Πάντες ούτοι εζήτουν αυτά άνευ τίτλων, αποδείξεων δαπάνης και βασίμων μαρτυριών. Τεσσαράκοντα πλοιοκτήται ήσαν Υδραίοι ζητούντες 1,220,000 ταλλήρων, τριάκοντα Σπετσιώται 1,000,000 ταλλήρων και οι Ψαρριανοί 700,000. Προς δε την αποσταλείσαν προς εξέλεγξιν των παραπόνων αυτών πενταμελή επιτροπήν εκ του Μεταξά, Γενοβέλη, Μαυρογένη, Μαγγίνα και Αντωνοπούλου, οι ταραχοποιοί δημοτικοί σύμβουλοι της Ύδρας παρέστησαν και πάλιν κομπορρημονούντες και αξιούντες ούτε ολίγα ούτε πολλά 18,000,000 φοινίκων!
Η Εθνοσυνέλευσις καθώς και ο Καποδίστριας απεφάσισαν να πληρώσωσιν 1,000,000 ταλλήρων ταις νήσοις εις γαίας, χρήματα και γραμμάτια, ή το όλον των 2,900,000 ταλλήρων εις μόνον γαίας. Αλλ' ο μέγας αληθώς πατριώτης Κουντουριώτης εύρε την ευκαιρίαν να θέση την μάχαιραν εις τον τράχηλον της Ελλάδος, ζητών το όλον ποσόν 2,900,000 ταλλήρων εις χρήματα και τόκον μέχρις ού αποπληρωθή το ποσόν τούτο (τόκον ετήσιον 1,400,000 φοινίκων). Φυσικώς ούτε η Κυβέρνησις ούτε η Γερουσία, απεδέξατο την τοκογλυφικήν ταύτην αίτησιν, ήτις δεν εβασίζετο επί αποδείξεων, αλλ' επί των παραλόγων φωνασκιών των πλοιοκτητών, τινές των οποίων ελαχίστας υπέστησαν ζημίας. Διότι, κατά τινας υπολογισμούς, τα μεγαλείτερα πλοία της εποχής εκείνης των νησιωτών δεν ήσαν μεγαλείτερα των 300 τόννων, έν δε πλοίον των 300 τόννων κατά τας υψηλοτέρας διατιμήσεις των τότε ναυπηγών της Γαλλίας, δεν ηδύνατο να στοιχίση εν τη ναυπηγία αυτού περισσότερον των 25,000 φράγκων. Άρα πάντα τα πλοία, άπερ δεν ήσαν βεβαίως και πάντα των 300 τόννων, και δεν απωλέσθησαν πάντα κατά τον επταετή αγώνα, δεν ηδύναντο να απαιτήσωσιν αποζημίωσιν ούτε 1,000,000 ταλλήρων.
Εν τούτοις, ο Καποδίστριας, όστις ήλπισεν, ότι ηδύνατο να ευχαριστήση αυτοίς διά πληρωμής μικρού τινος ποσού απέναντι των απαιτήσεων απέστειλεν, επί τη γνωμοδοτήσει της πενταμελούς επιτροπής, προς τας δημοτικάς αρχάς των τριών νήσων 50,000 ισπανικών ταλλήρων συγχρόνως δε εκήρυξε (12)24 Μαρτίου 1830) την Ύδραν ελεύθερον λιμένα επί πενταετίαν, όπως ανορθώση το καταπεπτωκός εμπόριον. Τα εκ του τελευταίου όμως τούτου μέτρου πλεονεκτήματα ανηρέθησαν όλως διά της αυξήσεως των επί της εισαγωγής και εξαγωγής δασμών, οι δε κεχολωμένοι Υδραίοι ούτε διά του δώρου της ατελείας κατεπραΰνθησαν, ούτε διά της πληρωμής μέρους τινός των απαιτήσεων αυτών. Ενεκολπώθησαν χωρίς της ελαχίστης ευγνωμοσύνης τας 25,000 ισπανικών ταλλήρων, άτινα εδόθησαν τη Ύδρα — 16,000 εδόθησαν ταις Σπέτσαις και 9,000 τοις Ψαροίς — και εξηκολούθουν έτι μεγαλοφωνότερον απαιτούντες την υπό του Κράτους πληρωμήν ολοκλήρου του χρέους. Τέλος απεφάσισεν ο Κυβερνήτης να προτείνη αυτοίς οριστικήν εξόφλησιν δι' 6 εκατομμυρίων φοινίκων, ών έν τρίτον έμελλε να δοθή εις κτήματα, έτερον εις ομολογίας και το υπολειπόμενον εις μετρητά εκ του ελπιζομένου δανείου, ή και σύμπασα η ποσότης εις εθνικά κτήματα, αλλ' οι νησιώται ουδέν ήθελον να ακούσωσι περί του συμβιβασμού εκείνου, και επέμενον απαιτούντες την υπό του Κράτους αναγνώρισιν ολοκλήρου του χρέους, και την παρά τη εθνική χρηματιστική τραπέζη κατάθεσιν του φανταστικού αυτού κεφαλαίου επί τόκω 8 ο)ο, ού οι ετήσιοι τόκοι ήθελον αναβαίνει, ως είπομεν ανωτέρω, εις 1,440,000 φοινίκων. Την αξίωσιν ταύτην απέκρουσεν εντόνως ο Καποδίστριας διότι εν τη κακή τότε καταστάσει της τραπέζης δικαίως εφοβείτο ο Κυβερνήτης, ότι ήθελε παντελώς καταστραφή η πίστις αυτής, αν επεβαρύνετο διά νέου χρέους. Ούτω το περί αποζημιώσεως ζήτημα έμεινεν άλυτον, η μεταξύ της κυβερνήσεως και των Υδραίων διάστασις παρετείνετο, και αι ιδέαι της Ιουλιανής επαναστάσεως εύρον στήριγμα εν Ύδρα απτά υλικά συμφέροντα.
Τοιαύται ήσαν αι απαιτήσεις των νησιωτών και η αδιάσειστος αυτών απόφασις, όπως, εάν μη αποζημιωθώσιν αντιστώσι κατά της Κυβερνήσεως. Και δεν εμιμήθησαν οι γεννάδαι τους απαιτητάς αποζημιώσεων των κατά ξηράν στρατευμάτων, οίτινες ήσαν ουκ ολίγοι. Αλλ' αι απαιτήσεις αύται ήσαν δίκαιαι και συγκαταβατικαί. Ο δε στρατηγός Ιωάννης Ράγκος, λέγει φιλέλλην ιστοριογράφος της εποχής, έδειξε πρώτος το παράδειγμα της αποδοχής των δοθεισών αποζημιώσεων και τοιουτοτρόπως εξώφλησαν οι πλείστοι απαιτηταί.
Οι Υδραίοι όμως απορρίψαντες τας προτάσεις του Καποδιστρίου εξέφραζον αγανάκτησιν κατ' αυτού, επιλαθόμενοι, ότι κατέστρεφον ου μόνον την πατρίδα, αλλά τα ίδια αυτών ανδραγαθήματα, τας ιδίας αυτών, κατά τον μακρόν αγώνα, θυσίας. Υπάρχουσι χιλιάδες Ελλήνων τού τε εξωτερικού και εσωτερικού και εκατοστύες φιλελλήνων, εκ των ευγενεστέρων της Ευρώπης οικογενειών, δουκών, λόρδων και κομητών, χύσαντες το αίμα αυτών και θυσιάσαντες την ουσίαν υπέρ της Ελλάδος, και όμως τα τέκνα αυτών ουδέποτε εζήτησαν ούτε οβολόν.
Την τοιαύτην κατάστασιν της Ελλάδος καθίστων έτι δεινοτέραν, ως και ανωτέρω είπομεν, αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως ο εν Σμύρνη εκδιδόμενος υπό του Βλακ (78) «Ταχυδρόμος της Σμύρνης» η εν Ναυπλίω «Ηώς» του Ε. Αντωνιάδου και ο εν Ύδρα «Απόλλων» του Αναστασίου Πολυζωίδου, νέου Θεσσαλού άρτι εκ Παρισίων επανακάμψαντος και εμπεφορημένου υπό επαναστατικών ιδεών. Ούτος ζητήσας να εκδώση εν Ναυπλίω την εφημερίδα αυτού κατεδιώχθη και φυγών μετέβη εις Ύδραν, ένθα έτυχε της αναγκαίας υποστηρίξεως και εξέδιδε τον «Απόλλωνα». Αι κατά του Κυβερνήτου αδολεσχίαι των εφημερίδων τούτων επί τοσούτον επιθετικότητος ίκοντο, ώστε ο Αντωνιάδης, συντάκτης της «Ηούς» κατεδιώχθη δικαστικώς, ένεκα της ελευθέρας γλώσσης της εφημερίδος αυτού, κατηγορήθη επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας και προυφυλακίσθη· η δε Ηώς επαύθη. Μόλις μετά πολύμηνον κάθειρξιν εξεδόθη απόφασίς τις, δι' ής ο κατηγορούμενος ηθωώθη. Το δικαστήριον εθεώρησε την στέρησιν της προσωπικής ελευθερίας, ήν υπέστη ο Αντωνιάδης, ως προσήκουσαν ανταπόδοσιν της ελευθέρας πολιτικής κρίσεως, ήν είχε τολμήσει ο συντάκτης της «Ηούς». Η προς τον άνδρα τούτον συμπεριφορά της Κυβερνήσεως ενέπνευσε μεν τρόμον και αγανάκτησιν τοις δημοσιογραφούσιν, αλλά δεν εφόβισεν ούτε απέτρεψε και άλλους της οδού, ήν εκείνος εβάδισεν.
