WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος cover

Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Chapter 22: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'. Αίτια της παραιτήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του ελληνικού θρόνου. — Αι περί αυτής κρίσεις της Αγγλίας. — Μεταμέλεια του Λεοπόλδου επί τω παραιτήσει. — Επιστολή αυτού προς τον Στάιν. — Τα εν Ελλάδι επί τω ακούσματι της παραιτήσεως. — Ίδρυσις εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας και εμποροδικείου. — Η Ιουλιανή εν Γαλλία επανάστασις — Αντίκτυπος αυτής εν Ελλάδι. — Δυσχέρειαι του Καποδιστρίου. — Τα περί εκκενώσεως Αττικής και Ευβοίας υπό των Τούρκων.
Open in WeRead

About This Book

A detailed biography traces the subject's origins, family background, and rise through European diplomatic circles to become the chosen governor of a newly independent state. It follows three main phases of life—early formation, high-level diplomacy, and the period of domestic governance—describing efforts to build political institutions, manage foreign pressures, and restore public order amid internal divisions. The narrative balances chronological life events with analysis of policies, reforms, and the practical challenges of creating a functioning modern polity, and includes introductory material and brief appendices on the aftermath of the governorship.

(Ενταύθα νομίζει ο υπογεγραμμένος, ότι δικαιούται να επανορθώση παρεννόησίν τινα, ήτις ηδύνατο να γεννηθή εκ της εκφράσεως της από 6 Απριλίου επιστολής του Κυβερνήτου. Ο υπογεγραμμένος ουδέποτε έδωκεν εις τον Κυβερνήτην αφορμήν να πιστεύση, ότι ήθελε πιθανώς αποδεχθή το Ελληνικόν θρήσκευμα).

«Ούτω δε η προς τους αντιπρέσβεις απάντησις της προσωρινής κυβερνήσεως συνωδεύθη υπό των παρατηρήσεων εκείνων και των πραγματικών λεπτομερειών, άς διεβίβασεν ο υπογεγραμένος εις τους πληρεξουσίους την 15 τ. μ. Είνε δε αύται λίαν σπουδαίαι, ως εκφράζουσαι τας περί των ορισμών του πρωτοκόλου ιδέας της ελληνικής Γερουσίας, και ουδ' επί στιγμήν είναι δυνατόν να παρεννοηθή το πνεύμα και η τάσις αυτών, ούτε να παροραθώσιν αι συνέπειαι αυτών. Ο Κυβερνήτης λέγει ρητώς, ότι η κοίνωσις του πρωτοκόλλου ηκούσθη υπό της Γερουσίας εν σκυθρωπή σιγή· ότι μετά ώριμον σκέψιν οι γερουσιασταί εδήλωσαν αυτώ, ότι δεν είχον το δικαίωμα να αποδεχθώσι το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου, και ότι καθ' ήν έτι περίπτωσιν είχον λάβει παρά του έθνους το προς τούτο δικαίωμα, δεν ήθελον δυνηθή να εξασκήσωσιν αυτό, χωρίς να παραβώσι τα προς τους αδελφούς αυτών καθήκοντα· ότι ουδέποτε ήθελον συγκατανεύσει να ανατεθή εις τον Κυβερνήτην η εν ονόματι του έθνους εκτέλεσις του πρωτοκόλλου· ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις ηδύναντο να προβώσιν εις εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτών, ούτοι όμως ήθελον μείνει ξένοι πάντοτε προς αυτάς· και ότι, αν εξεδίδοντο διαταγαί προς εκτέλεσιν αυτών εν ταις επαρχίαις, ουδείς ήθελεν υπακούσει.

»Εν άλλη διακοινώσει της 10)22 Απριλίου, πλην της προς τους αντιπρέσβεις απαντήσεως αυτού από 4)16 Απριλίου, ήν υπαινίσσονται οι πληρεξούσιοι ως εξαλείφουσαν τας ανησυχίας αυτών, λέγει ο Κυβερνήτης, ότι η Γερουσία εγκρίνει τέλος την προς τους αντιπρέσβεις απάντησιν αυτού, και παρασκευάζει, συνεπεία των προτέρων αυτής ανακοινώσεων, αναφοράν και υπόμνημα, δι' ών εκτίθενται οι λόγοι, δι' ούς ηρνήθη να αποδεχθή τα υπό των συμμάχων συμπεφωνημένα. Η διακοίνωσις αύτη ου μόνον δεν διαλύει τας εκ της προτέρας ανακοινώσεως γεννηθείσας ανησυχίας, αλλά τουναντίον μάλιστα επιβεβαιοί αυτάς εντελώς· καθότι ο Κυβερνήτης αναφέρεται πάλιν εις τας παρατηρήσεις, αίτινες συνώδευσαν την επίσημον αυτού προς τους αντιπρέσβεις απάντησιν, πάντα δε ταύτα καταδεικνύουσι σαφώς εις τον υπογεγραμμένον, ότι η πραγματική και αψευδής γνώμη της ελληνικής Γερουσίας και του ελληνικού λαού είναι σταθερώς και αμετακλήτως πολεμία εις τας αποφάσεις των συμμάχων Δυνάμεων.

»Τα αναφερόμενα έγγραφα προσαρτώνται εις την παρούσαν, σημειούμενα διά των στοιχείων Α, Β, Γ, (ΝΑ', ΝΒ', ΝΓ').

«Ο υπογεγραμμένος νομίζει ασυμβίβαστον προς τον χαρακτήρα και τα φρονήματά του το να επιβληθή εις αντιπαθή λαόν και να παραστή προ της διανοίας αυτού ως η ζώσα εκπροσώπησις της περικοπής της χώρας του, της εγκαταλείψεως των συμμαχητών του, και της εκκενώσεως χωρών και οίκων, εξ ών ουδέποτε τέως, πλην τυχαίων επιδρομών, είχον διώξει τους Έλληνας οι Τούρκοι. Τα αποτελέσματα ταύτα πάντοτε εφοβήθη ο υπογεγραμμένος. Κατά την πρώτην αυτού συνδιάλεξιν μετά του πρώτου λόρδου του θησαυροφυλακίου την 28)9 Φεβρουαρίου εδήλωσεν, ότι δεν ήθελε μεταβή εις την Ελλάδα, όπως διοικήση τους Έλληνας συνεπεία συμβάσεως, ήτις ηδύνατο να επιφέρη αιματοχυσίαν και σφαγήν των αδελφών αυτών· υπέβαλε δε την ένστασιν, ότι τα όρια ήσαν στρατιωτικώς λίαν ασθενή και επισφαλή, και απήτησεν υπέρ των Ελλήνων το δικαίωμα του να αντιστώσιν εις την εκλογήν αυτού. Ο υπογεγραμμένος οφείλει ενταύθα να παρατηρήση, ότι κατ' ουδεμίαν περίοδον των διαπραγματεύσεων εγένοντο διαβήματα προς συνομολόγησιν συμβάσεως, ής αφετηρίαν μόνον και βάσιν ενόμιζε το πρωτόκολλον πάντοτε ο υπογεγραμμένος, και ής την σπουδαιότητα προσεπάθησε να παραστήση διά της αυτής διακοινώσεως εις τον δούκα Βέλλιγκτον, ελκύων επ' αυτής την προσοχήν του. Αν δε ανεβλήθη η σύμβασις αύτη, δεν πταίει βεβαίως εις τούτο ο υπογεγραμμένος. Ουδέποτε απέκρυψεν εις τους πληρεξουσίους, ότι, όσον διατεθειμένος και αν ήτο να προσφέρη προσωπικάς θυσίας υπέρ της ευδαιμονίας των Ελλήνων, δεν εδικαιούντο όμως ούτοι να προσδοκώσιν, ότι ήθελε μεταβή εις την χώραν αυτών, χωρίς της ασφαλείας εκείνης αυτού τε και των Ελλήνων, ήν δύνανται να παράσχωσι μόνον οι ορισμοί επισήμου και επικεκυρωμένης συνθήκης. Εν επιστολή αυτού της 8 Μαρτίου εξεφράσθη και πάλιν ομοίως ρητώς, ισχυρισθείς, ότι ήθελεν είναι αναγκαίον να κατακτηθώσι παρά των Ελλήνων αι παραχωρούμεναι επαρχίαι, όπως δοθώσιν αύται εις τους Τούρκους, και ότι ο νέος ηγεμών δεν ηδύνατο να εγκαινίση την αρχήν αυτού διά μέτρων πολιτικής αναγκαζούσης τους Έλληνας να καταλίπωσι την πατρίδα αυτών.

«Αν η ελληνική Γερουσία δεν είχεν εκφράσει ιδέαν τινά, ή είχε μεν εκφράσει τοιαύτην, αλλά διά γλώσσης τουλάχιστον υποσημαινούσης την πιθανήν ελπίδα της συναινέσεως αυτής εις τοιαύτα μέτρα, ηδύνατο ίσως ο υπογεγραμμένος, καί τοι άκων, να καταστή όργανον εκτελέσεως των αποφάσεων των συμμάχων Δυνάμεων, και να προσπαθήση όπως μετριάση κατά το δυνατόν την σκληρότητά των και παρατρέψη την τάσιν αυτών. Αλλ' η γλώσσα της Γερουσίας είνε τόσω σαφής, όσω φυσικά είνε τα αισθήματά της.

