ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Οπόσον ο Ιωάννης Καποδίστριας εμερίμνησεν υπέρ του έθνους, αφ' ής στιγμής εξελέγη Κυβερνήτης και προ της εκλογής ότε διετέλει υπουργός εν Ρωσία και βραδύτερον ιδιωτεύων, μαρτυρεί η δημοσιευθείσα αλληλογραφία αυτού, ήτις καταδεικνύει τον μέγαν υπέρ της Ελλάδος ενθουσιασμόν του ανδρός.
Εφ' ώ και η ιδιαιτέρα αυτού πατρίς, η Κέρκυρα, ευγνωμονούσα ένεκα της δι' αυτού προσαφθείσης αυτή δόξης, ανήγειρεν ανδριάντα εν τη πλατεία της πόλεως, ού τα αποκαλυπτήρια μεγαλοπρεπώς επανηγύρισε τη 12 Απριλίου 1887 σύμπας ο ελληνισμός δι' αντιπροσώπων. Και η Εθνική μεν Βουλή είχε πέμψει τον πρόεδρον αυτής Ανδρέαν Αυγερινόν, η Κυβέρνησις τον υπουργόν των Ναυτικών και εκ Κερκύρας βουλευτήν Γεώργιον Θεοτόκην, το Πανεπιστήμιον τον Πρύτανιν αυτού Γεώργιον Καραμήτσαν και ο δήμος Αθηναίων τον Μιχαήλ Π. Λάμπρον, οίτινες και λόγους εξεφώνησαν καταλλήλους τη περιστάσει, καθώς και ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Κερκυραίων και διευθυντής του εν Κερκύρα Λυκείου «Καποδιστρίου» Λεωνίδας Βλάχος, ός και προ τούτου ίδρυσεν εν τω ιδίω λυκείω μαρμαρίνην προτομήν του μεγάλου της νήσου των Φαιάκων πολίτου (100)· Ο τη 12 Απριλίου 1887 αποκαλυφθείς εν Κερκύρα ανδριάς του πρώτου της Ελλάδος κυβερνήτου Ιωάννου Α. Καποδιστρίου είναι λευκού μαρμάρου και έχει ύψος τριών μέτρων περίπου. Εικονίζει δε τον Καποδίστριαν σκεπτικόν και κρατούντα εν τη αριστερά εκτεταμένη χειρί κύλινδρον χάρτου, την δε δεξιάν έχοντα εν αναπαύσει κεκαμμένην προ του στήθους και ανοικτόν τον δείκτην. Ο Καποδίστριας φέρει ευρωπαϊκήν σύγχρονον στολήν, αλλ' επί το αρχαιοπρεπέστερον περιβάλλεται και υπό πολυπτύχου μανδύου εμπεπορπημένου κάτωθι της αριστεράς χειρός παρά την οσφύν. Ο ανδριάς βλέπει την αντικρύ της νήσου δούλην εισέτι Ελλάδα, την Ήπειρον, ήν τοσούτον αυτός εζήτησε να ελευθερώση, αλλά δεν επέτυχε και ίσταται επί βάθρου, ού το ανώτατον μέρος, κατά τας τέσσαρας πλευράς, κοσμείται υπό του οικοσήμου της οικογενείας του Καποδίστρια, ήτοι υπό θυρεών, εστεμμένων εντός κλάδων φοίνικος και φερόντων τρεις διαγωνίως αστέρας και ένα σταυρόν προς την άνω δεξιάν γωνίας εν τη κυρία δ' όψει του βάθρου την επιγραφήν:
I. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ
ΤΗΣ
ΕΛΛΑΔΟΣ
Εν δε τη δεξιά τω θεατή: «Τον περίδοξον πολίτην και της Ελλλάδος μέγαν ευεργέτην, ανδριάντι τώ δε Ιωάννης Τουρλινός εγέγηρε συμπροθυμησαμένου του Κερκυραίων δήμου, τη φιλοτίμω του μεγάλου ανδρός προαιρέσει» εν δε τη αριστερά: «Λεωνίδας Δρόσης έργου ήρχε, Γεώργιος Βενάκης επί πέρας ήγαγεν έτει ΑΩΠΕ'.»
Ευχής έργον θα ήτο, εάν το έθνος ίδρυε τω μεγάλω της Ελλάδος πολίτη και πρώτω Κυβερνήτη αυτής και έτερον ανδριάντα (101) είτε εν Ναυπλίω είτε εν Αιγίνη ή και εν Αθήναις, καταδεικνύον ούτω πόσον γινώσκει να τιμά τους μεγάλους αυτού άνδρας, ως έπραττον οι πατέρες ημών.
Επί τη ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντος του ημετέρου Καποδιστρίου
του τόσον οικτρώς τον βίον καταστρέψαντος, οι μεν εκάλουν αυτόν Τιμολέοντα,
οι δε Φωκίωνα, οι δε Βασιγκτώνα, ο δε ιστορικός Ούρκβαρδ, ήττον
κολακευτικός, παρέβαλεν αυτόν προς τον Νάβιν, αλλά, ως μοι φαίνεται, πάντες
ούτοι οι ιστορικοί παραλληλισμοί εισίν άστοχοι κατά πολύ, και μάλλον αρμόζει η υπό
του λαού είτα αποδοθείσα αυτώ πρoσωνυμία Καβούρ ως διοργανώσαντος την
ελευθερωθείσαν Ελλάδα ως εκείνος την Ιταλίαν, προ τη Ελληνική μούση και η Ιταλική
συνέθηκε δύο ύμνους ών ο μεν έχει: Giovanni Capodistriu inno patriotico del cav. Anv
Giuseppe Ramelli, Corfu 1886, ο δε: «Τω μεγάλω διπλωμάτη κόμητι Ιωάννη
Καποδιστρία, γραμματεί της Επικρατείας της Επτανήσου Πολιτείας, υπουργώ και
καγκελαρίω του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, πληρεξουσίω λειτουργώ παρά τη
Ελβετική ομοσπονδία, πολίτη της Γενεύης, ιππότη μεγαλοσταύρω των κυριωτάτων
ταγμάτων της Ευρώπης, κυβερνήτη της Ελλάδος, όν η Ευρώπη εκήρυξε τον
περινούστατον των Ελλήνων» nel giorno che Corcira sua patria innalzava gli publico
monumento il Canonico Dr Darmanin questo umile omaggio consacrava.
Corfù 1886.
Αλλά καίπερ φυγόντος του Αυγουστίνου, η ειρήνη εν τη επιτροπή ουδαμώς αποκατέστη. Ο Κωλέττης απεστρέφετο τα δύο αυτώ εχθρά μέλη, τον Μεταξάν και τον Κολοκοτρώνην· διό τα της πενταμελούς διοικητικής επιτροπής μέλη πριν άρξωνται των διοικητικών έργων εφιλονείκουν προς άλληλα· το κόμμα των Καποδιστριακών ηγωνίζετο, εκ παντός τρόπου, να υποσκελίση τον Κωλέττην· αλλ' ούτος είχε δύναμιν κραταιάν εν τω περί το Ναύπλιον στρατώ και υπεστηρίζετο υπό του Θηρσίου, οι δε αντίπαλοι ηρείδοντο επί μόνον τον Ρίκορδ. Τέλος μετά μακράς συζητήσεις, παραιτηθέντος τη 30 Μαρτίου 1832 του Κολοκοτρώνη, συνεφώνησαν προφορικώς ο τε Μεταξάς και Κωλλέττης, όπως ιδρυθή επταμελής επιτροπή εκ του Κωλέττη, Μεταξά, Ζαΐμη, Κουντουριώτη, Κολιοπούλου, Δημητρίου Υψηλάντου και Ζωγράφου. Αλλ' ό,τι συνέβη εν τη καταρτίσει της πενταμελούς επιτροπής, τούτ' αυτό συνέβη και εν τη της επταμελούς. Όπως η συγκρότησις εκείνης γενομένη υπό της Γερουσίας απήρεσε τω Κωλέττη, ούτω και η της πρώτης επταμελούς γενομένη υπό του Κωλέττη απήρεσε τη Γερουσία. Τοιαύτη ήτο η αναρχία. Και λοιπόν εσχηματίζοντο επιτροπαί και υποεπιτροπαί και διελύοντο προς ζημίαν του έθνους!
