Δεν ηδύναντο να βλέπωσι τον Καποδίστριαν εργαζόμενον ενδελεχώς υπέρ της αποκαταστάσεως των ελληνικών πραγμάτων, εν τη υπέρ της διαρρυθμίσεως αυτών προθυμία του Κυβερνήτου ενορώντες ροπήν τινα δήθεν προς την αυταρχίαν, προαγωγήν των οικείων αυτού συγγενών και φίλων και κατάθλιψιν των αγωνιστών και των δημοτικών ελευθεριών. Ωρισμένα δε κύρια της κατά του Καποδιστρίου αντιπολιτεύσεως αίτια ήσαν τάδε: α') δυσηρέστουν οι πλείστοι των ευνοουμένων τους στρατιωτικούς και προ πάντων ο Βιάρος και Αυγουστίνος Καποδίστριας γενικός επίτροπος των τε στρατιωτικών και πολιτικών, περί ού ο Κολοκοτρώνης λέγεται ότι είπε: «καλλίτερα νάσπαζε το πόδι του, παρά που ήλθεν εδώ». Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Νικόλαος Κριεζώτης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, Μήτσος Λιακόπουλος, Σπύρος Μήλιος, Ιωάννης Κλίμακας, Βασίλειος Μπούσγος και άλλοι οπλιτάρχαι εν ταις χιλιαρχίαις εγόγγυζον κατά του Καποδιστρίου ως αδικούμενοι, παρορώμενοι και περιφρονούμενοι, έγραψαν δε τη 15 Μαΐου 1829 εκ της παρά τους Δελφούς Αραχώβης (Ανεμωρείας) προς αυτόν την δε την αναφοράν:
«Εξοχώτατε Κυβερνήτα,
«Ο εκλαμπρότατος πληρεξούσιος τοποτηρητής ανεφέρθη αναμφιβόλως προς την Κυβέρνησιν περί των εδώ διατρεξάντων και με την προσωπικήν συνέντευξίν του θέλει εξηγηθή πληρέστερον περί αυτών. Ημείς οι υποφαινόμενοι, στοχαζόμενοι ότι ίσως τινές κακοποιοί άνθρωποι ειμπορούν να κάμουν παρεξηγήσεις εις την Κυβέρνησιν, προθυμοποιούμεθα να αναφερθώμεν και αμέσως εις την πατρικήν της πρόνοιαν διά να παραστήσωμεν την κατάστασίν μας και ποία τα αίτια, τα οποία μας παρεκίνησαν να ζητήσωμεν τα δίκαιά μας. Πρέπει να ήμεθα συγγνωστέοι εάν μακρηγορήσωμεν, διότι και η ύλη η οποία μας παρουσιάζεται είναι μεγάλη και ο αγών με τον οποίον αντεπαλαίσαμεν, αντιπαλαίομεν και μέλλομεν ν' αντιπαλαίσωμεν δεν είναι μικρός.
Σεβαστή Κυβέρνησις,
«Χωρίς να λάβωμεν καθ' όλου εις σκέψιν τα παρελθόντα, ας έλθωμεν να εξετάσωμεν τα της εποχής της παρούσης κυβερνήσεως: οι Έλληνες όλοι, η Ελλάς απηλπισμένη επροσκάλεσε Σε κυβερνήτην· είμεθα πλέον παραβέβαιοι, ότι η εξοχότης σας εχαίρετε και χαίρετε παντού την πλέον λαμπράν υπόληψιν και δεν ήλθετε εις την Ελλάδα παρά να την σώσετε· εις τούτο καθείς δεν αμφιβάλλει ή καθ' όσον παρατηρούμεν ότι τα πράγματα διά της θείας προνοίας και συνετής κυβερνήσεώς σας προοδεύουν κατά την επιθυμίαν όλων των καλών πατριωτών. Άμα επατήσατε το έδαφος της Ελλάδος, οποίους νόμους και αν εθέσετε εις το έθνος, όλοι εφάνησαν δεκτοί και οι Έλληνες αφωσιωμένοι προσηλώθησαν να τους φυλάξουν και δι' αυτούς και διά την σωτηρίαν της κοινής πατρίδος να χύσουν και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός των. Εθέσατε στρατιωτικόν οργανισμόν, ποίος δεν έστερξεν αμέσως; κανείς βέβαια δεν παρήκουσεν· οι Έλληνες επί τη βάσει αυτού του οργανισμού δεν επλήρωσαν τα ιερά χρέη των; η ανάστασις της Ρούμελης ας το μαρτυρήση· αι σημαίαι της ελευθερίας κυματούμεναι επάνω εις τόσα λαμπρά φρούρια και πόλεις ας δώσουν τους αποχρώντας λόγους. Έπειτα απ' όλα ταύτα τι ακολουθεί; αναμφιβόλως το να μην ενεργήται ο στρατιωτικός διοργανισμός μόνον και μόνον διά τους Έλληνας της Στερεάς Ελλάδος. Οι Έλληνες, Σ. κυβέρνησις, αφού έμειναν το έν δέκατον αφ' όσοι ήσαν, υπέκλιναν εις τον στρατιωτικόν οργανισμόν όχι μόνον διά να φονεύωνται, αλλά και να ζουν. Είναι βέβαιον ότι κανέν εμπόδιον δεν κάμνουν. Όταν λοιπόν δεν τρέφωνται από τους αγώνας των, πώς να ζήσουν; μήπως είναι μία ημέρα ή ένας μήνας αφότου στερούνται τα δίκαιά των; είναι, Σ. κυβέρνησις, μήνες έξ και περιπατούμεν εις τους επτά. Ότι λοιπόν ο στρατιωτικός οργανισμός δεν ενηργήθη, δεν μένει καμμία αμφιβολία· ότι πάλιν η Σ. κυβέρνησις δεν εφύλαξεν ισοσταθμίαν δικαιοσύνην εις όλα τα τέκνα της, και εις αυτό δεν μένει καμμία πρόφασις, διότι όλοι οι πολιτικοί όχι μόνον πληρώνονται κατά μήνα, αλλ' ηύξησαν και οι μισθοί των, μολονότι γράφουν με το αίμα των στρατιωτών μετασχηματισμένον εις μελάνην· οι ναύται πληρώνονται, οι τακτικοί παρομοίως και μόνον οι δυστυχείς Ρουμελιώται να μένουν τόσον καταφρονεμένοι, οι οποίοι πάντοτε εφάνησαν πρόθυμοι υπερασπισταί της πατρίδος και της κυβερνήσεως; αυτοί λέγομεν οι οποίοι εθυσίασαν τα πάντα, τα οποία ως προς ειδότας είναι βέβαια περιττά; Έ! Σ. κυβέρνησις! ας θεωρήσωμεν την Ελλάδα ως μίαν άμπελον· επροσκαλέσαμεν την εξοχότητά σας ως ένα επιστάτην επάνω εις αυτήν· η εξοχότης σας, διά να καλλιεργηθή και δώση ωφελίμους καρπούς, διωρίσατε, π. χ., σαράντα εργάτας να την δουλεύσουν· εξ αυτών είνε δίκαιον να πληρώσετε τους τριάκοντα, τους δε δέκα ναφήσετε όχι μόνον απληρώτους, αλλά και καταφρονεμένους, ενώ οι μεν τριάκοντα δεν υποφέρουν τους αγώνας των δέκα, ή να είπωμεν καλλίτερα, οι δέκα είναι η βάσις και το υποστήριγμα των τριάκοντα;
Σεβαστή Κυβέρνησις ,