Ο εν Ύδρα εκδιδόμενος «Απόλλων» επετίθετο λάβρως κατά του Κυβερνήτου αποκαλών αυτόν τύραννον, ρωσόφρονα και παροτρύνων τον λαόν εις ανταρσίαν.
Αφειδώς μετεχειρίσθη παρακλήσεις και απειλάς ο Καποδίστριας, όπως στερήση τον «Απόλλωνα» της προστασίας των νησιωτών. Επίτροπος της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας και Ύδραν και υπέβαλε προς τους δημογέροντας τον τύπον αναφοράς, δι' ής παρεκάλουν ούτοι την κυβέρνησιν να απομακρύνη της νήσου το σκάνδαλον, όπερ κατήσχυνε τας κοινότητας αυτών, απαλλάττουσα αυτάς του «Απόλλωνος». Αλλ' οι νησιώται έμειναν κωφοί προς τας παρακλήσεις του Κυβερνήτου, οι Υδραίοι δε μάλιστα διέταξαν την ημέρας και νυκτός ένοπλον φρούρησιν του τυπογραφείου του Α. Πολυζωίδου, εν ώ εξετυπούτο ο «Απόλλων» , προς αποτροπήν βιαίας τινός από της Στερεάς επιθέσεως. Η βιαιότης της γλώσσης του «Απόλλωνος» ηύξησε μετά του απειλούντος αυτόν κινδύνου, η χειρίστη δ' αυτού μομφή κατά του Κυβερνήτου ήν ο φόβος αυτού προς την κοινήν γνώμην. «Ο ελεύθερος τύπος, επανελάμβανεν αδιακόπως υπό διαφόρους φράσεις το αντιπολιτευόμενον φύλλον, υπήρξε πάντοτε η αιωνία πέτρα του σκανδάλου διά τους αυθαιρέτους δεσπότας.»
Αλλά πλην των εφημερίδων οι αντιπολιτευόμενοι, θρασύτεροι γενόμενοι, ήρξαντο γράφοντες και αναφοράς, άς υπερεπλήρουν διά πλαστών υπογραφών, εν αίς εξετίθετο η αντεθνική δήθεν πολιτική του Κυβερνήτου. Τούτο δ' έχων υπ' όψει: «Ας κατασκευάζωνται, έγραφεν ο Καποδίστριας προς τον πρίγκηπα Σούτσον εις Παρισίους, αναφοραί εν Ύδρα και άλλοις δήμοις του Αιγαίου, εκ Πελοποννήσου αφ' ετέρου και εκ της Στερεάς δεν παύει ο λαός γράφων προς εμέ τα αντίθετα. Επί του παρόντος έχομεν έτι μόνον εμφύλιον πόλεμον διά του καλάμου· αλλοίμονον αν καταντήση ούτος εις πυροβολισμούς!»
Οι φόβοι ούτοι εφάνησαν ταχέως δικαιολογούμενοι υπό των γεγονότων. Η κατά το Αιγαίον στασιαστική κίνησις, ιδίως της Σύρου, ελάμβανεν οσημέραι σοβαρωτέραν μορφήν. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, όστις είχε τέως διαμείνει εν τω βάθει της σκηνής και συνεδαύλιζε μόνον εκ Τήνου, ένθα είχε καταφύγει, την φλόγα, ήλθεν εις Ύδραν, ο επίτροπος της κυβερνήσεως έφυγεν εκείθεν, και οι τω Κυβερνήτη αφωσιωμένοι δημοτικοί σύμβουλοι εδιώχθησαν. Επταμελής συνταγματική επιτροπή, αποτελουμένη, ως είπομεν, εκ των: Κουντουριώτου, Μιαούλη, Β. Βουδούρη, Μ. Τομπάζη, Δ. Βούλγαρη, Α. Κριεζή και Ν. Οικονόμου, ανέλαβεν, ως ηγγέλλετο την διοίκησιν της νήσου, και διέκοψε πάσαν σχέσιν προς την καθεστηκυίαν κυβέρνησιν. Το παράδειγμα της Ύδρας παρηκολούθησαν, εντός ολίγου, και άλλαι νήσοι του Αιγαίου. Ο σκληρότερος όμως κατά του Κυβερνήτου κτύπος ην η αποστασία της Σύρου, ής η δυσαρέσκεια οσημέραι αύξουσα από των τελευταίων ταραχών, εκορυφώθη νυν μετά το δοθέν παράδειγμα της Ύδρας εις εκφανή στάσιν. Τα τελωνεία Σύρου είχον τέως αποτελέσει τον κυριώτατον οικονομικόν πόρον της κυβερνήσεως. Διότι επί της Στερεάς δεν εισεπράττοντο οι φόροι τόσον τακτικώς ως επί των νήσων. «Η δυσάρεστος συνέπεια πάντων των σκευωρημάτων, έγραφεν ο Κυβερνήτης, είναι η εξής: αι υπό των δήθεν πατριωτών υποκινούμεναι ταραχαί παρέχουσιν εις τους ενοικιαστάς την πρόφασιν να αναβάλωσι την εις το δημόσιον πληρωμήν· οι φορολογούμενοι αφ' ετέρου ουδεμιάς αμελούσιν ευκαιρίας, όπως υστερώσι της καταβολής των οφειλομένων. Εκ τούτου εννοείτε την αξιοθρήνητον θέσιν μου».
Κατά την εποχήν ταύτην ο Καποδίστριας, εις απελπισίαν περιελθών ένεκα της καθυστερήσεως των αναγκαιοτάτων χρηματικών πόρων, κατέφυγεν εις το έσχατον μέτρον κυβερνήσεως παλαιούσης προς την χρεωκοπίαν· έπλασε νέους φόρους, μη πληρωνομένων των παλαιών· διέταξε κατ' απομίμησιν του παρά πάσι τοις πεπολιτισμένοις έθνεσιν υπάρχοντος τέλους χαρτοσήμου, την πληρωμήν τοιούτου φόρου παρά παντός τίτλου ιδιοκτησίας, παντός συμβολαίου εκμισθώσεως και πάσης υπό της κυβερνήσεως διδομένης αδείας· ανεβίβασε τους τελωνειακούς δασμούς, τον μεν της εξαγωγής εις 8, τον δε της εισαγωγής εις 10 ο)ο, επί προφάσει ανακουφίσεως των εκ Κρήτης δυστυχών μεταναστών· εψήφισε δε τέλος την έκδοσιν 3,000,000 φοινίκων ατόκου χαρτονομίσματος.
Τω ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ τοσούτον κρίσιμος εφαίνετο η των πραγμάτων κατάστασις, ώστε έγραφε κατ' Ιούλιον του 1831 τον Νέσσελροδ: «Τα συμβάντα επέρχονται ενταύθα ουχί της ισχύος των πεποιθήσεων, αλλά διά της δυνάμεως των ταπεινοτάτων ορμών. Πας ο μετασχών της υπερασπίσεως της πατρίδος, ζητεί νυν αποζημιώσεις και δώρα, και ζητεί αυτά ανώτερα των εν τω πολέμω ζημιών αυτού. Πάντες λησμονούσι την πτωχείαν του δημοσίου ταμείου και την αρχήν, ότι οι ικανώτατοι πρέπει να καταλάβωσι τας καλλίστας των θέσεων. Τούτου ένεκα έχει τοσούτους εχθρούς η κυβέρνησις. Οι αντιπρέσβεις Αγγλίας και Γαλλίας κατακρίνουσι μεν εν τω φανερώ την αντιπολίτευσιν, αλλ' εν τω κρυπτώ δεν παύουσιν υποστηρίζοντες αυτήν, και συνδαυλίζουσιν ούτω το πυρ, εξ ού γενική κινδυνεύει να προέλθη και καταστρεπτική πυρκαϊά».