Η Γερουσία γινώσκουσα ότι ο Ζωγράφος και ο Υψηλάντης ήσαν υποχείριοι τω Κωλέττη, και ότι επομένως ο πολυμήχανος εκείνος ανήρ έμελλε να έχη την πλειονοψηφίαν, αντί των δύο εκείνων εξελέξατο τη 2 Απριλίου 1832, δύο ομόφρονας αυτή και τοις Καποδιστριακοίς: τον Πλαπούταν και τον Τρικούπην μενόντων των άλλων και αυτού του εχθίστου αυτή Κωλέττη, άτε μη τολμώση ν' αποκλείση αυτόν ως ισχυρότατον. Αλλ' η εκλογή της Γερουσίας απεδοκιμάζετο, ως εικός, υπό των περί τον Κωλέττην συνταγματικών· απεδοκίμαζον τον Τρικούπην ως μεταστάντα από της αντιπολιτεύσεως και εργασθέντα υπέρ της διατηρήσεως των Καποδιστριακών, οι δε Ρουμελιώται στρατιώται ηπείλουν ότι, εάν μη η Γερουσία ανεκάλει τον διορισμόν του Τρικούπη, έμελλον να ανατρέψωσι τα πάντα και κατακρεουργήσωσι τους γερουσιαστάς και άλλα τοιαύτα διαπράξωσι. Προς δε τούτοις, οι Ρουμελιώται απήτουν ίνα η εν Άργει συνέλευσις εξακολουθήση· αλλ' η Γερουσία αντέλεγε. Μάτην ο Θήρσιος συνεβούλευε, παρεκάλει, εξώρκιζε τους Γερουσιαστάς ίνα χάριν της πατρίδος πληρωθώσιν αι απαιτήσεις των επικινδύνων Ρουμελιωτών, οι Γερουσιασταί έμενον άκαμπτοι. Αποτυχών παρά τη Γερουσία ο Θήρσιος εστράφη προς τους δημογέροντας του Ναυπλίου παρ' οίς και επέτυχεν· ούτοι συναγείραντες τα πλήθη, περιεκύκλωσαν την Γερουσίαν, ηπείλησαν τους γερουσιαστάς και μάλιστα αναφανδόν ο Γάλλος αντιπρέσβυς Ρουάν είπε προς τον Γερουσιαστήν Γ. Αινιάνα ότι, εάν μη υπακούσωσι, θα διασυρθώσιν αι κεφαλαί αυτών διά των οδών, και ούτως ηνάγκασαν την Γερουσίαν να συνέλθη μετά της Κυβερνήσεως εις κοινήν συνεδρίαν, καθ' ήν τη 13 Απριλίου 1832 απεφασίσθη ίνα προσληφθή εν τη επιτροπή αντί του Τρικούπη ο Λιδωρίκης, ανθ' ού όμως προσελήφθη ο αγγλόφρων Κώστας Μπότσαρης, και συγκληθή τη 19 Απριλίου η Εθνική Συνέλευσις εν Άργει. Ούτω διά της βιαίας συμπράξεως της Γερουσίας προς την Κυβέρνησιν, ηττήθη η Καποδιστριακή μερίς· η δε Κυβέρνησις εξέδωκε προκήρυξιν τη 18 Απριλίου ότι τάχιστα συγκληθήσεται η συνέλευσις εν Άργει. Ωρίσθη δε ίνα έκαστον μέλος της Κυβερνήσεως προεδρεύη αυτής κατά μήνα, ως και παρά τη αρχαία Ελληνική Βουλή· πρώτος δε πρόεδρος εγένετο ο Κουντουριώτης. Αλλά τι ηδύνατο να πράξη επιτροπή, μεθ' ής βία συνέπραττεν η Γερουσία, τα δε μέλη αυτής διίσταντο προς άλληλα;
Το ταμείον μόλις περιείχεν 155 τάληρα! Ο Κωλέττης κηδόμενος του στρατού, δι' ού εμεγαλύνθη, αλλά και φοβούμενος στάσιν, ως εκ της μη πληρωμής των μισθών, ηβουλήθη να διανείμη αυτόν ανά την Πελοπόννησον προς διατροφήν· αλλ' ο Ζαΐμης, ο Πλαπούτας και ο Μεταξάς ανθίσταντο θέλοντες να ταπεινώσωσι τον Κωλέττην και καταβάλωσι τους Ρουμελιώτας, όπερ προϊδών ο Κωλέττης υπεχώρησε φρονίμως. Αλλά πλην τούτου διίστατο πάντοτε η Γερουσία προς την επταμελή κυβέρνησιν, απαιτούσα ίνα συνέρχωνται κοινή εις εκτάκτους συνεδρίας, συμπράττη τη κυβερνήσει εν τη εκλογή των πληρεξουσίων, ελέγχη το δημόσιον ταμείον· προς δε τούτοις, ίνα εντός πέντε ημερών ομόση η κυβέρνησις όρκον πιστής εκτελέσεως των εαυτής καθηκόντων ενώπιον αυτής, τα δε διατάγματα φέρωσι την υπογραφήν τουλάχιστον πέντε μελών της κυβερνήσεως. Αι διαφωνίαι αύται των τε μελών της κυβερνήσεως και προς άλληλα και προς την Γερουσίαν μετεδίδοντο, ως δήλον, και εις τον λαόν· η διχόνοια των φατριών υπεξεκαίετο και ο λαός εκλυδωνίζετο εν τω πολυκυμάντω των παθών πελάγει. Όπως ποτ' αν η, ενίκησαν, επί τέλους, οι συνταγματικοί και εν τω καταρτισμώ του υπουργείου εγένοντο υπουργοί: Ο μεν Μαυροκορδάτος επί των Οικονομικών, ο δε Τρικούπης επί των Εξωτερικών, ο Ζωγράφος επί των Στρατιωτικών, ο Κλωνάρης επί της Δικαιοσύνης, ο Βούλγαρης επί των Ναυτικών, ο Χρηστίδης επί των Εσωτερικών, και ο Ρίζος Νερουλός επί των Εκκλησιαστικών. Το υπουργείον τούτο καίπερ συνταγματικόν καλούμενον ουδέν σχεδόν συνταγματικόν έπραξεν· ουδ' αυτήν την προκηρυχθείσαν Εθνοσυνέλευσιν συνεκάλεσεν. Αλλά το μάλλον κατεπείγον ην η απειλητική κατάστασις του στρατού, όστις πολλαχώς ερραδιουργείτο υπό των Καποδιστριακών και μάλιστα υπό του Κολοκοτρώνη διαδίδοντος, μεταξύ άλλων, ότι ο Κωλέττης είχεν υποσχεθή τοις Ρουμελιώταις ως αμοιβήν την λεηλασίαν της Πελοποννήσου.
Και όντως πρώτος ο Θεόδωρος Γρίβας ηγούμενος άλλων τε και Αλβανών ηργυρολόγησεν εν Άργει, είτα ετράπη προς την Τρίπολιν· ο δε Τουρκαλβανός Ταφίλ Πούζης ελεηλάτει την Κόρινθον. Κατά των υπό τον Γρίβαν επήλθε προσκληθείς υπό των πολιτών ο Κολοκοτρώνης, όστις και κατέλαβε το Βαλτέτσι· ο δε Γενναίος Κολοκοτρώνης απαλλάξας τον Ευαγγέλην Κοντογιάννην περικυκλωθέντα περί τον Άγιον Πέτρον υπό των αντιπάλων και των εγχωρίων εστρατοπέδευσε παρά την Τρίπολιν· ο δε Νικήτας εισβαλών εις Μεσσηνίαν απέκρουσε τους εισβαλόντας Μανιάτας αιχμαλωτίσας και τον αρχηγόν αυτών τον Κατζάκον Μαυρομιχάλην. Μετά μικράς δ' αψιμαχίας παρά το Ζέλι και τα Τσιπιανά, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης προσβαλών τον Γρίβαν και Χατζηχρήστον παρά τον Μαντζαγράν ηνάγκασεν αυτούς ναπέλθωσιν εις Άργος, εξ ού εγένοντο σφοδρότεραι αι έριδες μεταξύ των μελών της κυβερνήσεως· διότι ο μεν Ζαΐμης, ο Μεταξάς και ο Πλαπούτας κρυφίως υπέθαλπον τας ενεργείας του Κολοκοτρώνη, ο δε Κωλέττης, Κουντουριώτης και Μπότσαρης ήθελον ναποκηρύξωσιν αυτόν ως στασιώτην, όπερ και 48 πρόκριτοι και οπλιτάρχαι διά προκηρύξεως (18 Ιουνίου 1832) αυτών προύτειναν· αλλ' αρνηθέντος του Υψηλάντου, ουδέν κατά του δαφνοστεφούς στρατάρχου της Πελοποννήσου εγένετο, ούτως ώστε εν Πελοποννήσω ελάμβανον την υπεροχήν οι καποδιστριακοί. Αλλ' η κορύφωσις της αναρχίας εν Ελλάδι επήλθεν, ότε η επιτροπεία φοβουμένη μη τυχόν οι αυτοί αντιπολιτευόμενοι καταλάβωσι τα φρούρια επέτρεψε την φρουράν αυτών τοις Γάλλοις, ών 1200 υπό τον στρατηγόν Κορβέ κατέλαβον τη 7 Μαΐου 1832 το Ναύπλιον και τα φρούρια.
