«Ηκούσατε, εν Χριστώ αδελφοί μου, και τέκνα, τας συμβουλάς του πατρός σας; ηκούσατε τας ευχάς οπού προσφέρει εις τον ουράνιον θρόνον της Τρισηλίου θεότητος υπέρ ημών; όθεν ποτέ ποτέ μη λησμονήσητε τας λαοσώστους συμβουλάς του, ποτέ ποτέ αι αρεταί του ας μη φύγωσιν από την ενθύμησίν σας, και επομένως φωνάξατε και τώρα, και πάντοτε· αιωνία σου η μνήμη αειμνημόνευτε Κυβερνήτα· αιωνία σου η μνήμη Ιωάννη Αντωνίου Καποδίστρια. . .
«Γαίαν έχοις ελαφράν. Αμήν».
Περατωθέντος του λόγου, οι πάντες συνωθούντο περί τον νεκρόν όπως ασπασθώσιν αυτόν· είτα δε, απολύσεως γενομένης, ο νεκρός εξετέθη επί πολλάς ημέρας εν τω ναώ προς προσκύνησιν και είτα μετεκομίσθη εις το Αρχείον (94), ένθα κατετέθη, μέχρι της εκ Ναυπλίου φυγής του Αυγουστίνου, όστις και παρέλαβεν, ως θέλομεν ιδεί, αυτόν εις Κέρκυραν.
Δεν έγραψα το εγκώμιον τανδρός· επειδή όμως το τέλος του μεγάλου Έλληνος παρακολουθεί δράμα φοβερόν και η ανεπανόρθωτος δυστυχία της Ελλάδος, οφείλω να προσθέσω ότι σπανίως έθνη ηξιώθησαν εν τη ιστορία αυτών κυβερνητών τοιαύτης πείρας, ικανότητος και πατριωτισμού και σπανιώτερον έπεσον υπό την μάχαιραν ουχί απλών δολοφόνων, αλλ' ενός ολοκλήρου κόμματος συγκροτουμένου εκ των ενδοξοτέρων οικογενειών της χώρας, υπέρ ής τοσαύτα εθυσίασαν.
Ότε ο Καποδίστριας κατήλθεν εις Ελλάδα, ως εκλεκτός του λαού, ο Ελληνισμός ήτο σχεδόν ολόκληρος υποτεταγμένος τω Σουλτάνω· διότι οι καταφυγόντες εις Αίγιναν, Πόρον και Σαλαμίνα Έλληνες δεν ήσαν βέβαια ο Ελληνισμός. Το Ναύπλιον ευρίσκετο εις τας χείρας του Γρίβα, του Στράτου και Φωτομάρα μη αναγνωριζόντων Κυβέρνησιν. Η Κορινθία εις χείρας Τριανδρίας νεμομένης αυτήν. Η Ύδρα και αι Σπέτσαι ευρίσκοντο εις αναρχίαν, η Σύρος ήτο ουδετέρα υπό την προστασίαν της Γαλλίας. Η Σάμος ανήκε τη Σάμω, η Γραβούσα ήτο φωλεά πειρατών, ο Ιβραχήμ κατείχε την Πελοπόννησον, οι Τούρκοι κατείχον την Στερεάν, η Αττική κατείχετο από της πτώσεως της Ακροπόλεως υπό Τούρκων, εκτός της Ελευσίνος και Μεγάρων, ο δε Καραϊσκάκης δεν έζη, θύμα των ανοησιών του Κόχραν και Τζουρτζ, πεσών εν τω Φαληρικώ αλιπέδω. Η χώρα ήτο σωρός ερειπίων, ο Κυβερνήτης της Ελλάδος μετέβαινεν από Αιγίνης εις Πόρον, και από Πόρου εις Ναύπλιον, μόλις ευρίσκων κατάλυμα δι' εαυτόν και την κυβέρνησιν αυτού· οι αντιπρόσωποι των ξένων δυνάμεων, αι ελληνικαί οικογένειαι αι τέως εν ευπραγία ζώσαι, διήγον εν πτωχικαίς καλύβαις, στερούμεναι παντός ό,τι αποτελεί τον βίον ευχάριστον. Δεν έβλεπέ τις εν μέσω των ερειπίων, ειμή πλήθος ενδεών και παλληκάρια φέροντα τα όπλα μετά δικαίας υπερηφανείας. Αυτοί αναδείξαντες την Ελλάδα ελευθέραν, είχον το δικαίωμα να σεμνύνωνται επί τω ηρωισμώ αυτών, αλλ' ενίοτε ελησμόνουν ότι η αποστολή αυτών έπαυεν εκεί, ένθα ήρχιζεν η ειρηνική οργάνωσις της Ελλάδος και αντεπεξήρχοντο κατά των νόμων.
Η ατμόσφαιρα ήτο πλήρης εισέτι της οσμής της πυρίτιδος. Τραχύτης τις και αγριότης επλήρουν εισέτι τας ψυχάς των πολεμιστών της χθες, πάντες δε οι περιηγηταί της εποχής εκείνης, αναφέρουσι την εντύπωσιν, ήν συνησθάνθησαν εκ της επικρατούσης εισέτι ταραχής των πνευμάτων. Μετά την γενομένην έκρηξιν το ηφαίστειον βραδέως σβέννυται, το δε έδαφος εισέτι εσείετο. Οι πλείστοι των επισκεψαμένων την Ελλάδα ολίγα έτη μετά την απελευθέρωσιν αυτής, είδον εν τη τότε δυσπραγία την ένδειξιν του ηρωισμού, μεθ' ού οι Έλληνες διεξήγαγον άνευ μέσων και πόρων τον μακρόν εκείνον αγώνα.
Ούτως εχόντων των εν Ελλάδι ο σωκρατικός την αρετήν και στωικός την λιτότητα Καποδίστριας νύκτωρ και μεθ' ημέραν εμόχθει και ηγωνία, όπως κτίση τα θεμέλια της ευνομουμένης πολιτείας. Ότε κατέπλευσεν εις την Ελλάδα, οι πρόχειροι αυτού πόροι, οι κατά μέγα μέρος παρά των εν Ρωσία, Γαλλία και Ελβετία φιλελλήνων κεχορηγημένοι, δεν υπερέβαινον τας τριακοσίας χιλιάδας φράγκων. Διά του γλίσχρου δε τούτου ποσού και των ουδέν ήττον γλίσχρων προσόδων, τι πρώτον, τι δ' ύστατον να επιχειρήση εν χώρα, άρδην κατεστραμμένη και ηρημωμένη; Αλλ' όμως ο Καποδίστριας εθαυματούργησεν, εντός βραχυτάτου χρόνου, καταλύσας την πειρατείαν, εδραιώσας την δημοσίαν ασφάλειαν, δημιουργήσας Εθνικήν Χρηματιστικήν Τράπεζαν, Γεωργικήν και Στρατιωτικήν Σχολήν, επιμεληθείς του φορολογικού και δασμολογικού συστήματος, συστήσας δικαστήρια και αλληλοδιδακτικά σχολεία, σπείρας αραβόσιτον και γεώμηλα, τέως εν Ελλάδι άγνωστα, ιδρύσας το εν Αιγίνη Ορφανοτροφείον, συγκροτήσας αξιόλογον εθνικόν στόλον, προστατεύσας το εμπορικόν ναυτικόν, χορηγήσας 3,000 διπλωμάτων εμποροπλοιάρχων (95), συντάξας και διελών τον στρατόν εις χιλιαρχίας, πεντακοσιαρχίας, και εκατονταρχίας, συγκροτήσας δύο στρατόπεδα, το της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος, εκδούς δε νομισματικήν εθνικήν διατίμησιν επί τη βάσει του εθνικού νομίσματος Φοίνικος και άλλα πολλά και ωφέλιμα νομοθετήματα. «Κυριώτατον του Καποδιστρίου μέλημα, λέγει ο Θερειανός, ήτο το κοινόν συμφέρον, και τούτου ένεκα ο αείμνηστος ανήρ, ου μόνον δεν εδέξατο μισθόν, αλλά και εξ ιδίων εισήνεγκε προς ίδρυσιν Τραπέζης, έδωκε δε τα εν Κερκύρα ίδια κτήματα εις υποθήκην δανείου προς αγοράν σίτου χάριν των πεινώντων.» Όσοι νυν πρεσβεύουσιν ότι ουδαμώς αδικεί την πατρίδα ο ευφυώς οικονομών και προβιβάζων τα ίδια συμφέροντα αναλώμασι των δημοσίων, ίσως υπολάβωσι την εθελοθυσίαν του Κυβερνήτου παρά πολύ πατριαρχικήν, ίσως δε και παρά πολύ ευήθη, επομένως αναξίαν μιμήσεως. Αλλ' είναι άρα γε αληθές ότι, ούτω πολιτευθείς ο Καποδίστριας εσκόπει πρώτιστα και μάλιστα να εξασφαλίση εαυτώ διά παντός του βίου την προεδρίαν και, όπερ χείρον, να κυβερνήση την Ελλάδα επ' ωφελεία των Ρώσων; Περί του φιλορρωσισμού του Κυβερνήτου ο ιστοριογράφος της Ελληνικής Επαναστάσεως και πολιτικός εκείνου αντίπαλος, Σπυρίδων Τρικούπης, λέγει: «Ουδενός Έλληνος καρδία ήτο ελληνικωτέρα της του Καποδιστρίου· υπέρ της Ελλάδος μετεχειρίσθη την ρωσικήν επιρροήν του και όχι υπέρ της Ρωσίας την Ελληνικήν αρχήν του». Αυτόχρημα μύθος είναι και η ετέρα κατηγορία, καθ' ήν ο Καποδίστριας εμελέτα να κατασταθή της Ελλάδος ηγεμών. Πλέον ή άπαξ καταληφθείς υπό αθυμίας και απελπισμού, εν μέσω των φοβερών και ακαταπαύστων προσκομμάτων και αντιπράξεων διενοήθη να επανέλθη εις το εν Ελβετία αναπαυτήριόν του, αλλ' η συνείδησις του προς την Ελλάδα καθήκοντος ανέστελλεν εκάστοτε της αδημονούσης αυτού ψυχής τα κεντήματα. Προς τον φιλέλληνα βαυαρόν συνταγματάρχην (και είτα στρατηγόν εν Ελλάδι) Έιδεκ, επιθυμούντα να επανέλθη οίκαδε, έγραφεν ο Καποδίστριας κατά τον Ιανουάριον του 1829: «Περιμείνατε ολίγον· αμφότεροι θα απέλθωμεν, αλλά πρέπει ν' απέλθωμεν ως τίμιοι άνθρωποι». Και προς τον Εϋνάρδον έγραφε τον Δεκέμβριον: «Θα συναποχωρήσωμεν και θα διέλθωμεν ομού τας τελευταίας της ζωής ημών ημέρας εν τη παρά την λίμνην της Γενεύης μικρά και ερατεινή ημών επαύλει». Κατά δε τον Ιούνιον του 1831 επέστειλε προς τον κόμητα Μοσενίγον: «Άδηλον πότε θα με λυτρώση ο Θεός, εκ των δημοσίων υποθέσεων· θα επωφεληθώ την θείαν χάριν, προς αποκατάστασιν της υγείας μου». Ούτω πως δεν θα έγραφεν ανήρ γλιχόμενος της διά βίου ηγεμονίας της Ελλάδος.
