Υπάρχουσι δε και πολυάριθμοι τύποι νόθοι — δηλαδή απόπειραι, γενόμεναι υπό Αθηναίου ραψωδού ή βιβλιογράφου προς συνδυασμόν δυσνοήτου Ιωνικού τύπου και του ιδίου αττικού, οσάκις ο αττικός δεν ήρμοζεν εις το μέτρον. π.χ. ο ιωνικός ήτο ορέοντες, ο δε αττικός ορώντες, ήτοι τρεις συλλαβαί αντί τεσσάρων· τα ημέτερα κείμενα παρέχουσιν ορόωντες, δηλαδή διέστρεψαν τον αττικόν τύπον διά παρατάσεως του ω. Ομοίως το σπείους είναι απόπειρα προς αντικατάστασιν του ασυναιρέτου σπέεος διά του αττικού σπέους και το ευχετάασθαι είναι παράτασις του ευχετάσθαι. Η γραφή βεβαίως ηκολούθει την προφοράν· ο γραφεύς δηλ. έγραφεν ό,τι έλεγεν ο απαγγέλλων.
Αι τοιαύται μεταβολαί θα συνέβησαν μόνον ότε αι Αθήναι δεν ηδύναντο ν' αποβλέψωσιν αλλού προς ακριβεστέραν πληροφορίαν, ότε δηλαδή δεν υπήρχον ιωνιστί λαλούντες αοιδοί, ώστε να διορθώσωσι τους Αθηναίους βιβλιογράφους. Μερικοί μάλιστα τότε μόνον δεν θα εφαίνοντο ανόητοι, ότε η κοινή λεγομένη διάλεκτος ήρχισε να συγχέη τα πραγματικά ιδιώματα και να δανείζεται τα πάντα εκ της αττικής, δηλαδή θα επλάσθησαν περί τα τέλη του τετάρτου π. Χ. αιώνος.
Και ο μεν αποχωρισμός των αττικών τύπων είναι ευκολώτατος· υπάρχει όμως και άλλο μη ιωνικόν στοιχείον της Ομηρικής γλώσσης, πάντοτε αναγνωρισθέν, αλλ' από των αρχαίων ήδη χρόνων διαφόρως εκτιμώμενον, όπερ φαίνεται ότι ανήκεν εις το σύμπλεγμα των διαλέκτων, των λαλουμένων εν Θεσσαλία, Λέσβω και τη Αιολική παραλία της Ασίας, περιλαμβανομένης και της Τρωάδος. Τύποι, καθώς Ατρείδαο, Μουσάων, κεν αντί αν, πίσυρες αντί τέσσαρες, σύνθετα διά του ερι- , επίθετα εις -εννος και πολλαί ρημάτων εγκλίσεις απεδείχθησαν αιολικαί, επίσης δε και πολλαί λέξεις, ως πολυπάμμονος, Θερσίτης, άμυδις.
Αλλ' υπάρχει και άλλη πρωιμωτέρα τάξις «νόθων τύπων», ούτ' αιολικών, ούτε ιωνικών, αλλ' εξηγουμένων μόνον εκ της αναμείξεως αμφοτέρων. Π. χ. το κεκληγώτες δεν είναι γνήσιον· είναι το αρχικώς αιολικόν κεκλήγοντες συνδυαζόμενον καθόσον επιτρέπει το μέτρον προς το ιωνικόν κεκληγότες. Το ηπύτα κήρυξ είναι το αιολικόν άπυτα, συνδυαζόμενον κατά το μέτρον προς το ιωνικόν ηπύτης. Σπουδαιοτάτη δε πασών είναι η χρήσις του F, δίγαμμα ή βαυ, ήχου παρομοίου προς το αγγλικόν W, όστις ηφανίσθη εκ της ιωνικής και της αττικής διαλέκτου και εν τω μέσω λέξεως (ως εις το αγγλικόν Νorwich, Berwich) και εν τη αρχή (όπως εις το who και το λαγκαστριανόν 'ooman). Επέζησεν όμως εν ταις δωρικαίς επιγραφαίς, και όπου της Αιολίδος δεν κατίσχυσεν η ιωνική, μέχρι του πέμπτου και ενιαχού του τετάρτου π. Χ. αιώνος· υπό δε των αρχαίων ωνομάζετο «αιολικόν γράμμα». Υπάρχουσι λοιπόν 3354 χωρία των επών, απαιτούντα την αποκατάστασιν του δίγαμμα — , δηλ. οι στίχοι χωλαίνουσιν άνευ αυτού· εξ άλλου υπάρχουσιν 617 χωρία, όπου κατά την αρχαίαν αιολικήν έπρεπε να υπάρχη, αλλά το μέτρον δεν επιτρέπει τούτο. Δηλαδή το μέγα μέρος των επών εφύλαξε την συνήθειαν και την παράδοσιν της αιολικής προφοράς, μικρόν δε μόνον μέρος την ιωνικήν.
Τα γεγονότα ταύτα συνεζητήθησαν σφοδρότατα· αλλ' ο μόνος τρόπος προς ελάττωσιν της σημασίας αυτών είναι ν' αποδειχθή ότι πάντα δεν είναι αιολικά λείψανα του εβδόμου αιώνος, αλλά πανάρχαιοι ελληνικοί τύποι ανερχόμενοι εις χρόνους, ότε τα επί της ασιατικής ακτής διεσπαρμένα πολίσματα δεν είχον ακόμη συνενωθή εις κοινά «Ιώνων» και «Αιολέων», αλλ' η ιστορική αύτη εικασία άγει ημάς εις δυσκολίας.
Αναμφισβήτητον είναι ότι το «αιολικόν» στοιχείον είναι το παλαιότατον (67)· η γλωσσική και η ιστορία τούτο μαρτυρούσι, σπουδαίον δε φαίνεται το περίεργον γεγονός ότι η εις την αιολικήν μετατύπωσις των επών παράγει ομοιοτέλευτα και παρηχήσεις μηνυούσας παναρχαίαν ποίησιν, τόσον πολλάς, ώστε να μη θεωρηθώσιν ως απλαί συμπτώσεις. Κρατεί δε ως γενικός κανών ότι όπου οι αιολικοί και ιωνικοί τύποι είναι μετρικώς αδιάφοροι — όπου δηλαδή ο στίχος ευοδούται κατ' αμφοτέρους — υπάρχει ο ιωνικός· όπου δε δεν είναι αδιάφορος, τότε επί μεν των παλαιοτέρων του ποιήματος μερών αρμόζει μόνος ο αιολικός, επί δε των μεταγενεστέρων μόνος ο ιωνικός. Όπου δε πάλιν αι δύο διάλεκτοι σημαίνουσι το αυτό πράγμα διά λέξεων όλως διαφόρων, η αιολική λέξις παραμένει καθώς είχε· π. χ. το λαός φυλάττει το α, διότι το ιωνικόν ήτο δήμος. Το δε ιωνικόν νηός (ναός) υπάρχει πανταχού, αλλ' ακριβώς επειδή οι ναοί είναι μεταγενέστεροι· διότι η παναρχαία λατρεία εγίνετο επί βωμών υπαίθρων (68).
Αλλ' υπάρχουσι και πολλαί των κανόνων τούτων εξαιρέσεις. Ο Fick, όστις μετέφρασε πάντα «ταρχαιότερα μέρη» του Ομήρου εις υποτιθέμενον αιολικόν πρωτότυπον, παραλείπων ό,τι δεν δύναται να μετατυπωθή ως μεταγενέστερον ή νόθον, ηναγκάσθη να φανή ανακόλουθος προς την μέθοδόν του· π. χ. οσάκις το Fιδέσθαι δεν επιδέχεται δίγαμμα, πότε θεωρεί αυτό μεταγενέστερον και πότε τρέπει εις ικέσθαι. Καθ' όμοιον τρόπον η συναίρεσις του νικώντες είτ' εμφαίνει αιολικόν τι νικάντες, είτε είναι πρόδηλος αττικισμός. Οσάκις δ' έπειτα παρατηρείται ότι πλην των ιωνισμών όσοι μένουσιν αμετακίνητοι, υπάρχουσι και πολλοί αιολισμοί, ουδαμώς χωρούντες εις το μέτρον, δεν πρέπει να συμπεραίνωμεν ότι ο ιωνισμός των επών είναι αποτέλεσμα σκοπίμου εργασίας Ίωνός τινος αοιδού — ο Fick τολμηρώς αποδίδει τούτο εις Κύναιθον τον Χίον — αλλ' ότι είναι μέρος της βαθμιαίας και μόλις συνειδητής μεταπλάσεως και μετατυπώσεως, εις ήν υπόκειται πάσα παραδιδομένη ποίησις. Η αυτή πορεία διακρίνεται και εις τας ποικίλας διαλεκτικάς παραλλαγάς του Niebelungenlied και του Chanson de Roland. Καλόν δε παράδειγμα παρέχει και η αγγλική Ballad of Sir Degrevant, όπου ο ήρως Agravain έχει D προ του ονόματός του, και πότε μεν ομοιοκαταληκτεί προς το retenaunce ή chaunce, πότε δε προς το recreaunt ή το avaunt. και τούτο διότι κατάγεται εξ αγγλονορμανδικού προτύπου, όπου ο Sieur d' Agrivauns εσχημάτιζεν αιτιατικήν λήγουσαν εις t, d' Agrivaunt (69).
Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ
Το εκ της γλώσσης τεκμήριον είναι ελλιπές, αν μη παρεξετάσωμεν και την υπόθεσιν
των επών. Ποία φυλή, λόγου χάριν, ηδύνατο να ενδιαφέρεται περί του θέματος της
Ιλιάδος; Η σκηνή υπόκειται εν Τροία επί αιολικού εδάφους. Ήρως δε είναι ο
Αχιλλεύς εκ της αιολικής Θεσσαλίας. Ο δε κατ' εξοχήν βασιλεύς, ο Αγαμέμνων,
είναι πρόγονος των βασιλέων της αιολικής Κύμης. Άλλοι ήρωες κατάγονται εκ της
βορείας και της στερεάς Ελλάδος, εκ Κρήτης και εκ Λυκίας. Τους δε Ίωνας
αντιπροσωπεύει μόνον ο Νέστωρ, ήρως υποδεέστερος και μη αναγκαίος εις την
πλοκήν του έπους.
Η μαρτυρία αύτη σαλεύει την περί ιωνικής καταγωγής του πυρήνος της Ιλιάδος γνώμην· αλλά μήπως το αυτό επιχείρημα, αγόμενον περαιτέρω, δεν υποδεικνύει κάτι παραδοξότερον, δηλαδή πελοποννησιακήν καταγωγήν; Ο Αγαμέμνων είναι βασιλεύς του Άργους και των Μυκηνών· ο Μενέλαος βασιλεύς της Σπάρτης· ο Διομήδης κατά μικράν τινα σύγχυσιν επίσης βασιλεύς του Άργους· ο Νέστωρ της εν Μεσσηνία Πύλου. Αλλ' η απάντησις εις την απορίαν ταύτην ρίπτει απροσδόκητον φως εις την ιστορίαν των επών. Δηλαδή πάντες οι ήρωες εκείνοι εσύρθησαν εις την Πελοπόννησον εκ των εν τη βόρεια Ελλάδι κατοικιών αυτών!
Ο Διομήδης πρώτον δεν έχει τόπον εις το Άργος· πλην της μετά του Αγαμέμνονος περιπλοκής, η γενεαλογία του μόνον εκ μητρός επιτρέπει την κληρονομίαν ταύτην. Μικρά δε μελέτη των κατά τόπους λατρειών δεικνύει ότι ήτο Αιτωλός ήρως. Ήτο ιδρυτής πόλεων εν Ιταλία και σταθερός σύντροφος του Οδυσσέως, όστις αντιπροσωπεύει τας βορειοδυτικάς νήσους. Ήτο δε υιός του Τυδέως, όστις έφαγε την κεφαλήν του αντιπάλου του, και συγγενής του Αγρίου και των υιών αυτού, ο πράγματι λεοντώδης ήρως των αγρίων φύλων του Βορρά.
Αυτός ο Αγαμέμνων κατήγετο εκ της πεδιάδος της Θεσσαλίας. Είναι βασιλεύς του Άργους και μόνον κατά τινας μεταγενεστέρους στίχους, των Μυκηνών. Ήδη δε ο Αρίσταρχος εσημείωσεν ότι Πελασγικόν Άργος παρ' Ομήρω εσήμαινε την Θεσσαλικήν πεδιάδα. Αλλά και το «ιππόβοτον Άργος» {horse-rearing Argos} θα ήτο το αυτό, διότι το Άργος της Πελοποννήσου δεν είχεν ιππικόν ουδέ κατά τους ιστορικούς χρόνους. Βαθυτέρα δε μελέτη της λέξεως Άργος εντός των επών δεικνύει την βαθμιαίαν αυτής διάδοσιν από της Θεσσαλίας εις την όλην Ελλάδα και κατόπιν τον δεύτερον αυτής εντοπισμόν εν Πελοποννήσω. Ο Αγαμέμνων είναι ο πολυτάλαντος βασιλεύς της Θεσσαλικής πεδιάδος· διά τούτο ανέκαθεν συνδέεται προς τον Αχιλλέα, τον πτωχόν, αλλ' ισχυρόν βασιλέα των παρά την θάλασσαν βουνών, διά τούτο δ' εκλέγει την Αυλίδα ως τόπον συναθροίσεως του στόλου.
Ο δε Αίας κατά την μεταγενεστέραν παράδοσιν είναι Σαλαμίνιος ήρως· αλλά παρ' Ομήρω ουδεμίαν έχει πράγματι πατρίδα. Είναι ο ήρως της επταβοείου ασπίδος, έχων πατέρα τον Τελαμώνα (τον κρατούντα την ασπίδα) και υιόν τον Ευρυσάκη (τον έχοντα ευρύ σάκος)· εάν δ' έχη συγγενείς, πρέπει ν' αναζητήσωμεν αυτούς μεταξύ των γειτόνων του αδελφού του, του Λοκρού, και του Φώκου, αδελφού του πατρός του, όστις ενθυμίζει την Φωκίδα· καίτοι πολλοί μύθοι φαίνονται συνάπτοντες το όνομά του προς την φώκην και παριστώσιν αυτόν ως ήρωα των ακτών (70). Μέχρι τούδε εσχηματίσαμεν γενικήν τινα υπόθεσιν αρχικής του μύθου σκηνής, όπου πάντες οι ήρωες ήσαν εκ της βορείας Ελλάδος. Αλλά πού έγινεν η μάχη;
Ο Αχιλλεύς και Αγαμέμνων υπήρχον εξ αρχής, επίσης δε ο Έκτωρ και το Ίλιον και προ πάντων ο Αλέξανδρος ή Πάρις και η Ελένη. Αλλά πρέπει κατ' ανάγκην το Ίλιον να ήτο εν Τροία εκεί, όπου το Χισαρλίκ; Αξιοσημείωτον είναι ότι η σκηνή των παρομοιώσεων εις ταρχαιότερα μέρη των επών είναι θεσσαλική και όχι ασιατική· ότι ο Έκτωρ (ο κρατών) κατά τους τοπικούς μύθους δεν συνάπτεται προς την ιστορικήν Τροίαν — οι ήρωες αυτής είναι Αινείας καί τις Δάρης (71) ότι ο Αινείας εκείνος καίπερ έπειτα ταυτισθείς προς ένα των ηρώων της χώρας του Χισαρλίκ, αρχικώς φαίνεται φυλετικός ήρως των εν τη νοτία Θεσσαλία Αινιάνων, ακριβώς όπως ο Τεύκρος (ο επιτυγχάνων), ο τοξότης, συνάπτεται βραδύτερον προς το Ίλιον και οι κάτοικοι αυτού γίνονται Τεύκροι. Εν τέλει δε βεβαίως υπάρχει κάποιος μύθος, τον οποίον πρέπει να ερευνήσωμεν. Η αρχική περί της Ελένης μάχη ήτο αναμφιβόλως αγών μεταξύ φωτός και σκότους εν τω ουρανώ, ακριβώς ως οι Νιβελούγγοι απεικόνιζον τα νέφη, ο δε Sigurd ήτο ηλιακός ήρως, πριν καταβιβασθώσιν εις την Ουορματίαν (Worms) και την Βουργουνδίαν. Αλλά φαίνεται ότι πρώτος επίγειος τόπος της Ελένης υπήρξεν όχι η Τροία, αλλά τα νότια της Θεσσαλίας, όπου και οι πρώτοι αοιδοί (72).
Ο Σλήμαν, ότε ανεκάλυψε τα πρώτα θαυμάσια ευρήματα των Μυκηνών και του Χισαρλίκ, επίστευεν ότι εύρεν αυτόν τον νεκρόν του Αγαμέμνονος και αυτό εκείνο το κύπελλον, όπου έπινεν ο Νέστωρ, φέρον άθικτα τα περιστέρια εις τας λαβάς. Σήμερον μειδιώμεν πάντες διά ταύτα· αλλά δύσκολον είναι να ορίσωμεν την πραγματικήν σχέσιν, την υπάρχουσαν μεταξύ του πολιτισμού, του περιγραφομένου υπό του Ομήρου, και των μεγάλων ανακτόρων και τειχών, των τάφων και των όπλων και των αγγείων, άπερ ήδη ανεσκάφησαν εκ τόσων τόπων της Ελλάδος.