Αλλά τας Πάτρας πριν ή καταλάβωσιν αυτάς οι Γάλλοι προκατέλαβεν ο Κίτσος Τσαβέλλας ηγούμενος 500, όστις ην αντίθετος τη επιτροπεία. Αντίθετοι δε ταύτη ήσαν και τα πολλά της Αχαΐας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Ήλιδος και μόνον εν Κορίνθω και Λακωνία υπερίσχυσεν αύτη. Εν δε τη εκτός του Ισθμού Ελλλάδι τα μεν άλλα ήσαν αδιάφορα, τα δε της Φωκίδος εφρόνουν τα των Καποδιστριακών.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εγένοντο εν μυρίαις παρανομίαις και βία αι εκλογαί των πληρεξουσίων της Εθνικής συνελεύσεως, εφ' ώ και η Γερουσία και αι επαρχίαι Καρυταίνης, Αμφίσσης και Σπετσών διεμαρτυρήθησαν επισήμως κατά των τελουμένων εκλογικών οργίων διά την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν. Η συνέλευσις αύτη δύναται να θεωρηθή κυρίως έκτη, άτε νέων εκλογών γενομένων· αλλ' ως συνέχεια της πέμπτης εν Άργει συνελεύσεως της επί Καποδιστρίου συγκληθείσης θεωρηθείσα αριθμείται ως πέμπτη, ούτως ώστε ενέχει ποιάν τινα σχέσιν προς την πενθέκτην λεγομένην Οικουμενικήν Σύνοδον. Την συνέλευσιν ταύτην υπέβλεπον οι Καποδιστριακοί, διότι οι πλείστοι των πληρεξουσίων αυτής ήσαν συνταγματικοί. Τούτου ένεκα, ενώ οι πληρεξούσιοι συνήρχοντο εν Άργει, ο Δ. Καλλέργης επήρχετο αναφανδόν προς διάλυσιν αυτής, αλλ' απεστάλη κατ' αυτού ο Ν. Κριεζώτης και οι ως επικουρία αυτού πεμφθέντες πυροβοληταί και έν πολεμικόν πλοίον. Ο Καλλέργης ηττηθείς υπεχώρησε τη 8 Ιουνίου 1832 εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου, οι δ' εν Άργει συνελθόντες 180 πληρεξούσιοι, επειδή ηπειλούντο υπό των Καποδιστριακών, ψυχρώς δε υπεστηρίζοντο υπ' αυτής της επιτροπείας, απεδοκιμάζοντο δε συγχρόνως υπό τε του Ρώσου και Άγγλου αντιπρέσβεως, ως συνερχόμενοι καθ' όν χρόνον επέκειτο η κάθοδος του βασιλέως, απήλθον εις το προάστειον του Ναυπλίου, την Πρόνοιαν, ασφαλείας ένεκεν (102).
Μετά τινας ημέρας ελύετο αισίως, οπωσδήποτε, και το ζήτημα των Ελληνικών μεθορίων. Η Πύλη υπεχώρησε προς τας αιτήσεις των εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών των Δυνάμεων, παρεδέξατο την τροποποίησιν των μεθορίων και υπέγραψε την 27)9 Ιουλίου 1832 την οριστικήν περί Ελλάδος συνθήκην. Πλην όμως η Πύλη υπογράφουσα την συνθήκην ταύτην εποιήσατο νέας τινάς προτάσεις, ήτοι να ορισθή διά πρωτοκόλλου ο αριθμός των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδος, να υποχρεωθή η Ελλάς να μη παρέχη υπηρεσίαν τινά ή βοήθειαν προς τας δυνάμεις, κυβερνήσεις, λαούς και έθνη, μεθ' ών η Υ. Πύλη ήθελε περιέλθει εις πόλεμον, αλλά να τηρή αυστηρώς την αρχήν της ουδετερότητος, επί πλέον δε και να εκδίδη τους εις Ελληνικόν έδαφος καταφεύγοντας υπηκόους Οθωμανούς και τέλος να αποδώση τας Δαιμονονήσους και τα Ηλιοδρόμια, άπερ, ως εκ της προσφόρου θέσεως αυτών, η Τουρκική Κυβέρνησις έκρινεν αναγκαίας προς εξασφάλισιν των παρακειμένων οθωμανικών επαρχιών. Αλλ' ευτυχώς πάσας τας αιτήσεις ταύτας, η εν Λονδίνω συνδιάσκεψις απέρριψε διά του πρωτοκόλλου της 18)30 Αυγούστου, 1832, επισπεύδουσα εις τον οριστικόν καθορισμόν των Ελληνοτουρκικών μεθορίων· εφ' ώ και προσεκάλεσε τα δύο ενδιαφερόμενα Κράτη να ορίσωσιν επιτροπάς· αυταί δε απέστειλαν κατά το 3 άρθρον της συνθήκης της 27)9 Ιουλίου 1832 τους συνταγματάρχας: Βάκερ, Βαρτελεμύ και Σκαλόν, οίτινες μετά του Έλληνος επιτρόπου στρατηγού Σταΐκου και του Τούρκου τοιούτου Χουσεΐν βέη ήρξαντο του έργου αυτών εν Πρεβέζη τη 31 Αυγούστου 1832 και επεράτωσαν αυτό τη 13)25 Νοεμβρίου. Κατά την διαχάραξιν ταύτην των ορίων εγένοντο μεταβολαί τινες μάλλον υπέρ της Ελλάδος, ένεκα τεχνικών λόγων. Το έργον όμως της οροθετικής επιτροπής υπήρξε δυσχερέστατον, ένεκα της ιδιοτροπίας του Τούρκου επιτρόπου Χουσεΐν Βέη, όστις, κατά την ομόφωνον δήλωσιν των οροθετών των τριών δυνάμεων, «μετεχειρίσθη παν μέσον παρ' αυτόν εξαρτώμενον, προς παρεμπόδισιν των εργασιών, απαγορεύων τοις κατοίκοις να παρέχωσι πληροφορίας και να οδηγώσιν, απαγορεύων την προμήθειαν των αναγκαίων τροφίμων, διατάσσων τους αγωγιάτας ν' αποποιώνται όπως προχωρήσωσι κτλ., εις επίμετρον δε και εξέφρασε, κατά την τελευταίαν συνεδρίασιν, λόγους αναρμόστους και απειλάς.»
Ούτω διεκανονίσθησαν τα όρια του νέου Ελληνικού Βασιλείου, ανεπιτήδεια κατά πάντα και στενά, ουδαμώς αντάξια των μεγάλων θυσιών του ελληνικού έθνους, αγωνισθέντος υπερανθρώπως επί οκταετίαν όλην, ένεκα της γλισχρότητος των ευεργετίδων δυνάμεων, αίτινες πολύ μάλλον ήθελον εξυπηρετήσει και τον πολιτισμόν και την ειρήνην, εάν ανίδρυον Κράτος Ελληνικόν περιλαμβάνον, τουλάχιστον, την Ήπειρον μετά της Θεσσαλίας και των νήσων Κρήτης και Σάμου και παρείχον αυτώ τα μέσα της ευημερίας και της απροσκόπτου προόδου εν τη σταδιοδρομία του πολιτισμού. Και ούτως έδει να γίνη, αφ' ού και αυτός ο Αυστριακός αρχικαγκελάριος Μέττερνιχ, όστις υπήρξεν αληθώς αμείλικτος πολέμιος του Ελληνικού αγώνος, πρώτος προύτεινε την ανίδρυσιν ανεξαρτήτου βασιλείου και ουχί υποτελούς ηγεμονίας, ότε δε βραδύτερον το Οθωμανικόν κράτος διέτρεξε κίνδυνον άλλοθεν, απεφάνθη προς τον Πρόκες, ότι, εν Κωνσταντινουπόλει εκλιπόντων των Τούρκων, έπρεπε ν' ανιδρυθή Κράτος Ελληνικόν.