Η αμηχανία του Κυβερνήτου ταυτοχρόνως τοσούτον είχε κορυφωθή, ώστε ησθάνθη την ανάγκην να ενδώση, κατά τι, εις τας απαιτήσεις των πολεμίων, αφού μάλιστα η αντιπολίτευσις είχεν ισχυρόν έρεισμα τους αντιπρέσβεις των δυτικών Δυνάμεων, οίτινες προβαλλόμενοι ως ασπίδα τας ταπεινοτάτας ορμάς Ελλήνων σπουδαρχών υπό τον τύπον ευλόγων δικαίων, τας ανάγκας των αληθώς την πατρίδα κατά την επανάστασιν ευεργετησάντων, τους πτωχούς τους οπωσδήποτε πάσχοντας, τους πολιτικής επικουρίας επιδεομένους και πάντας εν γένει τους ένεκα τούτου ή εκείνου του λόγου αφορμάς κατά της κυβερνήσεως έχοντας, κατεπενέβαινον τοις των Ελλήνων πράγμασιν επί ιδίοις τέλεσιν, οι μεν ως συμπολιτευόμενοι, εν οίς πρώτιστοι οι Ρώσοι οι δε ως αντιπολιτευόμενοι, εν οίς οι Άγγλοι και Γάλλοι. Τη παρακινήσει των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων ήλθον περί τας αρχάς Ιουλίου, πέντε προύχοντες της Ύδρας εις Ναύπλιον, όπως συνεννοηθώσι μετά της Κυβερνήσεως. Επανέλαβον την περί εθνοσυνελεύσεως και συντάγματος απαίτησιν, ήν πλείσται πόλεις, εν αίς και αι Αθήναι, τοσούτον ενεργώς είχον ασπασθή. Αλλ' ο Κυβερνήτης ηρνήθη να δεχθή αυτούς και να συνομιλήση μετ' αυτών προσωπικώς, εδέησε δε να γείνωσιν αι διαπραγματεύσεις τη μεσιτεία των αντιπρέσβεων. Ο Καποδίστριας εθεώρει τους Υδραίους ως απλούς αποστάτας, και μεγάλως εδυσχέραινεν, ότι των Δυνάμεων αντιπρόσωποι συγκατέβαινον εις προσωπικήν προς αυτούς κοινωνίαν. Ούτω δε κατεδείκνυε την αγανάκτησιν αυτού, γράφων προς τον Σούτσον:
»Αι απαιτήσεις, άς οι κύριοι αντιπρέσβεις έσχον την υπομονήν να ακούσωσι παρά των Υδραίων εν τη μετ' αυτών συνεντεύξει, χαρακτηρίζουσιν εντελώς τα τε πρόσωπα και πράγματα. Δεν δύναμαι να ελπίσω, ότι η ημιεπίσημος ανάμιξις των κυρίων αντιπρέσβεων εις τα της Ύδρας θέλει φέρει ευχάριστόν τι αποτέλεσμα.» Ουχ ήττον δεν κατώρθωσεν ο Καποδίστριας να αντιστή εκφανώς εις την γενικήν συνταγματικήν πίεσιν. Απεφάσισε να ορίση κατ' Οκτώβριον 1831 την έναρξιν της Εθνοσυνελεύσεως, υπό τον όρον: «αν μέχρις Οκτωβρίου δεν μετέβαλλε την κατάστασιν των πραγμάτων η εν Λονδίνω σύνοδος.»
Συνάμα δ' επέμεινε προφορικώς ο έμφρων ηγεμών, απέναντι των συνταγματικών ορέξεων των νησιωτών, εις το αξίωμα, ότι δεν είχε το δικαίωμα να διαθέση το μέλλον της Ελλάδος, και ότι μόνος ο μέλλων Βασιλεύς ηδύνατο να αποφασίση περί της σκοπιμότητος συνταγματικού πολιτεύματος. Οι Υδραίοι επανέκαμψαν άπρακτοι· αλλ' ο Κυβερνήτης διήνοιξε τους οφθαλμούς αυτών, και αι ψευδείς παραχωρήσεις κατέστησαν οξείαν την κρίσιν. Η μερίς της αντιπολιτεύσεως ήρξατο παρασκευαζομένη εις συγκρότησιν ιδίας εθνικής συνελεύσεως εν Ύδρα. Και απεπειράθησαν μεν νυν οι αντιπρέσβεις να συνδράμωσι την κυβέρνησιν δι' επισήμων αγαθών συμβουλών, αλλ' η ατελής όλως αρμονία, ήτις επεκράτει μεταξύ αυτών, κατεφαίνετο προδηλότατα εκ των διακοινώσεων αυτών.
Ούτως ο μεν Ρώσος Ρούκμαν απήτει έντονα και γενναία μέτρα ισχυριζόμενος, ότι έπρεπε να κατασυντριβή η κεφαλή του επαναστατικού δράκοντος, ο δε βαρώνος Ρουάν της Γαλλίας διεβίβασε την λακωνικήν ταύτην αλλά μεγάλην σημασίαν έχουσαν πρότασιν, του να διατάξη την υπό γαλλικών στρατευμάτων κατάληψιν του Ναυπλίου, ψυχροί δε και εχθρικοί υπήρξαν οι λόγοι του Άγγλου Δώκινς, παρατηρούντος ότι δεν ηδύνατο να αναμιχθή εις εμφυλίους ελληνικάς διενέξεις, και ότι ήκιστα ενόμιζε πρόωρον την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως και κινδυνώδη διά την Ελλάδα την εις αυτήν παροχήν συντάγματος. Ο Καποδίστριας όμως ηρκέσθη επαναλαμβάνων την τυπικήν υπεκφυγήν, ότι δεν ηδύνατο να δώση σύνταγμα, αφού η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι εκλέξει ηγεμόνα, δεν επεθύμει δε αυτός να προδράμη της μεγαλοδωρίας του μέλλοντος βασιλέως της Ελλάδος.
Ο Κυβερνήτης ηδυνήθη να πεισθή εν τω εν Ελλάδι γαλλικώ στρατοπέδω, εν ώ παρευρέθη κατά τας επί τη ιουλιανή επαναστάσει γενομένας εορτάς, πόσον βαθέως ήσαν εν αυτώ ερριζωμέναι αι δημοκρατικαί ιδέαι, και πόσον ευμαθείς είχον καταστή αι γαλλικαί λόγχαι. Ούτω εφοβείτο ευλόγως, ότι οι μέλλοντες να φρουρήσωσι το Ναύπλιον Γάλλοι στρατιώται ήθελον συναδελφωθή προς τους επαναστάτας, και καλόν ενόμισε να υποδείξη μετ' αξιοπρεπείας, «ότι η ημέρα, καθ' ήν ξένος στρατός ήθελε καταλάβει την πρωτεύουσαν της Ελλάδος και εις τας λόγχας αυτού μόνας ήθελεν οφείλει την ασφάλειάν της η κυβέρνησις, ήθελεν είναι η τελευταία ημέρα του προσωρινού Κυβερνήτου! και ότι, αν αι σκευωρίαι αναπτυχθώσιν επί τοσούτον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις μόνον διά ξένων επικουρικών στρατευμάτων να δύνηται να επιβάλη υπακοήν εν Ναυπλίω και Άργει, εστέ πεπεισμένος — είπε προς τον Ρουάν — ότι εγώ δεν θα είμαι πλέον κυβέρνησις!» Ούτω δε ο Καποδίστριας απεφάσισε να ακούση. Ίνα επιφέρη δ' οριστικόν τινα και κρίσιμον κτύπον κατά της Ύδρας, ηρνήθη τοις νησιώταις τα ναυτιλιακά έγγραφα, ισχυριζόμενος, ότι δεν υπήκουον πλέον τοις παλαοίς αυτών δημογέρουσιν, αλλά τη αυτοκλήτω συνταγματική δημοτική επιτροπή. Παρεκάλεσε δε συνάμα τους κυβερνήτας των τριών συμμάχων στόλων να παρακωλύσωσιν εκπλέοντα τα πλοία των επαναστατών. Αλλά δυστυχώς ήκουσεν ως προς τούτο τον Λαλάνδ και τον Λάιονς προφασιζομένους έλλειψιν οδηγιών εκ μέρους των οικείων κυβερνήσεων. Η διαγωγή αύτη των κυβερνητών Αγγλίας και Γαλλίας, καθ' ά έγραφεν ο Ρίκορδ τη 30 Ιουλίου προς τον Νέσσελροδ: «κατέδειξεν, ότι οι ναύαρχοι της Γαλλίας και Αγγλίας υπήρξαν οι κύριοι αίτιοι των ταραχών και της καταστροφής εν Πόρω». Ο Κυβερνήτης δεν εταράχθη βεβαίως εκ της «δειλίας των Άγγλων και Γάλλων», ως απεκάλει το πράγμα. Το σπουδαίον νυν ήτο να κατασταλή δι' ενός μόνου κτύπου η επανάστασις. Ούτω δε εν τω ναυστάθμω του Πόρου διετάχθη εν κρυπτώ ζωηροτάτη δραστηριότης. Ο Καποδίστριας διέταξε τον εξοπλισμόν και την πλήρωσιν του ελληνικού στόλου· ήθελε δε να προσβάλη την Σύρον, ίνα τιμωρήση αυτήν ότι συμμετέσχε της επαναστάσεως, και επαναγάγη ούτως υπό το κράτος αυτού την εμπορικώς και πολιτικώς σπουδαιοτάτην νήσον του Αιγαίου.