Των εννέα διαδοχικών πόλεων του Χισαρλίκ η έκτη κάτωθεν αντιστοιχεί εγγύτατα προς τον πολιτισμόν των Μυκηνών, πολιτισμόν κατά πολλά όμοιον προς τον παριστώμενον εις ταρχαιότερα της Ιλιάδος μέρη. Ο Ομηρικός οίκος δύναται να διαφωτισθή υπό του ανακτόρου της Τίρυνθος. Ο «θριγκός κυάνοιο» {cornice of blue kyanos}, αίνιγμα προτού, εξηγείται υπό των κυανών υαλοειδών τεμαχίων των ευρεθέντων εν Μυκήναις. Οι ανασκαφέντες τάφοι και ταρχαιότερα μέρη του Ομήρου συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι έχουσιν όπλα χαλκά και σιδηρά κοσμήματα, συμφωνούσι δε ουσιωδώς κατά τον οπλισμόν και τα έργα της τέχνης, τα τορευτά ξίφη και τας ασπίδας, τας θήρας λεόντων και ταύρων υπό αρματηλατών, επίσης δε ως προς την πρόδηλον άγνοιαν της γραφής.
Εξ άλλου όμως η ομοιότης επικρατεί μόνον εις ταρχαιότερα μέρη των επών και μάλιστα όχι εντελώς ουδέ εις ταύτα. Οι μεν Μυκηναίοι έθαπτον τους νεκρούς, οι δε ήρωες των επών έκαιον αυτούς· το έθος δε τούτο φαίνεται ότι εκράτησε κατά τας θαλασσίας μεταναστάσεις, ότε οι πλανώμενοι δεν είχον έδαφος ασφαλές προς ενταφιασμόν των οικείων. Οι κάτοικοι της Τίρυνθος μετεχειρίζοντο εργαλεία λίθινα προς κατασκευήν χαλκίνων όπλων, ενώ το αρχαιότατον έπος περιγράφει σιδηρά εργαλεία· εν γένει δε δυνάμεθα ν' αποδεχθώμεν την θεωρίαν του Ε. Μeyer, ότι το έπος ήκμασε κατά τινα «μεσαίωνα» πίπτοντα μεταξύ των μυκηναϊκών και των ενδόξων χρόνων της Ελλάδος (73).
Τοιουτοτρόπως η καθόλου εκ της υποθέσεως των επών μαρτυρία συμφωνεί προς την εκ της γλώσσης, ότι ταρχαιότερα στρώματα του έπους μετεπλάσθησαν εξ αιολικού εις ιωνικόν σχήμα· τα δε νεώτερα μέρη εποιήθησαν εν Ιωνία εν τη διαλέκτω, ήτις τότ' εθεωρείτο ως «επική», ήτοι εν τη αυτή διαλέκτω οποίαν τότε παρουσίαζον τα λοιπά έπη, αλλά μετά τινων ακουσίως ακράτων ιωνισμών· προσέτι δε ότι η μετάφρασις εγίνετο βαθμηδόν, η δε γενική ανάπτυξις διήρκεσεν επί τινας αιώνας· τέλος δε ότι πιθανώς η σπουδαιοτάτη περίοδος της αναπτύξεως ταύτης προήλθεν εκ των μεγάλων μεταναστάσεων των φυλών, όσαι συνέβησαν περίπου χίλια έτη π. Χ. Φαίνεται δε ότι αι μεταναστάσεις εκείναι μετέθεσαν και τον μυθικόν πόλεμον πέραν της θαλάσσης καθ' ούς χρόνους οι ιστορικοί Αιολείς μαχόμενοι κατά της Τροίας, της κάτωθεν του Χισαρλίκ, ηρέσκοντο να ταυτίζωσι τους ιδικούς των πολεμίους προς τους προγονικούς εχθρούς· αι μεταναστάσεις εκείναι κατεβίβασαν και τους εκ Βορρά ήρωας εις την Πελοπόννησον καθ' όν χρόνον ρεύμα Ελλήνων εκ της κοιλάδος του Ινάχου συνήντησεν εν Ασία άλλο, εκ Θεσσαλίας ρεύμα. Και ούτοι μεν συνέβαλον τους ηρωικούς των μύθους, εκείνοι δε τας αναμνήσεις των γιγαντωδών ανακτόρων και της αίγλης της Τίρυνθας και των Μυκηνών.
Αι τοιαύται μεταναστάσεις δεν είναι σπάνια ιστορικά φαινόμενα, αλλ' όμως είναι φαινόμενα εκπλήσσοντα ρωμαντικώς την φαντασίαν των νεωτέρων· π. χ. ο αόριστος θρύλος περί πολέμου εκεί πέραν, προς Βορράν· η ανθρωπίνη χαρά διά τας συμφοράς παλαιών εχθρών υπερορίων· η σκληρά αφύπνισις και φυγή ανδρών, γυναικών και παιδίων· η βιαστική κατασκευή πλοίου· η παράδοσις ζωής και περιουσίας εις άγνωστα πελάγη. Διότι τα σκάφη του καιρού εκείνου ήσαν έρμαια παντός ανέμου, οι δε κοινοί αγρόται θα ήσαν ελάχιστα ναυτικοί. Τοιουτοτρόπως θα εχάνοντο χιλιάδες μεταναστών· αποβιβαζόμενοι δε επί ακτών αξένων, απέθνησκον υπό πείνης ή μαχαίρας. Αλλά και αν κατά καλήν τύχην φιλική πόλις εδέχετο τας γυναίκας και τα παιδία, πάλιν οι ταλαίπωροι άνδρες εξεκίνουν όπως ζητήσωσι διά μέσου αγνώστων και υπό τεράτων οικουμένων θαλασσών τεμάχιον ακατοικήτου γης, όπου ν' αναπαυθώσιν. Ο Αρίσταρχος έθετε τον Όμηρον επί της Ιωνικής μεταναστάσεως. Η γνώμη αύτη θα ήτο κατά τούτο αληθής, ότι αι μεταναστάσεις — και η αιολική και η ιωνική — ανεκίνουν παλαιάς αναμνήσεις οικείας πείρας, εξ ών σειρά επυλλίων συνεχωνεύετο εις μέγα έπος και εδημιουργείτο ο «Όμηρος». Εκ των περιπετειών εκείνων ανυψώθη η Ιωνία· η δε ακμή αυτής υπήρξε και ακμή του έπους.
ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ
Περί της σχετικής ηλικίας των ποικίλων μερών των Ομηρικών επών έχομεν ήδη
σημειώσει πολλά τεκμήρια. Τα χαλκά όπλα είναι αρχαιότερα των σιδηρών, οι
ύπαιθροι βωμοί αρχαιότεροι των ναών, η εκ δέρματος ασπίς αρχαιοτέρα της εκ
μετάλλου, το πεζή μάχεσθαι (μάρτυς ο «πόδας ωκύς Αχιλλεύς») αρχαιότερον του
επί άρματος και τούτο πάλιν αρχαιότερον της ιππασίας και της παρατάξεως
πεζικών ταγμάτων. Η δε χρήσις του ονόματος «Άργους» περί της θεσσαλικής
πεδιάδος είναι παλαιοτέρα ή η ασαφής αυτού περί της Ελλάδος χρήσις, και αύτη
πάλιν παλαιοτέρα της περί Πελοποννήσου. Αλλά πάντα τα τεκμήρια ταύτα πρέπει
να χρησιμοποιώνται μετά μεγάλης προσοχής. Όχι μόνον διότι και μεταγενέστερος
ποιητής δύναται να μεταχειρισθή αρχαϊκόν τύπον — και ο Σοφοκλής μεταχειρίζεται
το χαλκός αντί του ξίφους — αλλά και διότι ταρχαιότερα και σπουδαιότατα
επεισόδια είναι και κατά τους τελευταίους χρόνους επανειλημμένως
επεξειργασμένα και εξωραϊσμένα. Παραδείγματος χάριν, ο φόνος του Πατρόκλου
περιλαμβάνει μέρη τινά νεώτατα· αλλ' ήτο εξ αρχής αγαπητόν θέμα,
μεταγενέστεροι δε αοιδοί εξηκολούθουν να καλλωπίζωσιν αυτό.