Εν τούτοις, ως είπομεν, τη 14η Ιουλίου 1832, υπό την προεδρίαν του Πανούτσου Νοταρά συνελθούσα η εν Προνοία Εθνική Συνέλευσις εψήφισε τάδε: «να κηρυχθή γενική αμνηστία χάριν της ειρηνοποιήσεως των διαφόρων κομμάτων· εκφρασθή ευγνωμοσύνη προς τε τας τρεις προστάτιδας δυνάμεις και τον βασιλέα Λουδοβίκον επί τη αποδοχή του ελληνικού στέμματος διά τον υιόν αυτού Όθωνα· αναθεωρηθώσιν οι συνταγματικοί νόμοι· συνταχθή νέον σύνταγμα προς ασφάλειαν του τε λαού και του θρόνου· διανεμηθή η εθνική γη· αμειφθώσιν οι αγωνισταί και οι απόγονοι των φονευθέντων υπέρ της πατρίδος· συγκροτηθή πρόσκαιρος κυβέρνησις μέχρι της καθόδου του βασιλέως» κτλ. Εκ τούτων εψηφίσθη τη 19 Ιουλίου το Α' ψήφισμα περί γενικής αμνηστίας, εν ώ: «παρεδίδοντο εις παντελή λήθην τα απ' αρχής του εθνικού αγώνος εγκλήματα, τα πηγάσαντα εκ πολιτικών δοξασιών και αι από έργων πολέμου εις τους ιδιώτας προκύψασαι υλικαί και αποδεδειγμέναι ζημίαι ήθελον αποδοθή υπό του δημοσίου». Αλλά πριν ή προβεί περαιτέρω η συνέλευσις, οι τρεις των δυνάμεων αντιπρέσβεις διεμαρτυρήθησαν αμέσως αντιπροτείναντες α') ότι η πρόσκαιρος κυβέρνησις έδει να μείνη η αυτή μέχρι της καθόδου του βασιλέως και ιδρύσεως της αντιβασιλείας· β') ότι απηγορεύετο η πώλησις των εθνικών γαιών μέχρι της ελεύσεως του βασιλέως· γ') ότι άνευ του βασιλέως ουδέν σύνταγμα ηδύνατο να ψηφισθή.
Η συνέλευσις απέστειλε δριμείαν απάντησιν προς τους αντιπρέσβεις αναιρούσαν τας αξιώσεις αυτών ταύτας ως παρανόμους· αλλ' ο Σ. Τρικούπης δεν επέδωκεν αυτήν παρά την θέλησιν της Εθνοσυνελεύσεως. Εάν το Σύνταγμα εψηφίζετο τότε, ίσως δεν θα εγίνοντο αι πολιτικαί εκείναι κομματικαί έριδες, αι πολλαχώς παραβλάψασαι τας σχέσεις του Βασιλέως Όθωνος προς το έθνος και επενεγκούσαι τω 1843 την στάσιν, εξ ής ο Όθων ηναγκάσθη άκων και μη βουλόμενος να επικυρώση Σύνταγμα, όπερ τελείως απεστρέφετο. Είτα δε τη 26 Ιουλίου 1832 εψηφίσθη το β' υπό της Συνελεύσεως ψήφισμα, δι' ού εγένετο η επικύρωσις της εκλογής του Όθωνος ως Βασιλέως, ήν εψήφισεν ήδη η Γερουσία και είχεν αποστείλει τη 26 Απριλίου προς τον Βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκον η διοικητική επιτροπή (προσωρινή Κυβέρνησις). «Μετά την επίσημον επικύρωσιν οι πληρεξούσιοι αναστάντες πάντες ανεβόησαν ομοθύμως και επανειλημμένως: Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος Όθων ο Α'. Και το πλήθος δε των Ελλήνων περικύκλωσαν το παράπηγμα της Εθνοσυνελεύσεως, ών πολλοί εισώρμησαν εις αυτό, και μετά χαράς δακρύον, επεβόων επί πολύ έξαλλοι εκ χαράς: Ζήτω ο Βασιλεύς και πανταχού εν τε τω προαστείω και τω Ναυπλίω φαιδροί περιήρχοντο καθ' ομάδας οι Έλληνες, αποβαλόντες τον φόβον εκ της αβεβαίου πολιτικής του έθνους καταστάσεως, άτε ελπίζοντες τα βέλτιστα παρά του Βασιλέως Όθωνος. Διωρίσθησαν δε (19 Αυγούστου) υπό της διοικητικής επιτροπείας, ήτοι της προσωρινής Κυβερνήσεως, μετά ψήφισμα της Συνελεύσεως, ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης, ο στρατηγός Κώστας Μπότσαρης και ο συνταγματάρχης Γενναίος Κολοκοτρώνης, όπως συνελθόντες εις επιτροπήν απέλθωσιν εις την βασιλεύουσαν της Βαυαρίας Μόναχον και προσενέγκωσι την αφοσίωσιν και υποταγήν τον έθνους προς τον Βασιλέα αυτού Όθωνα· αντί δε του Γενναίου μη δυνηθέντος να μεταβή, απήλθεν ο Δ. Πλαπούτας. Εκόμισαν δ' εις Μόναχον το τε ψήφισμα της επικυρώσεως της εκλογής εν πρωτοτύπω και τας αναφοράς της Συνελεύσεως περί ταχείας καθόδου του Βασιλέως εις Ελλάδα.
Μετά τινα δε χρόνον (τη 19 Αυγούστου), οι περί τον Φ. Θήρσιον, φιλέλληνα Βαυαρόν, αναλώμασι του Λουδοβίκου την Ελλάδα περιηγούμενον, αλλ' επί τοσούτον χρόνον μετά των Ελλήνων συγκρωτισθέντα, ως είδομεν, ώστε να αναμιγνύηται εις τα της Ελλάδος (103), διέλυσαν την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν, ής ο σκοπός είχεν ήδη εκτελεσθή, μετά την επιψήφισιν των ανωτέρω.