Ο Καποδίστριας διεκαίετο βεβαίως υπό δεινού πόθου ν' αποβή ανορθωτής της πολυπαθούς πατρίδος, αλλ' ούτος ο πόθος ήτο φυσικόν ακολούθημα ευγενούς φιλοδοξίας, ής μόνον ορμητήριον, μόνον υπομόχλιον υπήρξεν η διάθερμος και γνησία του ανδρός φιλοπατρία. Ως οξυδερκέστατος πολιτικός ενόησεν, ότι οι από του ζυγού ελευθερωθέντες Έλληνες έχρηζον επί πάσι χρηστής αγωγής και όχι γραμμάτων πολυτελείας και ότι η ίδρυσις δημοτικών σχολείων, έδει να προηγηθή της ιδρύσεως Πανεπιστημίων και ακαδημιών· ήρξατο δε του ανακαινισμού της Ελληνικής πολιτείας, κατά τας προτέρας παραινέσεις του Κοραή, κάτωθεν και ουχί άνωθεν, από της κρηπίδος και ουχί από της κορυφής. Ο διαβληθείς ότι εξήλασεν εκ των σχολείων τον Πλάτωνα, έσχεν οδηγόν και πνευματικόν σύμβουλον αυτόν τον θείον φιλόσοφον, διδάσκοντα εν τη «Πολιτεία» ότι μόνη η χρηστή ανατροφή είναι πάσης πολιτείας το θεμέλιον:
«Και μην πολιτεία, εάν περ άπαξ ορμήση ευ, έρχεται ώσπερ κύκλος αυξανομένη· τροφή γαρ και παίδευσις χρηστή σωζομένη φύσεις αγαθάς εμποιεί, και αυ φύσεις χρησταί, τοιαύτης παιδείας αντιλαμβανόμεναι, έτι βελτίους των προτέρων φύονται, εις τε τάλλα και εις το γεννάν, ώσπερ και εν τοις άλλοις ζώοις»· Ως διπλωμάτης δε και πολιτικός, υπερεπόνησεν επ' αγαθώ της πολιτικής της Ελλάδος ανεξαρτησίας, καταπολεμήσας τελεσφόρως το περιβόητον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, καταλιπών δε αθάνατα υπομνήματα της μεγάλης και θαυμασίας αυτού τριβής, περί την διεξαγωγήν των πολιτικών υποθέσεων. Οι νεόπεπτοι εν Αθήναις διπλωμάται, οι κατά την σύνταξιν και αυτών των στοιχειωδεστάτων εγγράφων παραβαίνοντες τους κανόνας του μετρίου και του πρέποντος, και χωρίς της ελαχίστης διαγνώσεως υπεροπτικόν και θρασύδειλον λόγου υφήν επιτηδεύοντες, ασκέπτως δε και κενώς απειλούντες, και είτα μικροψύχως υφιστάμενοι των ισχυρών τα ραπίσματα, πολλά θα εμάνθανον επερχόμενοι ενίοτε τας απαραμίλλους του Καποδιστρίου ανακοινώσεις και πολιτικάς επιστολάς. Οποίον βρίθος νοημάτων, οποία φράσεων λεπτότης, οποία χάρις και ευπρέπεια, οποία λόγου συμμετρία και φιλοκαλία, επιλάμπουσιν εις πάντα τα αριστουργήματα της αγαθής και βαθείας του Κυβερνήτου διανοίας.
Πάντες γινώσκομεν μεθ' οπόσου ζήλου εσπούδασαν οι περί την αντιβασιλείαν να μειώσωσι την αξίαν των της προτέρας κυβερνήσεως έργων, αλλ' όμως ο πολυμαθέστατος και κριτικώτατος των αντιβασιλέων, ο Λ. Μάουρερ, ο και ίδιον σύγγραμμα περί της Ελλάδος γράψας υπό τον τίτλον: «ο Ελληνικός λαός υπό δημοσίαν, εκκλησιαστικήν και ιδιωτικήν έποψιν προ και μετά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα μέχρι της 31 Ιουλίου 1831» εν τρισί τόμοις μετ' εγκωμίων θερμών αναφέρει τα διπλωματικά εκείνα έγγραφα, ιδίως δε μεταγράφει την περί ελληνικής εκκλησίας επιστολήν του Κυβερνήτου προς τον Πατριάρχην και την Σύνοδον της Κωνσταντινουπόλεως. Τω 1842 δ' έξοχος Ελβετός πολιτικός έγραφε περί του Κυβερνήτου: «Αν ο Κυβερνήτης της Ελλάδος εν τη επιλύσει της χαλεπής αυτού εντολής, περιέπεσεν εις αμαρτήματα και πλάνας, ετέλεσε τον κοινόν φόρον εις την ανθρωπίνην ασθένειαν· αλλ' η αγνότης των σκοπών του και των πράξεων, και η μεγαλογνωμοσύνη αυτού, ουδεμίαν, ουδέ την ελαχίστην επιδέχονται αμφιβολίαν. Ο Καποδίστριας θα τύχη θαυμασμού παρά τοις επιγενομένοις· εντός των χριστιανικών αυτού στέρνων ενεφώλευε μεγάλη και αρχαϊκή ψυχή». Και ο Γάλλος δε στρατηγός Πελλιόν αντιπολιτευόμενος του Καποδιστρίου, ως Γάλλος και οπαδός της Γαλλικής Πολιτικής εν τω εν έτει 1855 εκδοθέντι έργω αυτού: «η Ελλάς και οι Καποδίστριαι» περί του Καποδιστρίου επιλέγει: «Ούτως έληξε το πολιτικόν στάδιον του Καποδιστρίου εν Ελλάδι· επί κρισίμων περιστάσεων ο κόμης Ιωάννης παρέσχε προς την πατρίδα εξόχους υπουργίας, αίτινες δεν πρέπει να εξαλειφθώσι διά των ελλειμμάτων, άτινα έγκεινται εν τη φύσει παντός ανθρώπου». Ο δε μέγας Γάλλος πολιτειολόγος Καπεφίγος: «Ο Καποδίστριας ουδέποτε επελάθετο της καταγωγής του. Δι' αυτόν η πατρίς ήτο προσφιλεστέρα των αξιωμάτων. Ήτο δε αφωσιωμένος εις την υπηρεσίαν της Ρωσίας· διότι εθεώρει το μυστικοσυμβούλιον της Πετρουπόλεως ως όργανον υπό της Προνοίας επιφυλασσόμενον προς απελευθέρωσιν της Ελλάδος . . . Προσεπάθησε δε να πείση τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον ότι εις αυτόν απέκειτο να φιλήση το ένδοξον μέτωπον της χριστιανικής παρθένου αποτινάσσων τας δουλικάς αυτής αλύσεις και το νεκρικόν σάβανον».