Κατά την σπουδαιοτάτην εκείνην διά την Ελλάδα στιγμήν, η κοινότης της Ύδρας προέβη εις αξιόμεμπον απόφασιν. Επεφόρτισε τον δαφνοστεφή ναύαρχον Α. Μιαούλην να ματαιώση διά πραξικοπήματος τα σχέδια του Κυβερνήτου, και μεταβαίνων κατεσπευσμένως εις Πόρον μετά 200 νησιωτών να καταλάβη τον ελληνικόν στόλον και τον ναύσταθμον. Ο Μιαούλης κατά την νύκτα της 14 προς την 15 Ιουλίου 1831 ηγούμενος πεντήκοντα μόνον ανδρών και συνοδευόμενος υπό του σημαιοφόρου αυτού Α. Κριεζή και του Α. Μαυροκορδάτου ως πολιτικού συμβούλου, μετέβη εις Πόρον και κατώρθωσε, διαρκούσης έτι της νυκτός, να καταλάβη αιφνιδίως, τη βοηθεία των κατοίκων, τον ναύσταθμον τον στόλον, και να αναπετάση την σημαίαν αυτού επί της φρεγάτας «Ελλάδος».
Ο εν Πόρω ευρισκόμενος στόλος απετέλει τότε το μέγιστον μέρος της ελληνικής ναυτικής δυνάμεως· συνέκειτο δε εκ της φρεγάτας: «Ελλάδος», 64 τηλεβόλων, των κορβετών «Σπετσών» και άλλης τινός, δύο ατμοπλοίων, του «Άστιξ» και της «Καλαυρίας», πολλών πυρπολικών και άλλων μικροτέρων πλοίων, Ο Μιαούλης διέταξε την εξόπλισιν των πλοίων τούτων, ίνα απαγάγη αυτά εις Ύδραν, μετεχειρίσθη δε πάσαν δυνατήν πειστικήν τέχνην, όπως προσηλυτίση υπέρ της «συνταγματικής μερίδος» τον έτερον δαφνοστεφή ήρωα Κ. Κανάρην, κυβερνήτην της κορβέττας αι «Σπέτσαι». Εις μάτην όμως· ο γενναίος ψαριανός ην φανατικός οπαδός του ρωσικού κόμματος, εις ό παρέμεινε πιστός καθ' όλον αυτού τον βίον, και προσέκειτο τω Κυβερνήτη μεθ' όλης της αφοσιώσεως εντίμου ψυχής. Ούτος αρνηθείς να παραδώση το πλοίον αυτού εις την κοινότητα της Ύδρας, απεχώρησεν, ότε ο Μιαούλης έτεινεν αυτώ την χείρα. Δακρύων ούτος επί τη πεισμοσύνη του παλαιού συμμαχητού, διέταξε προς το θεαθήναι την φυλάκισιν αυτού, και την εξ Υδραίων πλήρωσιν των «Σπετσών», αλλ' απέλυσε πάλιν εντός ολίγου τον γενναίον πυρπολητήν.
Το παράβολον τούτο πραξικόπημα του Μιαούλη ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν τω Κυβερνήτη. Εσωτερική δε τις άλλη επανάστασις εφαίνετο γινομένη εν αυτώ. Αι εκφράσεις και η συμπεριφορά αυτού ενέφαινον τον άγριον πόθον προσωπικής εκδικήσεως· επεκαλέσατο δε νόμους και δικαιοσύνην, όπως καταδικασθώσιν εις θάνατον οι ηγήτορες της αντιπολιτεύσεως. Τους Υδραίους εθεώρει ως στίφος βαρβάρων και πειρατών, οίτινες προσέβαλλον την αρχήν αυτού, διότι είχε κλείσει εις αυτούς την οδόν του κακουργήματος και της ληστεύσεως. Τούτου δ' ένεκα εδήλωσεν, ότι σκοπόν είχε να πλύνη διά του αίματος των εχθρών την εστίαν εκείνην της αποστασίας.
Εν Ναυπλίω επεκράτει μεγίστη κατάπληξις επί τοις εν Πόρω γινομένοις. Ουδέν εφαίνετο σαφέστερον, ή ότι δυσκόλως θα κατώρθου ο Κυβερνήτης να καταστείλη την στάσιν δι' Ελληνικών δυνάμεων. Ούτω δε ετράπη ούτος προς τους τρεις αντιπρέσβεις, και δι' επισήμου εγγράφου της 16)28 Ιουλίου, εν ώ καταφαίνεται αμηχανία, παρέστησε την πράξιν του αρχηγού των Υδραίων. Απήτησε δε παρ' αυτών να λάβωσι πάραυτα παν δυνατόν μέτρον, όπως πείσωσι τους Υδραίους, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις δεν ήθελον ανεχθή, αλλά παραδειγματικώς τιμωρήσει τοιαύτας άφρονας και εγκληματικάς πράξεις. Εκ τυχαίας συμπτώσεως, ήτις παρέχει ημίν ύποπτον λαβήν, ο τε γάλλος αντιπρεσβευτής και οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς ευρέθησαν απόντες του Ναυπλίου κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν. «Λυπούμαι πολύ, έγραφεν ένεκα τούτου ο Κυβερνήτης προς τον βαρώνον Ρούκμαν, «ότι ο βαρώνος Ρουάν είνε απών, ότι ο κύριος Λαλάνδ ευρίσκεται εν Ναβαρίνω, και ότι ο κύριος Λάιονς απέπλευσε χθες εντεύθεν. Ελπίζω όμως ότι υμείς, απέναντι της σοβαρότητος των πραγμάτων, θέλετε παρακινήσει τον ναύαρχον Ρίκορδ να μεταβή εις Πόρον, όπως κωλύση τους πειρατάς της Ύδρας από της εκτελέσεως των σχεδίων αυτών.»
Ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ, άμα αγγελθέντων των εν Πόρω γενομένων, είχε μεταβή εις Ναύπλιον, και εξέφρασε το κατ' αρχάς, δισταγμούς τινας και ενστάσεις κατά της μονομερούς επεμβάσεως των Ρώσων εις την ελληνικήν εμφύλιον έριδα, αλλ' ο Κυβερνήτης εγνώριζε τον άνθρωπον. Ανέλαβεν ενώπιον αυτού το ήθος του πρώην υπουργού του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου και ο ρώσος ναύαρχος ηναγκάσθη να υπακούση. Ο Ρίκορδ απέπλευσε, συγχρόνως δ' ο Καποδίστριας απέστελλεν εις Πόρον διά ξηράς έν τάγμα πεζικού, 200 άνδρας τακτικού ιππικού υπό τον Δημήτριον Καλλέργην και ισχυρόν σώμα ατάκτων. Ο ρώσος ναύαρχος ηγκυροβόλησε μετά της φρεγάτας και του βρικίου αυτού, προ μεγάλου στομίου του λιμένος του Πόρου. Μικρόν δε μετ' αυτόν επεφάνη έξωθεν του Πόρου και η αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρ,» ήτις εξηκολούθησεν όμως, μετά μικράν διαμονήν, πλέουσα προς την Σαλαμίνα, όπερ ηύξησε μεν τας ελπίδας των επαναστατών, προυκάλεσε δε πικρότατα του Κυβερνήτου παράπονα. Ο Καποδίστριας υπέμνησε δριμέως προς τον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, ότι αι οδηγίαι του Λόρδου Πάλμερστον υπηγόρευον αυτώ να παράσχη ηθικήν συνδρομήν τη προσωρινή κυβερνήσει και αφήκεν αυτόν να κρίνη, οποίαν εντύπωσιν ήθελε προξενήσει τοις Έλλησιν η στιγμιαία εμφάνισις και η παραχρήμα αναχώρησις της «Μαδαγασκάρ».
Επειδή δε ο Κυβερνήτης ουδ' επί στιγμήν καν ηδύνατο να αμφιβάλλη περί των διαθέσεων του λαού, παρεδέξατο ανενδοιάστως, ότι δυνατόν ήτο να εκραγή εμφύλιος πόλεμος. Το Ναύπλιον ετέθη εις κατάστασιν πολιορκίας, η αστυνομία ανέπτυξε σωτήριον αυτής ενέργειαν, έρευναι κατ' οίκον και φυλακίσεις εξετελούντο, και πας ύποπτος ηναγκάζετο να καταλίπη ανυπερθέτως την πόλιν. Ούτως ηρπάγησαν νυκτός εκ των οίκων αυτών οι ιατροί Αλεξόπουλος και Σπηλιόπουλος, εσύρθησαν χωρίς τινος ανακρίσεως ή εξετάσεως έξω των πυλών των τειχών και εξηναγκάσθησαν να φύγωσιν εις Ύδραν.
Ο γενναίος του Κολοκοτρώνη συναγωνιστής ο Τουρκοφάγος Νικήτας επετράπη και ανέλαβε την διοίκησιν παντός του εις Πόρον αποσταλέντος σώματος εκ χιλίων περίπου ανδρών, όπερ αποστολήν είχε να υποστηρίξη εκ της Στερεάς τας κινήσεις των Ρώσων. Οι προφυλακές αυτού προυχώρησαν αντίπεραν μέχρι της νήσου, αυτός δε εστρατοπέδευσεν εν τω προαστείω Γαλατά, κειμένω επί της Στερεάς απέναντι του Πόρου.