Μετά την διάλυσιν της εν Προνοία Εθνοσυνελεύσεως, επήλθε μεγίστη και αύθις εν Ελλάδι αναρχία· διότι η μεν Εθνοσυνέλευσις, ήτις εν ομονοία ήρξε των εργασιών αυτής και ήτο η μόνη άγκυρα της τεταραγμένης ελληνικής πολιτείας, δεν υφίστατο πλέον· η δε Γερουσία, καίπερ καθ' ολοκληρίαν Καποδιστριακή, και δυναμένη ουχ ήττον να είναι σκιά αρχής ως τοσάκις πρότερον, είχε προδιαλυθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως· η δε διοικητική επιτροπεία η συνισταμένη εκ του Κουντουριώτου, Υψηλάντου, Ζαΐμη, Κωλέττη, Πλαπούτα, Μεταξά, Τρικούπη, και αντ' αυτού του Αναγνώστου Λιδωρίκη και αντ' αυτού του Κώστα Μπότσαρη, ήτις, ει μη τι έτερον, ηδύνατο τουλάχιστον να συνέχη και συγκρατή τα ταραχώδη στρατιωτικά, προ πάντων, στοιχεία, ως κεκολοβωμένη και κατεσπαραγμένη, — διότι ο μεν Κουντουριώτης χολωθείς απήλθεν εις Ύδραν, ο Υψηλάντης απέθανεν, ο Κώστας Μπότσαρης και ο Πλαπούτας ή Κολιόπουλος απήλθον εις Μόναχον — ουδ' αύτη πλέον υφίστατο· η δε γραμματεία, το υπουργείον τουτέστι, συγκείμενον εκ του Τρικούπη, Μαυροκορδάτου, Ζωγράφου, Βούλγαρη, Ρίζου, Κλωνάρη και Χρηστίδου διίσταντο προς αλλήλους. Προς δε τούτοις, ως είρηται, η Εθνοσυνέλευσις αντί του Υψηλάντου και του Μεταξά διώρισε τον Α. Μαυρομιχάλην και Μ. Μηλαΐτην. Εντεύθεν δε προήλθε μέγας κυκεών, επαυξηθείς διά των ραδιουργιών των αντιπρέσβεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας ών έκαστος επεζήτει να τρέψη τα της Ελλάδος προς εαυτόν. Ο γέρων του Μωριά όμως, διαλυθείσης ήδη της Εθνοσυνελεύσεως, ανεκτήσατο το κράτος αυτού εν Πελοποννήσω. Συνεκάλεσε λοιπόν τους οπαδούς αυτού εις Αχλαδόκαμπον και είτα τους Ρουμελιώτας εις Τζιβέρι, ένθα απεφάσισαν ότι έπρεπε να εξέλθη της Πελοποννήσου ο πολλάς καταχρήσεις εν αυτή ποιήσας Θεόδωρος Γρίβας, όστις και απήλθεν εις την δυτικήν Ελλάδα, εν ή ο αδελφός αυτού Γαρδικιώτης είχε κυριεύσει το Μεσολόγγιον. Η απόφασις αύτη ήτο αναγκαία· διότι οι διάφοροι λησταί και λωποδύται και λιποτάκται στρατιώται, ών πολλοί ήσαν Ρουμελιώται, πολλάς καταχρήσεις διέπραττον εν Πελοποννήσω. Ούτοι, κατ' εκθέσεις των χρόνων εκείνων, «ελεηλάτησαν πόλεις και χωρία, απλώς δ' ειπείν, η χώρα ολόκληρος υπήρξεν έρμαιον τοιαύτης φοβεράς αναρχίας και παραλυσίας των αρχών, ώστε επί 20 όλας ημέρας ουδεμία απολύτως υπήρχε κυβέρνησις. Εκτός του Ναυπλίου, όπερ χάρις εις τας λόγχας των Γάλλων υπήκουε προς τους τρεις αντιπρέσβεις, πάσα η λοιπή χώρα ήτο παραδεδομένη εις την διάκρισιν του Κολοκοτρώνη και των λοιπών συμμοριαρχών, οίτινες, συμφώνως προς την εν Τζιβέρι συνομολογηθείσαν ανακωχήν, προσεπάθουν να εκμυζήσωσι, κατά γράμμα, την χώραν προς όφελος των ιδίων στρατιωτών και ίδιον εαυτών πλουτισμόν διαρκούσης της μεσοβασιλείας εκείνης και μέχρι της αφίξεως της βαυαρικής αντιβασιλείας».
«Ύστερον δε ο Κολοκοτρώνης, διαλυθείσης της Γερουσίας, ελθών εις Ναύπλιον επί της φρεγάτας του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορδ συνδιελέχθη μετά των Ρουμελιωτών οπλιταρχών Φωτομάρα, Μπότσαρη, Κριεζώτη και αυτού του εχθρού αυτού Θεοδώρου Γρίβα περί ιδρύσεως κυβερνήσεως και της ανασυστάσεως πάλιν της διαλυθείσης Γερουσίας.
Εκ της συνεννοήσεως ταύτης του Κολοκοτρώνη, προέκυψεν η ανίδρυσις αύθις της Γερουσίας· υπό δε ταύτης επεκυρώθη η τριμελής επιτροπεία συνισταμένη εκ του Κωλέττη, Ζαΐμη και Μεταξά, ήτις έμελλε να κυβερνά μέχρι της καθόδου του βασιλέως τηρούσα τα αυτά δικαιώματα, άπερ είχε και η επταμελής επιτροπεία. Αλλ' οι οπαδοί του Κωλέττη βλέποντες ότι εν τη τριμελεί επιτροπεία ο προϊστάμενος αυτών, ο Κωλέττης, έμελλε να είναι πάντη ανίσχυρος ως μειονοψηφών, ανεκήρυξαν τον συμβιβασμόν τούτον και την ανασύστασιν και τας πράξεις της Γερουσίας ως παρανόμους. Γάλλοι δε στρατιώται οπαδοί των συνταγματικών απέσπασαν (18 Οκτωβρίου 1832) την προκήρυξιν της Γερουσίας, δι' ής ερρυθμίζοντο τα της τριμελούς επιτροπείας, άπερ απεδοκίμαζον, τους δε αντιστάντας τακτικούς στρατιώτας απέκρουσαν και επέτυχον διά των αντιπρέσβεων να εκβάλωσιν αυτούς του φρουρίου. Η γαλλική λοιπόν φατρία υπερίσχυσε και εκ παντός τρόπου, απεδοκίμαζε τας πράξεις της Γερουσίας. Τω γαλλικώ κόμματι συνέπραττε, συμφέροντος ιδίου ένεκεν, και η τριανδρία, ήτις κατέλυσε (8 Οκτωβρίου) πάντα τα ελληνικά δικαστήρια. Τέλος δε και αυτός ο πρόεδρος της Γερουσίας Τσαμαδός συνελήφθη (19 Οκτωβρίου) υπό του Γάλλου διοικητού.
Οι Ρωσόφρονες προς καταπολέμησιν των συνταγματικών προσείλκυσαν την Γερουσίαν, ής τα μέλη είχον διαφθαρή διά χρημάτων Ρωσικών, ίνα εκλέξωσι κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ρίκορδ, προς τούτο δε ουδέν ήτο το κωλύον· διότι «η εν Ναυπλίω Εθνοσυνέλευσις είχεν απονείμει τω Ρώσω ναυάρχω τα δικαιώματα του πολίτου Έλληνος, ένεκεν των προς την Ελλάδα αγώνων αυτού και του υπέρ της ευδαιμονίας αυτής φιλογενούς αυτού ζήλου»·
Αλλ' όπως τούτο γένηται, κατεβλήθησαν πολλά χρήματα υπό του γενικού της Ρωσίας προξένου Βλασσοπούλου, όπως οι Γερουσιασταί, ίνα ώσιν ασφαλείς και αι πράξεις αυτών έγκυροι, απέλθωσιν εις Άστρος διά της μεγάλης λέμβου της φρεγάτας «Πριγκηπίσσης Λουίζας». Οι γερουσιασταί έλαβον μεθ' εαυτών τα αρχεία, το πιεστήριον και την εφημερίδα αυτών τον «Ελλητικόν καθρέπτην», και εκεί εξέδωκαν (9 Νοεμβρίου), ως η μόνη, δήθεν νόμιμος εξουσία, διάταγμα, δι' ού ηκυρούντο πάνθ' όσα, ακόντων αυτών, εγένοντο υπό της εν Ναυπλίω κυβερνήσεως. Τη αυτή ημέρα παραπλεύσασα και η Ρωσική ναυαρχίς παρέλαβε τους Γερουσιαστάς Αινιάνα και Περούκαν, τον Καλλέργην και τον Κολοκοτρώνην, όπως συνδιασκέψωνται μετά του Ρίκορδ περί του τρόπου της ανακηρύξεως αυτού ως κυβερνήτου της Ελλάδος· Αλλ' επειδή όμως εκτός των δαπανηθέντων χρημάτων, ο Περούκας εζήτησεν έτι 200,000 φράγκων, ο Ρίκορδ ηρνήθη. Τότε η Γερουσία φοβηθείσα εξ Άστρους απέπλευσεν εις Σπέτσας· εδημοσίευσε δε πρότερον ο «Ελληνικός καθρέπτης», ότι η Γερουσία κατέλιπε το Ναύπλιον, αλλά τούτο έπραξεν ίνα ελευθέρως ενεργή τα υψηλά αυτής καθήκοντα. Πλην το μυστικόν εγνώσθη, οι δε ναύαρχοι συνέχαιρον τω Ρίκορδ επανελθόντι εις Ναύπλιον, επί τη εκλογή αυτού, ως κυβερνήτου της Ελλάδος· ο Ρώσος όμως αντιπρεσβευτής επέπληξεν αυτόν σφοδρώς επί τη πράξει· ούτος δε επέρριψε πάσαν την ευθύνην επί του κόμητος Πάλμα και Βούκοτιτς, ως δήθεν εν αγνοία αυτού διενεργησάντων τα περί υπόψηφιότητος αυτού ως κυβερνήτου. Αλλ' ει και απέτυχεν η υποψηφιότης του Ρίκορδ εν Άστρει, εν Σπέτσαις όμως επέτυχε, διορισθέντος υπό της φυγάδος Γερουσίας Κυβερνήτου της Ελλάδος. Και το μεν αξίωμα ούτε απεδέξατο, ούτε ενήσκησεν ο Ρίκορδ, το επίσημον όμως έγγραφον του διορισμού αυτού απέστειλεν ο φιλόδοξος ναύαρχος εις Πετρούπολιν.