Τα ονόματα «Ελλάς» και «Αχαιίς γαία» φαίνονται ακολουθούντα την αυτήν περίπου οδόν καθώς το «Άργος». Σημαίνουσι πρώτον την εν Φθία χώραν του Αχιλλέως, την πατρίδα των φυλών εκείνων, όσαι κατόπιν ωνόμασαν την εν Πελοποννήσω αποικίαν των «Αχαΐαν» και την εν Ιταλία «Μεγάλην Ελλάδα». Αλλά κατά το πλείστον μέρος της Ιλιάδος «Αχαιοί» ονομάζονται εν γένει οι Έλληνες, Ελλάς δε σημαίνει την εν Φθία. Εν τη Οδυσσεία ευρίσκομεν το όνομα «Ελλάς» έχον την έπειτα γενικήν σημασίαν, και εν τω Β της Ιλιάδος άπαντα και το «Πανέλληνες». Τούτο μαρτυρεί επέκτασιν του γεωγραφικού ορίζοντος του ποιητού· δηλαδή πρώτον πάντες οι δρώντες ήσαν «Αχαιοί» ή «Αργείοι»· έπειτα τα παλαιά ονόματα Αχαιοί και Αργείοι εξηκολούθουν σημαίνοντα πάντας εκείνους, αλλά το πεδίον των επών επεξετάθη πολύ πέρα των παλαιών ορίων και επεξετείνετο έτι μάλλον. Τα δε τελευταία μέρη της Οδυσσείας περιλαμβάνουσι και την Σικελίαν και την Κυρήνην και περιέχουσιν ειδήσεις τινάς περί των σκυθικών χωρών, ίσως δε και των υπερβορείων. (74)
Άλλην βαθμιαίαν πρόοδον δεικνύουσι τα έθιμα του γάμου. Καθώς παρετήρησεν ο Αριστοτέλης, οι Έλληνες κατ' αρχάς απλώς ηγόραζον τας συζύγους· ωραία κόρη ήτο πολύτιμος, καθό αλφεσίβοια, ήτοι παρέχουσα βόας, διά των έδνων, ήτοι της αμοιβής, ήν προσέφερον χάριν της οι μνηστήρες. Αλλά κατά τους ενδόξους χρόνους το έθιμον αντεστράφη· αντί να λαμβάνη αμοιβήν διά την θυγατέρα του ο πατήρ, έδιδεν αυτός και προίκα· κατά δε τα μεταγενέστερα μέρη των επών τα έδνα σημαίνουσι προίκα. Αλλ' υπάρχουσι και διάμεσοι σταθμοί, έν δε των αδικημάτων των μνηστήρων είναι ότι αρνούνται να πληρώσωσι τα έδνα.
Άλλο χρονολογικόν τεκμήριον παρέχει η χρήσις του υπερφυσικού. Τα έπη όχι μόνον περιέχουσι, καθώς έδειξεν ο Rohde (75) ίχνη παναρχαίας θρησκείας, ήτοι λατρείας των προγόνων και του εξιλασμού των νεκρών ανάμεικτα μετά μεταγενεστέρου «Ιωνισμού», τολμηρού και αθρήσκου, αγνοούντος οιονδήποτε μυστήριον και μεταχειριζομένου τους θεούς ως ρητορικά κοσμήματα ή και χάριν κωμικής διασκεδάσεως, αλλά περιέχουσι και ίχνη εντάσεως ή χαλαρώσεως της υπερφυσικής μηχανής. Εις τας παλαιοτάτας σκηνάς το θείον πρόσωπον εισάγεται μόνον όπου υπάρχει πραγματικόν μυστήριον, όπου δηλαδή υπερφυσική εξήγησις είναι αναγκαία χάριν των απλουστέρων. Ο Οδυσσεύς εμβαίνει εις την πόλιν των Φαιάκων αφανής, και προχωρεί απαρατήρητος, επειδή η Αθηνά περιέβαλεν αυτόν νέφος· εάν δε ο Αχιλλεύς σύρων το ξίφος εναντίον του βασιλέως, αισθάνεται κάτι να τον συγκρατή και να τον νουθετή, τούτο ενέφαινε θείαν χείρα και φωνήν. Αλλά βραδύτερον οι θεοί εισάγονται ως απλά κοσμήματα, πολεμούντες προς αλλήλους και καταντώντες κοινά πρόσωπα των επών. Όσον περισσοτέρας ευρίσκομεν θείας αναμείξεις, τόσον νεώτερον είναι το ποίημα εκείνο, μέχρις ού φθάνομεν εις τας κωμικάς μεταμορφώσεις της Αθηνάς εν τη Οδυσσεία και τας δυσαρέστους σκηνάς των μαχομένων θεών εν τω Ε και τω Υ. Βεβαίως ουδέ τα πρωιμώτατα μέρη των επών ήσαν όλως διόλου άνευ θεών, διότι οι θεοί δεν εδημιουργήθησαν εν τη Ασία· ήσαν «Ολύμπιοι» και είλκον την καταγωγήν και τα στερεότυπα επίθετα εκ της πρώτης πατρίδος των Αχαιών.
Αλλά και η προς έκαστον θεόν σχέσις των επών έχει σημασίαν, όχι μεν χρονολογικήν, αλλά τοπικήν. Ο Ζεύς και η Ήρα ολίγου αξιούνται σεβασμού. Η δε Ίρις είναι καθώς οι αδέξιοι άγγελοι του Ευριπίδου. Ο Άρης φανερά μισείται ως αιμοδιψής και θρασύδειλος Θραξ, Η δε Αφροδίτη η μαχομένη κατ' απήχησιν της φοινικικής Αστάρτης, της αληθώς πολεμικής, γελωτοποιείται και μυκτηρίζεται διά την αδεξιότητά της. Δύο μόνον θεοί ευρίσκουσι σεβασμόν — ο Απόλλων, σύμμαχος μεν των Τρώων, αλλά καθ' όλα θεία μορφή, και ο Ποσειδών, ο κινούμενος εντός ιδιαζούσης αίγλης. Ο λόγος είν' ευνόητος· αυτοί είναι οι πραγματικοί θεοί της Ιωνίας. Και οι άλλοι βεβαίως είναι θεοί· αλλά είναι θεοί άλλων λαών και η περί αυτών γνώμη μας εξαρτάται κατά μέρος εκ της περί των λατρευόντων αυτούς γνώμης. Η Αθηνά τιμάται αμέσως μετά τους δύο ιωνικούς θεούς· εν δε τη Οδυσσεία και τω Κ της Ιλιάδος υπερτερεί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι τόσον μόνον κατώρθωσαν· δεν ηδυνήθησαν να πείσωσι την ιωνικήν ποίησιν ν' απεικονίση την σκυθρωπήν θεάν των ως μεγάλην κατά πάντα· η Αθηνά παρέμεινεν εν τω έπει φιλοπόλεμος επίβουλος και αδυσώπητος, καίτοι πιστή σύμμαχος· εκείνη διέπραξε την ασυγχώρητον του Έκτορος προδοσίαν.
Μεγάλη προσοχή χρειάζεται εις την εκτίμησιν της σημασίας των επαναλήψεων και παραθέσεων των στίχων. Παραδείγματος χάριν, ο μετημφιεσμένος Οδυσσεύς αρχίζει να προλέγη την επάνοδόν του [προς την Πηνελόπην] εν τω τ 303 μετά της φυσικής επικλήσεως
ίστω νυν Ζευς πρώτα, θεών ύπατος και άριστος
ιστίη τ' Οδυσήος αμύμονος, ήν αφικάνω.
{Zeus hear me first, of gods most high and great, And brave Odysseus' hearth, where I am come}
Αλλ' ότε λέγει το αυτό [προς τον Εύμαιον] εν τω ξ 158 η πρόρρησις είναι όχι μόνον ασύνετος, αλλά και όλως έκτοπος, αφού ο Οδυσσεύς δεν θέλει ν' αναγνωρισθή, ελαφρά δε προσθήκη
ίστω νυν Ζευς πρώτα θεών, ξενίη τε τράπεζα
{ Zeus, hear me first of gods and thy kind board}
ελέγχει την μίμησιν. Το χωρίον έχει καλώς εν τω τ και κακώς εν τω ξ. Ομοίως το λεγόμενον εν κ 135 είναι φυσικόν·
ένθα δ' έναιεν
Κίρκη ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα,
{In the isle there dwelt Kirke fair-tress'd, dread goddess full of song}
διότι η Κίρκη ήτο πράγματι δεινή και η αυδή αυτής ήτο μαγική επωδή· αλλά το εν τω μ 448
ένθα Καλυψώ
ναίει ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα
{Calypso in the isle Dwelleth fair-tress 'd, dread goddess full of song}
είναι άτοπον· διότι η Καλυψώ δεν ήτο δεινή, ουδέ αυδήεσσα, πλην κατά μίμησιν της Κίρκης, το δε σπουδαιότερον, η σύνδεσις τοιούτου ρήματος και τοιούτου επιθέτου «ναίει ευπλόκαμος» δεν είναι ομηρικός τρόπος εκφράσεως.