«Ο Καποδίστριας συνήνου εν εαυτώ πάντας τους αναγκαίους όρους προς εκπλήρωσιν της δυσχερεστάτης αυτού αποστολής, γράφει ο βαρώνος Ζιουσερώ Δεσαινδενύ, ο κατά το 1828 αντιπρέσβυς της Γαλλίας εν Ελλάδι, ο εκ του πλησίον γνωρίσας και εκτιμήσας τον άνδρα, καίτοι η πολιτική της κυβερνήσεως αυτού δεν ήτο λίαν ευνοϊκή προς αυτόν ήτο ανήρ μεγάλων προσόντων, δεξιός πολιτικός και πεπειραμένος κυβερνήτης· αι νομοθετικαί αυτού γνώσεις ήσαν ευρύταται, επιτρέπουσαι αυτώ ορθώς να εκτιμήση τας ανάγκας του έθνους αυτού· χάριν της ευδαιμονίας της χώρας ο Καποδίστριας ανέλαβε την διοίκησιν μετά ζήλου ακαταπονήτου· ειργάζετο νυκτός και ημέρας άνευ αναπαύσεως, συνεβούλευεν, έγραφε διαρκώς και εφέρετο πάντοτε συνετώς και αμερολήπτως. Οι γενικοί νόμοι αυτού, αι ιδιαίτεραι αποφάσεις, αι διαταγαί και αι οδηγίαι αυτού, αίτινες δημοσιευόμεναι ήθελον πληρώσει ολοκλήρους τόμους, αποτελούσιν ένδοξον δι' αυτόν μνημείον αποκαλύπτον την ευρείαν διάνοιαν και την έξοχον δραστηριότητα αυτού. Άμα όμως ήρξατο του έργου της μεταρρυθμίσεως και διοργανώσεως, πολλαί δυσχέρειαι ήρξαντο αυτώ παρεμβαλλόμεναι. Διδαχθείς ότι αι εθνικαί συνελεύσεις, τα βουλευτικά και τα εκτελεστικά, διά των αιωνίων διενέξεων αυτών, έφερον την Ελλάδα εις την τελευταίαν της αγωνίας περίοδον, διεκήρυξεν ότι δεν θέλει προσκαλέσει την Εθνοσυνέλευσιν μέχρις ότου περατώση και εγκαταστήση ασφαλώς τα νομοθετήματα, ών η πατρίς επείγουσαν είχεν ανάγκην· από της στιγμής εκείνης κατηγόρησαν αυτού φιλοδοξίαν και τυραννίαν».
Ου μόνον δ' ομογενείς, αλλά και αλλογενείς ιστορικοί, απεχθώς έχοντες προς την Ρωσίαν: ο Κ. Μένδελσον Βαρθόλδυς, ο Γ. Φίνλαϋ, ο Γ. Γερβίνος και άλλοι, επέκριναν κατά το μάλλον ή ήττον σφοδρώς την διοίκησιν του Κυβερνήτου, εκ προκαταλήψεως, αφορώντες εις το προγενέστερον διπλωματικόν αυτού εν Ρωσία στάδιον. Το πρώτιστον δε του Καποδιστρίου αμάρτημα είναι, κατ' αυτούς, ότι διετέλεσεν επί πολύν χρόνον υπουργός εν Ρωσία, επομένως και προαιρούμενος και θέλων, δεν ήτο δυνατόν να πολιτευθή κατά τα παραγγέλματα της ελευθερίας. «Άμα αποβάς εις Ναύπλιον τη 6)18 Ιανουαρίου 1828, λέγει ο Γερβίνος, εχαιρετίσθη ο Καποδίστριας ως σωτήρ και άγγελος ειρήνης. Εφάνη προς καιρόν, ότι εξέλιπον τα μίση των πολιτικών μερίδων, η αλαζονεία των προεστώτων και η αγριότης των αγωνιστών. Η πρώτη αυτού προκήρυξις ενέπνευσεν εις την δεδηωμένην και ησυχίας και τάξεως διψώσαν Ελλάδα, φαιδράς ελπίδας. Το χάος είχε προβή εις το κατακόρυφον· όλη σχεδόν η Στερεά κατείχετο υπό των Τούρκων, οι Αιγύπτιοι ελεηλάτουν την Πελοπόννησον, χιλιάδες δε φυγάδων και επαιτών διέτριβον εν ταις επαρχίαις ταις από του εχθρού απελευθερωθείσαις.
Η Κυβέρνησις δεν είχεν άλλας προσόδους ή τας των νήσων· το δημόσιον ταμείον ωμοίαζε προς πίθον Δαναΐδων, περί όν γοερώς εκραύγαζον οι απορούντες άρτου και αργυρίου· το δε ναυτικόν ήτο επιδεδομένον εις πειρατείαν. Ο Καποδίστριας επεδείξατο, κατ' αρχάς, φιλοπατρίαν, αφιερωθείς εις το έργον αυτού ψυχή τε και καρδία, μετά συντόνου δραστηριότητος. Αλλά στερούμενος ειδικών γνώσεων περί ενός εκάστου της διοικήσεως κλάδου, κατέτριψε τον ζήλον αυτού, εις υπέρμετρόν τινα και λεπτολόγον πολυπραγμοσύνην, κατηνάλωσε δε την πρώτην ακμήν της δυνάμεώς του εις αμφίβολα και πρόσκαιρα πειράματα. Όπως δε το ανεπαρκές της πολιτικής του ικανότητος έβλαψεν ανέκαθεν την ενέργειαν αυτού, ούτω και ύστερον πολλώ ολεθριώτεραι απέβησαν αι προς την Ρωσίαν σχέσεις αυτού. Κατά τον Γερβίνον, ο Καποδίστριας απέβλεψεν εις τρία τινά· 1) να εξασφαλίση εαυτώ διά βίου την Κυβέρνησιν της Ελλάδος· 2) να φανή ευχάριστος προς την Ρωσίαν· 3) να προαγάγη την ευημερίαν της Ελλάδος, εφ' όσον αύτη συνηρμόζετο προς τους δύο τούτους σκοπούς.
Κατ' εξοχήν δε ψέγεται λέγει ο Θερειανός, ότι δεν μετεφύτευσε (διά μαγικής ράβδου) εις την Ελλάδα, την βιοτεχνικήν δεινότητα και τα εκπαιδευτικά σχολεία των Ελβετών· ότι δεν διένειμε γην εις τους πένητας και ακτήμονας αγρότας· ότι δεν μετεποίησε παραχρήμα τους «κλέφτας» εις ωφελίμους και ειρηνικούς εργάτας· ότι εφύτευσε μόνον δένδρα και γεώμηλα, ουδαμώς επιμεληθείς, όπως μεταρρυθμίση επί το Ευρωπαϊκώτερον τα γεωπονικά εργαλεία· ότι ηρνήθη την υφ' Ολλανδών αιτηθείσαν άδειαν περί συστάσεως τραπέζης· ότι περιεφρόνησε «μέχρι βανδαλισμού» της Ελληνικής αρχαιότητος τα λείψανα· ότι έβλαψε την πνευματικήν διάπλασιν της νέας γενεάς, κολοβώσας την εκπαίδευσιν, περιορίσας την διδασκαλίαν, δεσμεύσας την φιλολογίαν και τη συμβουλή του Στούρζα αποδοκιμάσας την σύστασιν πανεπιστημίου· ότι την εν Ελλάδι Εκκλησίαν ανεκήρυξεν ανεξάρτητον διά της εγκαθιδρύσεως Ιεράς Συνόδου· ότι, αντί της διαλυθείσης βουλής, συνέστησε το λεγόμενον Πανελλήνιον· ότι ενεκαίνισε πολύπλοκον γραφειοκρατίαν· ότι απέτυχε να συνομολογήση δάνειον, παρά πάσαν του Εϋνάρδου την μεσιτείαν· ότι η κακώς νοουμένη φιλοπατρία περιήγαγεν αυτόν εις ξενοφοβίαν και ξενηλασίαν, η δε φιλαυτία του εις μίσος και αποστροφήν του συνταγματικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών· ότι άμα αναλαβών την κυβέρνησιν, επεχείρησε να αποπέμψη τους αντιπροσώπους του έθνους και να καταλύση τας δημοκρατικάς αρχάς· ότι επειράθη να εξευτελίση τους οπλαρχηγούς και να περιστείλη την ολιγαρχικήν των προεστώτων δύναμιν· ότι εβδελύσσετο τους ναυτικούς, και μάλιστα τους Υδραίους, διά τας χρηματικάς αυτών αξιώσεις· ότι ήθελε να καταστρέψη την νόμιμον υπεροχήν και πατροπαράδοτον ηγεμονίαν οίκων τινών και μάλιστα των Μαυρομιχαλών, περί πλείστου δ' εποιείτο τους συγγενείς φίλους του, γενόμενος νευρόσπαστον των δύο αυτού αδελφών, και κατ' εξοχήν του Βιάρου, οίτινες εισήγαγον την κατασκοπίαν· ότι, επί τέλους, κατεδίωξεν αμειλίκτως την αντιπολίτευσιν, κατεφίμωσε την δημοσιογραφίαν, υπεξείλεν ιδιαίτερα γράμματα κτλ.