Εντεύθεν όσω προσήγγιζεν η κάθοδος του βασιλέως Όθωνος, τόσω αγών μέγας κατεβάλλετο, όπως, πάση δυνάμει, έκαστος των δυναμένων ληστεύη τό τε δημόσιον και ιδιώτας, σκεπτόμενος ότι, μετά την κάθοδον του βασιλέως, έμελλε πλέον να ισχύση ο νόμος· εξ άλλου δε μέρους και οι σκιάν αρχής έχοντες συνεκράτουν αυτήν, ίνα παραστώσι κατόπιν προς τον βασιλέα ως περιβεβλημένοι αρχήν του Κράτους. Επειδή δε οι στρατιωτικοί ήσαν οι έχοντες τα ισχυρότερα όπλα ως μάλλον ησκημένοι των χωρικών περί το λαφυραγωγείν, αυτοί μάλιστα διέπρεψαν επί τούτω.
Ο Κολοκοτρώνης εφαίνετο, κατ' αρχάς, ότι υπερήσπιζε τους παλαιούς δημοτικούς θεσμούς των δημογεροντιών των επί τε της τουρκοκρατίας και επί Καποδιστρίου, ισχυσασών, αίτινες εν χαλεποίς χρόνοις διέσωζον την κατά τόπους εξουσίαν και ευταξίαν. Τας δημογεροντίας δε ταύτας προβαλλόμενος ως ασπίδα ο Κολοκοτρώνης την τε τάξιν, όσον το δυνατόν, συνεκράτει και φόρους όμως εισέπραττε, παρά την θέλησιν της εν Ναυπλίω κυβερνήσεως, και παρά πάντα νόμον· ούτω δε ο άλλως ευεργέτης του έθνους, στρατάρχης ούτος καθίστατο αίτιος πάσης αυταρχίας και παρανομίας. Τας πράξεις δε ταύτας του Κολοκοτρώνη εμιμήθη και ο Κριεζώτης, εν τη βορείω Πελοποννήσω· αυτός δε ου μόνον εισέπραττε φόρους, αλλά και εδίκαζε και κατεδίκαζε και προυβίβαζεν αξιωματικούς εν τω στρατώ και ίδρυεν αρχάς και ετιμώρει και ήρχε, τρόπον τινά, ως ηγεμονίσκος ανεξάρτητος. Εις τοσούτον δ' αυταρχίας προέβησαν οι στρατιωτικοί, ώστε ήθελον μόνον αυτοί να φαίνωνται παρά τω λαώ ως άρχοντες και νομοθέται, ως ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί του Κράτους και στρατιωτικοί ανεξέλεγκτοι, έχοντες απεριόριστον εξουσίαν. Πάντα δ' αντίπαλον αυτών πολιτικόν τε και στρατιωτικόν εθεώρουν ως εχθρόν της πατρίδος και παντί τρόπω κατερραδιούργουν αυτούς. Ούτω δε, παν ό,τι οι Γάλλοι εν Μεσσηνία εποίουν υπέρ της συγκοινωνίας, τούτο κατέστρεφον οι ημέτεροι στρατιωτικοί διαδιδόντες παντοία άλλα ψεύδη και ότι οι Γάλλοι παρέμενον εν Ελλάδι επί σκοπώ δήθεν να καταλάβωσιν αυτήν. Εντεύθεν δ' εν Νησίω, Καλάμαις, Κορώνη και αλλαχού αενάως ήριζον οι ημέτεροι στρατιώται προς τους Γάλλους και οσημέραι εξήπτετο το μίσος μεταξύ αυτών και των φιλελλήνων εκείνων. Επειδή δε οι ημέτεροι ήθελον να παραστώσιν ισχυροί και άρχοντες, κατά την κάθοδον του βασιλέως, πανταχού συνενοούντο ίνα ομοφώνως ενεργώσιν ό,τι προς τούτο απέβλεπε· συνενοείτο δ' αυτοίς και ο πολλών τοις Έλλησι κακών αίτιος γενόμενος Ρίκορδ. Εντεύθεν δ' εξηγούνται και αι θερμαί εκείναι ενέργειαι του Κολοκοτρώνη, του Ρίκορδ, του Τσώκρη, των γερουσιαστών και εν γένει των οπαδών του Καποδιστριακού κόμματος. Εντεύθεν εξηγείται, προς τούτοις, και το οσημέραι αυξανόμενον μίσος τούτων προς τε τους Γάλλους και τους συνταγματικούς, όπερ επετείνετο, ημέρα τη ημέρα, εφ' όσον προσήγγιζεν η κάθοδος του βασιλέως, πανταχού όπου υπήρχον αντισυνταγματικοί. Ως κέντρον δε συναθροίσεως των αντισυνταγματικών ωρίσθη το Άργος, εξ ού, κατά την απόβασιν του βασιλέως, έμελλον να πορευθώσιν εις Ναύπλιον προς υποδοχήν αυτού επιδεικνύμενοι ως οι μόνοι κραταιοί, προς ούς ο βασιλεύς ώφειλε να στραφή και ερεισθή επί τη αυτών δυνάμει. Ταύτα κατανοούντες οι συνταγματικοί (104), ητοιμάζοντο προς απόκρουσιν των αντισυνταγματικών.
Εν ώ λοιπόν έσπευδον πανταχόθεν εις Άργος οι αντισυνταγματικοί, έσπευδον και οι συνταγματικοί. Η πόλις του Άργους ήτο πεπληρωμένη στρατιωτών του Τσώκρη, του Κριεζώτη και ανεμένοντο, από ημέρας εις ημέραν, και εκ των οπαδών του Κολοκοτρώνη και του Νικήτα, ότε η τριανδρία: Κωλέττης, Ζαΐμης και Μεταξάς, γινώσκοντες τον σκοπόν της συναθροίσεως προσεκάλεσαν διά των αντιπρέσβεων τον στρατηγόν Κορβέ, όπως τάχιστα εξαποστείλη στρατόν εις Ναύπλιον. Ο στρατηγός Γκεενέκ μαθών τούτο παρά του Κορβέ έπεμψεν εκ Κορώνης αμέσως υπό τον ταγματάρχην Νωδ τέσσαρας λόχους εκ του 21ου συντάγματος του ελαφρού Πεζικού μετά δύο ορεινών πυροβόλων, οίτινες κατέλυσαν εν τω στρατώνι του ιππικού. Εις Άργος έμελλον ούτοι ναμείνωσι τέσσαρας έτι λόχους μετά πυροβολικού υπό τον συνταγματάρχην Στόφφελ. Ότε το Γαλλικόν τούτο σώμα οδεύον εις Αργός, αφίκετο τη 2 Ιανουαρίου 1833 εις Τρίπολιν ο Κολοκοτρώνης εφάνη φίλα φρονών αυτώ· αλλά πράγματι όμως, εάν δεν απετρέπετο υπό του Χατσηχρήστου, εσκόπει να προσβάλη αυτούς αίφνης, όπερ οι Γάλλοι διέγνωσαν εκ του αγρίου τρόπου των Ελλήνων στρατιωτών προς αυτούς.
