προσώπου της Ελλάδος ουδέν συμφώνημα αναφερόμενον εις τας περί ών λόγος εκδιαθέσεις (arrangements définitifs) ειμή αφ' ού οι πληρεξούσιοι αυτής αντιπρόσωποι σκεφθώσι και επικυρώσωσι τα πάντα.

«Επειδή λοιπόν ο τρόπος καθ' όν η εν Άργει συνέλευσις εθεώρησε την συνθήκην της 6 Ιουλίου διαφέρει ουσιωδώς της περί αυτής κρίσεως των υψηλών Δυνάμεων, της εμφαινομένης εις τα κατά Φεβρουάριον μεταξύ αυτών διομολογούμενα· επειδή η ελληνική κυβέρνησις, καίπερ πολλά προσλιπαρήσασα, ουδόλως εκλήθη να λάβη μέρος εις τας νεαράς διαπραγματείας, πώς δύναται να δεχθή το κεφάλαιον αυτών, χωρίς να ζητήση πρότερον την συγκάλεσιν της εθνικής συνελεύσεως, υποκειμένη, άλλως, να κατηγορηθή ότι κατεπάτησε τους όρκους, το αξίωμα, και τα δικαιώματα του έθνους; Διότι οι πληρεξούσιοι και των επαρχιών, συνελθόντες εις εθνικήν ομήγυριν προς το ακούσαι τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, ήθελον ευρεθή ως προς την περί ορίων απόφασιν εις δύσκολόν τινα και δεινήν ανάγκην, ή να παραβώσι τα ιερώτατα περί τους εντολείς αυτών καθήκοντα, ή να λείψωσιν από τα οφειλόμενα λόγω δικαιοτάτης ευγνωμοσύνης προς τους σεβαστούς της Ελλάδος ευεργέτας.

«Από της αυτής όμως των καθηκόντων βαθυτάτης αισθήσεως η εθνική συνέλευσις ήθελε δεχθή μετ' ευγνωμοσύνης τας άλλας διατάξεις και κατασφαλίσεις αγαθών πολυτίμων, τας παρά των ευεργετών ερχομένας, και η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης τότε ήθελεν υπερευφρανθή καλουμένη παρά της ομοθύμου και πανεόρτου ψήφου εθνικής συνελεύσεως εις το έργον της Ελληνικής ανακτίσεως υπό νόμους, των οποίων τας βάσεις η εν Άργει συνέλευσις προεθέσπισεν. Επί δε των παρόντων, και δι' όσα προεξέθεσα, και διά τον τρόπον όλως, καθ' όν αι Δυνάμεις απεφάσισαν να εκτελέσωσι τα δόξαντα, αναγκάζομαι να αποκριθώ αμέσως προς τας γεννησομένας μοι διακοινώσεις, χωρίς να συγκαλέσω συνέλευσιν. Αναγγγελώ λοιπόν προς τε την Γερουσίαν και προς το έθνος τα αναπόδραστα αίτια της τοιαύτης μου βαρυευθύνου διαγωγής, της οποίας μέτοχος έσται, ελπίζω καν, και η Γερουσία, καθώς μετέχει και της πληρεστάτης μου πίστεως εις την ελευθέριον και γενναίαν της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος προαίρεσιν, σαφέστατα εκπεφρασμένην εν τω της 16 (28) Φεβρουαρίου γράμματι. Εις τον κόλπον άρα υμών, πρίγκηψ, οι Έλληνες θέλουσι πλέον καταθέσει τας εφέσεις αυτών· και υμείς μετά χάριτος αυτάς εισακούοντες, θέλετε τους δείξει όσην και οίαν ευδαιμονίαν αι Δυνάμεις τοις παρεσκεύασαν, προβιβάζουσαι αυτούς εις βαθμόν ελευθέρου και αυτονόμου έθνους.

»Τοσούτον δε περισπούδαστον έχω να προϋποβάλω εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα την αίρεσιν της πολιτείας μου, ώστε σας δίδω λόγον αυτής και πριν ακόμη λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις των κυρίων Προσέδρων των συμμάχων Αυλών, και πριν απευθύνω και προς την Γερουσίαν επί των περιεστώτων πραγμάτων διάγγελμα. Τούτο το χρέος εκτελέσω, ελπίζω, μετ' ολίγας ημέρας, και τότε και η Γερουσία θέλει ευλαβώς αναφέρει προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα τας εφέσεις του έθνους· η δε προς αυτήν απόκρισις του άνακτος, από του νυν πέποιθα, ότι θέλει διαλύσει πάσαν αμφιβολίαν, και όλας τας γνώμας θέλει καθησυχάσει και όλας τας καρδίας θέλει ανοίξει εις γενναιοτάτην και ειλικρινεστάτην περί την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα αφοσίωσιν.

«Περί της εκκενώσεως της Ευβοίας και Αττικής, όσην σπουδήν και αν καταβάλωσιν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, αμφιβάλλω ότι θέλει κατορθωθή τόσον ταχέως, όσον πιστεύουσιν οι παρά τη Ελληνική κυβερνήσει καθεστώτες πρόσεδροι των Αυλών. Διότι και αν εκδώση η Πύλη τα αναγκαία φιρμάνια, πάλιν είναι πιθανώτατον να αντιτάξωσι προς αυτά o τε Ομέρ Πασάς και ο φρούραρχος των Αθηνών πολλάς δυσκολίας και αναβολάς. Αλλ' όπως και αν έχη, είναι αδύνατον να μη προέλθωσι πολλαί ταραχαί και αταξίαι και εκ της απολείψεως των κατεχομένων σήμερον υπό των Ελλήνων μερών, εκτός αν η κένωσις αυτών γείνη παρά των Ελλήνων κατά τους εξής όρους:

«α') Να ενεργηθή ταυτοχρόνως με την αναχώρησιν των Τούρκων από τα δοθέντα εις την νέαν ελληνικήν επικράτειαν μέρη.

»β') Οι οροθέται περί ών μνημονεύει ο 9ος παράγραφος του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου, να αναλάβωσι και την περί κενώσεως επιμέλειαν.

»γ') Να δοθώσιν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν ικανά χρήματα, ώστε να δυνηθή να παράσχη βοήθειαν ζωής εις το πλήθος των καταφευξομένων ενταύθα οικογενειών.

«Και μοι συγχωρεί βέβαια η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να επιστήσω προς ολίγον την προσοχήν της εφ' έκαστον των άρθρων τούτων.

«Μόνον διά πραγμάτων θέλουσι καταπεισθή οι Έλληνες ότι, απολείποντες τους διά των αιμάτων αυτών αποκτηθέντας τόπους ανταποκτώσιν άλλους, καθ' ών τα όπλα των δεν ηυτύχησαν. Αλλ' αι σύμμαχοι Αυλαί μέλλουσιν απαιτήσαι την άμεσον αναχώρησιν των ελληνικών δυνάμεων γης και θαλάσσης όσαι σκεπάζουσι την δυτικήν Ελλάδα· ειμπορεί τούτο να εκτελεσθή αταράχως χωρίς να παρευρίσκεται εκείσε μία σεμνοπρόσωπος εξουσία; Περιττόν κρίνω ν' αποδείξω ότι διά μόνης της παρουσίας των οροθετών, και του ηθικού αυτών αξιώματος, στηριζομένου εις τας ναυτικάς δυνάμεις των συμμάχων Αυλών, δύνανται να προληφθώσι πολλαί συμφοραί, αναπόφευκτοι, αν αφεθή η ενέργεια της κενώσεως εις μόνην την ελληνικήν κυβέρνησιν τους υπηρέτας αυτής.

«Τελευταίον οι δυστυχείς κάτοικοι της Δυτικής Ελλάδος, εις τους οποίους μετά την άλωσιν της Ναυπάκτου, του Μεσολογγίου και της Βονίτσης, η κυβέρνησις επροθυμήθη να χορηγήση χρηματικάς καταβολάς προς το σπείραι τα χωράφια αυτών και προσμείναι την εσοδείαν του έτους, ενδεχόμενον είναι να παραιτήσωσι τας εστίας αυτών και τότε πώς θέλομεν τους δεχθή, αν δεν δυνάμεθα να τους δώσωμεν νέας βοηθείας; ή θέλουσι τάχα τας ευρεί παρά των αδελφών της ανατολικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου, μόλις αρχομένων να ανακύπτωσιν ολίγον από της προτέρας αθλιωτάτης αυτών καταστάσεως;

«Δεν μοι ανήκει να εξετάσω, εάν η γραμμή του Ασπροποτάμου είναι ικανή να ασφαλίση τας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος ειρηνικάς και καλογειτονικάς σχέσεις. Λέγω όμως και λέξω πολλάκις, ότι αι οκτώ επαρχίαι αι επιστρέφουσαι υπό την Οθωμανικήν κυριότητα, η Ακαρνανία δηλαδή, η Βόνιτσα, ο Βάλτος, ο Βλοχός, τα Άγραφα, το Καρπενήσι και το Πατρατζίκι, περιλαμβάνουσι λαόν χριστιανικόν 80 ή 100,000 ψυχών, εξ ού πηγάζουσι σχεδόν τα δύο τρίτα του ελληνικού στρατού, συγκειμένου κατά την εσχάτην αναρρύθμισιν εξ είκοσι ταγμάτων τετρακοσιάνδρων. Άλλως τε και πασίδηλον υπάρχει, ότι αι επαρχίαι αύται, μόνον υπό Ελλήνων κατοικούμεναι, ουδέποτε ολοτελώς υπετάχθησαν εις την Πύλην, και ότι οι στρατιώται και αρχηγοί αυτών από του 1821 το μέγιστον συνετέλεσαν διά της ανδρίας των εις τον κατά των Τούρκων αγώνα. Τι ποιήσουσι λοιπόν, όταν μάθωσιν ότι η γενέθλιος αυτών γη υποβάλλεται και πάλιν υπό την Οθωμανικήν δυναστείαν; Αν μείνωσι στρατιώται της Ελλάδος, εις αυτούς πλέον δεν δύναται να εμπιστευθή η φυλακή των ορίων. Αν προτιμήσωσι να μείνωσιν υπό τους Τούρκους ίνα αρχίσωσι πάλιν την παλαιάν αυτών αρματωλικήν τέχνην, θέλουσι τάχα σεβασθή την νέαν οροθεσίαν, συνειθισμένοι όντες εις την προς τους Τούρκους πολεμιότητα; Δεν το πιστεύω· επειδή και άνθρωποι αξιόπιστοι με βεβαιούσιν ότι ο Ασπροπόταμος και ο Σπερχειός εις πολλά μέρη γίνονται βατοί ρύακες, το δε εδώθεν αυτών μέρος είναι πλατεία έρημος, όπου ούτε πόλεις απαντώνται ούτε χωρία, και τέλος όλη η γραμμή η χαραχθείσα υπό του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου ουδεμία προσφέρει εις τον τόπον εκείνον αυτοφυή και ασφαλή άμυναν την αναγκαιοτάτην προς το στερεώσαι το πολυδάπανον και πολύμοχθον των Δυνάμεων ειρήνευμα τούτο. Αλλά περί του πράγματος τούτου, αχθεινού όντος εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, περισσότερον δεν εκτείνομαι προστίθημι δε μόνον ότι, αν αι περί οροθεσίας αποφάσεις των συμμάχων αυλών υπάρχωσιν αμετάθετοι, μόνη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ερχομένη ενταύθα δύναται να εξομαλύνη τας εκ της εκτελέσεως προκυψούσας μεγάλας δυσκολίας, και να προλάβη πολλάς συμφοράς.

Ικετεύω λοιπόν αυτήν θερμότατα να σπεύση όσον ένεστι την εις Ελλάδα άφιξιν διότι ουδείς δύναται, πρίγκηψ, να πληρώση τον τόπον της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος εν τοιαύτη βαρεία περιστάσει, η δε απουσία αυτής ουκ έσται άνευ μεγάλης λυπήσεως και των Ελλήνων και των συμμάχων Δυνάμεων και αυτής της Πύλης.

«Η Ελληνική κυβέρνησις πρέπει, καθώς είπα, να δώση και βοηθείας και ελπίδας, ίνα παρηγορήση τας δυστυχίας και προλάβη αταξίας κατά την μετακίνησιν των ορίων. Αλλά ταύτα δεν δύναται να ευοδώση κυβέρνησις παύουσα. Η αυτή δε ούτε πίστεως ικανής αξιούται προς το πείσαι και τας συμμάχους Δυνάμεις και την Πύλην, ότι τα εκ της εκτελέσεως των αποφασισθέντων προκύψοντα, προκύψουσιν εξ αυτής της φύσεως των αποφάσεων.

«Όταν λοιπόν η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επιστήση όντως τον νουν επί την προκειμένην υπόθεσιν, τότε αναμφιβόλως θέλει κρίνει δευτέραν πάσαν άλλην, ήτις ενδέχεται να απαιτή και να παρελκύη τον επ' αλλοδαπής χρονισμόν Αυτής.

«Εγώ δε, καίτοι υπό των πόνων και μόχθων κατατρυχόμενος, τας φροντίδας μου όμως και τους αγώνας πάντας θέλω καταβάλει προς το δικαιώσαι την εις εμέ εντιμοτάτην πίστιν και των Ελλήνων και της Υμετέρας Βασιλικής κορυφής, και ευτυχής λογισθήσομαι εκπληρών το διπλούν τούτο καθήκον, εφ' όσον η μεν υγεία μου μοι το συγχωρήση, η δε Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θέλει ασπάζεσθαι τον ασθενή της υπηρεσίας μου φόρον.

«Υ. Γ. Εν Ναυπλίω τη 26 Μαρτίου (7 Απριλίου). Χθες το εσπέρας μετέδωκα μερικωτέρως εις την Γερουσίαν τό τε πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και το γράμμα της Υμετέρας βασιλικής Υψηλότητος, άμα σπουδάσας να εξηγήσω εις τα μέλη τούτου του σώματος όσα αγαθά αι εν Λονδίνω γενόμεναι συνθεσίαι παρασκευάζουσιν εις την πατρίδα αυτών, και περάνας τον λόγον, τοις ανήγγειλα ότι, αφού λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις, θέλω σκεφθή μετ' αυτών περί του τρόπου, καθ' όν προτίθεμαι να εκπληρώσω το προς την Ελλάδα χρέος μου και άμα να δικαιώσω όσον το επ' εμοί την τιμήν της εις εμέ πίστεως τών τε συμμάχων Αυλών και της Υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος.

«Η Γερουσία αφού πρώτον εσιώπησε βαθείαν και κατηφή σιωπήν, μοι εζήτησε την άδειαν να αποχώρηση ίνα σκεφθή μετ' επιστασίας επί των δοθέντων αυτή σπουδαιοτάτων αγγελμάτων. «Σήμερον δε ήλθε παρ' αυτής προς εμέ επιτροπή συγκειμένη εκ του προέδρου και δύο εισηγητών, ήτις και άρτι εξήλθεν, αφού μοι προσελάλησε κατά το νόημα τα εξής: «Αγνοούμεν κατά ποίον τρόπον αι σύμμαχοι Δυνάμεις μέλλουσι να μας διακοινώσωσι τας αποφάσεις των, τας οποίας, οποίαι και αν ώσιν αμφιβάλλομεν, καθ' όσα μας είπατε, αν μας μένη ελευθερία να δεχθώμεν ή ν' απορρίψωμεν. Ημείς δεν έχομεν κύρος να δεχθώμεν την πράξιν της 3 Φεβρουαρίου και τα συμπληρούντα αυτήν· και αν δε το έθνος μας είχε δώσει την τοιαύτην εξουσίαν, πάλιν μας ήτον αδύνατον να την ενεργήσωμεν χωρίς να παραβώμεν τα οφειλόμενα και εις εαυτούς και εις όλους τους αδελφούς της Στερεάς Ελλάδος, της Κρήτης, της Σάμου, και των άλλων νήσων των εις τους Τούρκους επιστραφεισών. Η Υμετέρα Εξοχότης ας πράξη ό,τι κρίνη συμφερώτερον και σωτηριώτερον εις την πατρίδα, αλλ' ημείς ουδέποτε συγκατανεύσομεν εις το να αναλάβητε εν ονόματι και εκ προσώπου του έθνους τα περί εκτέλεσιν του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου. Αι συμμαχούσαι Δυνάμεις δύνανται να φέρωσιν εις έργον την αυτών απόφασιν αφισταμένων ημών, και ετοίμων όντων να εκθέσωμεν εν υπομνήματι τους λόγους, δι' ούς αναγκαζόμεθα να μη πράξωμεν άλλως. Και τούτο ημών το υπόμνημα σας παρακαλούμεν να στήσετε προ των ποδών των συμμάχων ανάκτων, ίνα κρίνωσιν κατά την δικαιοσύνην και φιλανθρωπίαν αυτών».