Επίσης η περιγραφή του Ταρτάρου εν τη Θεογονία 720
τόσσον ένερθ' υπό γης όσον ουρανός έστ' από γαίης
{As far 'neath earth as is the heaven above}
είναι φυσική και πρωτότυπος. Αλλά το Ομηρικόν (Θ, 16)
τόσσον ένερθ' Αίδεω, όσον ουρανός έστ' από γαίης
{As far 'neath hell as heaven is 'der the earth}
φαίνεται μίμησις και υπερβολή.
Αλλ' όμως πράγματι η μεν Καλυψώ (δηλ. η καλύπτουσα) είναι πιθανώς αρχέτυπος εν τω μύθω του Οδυσσέως, η δε Κίρκη δευτερεύουσα. Υπήρχον δε άλλοι μύθοι, όπου η Κίρκη είχεν ανεξάρτητον ύπαρξιν και μετέβαλλε τους Αργοναύτας εις άρκτους και τίγρεις, πριν μεταβάλη εις χοίρους τους εταίρους του Οδυσσέως. Η δε Θεογονία, ής το χωρίον δανείζεται η Ιλιάς, δανείζεται και αυτή πολλά χωρία της Ιλιάδος και της Οδυσσείας.
Δύο τινά δύνανται να υποτεθώσι περί των τοιούτων επαναλήψεων· πρώτον μεν ότι πάντα τα τοιαύτα χωρία ανάγονται εις αρχέτυπον μη υπάρχον ήδη, είτε δηλαδή εις ωρισμένον χωρίον μη σωζομένου έπους, είτε εις κοινόν εν τη εποποιία τύπον· δεύτερον δε, ότι τα μεγάλα έπη εξηκολούθουν ν' αναπτύσσωνται επί τόσον χρόνον, ώστε πάντα είχον τον καιρόν να παραλαμβάνωσι στίχους αλλήλων. Εμνημονεύσαμεν ήδη ότι η περιγραφή του φόνου του Πατρόκλου (Π 380-480) περιέχει φράσεις της Οδυσσείας και της Θεογονίας. Αλλά το παραδοξότατον παράδειγμα είναι ότι η εν Άδου σκηνή του ω της Οδυσσείας, το νεώτατον αυτής επίρραμμα, περιγράφει την μνηστηροφονίαν κατά τρόπον, μη συμφωνούντα προς την σωζομένην διασκευήν του έπους, αλλά προς προηγουμένην, ήν εξηφάνισεν η σωθείσα.
Πλην των κατά λέξιν μιμήσεων έχομεν και άλλας, γενικωτέρας. Παραδείγματος χάριν οι μεγάλοι παρ' Ομήρω κατάλογοι, ο των πλοίων εν τω Β, των Μυρμιδόνων εν τω Π της Ιλιάδος, ο των γυναικών εν τω λ της Οδυσσείας σχεδόν αναμφιβόλως απορρέουσιν εκ βοιωτικής ή «Ησιοδείου» πηγής. Επίσης πολλά μέρη του δ’ αποτελούνται εκ συντόμων και ατελών αποσπασμάτων των Νόστων του Αγαμέμνονος, του Αίαντος του μικρού και του Μενελάου. Φαίνονται δε αναφερόμενα εις πληρέστερον και λεπτομερέστερον πρωτότυπον, πιθανώτατα εις την σειράν των * Νόστων, ενός των απορριφθέντων επών. Την δε διήγησιν της Ελένης (δ 247 κεξ.) ότι εν Τροία εβοήθησε τον Οδυσσέα αναφέρει ο Πρόκλος — μάρτυς εννοείται ύποπτος — ως υπάρχουσαν εν τη *Μικρά Ιλιάδι. Η δε επομένη (271 κεξ.) παριστά την Ελένην εχθρικήν προς τους Έλληνας και δεν δύναται ν' απορρέη εκ της αυτής πηγής. Αλλά και αυτή φαίνεται ως επιτομή. Όμοιον είναι και το περί Βελλεροφώντος εν τω Ζ 179, ότι ο Προίτος
πρώτον μεν ρα χίμαιραν αμαιμακέτην εκέλευσεν
πεφνέμεν· η δ' άρ' έην θείον γένος ουδ' ανθρώπων,
πρόσθε λέων, όπιθεν δε δράκων, μέση δε χίμαιρα
δεινόν αποπνείονσα πυρός μένος αιθομένοιο·
και την μεν κατέπεφνε θεών τεράεσσι πιθήσας.
{Proitos first sent him to slay the Chimaira : now she was a thing divine and not mortal, in front a lion, and behind a serpent, and in the middle a wild goat, breathing furious fire. Yet he slew her, obeying the signs of the gods.}
Τίνα σημεία εννοεί και πώς; και ποία η έννοια των επομένων;
αλλ' ότε δη και κείνος απήχθετο πάσι θεοίσιν
ήτοι ο κάπ πεδίον το Αλήιον οίος αλάτο
όν θυμόν κατέδων, πάτον ανθρώπων αλεείνων· (200 κεξ)
{But when he, too, was hated of all the gods, then verily down the Plain of Wandering alone he wandered, eating his heart, shunning the tread of men!}
το αρχικόν έπος θα έλεγεν, αλλ' η σύνοψις θεωρεί πάσας τας λεπτομερείας ως γνωστάς.
Ο χώρος επιτρέπει μόνον απλάς νύξεις περί του άλλου χρονολογικού τεκμηρίου, όπερ ήδη χρησιμοποιείται μεγάλως εν τη «υψηλοτέρα κριτική», λέγω την ανάλυσιν του μύθου. Αλλ' αξιοσημείωτον είναι π. χ. ότι το περί τα πλοία τείχος εν τη Ιλιάδι είναι μεταγενεστέρα προσθήκη· διότι κτίζεται κατά περίστασιν αδύνατον, πότε υπάρχει και πότε δεν υπάρχει και πάλιν αναφαίνεται μυστηριωδώς, αφού ο Απόλλων κατηδάφισεν αυτό. Ο δε Αχιλλεύς εν τω Π της Ιλιάδος λαλεί ως εάν μη συνέβησαν τα εν τω I. Του Οδυσσέως αι πλάναι εν τω κ και τω μ και ίσως εν τω ι φαίνεται κατ αρχάς ότι συνετέθησαν εις τρίτον πρόσωπον, όχι πρώτον, αι δε εν τω ξ και τω τ πλασταί αυτού διηγήσεις φαίνονται προερχόμεναι εκ παλαιοτέρας του μύθου διασκευής. Του δε τ και των επομένων ραψωδιών οι ποιηταί φαίνονται αγνοούντες ότι η Αθηνά είχε μεταμορφώσει τον ήρωα εν τω ν εις παλαιόν γέροντα και ότι ούτος παρέμεινε γέρων μέχρι του τέλους του σ. Αλλά ψυχή της τοιαύτης κριτικής είναι η λεπτομερής ανάλυσις. Όθεν εκλέγομεν έν προς διασάφησιν παράδειγμα, την μνηστηροφονίαν.