Τούτου ένεκα οι Γάλλοι ερχόμενοι εκ Τριπόλεως προς το Άργος εβάδιζον λίαν προφυλακτικοί. Φθάσαντες δ' αυτόσε (3 Ιανουαρίου) εύρον μεν τους Έλληνας εχθρικώς διακειμένους, αλλ' ουδέποτε επίστευον, ότι θα συνεπλέκοντο άνευ σπουδαίας ανάγκης. Τούτου ένεκα οι Γάλλοι στρατιώται περιήρχοντο αφρόντιδες και άοπλοι. Αλλ' όμως ημέραν τινα, 13 Ιανουαρίου 1833, ότε υπασπιστής τις μετέβη εις Ναύπλιον ως αγγελιοφόρος, τινές δε στρατιώται περιήρχοντο ανά την πόλιν αγοράζοντες ζωοτροφίας, διά τον στρατόν, Έλληνες στρατιώται ένοπλοι επέπεσον λιθοβολούντες και πυροβολούντες εν χλεύη κατ' αυτών, ών καί τινας εφόνευσαν. Ούτω δε οι Γάλλοι καταδιωκόμενοι κατέφυγον εις τα καταλύματα αυτών, ένθα εύρον ένα σχεδόν λόχον έτοιμον εις μάχην, όν είχεν ετοιμάση εν τω μεταξύ ο διοικητής Νωδ μαθών την κατά την πόλιν, επίθεσιν. Μετ' ού πολύ εφάνησαν και Έλληνες στρατιώται, αθρόοι επιτιθέμενοι κατά του στρατώνος των Γάλλων και διαρκώς άλλοι προσερχόμενοι πυροβολούντες και απειλούντες. Τότε εξώρμησαν οι Γάλλοι εκ του στρατώνος, εξεδίωξαν εν ακαρεί τους Έλληνας εκ των πέριξ αυτού, κατέλαβον τας πέριξ οικίας, εφόνευσαν πολλούς και τους άλλους διά της λόγχης, έτρεψαν εις φυγήν. Υπό πανικού καταληφθέντες οι Έλληνες διεσπάρησαν ανά τους οδούς της πόλεως ζητούντες σωτηρίαν· αλλά τέσσαρες λόχοι Γάλλων καταδιώκοντες εξέβαλον αυτούς και εξ αυτής της πόλεως πλην των κρυβέντων εν ταις οικίαις, εν οίς και ο Τσώκρης, όστις μόλις εν αχυρώνι εσώθη εκ της λόγχης των Γάλλων. Ούτω δ' εντός τριών ή τεσσάρων ωρών διεσκορπίσθησαν οι Έλληνες οπλίται εις τα εκτός της πόλεως· ουδ' εκεί όμως επί της πεδιάδος και των λόφων ευρίσκοντες ασφάλειαν ετράπησαν εις άτακτον φυγήν. Ουδέποτε Έλληνες οπλίται κατησχύνθησαν τοσούτον, όσον κατά την συμπλοκήν ταύτην, ής αιτία εγένοντο αυτοί ούτοι προσβαλόντες αδίκως και ανάνδρως και φονεύσαντες, κατ' αρχάς, εκ παρασκευής, ένοπλοι αυτοί αόπλους. Έπεσον δ' εκ μεν των Ελλήνων περί τους 160, επληγώθησαν πολλοί και συνηλήφθησαν αιχμάλωτοι άλλοι τε και ο έτερος αρχηγός, ο ατιμίαν τοις Έλλησι περιάψας και αχαρίστους καταστήσας ένεκα της πράξεως ταύτης Κριεζώτης. Και τούτου όμως μεγαθύμως φερόμενος ο διοικητής Νωδ, εφείσθη, παρά την κοινήν απαίτησιν των Γάλλων στρατιωτών, εκ δε των άλλων αιχμαλώτων διέταξε να τουφεκίσωσι δύο. Εκ δε των Γάλλων, εφονεύθησαν μόνον 18 καί τινες ετραυματίσθησαν. Η πράξις αύτη εσωφρόνισε μεν τους αντισυνταγματικούς και τους κακοποιούς, εν γένει, στρατιωτικούς, εχαροποίησε δε, υπό κομματικήν έποψιν, τους συνταγματικούς και πρώτιστα τους οπαδούς της τριανδρίας, ήτις διά προκηρύξεως απεδοκίμασε την κακήν εκείνην πράξιν του εν Άργει στρατιωτικού συρφετού προσβαλόντος στρατόν ευεργέτιδος δυνάμεως. Επί τούτω δε ωμολόγησαν πολλάς χάριτας η τε Ελληνική Κυβέρνησις και οι δημογέροντες Ναυπλίου τω στρατηγώ Γκεενέκ. Η δ' εν Άργει αύτη άδοξος χύσις ελληνικού αίματος ήτο η τελευταία σκηνή του βδελυρού δράματος της απαισίου αναρχίας, ήτις εμάστισε το πολυπαθές ελληνικόν έθνος, από του θανάτου του Καποδιστρίου μέχρι της καθόδου του βασιλέως Όθωνος (105).
ΤΕΛΟΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ. Εν τη ιστορία του Καποδιστρίου, προς ταις κατωτέρω αναφερομέναις
πηγαίς εχρησάμεθα και επισήμοις της εποχής εκείνης εγγράφοις πολλών επιφανών
οικογενειών· τελευταίον δε ενετύχομεν και εγγράφοις της
οικογενείας Ράδου,
αλλ' επειδή η έκδοσις είχε προχωρήσει, δεν ηδυνήθημεν, μετά λύπης, να
επωφεληθώμεν αυτών.
ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Άφιξις Κυβερνήτου εις Ναύπλιον — Ελεεινή του Ναυπλίου ιδίως και εν γένει της Ελλάδος κατάστασις. Εισβολή Στερεοελλαδιτών εις Πελοπόννησον. — Απαιτήσεις του Θ. Γρίβα και φόβος των Ναυπλιέων. — Έγκαιρος άφιξις Καποδιστρίου προς πρόληψιν των εμφυλίων σπαραγμών. — Ανακούφισις Ναυπλιέων επί τη αφίξει του Κυβερνήτου — Αποβίβασις Καποδιστρίου εις Ναύπλιον. — Χαρά του λαού. — Επίσκεψις των κατεχόντων τα φρούρια Ναυπλίου Γρίβα και Στράτου και των άλλων προυχόντων. — Συμφιλίωσις αυτών. Επιστολαί Καποδιστρίου προς τε τον Γρίβαν, τον Στράτον και τον Κωλέττην. — Αναχώρησις Καποδιστρίου διά την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την Αίγιναν. — Η εν Αιγίνη υποδοχή του Κυβερνήτου. — Πανηγυρικός λόγος Θεοφίλου Καΐρη. — Υποδοχή των Γραμματέων. Σελ. 120-151
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Πρώται κυβερνητικαί πράξεις του Καποδιστρίου: — Ύδρυσις του Πανελληνίου. — Δημιουργία του Γραμματέως της Επικρατείας. — Διορισμός των μελών του Πανελληνίου. — Υπουργικόν Συμβούλιον — Όρκος Κυβερνήτου. — Μέτρα κατά της πειρατείας της τε Γραμβούσης και των βορείων Σποράδων. — Εξάλειψις της πειρατείας διά του ναυάρχου Α. Μιαούλη. — Πρόσκλησις των αδελφών του Κυβερνήτου Βιάρου και Αυγουστίνου Καποδιστρίου — Ιωάννης Γεννατάς. — Οικονομικά νομοθετήματα του Κυβερνήτου. — Αποστολή βοηθημάτων Ρωσίας και Γαλλίας. — Γενική Γραμματεία. — Ίδρυσις Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης. — Φορολογικά. — Νομισματικά. Σελ 152-168
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.