Ότε αφίκετο εις Πόρον ο ναύαρχος Ρίκορδ, ο Μιαούλης κατεγίνετο εις εξοπλισμόν των πλοίων, άτινα είχε καταλάβει, όπως απαγάγη αυτά κατόπιν εις Ύδραν. Προσκληθείς δε να παραιτηθή του σκοπού αυτού, εδήλωσεν ότι ενήργει τη διαταγή της συνταγματικής επιτροπής. Μάτην ηπείλησε βίαν ο Ρίκορδ. Ο Μιαούλης, διαβεβαιών την ευπείθειαν αυτού εις τας προστάτιδας Δυνάμεις, υπεδήλωσεν, ότι δεν ηδύνατο να λάβη διαταγάς παρά του Ρώσου ναυάρχου ατομικώς, και ότι ήθελεν υπερασπισθή εναντίον αυτού. Παρέπεμψε δε τον ναύαρχον Ρίκορδ εις τας δημοτικάς της Ύδρας αρχάς, όπερ εθεωρήθη φυσικώς υπό των Ρώσων ως ειρωνεία. Αι διαπραγματεύσεις ετραχύνθησαν, και βίαιαι επήλθον σκηναί· Ρώσος δε τις κήρυξ, σχίσας επιστολή του Μιαούλη και καταπατήσας αυτήν ενώπιον του ελληνικού πληρώματος, ολίγου δειν εφονεύετο υπό των αγανακτησάντων Ελλήνων, αν δεν προυστάτευεν αυτόν ο Μιαούλης. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν επεφάνησαν οι της Αγγλίας και Γαλλίας κυβερνήται Λάιονς και Λαλάνδ, τυχαίως ελθόντες και έτοιμοι να επανακάμψωσιν εις Ναύπλιον. Ίνα διατηρήσωσι δε το κύρος της τριπλής συμμαχίας, συνετάχθησαν ταις ενεργείας του πρεσβυτέρου αυτών συναδέλφου, του Ρίκορδ. Προσεκάλεσαν τους επαναστάτας να αποχωρήσωσι και να αποδώσωσι τη κυβερνήσει τα τε πλοία και τον ναύσταθμον. Αλλ' ο Μιαούλης ησθάνετο έτι και νυν ότι ήτο πολίτης της Ύδρας· αντέταξε τας ρητάς διαταγάς της δημογεροντίας και επιτροπή, σταλείσα εις Ύδραν όπως ερωτήση περί τούτου, επεβεβαίωσεν αυτάς. Ο Λάιονς και ο Λαλάνδ ούτ' εξουσίαν ούτε διάθεσιν είχον να ασκήσωσι βίαν τούτου δ' ένεκα απήλθον εις Ναύπλιον, όπως μάθωσι την γνώμην των αντιπρέσβεων.
Αναντιρρήτως ο ένθεν κακείθεν πλους της «Μαδαγασκάρ», η αιφνίδιος εμφάνισις, η ατελής απειλή και η παραχρήμα αναχώρησις αμφοτέρων των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ήσαν πρόσφορα μόνον όπως αναζωογονήσωσι τας ελπίδας των επαναστατών.
Πριν ή αποπλεύσωσιν όμως συνεφώνησαν προς αμφοτέρους τους αντιπάλους να γείνη αποφυγή πάσης αιματοχυσίας, έλαβον δε παρά του Μιαούλη και του ναυάρχου Ρίκορδ την υπόσχεσιν, ότι δεν θα επιχειρήσωσί τι κατ' αλλήλων ιδιοβούλως, μέχρις ού επιστρέψωσιν εκ Ναυπλίου ο Λαλάνδ και ο Λάιονς κομίζοντες την απόφασιν των συμμάχων. Αλλά και διάθεσιν αν είχεν ο ρώσος ναύαρχος να υπομείνη μέχρι της προθεσμίας ταύτης, τα πράγματα έμελλον να κατισχύσωσι της υποσχέσεως αυτού. Ο Ρίκορδ έγραψε προς τους δύο συναδέλφους επιστολήν, αγγέλλουσαν ότι σκοπόν είχε να περιζώση τον Μιαούλην, να κλείση αυτώ το μεσημβρινόν στόμιον του πορθμού, και να εξαναγκάση αυτόν εις παράδοσιν· εις τοσούτον δε μάλιστα προυχώρει ο προς επέμβασιν ζήλος αυτού, ώστε ηξίωσε παρά των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων να υποστηρίξωσιν αυτόν εν ταις κατά του Μιαούλη και των Υδραίων ενεργείαις αυτού. Ούτω δε ευθύς αμέσως μετά τον απόπλουν των κυβερνητών του γαλλικού και αγγλικού στόλου, ανεκοίνωσεν ο Ρίκορδ προς τον Έλληνα ναύαρχον, ότι έμελλε να αποστείλη δύο πλοία εις το μεσημβρινόν στόμιον του στενού, άπερ και απέστειλε και κατέλαβον εν τω μέσω αυτών την κορβέταν «Σπέτσαι», απεκώλυσαν τον είσπλουν και έκπλουν των πλοιαρίων, άτινα μετέφερον ύδωρ και τροφάς εις το αντίπεραν κείμενον Μοναστήριον. Πρόδηλος σκοπός αυτών ήτο να διακοπή εντελώς η προς την Ύδραν συγκοινωνία, να αποκλεισθή δε και λιμοκτονήση ο Μιαούλης εν τω στενώ εκείνω πόρω. Τούτου δ' ένεκα κατά την νύκτα της 24 προς την 25 Ιουλίου επήλθε μάχη μεταξύ των ρώσων και των επαναστατών. Μικρά τις κορβέτα, φορτίον τροφίμων εξ Ύδρας κομίζουσα, απεπειράθη να εισχωρήση διά της μικράς εισόδου εις τον λιμένα. Ο κυβερνήτης του ρωσικού πλοίου ο «Τηλέμαχος» εξέπεμψεν ευθύς λέμβον, προσκαλών αυτήν να οπισθοχωρήση· αποκρουσθείσης δε της λέμβου διά πυροβολισμών, ήρξατο πυροβολών και αυτός κατά των επαναστατών. Το φρούριον του Πόρου, και η κορβέτα «Σπέτσαι» μετέσχον του επακολουθήσαντος κατά των Ρώσων αγώνος. Κατίσχυσαν όμως τα κάλλιον ωπλισμένα και πεπληρωμένα πλοία, και μετά δίωρον μάχην, η μεν κορβέτα «Σπέτσαι» είχεν απολέσει τους ιστούς αυτής, η δε άλλη ηναγκάσθη να επιστρέψη εις Ύδραν. Επέτυχον δε ούτως οι Ρώσοι να αναγκάσωσιν εις υποστροφήν και τους τρόφιμα κομίζον υδραϊκόν πλοίον. Το γεγονός τούτο βαθείαν ενεποίησεν εντύπωσιν τω Έλληνι ναυάρχω. Απέστειλε δε τον υπασπιστήν αυτού Αργυρόπουλον εις την ρωσικήν ναυαρχίδα, όπως εκφράση παράπονα κατά των παρακεκινδυνευμένων κινημάτων του ρωσικού στόλου. Αλλ' ο Ρίκορδ, ένθερμος ρώσος πατριώτης, θεωρών πάσαν την κατά του Κυβερνήτου επανάστασιν ως ειδικήν κατά του Τσάρου προσβολήν, απήντησε διά τινων τραχειών ναυτικών εκφράσεων, ότι «οι επαναστάται δεν ήξιζον τίποτε καλλίτερον». Επειδή δε ο Μιαούλης, και μετά τούτο δεν απετρέπετο του παραλόγου σκοπού αυτού, αλλά διέταξε την νέαν πλήρωσιν των «Σπετσών», και εζήτησεν επικουρίας παρά της κοινότητος της Ύδρας, αναγκαίον ενόμισεν ο Ρώσος ναύαρχος να προβή εις οριστικόν τινα κατ' αυτού κτύπον, και να συλλάβη αμφοτέρας τας κατά το μικρόν στόμιον του πορθμού ευρισκομένας ελληνικάς κορβέτας.
Η 29 Ιουλίου είχεν ορισθή υπό του Ρίκορδ προς εκτέλεσιν οριστικής τινος επιθέσεως. Ενώ το πυρ των ρωσικών πλοίων ήθελεν απασχολεί τους επαναστάτας, έμελλον να εξορμήσωσι τα κυβερνητικά στρατεύματα εκ των υψωμάτων του Γαλατά, να διαβώσι το αβαθές στενόν και να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον του Πόρου, όπερ τοσούτον ζωηρώς είχε μετάσχει του κατά του «Τηλεμάχου» αγώνος. Το σχέδιον όμως τούτο απέτυχε. Καθότι ο του των επιλέκτων τάγματος διοικητής Διαμαντινός, όστις είχε προτείνει να οδηγήση το σώμα της εφόδου, ελπίζων ότι δεν ήθελε γείνει δεκτή η πρότασις αυτού, απώλεσε το θάρρος κατά την κρίσιμον στιγμήν· τα δε στρατεύματα της Κυβερνήσεως δεν εκινήθησαν εκ της θέσεως αυτών.