Ο Γερμανός Κάρολος Μένδελσον Βαρθόλδυς, ο ιστοριογράφος της νεωτέρας Ελλάδος, αφιεροί σπουδαίον μέρος του β' τόμου της Ιστορίας αυτού περί του Ιωάννου Καποδιστρίου, περί ού και ιδίαν, ως είπωμεν, μονογραφίαν εξέδωκεν υπό τον τίτλον: ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, αλλ' εκ ταύτης εξάγεται εκφανώς, ότι παν άλλο είναι ή αμερόληπτος ιστοριογράφος, ως δυστυχώς μέχρι τούδε υπήρξαν και οι πλείστοι των γραψάντων τον βίον του Καποδιστρίου.
Αι περί του Καποδιστρίου κρίσεις του Μένδελσον είναι επιπόλαιοι επί των βαθυτάτων ζητημάτων, άμοιροι δε ψηλαφητών αποδείξεων και αναμφισβητήτων επιχειρημάτων· άπασαι αι περί Καποδιστρίου δοξασίαι του Γερμανού ιστορικού περί των πολιτικών αυτού κρίσεων περιορίζονται εις τα δυο ταύτα: Ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας επλάσθη παρά της φύσεως δεσποτικού χαρακτήρος, αν ουχί τύραννος, και ότι ήτο τυφλόν όργανον της Ρωσίας, αφ' ής επάτησεν εις την Ελλάδα υπό τας εμπνεύσεις τον Τσάρου οργανίσας και διοικήσας αυτήν.
Ο Μένδελσον είναι ου μόνον ανακριβής εις τούτο, αλλά και εκ προμελέτης μεροληπτικός. Διαστροφεύς δε πολλών φράσεων των αυθεντικών εγγράφων εις ά καταφεύγει, όπως υποστηρίξη τας κρίσεις αυτού, εκτός εάν η κριτική αυτού ήτο ελαφροτάτη και δεν ηδύνατο να καταβυθισθεί μέχρι του επικρατούντος πηλού εν τω πυθμένι των τότε συμβάντων και παθών, όπως αναζητήση και ανεύρη την αλήθειαν. Ο άλλως φιλέλλην Γερμανός εκ του όλου συγγράμματος αυτού καταφαίνεται ου μόνον ότι είχε προσωπικάς συμπαθείας και αντιπαθείας εν Ελλάδι, αλλ' ότι απετέλει μέρος κόμματος, προ πάντων δε, ότι παρακολουθεί τας συγγραφάς των γραψάντων προηγουμένως Ελλήνων και φιλελλήνων κατά του Καποδιστρίου, οίτινες και χρωματισθέντες διά το κομματικόν αυτών μένουσιν εν τη ιστορία αναξιόπιστοι. Ουχ ήττον όμως, μεθ' όλα ταύτα, έχων υπ' όψει το αρχαίον: «οίδε και πολέμιος αρετήν ανδρός θαυμάζειν» δεν ηδυνήθη να παρασιωπήση και τας αρετάς αυτού, περί ών λέγει τάδε:
Το εξωτερικόν του κόμητος ην επίχαρι και αξιοπρεπές. Ην μέτριος την αναβολήν και εύσωμος· εκυρτώθη δε, του γήρως επελθόντος και των φροντίδων. Αι ρυτίδες του ευρέος, αψιδωτού και αλαζόνος μετώπου του, και η ωχρότης της μορφής αυτού κατήλεγχον πνευματικούς κόπους και βαρείς εσωτερικούς αγώνας, ών το μάταιον είχεν εξαντλήσει την προτέραν αυτού σφριγηλότητα και υγείαν. Οι ωραίοι όμως μελανοί οφθαλμοί του ενέφαινον πάντοτε δεξιότητα και πανουργίαν· το μακρόν και αυστηρόν αυτού στόμα διέστελλε πάντοτε το υπέροχον και ειρωνικόν του εκείνο μειδίαμα· η δε ομιλία του είχεν έτι το θέλγητρον της θωπευτικής εκείνης πραότητος και ευμενείας, όπερ διέλυε και αυτών των πολιτικών αντιπάλων αυτού τας προλήψεις. Ο Καποδίστριας, διά των κανονικών χαρακτηριστικών της μορφής αυτού, διά της γλυκύτητος του βλέμματος και του δελεαστικού του στόματος και του κάτω χείλους του ανεμίμνησκε μάλλον το λεπτόν έμφυτον της φυσιογνωμίας της αλώπεκος.
Η λελογισμένη επιφύλαξις και η διπλωματική ηρεμία, αίτινες εφαίνοντο περιβάλλουσαι τον Κυβερνήτην εν πολυαρίθμω ομίλω, διελύοντο συνήθως, οσάκις ελάλει μεταξύ οικείων περί των μεγάλων ζητημάτων της Ανατολής και του μέλλοντος της πατρίδος αυτού. Αποβάλλων τότε την ψυχρότητα, και λαλών μεθ' ελκυστικής, πλήρους πεποιθήσεως, πολλάκις όμως και μονοτόνου φωνής περί του «σταυρού», όν είχεν αναλάβει επί των ώμων αυτού, παρίστατο ως χαρίεις και σοβαρός ομιλητής, όν περιέβαλλον συγκινητικήν πένθους χροιάν η ατυχία της πατρίδος αυτού και των ανθρώπων η αχαριστία. Ησθάνετό τις τότε συμπαθή τινα προς αυτόν έλεον και οίκτον· διότι εστεφάνου αυτόν και ανύψου η προαίσθησις του μαρτυρικού του υπέρ της Ελλάδος θανάτου.
Την έμπυρον ευγλωττίαν, ήν ανέπτυσσε, συνήθως, ο ιόνιος πολιτικός εν ταις περί πολιτικών πραγμάτων συζητήσεσι, δεν έπρεπέ τις βεβαίως τυφλώς να πιστεύη. Διότι και άν ποτε απροκατάληπτος, κατ' επιφάνειαν, επραγματεύετο περί σπουδαίων ζητημάτων της στιγμής, εις τον πολιτικόν όμως παρατηρητήν εγέννα έμφυτόν τινα φόβον η παρρησία εκείνη ακριβώς, ήτις αδιακόπως ούτως ειπείν εμαρτύρει περί της ειλικρίνειας της. Ούτως ο Βορύ Δεσαίν Βενσάν εφρόνει, ότι ο Καποδίστριας ήνοιγεν αυτώ την καρδίαν αυτού εκείθεν μόνον, όθεν επεθύμει να ανακοινωθώσι τα κατ' αυτήν εις τον Γάλλον υπουργόν Μαρτινιάκ, και ήκουε μετά προσποιητής ευπιστίας, πως ο κόμης ελάλει περί των δύο φυσικών της Ελλάδος εχθρών, των Τούρκων και των Άγγλων, του ναυτικού εκείνου έθνους, όπερ προσεπάθει να οικειοποιηθή την δύναμιν της Ενετίας εν Ανατολή· πώς κατεμέμφετο τον αφόρητον Άγγλον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, και κατηγόρει αυτού, ότι εματαίωσε τα στρατιωτικά σχέδια του Μαιζόν, ών η σύλληψις μόνη κατεδείκνυεν, ότι ο στρατάρχης ην άξιος «μαθητής του μεγάλου σχολείου». Ότε δε ο Γάλλος ηθέλησε να αναγράψη εις πρωτόκολλον τους εγκαρδίους τούτους λόγους, χαρακτηριστικώτατον υπήρξεν, ότι ο προμηθεύς Κυβερνήτης συνήνεσε μεν, αλλά παρετήρησεν όμως, ότι καλόν ήτο να μη μνημονευθεί η συναίνεσίς του αύτη, ίνα μη υποληφθή τυχόν, ότι συνεφώνησαν αμφότεροι, όπως απατήσωσι τους Γάλλους υπουργούς διά προσπεποιημένης ειλικρινείας.