Αστυνομικά. — Στρατιωτικός διοργανισμός. — Διαίρεσις του στρατού εις χιλιαρχίας. — Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. — Προσωρινή διοικητική της χώρας διαίρεσις — Έκτακτοι επίτροποι — Δημογεροντίαι. — Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων — Σύστασις στρατοδικείων. — Σχολή των Ευελπίδων — Ναυτικά. Γεωργικά — Δημόσια καταστήματα — Δικαστικά. — Εκπαιδευτικά. Σελ. 168- 236.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Τα προ της Δ' εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως — Εκλογαί πληρεξουσίων. — Αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. — Εκλογή του Κυβερνήτου εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις. — Ανανέωσις του Πανελληνίου. — Σύγκλησις της Εθνοσυνελεύσεως διά την 11ην Ιουλίου 1829. — Το αρχαίον του Άργους θέατρον διασκευασθέν εχρησίμευσεν ως τόπος συνεδριάσεως της Εθνοσυνελεύσεως.— Τελετή επίσημος επί τη ενάρξει των εργασιών αυτής. — Αι συζητήσεις. — Τα πρακτικά και τα ψηφίσματα — Κατάργησις του Πανελληνίου και ίδρυσις της Γερουσίας. — Αι αποφάσεις αυτής — Η 6η Αυγούστου 1829. — Λήξις των εργασιών της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως. Σελ. 236-275.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'
Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος» — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μαλβούρ-χάους. Σελ. 275-315.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. — Αποστολή του πρίγκηπος Βρέδε. — Επιστολαί του Κυβερνήτου προς τον Λεοπόλδον, εν αίς πικρώς καταφέρεται κατά των ξένων. — Μυστικαί αναφοραί της αντιπολιτεύσεως προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος. — Οι Μανιάται αρνούνται την πληρωμήν φόρων. — Νικήτας ο τουρκοφάγος. — Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου. — Ο Λεοπόλδος επανακάμπτει εν τάχει εις Λονδίνον. — Επιστολή αυτού προς την εν Λονδίνω Σύνοδον. — Παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εκ του ελληνικού θρόνου. Σελ. 315-334.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'
Αίτια της παραιτήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του ελληνικού θρόνου — Αι περί αυτής κρίσεις της Αγγλίας. — Μεταμέλεια του Λεοπόλδου επί τη παραιτήσει. — Επιστολή αυτού προς τον Στάιν. — Τα εν Ελλάδι επί τω ακούσματι της παραιτήσεως. — Ύδρυσις εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας και εμποροδικείου. — Η Ιουλιανή εν Γαλλία επανάστασις. — Αντίκτυπος αυτής εν Ελλάδι. — Δυσχέρειαι του Καποδιστρίου. — Τα περί εκκενώσεως Αττικής και Ευβοίας υπό των Τούρκων. Σελ. 334-372
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'
Η Αντιπολίτευσις οσημέραι καθίσταται σφοδροτέρα. — Ανταρσία εν Μάνη. — Ο Τσάμης Καρατάσος και η εν Στερεά ανταρσία. — Οι συλληφθέντες παρεπέμφθησαν εις το Στρατοδικείον. — Αφορμαί της ανταρσίας εν Ύδρα. — Αι εφημερίδες «Απόλλων» και «Ηώς». — Ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και αι κατά του Καποδιστρίου σάτυραι. — Αφορμαί της εν Μάνη ανταρσίας κατά του Κυβερνήτου. — Οποία τις ήτο η Μάνη προ του 1821. — Η οικογένεια Μαυρομιχαλαίων. — Αι περί Μάνης αξιώσεις αυτών. — Και πάλιν αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως. — Αι αποζημιώσεις των τριών ναυτικών νήσων. — Οικονομικά μέτρα του Καποδιστρίου. — Τα περί συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Σελ. 372-404
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'
Τα εν Πόρω. — Η ανατίναξις της φρεγάτας «Ελλάδος» και της κορβέττας «Ύδρας. — Η λεηλασία του Πόρου. — Τα μετά τα εν Πόρω. — Αναβολή της Εθνοσυνελεύσεως. — Η αντιπολίτευσις μαίνεται. — Μελετάται η του Καποδιστρίου δολοφονία. — Σύλληψις του Πετρόμπεη υπό του ναυάρχου Κανάρη και φυλάκισις αυτού εν τω Ιτς- Καλέ. — Αποτυχία της συνεντεύξεως Πετρόμπεη προς τον Κυβερνήτην. — Διάλογος Πετρόμπεη Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών. — Απόφασις της δολοφονίας. — Η δολοφονία. — Φόνος του δολοφόνου Κωνσταντίνου. — Καταφυγή του Γεωργίου Μαυρομιχάλη εις το μέγαρον της Γαλλικής πρεσβείας. — Παράδοσις αυτού. — Καταδίκη εις θάνατον. — Η Γερουσία εκλέγει τριμελή επιτροπήν εκ των Αυγουστίνου Καποδιστρίου, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Ιωάννου Κωλέττη. — Τα μετά την δολοφονίαν. — Κρίσεις. Σελ 404-464.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Τα μετά την δολοφονίαν. — Ενέργειαι των αντιπρέσβεων περί της τηρήσεως της ησυχίας. — Άφιξις εκ Τριπόλεως του Κολοκοτρώνη. — Άφιξις των αντιπροσώπων της εν Ύδρα αντιπολιτεύσεως αιτουμένης αμνηστίαν. — Απόρριψις των προτάσεων των αντιπολιτευομένων υπό της τριανδρίας — Ο Γάλλος και εν μέρει ο Άγγλος αντιπρέσβυς υποστηρίζουσι τους εν Ύδρα. — Παύσις του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ. — Αποστολή πλοίων προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. — Επιστολή μετριόφρων του Ζαΐμη προς τον Κολοκοτρώνην περί συνενώσεως του έθνους. — Αποτυχία της αποστολής. — Αμοιβαίαι συκοφαντίαι Καποδιστριακών και αντιπολιτευομένων. — Οι πληρεξούσιοι. — Έναρξις της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως συνεχιζούσης την προηγουμένην. — Παραίτησις Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη. — Ο Κωλέττης αρνείται να παραιτηθή. — Συνέλευσις αντιπολιτευομένων. — Ταραχαί εν Άργει. — Φυγή των περί τον Κωλέττην εις Στερεάν Ελλάδα. — Κυβέρνησις της Περαχώρας. — Προκήρυξις Κωλέττη προς τους Έλληνας καλούντος αυτούς κατά των Καποδιστριακών. — Απειλή εισβολής εις Πελοπόννησον. — Ο Κολοκοτρώνης ετοιμάζει στρατόν κατ' αυτών. — Ματαίωσις της μεσιτείας προς συνδιαλλαγήν. — Εισβολή των Ρουμελιωτών εις Πελοπόννησον. — Κατάληψις Άργους και Ναυπλίου. — Τέλος της εν Ελλάδι διοικήσεως της οικογενείας Καποδιστρίου. Σελ.464-528.
ΕΙΚΟΝΕΣ
Κέρκυρα Σελ. 8
Το φρούριον της Κερκύρας » 9
Ιωάννης Α. Καποδίστριας » 16
Η οδός Νικηφόρου εν Κερκύρα » 17
Αλέξανδρος ο Α'. » 25
Το Συνέδριον της Βιέννης του 1814 » 33
Μέττερνιχ » 41
Ναπολέων ο Α' » 49
Λουδοβίκος ο ΙΗ' » 57
Ταλλεϋράν » 65
Φρειδερίκος Γουλιέλμος της Πρωσσίας » 73
Φραγκίσκος Β' της Αυστρίας » 81
Βαρόνος Στάιν » 89
Αλή Πασάς » 97
Η ναυμαχία του Ναυαρίνου » 113
Το Ναύπλιον » 129
Το παλάτιον του Κυβερνήτου εν Ναυπλίω » 137
Α. Κοντόσταυλος » 145
Νομίσματα κοπέντα επί Καποδιστρίου » 153
I. Γ. Εϋνάρδος » 161
Ιβραχήμ Πασάς » 169
Γεώργιος Κάνιγγ » 177
Ιουλία Κρύδενερ » 185
Η Πρόνοια » 193
Το Παλαμήδι » 201
Κανάρης » 209
Μαυροκορδάτος » 217
Κόδριγκτον » 225
Δερινύ » 225
Άιδεν » 225
Κολοκοτρώνης » 241
Μιαούλης » 249
Κωλέττης » 257
Λεοπόλδος » 265
Κανέλλος Δεληγιάννης » 273
Άστιγξ » 281
Σισσίνης » 289
Ανδρέας Μεταξάς » 297
Σπυρίδων Τρικούπης » 305
Πετρόμπεης » 313
Ιωάννης Ράγκος » 321
Ε. Τομπάζης » 329
Νικόλαος Κριεζώτης » 337
Μνημείον των Γάλλων εν Ναυαρίνω » 345
Σαλαμίς » 353
Γ. Τομπάζης » 361
Κόρινθος και πέραν αυτής ο Παρνασσός » 369
Π. Μπότασης » 377
Σαχτούρης » 385
Ν. Πετμεζάς » 401
Ανδρέας Ζαΐμης » 409
Δ. Πλαπούτας » 417
Κοραής » 425
Β. Μπουντούρης » 433
Δ. Υψηλάντης » 449
Το μνημείον του Δ. Υψηλάντου εν
Ναυπλίω » 465
Η πλατεία Γεωργίου εν Κερκύρα » 481
Ο εν Κερκύρα ανδριάς του Κυβερνήτου
Καποδιστρίου » 497
[Οι εικόνες έχουν τοποθετηθεί στο κείμενο ανεξαρτήτως σελίδας, κατά το δοκούν]
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ
Κ. Μendelson Βartholdy,
Graf Johann Kapodistrias, Berlin 1864.
Του αυτού: Gechichte Griechelands, Leipzig 1870-72. (Μετεφράσθη και παρ' ημίν ο μεν Α' τόμος υπό του Μ. I. Παπαρρηγοπούλου, Αθήναι 1872, αμφότεροι δε υπό Αγγέλου Βλάχου, Αθήναι 1873).