Εν τούτοις όμως η από της θαλάσσης προσβολή επέτυχε πληρέστατα. Δύο ρωσικά βρίκια προσέβαλον το φρούριον του Πόρου, δύο δε άλλα επετέθησαν κατά των ασθενώς πεπληρωμένων και κακώς ωπλισμένων ελληνικών κορβετών, ών ιδίως την άλωσιν εσκόπει ο Ρίκορδ. Μετά μιας ώρας μάχην ετινάχθησαν αι «Σπέτσαι» εις τον αέρα, ετέρα δε τις κορβέτα περιήλθεν εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν, ώστε το πλήρωμα αυτής ηναγκάσθη να καταλίπη αυτήν και να καταφύγη εις Πόρον.
Το άγγελμα της πρώτης ταύτης σπουδαίας συγκρούσεως μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων διέπτη ταχέως εις Ναύπλιον
Ο δε αντιπρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν έγραψε·
«Μετά τοσαύτας ευεργεσίας, άς επεδαψίλευσεν η Ρωσία εις την χώραν ταύτην, μετά την πιστήν προστασίαν, ήν παρέσχεν εις τους Έλληνας, μεθ' όλας τας εκδουλεύσεις, άς ρώσοι πράκτορα παρέχουσιν έτι και νυν εις τους Υδραίους καθ' εκάστην, ηδύνατο βεβαίως να φρονή η Ρωσία, ότι ήτο ασφαλής κατά τοιαύτης προσβολής και τοσούτον μελανής αχαριστίας. Ευρίσκομαι εν λυπηρά ανάγκη να ανακοινώσω εις την αυλήν μου τας λεπτομερείας του αξιοθρηνήτου αυτού γεγονότος. Θέλω δ' επίσης εκθέσει το πράγμα εις την εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικήν πρεσβείαν, όπως λάβη αύτη πάραυτα όσα νομίση πρόσφορα μέτρα κατά των εν τοις λιμέσι του Ευξείνου ευρισκομένων σήμερον υδραϊκών πλοίων».
Προς ταύτα δ' απήντησεν ο Κυβερνήτης:
«Η Ελλάς εκ του προτέρου ήδη εστηλίτευσε τους εργάτας του κατά της αυτοκρατορικής ρωσικής σημαίας εγκλήματος, και καθιστά επομένως αυτούς μόνους υπευθύνους επί τη ζημία, ήν δύνανται να υποστώσι τα σπουδαιότατα Ελληνικά συμφέροντα, όταν η υμετέρα έκθεσις και η του ναυάρχου Ρίκορδ φθάσωσιν εις Ρωσίαν. Η Ελλάς και η κυβέρνησις αυτής ευελπιστούσιν, ότι ο Τσάρος εν τη δικαιοσύνη και τη αγαθότητι αυτού δεν θέλει συγχύσει την μεγάλην του έθνους ομάδα, ήν εμπνέει ευγνωμοσύνη προς τον αυτοκρατορικόν της ευεργέτην, τους ολίγους εκείνους ανθρώπους, οίτινες σκληροτραχήλως επιδιώκουσι παράφρονα και εγκληματικά σχέδια, καταδηλούντες ούτως ικανώς την τύφλωσιν αυτών.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Τα εν
Πόρω. — Η ανατίναξις της φρεγάτας «Ελλάδος» και της κορβέττας «Ύδρας». — Η
λεηλασία του Πόρου. — Τα μετά τα εν Πόρω — Αναβολή της Εθνοσυνελεύσεως. — Η
αντιπολίτευσις μαίνεται — Μελετάται η του Καποδιστρίου δολοφονία. — Σύλληψις
του Πετρόμπεη υπό του ναυάρχου Κανάρη και φυλάκισις αυτού εν τω Ιτς-Καλέ —
Αποτυχία της συνεντεύξεως Πετρόμπεη προς τον Κυβερνήτην — Διάλογος Πετρόμπεη
Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών. — Απόφασις της δολοφονίας. — Η
δολοφονία. — Φόνος του δολοφόνου Κωνσταντίνου. — Καταφυγή του Γεωργίου
Μαυρομιχάλη εις το μέγαρον της Γαλλικής πρεσβείας. — Παράδοσις αυτού. —
Καταδίκη εις θάνατον. — Η Γερουσία εκλέγει τριμελή επιτροπήν εκ των Αυγουστίνου
Καποδιστρίου, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Ιωάννου Κωλέττη. — Τα μετά την
δολοφονίαν — Κρίσεις
Εν τω μεταξύ οι των δυτικών Δυνάμεων διπλωμάται υπέβαλον τω Κυβερνήτη
εγγράφους διαβεβαιώσεις των εντολοδόχων αυτών, καθ' άς αι αυλαί θερμώς
επεθύμουν να αποκατασταθή εν Ελλάδι η ησυχία υπό την κρατούσαν των πραγμάτων
τάξιν. Συνεβούλευσαν δε τούτου ένεκα μέτρα συνδιαλλακτικά και σύγκλησιν
Εθνοσυνελεύσεως, και ηρνήθησαν οριστικώς να διατάξωσι την σύμπραξιν των στόλων
αυτών μετά του ρωσικού και την από κοινού μετά του Ρίκορδ επίθεσιν κατά του
Μιαούλη. Ο Δώκινς ελάλει επιμονώτερον εί περ ποτε περί εθνικής συνελεύσεως και
συντάγματος, και ο Ρουάν δ' αυτός συνίστα παραχωρήσεις υπέρ της συνταγματικής
μερίδος. Ούτω δε ο Κυβερνήτης, δυσχεραίνων προφανώς και ενδόμυχον έχων
πρόθεσιν να διακωλύση την εκτέλεσιν του αποφασισθέντος, συγκατένευσε τέλος εις
συμβιβασμόν τινα: Ο Μιαούλης έμελλε να προσκληθή, εν ονόματι της τριπλής
συμμαχίας, εις απόδοσιν της εθνικής ιδιοκτησίας· υπεσχέθη δ' αφ' ετέρου ο
Καποδίστριας να παράσχη αμνηστίαν τοις μετασχούσι των εν Πόρω συμβάντων και να
συγκαλέση ό,τι τάχιον εθνικήν συνέλευσιν.
Οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς έμελλον να ανακοινώσωσι τοις επαναστάταις τας σπουδαίας ταύτας αποφάσεις, και ανεχώρησαν προς τούτο εκ Ναυπλίου την 31 Ιουλίου, αλλά πριν ή φθάσωσιν εις Πόρον, είχεν ήδη επέλθει εκεί η απαίσιος και από μακρού επικρεμαμένη καταστροφή.
Η μάχη της 29 Ιουλίου είχε προξενήσει βαθυτάτην εντύπωσιν εις τους περί τον Μιαούλην. Την εσπέραν της 31 Ιουλίου απεφάσισαν οι εν Πόρω πατριώται, οίτινες τέως είχον υποστηρίξει πιστώς τον Έλληνα ναύαρχον, να προβώσιν εις διαπραγματεύσεις προς τον Ρίκορδ, ως στερούμενοι τροφών και πολεμεφοδίων. Συγκατένευσαν δε να καταληφθή η πόλις αυτών την επαύριον πρωίαν υπό του στρατού του Κυβερνήτου. Συνήνουν δ' αφ' ετέρου οι Ρώσοι να κλείσωσι τους οφθαλμούς αυτών, αν, διαρκούσης της νυκτός, μετεφέροντο εις Ύδραν οι εκτεθειμένοι εκ των κατοίκων και οι φοβούμενοι κρίσιν τινά Υδραίοι. Επί της φρεγάτας «Ελλάδος» απελείφθησαν τριάκοντα περίπου πρόσωπα μετά του Μιαούλη. Η γενική εν τούτοις αποθάρρυνσις δεν έκαμψε τον ατρόμητον ναύαρχον. Η αμηχανία εφαίνετο εκκρούσασα τον σπινθήρα εκ του λίθου και προκαλούσα πάσαν την πείσμονα αποφαστικότητα του Υδραίου ναυάρχου, όστις ανεκοίνωσε τω Ρώσω ναυάρχω διά του Σαχίνη, ότι εσκόπει να αναμείνη την άφιξιν των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ίνα διαπραγματευθή προς αυτούς, συνάμα δ' ότι προς το ελάχιστον εχθρικόν κίνημα ήθελε πυρπολήσει τα υπ' αυτού κατεχόμενα πλοία. Επειδή δ' ευλόγως υπέθετεν, ότι ξέναι παραστάσεις ήθελον κάλλιον επιδράσει, διεβίβασε την αυτήν ταύτην δήλωσιν προς τους Ρώσους διά του κυβερνήτου του γαλλικού βρικίου «Le Grénadier». Η φοβερά εκείνη απειλή εφάνη το κατ' αρχάς προξενήσασα εντύπωσίν τινα τω Ρίκορδ, όστις απήντησε δι' αγαθών λόγων και διεβεβαίωσεν ότι ήθελεν αναμείνει την άφιξιν των συναδέλφων αυτού. Μετ' ολίγον όμως έλαβε διά ταχυδρόμου, σταλέντος διά ξηράς, την είδησιν των μεταξύ Καποδιστρίου και των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων εκκρεμών διαπραγματεύσεων, δι' ών επηγγέλλετο τοις επαναστάταις αμνηστία και η ποθητή εθνική συνέλευσις.
Εν τούτοις εν τω μεταξύ λαμβάνει επιστολήν του Κυβερνήτου λέγουσαν τάδε: «Φρονώ, ότι η υμετέρα ενεργητικότης θέλει έχει σωτήρια αποτελέσματα, καθότι οι Υδραίοι ναύται θέλουσι καταλείψει τα πάντα, άμα ως αισθανθώσιν έλλειψιν τροφών και χρημάτων, στενοχωρούμενοι μάλιστα υπό του κατέχοντος την πόλιν στρατού. Ο Μιαούλης μένει τότε μόνος μετ' ολίγων αξιωματικών. Τι μένει πλέον εις αυτούς να πράξωσι; Δυνατόν να ευρίσκωνται ήδη νυν εις τοιαύτην θέσιν. Δεν έχω λόγους, κύριε ναύαρχε, όπως εκφράσω υμίν τι θέλει σας οφείλει η Ελλάς. Μη συγχύσητε, προς Θεού, την χώραν ταύτην και την σπείραν εκείνην των ουτιδανών και αφρόνων, οίτινες ουδεμίαν έχουσιν ιδέαν περί εκπληρώσεως καθήκοντος». Η επιστολή αύτη ήρκεσε να εξεγείρη τον Ρίκορδ, όστις απεφάσισε να δοθή οριστικός τις κτύπος, προ της αφίξεως των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων. Μετά πολλής δε περισκέψεως διέθεσεν ούτος τα της προσβολής: Τα τηλεβόλα εδέσποζον της πόλεως και της εισόδου του στενού, επομένως και του εγγυτάτου συνδέσμου προς την Ύδραν. Το φρούριον Άιδεκ, εκκενωθέν υπό της ασθενούς υδραϊκής φρουράς, κατελήφθη υπό των στρατευμάτων του Κυβερνήτου. Η κορβέττα «Σπέτσαι» και υδραϊκόν τι βρίκιον ηγκυροβολημένον εν τω προ του Μοναστηρίου όρμω είχον υποκύψει, ως είδομεν, εις την υπέροχον ρωσικήν δύναμιν (79)· απόσπασμά τι δε τακτικού στρατού προυχώρησε την πρωίαν της 1 Αυγούστου προς τον Πόρον, όπως προστατεύση συνάμα την πόλιν κατά της λύσσης των ατάκτων, διότι οι κάτοικοι του Πόρου είχον λίαν χαλαρωθή και προύτειναν συνθηκολογίαν. Του Ρίκορδ ούτω παρεσκευασμένου, ο Μιαούλης είχε μόνον περί τους τριάκοντα μόλις ναύτας επί της «Ελλάδος», τάδε λοιπά αυτού πλοία ασθενέστατα πληρώματα. Ανεμένετο όμως από ώρας εις ώραν η άφιξις των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων και των στόλων αυτών. Εν τούτοις, ούτως έχων ο Μιαούλης, ανεκοίνωσε προς τον Ρώσον ναύαρχον και προς τον προ μικρού αφικόμενον εις τον λιμένα μετά του πολεμικού βρικίου Γάλλον πλοίαρχον Λεβαγιάν, ότι απόφασιν είχε να επιχειρήση τα έσχατα.
Είχεν ελπίσει πεποιθότως, ότι ο Ρίκορδ ήθελεν αναμείνει την επάνοδον του Λαλάνδ και του Λάιονς, ότε η επίθεσις των ρώσων κατά του όρμου της Μονής εξήγειρεν αυτόν από της ησυχίας. Διά της ησκημένης οξυδερκείας του εν ναυμαχίαις πεπειραμένου ανδρός κατανόησε πάραυτα, ότι τα πλοία του Ρίκορδ εκινούντο προς κατάληψιν καιρίων θέσεων, όθεν να δύνανται, αβλαβή αυτά, να προσβάλωσι διά του πυρός τον Ελληνικόν στόλον. Ήτο 9 1)2 ώρα, ο δε Ρίκορδ είχε δώσει ακριβώς την διαταγήν εις προχώρησιν, και προσεπάθει να καταλάβη διά των πλοίων αυτού νέαν εγγυτέραν θέσιν, ότε φοβερά έκρηξις ανήγγειλεν, ότι ο Μιαούλης εξετέλεσε την απειλήν αυτού. Δευτέρα έκρηξις επηκολούθησε, σχεδόν αμέσως. Η φρεγάτα «Ελλάς» και η κορβέττα «Ύδρα» είχον ανατιναχθή εις τον αέρα. Ότε δε τα πυκνά νέφη του καπνού, άτινα είχον περιβάλει τον Ελληνικόν στόλον, διελύθησαν, εφάνησαν επιπλέοντα των υδάτων τα συντρίμματα της λαμπράς «Ελλάδος» και της πρώην λείας αυτής «Ύδρας.» Ο Έλλην ναύαρχος είχε ριφθή, αμέσως προ του γεγονότος, εντός λέμβου τινός μετά των περί αυτόν, και διαφυγών ως εκ θαύματος την από των ρώσων βροχήν σφαιρών, εσώθη εις Ύδραν. Μόλις μετά πολλού κόπου κατωρθώθη να διασωθή εκ των καταστρεπτικών φλογών ο μέχρι τούδε σωζόμενος ναύσταθμος και μέρος τι των επιλοίπων πλοίων καθότι πανταχού είχον θέσει πυρ οι επιδέξιοι της Ύδρας πυρποληταί. Εν κινδύνω δε ζωής κατωρθώθη να αποκοπώσι και σβεσθώσιν εγκαίρως τα καίοντα εναύσματα.
«Το γεγονός τούτο, ην λιπηρότατον διά την Ελλάδα, ηδύνατο δε να θεωρηθή ως αντίρροπον της εν Ναβαρίνω καταστροφής,» λέγει έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως, της 14)26 Αυγούστου 1831. Δι' αυτού κατεστράφησαν δύο λαμπρά πλοία διά πολλών κόπων αγορασθέντα εν Αμερική και τοσούτον χρησιμεύσαντα κατά τον αγώνα.
Προσέβαλεν αληθώς καιριώτατα η πυρπόλησις του στόλου το νέον Ελληνικόν Κράτος, και κατέστρεψε διά μιας την βαρυτίμως εξαγορασθείσαν ανάπτυξιν του πολεμικού ναυτικού· και είνε βεβαίως αξιοθρήνητος η τύφλωσις εκείνη, ήτις οπλίζει το φατριαστικόν πάθος εις ζημίαν του κοινού καλού, και εγχειρίζει αυτή προς τούτο τον δαυλόν της καταστροφής. Ευτυχώς εσχάτως ο εν Πόρω μοίραρχος της εκπαιδευτικής ναυτικής μοίρας ανήγγειλε προς το υπουργείον των Ναυτικών, ότι ο δύτης Γεώργιος Τρασάνης αιτείται την άδειαν να ανελκύση άνευ αποζημιώσεως από μέρους του δημοσίου ταμείου την ιστορικήν φρεγάταν «Ελλάδα», ήτις κατασκευασθείσα, ως είπομεν, εν Αμερική εκ των χρημάτων του εθνικού δανείου του 1824 και μέγα κατά τον αγώνα διαδραματίσασα πρόσωπον, τοιούτον επέπρωτο να έχη τέλος. Ο ρηθείς δύτης κατελθών εις το βάθος της θαλάσσης ανεύρε την φρεγάταν, εξ ής υπολείπεται το κάτω μέρος του σκάφους φαίνεται δε εν αυτώ το έρμα και το σκάφος κεκλιμένον προς αριστερά, βεβυθισμένον δε εν τη ιλύι. Ευχής έργον θα ήτο αν ανειλκύετο η φρεγάτα αυτή, ής τα εσκωριασμένα λείψανα εν τω μουσείω της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος κατατιθέμενα να εγείρωσι τον ενθουσιασμόν άμα και την λύπην επί τη επελθούση συμφορά και χρησιμεύωσιν ούτως ως παράδειγμα τοις επιγιγνομένοις.
Την 2)14 Αυγούστου επήλθε ζωηρά ανταπόκρισις μεταξύ των συναδέλφων. Ο Λαλάνδ και ο Λάιονς προσεπάθησαν να αποτρέψωσι τον ναύαρχον Ρίκορδ της χρήσεως βίας κατά των Υδραίων, και απήτησαν ανακοίνωσιν των προς αυτόν διαταγών αφού, παρά την δήλωσιν του Κυβερνήτου, είχε προβή εις εχθροπραξίας προς στασιώτας και απεμονώθη από της συμμαχίας. Ο Ρίκορδ εδικαιολογήθη, λέγων ότι απέτρεψε μόνον την προσβολήν ελληνικών πλοίων, αλλ' οι δύο κυβερνήται απήντησαν, ότι η διά του πλοίου αυτού μεταφορά ελληνικών στρατευμάτων υπήρξεν αφορμή της επελθούσας καταστροφής, και παρετήρησαν ότι αι πρώται εχθροπραξίαι εγένοντο υπό των Ρώσων. Ο Κυβερνήτης όμως ενόμισεν αναγκαίον να ανακοινώση προς τον Ρίκορδ προς καθησύχασιν αυτού τα εξής: «Δύναμαι να σας αποδείξω δι' επισήμων εγγράφων το εναντίον εκείνον, όπερ δυσηρέστησεν υμάς εν ταις επιστολαίς των υμετέρων συναδέλφων».
Εν τούτοις, τα μετά την εν Πόρω κρίσιν επελθόντα κατά την ξηράν συμβεβηκότα κατέδειξαν, ότι ουδέν πλέον εδυσώπει ή περιέστελλε τον Κυβερνήτην. Το υπό τον Νικήταν και Καλλέργην σώμα της κατοχής, όπερ συνεπεία συνθηκολογίας της 31 Ιουλίου είχεν εισέλθει εις την πόλιν του Πόρου, εφέρετο προς αυτήν ως κατακτηθείσαν πόλιν. Οι ατυχείς του Πόρου κάτοικοι απέτινον αναγκαίως την οργήν των Καποδιστριακών επί τω εγκλήματι του Μιαούλη. Αι αρχαί ουδέν έπραττον προς περιστολήν των ακολασιών, αίτινες διεπράττοντο κατά τε των πραγμάτων και προσώπων. Πυρ και σίδηρος ελυμαίνοντο την πόλιν εκείνην, ήτις προ 24 ωρών είχεν υποταγή εκουσίως, και ής οι πράγματι ένοχοι κάτοικοι είχον προ καιρού καταφύγει εις Ύδραν. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων αξιωματικοί και στρατιώται επανέκαμψαν εις Άργος και Ναύπλιον.
Οι ξένοι μόνοι, όσοι διετέλουν έτι εν ελληνική υπηρεσία, δεν συνεμερίσθησαν τας διαθέσεις ταύτας. Οι Γάλλοι ειθισμένοι ανέκαθεν να συγκιρνώσι, δι' ελευθέρας εκφράσεως του πολιτικού αυτών φρονήματος, τον ζυγόν όν είτε υφίστανται ή και επιβάλλουσι πολλάκις έν τε τη πατρίδι αυτών και επί ξένης, εξέφραζον απροκαλύπτως την αγανάκτησιν αυτών, ο δε στρατηγός Ζεράρ εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν, εν ή δριμύτατα κατεμέμφετο τοις μετασχούσι της λεηλασίας στρατιώταις. Ούτω μετά της εν Πόρω κρίσεως εξερράγη εις εκφανή εχθρότητα η επικρατούσα τέως ψυχρότης μεταξύ του Κυβερνήτου και των Γάλλων. Η θέσις αυτών είχεν ήδη καταστή δυσχερής και δυσφόρητος, έμενον δε εισέτι, όπως αποτρέψωσι την εντελή διάλυσιν του τακτικού σώματος, ήτις ην άφευκτος μετά την αναχωρήσιν αυτών. Ο Καποδίστριας θεωρείτο πλέον υπό των αντιπρέσβεων Αγγλίας και Γαλλίας ως φατριαστής μόνον και ως ρωσίζων.
Διά τούτο αντέστησαν ούτοι ζωηρότατα, ότε ο ναύαρχος Ρίκορδ, συμμορφούμενος προς την επιθυμίαν του Καποδιστρίου, παρεσκευάσθη να αποκλείση την στασιάσασαν Ύδραν. Επειδή δε τα ρωσικά πολεμικά βρίκια ήρξαντο περιπλέοντα προ της νήσου, και ηπείλουν να βυθίσωσι παν πλοίον αποπειρώμενον να εξέλθη του λιμένος, απέστειλαν εκείσε πολεμικά πλοία ο τε Λαλάνδ και ο Λάιονς, όπως παρακωλύσωσι την έκρηξιν εχθροπραξιών. Ούτως η συγκεκαλυμμένη διάστασις μεταξύ των τριών προστατίδων Δυνάμεων απεκαλύφθη εντελώς, οι δε επαναστάται ηδύναντο πλέον απροκαλύπτως του λοιπού να επικαλεσθώσι την Γαλλίαν και την Αγγλίαν. Δεν προύκειτο πλέον περί στάσεως κατά της καθεστηκυίας αρχής, αλλά περί απαλλαγής από ξένης επιδράσεως, ως έλεγον.
Μεταξύ Ρίκορδ και των Υδραίων είχε συμβή προ μικρού εν Σύρω όμοιόν τι προς τα του Πόρου, τούτο δε εξηρέθισε το αίμα του Κυβερνήτου. Ο Ρώσος κυβερνήτης ηθέλησε να συλλάβη διά της βίας εν τω λιμένι της νήσου εκείνης ιδιόκτητόν τι βρίκιον του Μιαούλη. Αλλ' ο πλοίαρχος εδήλωσεν αυτώ, ότι συμφώνως προς τας οδηγίας του Μιαούλη ήθελε καύσει μάλλον ή παραδώσει το πλοίον. Εμεσίτευσε τότε ο Αυστριακός πρόξενος παρά τω Ρίκορδ, όπως αποτρέψη της Σύρου τας συνεπείας εμπρησμού, δυναμένου να εκταθή επί την πόλιν και τας αποθήκας, και κατώρθωσε να ακουσθεί η παράκλησις αυτού, εγγυηθείσης της κοινότητος της Σύρου, ότι το βρίκιον δεν ήθελεν επιχειρήσει τι κατά της ρωσικής σημαίας. Από της στιγμής εκείνης παράτησαν τα ελληνικά πλοία την ρωσικήν σημαίαν και ανέλαβον την τρίχρουν γαλλικήν. «Οι Ρώσοι μετέλαβον του μίσους, όπερ ησθάνθη ολόκληρον το ελληνικόν έθνος κατά του Κυβερνήτου Καποδιστρίου· μετέσχον δ' αυτού επίσης και τα περί αυτόν πρόσωπα, άτινα χωρίς τινος λόγου προσωπικού συμφέροντος διέμενον έτι εν υπηρεσία της κυβερνήσεως», κατά τινα έκθεσιν εξ Αθηνών και εκ Σύρου. Ο Καποδίστριας ως δεινός διπλωμάτης ιδών την διάστασιν των κυβερνητών των ευεργετίδων Δυνάμεων και επιθυμών να λυθή υπό ανωτέρου κριτηρίου η προς μεγίστην αυτού δυσαρέσκειαν αναφυείσα διάστασις αύτη απηύθυνε, κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1831, υπόμνημά τι προς την εν Λονδίνω σύνοδον, παραπονούμενος ότι οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς δεν είχον ενεργήσει εκ συμφώνου μετά του ναυάρχου Ρίκορδ, καίτοι πάντες κατέκριναν την διαγωγήν αυτού. «Ο Κυβερνήτης — κατά τινα έκθεσιν εκ Κωνσταντινουπόλεως — διέγραψεν επί τη ευκαιρία ταύτη φρικτήν της Ελλάδος την εικόνα· απήτησε δε να δοθή πέρας εις την περί του μέλλοντος της χώρας επικρατούσαν αοριστίαν, να ορισθώσιν ό,τι τάχιον τα όρια και ο ηγεμών αυτής, να σταλώσι δε όμοιαι οδηγίαι προς τους αντιπρέσβεις και τους κυβερνήτας των στόλων, και να χορηγηθή, απέναντι του υπό των Δυνάμεων εγγυηθέντος δανείου, χρηματική τις συνδρομή προς την προσωρινήν κυβέρνησιν, ής είχον εντελώς εξαντληθή τα ταμεία». Αλλά και τα παράπονα και η αίτησις βοηθείας απήχησαν άνευ τινός αποτελέσματος παρά τη εν Λονδίνω Συνόδω. Ούτω δε εν Ελλάδι, άμα ως το ελληνικόν ναυτικόν εκοσμήθη διά της γαλλικής σημαίας, οι δε αντιπρόσωποι των δυτικών Δυνάμεων ουδόλως απέκρυπτον πλέον την απροκάλυπτον αυτών συμπάθειαν υπέρ της αντιπολιτεύσεως, επήλθεν άμεσος η διαλυτική κρίσις της πολιτικής αποσυνθέσεως. Ο Καποδίστριας, κάλλιστα τα επερχόμενα οσφραινόμενος, κατενόησεν ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστροφής, και την στιγμήν ταύτην εξέλεξε προς εκτέλεσιν προφυλακτικού τινος πραξικοπήματος.