Η ειλικρίνεια αύτη, η αδιακόπως άγρυπνος, και φοβουμένη πάντοτε μη εκληφθή ως υπόκρισις, είνε χαρακτηριστικώτατον του διπλωμάτου γνώρισμα, και συνδέεται προς την τέχνην της αποφυγής αμέσων ερωτήσεων και την δεξιότητα περί τας αιφνιδίους μεταλλαγάς θέματος ομιλίας, ήν τα μέγιστα κατείχεν ο Κυβερνήτης. Συνέβαινεν όμως, εννοείται, πολλάκις, η θερμή φύσις του ανδρός της μεσημβρίας να θραύη τα δεσμά της υποκρίσεως, και να αισθάνηται ο Καποδίστριας, κατά τους τελευταίους ιδίως καιρούς βαρείας μερίμνης και πάλης, την ανάγκην της ανυποκρίτου εκχύσεως των αισθημάτων αυτού, έστω και κινδυνεύων να παράσχη λαβήν εις τους εναντίους. Η αγανάκτησίς του επί τη «καταχρήσει του ονόματος της πατρίδος υπό των εχθρών αυτού» ην τοσούτον ισχυρά, ώστε περιήγαγεν αυτόν να αναφωνήση μετ' εμπαθούς αγανακτήσεως: «Αν συρφετός τις δοξομανών καταστρέφη υπό την σημαίαν ταύτην την ευημερίαν εκατοντάδων χιλιάδων, και αφίνη αυτούς λιμοκτονούντας δίκην επαιτών, Πατρίς είνε τούτο; Υπάρχει πατρίς, ναι! και υπέρ αυτής προσήνεγκον αι ευγενέσταται καρδίαι τας μεγίστας των θυσιών αλλ' η πατρίς αύτη πρέπει να είναι αλήθεια και όχι ψεύδος!»
Η φύσις είχε προικίσει αφθόνως τον κόμητα Καποδίστριαν διά της πνευματικής εκείνης ευκινησίας και γοργότητος, ήτις ιδιάζει εις πάντας τους νεωτέρους Έλληνας, και ουδείς ποτε δύναται ν' αρνηθή, ότι έπραξε παν το κατ' αυτόν, όπως αναπτύξη τα δώρα ταύτα. Την έλλειψιν μεγάλης παιδεύσεως κατώρθου να αναπληροί δι' ενδελεχούς αναγνώσεως και ασυνήθους μνήμης, ήτις είχε πρόχειρον πάντοτε λόγιόν τι εκ τε των αρχαίων και νεωτέρων χρόνων. Έγραφε μεν δυσκόλως την Ελληνικήν, αλλ' ελάλει αυτήν όμως ευχερώς και ταχέως. Οσάκις εστερείτο επιχειρημάτων, κατέφευγεν εις αξιώματα, πολλάκις δε του αισθήματος η θερμότης συνεκάλυπτε την έλλειψιν πεποιθήσεως τουναντίον όμως κατείχε την υπέροχον εκείνην κοινωνικήν ευστοχίαν και σύνεσιν, ήν παρέχει η εν αυλαίς αναστροφή, το πανταχού σπάνιον προτέρημα του εν δέοντι σιγάν και ακούειν, και προ παντός απίστευτον δεξιότητα να προσαρμόζη την ομιλίαν αυτού προς τους ανθρώπους, λαλών μεν προς χωρικόν περί του ποιμνίου του, προς ιερέα δε περί του λόγου του Θεού, προς πεπαιδευμένον περί της κλασικής αρχαιότητος, και προς κυρίας περί ποιήσεως.
Εν γένει εγνώριζεν ο Καποδίστριας να κολακεύη λεπτότατα την κοινήν γνώμην. Εννοών δε, πόσον σπουδαίον είναι το εξωτερικόν του άρχοντος, και ότι πολλάκις εν ευκαίρω σεβαστότερον είναι κοινόν τι φόρεμα ή στολαί και παράσημα, εφαίνετο εν απλουστάτη ενδυμασία περιπατών εν ταις οδοίς του Ναυπλίου, και μόνον αυτού κόσμημα φέρων το κυανούν περιλαίμιον όπερ είχε κεντήσει αυτώ η κυρία Εϋνάρ. Μόνον δε κατά την εν Πελοποννήσω οδοιπορίαν απεφάσισε να φορέση στολήν, αφού συνεβούλευσε τούτο ο Κολοκοτρώνης, παρατηρών αυτώ, ότι ο λαός εγονυπέτει ενώπιον του προηγουμένου ιππέως, όν εξελάμβανεν ως Κυβερνήτην ένεκα της λαμπράς αυτού αναβολής. Εν Ναυπλίω κατώκει πενιχρόν οικίσκον, σκοτεινήν έχοντα την αυλήν και ξυλίνην την κλίμακα· ουδεμία δε ίστατο προ αυτού φρουρά ως αν η αγάπη του λαού ην η καλλίστη προστασία του Κυβερνήτου. Το κύριον κόσμημα της προς υποδοχήν αιθούσης του απετέλει ο ήλιος· κυκλικόν τι δε ανάκλιντρον και έν γραφείον ήσαν τα μόνα της έπιπλα. Ευχαρίστως ελάλει ο πρώην υπουργός του Αλεξάνδρου περί του λιτού αυτού βίου. Πώς είναι δυνατόν έλεγε, να τραπώ εις την πολυτέλειαν, όταν η Ελλάς καταστρέφεται σχεδόν εκ της παντελούς της πενίας; Ούτω δε και η δίαιτα αυτού ην απλουστάτη. Ό,τι απαύστως εφώνει προς τους Έλληνας: «ταν σκάφαν σκάφαν, και ταν μάζαν μάζαν» εφαίνετο θέλων εις εαυτόν πρώτον να εφαρμόση. Εν μέσω λαού ολιγαρκούς έζη και αυτός ολιγαρκέστατος, διά πολλής έχων φροντίδος, πώς ν' αναπληρώση διά νηφαλιότητος και τακτικού βίου τας αδυναμίας της κράσεως αυτού. Οι αναταμόντες το πτώμα αυτού ιατροί εύρον εν αυτώ πάντα τα προς βαθύ γήρας απαιτούμενα. Ηδύνατο δε να είπη καυχώμενος ο Κυβερνήτης:
«Ουδέποτ' εν νεότητ' εις το αίμα μου
έμιξα πίνων πυρετού ερεθισμούς·
ουδέποτε μ' αναίσχυντον το μέτωπον
εδίωξα την νόσον κ' εξασθένωσιν.
Ούτω το γήρας είναι δι' εμέ χειμών
δροσώδης, αναψύχων, όχι παγερός».
Και αυτοί οι αδιαλλακτότατοι των πολεμίων αυτού δεν ετόλμων να προσβάλωσι την καθαρότητα ταύτην του ιδιωτικού βίου. Μετά της απλότητος δε και νηφαλιότητος του ανδρός συνεδέετο το φειδωλόν εκείνο και οικονόμον πνεύμα, όπερ πρωιμώτατα ήδη διεβόησαν ως φιλαργυρίαν οι εχθροί του. Αλλ' η φειδωλία του κόμητος δεν ήτο κενή μόνον και εγωιστική. Εδείκνυτο πάντοτε συμπαθής προς τους χρείαν έχοντας, οικτίρμων δε πολλάκις μέχρις αδυναμίας, ώστε να βοηθή και τους αναξίους συνδρομής. Τουναντίον δε μετά πολλής ευστοχίας επεχείρει την εκπλήρωσιν των δημοσίων και πατριωτικών σκοπών. Χαρμόσυνον προυξένησεν έκπληξιν, ότι απεποιήθη την ψηφισθείσαν αυτώ υπό της εθνικής συνελεύσεως αντιμισθίαν, ότι δεν εφείσθη της ιδίας αυτού περιουσίας, προκειμένου περί αγαθών και πατριωτικών σκοπών, ότι ανέλαβε την ιδία δαπάνη εκπαίδευσιν νέων απόρων Ελλήνων, και μετέσχεν εκ του γλίσχρου βαλαντίου του της ελληνικής εθνικής τραπέζης και της εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας. Ως ποτε ο μέγιστος της αρχαιότητος πολιτικός, ηδύνατο ευθαρσώς να προκαλέση τους εναντίους αυτού, αν ετόλμων να επιρρίψωσιν αυτώ το εθνικώτατον πάντων των ελαττωμάτων, την του χρήματος κατάχρησιν. Επιμελώς δ' απέφευγε να παράσχη τροφήν εις την υπόνοιαν, ότι εκαρπούτο δήθεν την υψηλήν αυτού θέσιν, όπως εκμεταλλεύηται το κράτος, και βαθύτατα ελύπει αυτόν η ιδιοτέλεια των επισήμων Ελλήνων.
Από πρωίας μέχρις εσπέρας παρά το γραφείον αυτού καθήμενος, αναίσθητος όλως εφαίνετο ο κόμης προς τας διασκεδάσεις, δι' ών άλλος τις άρχων ήθελεν αρτύσει τους κόπους της αρχής. Αι σοβαραί δημόσιαι ασχολήσεις του είχον αληθώς καταπνίξει το αίμα του και τα πάθη του, ξένος δε και απρόσιτος ήτο προς πάσαν ηδονήν και παρεκτροπήν.