Κατά την σωζομένην έκδοσιν ο Οδυσσεύς αρχίζει διά του τόξου, εξαντλεί όλα του τα βέλη, καταθέτει το τόξον και λαμβάνει δόρυ και ασπίδα και περικεφαλαίαν, άπερ εν τω μεταξύ εκόμισεν ο Τηλέμαχος. Αλλ' ενώ αυτός ήλλασσεν όπλα, τι έκαμνον τα ξίφη των οι 50 εκείνοι απηλπισμένοι άνδρες; Πάντες σχεδόν οι κριτικοί διακρίνουσιν εδώ συνδυασμόν παλαιοτέρας τοξομαχίας προς νεωτέραν δοριμαχίαν. Περί της πρώτης ας αρχίσωμεν από των νίπτρων του τ. Εκεί ο Οδυσσεύς ομιλεί μετά της Πηνελόπης, παρούσης της Ευρυκλείας και των αμφιπόλων. Ο Οδυσσεύς δεν τολμά ν' αναγνωρισθή αμέσως, επειδή γνωρίζει ότι αι αμφίπολοι δεν είναι πισταί. Λαλεί προς την γυναίκα του δι' υπαινιγμών, λέγει ότι είδε τον Οδυσσέα, ότι ο Οδυσσεύς είναι εν τη Θεσπρωτία και ότι αναμφιβόλως θα έλθη προ της λήξεως του έτους εκείνου. Θα ήθελε βεβαίως να αποπέμψη τας αμφιπόλους, αλλά, εννοείται, δεν ημπορεί. Ενθυμείται την Ευρύκλειαν, την παλαιάν τροφόν του· και ότε η Πηνελόπη διατάσσει τας αμφιπόλους ν' απονίψωσιν αυτόν, εκείνος ζητεί όπως η Ευρύκλεια και όχι άλλη πλύνη τους πόδας του. Τότε η γραία διά μιας (τ 392) τον αναγνωρίζει εκ της ουλής. Αλλά κατά την σωζομένην διασκευήν ο «πολύμητις» εκπλήσσεται διά τούτο· απειλεί την Ευρύκλειαν ίνα σιωπήση και δεν επακολουθεί τίποτε. Το δε σπουδαιότερον, η Πηνελόπη, ενώ προ μικρού έμαθε παρ' αξιοπίστου ανθρώπου, ότι ο Οδυσσεύς ζη και τάχιστα θα επανέλθη, αίφνης αποφασίζει ότι δεν ημπορεί πλέον ν' αναβάλη την μνηστείαν, φέρει κάτω το τόξον του ανδρός της, και δηλοί ότι θα υπανδρευθή εκείνον, όστις ήθελε περάσει το βέλος διά μέσου δώδεκα πελέκεων· ο δε Οδυσσεύς ακούει και ευχαριστείται. Δεν υπήρχεν άρα γε αρχικώς κάποιος λόγος της προτάσεως της Πηνελόπης και της χαράς του Οδυσσέως; Βεβαίως υπήρχε δολοπλοκία. Ο Οδυσσεύς ήθελε να τον αναγνωρίση η Ευρύκλεια, ν' αποπέμψη τας αμφιπόλους και ν' αποκαλύψη την είδησιν εις την Πηνελόπην. Κατόπιν οι δύο σύζυγοι εξύφαινον το τέχνασμα του τόξου. Τούτο βεβαίως μέχρι τούδε είναι απλή εικασία· αλλά παραδόξως πιστοποιεί αυτήν η εν τω ω διήγησις του φάσματος του Αμφιμέδοντος. Αύτη δεν είναι η της σωζομένης Οδυσσείας· είναι η παλαιά, η περί φόνου διά του τόξου, σκευωρηθέντος διά συνεννοήσεως των συζύγων (στ. 167).
Την δε δοριμαχίαν προαγγέλλει χωρίον του π (281-298) αθετηθέν υπό των αρχαίων γραμματικών, ως ανακόλουθον προς τα λοιπά. Εκεί ο Οδυσσεύς συνεννοείται μετά του Τηλεμάχου ν' αποκομίση πάντα τα άλλα όπλα εκ του μεγάρου και ν' αφήση μόνον δύο φάσγανα, δύο δόρατα και δύο ασπίδας προς ιδικήν των χρήσιν. Τούτο υπήρξεν αφορμή της διά δοράτων μνηστηροφονίας υπό του Οδυσσέως και του Τηλεμάχου, ήτις εν τη σωζομένη διασκευή συνεδυάσθη ως δεύτερον του φόνου μέρος. Τα ίχνη ταύτα της διά τόξου μάχης και της διά δοράτων (ήτις και πάλιν ετροποποιήθη) ανεζήτησεν ο Otto Seeck (76) καθ' όλα τα σχετικά της Οδυσσείας μέρη.
Περίεργον δε είναι ότι οσάκις δυνάμεθα να παραβάλωμεν τους μύθους των ημετέρων επών προς τους υπό άλλων ποιητών εκφραζομένους και προς την αγγειογραφίαν του πέμπτου π. Χ. αιώνος, πολλάκις — ίσως πάντοτε — τα ημέτερα έπη φαίνονται μάλλον επεξειργασμένα και νεωτερίζοντα. Ούτως εν ταις *Μεγάλαις Ηοίαις ο Αλκίνοος και η Αρήτη δεν είναι σύζυγοι αλλ' αδελφοί· η δε ημετέρα Οδύσσεια μετά προσοχής προσπαθεί να δείξη ότι ήσαν απλώς πρώτοι εξάδελφοι. Ότε δε ο ναυαγός Οδυσσεύς συναντά την Ναυσικάαν, αποσπά κλάδον δένδρου — διά τι; Προφανώς, διά να δειχθή ικέτης, ως ικέτην δε απεικονίζει αυτόν αγγείον του πέμπτου αιώνος. Αλλ' η ημετέρα Οδύσσεια παριστάνει αυτόν κρύπτοντα διά του κλάδου το γυμνόν σώμα, ομοίως δε και ταγγεία του τετάρτου αιώνος. Μία παράδοσις του φόνου του Έκτορος, ήν ηκολούθει ο Σοφοκλής εν τοις *Νίπτροις, παρίστανε τον Αχιλλέα σύροντα τον αντίπαλον ζωντανόν όπισθεν του άρματος. Αύτη είναι η ωμοτέρα και σκληροτέρα παραλλαγή. Η ημετέρα Ιλιάς δεν δύναται μεν ν' αποσιωπήση την αγρίαν ύβριν, αλλά παραλείπει την βάσανον. Πώς και πότε επήλθεν η φιλάνθρωπος αυτή τροπή; Δεν δυνάμεθα να είπωμεν, αλλά βεβαίως προεκρίθη μετά σκέψιν και θα εκανονίσθη ότε τα έπη διεσκευάζοντο χάριν της ιεράς τελετής των Αθηνών.
Η ηθική αυτή βελτίωσις είναι έν των σημείων της τελικής επεξεργασίας των επών. Αύτη παρέδωκεν εις ημάς τας εξαισίας μορφάς της Ελένης και της Ανδρομάχης, όχι ως ευτελών αντικειμένων αγοράς και αρπαγής οποία ποτε υπήρξαν, αλλ' ως γυναικών ετοίμων να εμφανισθώσιν επί της τραγικής σκηνής. Αύτη παρέδωκε τον ευγενή και λαμπρόν των Λυκίων ιπποτισμόν, του Σαρπηδόνος και του Γλαύκου· τον γλυκύν χαρακτήρα του χοιροβοσκού Ευμαίου· την πρόθυμον αυτού περιποίησιν προς τον ξένον, τον δυνάμενον να δώση πληροφορίαν τινά περί του Οδυσσέως, εφόσον εκείνος κρύπτεται· την μοναδικήν του τιμιότητα, ότι και αυτός τρώγει και εις τον ξένον και εις αυτόν τον Τηλέμαχον προσφέρει κρέας χοίρων κατωτέρων, φυλάττων τους καλυτέρους, καθόσον επιτρέπουσιν οι μνηστήρες, διά τον κύριόν του (ξ 3,80· π 49)· και την συγκινητικήν παράβασιν της αρχής του ταύτης, συνοδευομένην υπό πολλών δικαιολογιών, ότ' εχαροποίησεν αυτόν ο πλαστός του Οδυσσέως λόγος· «άξεθ' υών τον άριστον.» (ξ 414) {Bring forth the best of the hogs!}. Αλλ' υπέρ πάντας ο Έκτωρ διεμορφώθη προς το συμπαθέστερον. Η παλαιοτάτη ποίησις βεβαίως τον εμίσει και έχαιρε διά τον σπαραγμόν του, αν και αναμφιβόλως εκεί θα ήτο φοβερώτερος και θ' απεδεικνύετο μάλλον «ανδροφόνος» ή όσον παριστάνει αυτόν η Ιλιάς, όπου όχι μόνον ο Αχιλλεύς, αλλά και ο Διομήδης και ο Αίας και ο Ιδομενεύς και αυτός ο Μενέλαος πλέον ή άπαξ αντιτάσσονται προς αυτόν. Εκ της απόψεως ταύτης εζημιώθη ο Έκτωρ, αλλ' εξάλλου ωφελήθη. Διότι αι τελευταίαι ραψωδίαι τρέπουσι προς αυτόν την συμπάθειαν ημών. Αι δύο κυριώταται ηθικαί αποφάσεις του έπους κατακρίνουσι τον Αχιλλέα ότι έσυρεν αυτόν· οι θεοί φυλάττουσιν άθικτον τον νεκρόν του και αποδοκιμάζουσι την σκληρότητα του νικητού. Αι δε σκηναί του Ζ, ο αποχωρισμός αυτού από της Ανδρομάχης, η προς τον μικρόν Αστυάνακτα τον φοβηθέντα την πατρικήν περικεφαλαίαν συμβουλή, η ήρεμος αποδοχή πάλης κατ' αυτόν ολεθρίας και αγώνος κατ' αυτόν απεγνωσμένου, πάντα ταύτα είναι αληθώς πλήρη μεγάλης φαντασίας. Αλλά το τέλειον αριστοτέχνημα, έν των μεγίστων ποιητικών κατορθωμάτων, είναι η φυγή του Έκτορος εν τω Χ. Η φυγή εκείνη είναι καθαρός, απροκάλυπτος φόβος· και όμως όλοι αισθανόμεθα ότι ο φεύγων είναι ανήρ γενναίος. Μόνον ότι εστάθη έξω των πυλών είναι αρκετόν και δύναται να εμπνεύση θάρρος. Αλλ' ο τρόμος του μακρόθεν επερχομένου Αχιλλέως αυξάνεται καθ' όσον αναμένομεν αυτόν, μέχρις ού καταντά πλέον ακατάσχετος. Ο Έκτωρ τότε φεύγει κατ' ανάγκην και ουδείς δικαιούται να τον ονειδίση· διότι η φυγή εκείνη είναι απλώς νέα σταγών εις το ποτήριον της ειμαρμένης, ήτις απεφάσισεν όπως ο Έκτωρ φονευθή, καή η Τροία, ο Αστυάναξ κατασφαγή και η Ανδρομάχη συρθή δούλη. Εάν ο παλαιός ποιητής απέκλινε προς τον θριαμβευτήν και επέχαιρε διά την καταισχύνην του Έκτορος, ήλθε κατόπιν άλλος, όστις λαμβάνων πάντα τα περιστατικά, μεταστρέφει αυτά αντιθέτως, διότι αισθάνεται πόσον οξυτέρα είναι πάντοτε του ηττημένου η συμφορά και επομένως παθητικωτέρα.