«Ούτω δε η θέσις του υπογεγραμμένου καθίσταται λίαν δυσάρεστος, διότι εν τω αυτώ πρωτοκόλλω συνάπτεται η εκλογή αυτού προς τα καταναγκαστικά εκείνα μέτρα. Πρώτη αυτού πράξις ως ηγεμόνος ήθελεν είναι να εξαναγκάση τους ιδίους αυτού υπηκόους διά ξένης ενόπλου δυνάμεως εις την προς τους εχθρούς αυτών εκχώρησιν της χώρας και των κτημάτων των, ή, ενούμενος μετ' αυτών, να αντιστή εις την εκτέλεσιν μέρους της αυτής εκείνης συνθήκης, ήτις τον ανεβίβαζεν επί τον θρόνον της Ελλάδος ή να ματαιώση αυτήν.

«Είναι δε βέβαιον, ότι έν των δύο τούτων ήθελεν απαιτηθή παρ' αυτού, διότι η μεταξύ των δύο γραμμών χώρα — η Ακαρνανία και μέρος της Αιτωλίας — αίτινες πρόκειται να εκχωρηθώσιν εις τους Τούρκους, διατελούσι μετά των φρουρίων αυτών υπό την ειρηνικήν κατοχήν των Ελλήνων. Εκ της χώρας ταύτης δύναται η Ελλάς να πορίζηται την καλλίστην προς ναυπήγησιν ξυλείαν· αυτή δ' εχορήγησε διαρκούντος του πολέμου τους καλλίστους στρατιώτας. Οι πρώτοι των Ελλήνων οπλαρχηγοί κατάγονται εξ ακαρνανικών και αιτωλικών οικογενειών. Ότε το πρωτόκολλον της 22 Μαρτίου 1829 έφθασεν εις την Ελλάδα, και εγένετο γνωστή η συναίνεσις των Τούρκων εις την εν τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως έκτασιν της ελληνικής χώρας, επανέκαμψαν αι επιζήσασαι εις τον πόλεμον οικογένειαι, και ήρξαντο ανοικοδομούσαι τους οίκους και τας πόλεις αυτών και καλλιεργούσαι τους αγρούς των. Ο πληθυσμός ούτος δεν θέλει βεβαίως υποταχθή πλέον χωρίς αντιστάσεως εις τον τουρκικόν ζυγόν, οι δε άλλοι Έλληνες δεν δύνανται να εγκαταλείψωσιν αυτούς εις την μοίραν των, ούτε θέλουσι βεβαίως το πράξει.

»Ούτως εχόντων των πραγμάτων, καθαρά και ευθεία είναι η οδός του καθήκοντος, όπερ έχει να εκπληρώση ο υποφαινόμενος προς την Ελλάδα. Καθ' όλην την διάρκειαν των διαπραγματεύσεων τούτων ουδέν άλλο είχεν υπ' όψιν αυτού ή τα συμφέροντα της χώρας εκείνης, και ου μόνον κατά τας εγγράφους αυτού ανακοινώσεις, αλλά και κατά τας προφορικάς του συνδιαλέξεις αυτού των υπουργών της Αγγλίας και των πληρεξουσίων των συμμάχων αυλών διεμαρτυρήθη αδιαλείπτως, όπως μη αναγκασθώσιν οι έλληνες εις κατάστασιν πραγμάτων αντιβαίνουσαν κατά πάσαν πιθανότητα εις τας επιθυμίας των, και στερούσαν αυτούς, ως παρατηρεί ο Κυβερνήτης, των αξιώσεων εκείνων, εις άς αι μεγάλαι των θυσίαι δικαιούσιν αυτούς να επιμένωσι.

«Λαβών υπό σκέψιν ο υπογεγραμμένος την υψηλήν τιμήν του να γείνη ηγεμών της Ελλάδος, έπραξε τούτο, επιθυμών να αναγνωρισθεί ελευθέρως και ομοθύμως υπό του ελληνικού έθνους και να προσαγορευθή υπ' αυτού ως φίλος, ούτινος τη μεσιτεία έμελλον να ανταμειφθώσιν οι μακροί και ηρωικοί αυτού αγώνες διαρκώς και αδιασείστως, διά της εξασφαλίσεως των επαρχιών αυτού και της ιδρύσεως της ανεξαρτησίας του.

«Μετά βαθυτάτης αυτού λύπης βλέπει ο υπογεγραμμένος καταστρεφομένας τας ελπίδας ταύτας, και αναγκάζεται να δηλώση ότι τα υπό των συμμάχων Δυνάμεων ορισθέντα και η αντίστασις των Ελλήνων αφαιρούσιν αυτού την δύναμιν προς εκτέλεσιν του ιερού και ενδόξου αυτού έργου, και επιβάλλουσιν αυτώ τουναντίον έργον πάντη διαφόρου φύσεως, το έργον τουτέστιν επιτρόπου των συμμάχων Δυνάμεων, εκλεχθέντος παρ' αυτών, όπως τηρή υποτεταγμένην την Ελλάδα διά της βίας των όπλων των. Τοιαύτη τις αποστολή και των αισθημάτων αυτού ήθελεν είναι εναντία, και τον χαρακτήρα του συνάμα ήθελε ταπεινώσει, ως αντιβαίνουσα εις τον σκοπόν της από 24)6 Ιουλίου συμβάσεως, καθ' ήν συνηνώθησαν αι τρεις Δυνάμεις προς επίτευξιν της ειρηνεύσως της Ανατολής.

«Τούτου ένεκεν ο υπογεγραμμένος αποτίθησι σαφώς και καθαρώς εις χείρας των πληρεξουσίων το αξίωμα, όπερ δεν επιτρέπουσιν αυτώ πλέον αι περιστάσεις να αναλάβη προς τιμήν εαυτού, το αγαθόν της Ελλάδος, και προς όφελος των γενικών συμφερόντων της Ευρώπης.

ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ, Πρίγκηψ του Σαξ-Κόβουργ

Τοιαύτη ήτο η παραίτησις του εκλεκτού του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. Και δεν είχεν άδικον ο πρίγκηψ παραιτηθείς του θρόνου της Ελλάδος· διότι εθεώρησεν ως μέγα βάρος να κυβερνήση χώραν πτωχοτάτην και στενωτάτην, μεταβληθείσαν, μετά επταετείς εξολοθρευτικούς αγώνας, εις σωρόν ερειπίων και εν ή πλείσται όσαι ραδιουργίαι εξυφαίνοντο κατά του Κυβερνήτου και κατά του μέλλοντος ηγεμόνος αυτής· άμα δε διότι δεν ηθέλησε να ασπασθή την ελληνικήν θρησκείαν, αρνηθείς να δεχθή στέμμα τοσούτον στενής και περιωρισμένης χώρας, μη εχούσης αρκετόν χώρον, όπως αναπτυχθή και προοδεύση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Αίτια της παραιτήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του ελληνικού θρόνου. — Αι περί αυτής κρίσεις της Αγγλίας. — Μεταμέλεια του Λεοπόλδου επί τω παραιτήσει. — Επιστολή αυτού προς τον Στάιν. — Τα εν Ελλάδι επί τω ακούσματι της παραιτήσεως. — Ίδρυσις εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας και εμποροδικείου. — Η Ιουλιανή εν Γαλλία επανάστασις — Αντίκτυπος αυτής εν Ελλάδι. — Δυσχέρειαι του Καποδιστρίου. — Τα περί εκκενώσεως Αττικής και Ευβοίας υπό των Τούρκων.


Η διαγωγή του πρίγκηπος Λεοπόλδου, μετά την κατάθεσιν των σχετικών προς την παραίτησιν αυτού εγγράφων, εγένετο αντικείμενον σφοδροτάτων συζητήσεων εν τω αγγλικώ κοινοβουλίω. Πολλαχώς κατεμέμφθησαν αυτού επί αστασία, και κατηγόρησαν μάλιστα, ότι ηθέλησε να εμπορευθή το ελληνικόν στέμμα. Εξ ετέρου δε παρέσχεν ευκαιρίαν η αποχώρησις αυτού εις βιαίας προσβολάς κατά του τορικού υπουργείου, ούτινος κατηγορήθη ου μόνον άγνοια αλλά και έλλειψις χρηστότητος. Εν τούτοις η λονδίνειος σύνοδος διά πρωτοκόλλου απεφάσισε 2)14 Ιουνίου, όπως οι εν Κωνσταντινουπόλει και εν Ελλάδι αντιπρόσωποι των συμμάχων Δυνάμεων δηλώσωσεν εκεί, ότι «το παρεμπεσόν γεγονός κατ' ουδέν έμελλε να μεταβάλει τας αποφάσεις των τριών αυλών, ή να παραβλάψη την ομοφροσύνην αυτών, και ότι απόφασιν είχον να εκτελέσωσι τα κατά την 22)3 και 8)20 Φεβρουαρίου 1830 ορισθέντα, άτινα είχον αποδεχθή η τε Πύλη και η ελληνική κυβέρνησις».