Ενώ δε η απλότης και το άμωμον του ιδιωτικού αυτού βίου ήσαν πρόσφοροι να γεννήσωσι τον προς τον Κυβερνήτην θαυμασμόν εν τε τη Ελλάδι και τη αλλοδαπή, ηύξανεν έτι ούτος την αυτών εντύπωσιν, συμμορφούμενος πιστώς προς τους τύπους της καθεστώσης θρησκείας, ευλαβώς τα θρησκευτικά νόμιμα επιτελών και ενδελεχώς τούτο επιδεικνύμενος. Και εν αυτή τη πολιτική ανεμίγνυε τύπους θρησκευτικούς, η δε της θείας προνοίας επίκλησις είνε στερεότυπος εν ταις επισήμοις αυτού επιστολαίς και ομιλίαις. Κατ' αυτά ήδη της νεότητός του τα έτη συνέδεσαν λεπτοί, αλλ' ισχυροί δεσμοί τον ευσεβή άνδρα και τον πολιτικόν. Η προς την γαλλικήν επανάστασιν διάστασις, ήν πανταχού εκήρυσσεν ο Κυβερνήτης, ήν προ παντός διάστασις προς τας αντιθρησκευτικάς ιδέας του 1789. Ούτω δε ο Καποδίστριας είνε είς των εξοχωτάτων πολιτικών ανδρών, οίτινες εν πάση σχεδόν Ευρωπαϊκή αυλή διεκρίθησαν από της παλινορθώσεως διά της εκκλησιαστικής τάσεως του πνεύματός των. Εις την εκκλησιαστικοπολιτικήν ταύτην διάθεσιν περιέβαλεν αίγλην επιχάριτος αλλά σκοτεινής και ασαφούς θρησκομανίας η αναστροφή του κόμητος προς την κυρίαν Κρύδενερ, περί ής είπομεν, τον Βάδερ γερμανόν θεόσοφον και τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον. Βραδύτερον δε προσετέθη και η επίδρασις της αυστηράς αλλά ψευδευλαβούς κοινωνίας εν Γενεύη. Ούτω παραδοξότατα συνεφύρθησαν εις έν τα διάφορα στοιχεία: πολιτική, μυστικισμός, καλβινιστική και ανατολική προς τους τύπους ευλάβεια. Όπως δήποτε όμως και αν κρίνη τις περί του κράματος τούτου, αναντίρρητον είνε, ότι η ευλάβεια, ή τουλάχιστον η αυστηρά εκπλήρωσις των θρησκευτικών καθηκόντων, ήν σπουδαιότατον απαιτούμενον δι' άνδρα θέλοντα να κυβερνήση το ελληνικόν έθνος. Καθότι, πλην της γλώσσης και των δημοτικών θεσμών των Ελλήνων, ο κλήρος υπήρξεν η συντηρητική δύναμις, ήτις επί μακραίωνα δουλείαν προυφύλαξε τους Έλληνας από της διασπάσεως και του ολέθρου.
Ο Καποδίστριας ην βεβαίως κοινωνικός ανήρ ευαρεστότατος ` τους τρόπους, πνευματώδης και προσηνής, προσωπικώς άμωμος, απλούς δε και νηφάλιος την δίαιταν, και άψογος τον βίον· ην δε, προς τούτοις, ακάματος εργάτης και διπλωμάτης τέλειος. Εκ των δύο δε κατηγοριών, εις άς διακρίνει τον διπλωματικόν κόσμον ο αρχιγραμματεύς της γερμανικής αυτοκρατορίας, ήτοι της μεγάλης ομάδος των «θηρευόντων ύδνα και μεγαλοσταύρους» και των ολίγων διπλωματών, οίτινες διάθεσιν έχουσι να εργασθώσιν αληθώς υπέρ της πολιτείας, και πιστώς τα εαυτών καθήκοντα εκπληρούντες «τιμήν αυτών λογίζονται να είναι τα μισητότατα πάντων πρόσωπα», ο Καποδίστριας δεν ανήκε βεβαίως εις τους πρώτους. Ειργάζετο ακαμάτως, και ουδόλως εις υλικήν αμοιβήν αποβλέπων, ουδενός δε υπελείπετο κατά την δεξιότητα και την γραφικήν ευχέρειαν. Αλαζών τις φιλοδοξία, ήν ουδέποτε δύναται να εννοήση ο όχλος, κατείχε και εζωογόνει αυτόν. Ηγάπα την πατρίδα αυτού· αν δ' εσφάλη κατά την εκλογήν των μέσων, μομφής αξία είναι η κρίσις αυτού, ουχί δε το φρόνημα.
Τοιαύτη τις είναι η του Μένδελσον Βαλθόλδυ, προς όν ο εν Αθήναις διατρίβων κατά την μεταπολίτευσιν του 1862 Άγγλος ιστορικός, αλλά μισέλλην Γεώργιος Φίνλαϋ είπε να μη γράψη πολλά καλά περί Καποδιστρίου, κρίσις περί του Κυβερνήτου ως ατόμου.
Ο Κυβερνήτης έν, καθ' ημάς, διεπράξατο μέγιστον πάντων σφάλμα: δεν είχεν άδικον να ερείδηται επί του λαού, αλλά δεν έπρεπε να αφήση και τους διαπαιδαγωγήσαντας και ελευθερώσαντας αυτόν, ούτε τους δυναμένους να παρεμβάλωσιν αυτώ προσκόμματα· διά της γεννηθείσης αντιπολιτεύσεως, των φυγόντων εξ Ελλάδος φιλελλήνων και των εν αυτή διπλωματικών πρακτόρων, ο Καποδίστριας απώλεσε τας εν Ευρώπη συμπαθείας. Ως καλός διπλωμάτης ώφειλε να επωφεληθεί μάλλον των ελαττωμάτων του ρωσικού κράτους, εν ώ υπηρέτησεν ή να εξάψη και επαυξήση αυτά· διότι ουδέν είναι ευκολώτερον του να αφοπλίζη τις τους αντιπάλους αυτού ενδίδων και πείθων αυτούς διά των πραγμάτων, διεγείρων δε την φιλοτιμίαν αυτών εις το ορθώς πράττειν, αν δε αποδειχθή εκ των πραγμάτων ότι ούτοι έχουσι δίκαιον να ασπασθή την γνώμην αυτών.
Αλλ' ούτε ο Καποδίστριας ούτε ο Όθων ηθέλησαν να μεταχειρισθώσι το όπλον τούτο, και αν ο Καποδίστριας συνεκάλει τον Απρίλιον του 1828 την Εθνοσυνέλευσιν, αν ο Όθων παρείχε Σύνταγμα ευθύς ως υπεσχέθη, ούτε ο είς θα εδολοφονείτο, ούτε ο Όθων θα εξεθρονίζετο.
Ο Καποδίστριας, άτε Κερκυραίος, οι δε Κερκυραίοι μόλις είχον απαλλαχθή των Βενετών, ότε αυτός εσπούδαζεν εν Ιταλία, δεν εγίνωσκε καλώς την Ελληνικήν: «Ελάλει αλλά δεν έγραφεν Ελληνιστί», ως λέγει ο Σ. Τρικούπης εν τη Ιστορία της Επαναστάσεως και ως επιβεβαιοί και ο Νικόλαος Δραγούμης εν ταις Ιστορικαίς Αναμνήσεσι: «Κατά τους γραμματικούς κανόνας δεν ήτο πάντη άμεμπτος· ό,τι δε επεθύμει να γράψη έγραφεν αυτό γαλλιστί και οι περί αυτόν μετέφραζον αυτό εις την ελληνικήν· και όμως τοιούτος ων περί την ελληνικήν διέτριβε και περί τους αρχαίους Έλληνας συγγραφείς και περί το αναφανέν τότε πρώτον, νυν δε τοιαύτας λαβόν φάσεις γλωσσικόν λεγόμενον ζήτημα εν Παρισίοις, ένθα πρωτηγωνίστουν ο Κοραής, ο Κοδρικάς, ο Οικονόμος, ο Ρίζος Νερουλός, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Νεόφυτος Δούκας, ών ο μεν Κοραής, ως γνωστόν υπερεμάχει της καθομιλουμένης, ο Κοδρικάς της καθαρευούσης, ής χρήσις εγένετο εν τοις Πατριαρχικοίς γραφείοις της Κωνσταντινουπόλεως και τοις ηγεμονικοίς γραφείοις των ηγεμόνων Βλαχίας και Μολδαβίας, ο δε Δούκας της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, ήν αυτός έγραφεν απταίστως, ως έστιν ιδείν εν ταις εκδόσεσι των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Πάντες ούτοι έσχον και τους υπέρ και τους κατ' αυτών, εντεύθεν δ' εγεννήθησαν οι λεγόμενοι Κοραϊσταί, αντικοραϊσταί και υπερκοραϊσταί. Κατά πάσαν πιθανότητα, ως αναφέρει ο Θερειανός, εν τω Αδαμαντίω Κοραή, ο Καποδίστριας έκλινε μάλλον προς τας θεωρίας του Παναγιώτου Κοδρικά, μεθ' ού εν Παρισίοις διατρίβων έλαβε και συνέντευξιν, καθ' ήν περί της γλώσσης ωμίλησαν, τούθ' όπερ βεβαίως πολύ ελύπησε τον Κοραήν. Ο Καποδίστριας και ως ιατρός και ως διπλωμάτης έγραψε διάφορα επί των θεμάτων τούτων έργα, ών τινα μεν εξεδόθησαν, τινά δε ουχί. Εκ των έργων αυτού αναγράφομεν όσα ηδυνήθημεν να περισυλλέξωμεν:
α') Αι Επιστολαί αυτού γαλλιστί το πρώτον εκδοθείσαι εν Γενεύη τω 1839 υπό Ε. A. Betant και είτα ελληνιστί εν Αθήνας εν τέσσαρσι τόμοις τω 1841 υπό Μιχαήλ Γ. Σχινά.