Το δε θαυμαστόν είναι ότι ουδ' ο Αχιλλεύς παραβλάπτεται ενώπιον ημών. Παραμένει τρόπον τινά μέγας μέχρι τέλους· και θλιβόμεθα μεν διά τας ωμάς πράξεις, όπου τον εξωθεί η λύπη, αλλά δεν τον αντιπαθούμεν. Τούτο καταφαίνεται προ πάντων εν τω Ω, όπου ο Πρίαμος εισέρχεται εις την σκηνήν του Αχιλλέως. Ο είς σέβεται τον άλλον, και καθείς καταπνίγει τον πόνον του διά προσποιητής φιλοφροσύνης· αλλά το όνομα του Έκτορος μόλις δύναται να μνημονευθή και οι θεράποντες φυλάττουσι σκεπασμένον τον νεκρόν, μήπως εκ της θέας εκραγή η οδύνη του Πριάμου και θυμωθή ο Αχιλλεύς
και ε κατακτείνειε, Διός δ' αλίτηται εφετμάς
{and Achilles slay him and sin against God}
(Ω 586). Τούτο είναι το αληθινόν πάθος του πολέμου, η όψις των πραγμάτων εξ αμφοτέρων των μερών η αμέτρητος θλίψις, διά την οποίαν ουδείς ατομικώς είναι ορθόν να κατακριθή. Ενίοτε ο Όμηρος, καθό αρχαίος ποιητής, θεωρείται ως μη αβρός και ως μη βαθύς ακόμη. Αλλά δεν είναι τάχα θαύμα λεπτοτάτης φαντασίας ότι συμπαθούμεν προς τον φεύγοντα Έκτορα, τον ωμόν Αχιλλέα, την άπιστον Ελένην, χωρίς μηδ' επί στιγμήν να λησμονήσωμεν τα ιδανικά της ανδρείας, της φιλανθρωπίας και της αρετής;
Η δύναμις αύτη των Ελλήνων, όπως εισχωρώσι ζωηρώς εις τα αισθήματα αμφοτέρων των συγκρουομένων, είναι ίσως το κάλλιστον χάρισμα της ελληνικής μεγαλοφυίας· κατά τούτο συγγενεύουσιν ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης και τούτο καθωδήγησε τας Αθήνας όπως εύρωσι το δράμα (77).
Β'
ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΟΡΦΕΥΣ. ΗΣΙΟΔΟΣ.
ΤΑ ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΝΤΑ ΕΠΗ.
Αφού εκ των περιφερομένων πολυπληθών επών απεχωρίσθησαν και
συνεπήχθησαν δύο πολυσύνθετα ποιήματα, πολλή και πάλιν απέμενεν ανώνυμος
ποίησις, προτού μεν ισότιμος προς τα προτιμηθέντα δύο, αλλά κατόπιν
καταμερισθείσα και εγκαταλειφθείσα. Η απορριφθείσα αύτη ποίησις δεν
συνετάχθη εις σύνολα χωριστά, αλλ' αφέθη εις πάντα ραψωδόν να τροποποιή
αυτήν και να εκλέγη ό,τι θέλει. Είναι δε σήμερον αναχρονισμός η κατάστρωσις
σειράς επών, οία τα * Κύπρια, η Ιλιάς, η *Αιθιοπίς, η
*Μικρά Ιλιάς, η *Ιλίου Πέρσις, οι *Νόστοι, η Οδύσσεια
και η *Τηλιγόνεια, ως ποιημάτων χωριστών και συνεχών, συντεθέντων υπό
διαφόρων ποιητών. Τα * Κύπρια π. χ., μέγας όγκος επών, εχόντων κέντρον
τας προ του πολέμου πράξεις του Πάριδος και της Κυπρίας θεάς, αποδίδονται εις
τον Όμηρον, τον Κρεώφυλον, τον Κυπρίαν, τον Ηγησίαν και τον Στασίνον· η δε
*Πέρσις απονέμεται εις τον Όμηρον, τον Αρκτίνον και τον Λέσχην και εις
άλλον ποιητήν ονομαζόμενον Ηγίαν, Αγίαν ή Αυγίαν, και καταγόμενον εκ της
Τροιζήνος ή της Κολοφώνος. Τινά των ονομάτων τούτων ανήκον ίσως εις
πραγματικούς ραψωδούς, άλλα δ' όμως ήσαν εντελώς πλαστά. Ο Κυπρίας π. χ.
οφείλει την ύπαρξίν του εις την ανακάλυψιν ότι εν τη φράσει «τα Κύπρια έπη» θα
υπήρχεν η δωρική γενική του ονόματος Κυπρίας, ούτω δ' ελύετο το πρόβλημα της
πατρότητος των επών.
Αφού δε απέθανεν η προφορική ποίησις — ίσως κατά τον τέταρτον π. Χ. αιώνα — , οι λόγιοι ήρχισαν να συνάγωσι τα λείψανα αυτής. Αλλ' η συναγωγή εκείνη των αρχαίων επυλλίων ολίγους ηύρεν αναγνώστας και ταχέως εξηφανίσθη. Ό,τι δε γινώσκομεν περί των απορριφθέντων επών προέρχεται σχεδόν ολόκληρον εκ των μυθολογικών εγχειριδίων, όσα κατέγραφον την μυθικήν ιστορίαν εις κεφάλαια ή «κύκλους». Έχομεν δε λιθίνους πίνακας, παριστώντας την επικήν ιστορίαν εις σειράν εικόνων. Γνωστοτέρα τούτων είναι η Tabula Iliaca του Καπιτωλίνου Μουσείου, χαραχθείσα ολίγον π. Χ. [και φέρουσα την επιγραφήν
[ω φίλε παι, Θεοδώρειον μάθε τάξιν Ομήρου]
{ the arrangement of Homer }
ήτοι την κατά τινα Θεόδωρον κατάταξιν (78). Είς των πινάκων αναφέρει «Τρωικόν κύκλον» και «Θηβαϊκόν κύκλον». Αλλά μνημονεύεται και ιστορικός κύκλος, όν έγραψε Διονύσιος ο Σάμιος (79) κατά τον γ' ή τον β' π. Χ. αιώνα. Η φράσις λοιπόν «επικός κύκλος» σημαίνει κυρίως μέρος επικής ιστορίας περιλαμβανόμενον εντός μιας επιτομής. Κατά συνήθη δε κατάχρησιν ελέγοντο «κύκλος» και αυτά τα αρχαία έπη, τα γνωστά μόνον ως πηγαί των εγχειριδίων. Ούτω σφάλλεται ο Αθηναίος παραπέμπων (εν βιβλ. ΙΑ' σ. 477 e και 481 e) εις τον ιστορικόν Κύκλον του Διονυσίου διά των λέξεων «εν τοις περί του Κύκλου», ήτοι εκλαμβάνων τον κύκλον ως σημαίνοντα τα έπη.