Και ο μεν Μέττερνιχ εθεώρησε την «αξιοθρήνητον διαγωγήν του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως συνέπειαν των υπό της συμμαχίας γενομένων απειραρίθμων σφαλμάτων, ήτις, μη αρκεσθείσα ότι εδημιούργησεν αφηρημένην τινά Ελλάδα, πριν ή συνεννοηθή ως προς τους όρους της υλικής υπάρξεως του δημιουργήματος αυτής, εδημιούργησε προς τούτοις ηγεμόνα, πριν ή βεβαιωθή περί της αποδοχής αυτού. Ούτω δε η ανοησία του πρίγκηπος Λεοπόλδου υπήρξεν έργον της βρεττανικής αυλής». Η ρωσική όμως διπλωματία ουδεμίαν έχουσα αφορμήν να φεισθή του πρίγκηπος του Κοβούργου, εις όν ησμένιζεν υποβάλλουσα εγωιστικάς αφορμάς και την όρεξιν μάλιστα της αγγλικής αντιβασιλείας, έλεγε:

»Την αντιβασιλείαν αυτήν ουδέποτε θέλει επιτύχει, αφού μάλιστα συνετέλεσεν ούτω την αισχύνην αυτού. Τοιούτος ηγεμών είναι ύβρις της βασιλείας». Εν Ελλάδι δ' ελέχθη και επανελήφθη υπό των εχθρών του Κυβερνήτου ότι τα μέγιστα ούτος συνετέλεσε διά της προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον αλληλογραφίας αυτού εις την απόφασιν ταύτην η ανάγνωσις όμως των επιστολών εκείνων, άς εν τη ιστορία υμών ταύτη κατεχωρίσαμεν επίτηδες, πείθει, νομίζομεν, πάντα ότι καθήκον είχεν ο Κυβερνήτης και τας ανάγκας της χώρας να εκθέση και περί της καταστάσεως αυτής να διαφωτίση τον μέλλοντα άρχοντα αυτής και τα μέσα της εδραιώσεως της δυναστείας αυτού καταλλήλως να υποδείξη. Διότι έπραξε το καθήκον τούτο, δικαιούμεθα άραγε να ενορώμεν κακοβουλίαν, μη αποδεικνυομένην εκ των εγγράφων; Είτε διότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εφιλοδόξησεν ετέρου θρόνου, είτε διότι όντως επεθύμει να παράσχη ικανοποίησιν των πόθων του λαού αυτού περί των μεθορίων, ο Κυβερνήτης ουδαμώς συνετέλεσαν εις την περί παραιτήσεως απόφασιν αυτού. Τουναντίον εάν τις ηδύνατο να θεωρηθή ως συντελέσας εξ Ελλάδος εις την παραίτησιν του Λεοπόλδου, βεβαίως εισίν οι του Κυβερνήτου αντιπολιτευόμενοι, οίτινες και αναφοράς λαθραίως και απορρήτως υπογεγραμμένας προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον απέστειλαν, δι ών «είχον την οίησιν του να χαρακτηρίσωσι την κοινήν γνώμην και τας ευχάς της Κυβερνήσεως και της Γερουσίας εις τα περί της τύχης της Ελλάδος εμβριθή ζητήματα ως μίαν γνώμην και ως ευχάς, αι οποίαι δεν είχον δήθεν την εθνικήν συγκατάθεσιν», ως έλεγεν ο Καποδίστριας εν τη προς τους αντιπρέσβεις των ευεργετίδων Δυνάμεων τη 14)26 Ιουλίου 1830 απαντήσει αυτού.

Έπειτα δε, εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων, ως κατηγόρουν αυτού οι εχθροί, προς τι να ζητήση να πείση τον Λεοπόλδον εις το να μη αποδεχθή τον θρόνον της Ελλάδος, αφ' ού ο οίκος Κόβουργ είχε μεγίστην συγγένειαν προς τον εν Ρωσία δυναστικόν οίκον των Ρωμανώφ;

Ο Λεοπόλδος ήτο υιός του δουκός Φραγκίσκου Σαξ-Κόβουργ. Η οικογένεια Κόβουργ συνεδέετο τότε προς τους Ρωμανώφ της Ρωσίας ένεκα του γάμου της αδελφής αυτού Ιουλιάνας μετά του μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου. Ο Λεοπόλδος κατετάγη εν τω στρατώ της Ρωσίας μετά του βαθμού του στρατηγού και συνώδευσε μετά ταύτα τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον εις το συνέδριον της Έρφουρτ. Ο Καποδίστριας είχε γνωρισθή λοιπόν μετά του Λεοπόλδου αρκούντως, διότι μετά ταύτα συνυπηρέτησε μετ' αυτού εν Ρωσία και ήτο εν γνώσει όλων των αρετών εκείνου, όπως ευσυνειδήτως προτείνη αυτόν τοις πρεσβευταίς των τριών Δυνάμεων, υποδείξη δε τοις Έλλησιν όπως εκλέξωσιν αυτόν ηγεμόνα.

Εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων και όργανον της Ρωσίας, επαναλαμβάνομεν, διατί ν' αποτρέψη ένα συγγενή της αυτοκρατορικής οικογενείας, πρώην στρατηγόν αυτής, να έλθη εν Ελλάδι, αφού ούτος δεν ηδύνατο ν' αναβή τον θρόνον και θέση στέμμα επί της κεφαλής αυτού; Διατί αντ' αυτού να επιθυμή να έλθη άλλος βασιλεύς αγνώστου ικανότητος, αγνώστων ιδεών, αγνώστων δοξασιών και προς αυτόν αγνώστου συμπαθείας;

Το κυριώτερον αίτιον της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, καθ' ημάς, ήτο, ως είπομεν, η σοβαρά ασθένεια του βασιλέως της Αγγλίας, πάραυτα μετά την εκλογήν αυτού εις τον θρόνον της Ελλάδος. Διότι ο Λεοπόλδος ήτο ωρισμένος εν περιπτώσει θανάτου του βασιλέως να γίνη αντιβασιλεύς της Αγγλίας, ως νυμφευθείς τη 2 Μαΐου 1816 την πριγκήπισσαν Αυγούσταν Σαρλότταν, διάδοχον του θρόνου της Μεγάλης Βρεττανίας. Ο γάμος ούτος εψηφίσθη την 27 Μαρτίου 1816 παρά του Κοινοβουλίου της Αγγλίας, δόντος προς αυτόν τον τίτλον του Άγγλου Δουκός Κένδαλ και το προνόμιον του να παρίσταται, ως έφθημεν ειπόντες, εν απάσαις ταις τελεταίς ή συναθροίσεσι των Δουκών του Στέμματος της Αγγλίας. Εδόθη προς αυτόν επίσης ο τίτλος του Στρατάρχου της Μεγάλης Βρεττανίας και έδρα εν τω μυστικώ συμβουλίω. Δυστυχώς η δημοφιλής Πριγκήπισσα Αυγούστα Σαρλόττα απεβίωσε κατά τον τοκετόν, την 5 Νοεμβρίου 1817, αφείσα απαρηγόρητον λύπην εις το αγγλικόν έθνος και γενικήν συμπάθειαν και υπόληψιν προς τον Λεοπόλδον, όστις εξηκολούθει να κατοική εν Αγγλία και λαμβάνει παρά της Βρεττανικής Κυβερνήσεως χορήγησιν ετησίαν 50,000 λιρών στερλινών. Δεν παρήλθεν, ως είδομεν ανωτέρω, χρόνος πολύς μετά την παραδοχήν του Ελληνικού Στέμματος, και τον Μάιον του 1830 ασθενεί βαρέως ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ'. Η ανεψιά του Λεοπόλδου Αλεξανδρίνα Βικτωρία, ενδεκαέτις κόρη, ήτο άδοξος κληρονόμος του θρόνου, καθό θυγάτηρ μονογενής του Δουκός της Κεντ, τετάρτου υιού του Γεωργίου Γ' και της Πριγκηπίσσης Λουίζης Βικτωρίας του Σαξ-Κόβουργ. Αλλ' ο θρόνος Αγγλίας ημφισβητείτο τότε και παρά του δουκός της Κλάρενς αρχιναυάρχου των στόλων της Μεγάλης Βρεττανίας, τρίτου υιού του Γεωργίου Γ', όστις ουδεμίαν ενέπνεεν εμπιστοσύνην προς τας Αγγλικάς βουλάς, όντως δώσωσι τας ηνίας του Κράτους εις χείρας εκείνου. Αφ' ενός ο ιδιωτικός βίος μετά της δεσποινίδος Ζουρδαίν, αφ' ετέρου ο ανεπιτυχής ναυτικός βίος, απέδειξαν τρανώς την αναξιότητα αυτού. Ούτος έζη κυρίως εν Αννόβερ, ο δε θάνατος του Δουκός της Υόρκ τω 1827 εποίει αυτόν επίσης επίδοξον κληρονόμον του Στέμματος και της Αγγλίας και του Αννόβερ. Ως εκ της μηδαμηνότητος τούτου, οι φίλοι του Λεοπόλδου ενουθέτουν αυτόν να παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος, διότι εθεωρείτο βεβαιότατον ότι ήθελεν εκλεγή αυτού η ενδεκαέτις ανεψιά Βικτωρία, η νυν γηραιά βασίλισσα της Μεγάλης Βρεττανίας, εις τον θρόνον της Αγγλίας, ούτος δε ήτο ο ωρισμένος Αντιβασιλεύς μέχρι της ενηλικιότητος εκείνης.