Ας μη αμφιβάλλη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ότι πολλά ηγόρευσα, παραστήσας εις την επιτροπήν πληκτικώτατα ηλίκους κινδύνους παρασκευάζει η τοιαύτη αντιδιάθεσις και εις τας επαρχίας τας υπό τους Τούρκους μεταβαινούσας και εις τας συστησούσας την νέαν Ελληνικήν επικράτειαν. Τότε έν των μελών της επιτροπής ο από Πατρατζικίου, Κ. Αινιάν, μοι είπεν: «Αλλ' εις τας προσταγάς της υμετέρας εξοχότητος ουδείς θέλει υπακούσει κατά τας επαρχίας. Τι ωφελεί να συγκατατεθώμεν εις πράγματα ανεκτέλεστα;» Εγώ δε τω απεκρίθην «Διά τι ανεκτέλεστα, εάν προσφέρωμεν εις τους ομογενείς μας πατρίδα, την μένουσαν εις ημάς Ελληνικήν γην, και πόρους εξ ών να εγκατασταθώσι και ζήσωσιν ειρηνικώς και τιμίως;

«Δεν θέλω να βαρύνω την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα διά της καθ' έκαστα αναγραφής της μακράς ταύτης συνομιλίας. Αλλά το βέβαιον είναι ότι αι γνώμαι ανακινούνται και ζέουσιν, ουδ' εύκολος έσται η αυτών καταπράυνσις. Εγώ παν, ό,τι δύναμαι και σπουδάζω και σπουδάσω προς τούτω· πλην λέγω και πάλιν προς την υμετέραν Υψηλότητα, ότι συμφέρει να έλθη τάχιον ως συνεπιλαβών του έργου, και τότε ελπίζω ότι και το εμού μέρος γενήσεται ως καλλίτερον».

Τοιαύτη τις ήτο η επιστολή του Καποδιστρίου προς τον Λεοπόλδον. Ο έμπιστος δ' ανήρ, όστις έμελλε να κομίση προς τον πρίγκηπα το μήνυμα του κυβερνήτου, ήν ο πρίγκηψ Γουσταύος Βρέδε υιός του βαυαρού στρατάρχου. Παράδοξον ήτο βεβαίως, ότι ξένος νεαρός αξιωματικός, εξελέγη όπως πληροφορήση προφορικώς τον μέλλοντα της Ελλάδος ηγεμόνα περί της εν Ελλάδι καταστάσεως των πραγμάτων. Εν παρόδω σχεδόν και μετά πολλής ελαφρότητος εμνημονεύετο, ότι ο Βρέδε, καί τοι εκ τυχαίας συστάσεως του Άιδεκ γνωστός τω Κυβερνήτη, ηδύνατο να παράσχη επαρκείς πληροφορίας περί των εν Ελλάδι συμβάντων και συμβαινόντων. Προς πλήρωσιν δε των κενών, άτινα ηδύνατο να καταλίπη ως προς τας θεωρίας η έκθεσις του νέου αξιωματικού του ιππικού, προσέθηκεν ο Καποδίστριας εν δευτέρα συστατική επιστολή αυθημερόν γραφείση, 25)6 Απριλίου 1830, περιγραφήν των θυσιών, αίτινες ήθελον απαιτηθή παρά του μέλλοντος ηγεμόνος της Ελλάδος.

Η δευτέρα αύτη συστατική επιστολή προς τον Λεοπόλδον είχεν ώδε:

Τω Υψηλοτάτω και βασιλικώ πρίγκηπα Λεοπόλδω

Εν Ναυπλίω τη 25 Απριλίου 1830.

«Η υμετέρα μεν Βασιλική Υψηλότης ηυδόκησε να μοι ζητήση άνθρωπόν τινα πιστόν, ικανόν να τη εκθέση, ελθών αυτόσε, τα της παρούσης καταστάσεως της Ελλάδος. Εγώ δε μη δυνάμενος να εκλέξω τον ζητούμενον, ίνα μη διεγείρω αντιζηλίας και δώσω και εις τον φατριασμόν νέαν αφορμήν να επαυξήση διά της κακομηχανίας τας υφεστώσας σήμερον ενταύθα δυσχρηστίας ανθρώπων και συμφερόντων, απεφάσισα να σας γράψω το μακρόν γράμμα, εις το οποίον παρέπεται το παρόν.

«Περί πολλού δε ποιούμενος να σας το διαβιβάσω τάχιον και χωρίς να προσμείνω τους ταχυδρόμους των ξένων πρακτόρων, αναχωρούντας βραδύτερον, παραδίδω αμφότερα εις τον πρίγκηπα Κ. Βρέδε, όστις προστάσσεται να έλθη εις Μασσαλίαν ή εις Τουλώνα, και εκείθεν αμέσως να δηλοποιήση τον ιππότην κ. Έυναρδ ότι φέρει γράμματα προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα· ούτος δε θέλει σας το μηνύσει ευθύς, και τότε στέλλετέ τινα εις το καθαρτήριον και τα παραλαμβάνει παρά του κ. Βρέδε ασφαλώς.

«Και αν μεν η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θελήση να μοι αποκριθή διά του αυτού κομιστού, αυτός επιστρέφει και πριν τελειώση την κάθαρσιν· ειδέ μη, ο κ. Βρέδε θέλει έλθει να σας προσκυνήση και να λάβη τας προσταγάς σας.

«Ο κ. Βρέδε διέτριψεν ικανόν καιρόν εν Ελλάδι, υπηρετήσας ως στρατιωτικός, και πάντοτε εντίμως πολιτευθείς. Εγώ άλλως δεν τον γνωρίζω ειμή εκ της ευνοίας, ήν είχε προς αυτόν ο συνταγματάρχης κ. Έυδεκ. Τον νομίζω όμως αρκούντως ειδήμονα των διατρεξάντων και διατρεχόντων εν τη Ελλάδι, και ικανόν να δώση εις την Υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, εάν τη αρέσκη, κεφαλαιώδη έννοιαν του πώς εύρον εγώ τον τόπον, και πώς σήμερον έχει αυτός.

«Αλλ' ας μοι συγχωρήση η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης και αύθις να την παρακαλέσω να αποφασίση να φθάση τάχιον εις Ελλάδα, διότι πάσα αναβολή ενδέχεται να βλάψη πολύ τον τόπον, και πολύ να εμπλέξη τα πράγματα, των οποίων η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης αναλαμβάνει την επιμέλειαν.