Κυριωτάτη ημών πηγή είναι κάποιος Πρόκλος, πιθανώς Βυζαντινός (80), εξ ού αντλούμεν περίληψίν τινα του Τρωικού κύκλου, φερομένην εν τω ενετικώ κώδικι Α και εν τη Μυριοβίβλω του Φωτίου. Εάν παν ό,τι λέγει ο Πρόκλος ήτο αληθινόν, θα ήτο σπουδαιότατον. Αλλ' όχι μόνον αναχωρεί από ψευδούς αντιλήψεως της συστάσεως των επών — ταύτα πιθανώς εξηφανίσθησαν αιώνας όλους προ του Παυσανίου — αλλά και φαίνεται ότι έγραψε παραλαβών το κείμενον εξ επιτομής τινος, συμφωνούσης ενίοτε κατά λέξιν προς την του Απολλοδώρου — έπειτα δε είτ' εξ εικασίας είτε άλλως πως παρενέβαλε τας φράσεις «Εξής δε εστιν Ιλιάδος μικρής βιβλία τέσσαρα Λεσχέω Μυτιληναίου περιέχοντα τάδε» «Έπεται δε τούτοις Ιλίου Πέρσιδος βιβλία δύο Αρκτίνου Μιλησίου, περιέχοντα τάδε». Διότι γνωστόν εκ της μνείας παλαιοτέρων συγγραφέων είναι ότι τα έπη εκείνα είχον έκτασιν πολύ περισσοτέραν ή όσην ο Πρόκλος παραχωρεί. Π. χ. η *Μικρά Ιλιάς αρχίζει κατ' αυτόν εκ της περί των όπλων του Αχιλλέως φιλονικίας του Αίαντος και του Οδυσσέως και καταλήγει εις την παραδοχήν του Δουρείου ίππου. Αλλά πολύ απωτέραν αρχήν μηνύει αυτό το σωθέν προοίμιον του έπους
Ίλιον αείδω και Δαρδανίην εΰπωλον,
ης πέρι πολλά πάθον Δαναοί θεράποντες Άρηος·
{ I sing of Ilion and Dardania, land of chivalry, for which the Danaoi, henchmen of Ares, suffered many things; }
απώτερον δε τέλος αποδεικνύουσι τα εξ αυτού αποσπάσματα τα περιγράφοντα την άλωσιν. Εκείθεν πηγάζουσι π. χ. οι στίχοι του Βεργιλίου [Aen. II 575] περί του Αινείου, όστις εσκόπει να φονεύση την Ελένην, αλλά συνεκρατήθη υπό της Αφροδίτης· εν τη Μικρά Ιλιάδι αυτή της Ελένης η καλλονή παρέλυε τον Μενέλαον. Αλλ' εν γένει ο Βεργίλιος, καθώς και η πηγή του Πρόκλου, προτιμά την πληρεστέραν παραλλαγήν, την προερχομένην εκ του κυρίου περί της αλώσεως έπους, του «Αρκτίνου του Μιλησίου», ενώ ο Θεόδωρος απορρίπτων αμφότερα τα έπη, ακολουθεί την λυρικήν Πέρσιν του Στησιχόρου.
Επίσης ο Πρόκλος παριστάνει την * Αιθιοπίδα και την *Πέρσιν ως δύο χωριστά έπη, έχοντα μεταξύ μέγα χάσμα. Η κατ' αυτόν *Αιθιοπίς αρχίζει αμέσως από του τέλους της Ιλιάδος, περιγράφει τους άθλους της Αμαζόνος Πενθεσιλείας και του Αιθίοπος Μέμνονος και λήγει εις την περί των όπλων του Αχιλλέως φιλονικίαν. Η δε *Ιλίου Πέρσις αρχίζει από της εισαγωγής του Δουρείου ίππου. Η *Αιθιοπίς είχε πέντε βιβλία, η δε *Πέρσις δύο, ήτοι εν όλω επτά. Είς όμως των πινάκων παριστά και τα δύο ποιήματα ως έν συνεχές εξ 9500 στίχων, τόσοι δε θ' απετέλουν δέκα τουλάχιστον βιβλία. Εξάλλου ο Πρόκλος αναφέρει τους *Νόστους, οι οποίοι θα ήσαν σειρά χωριστών ραψωδιών καθώς περίπου αι *Ηοίαι, (βλ. κατωτέρω), ως έν έπος.
Περί δε της χρονολογίας των επών τούτων λέγομεν ότι την τελικήν των μορφήν προσέλαβον πολύ βραδύτερον ή τα σωζόμενα Ομηρικά και τότε, καθώς φαίνεται, μάλλον χάριν της ιστορικής ύλης ή της ποιητικής αξίας. Περιέχουσι φράσεις της Ιλιάδος, της Οδυσσείας και της Θεογονίας· παραμελούσι δε οικτρώς το δίγαμμα και νεωτερίζουσιν εις την γλώσσαν. Εξ άλλου όμως είναι σφάλμα να εκλάβωμεν τας περί προγονολατρείας, μαγικής, καθαρμών και των τοιούτων μαρτυρίας αυτών ως μεταγενέστερα σημεία. Ταύτα πάντα είναι παμπάλαια έθιμα, άπερ ο Όμηρος αφήκεν αμνημόνευτα, όπως και άλλα πολλά, εξ οιαςδήποτε είτε φυλετικής, είτε κοινωνικής, είτε και άλλης αντιπαθείας προς αυτά. Και η ύλη των απορριφθέντων επών είναι συχνά παλαιοτάτη. Είδομεν ήδη την σχέσιν του δ της Οδυσσείας προς την *Μικράν Ιλιάδα. Εν δε τοις *Κυπρίοις ο Αλέξανδρος επιφαίνεται εν όλη τη παλαιά του δόξη, ως κατακτητής της Σιδώνος· υπάρχει δε κατάλογος των Τρώων, όστις αδύνατον ήτο ν' αντιγραφή εκ του σωζομένου ισχνού του Β, είναι δε μάλλον πηγή αυτού· υπάρχει μία διήγησις του Νέστορος φαινομένη μάλλον ως το πρωτότυπον της Νεκυίας· Η δε φράσις «Διός δ' ετελείετο βουλή» είναι βεβαίως ολιγώτερον φυσική εκεί όπου ευρίσκεται εν τη Ιλιάδι ή εν τοις *Κυπρίοις, όπου αναφέρεται εις το όλον σχέδιον της διά του Τρωικού πολέμου ανακουφίσεως της γης από του ανθρωπίνου βάρους. Έχομεν 125 διάφορα των *Κυπρίων αποσπάσματα, εξ ών το έπος φαίνεται χωριστόν και ανεξάρτητον από της άλλης επικής παραδόσεως.
Και η *Τηλεγόνεια, αν και καθ' ύλην ήτο απλώς συνέχεια της Οδυσσείας, παριστάνουσα τον υιόν του Οδυσσέως και της Κίρκης Τηλέγονον πλέοντα προς αναζήτησιν του πατρός του, ακριβώς όπως έπραξε και ο Τηλέμαχος, είναι πλήρης γνησίως αρχαϊκού μύθου. Ο Οδυσσεύς επαναλαμβάνεται εν τω υιώ, καθώς ο Αχιλλεύς, και καθώς ο Λανσελώτος και ο Τριστάνος. Υιός του «μακράν περιπλανωμένου» είναι ο «μακράν μαχόμενος» (Τηλέμαχος) και άλλος εκ της Καλυψούς ο «μακράν δαμάζων» (Τηλέδαμος). Ο τοξότης είχε τοξότην υιόν και ο υιός πλανάται, διότι και ο πατήρ επλανήθη. Το δε τέλος της *Τηλεγονείας φέρει τον απλούστατον μυθικόν τύπον. Ο Τηλέγονος ακουσίως πληγώνει θανασίμως τον πατέρα του, εκείνος δε του δίδει την Πηνελόπην ως γυναίκα. Αυτός φέρει πάντας εις την μαγικήν νήσον της Κίρκης, εκείνη καθαρίζει αυτόν του φόνου και καθιστά τον Τηλέμαχον και την Πηνελόπην αθανάτους· εντέλει δε οι δύο υιοί νυμφεύονται τας μητρυιάς των· αλλ' ο Οδυσσεύς μένει, ως φαίνεται, νεκρός. Τούτο δεν είναι μεταγενέστερον ή διεσκευασμένον έπος. Ο ποιητής αυτού, ο Κυρηναίος Ευγάμων (ο καλούς γάμους ποιών) εθεωρείτο ίσως τραχύς υπό των Ελλήνων του πέμπτου αιώνος· αλλά θα ήτο αγαπητός μεταξύ των παλαιών μυθοποιών, οίτινες εποίουν τον Ηρακλή αρμόζοντα την Δηιάνειραν μετά του Ύλλου, και τον Οιδίποδα νυμφευόμενον την χήραν του αποθανόντος βασιλέως ως μέρος της βασιλείας.
Τα κριτικά ζητήματα, τα γεννώμενα εκ των απορριφθέντων επών, είναι πολλά. Πώς π.χ. μόνη η *Μικρά Ιλιάς αφέθη φέρουσα το γλωσσικόν του έπους ένδυμα τόσον λεπτόν, ώστε να διαφαίνεται πανταχού το αιολικόν ιδίωμα; Ο στίχος