Ιδού διατί παρητήθη του ελληνικού θρόνου ο Λεοπόλδος, όστις τοσαύτην το κατ' αρχάς εδείκνυεν υπέρ των Ελλήνων συμπάθειαν, ήν δεν επαύσατο τρέφων, ως αυτός ούτος είπε, μετά δύο μήνας μεταμελούμενος διά την παραίτησιν αυτού προς τον λόρδον Πάλμερστον. Και δεν μετεμελείτο προσποιητώς· διότι ο Γεώργιος Δ' απεβίωσε την 26 Ιουνίου 1830. Ο δουξ του Κλάρενς αυθημερόν ανελπίστως ανεγνωρίσθη παρά των βουλών της Αγγλίας ως βασιλεύς υπό τον τίτλον Γουλιέλμος Δ'. Αι ελπίδες του Λεοπόλδου λοιπόν διά τον θρόνον της Αγγλίας εματαιώθησαν. Η επανάστασις της Γαλλίας ήρξατο κατ' Ιούλιον του 1830, τον δε Αύγουστον του 1830 ο δουξ του Ορλεάν εγένετο βασιλεύς των Γάλλων υπό το όνομα Λουδοβίκος Φίλιππος. Ο Λεοπόλδος, εάν δεν είχε παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος, τη 9)21 Μαΐου, ηδύνατο, μετά την αποτυχίαν του θρόνου της Αγγλίας, να νυμφευθή την θυγατέρα του Λουδοβίκου Φιλίππου αδεία της Γαλλικής αυλής και να έλθη εις Ελλάδα (75). Αλλ' άλλαι ήσαν αι βουλαί της Θείας Προνοίας, και ο Λεοπόλδος μετά έν έτος ακριβώς ανέβη εις τον θρόνον του Βελγίου, εγκαταλιπών τα εν Αγγλία δικαιώματα αυτού καθώς και την χορήγησιν των 50,000 λιρών, νυμφευθείς μετά ταύτα την αγαπητήν πριγκήπισσαν Λουίζαν του Ορλεάν, θυγατέρα του Λουδοβίκου Φιλίππου, βασιλέως της Γαλλίας.

Εν τούτοις, ο τοσούτον σκληρώς επιτιμώμενος απανταχού ηγεμονικός μνηστήρ της Ελλάδος ιδού πώς εδικαιολόγησε βαθύτερον προς τον βαρώνον Στάιν την περί παραιτήσεως αυτού απόφασιν δι' επιστολής αυτού της 29)10 Ιουνίου 1830:

«Τα πάντα κατεστράφησαν, και θα αναγκασθώσι πιθανώς επί τέλους αι Δυνάμεις να μεταβάλωσι τα όρια. Καθότι τις έντιμος ανήρ θα θελήση να αναλάβη την ηγεμονίαν, υποχρεούμενος σύναμα να διώξη τους Έλληνας εκ της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, ησύχως και εντελώς κατέχουσιν; Αφ' ής στιγμής ούτοι εθεώρησαν τα περί της Ελλάδος ορισθέντα ως καταστρέφοντα τα πολυτιμότατα των συμφερόντων αυτών, αι δε Δυνάμεις ουδέν ηθέλησαν να μεταβάλωσι, δυσχερής αν μη αδύνατος εγένετο η ελπίς επιτυχίας. Ο της Ελλάδος ηγεμών ήθελεν ευρεθή εις την θλιβεράν θέσιν, μηδεμίαν να ευχαριστή φατρίαν, ενώ αμφότεραι ήθελον προσπαθήσει να επιρρίψωσι την ευθύνην επί του ηγεμόνος, να κατηγορήσωσιν αυτόν επί ανικανότητι. Ότε το τελευταίον ελαλήσαμεν περί του αντικειμένου τούτου, ορθώς μοι παρετηρήσατε, ότι δεν ήτο δυνατόν να αναλάβη τις το έργον αυτό, χωρίς επαρκών προς επιτυχίαν μέσων. Δεν καταδικάζω τους θρόνος στερήσαντάς με τα μέσα ταύτα, καθότι επ' αυτών των ιδίων πίπτει το κακόν».

Όπως ποτ' αν η, η αιφνιδία παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εβύθισε την Ελλάδα εις αναρχίαν, ής τας φρικώδεις συνεπείας κατέδειξεν η 27 Σεπτεμβρίου του 1831, η ολόκληρον το έθνος εις δύο διαιρέσασα αλληλομαχόμενα στρατόπεδα μέχρι βασιλείας του πρώτου της νεωτέρας Ελλάδος βασιλέως Όθωνος. Η παραίτησις του Λεοπόλδου υπήρξεν ολεθρία διά τον Καποδίστριαν· όν επανέρριψεν εις μεγίστην αμηχανίαν, αλλ' αφ' ετέρου μεγάλας παρέσχε τας ωφελείας τω έθνει, μεθ' όλην την απελθούσαν αναρχίαν διότι εξεβίασε την εν Λονδίνω σύνοδον να αποδεχθή βραδύτερον εκείνο, όπερ ώφειλε να αποδεχθή ενωρίτερον, την κατά το σχέδιον δηλαδή του Καποδιστρίου αύξησιν των ορίων της ανεξαρτήτου κηρυχθείσης Ελλάδος, κατά την επί τη εκλογή του Όθωνος υπογραφήν των πρωτοκόλλων της 1)13 Ιανουαρίου 1832, του της 25)7 Μαρτίου και της 27)9 Ιουλίου 1832.

Τα εν Ελλάδι πράγματα είχον φθάσει επί ξυρού ακμής. Η αντιπολίτευσις κατήντησεν επιθετικωτάτη, τα πάντα ως εκ της κακής πολιτείας του Κυβερνήτου θεωρούσα ως πηγάζοντα. Εν τούτοις, ο Καποδίστριας εζήτει να συμπληρώση ταχέως τα τη διοικήσεως αυτού, και να προαγάγη την υλικήν της χώρας ευημερίαν. Εν Σύρω ιδρύθη η πρώτη ασφαλιστική εταιρία, διά κεφαλαίου 60,000 ταλλήρων· ο δε Κυβερνήτης εκύρωσεν αυτήν και μετέσχεν αυτής μάλιστα, εγγραφείς διά πολλάς μετοχάς. Οι Έλληνες εμποροπλοίαρχοι ηναγκάζοντο τέως, μη αναγνωριζομένης έτι της Ελλάδος υπό της Πύλης ως αυτοτελούς δυνάμεως, να τάσσωνται υπό την προστασίαν μιας των μεσιτριών μεγάλων Δυνάμεων, οσάκις εισέπλεον εις τα Δαρδανέλλια. Ο Κυβερνήτης κατώρθωσε, παρακαλέσας προς τούτο τας συμμάχους, να δοθή η του διάπλου ελευθερία εις την ελληνικήν σημαίαν. Επεμελήθη της εμπορικής δικαιοσύνης, συστήσας εν Σύρω τα προ πολλού ήδη εψηφισμένον Εμποροδικείον, εις τοσούτο δε μάλιστα προέβη, ώστε ηθέλησε να διαιρέση τους Έλληνας εμπόρους, κατά τα εν Ρωσία νενομισμένα, εις δύο τάξεις. Εν τούτω όμως απήντησεν αντίστασιν. Η πτωχοτέρα εμπορική τάξις της Ερμουπόλεως και της Σύρου προέβη κατ' Απρίλιον του 1830 εις εκφανή στάσιν κατά της νέας ταύτης βελτιώσεως. Ο Κυβερνήτης ηναγκάσθη τότε αυτοπροσώπως να μεταβή εις Σύρον, όπου διέταξε συνοπτικήν ανάκρισιν και την σύλληψιν των πρωταιτίων της στάσεως, ούς μετήνεγκεν εις Ναύπλιον, και μακρά κατ' αυτών ήρξατο δίκη, διαρκέσασα επί ολόκληρον σχεδόν έτος και καταλήξασα εις λίαν αόριστον αθώωσιν αυτών. Και απέτισαν μεν ούτω την οργήν της κυβερνήσεως, αλλ' η απαίτησις αυτών κατίσχυσε· διότι ο νέος οργανισμός της εμπορικής τάξεως δεν κατωρθώθη να εκτελεσθή. Μικράν επίσης έσχον επιτυχίαν και αι εν τη Εθνική Χρηματιστική Τραπέζη μεταρρυθμίσεις, αίτινες προορισμόν είχον να συμπληρώσωσι και να ελκύσωσιν εις αυτήν την δημοσίαν πίστιν, δι' υποθηκεύσεως εθνικών τινων κτημάτων. Επέβαλε τον ποιμνιακόν φόρον όστις δύναται να θεωρηθή ως ορθόν οικονομικόν μέτρον, επειδή όμως η εν Πελοποννήσω είσπραξις αυτού ανετέθη τω γέροντι Κολοκοτρώνη, ολίγα εισήχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Ούτω δε μεθ' όλην την καλήν θέλησιν του Κυβερνήτου τα εσωτερικά ότε της Ελλάδος πράγματα εσκυθρώπαζον οσημέραι, και μάλιστα ότε επήλθεν η τροπή εκείνη εν τη μεγάλη ευρωπαϊκή πολιτική Γαλλική ιουλιανή επανάστασις, ήτις απεστέρησε τον Κυβερνήτην της εξωτερικής υποστηρίξεως και του ερείσματος επομένως αυτού.

Συνεζήτουν έτι οι Έλληνες μετά της ιδιαζούσης αυτοίς πολιτικής εμπαθείας τα της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, ότε ηγγέλθη το παράτολμον πραξικόπημα του Πολινιάκ κατά της εκλογικής ελευθερίας του Γαλλικού έθνους, τα διατάγματα, και η ευθύς μετ' ολίγον πτώσις του Καρόλου του Ι', του αληθούς φιλέλληνος εκείνου βασιλέως. Μόλις μαθών ο Κυβερνήτης διά των αντιπρέσβεων τα γενόμενα, συνεκάλεσε την Γερουσίαν, ανεκοίνωσεν αύτη το άγγελμα και προύτεινε να διορισθή έκτακτος απεσταλμένος παρά τη νέα γαλλική κυβερνήσει ο πρίγκηψ Σούτσος όστις τέως είχεν εκπροσωπήσει τα ελληνικά συμφέροντα εν Παρισίοις. Δεν διέφυγεν όμως την οξυδέρκειαν αυτού ότι καιρίως είχε πληγή, διά της ιουλιανής επαναστάσεως, η επιρροή πάσα, ήν ήσκει επί της γαλλικής πολιτικής η Ρωσία από παλινορθώσεως του 1815, και ιδίως από της αναβάσεως τον θρόνον Καρόλου του Ι'.

Τούτου ένεκα η Γαλλία προέβη εις σύνδεσμον μετά του νέου υπουργείου της Μεγάλης Βρεττανίας, όπερ μετά την παραίτησιν σιδηρού δουκός Βέλλιγκτον, είχε σχηματισθή εκ του κομμάτος των Ουίγων υπό την προεδρείαν του λόρδου Γρέυ.

Η ηχώ του μεγάλου πολιτικού τυφώνος μετεδόθη αμέσως εις την Ανατολήν, επιστολή δε τις του Ρικόρδ υπό ημερομηνίαν 15)27 Ιουλίου 1830 βεβαιοί την εντύπωσιν, ήν το σπουδαίον άγγελμα προυξένησεν εις το αναβράζον ελληνικόν έθνος. Ο ρώσος ναύαρχος εκτίθησιν ως εξής προς τον πρίγκηπα Νέσσελροδ την εν Ελλάδι κατάστασιν:

«Προ μικρού έτι εφαίνοντο ενταύθα τα πράγματα ειρήνην και ησυχίαν επαγγελλόμενα. Αλλ' αίφνης ήλλαξαν πάντα. Τα εν Γαλλία συμβάντα ανεπτέρωσαν εκ νέου τα σκευωρήματα των ξένων, και η ησυχία διεπράχθη πάλιν υπ' ανδρών, ούς δεν εμπνέει αληθής πατριωτισμός, αλλά κινεί μόνον η φιλαρχία, η φιλοχρηματία και άλλαι ατομικαί πυρετικαί ορέξεις. Αι πενιχραί της κυβερνήσεως δυνάμεις πταίουσιν επίσης πολύ, ότι οι κακούργοι μένουσιν ατιμώρητοι. Η αντιπολίτευσις ισχυροποιείται μάλιστα και αναπτερούται υπό της επιεικείας της κυβερνήσεως».

Και ο Κυβερνήτης δ' επίσης δεν απέκρυψεν από του εμπίστου αυτώ Στούρτζα την μεγάλην αυτού ανησυχίαν, και έγραφεν αυτώ μετά λύπης τη 12)24 Αυγούστου: «Αι εκ Γαλλίας ειδήσεις συνεσκότισαν τον ημέτερον ορίζοντα, και φοβερόν επισείουσι κλύδωνα κατά του σκαφιδίου του ελληνικού Κράτους. Δεν προσωρμίσθη έτι τούτο εις τον λιμένα. Διά τίνος δε πυξίδος θέλει τις δυνηθή να κυβερνήση αυτό του λοιπού;»

Ο Καποδίστριας προσεδόκα βεβαίως, ότι η εν Γαλλία πολιτική μεταβολή ήθελεν ωφελήσει την ιδίαν εαυτού θέσιν διότι, καθιστώσα δευτερεύον διά τας μεγάλας Δυνάμεις παν άλλο ζήτημα και παραγκωνίζουσα όλως εκ της πολιτικής σκηνής τήν τε Πύλην και την Ελλάδα, ήθελεν επιτρέψει αυτώ πάσαν ιδιόβουλον ενέργειαν εν τη εσωτερική διοικήσει. Οι δ' αντιπρέσβεις των Δυνάμεων έλαβον οδηγίας παρά των οικείων κυβερνήσεων, υποσημαινούσας πόσον ολίγον, κατά την γενικήν εκείνην κρίσιν, ήσαν επιθυμηταί περιπλοκαί εν Ελλάδι.

Νυν δε ακριβώς είχεν επιστή η στιγμή, καθ' ήν ο Κυβερνήτης έχρηζεν ισχυράν και από κοινού υπό των τριών Δυνάμεων προσφερομένην υποστήριξιν, χρηματικά δηλαδή βοηθήματα και στρατόν, στιγμή, καθ' ήν αδιαφορία της λονδινείου συνόδου ήθελεν έχει ολεθρίας τας συνεπείας. Η Αγγλία και η Γαλλία ήσαν ήδη κατά το φθινόπωρον του 1830 εν αγωνιώδει ανησυχία ένεκα της βελγικής επαναστάσεως, η δε Ρωσία ησχολείτο περί τα τέλη του έτους τούτου αποκλειστικώς περί την κατάπνιξιν της πολωνικής επαναστάσεως. Αν δε η εν Λονδίνω σύνοδος και πρότερον ήδη ευχαρίστως παρέβλεπε στραβίζουσα το ελληνικόν ζήτημα, νυν όμως εξηφανίσθη παντελώς εκ των βλεμμάτων αυτής η τύχη του προστατευομένου αρτισυστάτου κρατιδίου, περί ού άπαξ έτι μόνον, καθ' όλην την χρονικήν περίοδον, από της παραιτήσεως του Λεοπόλδου μέχρι της δολοφονίας του Κυβερνήτου, ωρμήθησαν εις αφανή τινα δραστηριότητα οι πληρεξούσιοι, και κατώρθωσαν μεταβολάς τινας του Φεβρουαριανού πρωτοκόλλου. Διά του εκ πέντε άρθρων πρωτοκόλλου της 19)1 Ιουλίου 1830 ώρισαν ότι τα τοις καθολικοίς παραχωρηθέντα προνόμια ουδεμίαν επέβαλλον τη ελληνική κυβερνήσει υποχρέωσιν προς βλάβην του επικρατούντος εν τη χώρα θρησκεύματος, και ότι καθίστατο πλήρης ισότης αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων μεταξύ των οπαδών πάσης χριστιανικής θρησκείας. Προς τούτοις δε, ότι διά της ιδρύσεως ανεξαρτήτου μοναρχίας εν Ελλάδι ουδαμώς παρεβλάπτετο το πολίτευμα και οι θεμελιώδεις νόμοι της χώρας, Η σύνοδος επέμεινεν εις την οροθετικήν γραμμήν του φεβρουαριανού πρωτοκόλλου, και εδήλωσεν ότι οι επί της οροθεσίας επίτροποι ήθελον μεταβή ό,τι τάχιστα επί τόπου προς έναρξιν των εργασιών αυτών, αλλά μεθ' όλα ταύτα μόλις συνήλθον οι επί της οροθεσίας επίτροποι περί τας αρχάς του 1831 επί τόπου. Εν πρώτοις διεπραγματεύθησαν οι αντιπρέσβεις προς τον Τούρκον επίτροπον Χατζή Ισμαήλ βέην ως προς την εκκένωσιν της Ευβοίας και Αττικής, και την υπό των Ελλήνων ετέρου εγκατάλειψιν του Αμβρακικού κόλπου και της Βονίτσης. Η κυρία όμως δυσχέρεια ως προς την εκκένωσιν της Αττικής προήρχετο εκ τούτου, ότι ο Ομέρ πασάς και πάσαι αι τουρκικαί αρχαί είχον δηλώσει, ότι δεν ηδύναντο να πληρώσωσι τους καθυστερουμένους μισθούς τοις υπ' αυτόν ανδράσιν, ούτε να πείσωσιν επομένως αυτούς εις αποχώρησιν, πριν ή παρείχοντο αυτοίς τα προς τούτο μέσα διά της πωλήσεως των ιδιωτικών κτημάτων. Προύτεινε δε ο Τούρκος επίτροπος προς τον Κυβερνήτην, να αγοράση ούτος αντί 200-300,000 ισπανικών ταλλήρων πάντα τα εν ταις χώραις εκείναις ευρισκόμενα τουρκικά κτήματα. Αλλ' ο Καποδίστριας εδήλωσεν, ότι δεν ευρίσκετο εν καταστάσει να προμηθευθή το τίμημα, ένεκα των από της τελευταίας γαλλικής επαναστάσεως επελθόντων συμβάντων. Ηνέχθη δε κατ' ανάγκην βλέπων την Αττικήν και την Εύβοιαν δηουμένας υπό τουρκικών επιδρομικών αποσπασμάτων, και πυρπολούμενον, περί τα τέλη Αυγούστου 1830, το ήμισυ του αττικού ελαιώνος, ού εκάησαν υπέρ τας 50,000 ελαιών. Ενώ δ' εφρόντιζε να εύρη, διά δανείου, τα αναγκαιούντα χρήματα, και υπεβάλλετο σύναμα εν τω μεταξύ εις εκτάκτους δαπάνας, και υπεστήριζε τους εκ Κρήτης πρόσφυγας — διότι την νήσον ταύτην είχεν ήδη προσφέρει εις πώλησιν και παραδώσει μάλιστα τω Μεχμέτ Αλή η Πύλη — βραδέως προέβαινον αι οροθετικαί εργασίαι. Μόλις δε η Αττική είχεν εκκενωθή, και τούτο ουχί εντελώς υπό των Τούρκων, τον δε Ιανουάριον του 1831 μετέβη εις Αθήνας ο Κυβερνήτης, ίνα συσκεφθή μετά των επιτρόπων.