«Τα πράγματα ταύτα είναι εκ φύσεως δυσχερέστατα, ως νομίζω ότι το απέδειξα εν τη επιστολή μου. Και αφού η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης δέχεται το μέγιστον αγώνισμα του πληρώσαι τα αποκληρωθέντα εις την Ελλάδα, εν αυταίς ταις χερσίν υμών κείται πλέον και η αισία αρχή του έργου, ουδέ δύνασθε, ω Άναξ, να το επιτρέψητε εις άλλους· ειδέ μη, της ενεργείας η δύναμις απομειούται, ή και παντάπασι καταργείται. Άλλως τε της οροθεσίας μελλούσης αναγκαίως εγείραι ισχυρόν τινα κίνδυνον εν Ελλάδι, διατί η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να μη αρπάση την πρώτην ταύτην ευκαιρίαν προς το εμφανίσαι τοις Έλλησι την περί αυτούς πατρικήν αυτής διάθεσιν και τον ενθουσιασμόν υπέρ της σωτηρίας αυτών;

Και εγώ, αν εύρον χάριν τινά παρά του λαού τούτου, εάν και σήμερον αυτός διατελή επιδεικνύμενος ειλικρινή και απερίγραπτον προς εμέ πίστιν, τούτο ποιεί, διότι με βλέπει εμμενώς προσωπικώς συμμετέχοντα της αθλιότητος και πολυπαθείας αυτού προς μόνον σκοπόν του αφανίσαι αυτάς. Εις το επαύλισμα του στρατιώτου υπό την πτωχήν καλαμοστέγην του χωρικού, εν πάση ώρα του έτους, οπωσδήποτε έχοντα ηλικίας τε και υγείας πολλάκις με ελάλησαν οι στρατιώται και ο λαός περί των συμφερόντων αυτών, και με εγνώρισαν, και εγώ τους εδίδαξα τι οφείλουσι και εις εαυτούς και εις την κυβέρνησίν των και εις τον πεπολιτευμένον κόσμον. Τολμώ λοιπόν, άναξ, να είπω ότι εις ταύτην την δοκιμασίαν προσμένουσι πρώτον οι Έλληνες την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα. Αν επιφανήτε εις τους οφθαλμούς των ως αυθέντης μη δυνάμενος να υποφέρη την πτωχείαν και ένδειάν των, αντί να τοις επιβάλητε σέβας εκών θέλετε χάσει την ασφαλεστάτην επί τας γνώμας αυτών επίδρασιν. Αλλ' η ευκαιρία της πρώτης αθλήσεως ιδού πάρεστιν. Έλθετε να παρευρεθήτε εις το δυσχερές και αλγεινόν της οροθεσίας έργον, και μη αφίνετε άλλους να το επιστατήσωσιν εις τον τόπον σας.

«Οφείλω δε εις την υμετέραν Υψηλότητα εξηγήσεις τινάς ιδιαιτέρας και επί του πρώτου μέρους της επιστολής μου. Να διέλθω αναλυτικώς τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, μοι είναι αδύνατον, διά την έλλειψιν του καιρού. Προφανώς όμως βλέπω εξ αυτών τούτο, ότι το συνέδριον αντί να προσφέρη εις την Ελλάδα την παραδοχήν των περί της αυτονομίας αυτής αποφάσεων, κατά τους εννόμους τύπους, έκρινε συμφερώτερον και συντομώτερον να τη τας επιβάλη απλώς και απαρασκευάστως. Και διά ποίους μεν λόγους προετίμησε τον τοιούτον τρόπον, δεν μοι ανήκει να εξετάσω· ότι όμως αυτός είναι απροφυέστατος εις τα συμφέροντα και του δυστυχούς τούτου τόπου και της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος, τούτο κάλλιστα εξεύρω.

«Η πράξις της 3 Φεβρουαρίου και η απονέμουσα τη υμετέρα Υψηλότητι την κυριαρχικήν και διαδοχικήν εξουσίαν ουδέ λόγον αναφέρουσι περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων· εξ ού εικάζεται έν εκ των δύο, ή ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις φρονούσιν ότι το πρόσωπον του ηγεμόνος απορροφά και εγκατασυνάγει εις εαυτό όλα τα δικαιώματα των Ελλήνων, ή ότι εις τον άνακτα άφησαν το αναγορεύσαι αυτά, καθ' ήν στιγμήν θέλει λάβει την ηνιοχίαν των πραγμάτων. Ταύτην την δευτέραν εξήγησιν έδωκα και εις τα μέλη της Γερουσίας και εις τους άλλους πολίτας τους πολλά κατερωτώντας με, αφ' ότου τα εν Λονδίνω διαβουλευθέντα έγειναν ενταύθα γνωστά, και κατά ταύτην ίσως θέλει συντεθή και η προφώνησις της Γερουσίας.

«Το δε περαιτέρω μένει να πράξη αυτή η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης, της οποίας η απόκρισις και περιμένεται μετά πολλής συνοχής, και έσται τοις πάσι καταθύμιος, εάν διαρρήδην αποφαίνηται περί ών ευπαρρησιάστως τολμώ να σας σημειώσω,

«α') Αν υμετέρα Υψηλότης έχη διάθεσιν να παραδεχθή την θρησκείαν του έθνους, ας νεύση να του το αναγγείλη, και ευθύς αυτό θέλει συναφθή προς τε την υμετέραν Υψηλότητα και προς την γενεάν αυτής διά του ιερωτάτου δεσμού.

«β') Δεν θέλετε βέβαια, άναξ, να κυβερνήσητε άνευ εννόμων τύπων, παραδεδεγμένων παρ' αυτής της Ελλάδος. Αν ευδοκήσητε λοιπόν να επιβλέψητε εις το δεύτερον ψήφισμα της εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως, θέλετε κηρύξει ότι δέχεσθε τας βάσεις αυτού, αποταμιεύοντες το να δώσετε εις τους Έλληνας (τηρούντες όλα τα δικαιώματα αυτών) θεσμούς έμφρονας, κατά ανεπισφαλείς οδηγίας της πείρας.

»γ') Διά των λοιπών ψηφισμάτων της συνελεύσεως του Άργους ασφαλίζονται τα δίκαια όλων των πολιτών, όσοι μεγάλα κατέβαλον και εθυσίασαν υπέρ του αγώνος. Εάν η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης δι' ενός μόνον λόγου αγγείλη, ότι θέλει θεραπεύσει τα δίκαια ταύτα, επομένη εις τα παρά της συνελεύσεως ψηφισθέντα, τότε πάσαι αι επιθυμίαι πληρούνται, και το έθνος όλον μετά μυρίων ευλογιών θέλει δράμει εις προϋπάντησίν σας.

»Ήθελα, πρίγκηψ, να έχω ολίγας ώρας ίνα σας αναπτύξω τους λόγους, δι' όλους ορμώ να σας υποβάλω τας τρεις ταύτας προτάσεις. Αλλ' η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης και ούτω θέλει μοι αποδώσει, ελπίζω, το δίκαιον, πιστεύουσα ότι εν τω βάθει της συνειδήσεώς μου ευρίσκω τους λόγους τούτους. Και ίσως μεν απατώμαι· δεν τολμώ όμως να σας εγγυηθώ υποδοχήν, οποία οφείλεται παρά του έθνους προς τον ηγεμόνα αυτού, αν έλθητε πρόδρομον ή πάρεδον έχοντες τελείαν σιωπήν περί των προσημειωθέντων τριών κεφαλαίων.

«Και συγγνώμην δότε μοι, παρακαλώ, άναξ διά την παρρησίαν της γλώσσης, τοιαύτης ούσης ανέκαθεν εν εμοί, και διά τούτου προξενησάσης μοι άλλοτε και την υμετέραν εύνοιαν.

«Μεγάλως επεθύμουν να σας λαλήσω, άναξ, και περί των πόρων ημών, και περί του στρατού, και περί του ναυτικού, και όλως περί συμπάσης της διοικήσεως αλλ' αμφιβάλλω αν δυνηθώ διότι τοσούτον άθροισμα πολυμερών και ασυνηθεστέρων υποθέσεων με καταπιέζει σήμερον, και εις τοσαύτην εργασίαν με καταδικάζει και η διπλωματία, ώστε και αι δυνάμεις μου ήδη εκλείπουσι, και αναγκάζομαι να υπαγορεύσω και τούτο το ιδιαίτερον γράμμα, αιτούμενος συγγνώμην παρά της υμετέρας Υψηλότητος.

«Ο ιππότης Κ. Έυναρδ, ο μεγάλα ωφελήσας εν πολλοίς την Ελλάδα, αυτός θέλει σας παραστήσει την χρηματικήν ημών στενοχωρίαν και το αναγκαιότατον της αποστολής βοηθείας τινός προς το τέλος του Απριλίου. Αλλά την βοήθειαν ας φέρη αυτή η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης. Τούτο αξιών και καθικετεύων ου παύσομαι.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. — Αποστολή του πρίγκηπος Βρέδε. — Επιστολαί του Κυβερνήτου προς τον Λεοπόλδον, εν αίς πικρώς καταφέρεται κατά των ξένων — Μυστικαί αναφοραί της αντιπολιτεύσεως προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος. — Οι Μανιάται αρνούνται την πληρωμήν φόρων. — Νικήτας ο τουρκοφάγος. Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου. — Ο Λεοπόλδος επανακάμπτει εν τάχει εις Λονδίνον. — Επιστολή αυτού προς την εν Λονδίνω Σύνοδον. — Παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εκ του ελληνικού θρόνου.


Ο Κυβερνήτης εγίνωσκεν ότι οικογενειακοί λόγοι ηνάγκαζον τον Λεοπόλδον να μη σπεύδη την εις Ελλάδα κάθοδον αυτού και ηνάγκαζεν αυτόν να σπεύση προς το έργον του κανονισμού των ορίων. Και έτι μάλλον δεν ετόλμα να εγγυηθή προς τον πρίγκηπα προσήκουσαν παρά του ελληνικού έθνους υποδοχήν, αν ο Λεοπόλδος δεν καθησύχαζε τους Έλληνας διά κηρύγματος αυτού περί τριών ζητημάτων, και δεν παρείχε τρεις απαντήσεις, μετ' ανυπομονησίας προσδοκωμένας, σαφείς και καταφατικάς:

«α) Είναι διατεθειμένη η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να ασπασθή το ορθόδοξον ανατολικόν δόγμα, και να συνδέση ούτως εαυτόν και το γένος αυτού δι' ιερού δεσμού μετά του έθνους; β) Θέλει η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να απίδη εις το Β' ψήφισμα της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως; γ') Θέλει η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να εκτελέση τας λοιπάς αποφάσεις της εν Άργει συνελεύσεως, αίτινες ασφαλίζουσι τα συμφέροντα πάσης τάξεως του λαού και αποζημίωσιν των εν τω πολέμω θυσιών αυτού;»

Χωρίς προηγουμένης διαβεβαιώσεως περί των τριών τούτων όρων, ενόμιζεν ο Καποδίστριας ότι δεν ηδύνατο να εγγυηθεί περί προσηκούσης και αξίας υποδοχής του πρίγκηπος. Τοιαύται ήσαν αι δύο πρώται επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον Λεοπόλδον. Η δε τρίτη επιστολή, εξ Άργους τη 12)24 Απριλίου 1830 γεγραμμένη, είναι κραυγή οδύνης, επικαλουμένη σωτηρίαν εκ της οικονομικής αμηχανίας, οποία ουδέποτε λείπει εν τη απαριθμήσει των εν Ελλάδι κακών. Ο Κυβερνήτης ανεμίμνησκεν, ότι ο στρατός ανέμενε την 23 Μαΐου την πληρωμήν των τριμηνιαίων αυτού μισθών. Επειδή δε, έλεγε, σπουδαιότατον ήτο να ευχαριστηθεί ο στρατός μετ' ακριβείας εν τη παρούση κρισίμω στιγμή, καλόν θα ήτο να ετοιμάση ο πρίγκηψ Λεοπόλδος έν εκατομμύριον φράγκων, και αυτήν τουλάχιστον την ποσότητα να αποστείλη μέχρι των αρχών του Μαΐου. Ως σχόλιον της οικονομικής εκείνης αμηχανίας, υπέβαλε συνάμα ο Καποδίστριας την πρότασιν περί αποστολής δαπανηράς πρεσβείας μιας φρεγάτας προς παραλαβήν του Λεοπόλδου. Αλλ' έπραττε τούτο οκνών και διά φράσεων ήκιστα ενθαρρυντικών. Εφαίνετο σκοπούμενον να διεγερθή και υποτραφή η αντιπάθεια του εις την αγγλικήν ευμάρειαν και πολυτέλειαν ειθισμένου πρίγκηπος κατά της πενίας του μέλλοντος αυτού βασιλείου. Εν αυτή ο Καποδίστριας έλεγε: «Καίτοι η εκλογή πρεσβείας δεν είναι πράγμα ευχερές, καίτοι ο εξοπλισμός φρεγάτας και άλλων πλοίων προξενεί δαπάνας, άς δεν δύναται να απαντήση το ταμείον ημών» θέλω πράξει εν τούτοις παν το δυνατόν, όπως παρασκευάσω την εκτέλεσιν των μέτρων τούτων».

Εν δυσίν επιστολαίς της 12)24 Απριλίου 1830 επανελάμβανεν ο Κυβερνήτης μετά μεγίστης επιμονής τας κατά των όρων του πρωτοκόλλου ενστάσεις της Γερουσίας. Η υπό του Λεοπόλδου παραδοχή του ορθοδόξου θρησκεύματος, έλεγεν, ηδύνατο μόνη να καθησυχάση τα φανατικώς εξηρεθισμένα πνεύματα του ορθοδόξου πλήθους. Πάσαι αι τάξεις του ελληνικού λαού προσεβάλλοντο κατά τα ιερώτατα αυτών συμφέροντα διά των αποφάσεων του Λονδίνου: ναύται, στρατιώται, γεωργοί, υπάλληλοι. Το δωμάτιον του κυβερνήτου, ελέγετο, επλήρουν αδιακόπως άνθρωποι οδυνώμενοι, και μάτην ούτος προσεπάθει να παρηγορήση αυτούς, διότι είχε παρέλθει πλέον ο καιρός της εμπιστοσύνης:

«Υπάρχουσι κακόβουλοι και δολοπλόκοι εν Ελλάδι, ως και αλλαχού, πλείονες μάλιστα ή αλλαχού. Ξένοι, από μακρού ήδη απαύστως διχόνοιαν σπείροντες, εξακολουθούσι μετά μείζονος ζήλου τας εγκληματικάς αυτών σκευωρίας. Διά θράσους κομπουμένου μέχρις αυθεντείας επαναλαμβάνουσι και προς εκείνους έτι οίτινες δεν τους ακούουσιν, ότι, αν η Ελλάς περιωρίσθη μέχρι των ορίων του Ασπροποτάμου, αν η Κρήτη και η Σάμος εγένοντο τουρκικαί, αν αι λοιπαί του πρωτοκόλλου διατάξεις ήκιστα ανταπεκρίθησαν εις τας εθνικάς των Ελλήνων επιθυμίας, ταύτα πάντα εγένοντο, διότι η Ευρώπη ώφειλε να λάβη ασφαλιστικά μέτρα κατά των τερατωδών και φιλοδόξων σχεδίων της σημερινής προσωρινής κυβερνήσεως. Η προσωρινή αύτη κυβέρνησις ειμί εγώ, τα δε τερατώδη και φιλόδοξα σχέδια εισίν αι μυστικαί μου δήθεν σχέσεις προς την Ρωσίαν.»

Αι πικραί του Κυβερνήτου μομφαί κατά των ξένων απέβλεπον εις τον Τσουρτς, τον Φαβιέ, και τον Δώκινς. Ο άγγλος στρατηγός είχε προβή μέχρι του εμπαθούς ισχυρισμού, ότι ο Κυβερνήτης παρώξυνε τους πατριώτας αυτού Ιονίους κατά της αγγλικής διοικήσεως και ενήργει αναφανδόν τας σκευωρίας ταύτας προς μόνον τον σκοπόν του να σμικρύνη την Ελλάδα και να στερήση αυτής την Ακαρνανίαν και Αιτωλίαν. Ο Τσουρτς επίστευεν ό,τι έλεγε και έγραφε, καθότι ήτο άνθρωπος περιωρισμένου νου και εμπαθής. Εν υπομνήματι προωρισμένω εις φωτισμόν του πρίγκηπος Λεοπόλδου (74), κατεπολέμησε τα υπό του φεβρουριανού πρωτοκόλλου χαραχθέντα όρια· ανεμίμνησκε δ' εν αυτώ την στρατιωτικήν σημασίαν της Ακαρνανίας, και ιδίως των στενοποριών του Μακρυνόρους. Αλλά η κατά του Κυβερνήτου μορφωθείσα αντιπολίτευσις προέβαινε πολύ περαιτέρω και διά παντός μέσου. Παν όπλον ην αύτη πρόσφορον και εύχρηστον, και θριαμβευτικώς επεκαλείτο τας διαθέσεις των κυβερνήσεων της Αγγλίας και Γαλλίας. Δεν είχεν υποτιμηθή, έλεγον οι αντιπολιτευόμενοι, ο Κυβερνήτης εν Λονδίνω και Παρισίοις; δεν είχε καταδικασθή αυτός και τα έργα αυτού πάντα; δεν είχεν αποκαλυφθή η μυστική ρωσική αυτού φιλοδοξία;

Εδράξαντο ούτω της προφάσεως, ότι ήθελον να σώσωσιν την χώραν παρά ταις Δυναμέσι και τω νέω ηγεμόνι, και απεφάσισαν να εξασθενήσωσι και παραλύσωσιν όλως την ενέργειαν του υπομνήματος της Γερουσίας και της προς τον Λεοπόλδον απαντήσεως του Κυβερνήτου δι' εναντίων αναφορών, δι' αμέσων εγγράφων του λαού. Το έθνος έπρεπε να εικονισθή ως κεχωρισμένον όλως από της κυβερνήσεως, η δε κυβέρνησις αυτού ως κεφαλή μόνον και όργανον μιας μερίδος. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας έσπευσαν να υπογράψωσι το νέον εκείνο είδος των περί αφοσιώσεως αναφορών, αίτινες ενέφαινον απεριόριστον υποταγήν εις τας αποφάσεις των μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Καποδίστριας προσεπάθησεν, εννοείται, να παρεμποδίση τας ενεργείας ταύτας, και ηναγκάσθη εντός ολίγου να προβή από των αυστηρών και αποτρεπτικών λόγων εις σωφρονισμούς και αστυνομικά μέτρα. Καθότι πάντα εκείνα εφαίνοντο ως πολιτική τις διαδήλωσις κατά του κυβερνητικού αυτού συστήματος. Είχον ήδη παρακολουθήσει το παράδειγμα του Μαυροκορδάτου ο Ζαΐμης, ο Μιαούλης, ο Πετρόμπεης, ο μόλις εκ της πολιτικής αυτού καταδιώξεως και της φυλακής απαλλαγείς Φαρμακίδης και ο δικηγόρος Κλωνάρης και αυτός ο της Γερουσίας πρόεδρος Γεώργιος Σισίνης και πολλοί γερουσιασταί, οίπερ αντιφάσκοντες εις εαυτούς, υπέγραψαν. Τη μεσιτεία του άγγλου πρεσβευτού Δώκινς απεστάλησαν πολλαί των αναφορών αυτών, χιλίας περίπου φέρουσαι υπογραφάς, προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. Τότε ηναγκάσθη ο Καποδίστριας να ανταποδώση τα ίσα διά του Κολοκοκοτρώνη και των διοικητικών αρχών, και δι' οργίλης ανακοινώσεως προς τους εκτάκτους επιτρόπους και τους διοικητάς να κηρύξη εγκληματικάς τας κρύφα και εν παραβύστω ενεργουμένας εκείνας αναφοράς: «Ειπέτε εις τους περί τοιούτου εγγράφου λαλούντας, έγραψεν εις τον Μαυρομμάτην, ότι ικανώς χαρακτηρίζει αυτό ο τύπος αυτού και το μυστήριον, δι' ού προσπαθούσι να το περιβάλωσιν. Αν πρόκριτοι ή άλλοι πολίται νομίζωσιν, ότι οφείλουσι νυν να εκφράσωσιν αμέσως τα αισθήματά των προς τον νέον ηγεμόνα, την επιθυμίαν των αυτήν πρέπει προ παντός να δηλώσωσιν εις την κυβέρνησιν, ήτις αναμφιβόλως θέλει εγκρίνει να επαναλάβωσιν οι πολίται ό,τι εξέφρασεν ήδη αυτή εν ονόματι του έθνους. Εκτός της οδού ταύτης, μένει σκευωρία μόνον και ταπείνωσις». Συγχρόνως δε έδωκεν ο Κυβερνήτης πληρεξουσιότητα εις τας αρχάς να δέχωνται παρ' οιουδήποτε αναφοράς προς τον πρίγκηπα, και να αποστέλλωσιν αυτάς εις την κυβέρνησιν, όπως διαβιβασθώσι προς εκείνον. Ούτω δε αι αρχαί, καθ' ά μεν εφρόνει ο αυστριακός πρόξενος Γροπ, εν ταις εκθέσεσιν αυτού «υπεστήριζον τα φιλόδοξα σχέδια του Κυβερνήτου υπέρ εαυτού και της οικογενείας του», καθ' ά δε διεβεβαίου επίσημος κυβερνητική εγκύκλιος της 2 Ιουνίου «επεκύρουν απλώς τας περί επιταχύνσεως της αφίξεως του πρίγκηπος αναφοράς». Πολλαί δ' αληθώς νέαι τοιαύται αναφοραί υπεβλήθησαν. Η αντιπολίτευσις εχλεύαζεν αυτάς ως προδιαγεγραμμένας και κατ' επιταγήν υπογραφομένας δηλώσεις, «ως τύπους διοικητικής κηδεμονίας, εν οίς προσεπάθει η κυβέρνησις να χύση διά της βίας την ελευθέραν έκφρασιν των αισθημάτων του λαού». Η αγανάκτησις δ' αυτής τοσούτον εκορυφώθη, ώστε προσεκάλεσε τον λαόν να αρνηθή πληρωμήν φόρων. Οι Μανιάται μάλιστα προέβησαν μέχρι διαρπαγής των δημοσίων ταμείων. «Ουδέποτε, έλεγον, επλήρωσεν η Μάνη και δεν έπρεπε να καθιερωθή τοιαύτη κακή συνήθεια. Ο κυβερνήτης επέμενε διατηρών εν Μάνη μισητόν τινα κυβερνητικόν επίτροπον, τον Γενοβέλην, εις όν οι Μαυρομιχάλαι απέδιδον την πρόθεσιν της εξολοθρεύσεως πάντων των προυχόντων της Μάνης. Αντί δε να εξαλείψη την πρόφασιν εκείνην της δυσαρεσκείας, ενόμισεν ο Κυβερνήτης ότι εκινδύνευεν η ιδία αυτού αξιοπρέπεια. Απέστειλε ρωσικά πολεμικά πλοία εις Λιμένι, εξώτρυνε τον γαλλικόν στρατόν εις απειλητικόν τι κίνημα παρά τας Καλάμας, εκάλεσε Ρουμελιώτας εις Πελοπόννησον, και ανέθηκεν εις τον γενναίον μεν αλλά περιωρισμένου νου Νικήταν την αστυνομίαν της Χερσονήσου. Κατώρθωσε μεν ούτω να καταπνίξη την επανάστασιν προ της γεννήσεως αυτής· αλλ' ηύξησεν ο αριθμός των εναντίων».



Εν τη δυσχερεί ταύτη θέσει ευρισκόμενος ο Καποδίστριας, «εμποδιζόμενος εν ταις ενεργείαις αυτού υπό εσωτερικών και ξένων ραδιούργων,» ύποπτος απέναντι των κυβερνήσεων των ναυτικών Δυνάμεων και αβοήθητος υπ' αυτών καταλειπόμενος, πιεζόμενος δε υπό οικονομικών δυσχερειών και κατατρυχόμενος υπό της εις βεβαιότητα μετ' ολίγον ανακλαδουμένης υπονοίας, ότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ήθελεν αποχωρήσει απέναντι τοιαύτης των πραγμάτων καταστάσεως, και παραιτούμενος ήθελεν απορρίψει την ευθύνην επί τον Κυβερνήτην και την Γερουσίαν, δεν ώκνησε να επιβεβαιώση προς τον Λεοπόλδον διά των από 5 και 11 Ιουνίου επιστολών αυτού τας προτέρας αυτού ανακοινώσεις, και να εκφράση την λύπην αυτού επί τη «μυσαρά ραδιουργία» των προσπαθούντων να παραστήσωσι προς τον μέλλοντα της Ελλάδος ηγεμόνα δυσάρεστον την εικόνα της εσωτερικής αυτής καταστάσεως.

Εν τούτοις, ο καιρός παρήρχετο και ο εκλεκτός του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830 δεν εσκόπει να λάβη την εις Ελλάδα άγουσαν. Ο Λεοπόλδος διέμενεν εν τη πρωτευούση της Γαλλίας. Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου σκοπόν βεβαίως είχεν, εν πρώτοις, την υπέρ του ελληνικού δανείου ενέργειαν. Πλην τούτου όμως επεθύμει ο Λεοπόλδος και την αποπεράτωσιν οικογενειακής όλως υποθέσεως, την επίτευξιν δηλαδή της χειρός ηγεμονίδος τινός εκ του ορλεανικού της Γαλλίας οίκου. Αλλ' η επιθυμία αυτού αύτη δεν εγένετο δεκτή, και η γαλλική αυλή, κατά την από 28 Μαΐου 1830 διακοίνωσιν του Λίβεν, απεποιήθη την αίτησιν του Λεοπόλδου. Αι δυσχέρειαι δε άς απήντησεν ο πρίγκηψ εν Παρισίοις, εψύχραναν αυτόν ικανώς και εμετρίασαν κατά πολύ τον ενθουσιασμόν αυτού, ούτως ώστε παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως, ότι ο Λεοπόλδος, κατά την εν Παρισίοις διαμονήν αυτού, ουδόλως ησχολήθη εξωτερικώς προς το ελληνικόν ζήτημα. Ούτε προς τους πρέσβεις, των ευεργετίδων Δυνάμεων, τον λόρδον Στούαρτ ή τον Πότσο-Διβόργο εσχετίσθη, ούτε προς τον Έλληνα πρίγκηπα Σούτσον, ούτε εδέξατο εις ακρόασιν τους ζητήσαντας να εμφανισθώσιν ενώπιον αυτού Έλληνας τους εν Παρισίοις παρεπιδημούντας.

Έκτοτε μετά θετικότητος αι γαλλικαί εφημερίδες διέδιδον ότι σκοπόν είχε να παραιτηθή της ηγεμονείας της Ελλάδος, ήν είχεν ήδη αποδεχθή. Τοιούτον τινα σκοπόν υποσημαίνει επιστολή τις προς τον βαρώνον Στάιν, γραφείσα κατά την εν Παρισίοις διαμονήν του πρίγκηπος. Ο γηραιός βαρώνος Στάιν, φίλος του Καποδιστρίου και της Ελλάδος ακραιφνέστατος, είχεν εκφράσει εν υπομνήματι αυτού της 7)19 Μαρτίου 1830 την ελπίδα, όπως τεθή εκποδών όσον το δυνατόν η επιρροή της Αγγλίας και Γαλλίας, και μείνη άθικτος όλως η εσωτερική πνευματική της Ελλάδος ανεξαρτησία. Ο Λεοπόλδος όμως απαντών αυτώ τη 29)10 Απριλίου 1830 έλεγε: «Τοιαύτη τις ανακοίνωσις είναι διττώς παρήγορος και αληθώς ζωογόνος, όταν τις προ μηνών ήδη τοσούτον σκληρόν υφίσταται αγώνα κατά κακής θελήσεως και της ψευδώς εννοουμένης πολιτικής, ώστε αισθάνεται αποψυχραινομένην όλως την ψυχήν αυτού. Δύνασθε να φαντασθήτε, πόσον δυσχερές ήθελεν είναι εις ανθρώπους ματαίους και ιδιοτρόπους να χωρισθώσιν από των προτέρων αυτών συστημάτων, να παραιτήσωσιν ιδέας προσφιλείς, και να ευλογήσωσιν ό,τι θα επεθύμουν να καταρασθώσι μάλλον. Θα ενθυμήσθε βεβαίως εκ των συνδιαλέξεων ημών τας ιδέας μου. Ηθέλησα πάντοτε εν τη υποθέσει ταύτη το αγαθόν, και επιθυμώ να συνταχθή το νέον Κράτος καθ' όν τρόπον και εις αυτάς τας μεγάλας Δυνάμεις ήθελεν είναι επιθυμητόν και αναγκαίον. Δυστυχώς θα εμάθετε ήδη εκ των εφημερίδων πόσον οικτρώς ωρίσθησαν τα όρια. Έπραξα ό,τι ηδυνάμην· δεν δύναταί τις εν τούτοις να αρνηθή, ότι χωρίς της Κρήτης και μετά των κακών ηπειρωτικών του ορίων το νέον κράτος πρέπει να θεωρηθή ως προσωρινόν μόνον. Τα οικονομικά αυτού αποτελούσι την στιγμήν ταύτην το αντικείμενον της μετά των Δυνάμεων συζητήσεώς μου. Ανάγκη να εγγυηθώσιν αύται δάνειον· ώρισα δε ποσόν τι, ούτινος η λυπηρά της Ελλάδος κατάστασις έχει ανάγκην, αν πρόκηται να γείνη τι άξιον λόγου. Αι Δυνάμεις θέλουσι να εγγυηθώσι το ήμισυ μόλις και ολίγον τι πλέον της προτάσεώς μου. Αλλά τούτο δεν θέλω το δεχθή, και δυνατόν είναι να επέλθη ρήξις. Εγώ δεν ενδίδω· περί τούτου έχω ακράδαντον απόφασιν».

Το δυνατόν τούτο της ρήξεως είχε πάντοτε υπ' όψιν ο πρίγκηψ κατά την εν Παρισίοις διαμονήν αυτού. Επιπολαίως δε έγραφε τη 10)22 Απριλίου 1830 προς τον Καποδίστριαν: «Δυνατόν να επέλθη ρήξις, και ίσως επί τέλους σας έλθη άλλος ηγεμών».

Εν τούτοις, περί τα τέλη Απριλίου 1830, εμηνύθη αυτώ δι' εκτάκτου ταχυδρόμου, ότι ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ' είχε σπουδαίως ασθενήσει. Ο Λεοπόλδος καταλιπών εν πάση σπουδή τους Παρισίους επανέκαμψεν εις Λονδίνον. Τη 1η Μαΐου, ότε ο βασιλεύς της Αγγλίας ενομίζετο πλέον ως άπελπις, ηγγέλθη αυτώ υπό του λόρδου Άβερδην, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις συγκατένευσαν να εγγυηθώσιν υπέρ του ζητηθέντος υπό του Λεοπόλδου δανείου των 60,000,000 φράγκων.

Εν Λονδίνω διατριβών έλαβε τον περιεκτικόν φάκελλον του Κυβερνήτου μετά της προσκλήσεως, όπως μεταβή ό,τι τάχιστα εις Ελλάδα και κατασιγάση την εθνικήν δυσαρέσκειαν επί τω πρωτοκόλλω τη 22)3 Φεβρουαρίου 1830.

Κατά τας ημέρας εκείνας ακριβώς, λέγει ο Βαρθόλδυς, εδημοσιεύετο διά των αγγλικών και γαλλικών εφημερίδων επιστολή τις εκ Κεφαλληνίας, καθ' υπαγόρευσιν των περί τον Καποδίστρια γεγραμμένη, και ισχυρότατα όζουσα στενού και περιωρισμένου ελληνικού πατριωτισμού. Εν Ελλάδι, έλεγεν η επιστολή, δεν λείπουσι πρόσωπα άξια του στέμματος· αντί τούτου όμως πάσα κατεβλήθη προσπάθεια, όπως καταστή αδύνατος πατριώτης έλλην βασιλεύς. Η Γερμανία, εξηκολούθει, είνε νυν η μόνη χώρα, όπου ακμάζουσιν έτι αι περί τιμαριωτικού κράτους και απολύτου μοναρχικού συστήματος θεωρίαι, και τούτου ένεκεν οι βασιλοθήραι έστρεψαν το βλέμμα των προς την ομιχλώδη των Τευτόνων γην, και εξελέξαντο τον πρίγκηπα του Κοβούργου, ίνα επιστέψωσι την άνοιαν αυτών. «Το όνομα του ανδρός τούτου πρώτην φοράν ακούεται εν Ελλάδι· αλλά γνωστόν είναι, ότι τώρα πλέον δεν γίνεται λόγος περί αγάπης και πίστεως μεταξύ ηγεμόνος και των υπηκόων του». Έτι καθαρώτερον ηρώτων γαλλικά φύλλα κατά τας ημέρας εκείνας, διατί εκωλύετο ο κόμης Καποδίστριας να φέρη εις πέρας το πλήρες ευλογίας έργον αυτού; διατί δεν εξελέγετο τουλάχιστον ως βασιλεύς ανήλικός τις, ανατιθεμένης της επιτροπείας αυτού τω Κυβερνήτη;

Πάντα ταύτα ανάγκη ήτο να σταθμισθώσι καλώς απέναντι των πολιτικών πραγμάτων της Αγγλίας, άτινα ηδύναντο ριζηδόν να μεταβληθώσι διά της αλλαγής ηγεμόνος. Ο Λεοπόλδος, ως και άλλοτε είπεν, απεφάσισε να παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος· η επιθυμία της και άλλως αβεβαίας και απιθάνου αγγλικής αντιβασιλείας και η άποψις της αμφιβόλου πάντοτε και εφημέρου επιρροής, ήν ηδύνατο ούτος, ως ξένος, να ασκήση επί της αγγλικής κυβερνήσεως, ήσαν πομφόλυγες, αίτινες αύται μόναι δεν ηδύναντο βεβαίως να παρακινήσωσι τον υπό ρωμαντικού και εμπαθούς ενθουσιασμού υπέρ της Ελλάδος εμπνεόμενον πρίγκηπα, όπως παραιτηθή του ελληνικού θρόνου.

Η το ελληνικόν μαρτυρικόν στέμμα περιαυγάζουσα λάμψις ωχρία επί μάλλον, οσάκις ο πρίγκηψ παρέβαλλε την ασφαλή και ελευθέραν μομφών και ψόγων θέσιν εν Αγγλία προς την εν Ελλάδι την εκ της κατεσπευσμένης αυτού συναινέσεως πηγάζουσαν και διά της ατυχούς αυτού υποχωρήσεως απέναντι της διπλωματίας αγορασθείσαν.

Ο Λεοπόλδος δεν ήτο δυνατόν πλέον ν' αμφιταλαντεύηται, και ώφειλε να προβή εις οριστικήν τινα απόφασιν ή να δεχθή τον θρόνον της Ελλάδος ή να παραιτηθή επί τη ελπίδι αγγλικής αντιβασιλείας. Έπειτα δε και αυτή της ταραχοποιού και αδιασείστου Πύλης η συναίνεσις εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου είχε δοθή τέλος τω 12)24 Απριλίου 1830, και φθάσει εις Λονδίνον. Η Πύλη απεδέχετο «ότι είχεν αποφασισθή ίνα αποκαταστήση την ασφάλειαν και ησυχίαν εν ταις χώρας εκείναις, και ασφαλίση ευτυχίαν και ειρήνην εις τους ανθρώπους.»

Η προς την εν Λονδίνω σύνοδον επιστολή του Λεοπόλδου της 3)15 Μαΐου προπαρεσκεύαζεν ήδη την παραίτησιν αυτού. Απεδέξατο μεν την αποστολήν αυτού μετ' ευγνωμοσύνης επί τη εις αυτόν εμπιστοσύνη, αλλά και μετά της ελπίδος συγχρόνως να συντελέση εις την ειρήνευσιν, την ανεξαρτησίαν και την ευημερίαν της Ελλάδος. Τούτο ωμοίαζε τα μέγιστα προς μομφήν. Η σύγκρουσις, ήν ο Καποδίστριας είχεν υποθάλψει και αναπτύξει μεταξύ των αποφάσεων των Δυνάμεων και των συμφερόντων της Ελλάδος, είχε καταστή όπλον εις χείρας του Λεοπόλδου, όπερ κατέβαλλε και αυτήν την ασθενεστάτην υπόνοιαν ανειλικρινείας και φιλοδοξίας. Η σύνοδος απήντησεν εις την ενδεχομένην ταύτην παραίτησιν διά διακοινώσεως αυτής αυθημερόν, εν ή εντόνως εμνημονεύοντο αι υποχρεώσεις, άς είχεν ήδη αναλάβει ο πρίγκηψ. Έγγραφον του Άγγλου αντιπρέσβεως Δώκινς, παριστών ως λίαν ευνοϊκήν την εν Ελλάδι εντύπωσιν των λονδινείων αποφάσεων, εχρησίμευσεν ως στήριγμα τοις πληρεξουσίοις, όπως καταδείξωσι προς τον πρίγκηπα, ότι ουδείς πλέον ηδύνατο να γείνη λόγος περί σπουδαίων δυσχερειών και κινδύνων: «Ευσεβάστως, αλλά σπουδαίως τολμώμεν να δηλώσωμεν, ότι η Υ.Β. Υψηλότης οφείλει εις τον ίδιον Αυτής χαρακτήρα, εις τας συμμάχους Δυνάμεις και εις το Ελληνικόν έθνος να μη αναβάλη επί πλέον την εκπλήρωσιν της σπουδαίας και λίαν εντίμου αποστολής, ήν ανέλαβεν».

Αλλ' ακριβώς η κατηγορική αύτη πρόσκλησις των πληρεξουσίων επήνεγκεν οριστικόν και αμετάκλητον το αποτέλεσμα. Ο Λεοπόλδος είχε βαρυνθή τον αγώνα, και δεν έλειπον αυτώ πλέον ισχυροί προς υποχώρησιν λόγοι. Εν τω οριστικώ δε περί παραιτήσεως αυτού εγγράφω της 9)21 Μαΐου 1830 χρησιμοποιούνται κάλλιστα η τε έκθεσις της Γερουσίας και αι επιστολαί του Κυβερνήτου.

Ιδού δε υπό ποιον πνεύμα εγράφη η επίσημος παραίτησις του Λεοπόλδου από του Ελληνικού θρόνου:

Παραίτησις της Α. Β. Υ. του πρίγκηπος Λεοπόλδου από του θρόνου της Ελλάδος.

Εν Λονδίνω, τη 9)21 Μαΐου 1830.

«Ο υπογεγραμμένος δεν δύναται, μετά ώριμον σκέψιν και πεποίθησιν, να ανακαλέση τας εν διακοινώσει αυτού από 3)15 τρέχοντος μηνός ανακοινωθείσας εις τους πληρεξουσίους των συμμάχων Δυνάμεων ιδέας του. Δεν δύναται να παραδεχθεί, ότι η τους αντιπρέσβεις απάντησις του Κυβερνήτου της Ελλάδος περιέχει πλήρη και εντελή του πρωτοκόλλου αποδοχήν. Φρονεί δε μάλλον, ότι εμφαίνει αύτη αναγκαστικήν τινα υποταγήν εις την θέλησιν των συμμάχων Δυνάμεων· και αυτή δε η αναγκαστική υποταγή συνοδεύεται υπό επιφυλάξεων μεγίστης σημασίας.

«Ο Κυβερνήτης ανακοινοί σαφώς εις τους αντιπρέσβεις, ότι η προσωρινή κυβέρνησις, συμφώνως προς τους ορισμούς της εν Άργει συνελεύσεως, δεν έχει την δύναμιν να εκφράση την συναίνεσιν του ελληνικού έθνους. Γνωρίζουσι καλώς οι παρόντες τότε αντιπρέσβεις, ότι, καθ' ά κηρύσσει το εν λόγω ψήφισμα, ουδεμία των μεταξύ της προσωρινής κυβερνήσεως και των συμμάχων Δυνάμεων συμφωνιών είναι υποχρεωτική διά το έθνος, μέχρις ού αναγνωρισθή και κυρωθή υπό των αντιπροσώπων αυτού, και ότι, αν συνεκαλούντο οι αντιπρόσωποι, δεν ήθελον ανταποκριθή εις τας οδηγίας των εντολέων αυτών, καθ' ήν περίπτωσιν απεδέχοντο τας προτάσεις των συμμάχων Δυνάμεων. Αλλά το τελευταίον μέρος της διακοινώσεως του Κυβερνήτου εκφράζεται έτι εντονώτερον υπέρ της ιδέας, ήν κατ' ανάγκην έχει ο υπογεγραμμένος· καθότι ο Κυβερνήτης λέγει, ότι η κυβέρνησις, έχουσα υπ' όψιν το περιεχόμενον του συμβιβασμού, επιφυλάσσεται να υποβάλη εις τον πρίγκηπα μετά του αντιγράφου της διακοινώσεως τοιαύτας παρατηρήσεις, οποίας δεν δύναται να αποκρύψη εις αυτόν, χωρίς να προδώση το προς την Ελλάδα και αυτόν τον ίδιον καθήκον της».