«Οι Έλληνες ζητούντες το δίκαιόν των δεν τρέφουν κανένα άλλον σκοπόν· είναι πάντοτε ευπειθή τέκνα της κυβερνήσεως, οπόταν και η κυβέρνησις φροντίζη μητρικώς δι' αυτά· οι Έλληνες, βεβαιωθήτε, έφθασαν εις την πλέον ελεεινήν και αξιοδάκρυτον κατάστασιν· άλλο δεν έχουν παρά μόνον ένα ψωμί και αυτό αλλοίμονον εις όποιον το φάγη! προσφάγι δεν έχουν, η γυμνότης βασιλεύει, εις τρόπον ώστε επεράσαμεν τους σκλάβους της Αφρικής και τους παλαιούς είλωτας της Σπάρτης. Τοιαύτη θλιβερά κατάστασις τίνος ψυχήν, αν έχη και πέτρινον, δεν ειμπορεί να την μαλακώση; καθώς νομίζομεν, αλλ' ουαί, ουαί! την βλέπομεν τόσον σκληράν, ώστε όσοι εσώθημεν από τον εχθρόν κινδυνεύομεν από τα κακά της στερήσεως. Εις τοιαύτην περίστασιν και εις τοιαύτην οικτράν έκθεσιν των καθ' ημάς ζητούμεν την Σ. κυβέρνησιν τα ακόλουθα: α') Να μας αξιώση της κοινοποιήσεως εκείνων, οι οποίοι αντενεργούσιν εις την πρόοδον των στρατιωτών υπέρ της ανεξαρτησίας του έθνους· β') Διά να ευαρεστηθή να μας αποδώση τα δίκαια κατά τον στρατιωτικόν διοργανισμόν μέχρι της ημέρας, καθ' ήν θέλει γείνει η πληρωμή. γ') Μετά την πληρωμή να μας δώση τας βάσεις του παρόντος και νέου άλλου οργανισμού και κατ' αυτάς και η Σ. κυβέρνησις να βαδίζη και οι Έλληνες νακολουθούν τα ίχνη της· να προκηρύξη ότι οι Έλληνες μέλλουν να δουλεύσουν κατ' αυτάς και να μας διατάξη τέλος πάντων να εκστρατεύσωμεν, όπου είναι η περισσοτέρα ανάγκη της πατρίδος. Εάν και μετά ταύτην την έκθεσιν δεν εισακουσθώμεν, τότε βιασμένοι διαμαρτυρόμεθα· ενώπιον της Αγίας Τριάδος, ενώπιον της πατρίδος και του έθνους και ενώπιον τέλος πάντων του φωτισμένου κόσμου της Ευρώπης· διαμαρτυρούμεθα, λέγομεν, ενώπιον εκείνων δι' όσα μέλλουν νακολουθήσουν, οι οποίοι αντενεργούν δι' ημάς και θέλουν ναδικούμεθα, να καταφρονούμεθα και να πάσχωμεν ώσπερ Εβραίοι από τα δεινά της γυμνότητος και της στερήσεως. Εάν δε η κυβέρνησις δεν αποδείξη τους αντενεργούντας, τότε φαίνεται αντενεργεί φανερά η ιδία κυβέρνησις και ας δώση λόγον δι' όσα μέλλουν νακολουθήσουν. Σ. κυβέρνησις! απ' όπου θέλετε ειμπορείτε να πληροφορηθήτε πόση ευταξία βασιλεύει εις το στρατιωτικόν· ο πολίτης κάμνει ελευθέρως το εμπόριόν του, ο δε Έλλην κινδυνεύων εσθίει το ψωμί του με δάκρυα και στεναγμούς. Σ. κυβέρνησις! όχι Έλληνας να φέρης εις παρόμοιον στάδιον, αλλ' όποιον έθνος της Ευρώπης ως και αυτόν τον θεόν με τους αγγέλους, τολμώμεν, αφού τους αφήσης όχι επτά μήνας, αλλ' ένα αδικημένους και καταφρονεμένους δεν ειμπορούν να υποφέρουν. Αποστέλλομεν εις την Σ. κυβέρνησιν τον εκατόνταρχον Βαγγέλην Ιωάννου και Κώσταν Δαγουμιστήν και δι' αυτών προσμένομεν εν τάχει την απάντησιν».
Αλλά καίπερ πολλού χρόνου παρελθόντος, λέγει ο καθηγητής Γεώργιος Κρέμος, ουδαμώς έλαβε προ οφθαλμών ο Καποδίστριας τα αιτήματα του στρατού· ηγανάκτουν δε, προ πάντων, οι της ανατολικής Ελλάδος, α') διότι οι μεν υπό τον αδελφόν του Κυβερνήτου Αυγουστίνον στρατοί είχον αφθονίαν τροφών και τακτικώς ελάμβανον τους μισθούς, οι δε της ανατολικής Ελλάδος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην εστερούντο των πάντων. Τούτου ένεκα και αυτός ο τα μάλιστα γινώσκων να υπομένη Υψηλάντης ηναγκάσθη να πέμψη (14 Αυγούστου 1829) εκ Στεβενίκου της Βοιωτίας έγγραφον προς τον Κυβερνήτην, εν ώ διαρρήδην λέγει: ότι οι στρατιώται εξηγριώθησαν, ηπείλησαν τους αξιωματικούς, περιεφρόνουν την κυβέρνησιν, ής ουδέν πλέον επίστευον των όσα αύτη υπισχνείτο, ως αείποτε υπισχνουμένη και ουδέποτε πράττουσά τι· ότι ένεκα του υπούλου τρόπου της κυβερνήσεως διελύθησαν τα νικηφόρα στρατόπεδα των Θηβών, του Ανηφορήτου, του Ωρωπού και του αγίου Ιωάννου· ότι ο στρατός δικαίως ηγανάκτει, διότι πολεμών γενναίως παρημελείτο, όσον ουδ' επί της προτέρας αναρχίας· ότι «έρριψαν καθείς πέτραν αναθέματος κατά των αιτίων της γενομένης εις αυτούς αδικίας και συνώμοσαν επί το ιερόν Ευαγγέλιον να μη πιστεύωσιν εις το εξής οποιανδήποτε υπόσχεσιν, να μη υπακούωσιν εις τους ανωτέρους». Αι υπό τον Υψηλάντην λοιπόν χιλιαρχίαι περιήλθον εις την ανάγκην να συνομνύωσι κατά της κυβερνήσεως έχοντες εν τη μνήμη πάντοτε και το διαδιδόμενον από στόματος εις στόμα, ότι ο Καποδίστριας είπε ποτε κατά πρόσωπον προς οπλιτάρχας παραπονουμένους οργίλως: «Σας γνωρίζω· είσθε όλοι λησταί και ψεύσται!»
β) ότι ει και η εν Τροιζήνι συνέλευσις ρητώς το δικαίωμα του διδόναι πολιτείαν (πολιτογραφίαν) επέτρεψε μόνη τη βουλή και τη κυβερνήσει, απηγόρευσε δε διαρρήδην την κατά τόπους πολιτογραφίαν, αλλ' όμως αι υπέρ του Έιδεκ, Βιάρου, Γιαννετά, Ρίζου και άλλων φίλων του Κυβερνήτου γενόμεναι ου μόνον δεν απεδοκιμάσθησαν υπό του Κυβερνήτου, αλλά και εξελεγχθείσαι υπεστηρίχθησαν υπ' αυτού, όπερ εθεωρήθη ως περιφρόνησις των νόμων υπ' αυτού του νομοφύλακος Καποδιστρίου.
γ) ότι ενσκηψάσης της πανώλους, ο Βιάρος εν τω τμήματι εν ώ ήρχε, συνέστησεν υγειονομείον και επέβαλε κάθαρσιν διατάξας ίνα τα γράμματα αποσφραγίζωνται και καπνίζωνται. Επέτρεψε δ' εμπεπιστευμένοις ανθρώποις να σημειώσιν ει τι επιλήψιμον εύρισκον εν ταις επιστολαίς και ανακοινώσιν αυτώ. Επειδή δε εφαντάζετο πανταχού συνωμοσίας και συνωμοτικάς αλληλογραφίας ενόμιζεν ότι εύρισκε συνωμοτικάς φράσεις και εν επιστολαίς πάσαν όλως αλλοίαν έννοιαν εχούσαις. Τόσον δ' απέβησαν αυθάδεις αι παράνομοι διαταγαί του Βιάρου, ώστε κατείχε τας επιστολάς των ούς υπώπτευεν ως σφοδρούς αντιπολιτευομένους ή ως συνωμότας. Μεταξύ δε άλλων συλλαβών τους γραμματοφόρους κατέσχεν ο Βιάρος επιστολάς επιφανών ανδρών, οίον του Τάτση Μαγγίνα, μέλους του Πανελληνίου, ή εψηλάφων αυτούς τους άνδρας, οίον τον Δήμον Κανελλόπουλον.
δ) ότι επειδή τα περί υγειονομίας αυστηρά μέτρα κατέθλιβον τον λαόν, καθ' όσον η κυβέρνησις εποιείτο χρήσιν αυστηροτέραν του δέοντος, μη λαμβάνουσα προ οφθαλμών ότι ο λαός το πρώτον τότε υπεβάλλετο αστυνομικαίς διατάξεσι τέως αγνώστοις, εξήγειρε την οργήν του λαού. Πολιτών δε 150 αναφορά λίαν αναιδώς εκάη παρόντων των εν αυτή υπογεγραμμένων εν τω διοικητηρίω Πόρου υπό την χλεύην των υπαλλήλων διαταγή του Βιάρου.
ε) ότι η αυθάδεια, αναίδεια, προπέτεια και οι τυραννικοί τρόποι του Βιάρου οσημέραι παρεσκεύαζον εχθρούς τω αδελφώ Ιωάννη είτ' εκτελούντος επί το αυθαδέστερον όσα εκείνος επί το επιεικέστερον διέτασσεν είτε και πράττοντος εναντία των υπ' εκείνου διατεταγμένων. Λέγεται μάλιστα, ότι παραινέσαντός ποτε του Κυβερνήτου τοις δανεισταίς, ίνα μετριώτερον τόκον λαμβάνωσιν, όστις έν τισιν επαρχίαις ην 60 ο)ο, και επιεικέστεροι ώσι τους οφειλέτας, ο Βιάρος διεκήρυξεν εν εγκυκλίω προς τους κατοίκους του τμήματος αυτού: «Ο Κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν του τόκου· εγώ αναγκάζομαι οριστικώς να το αποφασίσω, ίνα παύση πάσα αμφιβολία εις το θεμιτόν και αθέμιτον περί τούτου». Ο Βιάρος κατά παντός παραβάτου ηπείλει δήμευσιν του κεφαλαίου αυτού, φυλακάς, τιμωρίας και ου μόνον των εις το μέλλον, αλλά και των εις το παρελθόν δεδανεισμένα εχόντων χρήματα, και ταύτα ούτε νόμου ούτε θεσπίσματός τινος υπάρχοντος. Τοις δε ανθισταμένοις των πολιτών επέτασσεν άκραν σιγήν, ότι μόνη η κυβέρνησις γινώσκει το ορθόν και μόνον αυτής οι λόγοι και τα έργα πρέπει να ακούωνται και εκτελώνται, διότι μόνη αύτη κήδεται περί των αληθών συμφερόντων του λαού· πάσα δ' άλλη εισήγησις άλλοθεν πόθεν ερχομένη είνε ψευδής και βλαβερά. Προς τους Υδραίους ποτέ αποδοκιμάζοντας πράξεις της κυβερνήσεως και αυτού και εξετάζοντας αυτάς εκήρυξε: «Μη εξετάζετε τας πράξεις της κυβερνήσεως, ούτε κρίνετε αυτάς, διότι αύτη η εξέτασις και αύτη η κρίσις δύναται να φέρη εις λάθος, του οποίου το αποτέλεσμα είναι ζημίαι σας».
ς) ότι ο Βιάρος πάντα μη υπακούοντα κατεδίωκεν ουχί κατά νόμον, αλλά κατά βούλησιν, θεωρών τας εγκυκλίους αυτού ως νόμους του Κράτους, των δε παρακουόντων ταις διαταγαίς αυτού υπαλλήλων διενήργει την παύσιν, καθώς και των δημογερόντων, ανθ' ών διώριζεν άλλους μάλλον ευπειθείς αυτώ. Εν ώ δε καιρώ εγίνετο η εκλογή των νέων δημογερόντων, οι τέως υπάρχοντες ήσαν περιωρισμένοι ένεκα τούτου ή εκείνου δήθεν του παραπτώματος. Τοιαύται αθέμιτοι εκλογαί ουδ' επί της των Τούρκων τυραννίας εγένοντο· ει δέ ποτε εγίνοντο, σπανιώτατα οι ούτω παρανομούντες διοικηταί διέφευγον την τιμωρίαν της τουρκικής κυβερνήσεως. Τουναντίον απαντώσιν εν τη των χρόνων εκείνων ιστορία καταδίκαι Τούρκων διοικητών, οίτινες ως κατεπεμβάντες τη των δημογερόντων διοικήσει μετετέθησαν ή εφυλακίσθησαν.
ζ') ότι ο αυτός Βιάρος ίδρυσεν εν τω τμήματι αυτού καινοφανή δικαστήρια, επ' ουδενός νόμου στηριζόμενα, ών έκαστον συνίστατο εξ ενός δημογέροντος και ενός ειρηνοδίκου εις βοήθειαν των ανικάνων περί το δικάζειν δημογερόντων διορισθέντων αυτεξουσίως υπ' αυτού και όλως παρανόμως μετά την παύσιν των νομίμων. Τοσούτο δ' εξετραχηλίσθη, ώστε και εν αύτη τη Αιγίνη ετόλμησε να ιδρύση δικαστήριον πολλώ παρανομώτερον των εν τω τμήματι αυτού, καθ' όσον ο είς και μόνος συγκροτών το δικαστήριον ειρηνοδίκης εδίκαζεν αναρμοδίως υποθέσεις μη αναγομένας εις αυτό. Προς δε τον γραμματέα της Επικρατείας ερωτήσαντα περί του καινοτρόπου τούτου δικαστηρίου, απεκρίνατο αφελώς ο Βιάρος, ότι έπραξε τούτο δοκιμής ένεκεν προς εξασφάλισιν της δικαιοσύνης και επείσθη ότι επέτυχε του σκοπού.
η') ότι διαταγή του Βιάρου εξετυπώθησαν διαμονητήρια άτινα εχορηγούντο τοις αλλαχόθεν εις Αίγιναν παρεπιδημούσιν αντί φόρου οκτώ γροσίων, εφ' ών εγράφετο η λέξις «υπήκοος», όπερ τα μάλιστα συνετάραξε τον λαόν δικαίως υποπτεύσαντα ότι οι Καποδίστριαι εσκόπουν την υποδούλωσιν των Ελλήνων.
θ') ότι όπως καταπνίξη ο Κυβερνήτης πάσαν αντιπολίτευσιν και κατ' αυτής αντιτάξη την κοινήν δήθεν γνώμην του λαού επέτρεψεν ή μάλλον επέβαλεν ίνα περιφέρωνται αναφοραί, δι' ών ανωμολόγει ο λαός ότι παρά μόνου του Κυβερνήτου προσεδοκάτο πάσα σωτηρία και ότι παρά μόνου αυτού ώφειλον ωσαύτως να προσδοκώσι την ευδαιμονίαν του έθνους. Αι τοιαύται αναφοραί καλύπτουσαι μάλλον τα παραπτώματα της κυβερνήσεως ή εκφράζουσαι την κοινήν ευγνωμοσύνην προς τον Καποδίστριαν, εκίνουν έτι μάλλον την οργήν του λαού ως περιφερόμεναι υπούλως υπ' ανθρώπων φρονούντων τα της κυβερνήσεως και φίλων προσωπικών και πολιτικών όντων του Καποδιστρίου. Επειδή δε κατακραυγή ηκούετο επί τούτω, ο Καποδίστριας εδείκνυε δήθεν, ότι απεδοκίκαζε τας τοιαύτας αναφοράς και τους ταύτας περιφέροντας. Αλλ' εις των περιφερόντων τοιαύτην αναφοράν ήν και ο υιός του Πετρόμπεη Γεωργάκης, όστις αποδοκιμαζόμενος εδήλωσε τους αιτίους ταύτης Καλογερόπουλον, Γιαννετάν και Βιάρον της επιστολής ταύτης:
Εξοχώτατε,
«Εν ώ διηυθύνθην μετά των συγγενών μου εις έντευξιν Εξοχότητός σας εις Μεσσηνίαν και εν ώ παρουσιάσθημεν έμπροσθέν σας, μας ωμιλήσατε περί του ανά χείρας μας υπογραφομένου εγγράφου και σας απεκρίθημεν. Γενομένης δε της οδοιπορίας σας και φθάσαντες εις Αίγιναν, απεστείλατε επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα μου, εν ή εξελέγχετε το άτακτον περί τούτου κίνημά μου και ότι ποτέ δεν θέλει φανή δεκτόν προς την Εξοχότητά σας. Εξοχώτατε, οποιουδήποτε μεγέθους παράπτωμα το τοιούτον λογίζεται και οποιανδήποτε παιδείαν απαιτεί, ακούσαντες και τους λόγους του δούλου σας ως δικαιοκρίτης, αποφασίσατε. Ο δούλος σας ηγνόουν παντάπασι το έγγραφον τούτο και μόνον καθ' ήν στιγμήν ανεχώρουν εξ Αιγίνης ειδοποιήθην· τότε ο κ. δοτόρος Σπυρίδων Καλογερόπουλος και μετ' αυτόν ο κ. Γιαννετάς με έκαμον κοινωνόν του τοιούτου, δίδοντές μοι αντίγραφον και παραγγέλλοντές με να ενεργήσω την αποπεράτωσίν του εις τα κάτω μέρη· μετά δύο ημέρας αφίκετο εις Αίγιναν ο αυταδελφός σας κύριος κόντες Βιάρος και διευθυνθείς εις επίσκεψιν της εκλαμπρότητός του μετά κ. Γιαννετά εις την παραθαλασσίαν της Αιγίνης ανεχώρησα μετ' ολίγον, ο δε κ. Γιαννετάς διέμεινε· τη επαύριον ανταμωθέντες μετά του κ. Γιαννετά μοι είπεν ότι ωμίλησε πολλά περί τούτου προς τον κ. κόντε και ότι η εκλαμπρότης του έμεινε καθ' όλην την έκτασιν ευχάριστος και περί τας δύο ώρας της νυκτός μετακαλεσθείς παρά του αυταδέλφου σας εις το παράλιον της Αιγίνης μοι ενεχείρισεν αποτεινομένην επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα μου, λέγουσάν μοι ότι δύναμαι να διευθυνθώ εγώ εις Πόρον αντί του πατρός μου, όπου θέλομεν ομιλήσει περί των κατεπειγουσών αναγκών μας προς την εξοχότητά σας, θέτων καί τινα άλλα.
Εκπλεύσας ο κύριος κόντες και κατόπιν ο δούλος σας έφθασα εις Πόρον, όπου και μετεκαλέσθην παρά της εκλαμπρότητός του έξωθεν της οικίας του· εκεί ανέγνωσα εις την εκλαμπρότητά του εκείνο το έγγραφον, προσθέτων εν ταυτώ την άοκνον και μετ' επιμελείας ενέργειάν μας, ήν περ θέλομεν δείξει εις την αποπεράτωσίν του. Αποτεινόμενος η εκλαμπρότης του μοι είπεν ότι ημείς δεν προτρέπομεν την αποπεράτωσιν αυτού του εγγράφου αλλ' όταν σεις το εγκρίνετε, δύνασθε να το ενεργήσετε και ημείς θέλομεν είσθαι ευχάριστοι· ταύτα ειπόντος μοι, διελύθη η συνομιλία. Τι λοιπόν, Εξοχώτατε, έπρεπε να πράξω; ποίος εκίνησε την ενέργειαν τούτου του εγγράφου; εις ποίον δίδεται η δικαία μέμψις της Εξοχότητός σας; Αυτή είναι η διατρέξασα υπόθεσις, και ως πατήρ όλων των Ελλήνων αποδώσατε το δίκαιον προς τον έχοντα».
ι') ότι επί μακρόν ανέβαλλε την σύγκλησιν της ευθύς μετά την κάθοδον αυτού προκηρυχθείσης Εθνικής Συνελεύσεως, και ότι τέλος μη δυνάμενος ν' αναβάλλη επ' αόριστον προσεκάλεσε (30 Οκτωβρίου 1828) το Πανελλήνιον, όπως προετοιμάση τα της εκλογής των πληρεξουσίων· προς τούτο δε επέβαλεν αυτώ εκλογικόν νόμον όλως απάδοντα προς τα δικαιώματα των εκλογέων, ως συγκεντρούντα τα πάντα εν ταις χερσί της κυβερνήσεως. Επειδή δε το Πανελλήνιον δεν ετόλμησε να ψηφίση τοιούτον νόμον, ο Καποδίστριας ετόλμησε να συντάξη και δημοσιεύση αυτός νόμον συνταχθέντα υπ' αυτού μόνου, αλλ' αντιστάντος του Σπυρίδωνος Τρικούπη και παραιτησαμένου την αυτού θέσιν ως γραμματέως της Επικρατείας, την μη γενομένην όμως δεκτήν, ο Καποδίστριας ηναγκάσθη δι' άλλης οδού να επιτύχη ού επεδίωκε σκοπού. Παύσας δηλαδή τους γραμματείς των τμημάτων, διώρισεν επί μεν των οικονομικών τον αδελφόν αυτού Βιάρον, επί δε των πολεμικών τον Κωλέττην και επί των εσωτερικών τον Περρούκαν· συγχρόνως δε προσέθηκεν αυτοβούλως εννέα μέλη εις το Πανελλήνιον, όπως έχη πλειονοψηφίαν. Ούτω δε μετεσκεύασε παρανόμως το Πανελλήνιον οικεία βουλήσει οίον ήθελεν, όπως ή αυτό όντως σκεύος εκλογής κατά τας επικειμένας εκλογάς των πληρεξουσίων και ψηφίση τον περί εκλογής νόμον οίον αυτός ήθελεν, όν επί τέλους εδημοσίευσε (4)16 Μαρτίου 1829) προσδιορίσας συγχρόνως και την ημέραν (15)27 Μαΐου 1829) της ενάρξεως των εργασιών της Συνελεύσεως. Παρασκευάσας δε τα πάντα όπως ηβούλετο προς επιτυχίαν πλεονοψηφίας εν τη συνελεύσει, ανέλαβεν άλλον άμεσον τρόπον προς επηρεασμόν των εκλογέων, την περιοδείαν, καθ' ήν πολλά πανταχού έλεγε περί των φροντίδων αυτού επ' αγαθώ του έθνους και προ πάντων περί σχολείων, γεωργίας και ευδαιμονίας του λαού. Οι Έλληνες πειθόμενοι τοις λόγοις αυτού εθεώρουν αυτόν ως πατέρα. Θερμοί δε υπέρ αυτού υπάλληλοι εκήρυττον παρά τω λαώ περί μοναρχίας αυτού ως του μόνου δυναμένου να σώση και μεγαλύνη την Ελλάδα υπερεξαίροντες τας αρετάς αυτού και την θερμήν φιλοπατρίαν, εφ' ώ και πολλαχού προτάσεις εγίνοντο ίνα μόνος αυτός εκλεγή πληρεξούσιος. Τούτου ένεκα τριάκοντα και έξ εκλογικαί περιφέρειαι εξελέξαντο αυτόν πληρεξούσιον. Αυτός δε λαμβάνων επισήμως την κοινοποίησιν της αυτού εκλογής εσιώπα, εξ ού δήλον, και ει μη αλλαχόθεν ην γνωστόν, ότι επεδοκίμαζε τα γενόμενα. Είτα συνεκάλεσε (14)26 Μαΐου 1829) εν τω οίκω αυτού το Πανελλήνιον και τους υπουργούς· εν τη συνεδριάσει ταύτη δεν απεδέξατο τας υπέρ αυτού εκλογάς, ανέβαλε δε την ημέραν της ενάρξεως των εργασιών της Συνελεύσεως εις την 25 Ιουνίου 1829 και υπέβαλε, δηλαδή μετέβαλέ τινα του εκλογικού νόμου. Επειδή δε υπήρχον καί τινες, ως εικός, αντιπολιτευόμενοι, διενήργησεν ίνα οι εκλογείς εγγράφως ορίσωσι την πορείαν δηλαδή την της κυβερνήσεως, ήν ώφειλον να βαδίσωσιν εν τη συνελεύσει, ήτις, ως είδομεν, αρξαμένη των εργασιών αυτής τη 11)23 Ιουλίου 1829, επεράτωσεν αυτάς τη 6)18 Αυγούστου.
Μετά δε την λήξιν των εργασιών της συνελεύσεως ο Καποδίστριας διώρισεν εν Άργει δικαστάς γερουσιαστάς και προσδιώρισε την ημέραν (1 Οκτωβρίου) ενάρξεως των εργασιών της γερουσίας, ής τα μέλη ωρκίσθησαν (26 Σεπτεμβρίου) τον όρκον της υπηρεσίας και ήρξαντο (27 του αυτού). Ο Κυβερνήτης όπως επεσπάσατο διά παντοίων τρόπων και υποσχέσεων το πλείστον του χύδην προ πάντων όχλου, ούτως ομοίως επείσθη ότι υπέταξε και τους εκλεκτούς αυτού, τους πληρεξουσίους του λαού, συλλήβδην εν τη εν Άργει Εθνοσυνελεύσει. Αλλ' όπως ηπατήθη πιστεύσας, ότι ο λαός απεδέχετο το προς την αυταρχίαν συντείνον πολιτικόν αυτού σύστημα, ούτως ηπατήθη φαντασθείς το έθνος οιονεί ολόκληρον επισήμως επεδοκίμασεν εν τη συνελεύσει τα υπ' αυτού πεπραγμένα. Εξ αυτής της φαινομένης ομοφωνίας προέκυψεν η εσχάτη διαφωνία και ανυπόστατος την ορμήν αντιπολίτευσις και πολλοί τέως φίλοι του Κυβερνήτου εκηρύχθησαν αναφανδόν επικίνδυνοι αυτού εχθροί. Ο Μιαούλης, ο Μαυροκορδάτος, οι Κουντουριώται, ο Μανώλης Τομπάζης, αυτός ο στρατάρχης Τσουρτς, όστις ου μόνον δεινώς κατέκρινε και ευπαρρησιάστως του πολιτικού και διοικητικού συστήματος του Καποδιστρίου δι' αναφοράς προς την συνέλευσιν του Άργους, ήτις δουλικώς φερομένη απηγόρευσε την μέχρι τέλους ανάγνωσιν αυτής, αλλά και παρητήθη λίαν περιφρονητικώς την αυτού θέσιν· ο Δημήτριος Υψηλάντης, οι πλείστοι και σπουδαιότεροι των οπλιταρχών της τ' εκτός του Ισθμού Ελλάδος και των εν Πελοποννήσω, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις και κατεδικάσθη ως είπομεν, (27 Σεπτεμβρίου 1829) εις φυλακήν, διότι εν επιστολή προς τον Βενιζέλον Ρούφον απεδοκίμαζε την πολιτικήν του Κυβερνήτου, πολλοί προύχοντες, εν οίς και ο Ζαήμης, ο Κλονάρης, ο Μοναρχίδης, ο Λυκούργος Κρεστενίτης και άλλοι πολλοί οίτινες εγένοντο δεινοί πολέμιοι του Καποδιστρίου.
ια') Ότι η υπό των δυνάμεων γενομένη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 εκλογή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ανεξαρτήτου κηρυχθείσης, μεγάλως ηυχαρίστησε τους Έλληνας· αλλ' η υπό παντοίας προφάσεις καταπολέμησις δήθεν αυτής υπό του Κυβερνήτου, ώστε ο αγαθός εκείνος ανήρ ηναγκάσθη επί τέλους να παραιτηθή (9)21 Μαΐου 1830), ηρέθισε κατά του Κυβερνήτου ως μη θέλοντος βασιλέα ού μόνον τους αντιπολιτευομένους, αλλά και τον λαόν ζητούντα «αφέντην!»
ιβ') Ότι ο Κυβερνήτης ήν αφοσιωμένος τη Ρωσία και τυφλόν όργανον αυτής.
ιγ') Ότι έμβλημα του Απόλλωνος ην «Εθνική Συνέλευσις — Σύνταγμα». Αλλ' ο Καποδίστριας την μεν σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως ανέβαλλεν υπό παντοίας προφάσεις, το δε Σύνταγμα απεδοκίμαζεν ως πρόωρον πολίτευμα τοις Έλλησιν.
ιδ') Ότι ο Κυβερνήτης ανέμιξεν εις τα πράγματα του τόπου ου μόνον τους δύο αδελφούς αυτού αλλά και πληθύν Επτανησίων, προς ούς έδωκε θέσεις.
ιε') Ότι παρεσκεύαζεν εαυτώ τον ελληνικόν θρόνον και τα τοιαύτα.
Τοιαύτα τινα, εν ολίγοις, κατηγορούσα η αντιπολίτευσις του Καποδιστρίου, προσεπάθει να εξεγείρη τον λαόν κατά του ανδρός εκείνου, ούτινος και το όνομα μόνον την σήμερον αναφερόμενον αποσπά δάκρυα και λυγμούς παρά τοις τα εθνικά συμφέροντα υπέρ πάντα άλλα έχουσι. Πάσας τας κατά του Κυβερνήτου αιτιάσεις ταύτας της εγχωρίου Αντιπολιτεύσεως εχρησιμοποίησαν και εξεμεταλλεύθησαν ο ξένος τύπος και βραδύτερον οι ξένοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων όμως πολλοί ηυδόκησαν ν' ανομονολογήσωσιν ότι «ο κόμης Καποδίστριας ουδέποτε ηθέλησε το κακόν της πατρίδος του εν επιγνώσει». Η Αντιπολίτευσις, έτυχεν ενθαρρύνσεως και υπό του εν Παρισίοις «Επαναστατικού συνδέσμου», κατά τινα Αυστριακήν έκθεσιν, κατ' Ιούλιον του 1831, ιδία όμως παρά των αντιπρέσβεων Γαλλίας και Αγγλίας. Η εξωτερική δ' αύτη ενθάρρυνσις εξώθησε την Αντιπολίτευσιν επί την ανταρσίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Η αντιπολίτευσις οσημέραι καθίσταται σφοδροτέρα. — Ανταρσία εν Μάνη — Ο
Τσάμης Καρατάσος και η εν Στερεά ανταρσία. — Οι συλληφθέντες παρεπέμφθησαν εις
το Στρατοδικείον. — Αφορμαί της ανταρσίας εν Ύδρα. — Αι εφημερίδες «Απόλλων»
και «Ηώς». — Ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και αι κατά του Καποδιστρίου σάτυραι.
— Αφορμαί της εν Μάνη ανταρσίας κατά του Κυβερνήτου. — Οποία τις ήτο η Μάνη
προ του 1821. — Η οικογένεια Μαυρομιχαλαίων. — Αι περί Μάνης αξιώσεις αυτών. —
Και πάλιν αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως — Αι αποζημιώσεις των τριών ναυτικών
νήσων. — Οικονομικά μέτρα του Καποδιστρίου. — Τα περί συγκλήσεως της
Εθνοσυνελεύσεως.
Η σημαία της κατά του καθεστώτος ανταρσίας υψώθη το πρώτον εν τω Λιμένι
της Μάνης υπό της ηγεμονικής οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων και των
ομοφρονούντων αυτοίς. Οι κατοικούντες εν Λιμένι και Καρδαμύλη Σπαρτιάται
περιεφέροντο κρατούντες σημαίαν, εφ' ής ήσαν απεικονισμένοι οι αρχαίοι αυτών
ήρωες: ο Λυκούργος και ο Λεωνίδας· αντήχει δε η κραυγή:
Ελευθεροτυπία και Σύνταγμα. Πανταχού εκυμάτιζεν η τρίχρους γαλλική
σημαία, και πάσα καρδία εν τη ευπαθεί και ευκαταφόρω Ελλάδι έπαλλεν υπέρ της
Γαλλίας.
Αυστριακαί εκθέσεις ισχυρίζονται, ότι το έναυσμα είχεν αληθώς διαβιβασθή εκ Παρισίων: «Η αντιπολίτευσις έλαβεν ενθαρρύνσεις παρά της επαναστατικής εταιρίας των Παρισίων, ής ηγείτο ο στρατηγός Λαφαγέτ. Αυτός ούτος προσηνέχθη να μεταβή εις την Ελλάδα, όπως ιδρύση εν αυτή Σύνταγμα». Αλλ' εκείνος μεν ουδαμού εν τη Ελλάδι εφαίνετο, άγρια δ' ουχ ήττον εγεννήθη στρατιωτική στάσις κατά του Κυβερνήτου, ής αφορμή υπήρξεν, ως και άλλοτε τοσάκις, η καθυστέρησις του μισθού, και παράπονα τινα κατά των καταπιέσεων των εν τη Στερεά Ελλάδι ενοικιαστών των φόρων.
Ο Τσάμης Καρατάσος, αυτός εκείνος, όστις επί Όθωνος εγένετο η πρωτίστη αφορμή της διακοπής των σχέσεων Ελλάδος και Τουρκίας, εξ ής τοσούτον εζημιώθη ο Ελληνισμός, κατέλιπε κατά τον Μάιον του 1831 μεθ' όλου αυτού του τάγματος το εν Ελευσίνι στρατόπεδον και συνηνώθη παρά την Αταλάντην μετά σώματος του συγγενούς αυτού Γρίβα Γαρδικιώτου. Σχέδιον υπήρχε να συνέλθωσιν εν Αμφίσση πάντες οι δυσηρεστημένοι Έλληνες οπλαρχηγοί. Επήλθε σύγκρουσις. Ανήγγελλον νίκας τα κυβερνητικά όργανα, και ανεκοίνουν, ότι η στάσις εξερράγη τη 1 Μαΐου. Την 8 Μαΐου ο αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού Αυγουστίνος Καποδίστριας μετέβη επί τόπου και την 10 διέβη φεύγων ο Καρατάσος τα Τουρκικά όρια, εξαλειφθέντος παντός ίχνους της στάσεως. Μόλις όμως εβαυκάλισε την κυβέρνησιν η εκ της συνειδήσεως των ηρωικών κατορθωμάτων του Αυγουστίνου γεννηθείσα ασφάλεια και επέδραμε πάλιν ο Τσάμης Καρατάσος, κατά τας αρχάς Ιουνίου, εκ των φαράγγων της Όθρυος. Μόνον δε μετά σφοδρόν αγώνα υπέκυψεν εις τα ηνωμένα σώματα του ηρωικού στρατηγού Ιωάννου Ράγκου και του Α. Μεταξά. Ούτω δε μέρος μεν των στρατιωτών αυτού παρεκινήθη εις λιποταξίαν διά χρηματικών υποσχέσεων, αυτός δε έφυγε και εκ δευτέρου πέραν των ελληνικών ορίων.
Οι συλληφθέντες εκ των ανταρτών αιχμάλωτοι παρεπέμφθημεν εις το Στρατοδικείον, αλλ' εδόθη αυτοίς χάρις. Η παράδοξος αύτη επιείκεια ην ίσως υπαγόρευσις αδυναμίας και φόβου. Διότι η κατά του Κυβερνήτου εξέγερσις έβαινε δι' όλης της χώρας παραλλήλως τη στρατιωτική ανταρσία, υποκινουμένη υπό των γαλλικών ιδεών. Εύρε τα κύρια αυτής ερείσματα εν Ύδρα και εν Μάνη. Αφορμή δε της κατά του Καποδιστρίου καταφοράς των τε Υδραίων, των Σπετσιωτών και των Μανιατών ην ήδε: Ότε ο Κυβερνήτης κατέπλευσεν εις Ελλάδα, «εύρεν εννέα ναυάρχους και εκατόν πλοιάρχους, οίτινες επιλήσμονες του χυθέντος αίματος χιλιάδων ηρώων της ξηράς, από της αρματωλικής εποχής του Χρήστου Μιλιώνη μέχρι του θανάτου του Καραϊσκάκη, αίματος σχηματίσαντος την λίμνην εν ή αι μεγάλαι Δυνάμεις εβάπτισαν την ελευθερίαν του Ελληνικού γένους, ως λέγει ο Στέφανος Ξένος, συνεορτάσασαι αυτήν διά των εκλάμπρων και βομβοφώνων Ναυαρινείων πυροτεχνημάτων, όταν ο Αιγυπτιακο-τουρκικός στρατός και στόλος είχεν αποσβέσει την επανάστασιν, κατέχοντες ολόκληρον την Πελοπόννησον και την Στερεάν, επιλήσμονες, λέγω, ιστορικών πασιφανών γεγονότων, ως μανιακοί φαντασιοπλήκται, αναιδέστατοι προς περιφρόνησιν ολοκλήρου της Ελληνικής φυλής, εκόμπαζον ότι ούτοι μόνοι ηλευθέρωσαν την Ελλάδα από των Τούρκων, ως άμοτοι λύκοι απαιτούντες παρά του Καποδιστρίου ουχί ολιγώτερον ή να μη ποιή βήμα άνευ της συμβουλής των, ή να τους δώση να ροφήσωσιν ολόκληρον την Ελλάδα. Ενταύθα ηνεώχθη το βάραθρον, εν τω οποίω η αλάστωρ της Ελλάδος Μοίρα απεφάσισε να ρίψη τον Κυβερνήτην, διότι διαφωνήσασαι αι τρεις κυριώτεραι ναυτικαί νήσοι, τα μεν Ψαρρά φανατικώς εκηρύχθησαν υπέρ του Καποδιστρίου, η δε Ύδρα και αι Σπέτσαι φανατικώς συνώμοσαν τον όλεθρον αυτού.
Οι Υδραίοι και Σπετσιώται, ιδιοκτήται μεγάλων πλοίων τα οποία συνεισέφερον ηρωικώς και λυσιτελώς εις τον αγώνα, δεν επεθύμουν η Ελλάς ν' απολαύση στρατιωτικού ευρωπαϊκού ναυτικού, διότι εναύλουν τα πλοία των επωφελώς προς την Κυβέρνησιν. Δεν επεθύμουν οργανισμόν ευρωπαϊκόν και ναυτικήν γλώσσαν σύμφωνον προς τα προστάγματα, τας κινήσεις και τας διεθνείς διατάξεις, αλλ' απήτουν την αρβανίτικην γλώσσαν των και ναύτας μόνον εκ της νήσου εξ ής κατήγετο ο κυβερνήτης του πλοίου. Το πλήρωμα της «Ελλάδος» , ήν εκυβέρνα ο Μιαούλης, συνεκροτείτο ολόκληρον εξ Υδραίων. Οι ναύται της κορβέττας «Ύδρας», ήν εκυβέρνα ο Σαχίνης, ήσαν όλοι Υδραίοι. Ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαίρως κατενόησεν ότι τοιουτοτρόπως ο στόλος του Κράτους ευρίσκετο εις χείρας των Υδραίων. Η δυσαρέσκεια των επιλοίπων νησιωτών της ελευθέρας και δούλης Ελλάδος τότε όρια δεν είχε. Του Καποδιστρίου κατορθώσαντος να σχηματίση τον στόλον περί ού ανεφέραμεν, κατηργήθη το σύστημα τούτο αφ' εαυτού, ούτω δ' ικανοποιήθη η ετέρα μερίς του Ελληνικού ναυτικού. Αλλ' η Ύδρα και αι Σπέτσαι, υποδαυλιζόμεναι παρά του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ποιούντος άφθονον χρήσιν του ονόματος της Αγγλίας και διασαλπίζοντος την ψευδή φήμην, ότι η Αγγλία επιθυμεί ν' αποδιωχθή ο Καποδίστριας εκ της Ελλάδος, αντέταξαν, αύται αι πρωταθλήτριαι του επταετούς αγώνος, την αναρχίαν κατά της στερεωθείσης εν τω Κράτει πειθαρχίας.
Εν τη ενάρξει του αγώνος ο Α. Μαυροκορδάτος είχεν αντιπάλους ισχυροτάτους τον Δημήτριον Υψηλάντην, τον Θεόδωρον Νέγρην, τον Καρατζάν και τον Καντακουζηνόν. Κατά τον αγώνα ήσαν πάμπτωχοι εκτός του Καρατζά, ουδέν έτερον έχοντες κεφάλαιον εκτός του γραψίματος, το οποίον εν μέσω των αγραμμάτων παλληκαρίων της εποχής εκείνης υπήρξε συχνότατα χείρον της πυρίτιδος των Τούρκων. Ο Καρατζάς και ο Καντακουζηνός ήσαν ειλικρινέστεροι και ικανώτεροι άνδρες· αλλ' απαυδήσαντες των ραδιουργιών του Νέγρη και Μαυροκορδάτου εγκατέλειψαν πρόωρα τον αγώνα. Ο Υψηλάντης και ο Νέγρης απεβίωσαν, έμεινε λοιπόν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ούτινος αι μεγάλαι αναμφισβήτητοι εκδουλεύσεις και το σταθερόν, φλεγματικόν και ανδρείον ύφος δι' ού προσηνέχθη απέναντι των φοβερών κινδύνων του Μεσολογγίου και της Σφακτηρίας επί του «Άρεως», έδιδον δικαιώματα πρωθυπουργού της υπό τον Ιωάννην Καποδίστριαν Δημοκρατίας. Ο εγωισμός και τα πάθη ετύφλωσαν εν τη κρισιμωτέρα της Ελλάδος εποχή τον άγαν πατριωτισμόν του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και τον του Λαζάρου Κουντουριώτου, οίτινες συνώμοσαν την καταστροφήν του Κυβερνήτου.
Η Ύδρα λοιπόν ην η εστία της σχηματισθείσης «συνταγματικής επιτροπής», ήν συνεκρότουν ο Κουντουριώτης, ο Μιαούλης, ο Δ Βούλγαρης, ο Μ. Τομπάζης, ο Β. Βουδούρης, ο Α. Κριεζής, και ο Ν. Οικονόμου. Την Ύδραν εμιμήθησαν και άλλαι νήσοι. Οι στρατιώται αυτών επολλαπλασιάζοντο οσημέραι ερεθιζόμενοι, προ πάντων, υπό τε της Ηούς» εκδιδομένης υπό του Εμμ. Αντωνιάδου, και του «Απόλλωνος» του Αναστασίου Πολυζωίδου, όστις επολέμησε δεινότατα τον Καποδίστριαν, είπερ τις και άλλος (από 16 Μαρτίου 1831) μέχρι της δολοφονίας αυτού.
Τον Αναστάσιον Πολυζωίδην υπεστήριζον προ πολλού ο τε Α. Κουντουριώτης και ο I. Ορλάνδος, ως έκ τινος επιστολής του Ορλάνδου και Λουριώτη γεγραμμένης εκ Λονδίνου προς την Εκτελεστικήν Κυβέρνησιν τη 1)13 Οκτωβρίου 1824, εξάγεται, αναφερούσης ότι εκ του δανείου του 1824 ο Ορλάνδος εμέτρησε 500 τάλληρα προς τον Πολυζωίδην διά την εφημερίδα αυτού. Ο Καποδίστριας από της αφίξεως αυτού ενεθάρρυνε μεγάλως την ελευθεροτυπίαν, ίδρυσε δε προς τούτο εν Ναυπλίω και εν Αιγίνη μεγάλα τυπογραφεία, εν οίς επετρέποντο δαπάνη της Κυβερνήσεως η πληρωμή του εκδότου εκδόσεις συγγραμμάτων οιωνδήποτε ελευθέρων ιδεών. Ο Ε. Αντωνιάδης είχεν επίσης συστήσει τυπογραφείον, εν ώ εδημοσιεύετο η «Ηώς». Της συνωμοσίας εφηβαινούσης, η «Ηώς» και ο «Απόλλων» ήρξαντο να επιτίθενται κατά του Καποδιστρίου δι' απρεπών ύβρεων. Εκαλείτο προδότης της Ελλάδος και τύραννος. Τον εκτραχαλισμόν τούτον των μερίδων ιδών ο Καποδίστριας, ηναγκάσθη διά Διατάγματος (26 Απριλίου 1831) να διαρρυθμίση τα του Τύπου δι' εννέα άρθρων συμφώνως τοις περί Τύπου Νόμοις των μάλλον φιλελευθέρων και πεπολιτισμένων Κρατών της Ευρώπης. Κατά το δεύτερον άρθρον του Διατάγματος τούτου απήτει πας τυπογράφος να παρακαταθέση τέσσαρας χιλιάδας φοινίκων εις την Εθνικήν Τράπεζαν, ως εγγύησιν ότι δεν θα τυπώση τι κατά της χριστιανικής θρησκείας ή των αρχών της δημοσίου ηθικής, ούτε δημοσιεύση προσωπικότητας ή συκοφαντίας. Ο Καποδίστριας προέβη εις τούτο, όπως παρακωλύση την σύστασιν μικρών και αφανών, κρυφίως και εν παραβύστω, λειτουργούντων τυπογραφείου, εν οίς ετυπούντο σάτυραι και λίβελλοι, έμπλεω σατανικών συκοφαντιών και αηδεστάτων φληναφημάτων, ών οι συντάκται επηγγέλλοντο τους φιλελευθέρους, επωνομάζοντο συνταγματικοί και εξήγειρον τον λαόν κατά του, υπ' αυτών Ρώσου τυράννου της Ελλάδος αποκαλουμένου, Κυβερνήτου.
Ουχ ήττον δε διά της σατύρας ηγωνίσθη μανιωδώς κατά του Κυβερνήτου και ο έτερος των αδελφών ποιητών ο Αλέξανδρος Σούτσος, όστις διά πνεύματος λεπτού και αμειλίκτου πικρώς προσέβαλλε πάσαν την Καποδιστριακήν διοίκησιν· ως παράδειγμα δε της πικρίας των αρχιλοχείων όντως σατυρών αυτού παρατίθεμεν ενταύθα την περί των διατάξεων του τύπου σάτυραν αυτού, γραφείσαν κατά Μάιον του 1831 και έχουσαν ώδε:
Ένας γερουσιαστής μας με το στόμα
γελαστό,
Σούτσ' ελεύθερε, με είπε, συγχαρίκια σε ζητώ·
Πρόβαλα υπέρ του τύπου δεκαπέντε άρθρα νόμου
Κατ' αυτό το σχέδιόν μου.
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Έχω έναν αδελφόν μου Έκτακτον Διοικητήν,
Κ' έναν πρωτεξάδελφόν μου 'ς το Πρωτόκλητο Κριτήν
Κ' εγώ ένα κοκκαλάκι σε μιαν κώχη γλυκογλύφω·
Πλην τον Τύπο τον λατρεύω κατ' αυτού δεν δίδω ψήφο·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη γράψης.
Ένας μου συναδελφός,
Όπου έχει κάποιον λόγον να συχαίνεται το φως,
Φώναζε κατά του Τύπου, φώναζε με στόμα τόσο!
Ίδρωσα τον Εωσφόρο, ίδρωσα ν' αποστομώσω . . . .
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Στο εξής κάθου και γράφε, κάθου και κοπάνιζέ μας·
Τραγουδάκια τύπωνέ μας
Ό,τι πράγμα δεν σ' αρέσει κι' όποιον άνθρωπον θελήσης,
Ημπορείς να σατυρίσης.
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Τι λοιπόν φυλάγεις; Πάρε το κονδυλομάχαιρό σου
Κονδυλάκια κόψε . . . Βάλε το χαρτί 'ς το γόνατό σου·
Κόκκινη μελάνη θέλεις; Με την κόκκινη αρχίνα·
Απ' το κόσκιν' όλους πέρνα, και κανένα μη προσκύνα.
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης
Της Αρχής τους Υπαλλήλους,
Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους·
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Ο Σούτσος το κατ' αρχάς διά του «Απόλλωνος» και είτα διά των εν τω «Πανοράματι της Ελλάδος» σατυρών επέπιπτε λάβρως κατά του Κυβερνήτου. Εν τη ανωτέρω ποιητική συλλογή εν Ναυπλίω τω 1833 εκδοθείση, ο Καποδίστριας και η κυβέρνησις αυτού αποτελούσι το σταθερόν σημείον των προσβολών αυτού. Παρωδεί τα ψηφίσματα, διακωμωδεί τα σχέδια, τα μέτρα, τους σκοπούς αυτών, προσβάλλει τους φίλους αυτού. Βραδύτερον δε προχωρεί και μέχρι της εξυμνήσεως αυτής των δολοφόνων του Κυβερνήτου. Εν μια των ωραιότερων αυτού ωδών ο Σούτσος, ωσεί νέος Τυρταίος, παριστά αυτούς ως νέους Αρμοδίους και Αριστογείτονας, ως θέλομεν ιδεί. Η ιστορία δεν επεκύρωσε την κρίσιν του ποιητού και η νυν Ελλάς θλίβεται αναγινώσκουσα τους ωραίους εκείνους στίχους.
Υπήρξε πάντοτε αδιάλλακτος. Ο πατριωτισμός αυτού ουδέποτε έλαβεν υπ' όψιν τας απαιτήσεις των συμφερόντων του Κράτους, ούτε υπέφερε τας βραδύτητας βαθμιαίας κοινωνικής προόδου. Η πλήρης πάθους ιδιοσυγκρασία αυτού καθίστα αυτόν αντίπαλον ανένδοτον, τα δε περιβάλλοντα αυτόν στοιχεία δεν ήσαν τα αρμόδια όπως κατευνάσωσι τας εξάψεις αυτού. Οι αντιπολιτευόμενοι εύρισκον εν αυτώ ισχυρόν σύμμαχον, και επειδή τότε η Ελλάς είχεν ολίγας εφημερίδας και αυτά δε τα βιβλία ήσαν σπάνια, αι σάτυραι του Αλεξάδρου Σούτσου ήσαν ως άλλαι διακηρύξεις, αίτινες αντιγραφόμεναι απεστηθίζοντο και ανέφλεγον έτι μάλλον τα πάθη.
Ιδού και ετέρα σάτυρα γραφείσα κατ' Αύγουστον του 1831, εν ή ο Καποδίστριας εικονίζεται ως δικαιολογών την πολιτείαν αυτού ενώπιον της Εθνικής Συνελεύσεως:
Πληρεξούσιοι του έθνους, σεβαστόν κριτήριόν μου,
να σας δώσω ήλθα λόγον των νομίμων πράξεών μου.
Η Ελλάς, χάριτι θεία, βλέπετε, δεν εδουλώθη
αν η Σάμος, αν η Κρήτη 'ς τους εχθρούς μας παρεδόθη,
αν τα φρούρια δεν πήρα της Ευρώπης, της Αθήνας,
και αν έπαιξα το πράγμα δεκαπέντε σωστούς μήνας,
είχα λόγους ανωτέρους·
αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους,
θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . 'πλην τι το κάμεις;
σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Αν κατώρθωσα να καύσω τον πολύτιμόν μας στόλον
με την βίαν, με τον δόλον,
και αν έχυσα το αίμα των Ελλήνων εις τον Πόρον,
με το μισθωτό μαχαίρι των πιστών μου δορυφόρων,
αν με σκήπτρον ξένου κράτους θέλησα να σας παιδεύσω,
και με όλην την Ευρώπην την Ελλάδα να μπερδεύσω,
είχα λόγους ανωτέρους·
αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους
θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . πλην τι το κάμεις;
σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Θερμός είμαι δημοκράτης . . . για το σύνταγμα πεθαίνω
αν με είδετε τρεις χρόνους τ' άρθρα του να παραβαίνω
κι' απ' τους όρκους μου να λείπω,
γράμματα να κρυφανοίγω και να κυνηγώ τον τύπο,
σπίτια να πατώ την νύκτα, και πολίτας πριν τους κρίνω,
να 'ξορίζω, να ξυλίζω και τα νύχια τους να χύνω,
είχα λόγους ανωτέρους· κτλ.
Υπερπλούτισα το γένος (μάρτυρες οι αδελφοί μου
και τρεις τέσσαρες πιστοί μου,
όπου τρέχουν πουρνό βράδυ με τα τάλληρα 'ς την τσέπη),
πλην τους πρώτους της Ελλάδος ο καθένας πτωχούς βλέπει
πλην του Μπότζαρη ταις κόραις, τα παιδιά του Καραΐσκου,
άφησα να ζουν μ' ελέη, με μαζώματα του δίσκου
είχα λόγους ανωτέρους κτλ
Ημπορεί να διη ο πλάστης εις των σπλάγχνων μου το βάθος
η αγάπη της πατρίδος, και το μοναχό μου πάθος·
πλην κατέτρεξα τα φώτα πλην διέφθειρα τα ήθη·
πλην εις πλήθος κατασκόπων χρυσός άφθονος εχύθη
πλην ηθέλησα να σβύσω και μεγάλους και μικρούς,
πλην να δω τους πρώτους όλους επεθύμησα νεκρούς.
Είχα
λόγους ανωτέρους,
αι αυλαί . . . εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους,
θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις;
σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Σας απέδειξα πώς είμαι άμεμπτος . . . Δεν τ' αμφιβάλλω.
Σύνταγμά σας εγώ είμαι . . . μη ζητήτε σύνταγμ' άλλο.
Δείξατέ με, 'σαν το Άργος αφοσίωσιν τελείαν
Δόσετέ με 'σαν 'στο Άργος εντελή Δικτακτορίαν,
Και ομνύω 'στου Βιάρου την ζωήν πως αν 'μπορέσω,
προκομμένους κι' απροκόπους χέρια πόδια θα σας δώσω.
Έχω λόγους ανωτέρους
Αι αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους,
Θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις;
Σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί Δυνάμεις!
Ούτω γράφων ο ποιητής κατά του Καποδιστρίου εξηρέθιζε τα πλήθη κατ' αυτού ως δήθεν ζητούντος να εκτελέση ιδιοτελείς όλως σκοπούς, και ιδίως τους νησιώτας. Και των μεν Υδραίων και Σπετσιωτών της κατά του Κυβερνήτου καταφοράς αιτία ήτο όσα ανωτέρω ανεγράψαμεν, των δε Μανιατών ήδε:
Η Μάνη προ της μεγάλης Ελληνικής επαναστάσεως της παρασχούσης ημίν την ελευθερίαν, παρουσιάζει ιστορίαν διάφορον της των άνω νήσων και της άλλης ελληνικής φυλής· διότι, εν ώ μετά την κατάλυσιν της Βυζαντιακής Αυτοκρατορίας (29 Μαΐου 1453) και την του Δεσποτάτου της Πελοποννήσου (13 Απριλίου 1460) η πάσα Ελλάς σχεδόν εδούλευσε τοις Τούρκοις, η Μάνη έχαιρεν είδος ανεξαρτησίας εν ταις χερσί των Μουρζινάκων, Ζαννεντάκηδων, Καπετανάκηδων, Δευτεράκων, Κονμουνδουράκηδων, Διαβολάκων, Μαυρομιχαλαίων, Πατριαρχέων, Κουκουβαλαίων, παρουσιάζουσα λαόν μάχιμον, έχοντα πολλάς αρετάς των αρχαίων Σπαρτιατών αναμίκτους μετ' αγρίων παθών και μεγάλης δεισιδαιμονίας. Ο λαός ούτος ομιλεί υπέρ πάντα άλλον γλώσσαν ελληνικήν, απηλλαγμένην τουρκικών και λατινικών λέξεων, αποδεικνυουσών ότι οι διάφοροι κατακτηταί της Ελλάδος δεν εξετάθησαν μέχρι του μέρους τούτου, ή δεν ηδυνήθησαν επί χρόνον πολύν να διαμείνωσιν. Επί της επαναστάσεως του 1769-70 ως και εν τη του 1821, η οικογένεια Μαυρομιχάλη διεκρίθη και εθυσίασε και χρήματα και άνδρας, οίτινες προσέφερον μεγάλας και ανεκτιμήτους εκδουλεύσεις εις τον ιερόν της Ελλάδος αγώνα. Ο διατρέχων την ιστορίαν των χρόνων τούτων θα ίδη εν ταις σκηναίς της Κωνσταντινουπόλεως τους ομήρους Μαυρομιχάλη ως και την δραπέτευσιν αυτών. Εκ της εποχής ταύτης το αίμα των Μαυρομιχαλαίων αφθόνως επότισε το δένδρον της Ελληνικής ελευθερίας. Αλλ' ότε ο Κυβερνήτης ήρξατο της χρησιμοποιήσεως των εθνικών γαιών, όπως προσπορισθή τα μέσα της αναπτύξεως της χώρας, η Μάνη παρουσιάσθη ως πρόβλημα ενώπιον αυτού. Απετέλουν άρα γε τα άγρια και αδέσποτα όρη, αι βοσκαί και οι βάτοι της Μάνης μέρος των εθνικών γαιών ή ου; Τίσιν ανήκον; Και διά τινων τίτλων η Μάνη έπρεπε να μένη εξαιρέσιμος των γενικών μέτρων των άλλων μερών της Ελλάδος, σχηματίση δε Κράτος εν Κράτει; Ο βραχίων των νόμων της χώρας δεν έπρεπε να εκταθή μέχρι της Μάνης; Δεν έπρεπε να ληφθώσι μέτρα, όπως μη η Μάνη γίνη καταφύγιον των νόμων και των γενικών μεταρρυθμίσεων αντιστρατευομένων;
Της Μάνης παρουσιαζομένης ως το δυσχερέστατον κατά την λύσιν πρόβλημα τω Καποδίστρια, ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης απεφάσισαν εκ συμφώνου ιδίαν αυτών λύσιν.
Ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης εψήφισαν, ίνα η Μάνη διαιρεθή εις δύο, ανατολικήν και δυτικήν, και την μεν κυριαρχίαν της ανατολικής ν' αναλάβη ο Ζαννετάκης, την δε της δυτικής ο Μαυρομιχάλης.
Εκάτερος αυτών, όπως υποστηριχθή παρά των Μανιατών, υπεσχέθη προς αυτούς θέσεις, στρατιωτικούς βαθμούς, αποζημιώσεις, συντάξεις, και τον σχηματισμόν ταγμάτων Μανιατών, τα οποία θα κυβερνώνται εξ ενός μέλους των δύο οικογενειών. Τοιουτοτρόπως εκυμάτισεν εις Λιμένι η σημαία του Λυκούργου και του Λεωνίδα. Ενεπιστεύθησαν δε την αρχιστρατηγίαν τω στρατηγώ Κατσάκω (Ηλία) Μαυρομιχάλη ανεψιώ του Πετρόμπεη, μικρού αποδράσαντι εκ των εν Άργει φυλακών, συνεπεία αποφάσεως του δικαστηρίου προς ό προσήχθη προδοθείς υπό του αδελφού αυτού Νικολάου Πικουλάκη Μαυρομιχάλη, όστις, ως πρώτον συνταγματικόν κατόρθωμα, επέδραμεν, ως άλλος Ιβραχίμ πασάς, κατά των Καλαμών, άς, καίπερ φρουρουμένας υπό των Γάλλων, ελεηλάτησεν.
Απέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων της τε Ύδρας και της Μάνης, τι ώφειλε να πράξη ο Καποδίστριας; Δυοίν θάτερον: ή να παραιτηθή αμέσως και επιστρέψη εις Γενεύην, όπως διέλθη το γήρας αυτού μετά του φίλου Έυναρδ, ή η υφισταμένη Κυβέρνησις αυτού εντός των δικαιωμάτων αυτής να αντιτάξη δραστηρίως βίαν κατά της Ύδρας και Μάνης, περιορίζουσα την κατ' αυτής ανταρσίαν της περαιτέρω γενικεύσεως. Κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν ώφειλε να δώση την παραίτησιν προς τας τρεις Δυνάμεις, και να εγκαταλείψη χάριν των Μανιατών και Υδραίων την πατρίδα και λαόν ολόκληρον, όστις ευρών πόρους ζωής, εμπόριον, ναυτιλίαν, κατάπαυσιν της πειρατείας και κιβδηλείας και ευτυχίαν εν τη απελπισία ηυλόγει και ηγάπα αυτόν υπερβολικώς. Κατά δε την δευτέραν ώφειλε να αντιτάξη βίαν κατά των ανυποτάκτων, ίνα εξαναγκάση αυτούς εις υποταγήν· δυστυχώς όμως ο μέγας εκείνος διπλωμάτης, ο τας τύχας όλης της Ευρώπης κατά τας δύο πρώτας δεκαετηρίδας του ΙΘ' αιώνος εις χείρας αυτού συγκρατήσας, δεν ηδυνήθη να εννοήση, ως ώφειλε, χάριν της σωτηρίας της πατρίδος, να προσοικειωθή τους ισχυρούς του τόπου και διά μέσων, άπερ αυτός οίδε, να καταστήση αυτούς χειροήθεις, αλλά προσοικειωθείς τον λαόν, εν αυτώ εζήτησεν άπασαν αυτού την δύναμιν, ήν κατέθραυεν η των ισχυρών επιβολή. Και εζήτησε μεν νυν, κατά το Ε' Ψήφισμα της εν Άργει Δ' Εθνοσυνελεύσεως (7 Ιανουαρίου 1830), να παράσχη τας αποζημιώσεις των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρρών, του στρατού του Καραϊσκάκη, των σωμάτων του Μεσολογγίου και της φρουράς της Ακροπόλεως Αθηνών, αλλ' αι νήσοι εζήτουν δύο εκατομμύρια και εννεακοσίας χιλιάδας ταλλήρων Ισπανικών ως αποζημιώσεις και οι της ξηράς στρατιωτικοί πεντήκοντα τέσσαρα εκατομμύρια τουρκικών γροσίων.