Αλλά και του Καποδιστρίου εις Αττικήν ελθόντος, ουδέν επήλθεν οριστικόν αποτέλεσμα· η εντελής εκκένωσις της Αττικής και Ευβοίας εχρόνιζεν αναβαλλομένη. Κατά την πώλησιν επίσης των ιδιαιτέρων κτημάτων πολλαί ανεφύησαν δυσχέρειαι. Η επιτροπή, ήν είχε διορίσει ο Καποδίστριας προς εξέτασιν των νομικών απαιτήσεων των πωλητών και λύσιν του ζητήματος, αν τα αδέσποτα κτήματα ανήκον πρότερον τω Κράτει ή τοις δζαμίοις, κατηγορείτο επί αμαθεία ή αδικία. Ξένοι δ', ως ο Σερ Πούλτνεϋ Μάλκολμ και η δούκισσα της Πλακεντίας, γνωστή τω Κυβερνήτη εκ Παρισίων και Ρώμης μετά της θυγατρός αυτής, ηγόρασαν σπουδαίας εκτάσεις εν τη πόλει και τοις περιχώροις των Αθηνών. Και της μεν Πλακεντίας σώζονται εισέτι εν μεν Αθήναις τα Ιλίσσια, λαμπρόν μέγαρον παρά τον Ιλισσόν, χρησιμεύον σήμερον ως στρατών των Πυροβολικών Συνταγμάτων, παρά δε την Πεντέλην κατά την ωραίαν επαρχιακήν οδόν, δεξιά τω εις την μονήν εξ Αμαρουσίου βαίνοντι, αι αγροικίαι «Plaisanse» εγκαταλελειμμέναι εις την ιδίαν τύχην (76). Ο στρατηγός Ιωάννης Ράγκος ηγόρασε παρά Τούρκου ιδιοκτήτου την Δεκέλειαν (Τατόι) το σημερινόν μέγα και ωραίον βασιλικόν κτήμα, αλλ' ηναγκάσθη παρά του δικαιοτάτου εκείνου κυβερνήτου να αποδώση αυτό, επί τη ελπίδι ότι θα εθεωρείτο ως εθνικόν κτήμα. Εν τούτοις οσημέραι ηύξανεν εν Ελλάδι η επίδρασις της ιουλιανής επαναστάσεως της Γαλλίας. Το μυστικόν πνευματικόν πυρ, όπερ διαχέει πάντοτε επί της Ευρώπης πάσα γαλλική επανάστασις, εισεχώρει ολονέν βαθύτερον εν Ελλάδι.



«Η κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκεια, έγραφε μετά τίνος υπερβολής ο εν Αθήναις πρόξενος της Αυστρίας Γροπ, κατέστη ομόφωνος. Κατεμέμφθησαν αυτού, ότι χάριν ατομικών σκοπών παρεβίασε το σύνταγμα και δεν συνεκάλει την Εθνικήν συνέλευσιν, και ότι κατεπολέμει την ελευθερίαν του τόπου. Ούτω δε σπουδαίαι ταραχαί εξερράγησαν εν Μάνη, εν Ύδρα δε και Σπέτσαις έφθασεν ο ερεθισμός εις το έπακρον, και ήθελε βεβαίως εκραγή εις έργα, αν δεν εφοβούντο οι άνθρωποι τας διαθέσεις των συμμάχων Δυνάμεων, και δεν ήλπιζον ότι η προσεχής εκλογή ηγεμόνος ήθελε θέσει τέρμα εις τας αισχράς εκείνας καταχρήσεις της βίας, άς απετόλμα η οικογένεια Καποδιστρίου. Η πώλησις των τουρκικών κτημάτων παρέσχε προς τοις άλλοις ευάρεστον πόρον εις τους αδελφούς και οικείους του Κυβερνήτου. Οι επαναστάται Μανιάται συνηθροίσθησαν εν Μαραθονησίω, όπως βαδίσωσι κατά του Ναυπλίου και ελευθερώσωσιν εκεί τον οπλαρχηγόν αυτών Πετρόμπεην, φυλακισθέντα τη διαταγή του Κυβερνήτου. Ο Κυβερνήτης μετέβη εις απάντησιν αυτών, αλλά δεν κατώρθωσε την υποταγήν των, καίτοι προσπαθήσας να δελεάση αυτούς διά χρημάτων». Πράγματι η αντιπολίτευσις είχε φθάσει εις το άκρον άωτον των κατά του Κυβερνήτου ραδιουργιών και τεχνασμάτων αυτής, τα πάντα μηχανευομένη ίνα καταρρίψη το εδραίον οικοδόμημα, όπερ ανήγειρεν ο Καποδίστριας.

Νέος τις ταγματάρχης, ο Τσάμης Καρατάσος, εξεμεταλλεύθη την παρά τοις συστρατιώταις αυτού επικρατούσαν από της ιουλιανής επαναστάσεως έξαψιν, όπως υψώση την σημαίαν της ανταρσίας κατά του Καποδιστρίου. Ην τότε η εποχή, καθ' ήν η ελληνική νεολαία εθέλγετο και εμέθυεν εκ της αναγνώσεως των αντικαποδιστριακών διαλόγων του Αδαμαντίου Κοραή, του σοφού εκείνου χίου γέροντος, όστις από φιλτάτου του Καποδιστρίου ως εμφαίνεται εκ του διαλόγου αυτού: «Δημοχάρης Πασιχάρης» δημοσιευθέντος εν τω α' μέρει του Αρριανού των Επικτήτου Διατριβών (77) και εκ των επιστολών αυτού προς τον Κυβερνήτην αίτινες γραφείσαι εν μέσω του πυρός της γαλλικής επαναστάσεως ανερρίπιζον το μίσος κατά του Καποδιστρίου, εγένετο ασπονδότατος πολέμιος.



Προς τούτοις, ότι ο Κοραής ην φίλος του Καποδιστρίου εμφαίνεται και εκ των δε των παραινέσεων, άς αποτείνει προς τους Έλληνας: Ο Καποδίστριας υπάγει εις την Ελλάδα με σκοπόν και τας δημαγωγίας να παύση και την αυτονομίαν της Ελλάδος να σώση, και διά τούτο ο ανήρ είναι άξιος πάσης πίστεως, τον Τιμολέοντα του Πλουτάρχου απεφάσισεν ο Καποδίστριας ν' αναστήση, διά να δείξη εις όλην την φωτισμένην Ευρώπην, ότι η σημερινή Ελλάς γεννά όχι μόνον αγωνιστάς ελευθερίας, ίσους των παλαιών αυτής αγωνιστών, αλλ' ακόμη και πολιτικούς άνδρας ικανούς να την στηρίξωσι με Τιμολεοντικήν φρόνησιν.» Αν μη εσκόπει την ευδαιμονίαν της Ελλάδος ο Καποδίστριας, «δεν ήθελε τολμήσει (λέγει ο Κοραής) να δεχθή των Ελλήνων την πρόσκλησιν». Φοβείται δε μόνον μήπως «ο νέος Τιμολέων εμπέση εις τας παγίδας των Φαναριωτών, ών ο μολυσμός είναι βαθύς και δυσέκπλυτος».