β') Λόγος Επικήδειος εις τον ηγεμόνα Σπυρίδωνα Γεώργιον Θεοτόκην, εν Κερκύρα 1883.
γ') Observations sur l' Etat actuel des îles Ioniennes.
δ') Saggi — sullo Stato de la medicina, chirurgia e farmacia del Jonio (ιδέ Κατάλογον των Υπομνημάτων εις την Ιόνιον Ακαδημίαν από του 1808 — 1812 υπό Ανδρέου Μουστοξύδου εν Πανδώρα τόμω Ζ' (1856) σελ. 297.
ε') Μémoire sur Ali Pacha de Janina (ιδέ Vretos, Notice Bibliographique Τόμ. Α', σελ. 18).
ς') Aperçu de ma carrière publique depuis 1798 jusqu' à 1822, St. Ρétersbourg 1868.
ζ') Περί της αρχής των ατομικών διαφορών του οργανισμού (ιταλιστί).
η') Επί τη περιπτώσει του τοκετού Ισραηλίτιδος γεννησάσης ομού 5 επταμηνιαία τέκνα (ιταλιστί).
θ') Rapport présenté à S. M. L' Empereur Alexandre par S. E. Mr le Comte de Capodistrias sur les Etablissements de Mr de Fellengerg à Hofwill en Octobre 1814 Paris και πλήθος άλλο υπομνημάτων και εκθέσεων διπλωματικών, ών συλλογή επί ταυτώ δεν εγένετο δυστυχώς μέχρι σήμερον.
Τοιαύτη ήτο, εν ολίγοις η βραχυχρόνιος διοίκησις της Ελλάδος υπό του μεγίστου των του ΙΘ' αιώνος Ελλήνων ανδρών Ιωάννου Α. Καποδιστρίου και τοιαύται αι αρεταί και τα μειονεκτήματα αυτού. Νυν δ' ειπόντες και βραχέα τινά περί των πόρων, ούς ως κυβερνήτης της Ελλάδος διέθηκεν υπέρ της αναπτύξεως και βελτιώσεως των κακώς κειμένων, μετά τον οκταετή εκείνον και δεινόν αγώνα, σπεύδομεν να συνεχίσωμεν την μετ' αυτόν ιστορίαν, την ιστορίαν της ελεεινής αναρχίας, ήν άνδρες σπουδαρχίδαι παρεσκεύασαν, ως μη ώφελε, τη μητρί Ελλάδι:
Το όλον των επί της τετραετούς σχεδόν διοικήσεως του Κυβερνήτου σταλέντων αυτώ υπό των συμμάχων Δυνάμεων ποσών συνέκειτο:
Εκ της Γαλλίας . . . . . . . 3,500,000
» Ρωσίας . . . . . . . 3,500,000
» Αγγλίας . . . . . . . . 500,000
-------------
7,500,000
Το όλον δε των εισπραχθέντων υπό του Κυβερνήτου χρημάτων έχει ούτως:
Εκ της Εθνικής τραπέζης κεφάλαιον . . . . . . . .1,100,000
» χαρτονομισμάτων . . . . . . . . . . . . . . . . . . 500,000
» του κέρδους των αργυρών και χρυσών
κοσμημάτων . . . . . . . . . 100,000
» διαφόρων κληροδοτημάτων και προσφορών 600,000
» δανεισθέντων τω έθνει παρά του Κυβερνήτ .800,000
» των προσόδων της χώρας . . . . . . . . . . .14,000,000
-------------
24,600,000
(96)
Διά του σχετικώς ελαχίστου τούτου χρηματικού ποσού διετήρησεν ο Κυβερνήτης στρατόν εν καλή καταστάσει, ανερχόμενον εις 11,300 άνδρας και είκοσι δύο πλοία καλώς εξηρτισμένα και αξιωματικούς καλώς μισθουμένους. Εάν δ' εις τα υπ' αυτού τελεσθέντα ανά την Ελλάδα έργα απίδωμεν, τότε δικαίως θέλομεν αναφωνήσει ότι περί Καποδιστρίου ήρμοζεν ό,τι έλεγε περί της αρχαίας Ελλάδος ο διασημότατος Γερμανός καθηγητής Κάρολος Φρειδερίκος Χέρμανν: «ότι ουδεμία πώποτε πολιτεία κατώρθωσε διά σμικρών πόρων μείζονα ή όσα η αρχαία Ελλάς» (97).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Τα μετά την δολοφονίαν. — Ενέργειαι των αντιπρέσβεων περί της τηρήσεως της
ησυχίας. — Άφιξις εκ Τριπόλεως του Κολοκοτρώνη. — Άφιξις των αντιπροσώπων της
εν Ύδρα αντιπολιτεύσεως αιτουμένης αμνηστίαν. — Απόρριψις των προτάσεων των
αντιπολιτευομένων υπό της τριανδρίας. — Ο Γάλλος και εν μέρει ο Άγγλος
αντιπρέσβυς υποστηρίζουσι τους εν Ύδρα. — Παύσις του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ. —
Αποστολή πλοίων προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. — Επιστολή
μετριόφρων του Ζαΐμη προς τον Κολοκοτρώνην περί συνενώσεως του έθνους. —
Αποτυχία της αποστολής. — Αμοιβαίαι συκοφαντίαι Καποδιστριακών και
αντιπολιτευομένων. — Οι πληρεξούσιοι. — Έναρξις της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως
συνεχιζούσης την προηγουμένην — Παραίτησις Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη — Ο
Κωλέττης αρνείται να παραιτηθή. — Συνέλευσις αντεπολιτευομένων. — Ταραχαί εν
Άργει. — Φυγή των περί τον Κωλέττην εις Στερεάν Ελλάδα. — Κυβέρνησις της
Περαχώρας. — Προκήρυξις Κωλέττη προς τους Έλληνας καλών αυτούς κατά των
Καποδιστριακών. — Απειλή εισβολής εις Πελοπόννησον. — Ο Κολοκοτρώνης ετοιμάζει
στρατόν κατ' αυτών. — Ματαίωσις της μεσιτείας προς συνδιαλλαγήν. — Εισβολή των
Ρουμελιωτών εις Πελοπόννησον. — Κατάληψις Άργους και Ναυπλίου. — Τέλος της εν
Ελλάδι διοικήσεως της οικογενείας Καποδιστρίου.
Δυστυχώς μετά τον οικτρόν θάνατον του Καποδιστρίου επήλθε χάος· ουδείς εγίνωσκε
τι τέξεται η επιούσα· και αυτοί δ' οι τέως αντιπολιτευόμενοι του Καποδιστρίου
κατελήφθησαν υπό τρόμου, καθ' όσον ο λαός φοβούμενος περί της εαυτού σωτηρίας
ηγανάκτει κατά των σφόδρα αντιπολιτευομένων των γενομένων κατά το μάλλον ή
ήττον αιτίων της δολοφονίας του Καποδιστρίου. Εδείχθησαν μεν καί τινες
επιχαίροντες τω θανάτω του Κυβερνήτου είτε πάθους ένεκα πολιτικού, είτε
προσωπικού, επί βραχύ ελπίσαντες επί την μέλλουσαν του έθνους και εαυτών
ευδαιμονίαν, αλλά τάχιστα απεδείχθη χίμαιρα η ελπίς αυτών. Παρ' άπασι λοιπόν τοις
Έλλησιν επεκράτησε το αίσθημα του φόβου, της καταπλήξεως και της αβεβαιότητος
του μέλλοντος. Διά του διορισμού της τριανδρίας ικανοποιούντο οι μεν Επτανήσιοι και
προ πάντων οι την μνήμην του Καποδιστρίου έχοντες ιεράν οπαδοί της πολιτικής
εκείνου επί τω διορισμώ του Αυγουστίνου, όστις, κατά τα φαινόμενα, ηρνείτο να
μετάσχη της διοικήσεως, αλλ' εδέξατο μόνον «ίνα μη ματαιωθώσιν, ως είπε, διά
μιας οι τοσούτοι αγώνες τον αδελφού μου»· οι δε Πελοποννήσιοι, διότι ο
Κολοκοτρώνης είχε μεν εχθρούς, αλλ' ήν ο επισημότατος οπλιτάρχης της
Πελοποννήσου· οι δε της εκτός του Ισθμού Ελλάδος, διότι ο Κωλέττης εθεωρείτο ως
ευφυέστερος των άλλων. Και οι Υδραίοι αυτοί εφάνησαν διατεθειμένοι να
αναγνωρίσωσι την προσωρινήν κυβέρνησιν. Έλεγον δε οι άνθρωποι, αυταρέσκως
εαυτούς πείθοντες, ότι η σύνθεσις της τριανδρίας κατήλεγχεν έξοχον πολιτικήν
περίνοιαν.
