— Εβλέπατε όλοι σας τόσην ώραν την κακοήθειαν τούτου ζωγραφισμένην εκεί (δείξας τον γονατισμένον εκεί μαθητήν και τον μαυροπίνακα) και δεν εκάματε το χρέος σας να καταγγείλητε τον δόλον εις τον διδάσκαλόν σας. Τούτο αποδεικνύει την αυθάδειαν και την αναισθησίαν σας. Όλοι θα τιμωρηθήτε!
Και μετ' επισήμου τόνου προσέθηκε·
— Σήμερον την μεσημβρίαν θα μείνετε όλοι νήστεις εδώ!
Ο διδάσκαλος επανήλθεν εις την έδραν του κ' εξηκολούθησε την τεχνολογίαν επί του μαθήματος της ημέρας, την οποίαν είχεν αρχίσει από πριν. Ακολούθως, αφού εκύτταξε το ωρολόγιόν του και είδεν ότι ήτο ενδεκάτη, μετέβη εις την συνέχειαν του κειμένου και ήρχισε να εξηγή το παρακάτω.
Σημείον ότι το πρωινόν μάθημα ήγγιζεν εις το πέρας.
Αλλ' όσον ποθεινή ήτον άλλοτε η ώρα αύτη, τόσον απαισία ήτο σήμερον, αφού η τάξις όλη είχε καταδικασθή εις νηστείαν.
Είνε αληθές ότι αι θείαι, αι προμήτορες και αι μικραί αδελφαί των μαθητών ήσαν λίαν φιλόστοργοι, και οσάκις οι αδιόρθωτοι έμενον νηστικοί, του διδασκάλου κλειδώνοντος έξωθεν την θύραν και αναχωρούντος, ή μαντεύουσαι εκ της αργοπορίας του περιμενομένου, ή δι' άλλων σημάτων και διά γειτονισσών του σχολείου λαμβάνουσαι είδησιν, ετύλιγον μεγάλα τεμάχια άρτου και τυρού εις λευκόν και χρωματιστόν προσόψιον και διά των παραθύρων έρριπτον την δέσμην εις το υψόροφον δώμα, ματαιούσαι το σωφρονιστικόν έργον της παιδαγωγικής και διδασκαλικής μεθόδου.
Αλλά την φοράν ταύτην μεγίστη στενοχωρία και ανυπομονησία είχε καταλάβει τους καταδικασθέντας, ίσως διότι ήτο η προτελευταία ημέρα εορτής και αν την ημέραν εκείνην έχανον την τυρόπητταν μετά ή άνευ κρομμύων, και τραχανάν μετ' ολίγου ζωμού κρέατος, επί πολλάς ημέρας, όσον και αν εστέναζον, δεν θα ήτο τρόπος ν' αποζημιωθώσι.
Συνεχείς ψιθυρισμοί ηκούοντο ανά τα τρία μαθητικά βάθρα, συνοδεύοντες ως μουσικόν υπήχημα την μονότονον φωνήν του διδασκάλου, όστις μετ' ενθουσιασμού είχεν εγκύψει εις το κείμενον του Σαμοσατέως, κρύπτων την ρίνα εν μέσω των σελίδων, ως κρύπτει το όρνεον το ράμφος του υπό τας πτέρυγας, και άφατον εύρισκεν εντρύφησιν εις το μέρος εκείνο, ενώ ιστορείτο ακριβώς μετά των περιπαθεστέρων της σατύρας τόνων η σκυτάλη και τα ευεργετικά αυτής αποτελέσματα. Είς των μαθητών, ακούσας θόρυβον έξω, είχεν εξέλθει, σιγά-σιγά πατών, γυμνόπους, χωρίς να έχη φόβον αν ο διδάσκαλος θα τον παρατηρήση.
Μετ' ολίγον επέστρεψε και διηγήθη ψιθύρω τη φωνή εις τους συμμαθητάς του, του τρίτου θρανίου, ότι η γειτόνισσα, η Μόρφω η Καρούμπαινα εμάλλωνε με την γειτόνισσάν της την Διομίναν· ότι την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την ετραβούσεν, ότι τον σύζυγον της δευτέρας, τον μπάρμπα-Διομήν, καταφθάσαντα εγκαίρως και σπεύσαντα να λάβη μέρος υπέρ της συμβίας του, τον εκυνήγησε μ' ένα φουρναρόξυλον, το οποίον του έρριψε κατεπάνω του και ολίγον έλειψε να τον κτυπήση· ότι άμα τον έφθασεν, του έδωσε δύο γροθιαίς κ' επιάσθη μ' αυτόν χέρια με χέρια, όπως συνηθίζουσι να παλαίωσιν αι γυναίκες, φροντίζουσαι διά των χειρών ν' απείργωσι τους άνδρας από πάσης γειτνιάσεως κ' επαφής προς το επανωκόρμι των, ως Ιερόν και άσυλον πράγμα, ώστε ήτο περιεργότατον αληθώς φαινόμενον, θέαμα σπανιώτατον κ' εκπληκτικόν. . .
Πρώτος ο Κώστας ο Αϊβαλής, ευθύς ως ήκουσε την ιστορίαν, δεν έχασε καιρόν, αλλ' εσηκώθη, θέτων τον δάκτυλον εις το στόμα, και πατών επ' άκρων των ποδών, διήλθε τον θάλαμον, εξήλθεν εις τον πρόδρομον και κατέβη την σκάλαν. Δεύτερος τον εμιμήθη ο Γεωργούτσος. Τρίτος ο Γιάννης ο Βότσης απήλθεν εις εντάμωσιν των δύο.
Τέταρτος μετ' αυτόν μετέβη ο Δημητράκης ο Τσώνης, όλοι εκ του δευτέρου και τρίτου θρανίου. Ο Κώστας ο Αϊβαλής είχεν αφήσει τα βιβλία και τετράδιά του επί του θρανίου. Είχε κατέλθει με σκοπόν να ιδή μόνον τον καυγάν και να γυρίση εγκαίρως, πριν τελειώση ο διδάσκαλος την ερμηνείαν της σκυτάλης και την επταπλήν επανάληψιν της εξηγήσεως. Αλλ' ο Γεωργούτσος, ο Βότσης και ο Τσώνης είχαν φροντίσει να βάλωσι τα τετράδιά των και τα βιβλία εις τους κόρφους των, σκεπτόμενοι ότι, αφού ο διδάσκαλος θα παρετήρει βεβαίως την φυγήν των, περιττόν ήτο να επανέλθωσι, κ' ελεύθερος ήτο να διπλασιάση δι' άλλην ημέραν, οπού να μην είνε αποκρηά, την ποινήν της νηστείας. Τούτους εμιμήθησαν ευθύς κατόπιν και άλλοι πέντ' έξ, και δεν έμειναν πλέον επί των θρανίων ακροαταί της σκυτάλης ειμή ο Πάτροκλος Καμπίδης και τρεις τέσσαρες άλλοι «ευπειθείς» και «επιμελείς» μαθητίσκοι του πρώτου θρανίου. Ως ανέκυψεν εκ της σκυτάλης και της ερμηνείας λείχων τα χείλη, ως να εγλυκάνθη, ο διδάσκαλος, και απέτεινε προς τους μαθητάς την συνήθη ερώτησιν·
— Το εννοήσατε;
Εξεπλάγη μη βλέπων πλέον ενώπιόν του ή τεσσάρας σκιάς επί του πρώτου θρανίου. Τα δύο άλλα θρανία, δεύτερον και τρίτον, ήσαν έρημα. — Τι έγεινε; πού επήγαν οι άλλοι; ηρώτησεν ανατιναχθείς εκ της έδρας, σύνοφρυς και τρέμων τα χείλη. Και αυθορμήτως έστρεψε το βλέμμα προς τον Γιάννην Αλογάκην, όστις θεωρήσας άμα τω πέρατι του μαθήματος, λήξασαν και την ποινήν του, εσηκώθη τρίβων τα γόνατα.
— Τι με κυττάζεις δάσκαλε; είπεν ο Αλογάκης· τι σου φταίω εγώ; Μ'
εγύρισες κατά τον τοίχο, και δεν τους είδα που 'φύγανε. . .
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ
Μίαν βραδειάν, η Κρατήρα η Διόμαιννα, γεροντοκόρη πλέον ή σαράντα χρόνων,
έμεινε να διανυκτερεύση εις το καλύβι το πενιχρόν, το οποίον είχε μέσα εις τον
ελαιώνα της, όπου ειργάζετο όλην την ημέραν εις την συλλογήν του ελαιοκάρπου,
και το βράδυ έκλεινε προσωρινώς τους σάκκους τους πλήρεις ελαιών μέσα εις το
καλύβι αυτό, έως την άλλην ημέραν, οπότε θα μετεκομίζετο δι' ημιόνων εις το
ελαιοτριβείον του Δήμου του Μανιάτη, κάτω εις τον συνοικισμόν τον αγροτικόν της
Κεχριάς· την νύκτα όμως καθ' ήν ο ελαιόκαρπος ήτο εις το καλύβι, εκοιμάτο κι'
αυτή εκεί, διά να τον φυλάττη κατά πάσης ενδεχομένης αποπείρας κλοπής, αν και
τοιαύτα κρούσματα ήσαν σπάνια εις τον τόπον. Εις το μικρόν τούτο υπόστεγον
εύρισκεν αναψυχήν, και εκοιμάτο την νύκτα, καθώς ήτον κουρασμένη διαρκώς από
τας εξοχικάς εκδρομάς και τας εργασίας τας οποίας δεν έπαυε να εκτελή ανά τους
διαφόρους αγρούς της· είχε κτήματα άξια λόγου η γεροντοκόρη, αν και πολύ
βεβαρημένα με χρέος, χαρά δε και παρηγορία της, ελπίς και απαντοχή της, ότι θα
κατώρθωνεν επί τέλους, από χρόνον εις χρόνον να εξοφλήση αυτό το χρέος — το
οποίον εκολλούσε ως ψώρα και επληθύνετο ως η κάμπη εις τα φυτά — ήτο να
τρέχη από αμπέλι εις χωράφι, και από χωράφι εις ελαιώνα. Δεν έπαυε να εκτελή
μόνη, κατά περιόδους και ώρας, όλας τας αγροτικάς εργασίας, όπως συνηθίζουν αι
γυναίκες· το θειάφισμα, το αργολόγημα, τον τρύγον και προ πάντων την συλλογήν
των ελαιών, διαρκούσαν επί τινας μήνας του φθινοπώρου και του χειμώνος. Την
εσπέραν εκείνην δεν ήτο μόνη· συνωδεύετο από τον Κώτσον τον ανεψιόν της,
τέκνον της αδελφής της, δεκατριών ετών. Δεν ήτον απλώς το παιδίον αυτό τέκνον
της ωδίνος της αδελφής της, ήτο τέκνον της οδύνης δι' αυτάς τας δύο. Η Κρατήρα
είχε μείνει ορφανή μετά της νεωτέρας αδελφής της· ηλικώθη πολύ, και κατά τας
αρχάς πιθανώς δεν ηθέλησεν, αργότερα ίσως δεν ειμπόρεσε να υπανδρευθή. Αλλ'
η ιδία ως καλή μήτηρ υπάνδρευσε κ' προίκισε την αδελφήν της.
Της έδωκε το ήμισυ των κτημάτων, κ' επειδή ο γαμβρός απήτει και μετρητά, υπεθήκευσε το άλλο ήμισυ εις εγχωρίους τοκιστάς, διά να δανεισθή τρισχιλίας δραχμάς να του δώση. Είτα μετά τον γάμον, ο σύζυγος, ναυτικός, αφού έμεινεν επί τινας μήνας και διεχείμασεν εις τον τόπον, κατά Φεβρουάριον εμβαρκάρισε μετά ιδιοκτήτου πλοίου και ανεχώρησεν. Η Σοφούλα έμεινεν έγκυος. Είτα, μετά εννέα μήνας, ο σύζυγος, μετά βραχείαν επίσκεψιν κατά το θέρος εξηκολούθει να ταξειδεύη ακόμη. Αλλ' η Σοφούλα έκλεισε τον ένατον μήνα από της πρώτης απομακρύνσεως του συζύγου της, κ' εγέννησε το παιδίον αυτό, τον Κώτσον, όχι ακριβώς τον ένατον μήνα, αλλά μετά εννέα μήνας και τρεις ημέρας, από της αναχωρήσεως του συζύγου. Τότε τα γραΐδια της γειτονιάς και όλου του χωρίου εμέτρησαν καλώς τους μήνας, τας εβδομάδας, τας ημέρας, ως και τας ώρας. «Τόσες απ' το Φλεβάρη, και τριανταμία ο Μάρτης, γίνονται. . . και τριάντα ο Απρίλης. . . » και καθεξής. Αφού επρόσθεσαν όλους τους μήνας, μέχρι του Οκτωβρίου, ελογάριασαν ότι έμενον δεκαεπτά ημέραι ακόμη του Νοεμβρίου, διά να γείνουν σωστοί εννέα μήνες. Αλλ' η Σοφούλα εκάθισε στα σκαμνιά, όχι την δεκάτην εβδόμην, αλλά την εικοστήν του μηνός, εγέννησεν άρα όχι την διακοσιοστήν εβδομηκοστήν ημέραν, αλλά την 273ην, από της αναχωρήσεως του συζύγου. Εντεύθεν σκάνδαλον και δυσφημία. Είτα επάνοδος του συζύγου και διαζύγιον. Είπαν ότι η Σοφούλα είχε φέρει στον κόσμον το παιδίον αυτό με τον μικρόν θείον της, ένα συγγενή όστις επηγγέλλετο εν μέρει τον προστάτην διά τας δύο ορφανάς. Ήτον άρα όχι μόνον μοιχαλίς, αλλά και αιμομίκτρια. — Πώς καταντήσαμε!. . . Σόμαρα-Γόμαρα! είπε σείων την κεφαλήν είς απλοϊκός γέρων. — Λαός Σοδόμων και λαός Γομόρρας, διώρθωσεν ο κυρ-Αναγνώστης της Ευγενίτσας, ο ψάλτης του ναού της Παναγίας.
— Θα μας χαλάσ' ο Θεός, παιδάκι μ'! συνεπέρανε μία γραία. . .
Η Κρατήρα δεν επίστευσε ποτέ εις την ενοχήν της αδελφής της, ούτε ηθέλησε να την εξετάση, επειδή επροτίμα ν' αγνοή και να πιστεύη εις την αθωότητα. Μόνον παρεκάλεσε τον πνευματικόν να την «ορμηνέψη», και είπεν εις τον πάτερ Ιωακείμ, ένα περιπλανώμενον καλόγηρον λίαν ιδιόρρυθμον, να «της πη καλά λόγια». Αύτη έτεινε να πιστεύση, ότι αι τρεις ημέραι παραπάνω ήσαν μία παραδρομή της φύσεως, έν λάθος εις το μέτρημα των ημερών, επειδή οι νόμοι τους οποίους έβαλεν ο Πανάγαθος Θεός, δεν της εφαίνοντο να είνε τόσον στενοί και γλίσχροι, όσον τα κατάστιχα των τοκογλύφων και οι λογαριασμοί των γραϊδίων της γειτονιάς· ελέχθη ότι γυναικολόγος ιατρός, εκ της πρωτευούσης, ακούσας την διήγησιν, απεφάνθη ότι συμβαίνει, καίτοι πολύ σπανίως, να μένη το έμβρυον ημέρας τινάς περισσότερον εις την κοιλίαν της μητρός, ένεκα ιδιαιτέρας τινός νάρκης ή κακοπαθείας. Ο συνήγορος της γυναικός, λεπτολόγος σοφιστής, παρετήρησε τα εξής: Πρέπει λοιπόν ως κριτήριον της συζυγικής πίστεως, εκ μέρους της γυναικός, να ληφθώσιν αι ιδιαίτεραι περιστάσεις και συμπτώσεις, τα μειονεκτήματα τα απορρέοντα εκ του επαγγέλματος του συζύγου, και όχι ο χαρακτήρ και η ενδόμυχος πεποίθησις και το καλώς νοούμενον συμφέρον; Εάν ούτως έχη, αι γυναίκες των χωρικών, γεωργών και ποιμένων, πρέπει να θεωρώνται ως πισταί, μόνον διότι δεν αποδημούσιν οι σύζυγοί των, και διότι δεν είνε δυνατόν να γείνη εις το δημόσιον υπολογισμός τοιούτος μηνών και ημερών, οποίος καταχρηστικώς και αδεία της συγκυρίας γίνεται διά τας γυναίκας των θαλασσινών;
Προσέτι ο νομομαθής ούτος είπε και τα εξής : Αυτή η Ιερά Γραφή μας λέγει: «Εν ταις ημέραις εκείναις συνέλαβεν Ελισσάβετ», εννοούσα μίαν των ημερών εκείνων, ή περί τας ημέρας εκείνας, αλλά δεν μας λέγει ότι η μήτηρ του Προδρόμου συνέλαβε την δείνα ημέραν ακριβώς.
Εις την βιβλικήν ταύτην μαρτυρίαν, την οποίαν επεκαλέσθη ο ειρημένος δικηγόρος, ο αντίδικος αντείπεν ότι το καθαυτό κείμενον του Ευαγγελίου δεν λέγει: «εν ταις ημέραις εκείναις», αλλ' εν συνεχεία λόγου: «μετά δε τας ημέρας ταύτας συνέλαβεν Ελισσάβετ». Όσον αφορά το πρώτον, το συλλογιστικόν επιχείρημα του πληρεξουσίου της εναγομένης, ο συνήγορος του ενάγοντος παρετήρησεν ότι η δικαιοσύνη των ανθρώπων εξ ανάγκης είνε ατελής, και το γνωρίζομεν όλοι, αλλά δεν είνε τούτο λόγος, διότι, σύνοιδεν εαυτήν ατελή, να παραιτηθή και να παύση υπάρχουσα. Διότι η δικαιοσύνη θα εξεθρονίζετο πράγματι, και θα ετίθετο εις απαγόρευσιν, εάν ησπάζετο τον συλλογισμόν του αντιδίκου. Όταν καταδικάζεται είς αποδεδειγμένος κλέπτης ή φονεύς ή μοιχός, όλοι γνωρίζομεν ότι υπήρξαν και υπάρχουσι και δυνατόν να υπάρχωσί τινες, πολλοί ή ολίγοι, κλέπται, φονείς ή μοιχοί, λανθάνοντες και διαφεύγοντες τον πέλεκυν της ανθρωπίνης δικαιοσύνης. Αλλά δεν είνε τούτο λόγος, όπως μη τιμωρώνται και οι φωραθέντες ως ένοχοι των εγκλημάτων αυτών. «Εν ώ εύρω σε, εκεί και κρινώ σε». Η δικαιοσύνη αμυνομένη υπέρ της ανθρωπότητος, τιμωρεί σήμερον όσους αν συλλάβη δράστας των εγκλημάτων αυτών, και επιφυλάττεται δι' εκείνους, όσοι προς καιρόν ίσως διαφεύγουν τας χείρας της, αν τους συλλάβη αύριον. . . Δευτερολογών ο πληρεξούσιος της εναγομένης παρετήρησε μετά τινος λεπτού σαρκασμού, ότι, συμφώνως με τα πορίσματα της διαλεκτικής του αντιδίκου, θα ήτο ως να έδιδεν η Θέμις συνταγήν και νουθεσίαν εις τας θελούσας να αμαρτήσωσι, και ως να έλεγεν εις αυτάς: «Κυττάξατε καλά, εάν επιθυμητέ να λάβητε εραστήν, να πράττητε τούτο επιδημούντος του συζύγου, και όχι εν καιρώ απουσίας τούτου». Αλλ' ο συνήγορος του ενάγοντος υπέλαβεν, ότι περιττή θα ήτο τοιαύτη συνταγή, διότι η έννοια αυτής είνε αυτόδηλος, και αι θυγατέρες της Εύας δεν θα είχον ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας (Γέλωτες του ακροατηρίου).
Τέλος, μετά πολλά, εδόθη το διαζύγιον. . . Η Σοφούλα είχεν εκτεθή επί τόσον χρόνον εις την αγωνίαν και την καταλαλιάν του κόσμου την ανηλεή, και είτα έμεινε, με έν παιδίον μόνον, πλησίον της αδελφής της, άνανδρος όπως πρότερον, μήτηρ άνευ συζύγου και χήρα άνευ μεσολαβήσεως θανάτου. . . Ευτυχώς δι' αυτήν, αφού ανέθρεψε το τέκνον της, προσεβλήθη εκ νόσου, και βραδέως-βραδέως ετήκετο, εωσότου μετά δεκαπέντε έτη απέθανε νέα ακόμη και ωραία — αλλά και δεν άφησε κατόπιν της εις το πέλαγος του βίου εκτεθειμένον εις τα βέλη του κόσμου τον Κώτσον της.
Το τέκνον εκείνο της οδύνης, καθόσον ηλικιούτο, εγίνετο ρωμαλέος και μεγαλόσωμος, άφοβος και τολμηρός. Πριν γείνη έφηβος, εφαίνετο ως τέλειος νεανίας, είχεν αναδειχθή φοβερός αναρριχητής εις δένδρα . . . Ανέβαινεν εις βράχους, εις κρημνούς, εις κορυφάς, παντού όπου δυσκόλως θα τον έφθανεν η φήμη, το όνειδος, ο φθόνος των άλλων παιδίων, τα οποία εις την ελαχίστην οργήν, εκ μικράς αφορμής ή και χωρίς αφορμήν, εσφενδόνιζον κατ' αυτού, συνήθως εκ των νώτων, το δύσφημον όνομα της νοθείας, σπανίως κατά πρόσωπον, επειδή ο Κώτσος ήτον χειροδύναμος, κι' αν έπιανε κανέν παιδίον, εις την βράσιν του θυμού του, θα του έσπαζε τα κόκκαλα με τους γρόνθους του. Έτρεχεν εδώ, εκεί, ως αγριοκάτσικον, παιδίον υψηλόν και ρωμαλέον, ανερριχάτο εις βράχους και δένδρα, παντού όπου ενόμιζεν ότι δεν θα τον έφθανεν η ηχώ της απαισίας λέξεως· και η ηχώ ανήρχετο μεγαλοφωνοτέρα εις τα ύψη εκείνα, και παντού τον κατεδίωκε. . .
— Κάπου να πας να κρυφτής βαθειά, παιδάκι μου, για να μη σε βλέπουνε, και να μη σ' ακούνε, του είπε μια των ημερών μία γραία γειτόνισσα, στρυφνή, διφορουμένης ψυχής.
Και η μοίρα του, ήτις τον είχε λικνίσει παιδιόθεν με το άσμα της συμφοράς, έμελλε να τον πάρη και να τον κρύψη βαθειά, εις τα σπλάγχνα της γης διά να μη τον βλέπουν, μήτε να τους βλέπη, να μη τον ακούουν, μήτε να τους ακούη. . . Όταν έγεινε δεκαπέντε ετών, είχεν αναρριχηθή μια των ημερών εις υπερύψηλον δένδρον, λεύκαν κυπαρισσοειδή, από τας οποίας κατασκευάζουν τα κατάρτια των πλοίων. Ο Κώτσος επλησίαζε να φθάση εις την κορυφήν, όταν έν παιδίον, το οποίον πολλάκις τον είχεν ενοχλήσει, διήλθε τρέχον αποκάτω, και εύρεν ευκαιρίαν να φωνάξη προς τον αναρριχώμενον το σύνηθες υβριστικόν όνομα. . . Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, ο Κώτσος έπιπτε κάτω εις την γην, από ύψος είκοσι μέτρων. Είχε ξεπιασθή με την μίαν χείρα, και είχε κυττάξει οργίλος προς τα κάτω. Φαίνεται ότι η ύβρις του διελθόντος παιδίου τον είχεν ερεθίσει υπερμέτρως και τον είχε κάμει να χάση την λαβήν. . Ο άτυχος Κώτσος έζησεν ολίγας ώρας αναίσθητος, και είτα εξέπνευσεν. . .
Όταν πρώτην φοράν ήκουσεν, ή πρώτην φοράν έδωκε προσοχήν εις το όνομα, το οποίον του έρριψεν έν παιδίον, εκεί όπου εμάλλωσαν, παίζοντας μαζί της αμάδες, και συγχρόνως το παιδίον ετράπη εις φυγήν, ο Κώτσος ήτο δέκα περίπου ετών. Μαντεύσας ότι η λέξις είχε κακήν σημασίαν, εκυνήγησε το παιδίον, αλλά δεν ημπόρεσε να το φθάση. Το ξένον παιδίον ανέβη εις τον Επάνω Μαχαλάν, συνησπίσθη με άλλους δύο ομήλικας, και οι τρεις ήρχισαν, ωφελούμενοι από το υψηλόν του τόπου, να πετροβολούν τον Κώτσον, όστις ηναγκάσθη εις υποχώρησιν. Πάραυτα έτρεξε προς την μητέρα του.
— Δεν μου λες, μάννα, τι θα πη «μούλος»;
Η Σοφούλα ωχρίασεν, είτα ετραύλισεν·
— Πού τον άκουσες. . . αυτόν το λόγο;
— Ο Γιάννης της Φαμελούς, τώρα που παίζαμε μαζί, κ' εμαλλώσαμε, έφυγε τρέχοντας και μ' εφώναξε : «Μούλο! Μούλο!» Αχ! δεν τον έφτασα, να του δείξω εγώ. . . . Πες μου, μάννα, τι να πη;. . .
— Το στόμα τους να πιαστή!. . . να βγάλουν τη φάγουσα, ναι! ήρχισε να καταράται ταπεινή τη φωνή, ελθούσα εις επικουρίαν της αδελφής της η Κρατήρα.
— Θα μου πης, μάννα, και συ, θεια, τι θα πη; επέμεινε θορυβών και κλαίων, κτυπών τους πόδας του εις το έδαφος.
Τότε η θεία του ανέλαβε να του εξηγήση, λησμονούσα ότι ήρχετο εις αντίφασιν με τας προ μικρού κατάρας της.
— Νά, σε βλέπουνε, βρε συ, πού είσαι ξανθός. . . . κ' επειδή τάχα, απ' την τρίχα σου τους φαίνεται να μοιάζης σαν μουλαράκι, γι' αυτό σε φωνάζουν έτσι δα. . . .
Ο Κώτσος δεν επείσθη. Η Κρατήρα επρόσθεσεν·
— Όπως της Μπουλίνας το γυιο, που είνε κοκκινομάλλης, τονε λένε Κοκκίνη. . . και το Γιώργη της Μελάχρως, που είνε μαύρος, τόνε φωνάζουνε Αραπάκη. . . Κατάλαβες τώρα.
Ο μικρός ήρχισε να καταπραΰνεται, μαγευόμενος περισσότερον από την γλυκείαν φωνήν της θείας του, ή όσον επείθετο από την έννοιαν των λόγων της.
— Όπως και τον Νίκο της Κοντούλας, που τόνε λένε Μελίσση, γιατί είνε σα βόι, τάχα, ε; είπε.
— Ναι, μαθές, επεβεβαίωσεν η Κρατήρα.
— Και τον Μιχάλη του Κορωνιού, που τόνε λένε Ψαρή, όπως τη γίδα;
— Ίσα, ίσα αυτό.
Ο Κώτσος ησύχασε προς καιρόν. Αλλ' είχε παρατηρήσει ότι το όνομα εκείνο το ετόξευον κατ' αυτού με περισσοτέραν κακίαν, παρ' όσην συνήθως εδείκνυον προς όσους εκάλουν «Ψαρή» ή, «Μελίσση». Ολίγον καιρόν ύστερον, ήρχισε να εξετάζη κατ' ιδίαν την θείαν του.
— Για, να σου πω, θεια; . . . . . Δε μου λες, γιατί ο πατέρας άφησε τη μάννα μου, κ' επήρε άλλη γυναίκα;
— Δεν είνε δουλειά σου, να τα εξετάζης αυτά, απήντησε, προσπαθούσα υπό το αυστηρόν του τόνου να κρύψη την αμηχανίαν της η Κρατήρα.
— Δεν είνε δουλειά μου; επανέλαβεν έτοιμος να κλαύση ο Κώτσος. Ναι, γιατί με φωνάζουν «Μούλο», επειδή τάχα δεν έχω πατέρα, κι' όχι απ' το χρώμα των μαλλιών μου, που μου έλεγες. . .
Τότε η Κρατήρα εσκέφθη προς στιγμήν και ως φρόνιμος γεροντοκόρη έκρινεν ότι δεν ωφελούσε να κρύψη την αλήθειαν από το ανεψιόν της, επειδή εις την εποχήν αυτήν της ελλείψεως παντός χαλινού, τα παιδία τα μανθάνουν πρωίμως όλα, και, αν αύτη εσιώπα, ο μικρός θα εμάνθανε πολύ περισσότερα παρ' όσα έπρεπε να ξεύρη, απ' τα άλλα παιδία του χωρίου από λόγια του δρόμου και από ακούσματα της αγοράς. Και λοιπόν του είπεν·
— Άκουσε, Κώτσο μου. Η μητέρα σου, όταν σε είχε στην κοιλιά, αρρώστησε, και της ήρθε αδυναμία και δεν μπόρεσε να σε γεννήση στην ώρα της. . . Και απάνω στην αρρώστια της που σε είχε στην κοιλιά, μέσ' τον ύπνο της φώναζε : «το παιδί! το παιδί!» κ' ύστερα που σε γέννησε, και τώρα ακόμη όλο άρρωστη είνε, ολοένα φωνάζει, στα ξυπνητά της και στον ύπνο της: «το παιδί! το παιδί μου!» Νοιώθεις τι αδυναμία έχει σ' εσένα, κι αγροικάς με τι πόνο και καϋμό σ' ανάθρεψε;. . . Και σαν της ήρθε η πρώτη αρρώστια, πριν σε γεννήση, σ' εβάσταξε μέσ' την κοιλιά μια-δυο μέραις παραπάνω. Τότε τα λαδικά, ας είνε καλά που τα ξετάζουν όλα, μέτρησαν τους μήνες, και της μέραις, κ' είπαν τάχα πώς η μάννα σου δεν σε είχε κάμει με τον άνδρα της, που έλειπε εννέα μήνες με το καράβι, επειδής έμεινες μέσ' την κοιλιά, αυταίς της δύο-τρεις μέραις παραπάνω. . . Τότε ο πατέρας σου, δεν θέλω να πω κακό λόγο, που μου είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη, και με ανάγκασε να αποθηκέψω εγώ το βιο μου και να του δώσω τρεις χιλιάδες μετρητά, επειδή επέμενε κ' ήθελε «το μέτρημα! το μέτρημα!» κι' ως την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να στεφανωθή αν δεν του μετρούσα τα λεπτά. . . ώστε, αφού έδωκα της μητέρας σου τα μισά κτήματα, όλο το μερδικό μου εγώ, για να του εύρω το μέτρημα να του δώσω. . . κοντολογής, ο πατέρας σου επίστεψε τα λόγια του κόσμου, και είπε ότι δεν σε γνωρίζει για παιδί του. Μα εσύ, καθώς κι' όλα τα ορφανά, έχεις το Θεό πατέρα, και πρέπει ν' αγαπάς την μητέρα σου, που δε σου έφταιξε τίποτε και παιδεύεται με τόσον πόνο και καϋμό να σ' αναθρέψη. . . Και νάσαι φρόνιμος και καλός, και καθένας που έσφαλε, απ' το Θεό θα τωύρη. Και με άλλον να σε είχε κάμει η μάννα σου, πάλι, εσύ δε φταις τίποτε, και δεν πρέπει να σε πειράζουν γι' αυτό, μα είνε παιδιά, και δεν θέλουν ξεσυνέριο, επειδή δεν ξεύρουν τι τους γίνεται. . . Γείνε συ φρόνιμος και καλός και θα ιδής πως αυτό δεν μπορεί να σε βλάψη. . . Ας σ' αξιώση ο θεός να προκόψης και να γείνης χρήσιμος άνθρωπος, κ' οι ίδιοι που σε βρίζουν τώρα, θάρχωνται μια μέρα να σου βάζουν μετάνοιες . . . και συ θα τους κάνης το βαρύ. . . Μονάχα, Κώτσό μου, νάχης την ευχή του Χριστού, κύτταξε να μην παραπονέσης την μάννα σου, που σ' αγαπά τόσο. . . Ανίσως εσύ πεισμώνης σαν παιδί, εκείνης η καρδιά της είνε ματωμένη γι' αυτά και γι' αυτά τα πράμματα.
Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του φθινοπώρου η Κρατήρα είχε μείνει με τον ανεψιόν της εις τον ελαιώνα, και είχον κλεισθή εις το μικρόν καλύβι διά να κοιμηθώσι. Πλησίον του κτήματος υπήρχε μέγα δάσος, βαθύς δρυμών, από γιγαντιαία εξαίσια δένδρα.
Παρά την είσοδον του δάσους, εις τα νοτιοδυτικά σύνορα του ελαιώνος, υπήρχον πολλά ερείπια, έν σπήλαιον ή υπόγειον περιέργου σχήματος και κατασκευής, το οποίον εκαλείτο δρακοσπηλιά. Ήρχιζεν από μίαν οπήν βράχου, όστις είχε χρησιμεύσει ως ακρογωνιαίος λίθος ενός κατηρειπωμένου κτιρίου, και ανήρχετο προς τ' άνω, εντός υψηλού βράχου κωνοειδούς, όστις απετέλει την κορυφήν της δειράδος. Έλεγαν ότι εντός του σπηλαίου εκείνου ηκούετο ενίοτε παράδοξος ήχος και μεγάλη βοή. Τα κατηρειπωμένα κτίρια ήσαν τρία ή τέσσαρα.
Η οπή εντός του βράχου ανήρχετο εις διάστημα πολλών οργυιών, ως ελέγετο, εις το κοίλον του βράχου, και απέληγεν εις την κορυφήν όπου είχε διέξοδον. Ελέγετο ότι εκεί μέσα ενεφώλευε τον παλαιόν καιρόν ένας Δράκος, όστις έκρυπτεν εκεί θησαυρούς, τους οποίους εφύλαττον και έβοσκον την νύκτα διάφοροι Αράπηδες σκλάβοι του.
Τριγύρω εις τα ερείπια έβγαιναν την νύκτα όχι ολίγα στοιχειά, εξωτικά και κρούσματα. Από την θέσιν των ερειπίων ήρχιζεν έν ρεύμα στενόν, σύσκιον, το οποίον κατήρχετο βαθύ, κάτω εις την κοιλάδα, και εντός του ρεύματος, ολίγον παρακάτω από τα ερείπια, υπήρχε μία κρήνη παλαιά, εις την ρίζαν γηραιού δένδρου, μ' ένα τάπι δεμένον δι' αλύσεως εις κρίκον επί του γηραιού κορμού· εκαλείτο κοινώς το Κρύο Πηγάδι, ήτο δε κρύον όχι μόνον το νερόν, εκ του οποίου πολλοί δεν έπινον λέγοντες ότι ήτο στοιχειωμένον, αλλ' ο υγρός αήρ, το περιβάλλον και το σύσκιον και σκοτεινόν της μικράς κλεισωρείας. Πολλαί γραίαι, από τας πρωτινάς, όσαι είχον γεννηθή περί τα αρχάς του αιώνος, όταν ήσαν ηναγκασμέναι να διέλθωσιν από το στενόν τούτο, συνήθιζαν να χαιρετούν την παλαιάν κρήνην διά συνθηματικής ρήσεως·
— Χαίρε και συ, Κρύο Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου! Μερικαί έλεγον : «καϋμένο Κρύο Πηγάδι», και άλλαι τινές έλεγον ευφημότερον: «καλό Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου». Όλος ο τόπος τριγύρω, τα ερείπια και το ρεύμα, έβριθεν από νεράιδες την ημέραν, εμυρμηκία την νύκτα από στοιχειά και φαντάσματα.
Εις το «Κρύο Πηγάδι», πολλοί διηγούντο ότι είχον ιδεί να κάθηται ένας Αράπης, με την τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα, χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα και βοσκοπούλες, είχαν «χτυπηθή», διότι ευρέθησαν εις κακήν ώραν σιμά στο «Κρύο Πηγάδι». Η Καμπαναχμάκαινα, ποιμενίς προβάτων και μήτηρ δέκα παιδίων, είχε πάθει την νύκτα από αφωνίαν και παραλυσίαν.
Ο Κώτσος, το τέκνον της συμφοράς, είχε μάθει ν' αγαπά την εξοχήν, σιμά εις την θείαν του, και την ηκολούθει συχνά εις τας εκδρομάς της. Η μήτηρ του έμενε κατ' οίκον. Έπασχε σωματικώς από την γένναν της και είχε τρωθή ηθικώς από τα βέλη της δυσφημίας. Η αδελφή της ήτον σχεδόν αγροδίαιτος.
Ο Κώτσος ηγάπα όλα τα της εξοχής, τα βουνά και τα δάση, τας βρύσεις, τα ρεύματα και τα ερείπια, ως και αυτά τα φαντάσματα. Είχε γείνει σχεδόν μισάνθρωπος, από το όνειδος το οποίον του έρριπτον οι ομήλικοί του. Είχε παύσει να φοιτά εις το σχολείον εξ αιτίας της συμπεριφοράς των συμμαθητών του, τους οποίους δυσκόλως θα εσωφρόνιζε, και αν είχε την συνήθειαν να τους «μαρτυράη στο δάσκαλο» (το οποίον όμως εθεωρείτο ως στίγμα κακής προδοσίας μεταξύ των παιδίων). Άλλην άρα καταφυγήν δεν είχεν, ειμή να κάμνη συχνά καυγάδες και να δέρνη τους συμμαθητάς του — ενίοτε και να της τρώγη.
Κατόπιν μιας τελευταίας σκηνής, καθ' ην έδειρε δύο-τρεις εκ των συμμαθητών του, οι δαρέντες «τον εμαρτύρησαν» εις τον δάσκαλον. Ο ίδιος δεν ηθέλησε — εντράπη ή εδίστασε να πη εις τον δάσκαλον το επίθετον, το οποίον κατ' αυτού ετόξευον οι άλλοι. Αλλά τότε το βάρος της οργής έπεσεν επ' αυτόν.
Όχι μόνον «έφαγε ξύλο», με την λεπτήν βέργαν του δασκάλου η οποία έτσουζεν, αλλ' «απεβλήθη προσκαίρως» από τα μαθήματα. Μάτην, αφού ο ίδιος δεν ήθελε «να μαρτυρήση», η θεία του προσεφέρθη να υπάγη αυτή «ν' αγκαλέση» στον δάσκαλον τα άλλα παιδία, τα οποία του έλεγαν «έτσι κ' έτσι» και του εφώναζαν «αυτό κι' αυτό». Ο Κώτσος αυτοβούλως την προσωρινήν αποβολήν την μετέβαλεν εις διαρκή λιποταξίαν, και δεν επάτησε πλέον εις το σχολείον. Ήτον δε τότε δεκατριών ετών.
Και άλλοτε ο Κώτσος είχε «φάγει ξύλο» από τον διδάσκαλον, χωρίς να πταίη — ενώ άλλην φοράν πάλιν είχε μείνει ατιμώρητος, ενώ έπταιεν. Αλλά τότε ο πλάνος καλόγηρος, ο πάτερ-Ιωακείμ, τον «ορμήνεψε» και του είπεν, ότι 'ς αυτόν τον κόσμον «εν άλλοις παιδευόμεθα», και προσεπάθησε να του εξηγήση το απόφθεγγμα: «οι αδικούντες πολλοί, αδικούμενος ουδέ είς».
Έμαθε λοιπόν ν' αγαπά την ερημίαν, ν' αγαπά τα ερείπια, ως και αυτά τα στοιχειά και τα φαντάσματα. Α! τα στοιχειά δεν του ήθελαν κακόν ούτε τον είχαν αδικήσει.
Δεν του είχαν ρίψει ποτέ κατά πρόσωπον, ούτε εκ των νώτων, το απαίσιον κοινωνικόν όνειδος.
Ο Κώτσος είχεν ένα πόθον βαθύν, μίαν ακράτητον περιέργειαν. Ήθελε να δοκιμάση να εισέλθη εις την οπήν του σπηλαίου εκείνου, το οποίον, ενώ εφαίνετο να καταδύεται κάτω εις την γην, ανήρχετο είτα εις την κορυφήν του βράχου. Ήτον εκείνη, η Δρακοσπηλιά, και είχε μεγάλην δι' αυτόν έλξιν. Είχε δοκιμάσει άπαξ ήδη, την ημέραν. Αλλ' η θεία του, ήτις τον επετήρει αγρύπνως, έτρεξε και τον ανεκάλεσε πλησίον της.
— Μην το κάμης αυτό, παιδάκι μου! στη Δρακοσπηλιά μέσα ήθελες να μβης;. . . Θεός φυλάξη! μην είσαι απόκοτος!. . .
— Είνε κανείς Δράκος μέσα, θεια;
— Και δράκος να μην είνε, ποιος ξέρει; Μπορεί να βαρέσης πουθενά. . . είνε σκοτάδι, και ποιος ξέρει τι γκρίφια έχει μέσα . . . Μπορεί να κακοπάθης. . . ή να πάρης φρίξι και να σκιαχτής. . . Λένε πως έχει μια κακή βοή αυτή η σπηλιά, άμα χωθή άνθρωπος μέσα. . .
Ο Κώτσος εφάνη ότι ήκουσε την συμβουλήν της θείας του, κ' επανήλθε μαζί της εις τον ελαιώνα. Αλλ' ο πόθος και η περιέργειά του ηύξησεν.
Είχεν ακούσει από τα παιδία και τας γραίας ότι ο Δράκος, όστις εκατοικούσε τον παλαιόν καιρόν εκεί μέσα, μπορούσε να κάμη έναν άνθρωπον πλούσιον, στο κέφι του επάνω, άμα ήθελεν, εκτός αν επροτίμα — το οποίον ήτο και συχνότερον — να τον βλάψη και να τον μισερέψη διά πάντοτε, τον τολμηρόν επισκέπτην. Είχεν εκεί ταμιευμένα ο Δράκος γρόσια πολλά, φλωριά αναρίθμητα, τα οποία ένας Αράπης έβγαινε την νύκτα και τα εχόρευε, σιμά εις το στόμιον του σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εις το φως της σελήνης. Ωνειροπόλει να διαλάθη την προσοχήν του Αράπη, ν' αρπάση όσα ειμπορέση φλωριά, εκεί που τα εχόρευε. Με αυτά τα φλωριά θα εξεχρέωνε πρώτον τα κτήματα της θείας του, επειδή το χρέος την έκαμνε να στενάζη. Είτα θα άφηνεν εις τας δύο γυναίκας αρκετά διά να καλοζούν, και αυτός θα εσκάρωνεν «ένα μεγάλο καράβι τριοκάταρτο», θα επήγαινε να ταξειδεύση, και θα έφερνεν από τα ταξείδια «κόφες τάλλαρα», καθώς είχεν ακούσει να διηγούνται διά τα πλοία όσα ανέβησαν εις την Μαύρην Θάλασσαν κατά τον πόλεμον τον Κριμαϊκόν, ότι είχαν γεμίσει το αμπάρι από τάλλαρα, και τα εμοίραζαν «με της κόφαις» εις τους συντρόφους, τον λοστρόμον και τους ναύτας και αυτόν τον μούτσον. . . Μ' εκείνα τα τάλλαρα θα έμβαινε καλά στα μάτια εκείνων των φθονερών παιδίων, των σημερινών εχθρών του, και θα ήρχοντο να του βάζουν μετάνοιες στρωταίς, καθώς έλεγεν η θεία του.
Την νύκτα εκείνην, καθ' ην είχε κατακλιθή, αφού επείσθη ότι η θεία του εκοιμάτο βαθέως, κουρασμένη καθώς ήτον, εσηκώθη χωρίς κρότον, ήνοιξε την θύραν με άκραν προφύλαξιν. Επήρε μαζί του ένα κουτί σπίρτα, ένα χονδρόν τεμάχιον λαμπάδος κηρίνης, έκλεισεν αθορύβως την θύραν έξωθεν, κ' έτρεξε προς το μέρος της Δρακοσπηλιάς.
Η σελήνη είχεν αρτίως ανατείλει δρεπανοειδής. Ήτον σχεδόν μεσάνυκτα· έφθασε μετ' ολίγον εις τα ερείπια.
Εισήλθεν εντός των κατηρειπωμένων κτιρίων, έφθασεν εις το στόμιον του υπογείου άντρου, άναψε το σπίρτον, είτα το κηρίον. Έκαμε τον σταυρόν του και εισήλθεν εις την οπήν.
Το χάσμα εχώρει ανέτως άνθρωπον, ο δε Κώτσος ήτο μεγαλόσωμον παιδίον. Ησθάνθη ψυχρόν, υγρόν αέρα εις το πρόσωπόν του. Επάτει επί κόνεως ή άμμου. Εχαμήλωσεν, εκυρτώθη. Προέβη ολίγα βήματα. Άλλο δεν έβλεπεν ή μαύρον τοίχον, σχεδόν ομαλόν, ως λαξευτόν, και ήκουεν αόριστον βόμβον ερχόμενον έσωθεν. Ήτον ως βόμβος μυιών ή ως πτερυγίσματα ελαφρά μικρών πουλιών. Διέβλεπε προσέτι αμυδρά σχήματα, όμοια με αποστάγματα από σύμπλεγμα αναμμένων κηρίων, ή με κρύσταλλα κρεμάμενα εν καιρώ παγετού από τους σταλαγμούς των στεγών.
Αποτόμως ο δρόμος του εκόπη. Ο τοίχος, όστις μέχρι τούδε εσχημάτιζε θόλον υπεράνω της κεφαλής του, εφάνη ως να κατήλθε κ' εκρεμάσθη μέχρι του εδάφους, και του έφραξε την οδόν.
Τότε ο Κώτσος περιέφερε το κηρίον του εδώ κ' εκεί διά να ίδη αν υπήρχε που δίοδος, αλλά ρεύμα αέρος έπεσεν αποτόμως επάνω εις το κηρίον και το έσβυσε.
Συγχρόνως ο Κώτσος ήκουσεν ή του εφάνη ότι ήκουσε μίαν βοήν υποχθόνιον, υπόκωφον φωνήν, ήτις ήρχετο αγρία από τα βάθη του σπηλαίου.
Η φωνή του εφάνη ότι έλεγε·
— Μού . . . λο! Μού . . . λο!
Λοιπόν, ως και τα φαντάσματα είξευραν την δυστυχίαν του! Λοιπόν και τα ξωτικά όλα εγνώριζαν το τρωτόν μέρος του! Και ο Δράκος διά της φωνής του επεκύρωνε τας φωνάς των μοχθηρών παιδίων!
Ο Κώτσος ετράπη εις φυγήν. Καθώς εστράφη οπίσω, εις το σκότος, προς το στόμιον του σπηλαίου, ζητών να εύρη ακτίνα της σελήνης ευμενή, ήτις να του φέξη εις τον δρόμον του, εκτύπησε την κεφαλήν σφοδρώς εις τον θόλον του βράχου. Του ήλθε στιγμιαία ζάλη.
Α! έπρεπε να είχε κτυπήσει την κεφαλήν του πρωτήτερα, όταν ήθελε να εισέλθη εις το σπήλαιον του Δράκου. . . Ή μάλλον, ώφειλε να κτυπά το κεφάλι του από πολύ πριν. . . πριν γεννηθή ακόμη. Και την στιγμήν εκείνην επαρουσιάσθη εις την φαντασίαν του μειδιώσα και μορφάζουσα η όψις του περιπλανωμένου μοναχού, του Ιωακείμ, όστις άλλοτε του είχε διηγηθή περί της αφελούς περιεργείας των μαθητών του Χριστού, ερωτώντων περί του εκ γενετής τυφλού, αν ο ίδιος ήμαρτεν ή οι γονείς του διά να γεννηθή τυφλός.
Και αυτός ο Κώτσος ήτο κάτι περισσότερον του εκ γενετής τυφλού — ήτο εκ γενετής κατάδικος.
Όταν συνήλθεν από την ζάλην, επέστρεψε ριγών και τρέμων πλησίον της θείας του. Την εύρεν έξυπνον. Αύτη είχεν «αλαφιασθή» μέσα στον ύπνον της, κ' εξυπνήσασα, δεν εύρε πλησίον της τον ανεψιόν της.
Εξαφνίσθη, ετρόμαξεν. Εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν. Υπώπτευσεν ότι ο Κώτσος θα είχεν υπάγει, ο απόκοτος, προς το μέρος της Δρακοσπηλιάς. Ήρχισε να τον κράζη ονομαστί·
— Κώτσο! . . . πού είσαι!
Ενώ εδίσταζε και ητοιμάζετο, μισονδυτή και ξυπόλητη, όπως ήτον, να τρέξη προς τα εκεί, είδε τον Κώτσον να έρχεται. Ήτον χλωμός από το φως της σελήνης, και χλωμός από την συγκίνησίν του.
— Τι έχεις;. . . Πού πήγες;
Ο νέος ταχέως συνήλθε.
— Τίποτα . . . τίποτα, θεια, ησύχασε.
— Δεν σου είπα εγώ να μην πας στη Δρακοσπηλιά; Λέγε. . . τι έτρεξε;
— Άκουσα μια φωνή.
— Φωνή;. . . θάκουσες τη βοή που λένε πως βγαίνει τη νύχτα. Κ' εφοβήθηκες πολύ; . . . Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου. . . Έλα να κοιμηθής, και να φυλάεσαι άλλη φορά, να μην είσαι απόκοτος.
— Η φωνή που άκουσα. . .
— Η φωνή; . . ε; τι;
— Έλεγε . . . ένα λόγο. . .
— Τι;
— Έλεγε «Μού . . . λο!»
Η Κρατήρα ησθάνθη πόνον, και συγχρόνως εγέλασεν. Ήρχισε να εξηγή εις τον ανεψιόν της·
— Άμα αποκοτήση κανείς, και πάη μέσ' τη Σπηλιά του Δράκου, νύχτα, μεσάνυχτα, αυτά θ' ακούση. . . Λένε πώς η βοή εκείνη της Σπηλιάς έχει ένα ιδίωμα, να ξαναλέη στον άνθρωπο ό,τι καϋμό έχει στη ζωή του. . . Κείνο, που του πονεί του καθενός, το λέει, τάχα με ανθρωπίνη φωνή. Τάκουσα που το έλεγαν οι παλαιοί, μα τώρα 'ς αυτά τα χρόνια δεν θα πήγε κανένας να μπη μέσ' στην Σπηλιά. Εσένα σου φάνηκε πως άκουσες: «Μούλο!». Αν επήγαινα εγώ μέσ' τη Δρακοσπηλιά, θα μου φαίνετο πως ακούω: «το χρέος! το χρέος!», κείνον τον καϋμό που έχω. Αν επήγαινε η μάννα σου, θα έκαναν τ' αυτιά της πως ακούει: «το παιδί! το παιδί!» κι' αν επήγαινεν ο προκομμένος ο πατέρας σου, θ' άκουε μια φωνή: «το μέτρημα! το μέτρημα!» Αυτό είνε η φωνή του Δράκου.
Ολίγον καιρόν ύστερον μετά τον τραγικόν θάνατον του παιδίου, αι δύο αδελφαί, πικραμένοι και μαυροφορούσαι — η μήτηρ ωχρά και μόλις δυναμένη να βαδίζη, εκ της αδυναμίας, μέλλουσα ν' αποθάνη ολίγας εβδομάδας ύστερον, η θεία ισχνή, ήλιοκαής και εγκαρτερούσα, — εξήλθον λίαν πρωί εις την εξοχήν. Εκεί συνήντησαν τον πλάνητα μοναχόν, τον Ιωακείμ.
Ούτος τας εχαιρέτησε μετά συμπαθείας, σείων την κεφαλήν, και ήρχισε να λέγη προς την ορφανήν του τέκνου μητέρα·
— Ε! κουράγιο, Σοφούλα! Τι να γένη, καϋμένη· εκεί, στον άλλον κόσμο, θα βρης πολλούς, πολλούς άλλους, και τον Κωσταντάκη σου μαζί. . . Τι να λες, εσύ, ταλαίπωρη· Βέβαια θα είπες, πως ήτον κακή ώρα! Α! η πλέον κακή ώρα είνε η ώρα της αμαρτίας, Σοφούλα! Αχ! τα οψώνια της αμαρτίας. . . Γι' αυτό είπε και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης : «η δεξιά Σου, Χριστέ μου,. . . σκευωρίας πάσης περιφυλαξάτω με!».
Είτα, όταν η Σοφούλα απέστρεψε κλαίουσα την κεφαλήν, ο πλάνος μοναχός είπεν εις την πρεσβυτέραν αδελφήν της·
— Αχ! Κρατήρα, και να ήτον αθώα. . . θα επήγαινε μαζί με τους Μάρτυρας. . . Όπως κι' αν είνε, πιστεύω να βρη έλεος.
Κ' επειδή εκείνη τον εκύτταξεν εν αμηχανία, ο ρασοφόρος επανέλαβε ταπεινή τη φωνή, διά να μην τον ακούση η Σοφούλα·
— Απ' της δυο κακές ώρες, την μίαν που ένα πλάσμα έπεσε σε
πειρασμό, κ' έφερ' ένα άλλο πλάσμα στον κόσμο, και την άλλην, που αυτό το
δεύτερο πλάσμα έπεσε απ' το δένδρο κ' εσκοτώθη. — χωρίς την πρώτη, η δεύτερη
ποτέ δεν θα ήρχετο — η χειροτέρα ώρα είνε η πρώτη, Κρατήρα!
ΤΑ ΣΥΧΑΡΗΚΙΑ
Τρεις χαραίς είχε την ημέραν εκείνην η κυρά-Γαλάτσαινα του Κασσανδριανού, χήρα
του μακαρίτου ομωνύμου πλοιάρχου, αποθανόντος προ τινων ετών πτωχού μετά
πολλάς επιχειρήσεις. Η πρώτη ήτο ότι είχε αρραβωνίσει προ ολίγων ημερών την
κόρην της, την Μυρσούδα, με καλόν γαμβρόν, τον Βασίλην τον Μπόνον. Η δευτέρα
ήτο ότι σήμερον πρωτοχρονιάν εώρταζε την εορτήν του ονόματός του ο ίδιος ο
γαμβρός της. Η τρίτη ήτο ότι έμελλον να τελεσθώσι την εσπέραν της αυτής ημέρας
τα «μβατίκια» του γαμβρού εις την οικίαν της.
Η ιδέα της κυρά-Γαλάτσαινας ήτο να είχον τελεσθή τα μβατίκια αφ' εσπέρας, την νύκτα του παλαιού χρόνου προς την ανατολήν του νέου, όπως θα ήτο πρέπον. Αλλά τα συμπεθερικά επέμειναν ν' αναβληθώσι τα μβατίκια διά την νύκτα της εορτής προς την 2 Ιανουαρίου. Οι λογαριασμοί, βλέπετε, των συγγενών του γαμβρού δεν συμφωνούν καθ' όλα τα μέρη πάντοτε με τους λογαριασμούς της μητρός της νύμφης. Ο λογαριασμός της κυρά-Γαλάτσαινας έλεγεν ότι, αν ετελούντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας της παραμονής, μεθ' ό ο γαμβρός θα ήτο, κατά το έθος, ελεύθερος να επισκέπτηται δις και τρις της ημέρας την αρραβωνιαστικήν του εις την οικίαν της (ειμπορούσε, μάλιστα, αν ήτο αδιάκριτος, και να το στρώση «κόττα πήττα» εις το σπίτι της νύμφης), η μήτηρ της νύμφης θα εγλύτωνεν από κάμποσα γλυκύσματα και δώρα, τα οποία ήτον υπόχρεως να κουβαλήση εις τας οικίας των συμπεθερικών. Εν πρώτοις, αυτή η εορτή του ονόματος του γαμβρού θα ήγετο εις την οικίαν της νύμφης. Δεν θα ήτο τότε η κυρά-Γαλάτσαινα υποχρεωμένη να κουβαλήση ολόκληρον μέγα σινίον μπακλαβά εις την οικίαν της συμπεθέρας της, αλλά μεγάλα ταψία από ζαχαροχαμαλιά και άλλα τραγήματα εις τας οικίας των αδελφών και των θείων του γαμβρού, και συγχρόνως να κερνά αυτή όλην την ημέραν εις την οικίαν της, διά την εορτήν του ονόματος, και πάλιν την εσπέραν να έχη άλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια και ακροσφαλή, εις την οικίαν της, όπου θα ετελούντο τα μβατίκια.
Αλλ' ο λογαριασμός των συμπεθερικών έλεγεν ότι δεν ήτο πρέπον να φύγη από την μητέρα του ο γαμβρός, να εορτάση την ημέραν της εορτής του, πριν στεφανωθή ακόμη, εις την οικίαν της νύμφης. Του χρόνου, ότε θα εστεφανώνετο, ας εορτάση εις την οικίαν της νύμφης, την οποίαν θα έπαιρνεν αύτη προίκα, με γεια της και με χαρά της. Αλλ' εφέτος διά τελευταίαν φοράν, ας μείνη ακόμη πλησίον της μητρός του. Θα ήτο σκάνδαλον να έφευγε. Τα χαμαλιά «τα κρυφά> τα είχαν φάγει ήδη οι συμπέθεροι όλοι — όσον τους επέτρεψε να φάγουν ο ίδιος ο γαμβρός. Διότι αυτός ο γαμβρός, ο Βασίλης ο Μπόνος, άμα είδε το ωραίον γανωμένον και στίλβον σινίον γεμάτον από ευώδη και προκλητικά, λευκά και ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, έβγαλεν από την ζώνην τον λάζον του, μικράν μάχαιραν την οποίαν έφερε πάντοτε εις την μέσην, και καρφώσας διά μιας τέσσαρα ή πέντε χαμαλιά, ήρχισε να τα καταβροχθίζη, κόπτων αυτά με τους προσθίους οδόντας, αλωνίζων με την γλώσσαν, και παραπέμπων αμέσως εις τον ουρανίσκον, χωρίς να τα μασσά με τους τραπεζίτας του. Αι αδελφαί του και οι γαμβροί του τον επέπληξαν δι' αυτό, αλλ' αυτός δεν ενόει τας παρατηρήσεις των. Αυτός δεν ήτο ο γαμβρός; Δική του δεν ήτο η νύμφη; Δικά του και τα προικιά. Δικά του και τα χαμαλιά, και όλοι οι μπακλαβάδες και όλα. Τα χαμαλιά μάλιστα τοιαύτην είχον συμβολικήν έννοιαν. Διατί τα έλεγαν χαμαλιά; Εσήμαιναν τα άλλα χαϊμαλιά, τα περίαπτα. Ήσαν φυλαχτικά, τα οποία του έστελνεν η πενθερά του, διά να μην τον ιδή κακό μάτι, μην τύχη και τον αβασκάνη κανείς. Αλλά τα κρυφά χαμαλιά δεν θα ήρκουν, και αν επέτρεπεν ο γαμβρός, να τα φάγουν όλα οι συγγενείς. Τώρα, με τα μβατίκια, ήτο καιρός διά τα άλλα δώρα τα επίσημα. Και τα συμπεθερικά δεν θα εταιριάζοντο ποτέ εάν η συμπεθέρα ήθελε να τους το «πάη καπότο», οικονομούσα με τρόπον να εγίνοντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας διά να δικαιολογηθή ότι δεν θα εκουβαλούσε νέα πράγματα εις τας πέντε ή έξ οικίας των στενωτέρων συγενών του γαμβρού της, του Βασίλη. Άλλως, τα φανερά, τα επίσημα, επήγαιναν μαζί με τα μβατίκια, τα οποία ήσαν, αυτό τούτο, φανέρωσις και επισημοποίησις του αρραβώνος, και τα κρυφά ουδέν άλλο ήσαν, ειμή αναγκαίον εφόδιον και συμπλήρωμα της τελετής του αρραβώνος, της νυκτός εκείνης, καθ' ήν είχε κατορθωθή τέλος, μετά πολλά βάσανα, «να δέσουν πανδρειαίς».
Ω! αυταίς η πανδρειαίς! Πόσα φαρμάκια την είχαν ποτίσει την κυρά- Γαλάτσαινα, και πώς της είχαν «ψήσει το ψάρι στα χείλη». Κατόπιν από την πρώτην προξενειάν, μετά πολλά λόγια και «μαναφούκια» και σκάνδαλα, ύστερον από πολλά ψι-ψι και πολλαίς αβανιαίς και κατηγορίαις, αφού ραδιούργα γύναια έβαζαν στα λόγια τον γαμβρόν και της συμπεθέραις και έψαλλαν πολλά ανάποδα εγκώμια εναντίον της πενθεράς και της νύμφης, κατωρθώθη τέλος να ορισθή η εσπέρα του Σαββάτου, της δευτέρας ημέρας των Χριστουγέννων, διά να «δέσουν πανδρειαίς». Η κυρά-Γαλάτσαινα εφύλαττεν άκραν μυστικότητα, αλλ' όλα η γειτονιά τα είξευρε, σχεδόν σίγουρα. Εις τους μαχαλάδες, καταλάβατε, εις τους μικρούς τόπους, η μία γειτόνισσα είνε κατάσκοπος της άλλης γειτόνισσας. Οι τοίχοι ακροώνται, τα παράθυρα βλέπουν, αι θύραι μυρίζονται, οι «πετεινοί» των καπνοδόχων σείουν τας λοφιάς με τοιούτον τρόπον ως να κατανεύουν τάχα ότι ενόησαν.
Την εσπέραν του Σαββάτου, άναψεν η κυρά-Γαλάτσαινα το μεγάλον οκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, το οποίον ευρίσκετο από τον καιρόν που είχε καράβι ο μακαρίτης ο άνδρας της. Είχον συνέλθει εις την οικίαν της ο αδελφός της ο γέρο- Λάζος, και η κυρά Λάζαινα η νύμφη της, και η Μπόζαινα η αδελφή της, και ο Μπόζας ο γαμβρός της. Οι τέσσαρες, και αυτή, όλοι πέντε έκαμαν τρεις σταυρούς, κ' εξεκίνησαν εις το σκότος της νυκτός.
Εάν δεν ήσαν πέντε θα ήσαν τρεις ή επτά ή εννέα. Μονός αριθμός πρέπει να είνε οι συγγενείς της νύμφης, οίοι θα υπάγουν ν' ανταλλάξουν αρραβώνα εις την οικίαν του γαμβρού, όχι ποτέ ζυγός αριθμός. Αγνοώ τον λόγον, και πολλοί τον αγνοούσι, κατά τον στίχον του αειμνήστου Παπαρρηγοπούλου.
Έκαμνε ψύχος και ήτο ελαφρά χιονιά. Επροπορεύετο ο Μπόζας κρατών το φανάρι, δευτέρα ήρχετο η κυρά-Γαλάτσαινα φέρουσα τον δίσκον με τα γλυκά, πέντε κούπαις το όλον, από κυδώνιον και μύγδαλα και μαστίχαν. Τρίτος ήρχετο ο γέρο-Λάζος, κατόπιν η Λαζίτσα η σύζυγος του, και τελευταία η Μπόζαινα.
Ήτο δεκάτη ώρα, και ήτο ελπίς ότι είχον αποκοιμηθή όλοι οι γείτονες. Αλλά μόλις κατέβησαν εις το σοκάκι, και πάραυτα ηκούσθη ελαφρός τριγμός παραθύρου υπανοιγομένου. Η γειτόνισσα η Μαριώ η Μπαλωματού υπώπτευε δι' όλης της ημέρας ότι έμελλε την εσπέραν εκείνην να γείνη ο αρραβών της Μυρσούδας της κυρά- Γαλάτσαινας. Αι υποψίαι της εκρατύνθησαν πολύ όταν, αφού ενύκτωσεν, ήκουσε και ησθάνθη τον γέρο-Λάζον με την συμβίαν του, και τον Μπόζαν με την φαμελιάν του, ανερχομένους εις την οικίαν της χήρας του Κασσανδριανού. Επιθυμούσα να βεβαιωθή, δεν επλάγιασε, μόνον έμεινεν έως τας δέκα παραμονεύουσα, εωσού είδε τα πέντε άτομα με το φανάρι εξερχόμενα εις νυκτερινήν εκδρομήν. Τότε δεν της έμεινε πλέον αμφιβολία, και την επιούσαν, ενώ ο γαμβρός θα ετρακάβνιζε, καρφώνων με την μακράν μάχαιράν του, τα κρυφά τα χαμαλιά, αυτή θα διηγείτο το πράγμα εις όλην την γειτονιάν.
Το σπίτι της Μπόναινας ήτο αρκετά μακράν κατά τας διαστάσεις του χωρίου και κατά το μέτρον με το οποίον εμετρούσαν τας αποστάσεις οι νησιώται, απείχε δηλαδή περί τα διακόσια βήματα. Αφού παρήλθον πολλάς οικίας σκοτεινάς και ησύχους, κατά το φαινόμενον, αλλά των οποίων τα παράθυρα έτριζαν άμα τη προσεγγίσει των, καθώς είχε τρίξει και το παράθυρον της Μαριώς της Μπαλωματούς, οι πέντε αντιπρόσωποι της μνηστής έφθασαν εις έν στενόν και δυσώδες σοκάκι, και άμα εισήλθον εκεί, είδαν μέγαν λύχνον να φέγγη από μέσα, από το γυαλί ενός παραθύρου έχοντος ανοικτά τα παραθυρόφυλλα.
Ανέβησαν εις την οικίαν της Μπόναινας, όπου ευθύς ήνοιξεν η θύρα, και εισήλθον, πρώτος ο Μπόζας, κρατών το φανάριον, διά να είνε καλορρίζικον το ανδρόγυνον, να κάμνη όλο γυιούς, δευτέρα η Λαζίτσα, η νύμφη της Γαλάτσαινας, ήτις είχε λάβει τα γλυκά εις τας χείρας της τώρα, διά να έχη όλο γλύκαις και χαραίς το ανδρόγυνον. Αύτη, η Λαζίτσα, πολύ νεωτέρα του ανδρός της, συνέβαινε να έχη αμφοτέρους τους γονείς της ζώντας, και δι' αυτό επροτιμήθη να κρατήση τα γλυκά, διά να έχη πολύν ζωήν το ανδρόγυνον. Τρίτος εισήλθεν ο γέρο-Λάζος, διά να γηράση το ανδρόγυνον. Τετάρτη εισήλθε η Μπόζαινα «ανδρογυνάρικα», διά να δείξη την αρμονίαν των δύο φύλων. Πέμπτη και τελευταία εισήλθεν η πενθερά, διά να δείξη την υπακοήν και την υποταγήν της νύμφης εις τον γαμβρόν. Η κυρά Μπόναινα δεν είχε παραλείψει να βάλη «ένα τσεκούρι ανάποδα», αλλ' εις μέρος κρυφόν, όπου να μη φαίνεται, υποκάτω εις τον καναπέν. Τούτο εσήμαινεν ότι, αν υπήρχε και καμμία βασκανία, δεν έπρεπε να τολμήση να βγη εις το φανερόν και να ενεργήση. Μετά το «καλώς ήρθατε» και το «καλώς σας ηύραμε», η κυρά Λάζαινα απέθεσε τον δίσκον με τα γλυκά επί της ετοίμης τραπέζης, και όλοι εκάθησαν με το «καλώς ανταμωθήκαμε». Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας όλοι εσηκώθησαν όρθιοι, και ο γαμβρός, υψηλός ξανθός νέος, φορών τα κυριακάτικα, αφού έκαμε τρεις σταυρούς ενώπιον του εικονοστασίου της οικίας, προσελθών εις την Γαλάτσαιναν, έβαλε μετάνοιαν και της ησπάσθη την χείρα, εγχειρίζων άμα αυτή μέγα μεταξωτόν μανδήλιον χρωματιστόν, εις μίαν γωνίαν του οποίου ήσαν κομποδεμένα γυναικείον δακτυλίδιον και ένδεκα χρυσά φλωρία. Συγχρόνως η Γαλάτσαινα τον ησπάσθη εις την παρειάν, και του εφόρεσεν εις τον δάκτυλον της αριστεράς δακτυλίδιον, το οποίον είχε φέρει μαζί της. Ακολούθως, ο Βασίλης ο Μπόνος επλησίασεν ένα έκαστον των άλλων τεσσάρων συγγενών της μνηστής, και ασπαζόμενος την δεξιάν των, τους εφίλευσεν ανά έν φλωρίον τρύπιον, με κόκκινην ταινίαν δεμένον, ή ανά μίαν λίραν γαλλικήν ή τουρκικήν. Τον καιρόν εκείνον υπήρχον ακόμη εις χείρας του πτωχού λαού φλωρία και λίραι·