Ο Κοραής εγνώρισε, κατά πρώτον, τον Καποδίστριαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1815, λέγει ο Διονύσιος Θερειανός εν τω πολλού λόγου αξίω διτόμω συγγράμματι αυτού: Αδαμάντιος Κοραής «με ευχαρίστησιν πολλήν», ως λέγει. Τη 22 Σεπτεμβρίου 1818 έγραφε προς τον Παντολέοντα Βλαστόν, «μη νομίσης κολακείαν το οποίον δίδω επίθετον καύχημα της Ελλάδος. Η ολιγοχρόνιος μ' αυτόν συναναστροφή με τον έδειξε τοιούτον, και δεν πιστεύω ότι με ηπάτησεν. Εγώ φεύγω φυσικά τους μεγάλους, διά φόβον μη φανώ απ' ό,τι είμαι πολύ μικρότερος, καθώς το πάσχουσιν οι νάνοι, όταν ανοήτως πλησιάζωσι τους γίγαντας. Αυτός εζήτησε να με γνωρίση και μ' έδειξε φρονήματα όντως ελληνικά. Είθε από τοιαύτα φρονήματα να γεμισθώσιν όλων των νυν Γραικών αι κεφαλαί απ' αυτά μόνα ελπίζεται η σωτηρία της Ελλάδος». Ήδη λοιπόν από του 1818 εκήρυττεν ο Κοραής την αγνήν και θερμήν του Καποδιστρίου φιλοπατρίαν. Αλλ' ολίγω ύστερον, ένεκα της προς τον Κόδριγκτον έριδος, υπώπτευσεν ο σφόδρα φιλύποπτος Χίος, την ομολογουμένην του επιφανούς Κερκυραίου ειλικρίνειαν. «Ο Καποδίστριας (έγραφε τη 7 Σεπτεμβρίου 1819) ήλθεν εις επίσκεψίν μου ευρισκόμενος εδώ· αλλά κατά δυστυχίαν ήλθεν εις καιρόν άλλων πολλών επισκέψεων, συνήθων τας Κυριακάς, και ημποδίσθην να τον λαλήσω τινά αναγκαία παραπονήματα. Ίσως και αυτός προβλέπων αυτά, εδιάλεξεν επίτηδες την Κυριακήν». Και τη 16 Νοεμβρίου: «Ουδ' εγώ δεν είμαι πολύ ευχαριστημένος από τον Καποδίστριαν. Σε είπα την υποψίαν μου, ότι εδιάλεξε την Κυριακήν να έλθη προς εμέ, διά ν' αποφύγη τα παράπονά μου. Περί δε του φρονήματος της δόξης δεν παρετήρησα μεταβολήν ουδεμίαν, παραβάλλων την τελευταίαν με τας προτέρας ομιλίας του. Τι παράδοξον αν έπαθε και τοιαύτην δυστυχίαν; Η δόξα είναι βαρύτατον φαγητόν· ολίγα στομάχια ισχύουν να την χωνεύσωσιν»· Ο Καποδίστριας απεδείχθη ουδέν ήττον υπέρτερος των φιλυπόπτων του γέροντος Κοραή υπαινιγμών. Άμα αναγνούς τα προλεγόμενα εις τον πρώτον τόμον των Επικτήτου Διατριβών, έσπευσεν αυθορμήτως να εκφράση προς τον Κοραήν ένθερμον ευχαριστίαν, εξ Αγκώνος δε, τη προτεραία του εις Ελλάδα πλου, επέστειλε τη 2 Δεκεμβρίου 1827 προς τον σοφόν αυτού επαινέτην μακρόν γράμμα, επαγγελλόμενος να μιμηθή κατά τα ενόντα τον Τιμολέοντα και να επιτελέση επ' αγαθώ της Ελλάδος, όσα ο Κοραής ήλπιζε παρ' αυτού. «Μακαρία η πατρίς, αν πράξη όσα με υπόσχεται εις την επιστολήν του! και μακάριος αυτός αν φιλοτιμηθή να κατασταθή ευδαίμων από την ευδαιμονίαν της πατρίδος!» Αλλά και επί τη υποθέσει ότι ο Καποδίστριας προσκόπτων εις απροσδόκητα κωλύματα, έμελλε να φανή ήσσων των περί αυτού προσδοκιών, μη διά τούτο ήτο άξιος κατακρίσεως; «Ακόμη και αν υποτεθή άλλος παρ' ό,τι ηλπίζετο (έγραφεν ο Κοραής τη 15 Οκτωβρίου 1828), η αχρειεστάτη διαγωγή και κυβέρνησις των προ αυτού, τον έκαμαν αναγκαίον. Χωρίς αυτόν εκινδύνευσε και το σωθέν από τας σφαγάς μέρος των Ελλήνων να εξαλειφθή ολότελα από το πρόσωπον της γης. Έπειτα πρέπει να συλλογισθώμεν και τούτο. Πιθανόν ή μάλλον βέβαιον κρίνω, ότι αυτός δεν έχει εξουσίαν να πράξη τίποτε αφ' εαυτού και η τύχη μας τώρα πλέον κρέμαται από τους θεοπέμπτους ευεργέτας μας». Αποκρινόμενος δε και προς την εξ Αγκώνος επιστολήν του Καποδιστρίου, έγραφε τη 5 Ιανουαρίου 1828 «Η πατρίς όλη σε παρακαλεί δι' εμού να έχης εις πάσαν σου πράξιν και βουλήν ακαταπαύστως προ οφθαλμών τον πρόγονον Τιμολέοντα, και απ' αυτόν να λαμβάνης συμβουλήν. Ο ακαταπαύστως κυλιόμενος ούτος βίος άλλο δεν αφίνει εις την εξουσίαν μας, παρά να δράξωμεν νομίμως το οποίον εις καθένα ήνοιξεν η Πρόνοια στάδιον μικρόν ή μέγα. Το ανοιχθέν εις σε από την Πρόνοιαν στάδιον, υπερβαίνει και το πολύ· επειδή σου εμπιστεύθη ολοκλήρου έθνους ευδαιμονίαν. Είν' απ' εκείνα τα στάδια, τα οποία δεν ανοίγονται πλην μίαν φοράν εις κάθε 500 ή 1000 έτη. Γνωρίζεις εκ της παλαιάς Ιστορίας πώς το έτρεξεν ο Τιμολέων, και εκ της νέας πώς ο Ναπολέων. Ο δυστυχής ούτος μέγας άνθρωπος αλλ' όχι μέγας ανήρ, είχε πολύ πλειότερα του Τιμολέοντος μέσα και βοηθήματα να το τρέξη λαμπρώς, αλλά του έλειπεν ο θειότατος έρως της κοινής ευδαιμονίας, όστις επύρωνε την γενναίαν ψυχήν του Τιμολέοντος. Sapienti satis. Συγχώρησε και τα ολίγα ταύτα εις γέροντα, όστις δεν εκολάκευσεν ουδέ νέος ών ποτε κανένα.»

Δεν ηρκέσθη ο Κοραής παραβαλών τον Καποδίστριαν προς τον Τιμολέοντα, αλλά και εδήλωσεν εκ του προτέρου ότι, αν συνέβαινε να μη αρέση ο Κυβερνήτης προς πάντας τους Έλληνας, ουδέν θαυμαστόν· διότι μήπως και ο Τιμολέων ήρεσε προς πάντας τους Συρακοσίους;

Είπε τις των παλαιών αστειευόμενος, ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τις τοις πάσιν αρεστός, πλην αν γίνη ζαχαρόπηττα, «ει μη πλακούντα γενόμενον». Ταύτα δε αναλογιζόμενος, ποιείται αλλαχού ο Κοραής παντοίους επαίνους περί του Καποδιστρίου, ως «θεραπεύσαντος με το παράδειγμά του την τιτλοτυφίαν, πρώτος αυτός παύσας να ονομάζεται κόμης», ως εγκαινίσαντος την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον και ιδρύσαντος πολλά στοιχειώδη σχολεία και διδασκαλεία· προς τούτοις απολογείται αυτού, παρ' αξίαν κατηγορηθέντος, ότι δήθεν εθήτευε τη ρωσική αυλή, ούτω δε αυτός ο Κοραής ανακηρύττει τον Καποδίστριαν πολλής φρονήσεως και μεγάλης αρετής άνδρα. Νοείται οίκοθεν, ότι ο φρόνιμος και ενάρετος άνθρωπος, δεν πρέπει να νομίζηται και όλως αδιάπτωτος. «Ο Κυβερνήτης δεν είναι αναμάρτητος (έγραφεν ο Κοραής τω 15 Μαρτίου 1829)· πλειοτέρας αφορμάς και πλειοτέρους πειρασμούς αμαρτημάτων έχει παρά κανέν' άλλον πολίτην, έχει παλαιόν παράδειγμα προγονικόν του Τιμολέοντα, όστις υπέφερε των κακών δημαγωγών τας φλυαρίας».

Αλλ' επί τέλους οι εν Αιγίνη και Ύδρα εμμανέστατοι του Κυβερνήτου αντίπαλοι, κατώρθωσαν να σαγηνεύσωσι τον απειρόκακον της ελευθερίας και της ισονομίας εραστήν, Κοραήν. Ο Κοραής εγένετο απηνής του Καποδιστρίου κατήγορος, χωρίς ευλόγου αιτίας, αλλά μόνον εξ ευπιστίας προς βεβουλευμένας διαβολάς, αποθέμενος αίφνης κατά την πρεσβυτικήν αυτού ηλικίαν την θαυμαστήν εκείνην νηφαλιότητα της κρίσεως και την περί την γνώμην εγκράτειαν, ήτις επανθεί εις πάντα αυτού τα φιλολογικά και τα άλλα μελετήματα. Τούτου δ' ένεκα ο μικρόν πρόσθεν δικαίως υποληφθείς εφάμιλλος του Τιμολέοντος ζηλωτής, διεσύρθη μετ' ολίγον ως τύραννος, πονηρότερος και αυτού του Φαλάριδος, και ως προδότης, χείρων και αυτού του παρά τοις αρχαίοις εστηλιτευμένου φιλοπέρσου Αρθμίου του Ζελείτου. Η πρώτη κατά του Κυβερνήτου διατριβή του Κοραή, συνταχθείσα κατά τον Σεπτέμβριον του 1830 εν είδει διαλόγου, επιγράφεται: «Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από τους Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, διά να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας διάλογος δύο Γραικών (Λασθένους και Χαριλάου), εκδομένος από τον Γ. Πανταζίδην.»

«Θαλεράν και αγήρων έχων την μνήμην των μεγάλων και εξαισίων της Γαλλικής Επαναστάσεως αρχών, λέγει ο Θερειανός καταφέρεται ο ψευδώνυμος Πανταζίδης, χωρίς τινος ανακοπής εναντίον αυτοκρατόρων, βασιλέων και πάντων των «αντιχρίστων ολιγαρχικών», εγκωμιάζων «τον μόνον κυρίαρχον λαόν.» Ως Έλλην άγαν φιλόπατρις, αποστρέφεται την Ιεράν Συμμαχίαν, αλλά δεν παρέρχεται όλως εν σιγή και τας παρεκτροπάς των Ελλήνων. Ουδαμώς αρνούμενος τας μωράς διχονοίας των προεστώτων, κηρύττει ότι «τα πλείστα έπαθεν η Ελλάς από τον Μετερνίχον, από τον άγγλον αρμοστήν της Επτανήσου, τον άγριον Μαιτλάνδον, από τον αυτόχειρα Καστελρήγον, υπουργόν βασιλικόν της Αγγλίας, και εσχάτως από τον μωρότατον πάντων των διπλωματών, και παρελθόντων και παρόντων Βελλιγκτώνα, όστις απελπισθείς πλέον διά την δούλωσιν της Ελλάδος, επενόησε την συσφίγξη ή μάλλον να την πνίξη εις όρια τόσον στενά, ώστε να ευρίσκεται εις αδιάλειπτον κίνδυνον να δουλωθή και δεύτερον».

Ο Κοραής ελπίζει εισέτι επί την τιμιότητα του Κυβερνήτου της Ελλάδος, αλλά . . . . . Ο Καποδίστριας είναι τίμιος άνθρωπος, αλλ' είναι περικυκλωμένος από πολλά κολακικά ανδράποδα, οποία ίσχυσαν να μεθύσωσιν αυτόν τον μέγαν Ναπολέοντα και να τον τυφλώσωσιν, ως εμέθυσε κ' ετύφλωσεν ο πολυμήχανος Οδυσσεύς τον τρομερόν Κύκλωπα. Του Κυβερνήτου η τιμιότης εφάνη μάλιστα εις την διοίκησιν των δημοσίων χρημάτων, αλλά μηδέν έδειξεν η πείρα, ότι η καταφρόνησις των χρημάτων, δεν συνοδεύεται πάντοτε με την καταφρόνησιν της δεσποτείας; Μη δεν εφάνησαν χρημάτων αφρόντιστοι πολλοί, και όμως πλεονέκται εξουσίας αχόρταστοι; «Χείρες μεν αγναί, φρην δ' έχει μίασμα τι», όλων δε των μιασμάτων το βρωμερώτατον είναι της δεσποτείας το μίασμα». Αδιστάκτως ομολογεί ο Κοραής ότι ο Κυβερνήτης «εξήπλωσε τα αλληλοδιδακτικά σχολεία· αυτά όμως (προσεπιλέγει) δεν είναι παιδεία, αλλά παιδείας θεμέλια καταγής κρυμμένα, επάνω των οποίων δεν ανεφάνη κανέν άξιον Ελλάδος κτίριον παιδείας Ελληνικής». Επαναλαμβάνει δε ο Κοραής, τα κατά του Καποδιστρίου υπό άλλων συγχρόνων κατηγόρων ειρημένα, ότι απηγόρευσε, δήθεν την εις τους μαθητάς των σχολείων παράδοσιν του Γοργίου και άλλων πλατωνικών διαλόγων, προσεπαγόμενος, «ότι μόνη η ελευθερία είναι γεννήτρια της αρετής, επειδή μόνη αυτή γεννά την μητέρα της φιλότητος ισότητα.» Επί πάσιν ελπίζει ευπίστως την σωτηρίαν της Ελλάδος παρά εφημεριδογράφων, δικαίως εγκωμιάζων την πατριαρχικήν χρηστότητα του ελληνικού λαού, όν παρομοιάζει προς γην αγαθήν, «ήτις ήθελε βλαστήσει και καρπούς αγαθούς, αν δεν επνίγετο από ζιζάνια».

Τοιαύτη υπήρξεν η προς τον Καποδίστριαν διαγωγή του εκ Χίου σοφού Έλληνος, ήτις ουκ ολίγον επεβάρυνεν εν τη πλάστιγγι των κατά του Κυβερνήτου αντενεργειών της αντιπολιτεύσεως, ήτις εν τέλει, επέτυχεν ούτινος εφίετο. Πράγματι η τύχη μεγάλων των εθνών αναμορφωτών απανταχού και πάντοτε υπήρξε πολύστονος και κακοτέρμων· το του Κυβερνήτου δόγμα «απόλυτος προ του νόμου ισότης των Ελλήνων» υπελήφθη ατόπως υπό τινων εκ των ισχυρών της χώρας ως νεκρικός κώδων του πολιτικού αυτών θανάτου, όθεν και εσχηματίσθη σθεναρά Αντιπολίτευσις, ήτις επικραταιωθείσα υπό των ξένων κατέληξεν εις ανταρσίας και εις τον όλεθρον του αναμορφωτού. Η αντιπολίτευσις αύτη απηρτίζετο εκ διαφόρων στοιχείων, ήτοι υπό της διπλωματίας, των εν Ελλάδι ξένων, έκ τινων εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών και υπό τινων εκ των ισχυρών εγχωρίων. Από του 1824 ιδία, ενώ η τάλαινα Ελλάς εσφάδαζεν εν τω αίματι, αι Δυνάμεις ήριζον εν αυτή περί επιρροής, η δ' επί την Αρχήν της χώρας ανάρρησις ενός πρώην υπουργού της Ρωσίας εκρίθη υπό της διπλωματίας ως διατάραξις της εν επιρροή ισορροπίας, ήν επόθησε παντί μέσω να άρη· η Αγγλία είχε και ιδιαιτέρους λόγους δυσμενείας κατά του διπλωμάτου Καποδιστρίου, απορρέοντας εκ των εν Παρισίοις και εν Ακυϊσγράνω Συνεδρίων· ετέρωθεν ο αρχιστράτηγος Τσουρτς έγραφεν εις Αγγλίαν, ότι ο Κυβερνήτης εξερεθίζει τους Επτανησίους κατά των Άγγλων. Η Γαλλία, καί περ έχουσα προς τον άνδρα ευγνωμοσύνης λόγους, δεν ηνείχετο όμως και αυτή την διατάραξιν της εν επιρροή ισορροπίας, προς δε οι Γάλλοι είδον μετά δυσαρεσκείας τον Καποδίστριαν προτείνοντα διά τον θρόνον της Ελλάδος τέσσαρας πρίγκηπας, εξ ών ουδείς ην Γάλλος, ενώ αυτοί από του 1824 είχον υποδείξει ως ηγεμόνα της Ελλάδος Γάλλον πρίγκηπα, υπέρ του οποίου και θερμώς είχον εργασθή εν Ελλάδι· πρόσθετος λόγος της Αγγλογαλλικής δυσμενείας ην και το ότι ο Κυβερνήτης δεν απέκρυψε την αγανάκτησιν αυτού επί τω πρωτοκόλλω του Ιουλίου και το ότι βραδύτερον επιμόνως ηξίου την Κρήτην και Σάμον. Πλείστοι επίσης των εν Ελλάδι ξένων προσετέθησαν εις την Αντιπολίτευσιν δι' άλλους τε ιδιοτελείς λόγους και δυσηρεστημένοι, διότι ο Καποδίστριας είχεν εκδώσει εγκύκλιον μη επιτρέπουσαν την εις Ελλάδα διαμονήν των ξένων, αν ούτοι δεν έφερον τακτικά διαβατήρια και συστατικάς επιστολάς. Εκ δε των εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών τινές επίσης στηριζόμενοι επί της ευρυτέρας πνευματικής αυτών μορφώσεως ηξίουν διακρίσεις εν αξιωμάτεσιν, άς δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση ο Κυβερνήτης, όθεν και οι τοιούτοι ετάχθησαν εν τη Αντιπολιτεύσει και πρόβουλοι εγένοντο αυτής.