Μετά την δολοφονίαν, ως ην εικός, ο υπουργός των Στρατιωτικών Π. Γ. Ρόδιος φοβούμενος στάσιν στρατιωτικήν έγραψε προς πάντας τους αρχηγούς σωμάτων να φροντίσωσι περί της ευταξίας των υπ' αυτούς ανδρών. Ιδού δε πώς αναγγέλλει τον φόνον και την περί του στρατού επιμέλειαν έν τινι προς τον στρατηγόν Ιωάννην Ράγκον επιστολή:
«Φίλε και αδελφέ!
«Έχασεν η πατρίς τον σωτήρα! έχασεν η Ελλάς τον πατέρα! Εδολοφονήθη μετά πιστολών κατά κεφαλής και μαχαιρών επί κοιλίας από τον Κωνσταντίνον και Γεώργιον Μαυρομιχαλαίους χθες Κυριακήν, μόλις ανατέλλοντος του ηλίου, ότε επάτει το κατώφλιον της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος.
«Έπεσε πάραυτα κατά γης άλαλος και άφωνος. Ποία θλιβερά Κυριακή! ποίον τάχα τέλος περιμένει την πατρίδα εις τοιαύτας τρικυμίας πολιτικάς της Ευρώπης και εις τοιαύτας ραδιουργίας ολεθρίας τινών Ελλήνων.
«Άλλην θεραπείαν οπωσούν δεν βλέπω παρά την φρόνησιν των στρατιωτικών.
«Προσπαθήσατε, φίλε και αδελφέ, εις την ευταξίαν των στρατιωτικών διότι άλλως χανόμεθα. «Ζητούν να θολώσωσι το νερόν διά να μας καταφάγωσιν οι περί ημάς λύκοι», ως έλεγεν ο μακαρίτης.
«Σας ασπάζομαι.
Ναύπλιον την 28 Σεπτεμβρίου 1831.
Π. Γ. Ρόδιος».
Και οι εν Ναυπλίω δ' αντιπρέσβεις Ρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας φροντίζοντες περί της τάξεως κατέλαβον τα φρούρια διά ναυτών. Ο δε Κολοκοτρώνης εν Τριπόλει μαθών τον διορισμόν αυτού δι' ιδιαιτέρου αγγέλματος του κόμητος Αυγουστίνου Καποδιστρίου και διά δύο ταχυδρόμων της κυβερνήσεως αφίκετο (29 Σεπτεμβρίου) μετά σύντονον πορείαν εις Ναύπλιον ηγούμενος 150 ιππέων. Εκ των μελών της τριανδρίας ο μεν Αυγουστίνος, ως εικός, έπνεεν εκδίκησιν κατά των δολοφόνων του αδελφού και των οπαδών εκείνων, ο δε Κολοκοτρώνης συνετός ων συνέστελλε τας ορμάς εκείνου, ο δε Κωλέττης εγίνωσκε ν' αναμένη κρείσσονας περιστάσεις προς εκδήλωσιν των εαυτού πολιτικών φρονημάτων, άτινα ήσαν όλως αντίθεται προς τα των δύο συναρχόντων. Πριν ή συνέλθη η διοικητική επιτροπεία και ρυθμίση τα κατά την διοίκησιν, τάχιστα ήρξατο η κατ' αυτής αντιπολίτευσις. Αφίκοντο (30 Σεπτεμβρίου) εις Ναύπλιον εξ Ύδρας οι απεσταλμένοι της εκεί αντιπολιτεύσεως Μιαούλης, Ζαΐμης και Τρικούπης, φέροντες επιστολήν προς την Γερουσίαν υπογεγραμμένην (29 Σεπτεμβρίου) υπό τριάκοντα πληρεξουσίων, εν ή συν άλλοις υπήρχον και τάδε: «Θέλετε αναγνωρίσει, κύριοι, ότι μόνον οι νομίμως εκλεγμένοι και απαραβιάστως συζητούντες πληρεξούσιοι του έθνους δύνανται ν' αντικαταστήσωσι κατά νομίμους τύπους και δι' εθνικής δυνάμεως την προ μικρού λήξασαν εξουσίαν. Ελπίζομεν δε όχι η Γερουσία οργανισθείσα υπό εκλιπούσης αρχής ως συμβουλευτικόν μόνον σώμα δεν θέλει τολμήσει να υπερβή τον κύκλον των καθηκόντων αυτής, ούτε περιαγάγει ημάς εις την δυσάρεστον ανάγκην να διαμαρτυρηθώμεν κατά τοιαύτης ενεργείας».
Αλλ' η Γερουσία απέκρουσε την πρότασιν των Υδραίων, οίτινες νομίσαντες ότι ο Μιαούλης ην μισητόν πρόσωπον, ως δεινός γενόμενος πολέμιος του Κυβερνήτου, έπεμψαν αντ' αυτού άλλον πληρεξούσιον και απήτησαν παρά της τριανδρίας, ίνα προστεθώσι δύο έτι μέλη εκ της υδραϊκής αντιπολιτεύσεως, δοθή δε πλήρης αμνηστία διά τα πολιτικά εγκλήματα και συγκληθή τάχιστα η εθνοσυνέλευσις εν τόπω ασφαλεί, ής μέλη έμελλον να ώσι και οι εν Ύδρα εβδομήκοντα αντιπρόσωποι, διαταχθώσι δ' ελεύθεραι εκλογαί. Αλλ' αι προτάσεις των Υδραίων απεκρούσθησαν. Οι τρίανδροι δεν ηρκούντο τούτοις μόνοις, αλλ' υπέθαλπον παρά τω λαώ, εκ παντός τρόπου και διά χορηγίας χρημάτων την οργήν κατά των οπωσδήποτε συντεινάντων εις την κατά του Κυβερνήτου αντιπολίτευσιν και εις τον φόνον, εν οίς περιελαμβάνοντο και οι Υδραίοι και μάλιστα ο Μιαούλης και τάλλα μέλη της εν Ύδρα «συνταγματικής επιτροπής». Ταύτα εκίνουν την χολήν Υδραίων και των συνταγματικών των αντιπολιτευσαμένων εν γένει τη τε κυβερνήσει του Καποδιστρίου και νυν τη της τριανδρίας. Την των Ελλήνων διαμάχην των τε συμπολιτευομένων υπέθαλπον και οι εξωτερικοί, εξ ών οι μεν Ρώσοι συνετάσσοντο τη τριανδρία, οι δε Γάλλοι και εν μέρει οι Άγγλοι τη αντιπολιτεύσει, εφ' ώ τόσον εξωργίσθη ο κούφος και ευόργητος Αυγουστίνος· ώστε έπαυσε της αρχηγίας του ελληνικού στρατού τον Γάλλον στρατηγόν Ζεράρ επί τη προφάσει ελλείψεως χρημάτων, ην προέβαλε τω στρατηγώ Γκεενέκ προς αιτιολογίαν της παύσεως· αλλ' ο γινώσκων το αληθές αίτιον στρατηγός αμέσως ανεκάλεσε πάντας τους Γάλλους αξιωματικούς εκ του ελληνικού στρατού. Η δε τριανδρία ένθεν μεν εκ παντός τρόπου ησχολείτο να διατηρή ακμαίαν παρά τω λαώ την λύπην επί τη απωλεία του φιλοστόργου πατρός, του σωτήρος, του ευεργέτου του ελληνικού έθνους και προς τούτο διέταξεν έξ εβδομάδων πένθος παρά πάσαις ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρχαίς, εξοπλίσασας δε τα ολίγα της κυβερνήσεως πλοία εξαπέστειλε (3 Οκτωβρίου) υπό την οδηγίαν των Μεταξά, Τσαμαδού, Χρυσογέλου και Παξιμάδη προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. Μάτην οι μετριοφρονέστεροι των αντιπολιτευομένων απετάθησαν προς άλλους φίλους της τριανδρίας και προς τον συνετόν Θεόδωρον Κολοκοτρώνην συμβουλεύοντες αυτώ μετριότητα, και μάλιστα ο Ανδρέας Ζαΐμης, όστις έγραφε τη 5 Οκτωβρίου προς τον Κολοκοτρώνην τάδε: