WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 20: ΗΣΙΟΔΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

νυξ μεν έην μέσσα, λαμπρά δ' επέτελλε σελάνα

παρέχει το μακρόν αιολικόν α και πιθανώς τα διπλά σύμφωνα, άλλοι δε στίχοι ετροποποιήθησαν μόνον επιπολαίως. Πιθανώς έπη τινά εξηκολούθησαν να άδωνται μόνον εν τη Λέσβω κατά την επιχώριον διάλεκτον μέχρι του χρόνου των αρχαϊκών συλλογών του τετάρτου π. Χ. αιώνος ή και κατόπιν· και ίσως εάν ποτε το ποίημα τούτο ανεκαλύπτετο εξ αιγυπτιακού τινος τάφου, θα είχομεν δείγμα του κοινού και δημοτικού έπους, πριν τορνευθή υπό της ιωνικής ευφυίας. Καθόλου το ύφος αυτού φαίνεται άκαμπτον, παραβαλλόμενον προς την γλώσσαν, ήν εμφαίνουσιν η μιλησιακή Αιθιοπίς και η * Ιλίου Πέρσις.

Μεταξύ των άλλων απορριφθέντων επών ήσαν καί τινα ανήκοντα εις «κύκλον» δυνάμενον να ονομασθή κοσμικόν, ως η [υπό του Αθηναίου μνημονευομένη] *Τιτανομαχία. Ο δε Θηβαϊκός κύκλος, ο θεωρούμενος υπό των γραμματικών ως εισαγωγή εις τον Τρωικόν, περιελάμβανεν *Οιδιπόδειαν, *Θηβαΐδα και *Επιγόνους, έπος πραγματευόμενον περί των απογόνων των Επτά, οίτινες εκυρίευσαν τας Θήβας. Παρασιωπώμεν την *Μινυάδα, την *Οιχαλίας Άλωσιν, την *Δαναΐδα, την *Ατθίδα και άλλα (81).

ΥΜΝΟΙ Ή ΠΡΟΟΙΜΙΑ


Έθιμον των ραψωδών ήτο «από θεού άρχεσθαι» ήτοι συνήθως εκ «Διός» ή από των Μουσών. (82) Τούτο έδωκεν αφορμήν εις ανάπτυξιν του προοιμίου, ως χωριστού είδους ποιήσεως, ής δείγματα παρέμειναν οι λεγόμενοι Ομηρικοί ύμνοι· η λέξις «ύμνος» δεν είχεν ακόμη την έπειτα θρησκευτικήν χροιάν. Τα βραχύτατα των προοιμίων τούτων απλώς επικαλούνται τον θεόν διά των οικείων επιθέτων, αναφέρουσί τινα των κατορθωμάτων αυτού και καταλήγουσι συνήθως εις τον στίχον

αυτάρ εγώ και σείο και άλλης μνήσομ' αοιδής.

{ Beginning from thee, I will pass to another song }
 
Οι πέντε μακρότεροι ύμνοι είναι, όπως και οι Πινδαρικοί επίνικοι, παραδείγματα του πού δύναται να φθάση λογοτεχνικόν είδος, απομακρυνόμενον του αρχικού σκοπού του, μέχρις κατανοηθή ότι υπερέβη τα όριά του. Το προοίμιον ανεπτύχθη ως κάτι χωριστόν, μέχρις ού δεν ήτο πλέον προοίμιον.

Η σωζομένη συλλογή περιλαμβάνει 34 ποιήματα διαφόρων χρόνων και τόπων, η δε παράδοσις του κειμένου είναι σφόδρα συγκεχυμένη Π. χ. οι πρώτοι 546 στίχοι φέρονται ως είς ύμνος, εις τον Απόλλωνα. Αλλά πάντως περιλαμβάνουσι δύο ύμνους, τον μεν πρώτον (1-178) υπό Ίωνος ποιητού περί της γεννήσεως του ιωνικού θεού επί της τραχείας Δήλου, τον δε δεύτερον υπό ποιητού της Στερεάς Ελλάδος περί του φόνου της δρακαίνης [στ. 300] και της εν Δελφοίς εγκαταστάσεως του δωρικού θεού. Αλλά και πάλιν τα δύο ταύτα μέρη δεν είναι απλά, αλλ' αποτελούνται υπό χωριστών, πράγματι δε ο Αθήναιος [Α' σ. 22 β] λέγει «εν τοις εις Απόλλωνα ύμνοις». Το ιωνικόν μέρος του ύμνου είναι πιθανώτατα το παλαιότερον μέρος της σωζομένης συλλογής. Και αναφέρεται μεν ως Ομηρικόν υπό του Θουκυδίδου (Γ' 104,4) και του Αριστοφάνους (Όρν. 575), αλλ' αποδίδεται εις τον Ομηρίδην Κύναιθον τον Χίον υπό του γραμματικού Διδύμου· τούτο σημαίνει ότι δεν ήτο νεώτερον των απορριφθέντων επών. Ο δε εις Ερμήν ύμνος παρέχει χρονολογικόν τεκμήριον, περιγράφων την επτάχορδον φόρμιγγα ως αμέσως ευρεθείσαν υπό του θεού, εγράφη δηλαδή αφού η αρχική τετράχορδος είχεν όχι μόνον παλαιωθή, αλλά και λησμονηθή. Το ωραίον απόσπασμα (ζ') το περί της συλλήψεως του Διονύσου υπό Τυρσηνών πειρατών, φαίνεται ως αττικόν έργον του πέμπτου ή και του τετάρτου π. Χ. αιώνος. Το δε εις Πάνα προοίμιον (ιθ') είναι πιθανώς των Πτολεμαϊκών χρόνων. Τέλος δε ο εις Άρη (η') ύμνος φαίνεται μάλλον του τετάρτου μ. Χ. αιώνος.

Όσον εφθαρμένοι και αν είναι οι σωθέντες ύμνοι, αναγινώσκονται πάντοτε λίαν ευαρέστως. Ο εις Αφροδίτην, περιγράφων μόνον την επίσκεψιν της Αφροδίτης εις τον Αγχίσην, βόσκοντα τους βους επί της Ίδης, εκφράζει κάλλιον παντός άλλου ελληνικού έργου την άνετον εκείνην χαράν του φυσικού βίου, ήτις κοινώς νομίζεται ως ελληνικόν γνώρισμα. Ο εις Δήμητρα, όστις ανευρέθη [κατά τα 1780] εν Μόσχα (83) «μεταξύ χοίρων και ορνίθων», είναι πιθανώτατα ο κάλλιστος πάντων. Είναι δε περίεργος καθό πρώιμον αττικόν ή ελευσινιακόν έργον. Μέρη τινά είναι ίσως υδαρά και αδύνατα, αλλά το πλείστον είναι άξιον του μεγαλοπρεπούς μύθου, εξ ού εβλάστησεν, ως λ. χ. το εν αρχή μέρος, το παριστών την Περσεφόνην

παίζουσαν κούρησι συν Ωκεανού βαθυκόλποις 5
άνθεά τ' αινυμένην, ρόδα και κρόκον ηδ' ία καλά
λειμών' αμ μαλακόν και αγαλλίδας ηδ υάκινθον
νάρκισσόν θ' όν φύσε δόλον καλυκώπιδι κούρη
Γαία, Διός βουλήσι, χαριζομένη Πολυδέκτη,
θαυμαστόν γανόωντα, σέβας δε τε πάσιν ιδέσθαι . . .
Η δ' άρα θαμβήσασ' ωρέξατο χερσίν αμ' άμφω 15
καλόν άθυρμα λαβείν· χάνε δε χθων ευρυάγυια
Νύσιον αμ πεδίον, τη όρουσεν άναξ πολυδέγμων
ίπποις αθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υιός.
Αρπάξας δ' αέκουσαν επί χρυσέοισιν όχοισιν
ήγ' ολοφυρομένην . . .

{ Okeanos' 'deep-breasted daughters, and plucking flowers, roses and crocus and pretty pansies, in a soft meadow, and flags and hyacinth, and that great narcissus that Earth sent up for a snare to the rose-face maiden, doing service by Gods will to Him of the Many Guests. The bloom of it was wonderful, a marvel for gods undying and mortal men; from the root of it there grew out a hundred heads, and the incensed smell of it made all the wide sky laugh above, and all the earth laugh and the salt swell of the sea. And the girl in wonder reached out both her hands to take the beautiful thing to play with ; then yawned the broad-trod ground by the Flat of Nysa, and the deathless steeds brake forth, and the Cronos-born king, He of the Many Names, of the Many Guests ; and He swept her away on his golden chariot.}

Αυτό το επίθετον του Αϊδωνέως «πολυσημάντωρ Πολυδέγμων» { Him of the Many Thralls, of the Many Guests, } απεικονίζει το μεγαλείον αυτού επαξίως του όλου μύθου (84).

ΚΩΜΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Των εις τον Όμηρον αποδιδομένων κωμικών ποιημάτων το μόνον σωζόμενον παράδειγμα είναι η Βατραχομυομαχία, καλή παρωδία του πολεμικού έπους. Πρόδηλον μύθευμα, παραδόξως πιστευόμενον υπό του Α. Ludwig εν τη μεγάλη αυτού εκδόσει, απέδιδεν αυτήν εις τον Κάρα Πίγρητα, όστις επολέμησε κατά τα Μηδικά. Η μάχη ήρχισε διότι ο μυς Ψιχάρπαξ, ελθών εις λίμνην, διά να σβήση την δίψαν του, επείσθη υπό του βασιλέως των βατράχων Φυσιγνάθου, υιού του Πηλέως (ο ήρως του Πηλίου κατήντησεν εδώ του πηλού!) να καθίση εις την ράχιν του, διά να ίδη τα βασίλειά του. Δυστυχώς ύδρος τις — συνήθως σημαίνει νεροφείδι, αλλ' εδώ ίσως νοείται άλλο είδος υδροβίου ζώου — έδειξε την κεφαλήν του έξω του νερού και ο βάτραχος αμέσως εχώσθη εις το βάθος. Ο ποντικός επνίγη, αλλ' όχι ανεκδίκητος. Κάποιος συγγενής τον είδεν εκ της όχθης, και ήρχισε φοβερός πόλεμος, όπου διέπρεψαν οι ποντικοί. Τέλος η Αθηνά παρεκάλεσε τον Δία να προλάβη τον όλεθρον των βατράχων. Ο Ζευς κατέπεμψε πρώτον κεραυνούς, έπειτα δε καρκίνους, οίτινες έτρεψαν τους ποντικούς, και ούτως έληξεν ο πόλεμος (85).

Τοιαύτα κωμικά περί μαχών ποιήματα φέρονται πολλά· Αραχνομαχία, *Γερανομαχία, *Επάκτιον. Τινά τούτων ήσαν ιαμβικά και επομένως ξένα της Ομηρικής ποιήσεως. Ονομαστότατον δε πάντων των κωμικών επών ήτο ο *Μαργίτης, επονομαζόμενος ούτως εκ του ήρωος, όστις ήτο μάργος, κενοδόξος και ανίκανος κατά τον αθάνατον στίχον

Πόλλ' ηπίστατο έργα, κακώς δ' ηπίστατο πάντα.

και πάλιν

Τον δ' ούτ' αρ σκαπτήρα θεοί θέσαν, ούτ' αροτήρα
ούτ' άλλως τι σοφόν πάσης δ' ημάρτανε τέχνης
.

{ He was not meant by the gods for a digger or a ploughman, nor generally for anything sensible; he was deficient in all manner of wisdom. }

Μεταγενέστεροι μετρικοί συγγραφείς λέγουσιν ότι το ποίημα ήτο μείγμα ηρωικών και ιαμβικών στίχων, τούτο δ' εμφαίνει μεταγενεστέραν νοθείαν παλαιού έργου, αδύνατον δε ν' αληθεύη περί του ποιήματος, όπερ ο Αριστοτέλης ενόμιζεν ως Ομηρικόν (86). Ο Μαργίτης θα ήτο κωμικώτερος του Σχολαστικού του Ιεροκλέους, του ήρωος των Αστείων, βιβλίου, εξ ού ελήφθησαν και πολλοί αστεϊσμοί του αγγλικού Joe Millers. Ο Σχολαστικός ήτο εντελώς μωρός μετά τινος αγαστής μετριοφροσύνης.

Αλλά τι εννοούσιν οι καλούντες τα ποιήματα ταύτα Ομηρικά; Τούτο μόνον, ότι προέρχονται εκ χρόνων, ότε το όνομα των ποιητών ενομίζετο ανάξιον μνείας και ίσως και τούτο, ότι, προκειμένου περί κωμικής μάχης, αστειότερον ήτο να παρασταθή αυτή ως έργον του θείου Ομήρου.

ΗΣΙΟΔΟΣ


Ως το περί πολέμων και περιπλανήσεων έπος επροσωποποιήθη, αποδοθέν εις τον «Όμηρον», τον αοιδόν των βασιλέων, ούτω το απλώς διδακτικόν έπος επροσωποποιήθη, αποδοθέν εις τον αγροτικόν ποιητήν «Ησίοδον». Είναι αλήθεια ότι τα Ησιόδεια ποιήματα περιέχουσι προσωπικάς τινας μνείας και έν αυτών, τα Έργα συχνότατ' αποτείνεται προς τον «Πέρσην», υποτιθέμενον ως φίλον του ποιητού, άπαξ δε ως αδελφόν του. Αλλ' είδομεν ότι αι μνείαι είναι πλασταί, πιθανώς δε και ο Πέρσης είν' επίσης πλάσμα. Διότι αν πραγματικός άνθρωπος είχεν αρπάσει την κληρονομίαν του Ησιόδου διά διαφθοράς των «δωροφάγων βασιλέων», ο Ησίοδος δεν θ' απέμενε φίλος του. Ο Πέρσης είναι πρόσωπον πλασθέν, όπως ακούη το διδακτικόν έπος και πράγματι εκτελεί το καθήκον τούτο. Αφού ο Ησίοδος θέλει να επαινέση την φιλεργίαν και να ψέξη τας αδικίας των ανθρώπων και ιδίως των δικαστών, ο «Πέρσης» πρέπει να είναι οκνηρός ως σκύλος, άπειρος του κόσμου και φιλόδικος. Αφού δε ο Ησίοδος θέλει να εγκωμιάση την δικαιοσύνην, ο Πέρσης πρέπει να φαίνεται φίλος πάσης λαθροχειρίας. Δεν έχομεν λοιπόν πληροφορίαν τι ήτο ο Ησίοδος, αλλά μόνον παράδοσιν ποίος εικάζετο ότι ήτο. Κατ' αυτήν εγεννήθη εν Κύμη της Αιολίδος· ο πατήρ του μετοικήσας εις Βοιωτίαν, ήλθεν εις την Άσκραν, κώμην εύμορφον και εύφορον, ήτις κείται επί των προπόδων του Ελικώνος, αλλ' υπό του ποιητού περιγράφεται ως

χείμα κακή, θέρει αργαλέη, ουδέποτ' εσθλή.

{ bad in winter, insufferable in summer }

Εκεί έβοσκε ποίμνια επί του Ελικώνος, μέχρις ού μίαν ημέραν αι Μούσαι τον εχαιρέτισαν ως εξής [Θεογ. 26]

«Ποιμένες άγραυλοι, κάκ' ελέγχεα, γαστέρες οίον,
ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία
ίδμεν δ' εύτ' εθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι
»·

{Boors of the wild fields, by-words of shame, nothing but belly! We know how to tell many false things true-seeming, but we know how to speak the real truth when we will. }

τούτο έκαμε τον Ησίοδον ποιητήν. Αλλ' ουδέν άλλο πληροφορούμεθα περί αυτού μέχρι του θανάτου του, πλην μόνον ότι διέβη ποτέ το μεταξύ Αυλίδος και Χαλκίδος στενόν, όπως αγωνισθή και αυτός εις τον κατά την ταφήν του βασιλέως της Ευβοίας Αμφιδάμαντος ποιητικόν αγώνα και ότι ουδέποτε επέρασε θάλασσαν, καίτοι πολλά συμβουλεύει περί ναυτικών πραγμάτων. Απέφευγε δε την Πελοπόννησον, διότι χρησμός προείπεν ότι θ' απέθνησκεν εν Νεμέα· αλλ' εφονεύθη εν τω ιερώ του Νεμείου Διός παρά την Οινόην και ερρίφθη εις την θάλασσαν υπό των αδελφών της Κλυμένης ή Κτιμένης, ήτις ελέγετο ότι εγέννησεν υιόν εις τον ογδοηκοντούτη ποιητήν· αλλ' οι δελφίνες εκόμισαν το σώμα εις την ξηράν και επίσημος τάφος ανηγέρθη εν Ορχομενώ. Ο υιός ήτο ο πολύς λυρικός Στησίχορος!

Αλλά τούτο δεν είναι ουδέ μύθος γνήσιος· είναι πλαστόν μύθευμα των αρχαίων γραμματικών. Αλλ' ίσως εκ των μυθευμάτων τούτων δυνάμεθα να πορισθώμεν ιστορικήν τινα είδησιν. Τα περί των επών λεγόμενα μαρτυρούσι πάντα ότι εν Βοιωτία υπήρχε παλαιά αγροτική ποίησις, πιθανώτατα απότοκος των παλαιών αιολικών ραψωδιών των Αχαιών, εξ ών ανεπτύχθη ο «Όμηρος»· και ότι η ποίησις εκείνη επλουτίσθη ποτέ και ενισχύθη διά του υψηλού έπους της Ιωνίας. Ότι δηλαδή πιθανώς Ίωνες ποιηταί εγκατεστάθησαν εις την Βοιωτίαν και παρέλαβον την επιχώριον ποίησιν. Εάν δε είς εξ αυτών ωνομάζετο Ησίοδος, τούτο είναι σχεδόν ασήμαντον· το όνομα δεν φαίνεται πλαστόν (87). Οπωςδήποτε η βοιωτική ποίησις ήνθησεν ως χωριστόν επικόν είδος, καταγόμενον μεν εκ του ιωνικού «Ομήρου», αλλά φέρον και πολλά εντόπια χαρακτηριστικά.

Ο δε θάνατος του Ησιόδου; Γινώσκομεν ότι η Ησιόδειος ποίησις εξετείνετο εις τε την Λοκρίδα και την Βοιωτίαν, ιδίως δε οι κατάλογοι των γυναικών ήσαν λοκρικοί. Ο περί Κλυμένης λόγος επλάσθη βεβαίως εκ της επιθυμίας όπως η καταγωγή του Στησιχόρου δειχθή ποιητική και ένδοξος. Το επίλοιπον του μύθου σημαίνει άρα γε ότι η Λοκρίς εθεώρει τον Ησίοδον ως ιδικόν της, ενώ οι Βοιωτοί έλεγον ότι ήτο Βοιωτός, ως εξήγησιν δε του τάφου εύρισκον ότι οι Λοκροί εφόνευσαν αυτόν; Η κατά την ταφήν του Αμφιδάμαντος νίκη του Ησιόδου είναι προςθήκη μεταγενεστέρα, φαίνεται δε ότι μεταξύ των ανταγωνιστών κατελέγετο και ο Όμηρος. Ο λόγος όμως περί αγώνος μεταξύ Ομήρου και Ησιόδου, και νίκης του Ησιόδου δύναται, καθώς είδομεν, να αναχθή μέχρι του πέμπτου τουλάχιστον αιώνος.

Των ποιημάτων του Ησιόδου έχομεν κατ' όνομα τρία διασωθέντα, αλλά ταύτα δύνανται να θεωρηθώσι και δώδεκα· τόσον μικράν ενότητα έχει έκαστον — η Θεογονία, τα Έργα και η Ασπίς του Ηρακλέους.

Τα «Έργα και Ημέραι» είναι ποίημα περί των έργων, δηλαδή των γεωργικών, μετά παραρτήματος περί των αισίων και απαισίων ημερών του μηνός και παρεμβολής ηθικών προς τον Πέρσην συμβουλών. Είναι δε μονότονον, απέριττον και ταπεινόν, δηλ. κάπως άξεστον και τραχύ, λαλιά εκείνων των Μουσών, όσαι αγαπώσι ταληθέα· οι στίχοι ουδεμίαν έχουσιν έξαρσιν· φαίνονται τρόπον τινά λεγόμενοι υπό ανθρώπου κουρασμένου και σκυμμένου κατά το τέλος του ημερινού καμάτου, ανθρώπου, όστις αγαπά την αγροτικήν ζωήν, αλλά θα την ηγάπα περισσότερον, αν είχε περισσοτέραν τροφήν και ολιγωτέραν εργασίαν. Το αίσθημα είναι ολιγοστόν. Το πικρόχολον της πρώτης γνώμης είναι χαρακτηριστικόν

25] και κεραμεύς κεραμεί κοτέει και τέκτονι τέκτων
        και πτωχός πτωχώ φθονέει και αοιδός αοιδώ
.

{ Potter is wroth with potter, and carpenter with carpenter; aye, beggar is envious of beggar, and minstrel of minstrel! }

Πικρά είναι και η γνώμη περί των δικαστών, όσοι ληστεύουσι τους πτωχούς

40] νήπιοι, ουδέ ίσασιν όσω πλέον ήμισυ παντός
        ουδ' όσον εν μαλάχη τε και ασφοδέλω μέγ όνειαρ
.

{ Fools, they know not how the half is more than the whole, nor the great joy there is in mallow and asphodel. }

Η μολόχα και ο ασφόδελος ήσαν τροφή των πτωχών. Αι ηθικαί γνώμαι γίνονται βαθύτεραι κατά το μέσον του έργου, και δεικνύουσιν αληθινήν και αγαστή του καθήκοντος αντίληψιν·

311] Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ' όνειδος.
349] Ευ μεν μετρείσθαι παρά γείτονος, ευ δ' αποδούναι
        αυτώ τω μέτρω, και λώιον, αι κε δύνηαι.
356] Δως αγαθή, άρπαξ δε κακή, θανάτοιο δότειρα.
695] Ωραίος δε γυναίκα τεόν ποτί οίκον άγεσθαι
701] πάντα μάλ' αμφίς ιδών, μη γείτοσι χάρματα γήμης.
        Ου μεν γαρ τι γηναικός ανήρ ληίζετ' άμεινον
        της αγαθής, της δ' ούτε κακής ου ρίγιον άλλο,
        δειπνολόχης, ήτ' άνδρα και ίφθιμόν περ εόντα,
        εύει άτερ δαλοίο και ωμώ γήραϊ δώκε.

{ " Hard work is no shame ; the shame is idleness." " Help your neighbour, and he will help you. A neighbour matters more than a kinsman." " Take fair measure, and give a little over the measure — if you can." " Give willingly; a willing gift is a pleasure!' " Give is a good girl, and Snatch is a bad girl, a bringer of death! " " It is best to marry a wife; but be very careful, or your neighbours may be merry at your expense. There is no prize like a good wife: nothing that makes you shudder like a bad; she roasts you without fire, and brings you to a raw old age!' “

Αι γνώμαι αύται, κατά το τέλος εκπίπτουσιν εις δημώδεις δεισιδαιμονίας·

744 Μη ποτ' οινοχόην τιθέμεν κρατήρος ύπερθεν
        πινόντων· ολοή γαρ επ' αυτώ μοίρα τέτυκται
.

{not to put the jug on the mixing-bowl when drinking; that means death!}
 
Μία δε συμβουλή

737 Μηδέποτ' αιενάων ποταμών καλλίρροον ύδωρ
        ποσσί περάν πριν γ' εύξη ιδών ες καλά ρέεθρα

{ not to cross a river without washing your hands and your sins }

όζει Ορφισμού.

Τα γεωργικά μέρη των Έργων φαίνονται γνήσια και αληθώς αγροτικά· δύνανται δε να θεωρηθώσιν ως το κέντρον του έργου, τα δε λοιπά ως παρεμβολαί και προσθήκαι. Τοιούτος είναι ο μύθος,

42] κρύψαντες γαρ έχουσι θεοί βίον ανθρώποισι

{ the gods had "hidden away his life from man" }

μέχρις ού ο Προμηθεύς έκλεψε το «πυρ» και το διέδωκε· τότε ο Ζευς κατεσκεύασεν είδος ωραίας παρθένου και έκαστος θεός της εχάρισε χωριστόν χάρισμα, τελευταίος δε ο Ερμής της ενέβαλε

78] ψεύδεα δ' αιμυλίους τε λόγους και επίκλοπον ήθος

{ the heart of a clog and the ways of a thief. }

και οι θεοί την ωνόμασαν Πανδώραν και την έδωσαν εις τον Επιμηθέα, ο οποίος την εδέχθη εκ μέρους των ανθρώπων. Άλλος μύθος είναι ο περί τεσσάρων γενών — τουλάχιστον έπρεπε να είναι τέσσαρα, ήτοι χρυσούν, αργυρούν, χαλκούν και σιδηρούν. Αλλά χάριν του Ομήρου οι πολεμισταί της Τροίας καταλαμβάνουσι θέσιν τινά τασσόμενοι μετά το χαλκούν γένος και προ του ημετέρου. Ημείς είμεθα το σιδηρούν και κινδυνεύομεν να καταντήσωμεν και χειρότεροι. Διότι μας αφήκαν πάντες οι θεοί, εκτός της Αιδούς και της Νεμέσεως — των δύο ερασμίων ιδεών, άς ο σοφιστής Πρωταγόρας εθεώρει ως βάσεις της κοινωνικής ηθικής. Αλλ' ο Ησίοδος φρονεί ότι εν τέλει θαποδιώξωμεν και αυτάς και τότε θαφανισθώμεν. Δύο δε μόνον χωρία επιτρέπουσι την ελπίδα αισιωτέρου μέλλοντος·

260]       όφρ' αποτείση δήμος
ατασθαλίας βασιλέων, οι λυγρά νοεύντες
άλλη παρκλίνωσι δίκας, σκολιώς ενέποντες (πρβ. 175)

{all may be well when the Demos at last arises and punishes the sins of the princes}

Αξιοπαρατήρητος είναι η διαφορά της προς τους αρχαίους βασιλείς νομιμοφροσύνης του ευτυχούς ιωνικού έπους από της πίκρας εναντίον των ευγενών αδημονίας του αγροτικού έπους της Βοιωτίας.

Τα Έργα είναι δροσερώτατα εις τας περιγραφάς των ωρών του έτους — θέματος αγαπητού εις το ελληνικόν αίσθημα μέχρι των ημερών του Λόγγου. Π. χ.

Μήνα δε ληναιώνα, κάκ' ήματα, βουδόρα πάντα,
505] τούτον αλεύασθαι και πηγάδας, αίτ' επί γαίαν
πνεύσαντος Βορέαο δυσηλεγέες τελέθουσιν,
όςτε διά Θρήκης ιπποτρόφου ευρέι πόντω
εμπνεύσας ώρινε· μέμυκε δε γαία και ύλη·
πολλάς δε δρυς υψικόμους ελάτας τε παχείας
510] ούρεος εν βήσσης πιλνά χθονί πουλυβοτείρη
εμπίπτων, και πάσα βοά τότε νήριτος ύλη, κτλ.

{ bad days, enough to flay an ox, when the north wind rides down from Thrace, and earth and the plants shut themselves up ; and he falls on the forest and brings down great oaks and pines; and all the wood groans, and the wild beasts shiver and put their tails between their legs. Their hides are thick with fur, but the cold blows through them, and through the bull's hide and the goat's thick hair; but it cannot blow through to the gentle little girl who sits in the cottage with her mother, }

Πόσον δε ωραίον είναι το θέρος, διά το οποίον πολλοί έψεξαν την αισθητικήν του Ησιόδου, ότι αγαπά να κάθηται εις την σκιάν, τρώγων κρέας τράγου και πίνων γάλα και οίνον.

Η Θεογονία είναι δοκίμιον, εννοείται όλως ασύμμετρον, περί θεών, της καταγωγής και της συγγενείας αυτών· αλλά μέρη τινά είναι πλέον ή παλαιά· είναι ωγύγια· διότι απαντώσι διάφοροι δημώδεις θεοί, ών τα ονόματα ανευρίσκονται εν τη σανσκριτική και επομένως δύνανται να θεωρηθώσιν ως αναγόμενοι εις τους ιαπετικούς χρόνους, αν και οι θεοί ούτοι, ως λίαν οικείοι, δεν μνημονεύονται υπό του ηρωικού έπους· η Εστία, η Ρέα, ο Όρθρος, ο Κέρβερος. Αλλ' όσον παλαιούς και αν ευρίσκωμεν εν τη Θεογονία μύθους, η γλώσσα, δηλαδή η παρούσα του έπους μορφή, και ίσως αυτή η επίνοια της συστηματοποιήσεως των θεών, είναι σχετικώς μεταγενεστέρα. Μίαν φράσιν των Έργων (στ. 702) δανείζεται ο Σημωνίδης (περί τα 650 π. Χ.), αλλ' είναι αδύνατον να ορισθή η χρονολογία των επών. Είδομεν ότι φράσεις της Θεογονίας περιλαμβάνονται εις την Ιλιάδα — και τανάπαλιν η Θεογονία παραλαμβάνει φράσεις της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, εν τέλει δε αναφέρεται εις την υπόθεσιν πολλών των απορριφθέντων επών. Η κατάστασις του κειμένου είναι αθλία· πολλάκις είναι δύσκολον να εύρωμεν τον ειρμόν ή την έννοιαν, φαίνεται δε σχεδόν ως να ήσαν σημειώσεις ραψωδού, δυνάμεναι να επεκταθώσι κατά την απαγγελίαν. Υπάρχουσι δε λείψανα πραγματικής, όχι απλώς ποιητικής θρησκείας. Ο Έρως κατέχει θέσιν εξέχουσαν (στ. 120) διότι ελατρεύετο εν Θεσπιαίς, ήτις ήτο η πλησιεστάτη εις την Άσκραν πόλις. Η δ' Εκάτη έχει ύμνον (στ. 411-452) τόσον περιπαθή, ώστε φαίνεται ότι προέρχεται πάντως εκ τοπικής τινος λατρείας. Πολλά μέρη του ποιήματος, ο ακρωτηριασμός του Ουρανού και ο «καννιβαλισμός» του Κρόνου, τότε μόνον δεν προξενούσιν αηδίαν, όταν μελετηθώσιν ως αληθή λείψανα θρησκείας αγρίας. Όθεν εις εκείνους των μεταγενεστέρων Ελλήνων, όσοι σοβαρώτερον εξήταζον αυτά, εφαίνοντο, εννοείται, ανυπόφορα. Αλλά τα περί της μάχης των Τιτάνων έχουσιν αληθινήν μεγαλοπρέπειαν, ήτις θα ήτο βεβαίως ευεξήγητος, εάν είχομεν την Ομηρικήν *Τιτανομαχίαν. Αληθινή δε αγάπη της θαλάσσης χαρακτηρίζει τον κατάλογον των Νηρηίδων (στ. 347 κεξ.).

Η Θεογονία λήγει διά καταλόγου των θεαινών, όσαι «θνητοίσι παρ' ανδράσιν ευνηθείσαι» εγέννησαν ανθρώπους ομοίους προς θεούς. Κατά δε τους τελευταίους στίχους ο ποιητής αλλάσσει θέμα·

Νυν δε γυναικών φύλον αείσατε, ηδυέπειαι Μούσαι,

{ Now, sweet Muses, sing the race of mortal women!}

εννοείται δε ότι αι Μούσαι υπήκουσαν, αλλά το ποίημα εχάθη· υπό αρχαίων μνημονεύεται διά διαφόρων ονομάτων, Γυναικών κατάλογος, Γυναικών ηρωινών κατάλογος, μέρη δε αυτού μνημονεύονται ως Ηοίαι, (εκτενέστερα δε και χωριστά Μεγάλαι Ηοίαι].

Αλλά διατί εγράφοντο κατάλογοι γυναικών; Διά δύο λόγους. Πρώτον μεν λέγεται ότι οι Λοκροί εμέτρουν τας γενεαλογίας αυτών από των γυναικών αλλά και αν τούτο, τοιουτοτρόπως λεγόμενον, θεωρηθή απαράδεκτον, υπάρχει αξιόπιστος μαρτυρία, εκτός της Νοσσίδος και των άλλων ποιητριών, περί της εν Λοκρίδι μεγάλης σημασίας των γυναικών. Έπειτα δε πλείστα βασιλικά γένη της Ελλάδος ελέγοντο καταγόμενα εκ θεών· τούτο δε κατά τους χρόνους της τοπικής τρόπον τινά μονοθεϊστικής θρησκείας εξοικονομείτο ως εξής· ο τοπικός βασιλεύς εγίνετο απόγονος του τοπικού θεού. Ότε όμως οι γεωγραφικοί φραγμοί κατερρίφθησαν και επομένως επληθύνθησαν οι γνωστοί θεοί, αι γενεαλογίαι εκείναι έπρεπε να συστηματοποιηθώσι και πολλαχού να διορθωθώσι. Παραδείγματος χάριν, θεσσαλικοί τινες βασιλείς κατήγοντο εκ της Τυρούς και του ποταμού Ενιπέως· τούτο βεβαίως εντός της πεδιάδος αυτών ήτο αρκετόν· αλλ' όμως ότ' εξήλθον πέραν αυτής, ανεκάλυψαν ότι τα γένη των ανήγοντο εις τον Ποσειδώνα, τον βασιλέα του «ευρέος πόντου» και ίσως πάντων των υδάτων, και δεν ηρκούντο πλέον εις τον τοπικόν ποταμόν. Εν δε τη Νεκυία της Οδυσσείας ευρίσκομεν τον δεύτερον του μύθου σταθμόν· πραγματικός πρόγονος ήτο ο Ποσειδών αλλ' επλησίασε την Τυρώ μεταμορφωθείς εις ποταμόν! Όθεν αι σχετικώς μόνιμοι πρόγονοι, αι θνηταί γυναίκες, απετέλουν την ασφαλεστέραν βάσιν προς απαρίθμησιν των μεταβαλλομένων θείων προπατόρων. Η εν Αλεξανδρεία έκδοσις είχε πέντε βιβλία *Γυναικών καταλόγου, τα δε δύο τελευταία ήσαν αι καλούμεναι *Ηοίαι. Η περίεργος αύτη επιγραφή είναι νόστιμος πληθυντικός της φράσεως ή οίη, «ή καθώς η . . . .», ήτο δε τρόπος μεταβάσεως εις νέαν ηρωίνην.

Η οίη Φθίη, Χαρίτων από κάλλος έχουσα
Πηνειού παρ' ύδωρ καλή ναίεσκε Κυρήνη.

Or like her who dwelt in Phthia, with the Charites' own loveliness, by the waters of Pênêus, Cyrene the fair.

Υπάρχουσιν 124 αποσπάσματα του *Καταλόγου και 26 των *Ηοιών. Εάν δε κάποτε αντιφάσκουσιν, τούτο δεν είναι παράδοξον, ουδέ δύναται να βεβαιωθή ότι τα πέντε βιβλία της εν Αλεξανδρεία εκδόσεως περιείχον πάσας τας γυναίκας των Ησιοδείων καταλόγων. Αφού άπαξ ο τύπος ή οίη καθιερώθη, ευκολώτατον ήτο να παρεντεθή εις τον κατάλογον και άλλη πρόγονος. Εξίσου δ' εύκολον ήτο να επεκταθή μία ηοίη εις επύλλιον, και πράγματι τοιαύτη είναι η γένεσις του τρίτου σωθέντος Ησιοδείου ποιήματος, της Ασπίδος του Ηρακλέους, όπου πρόγονος, εννοείται, είναι η μήτηρ του ήρωος, η Αλκμήνη.

Η Ασπίς αρχίζει

. . . ή οίη, προλιπούσα δόμους και πατρίδα γαίαν
ήλυθεν εις Θήβας μετ' Αρήιον Αμφιτρύωνα | Αλκμήνη

{ Or like Alcmênê, when she fled her home and fatherland, and came to Thebes }

προχωρεί δε εις την γέννησιν του Ηρακλέους, όστις, λέγει, εφόνευσε τον Κύκνον, έπειτα δε διηγείται τον φόνον τούτον. Προκειμένου δε περί του οπλισμού του Ηρακλέους, ακολουθεί μακρά της ασπίδος περιγραφή (88).

Υπήρχον και Ησιόδεια έπη αποδοκιμασθέντα. Γνωστότατα τούτων ήσαν τα *Ναυπάκτια, σειρά μακρών γενεαλογιών αλλά και αι αργείαι και κορινθιακαί συλλογαί, αι αποδιδόμεναι εις τον «Εύμηλον» περιείχον Ησιόδεια στοιχεία. Ο δε κύριος αυτού αντίζηλος έφερε κωμικώς το πλαστόν όνομα Κέρκωψ (πιθηκοειδής) Μιλήσιος. Τα Έργα είναι η Ιλιάς του Ησιόδου, ήτοι το μόνον ομοφώνως εις αυτόν αποδιδόμενον έπος. Οι περί τον Ελικώνα οικούντες έδειξαν εις τον Παυσανίαν (ή τον υπ' αυτού αντιγραφόμενον Θ' 31,4) μολίβινον πίνακα των Έργων άνευ του προοιμίου και του είπον ότι ουδέν άλλο εποίησεν ο Ησίοδος παρά τα Έργα.

Ο *Κήυκος γάμος αναφερόμενος εις Τραχίνιον ηγεμόνα, όστις εφιλοξένησε τον Ηρακλή, ήτο πιθανώς εκτεταμένη Ηοίη όπως η Ασπίς· το αυτό ήτο πιθανώς και ο *Αιγίμιος, επύλλιον δύο βιβλίων διηγούμενον την μάχην του προγόνου εκείνου των Δωριέων εναντίον των Λαπιθών. Η *εις Άδου κατάβασις είχεν ήρωα τον Θησέα. Η δε * Μελαμπόδεια ήτο πιθανώς αφήγησις περί ονομαστών μάντεων. Περιεργότερα φαίνονται τα ολιγοστά λείψανα των *Χείρωνος υποθηκών προς τον μαθητήν του Αχιλλέα. Ο σοφός Κένταυρος παρήγγελλε θυσίας εις τους θεούς κατά την πρώτην είσοδον εις οικίαν και διώριζεν αρχήν της παιδείας την επτά ετών ηλικίαν.

Των Έργων ήτο γνωστή και μακροτέρα έκδοσις, τα *Μεγάλα Έργα. Yπήρχον δε και έπη περί *Αστρονομίας και *Οιωνοσκοπίας και *Γης περίοδος και *Ιδαίοι Δάκτυλοι, — οι εν Κρήτη αναθρέψαντες τον Δία. Τα ονόματα ταύτα δεικνύουσιν οπόσος όγκος βοιωτικής ποιήσεως υπήρχε το πάλαι. Καθώς πας ηρωικός μύθος έτεινε να διαμορφωθή εις έπος, ούτω και παν μόριον τέχνης ή γνώσεως ή ηθικής αρχής, όπερ εξήγειρεν είτε την περιεργίαν του λαού είτε του ποιητού την φαντασίαν (89).

ΟΡΦΕΥΣ. — ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ


Εξετάζοντες την κοινωνικήν και την λογοτεχνικήν ιστορίαν της Ελλάδος, παρατηρούμεν μεγίστην μεταξύ αυτών αντίθεσιν. Η μεν κοινωνική ιστορία δεικνύει τους Ελληνας κατ' εξοχήν ευσεβείς, ως οι Αθηναίοι ενόμιζον εαυτούς, ή κατά την φράσιν του αποστόλου Παύλου «δεισιδαιμονεστέρους» [Πράξ. 17, 22], η δε σωθείσα λογοτεχνία είναι εντελώς άθρησκος. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος έχουσιν ανά στόμα τους θεούς, αλλ' ο μεν Όμηρος μεταχειρίζεται αυτούς ως στοιχεία διηγήσεως, ο δε Ησίοδος ως άρθρα προς κατάταξιν. Πού λοιπόν είναι τα θρησκευτικά συγγράμματα των Ελλήνων, τα ποιήματα τα πραγματευόμενα περί θεών ως θεών; Βεβαίως υπήρχον. Το έθνος, όπερ είχε βωμόν εις εκάστην καμπήν των ορεινών ατραπών, και είχε θρησκευτικήν τελετήν διά πάσαν πράξιν του καθημερινού βίου, θεούς παντός δάσους και ποταμού και κρήνης και ήρωας παντός μεγάλου γεγονότος ή μεγάλης ιδέας, αληθινής ή φανταστικής· όπερ προετίμησε να θυσιάση την άμυναν των Θερμοπυλών παρά την τέλεσιν μιας εορτής· του οποίου η πρώτη ως προς την παιδείαν πόλις κατά την ήκιστα ευσεβή περίοδον επέτρεψε ν' αφεθή ολόκληρος στρατός να καταστραφή ένεκεν εκλείψεως της σελήνης (90) και εξεμάνη διότι απεκόπησαν τα άσεμνα άκρα ολίγων αρχαίων αγαλμάτων — το έθνος τούτο δεν αντιπροσωπεύεται επαρκώς διά μόνης της μη θρησκευτικής λογοτεχνίας. Πράγματι δε δυνάμεθα να διακρίνωμεν ότι τα θρησκευτικά συγγράμματα των Ελλήνων ήσαν και παλαιά και πολυάριθμα.

Ανάλογοι προς εκείνα φαίνονται οι Βεδικοί ύμνοι των Ινδών. Δηλαδή θα υπήρχον όμοιοι προς αυτούς ελληνικοί ύμνοι, καθόσον τα επίθετα των Ομηρικών θεών «εκαεργός Απόλλων, πότνια Ήρη, εκατηβελέταο άνακτος» είναι προδήλως αρχαία και συνετέθησαν συμφώνως προς το δακτυλικόν μέτρον. Γινώσκομεν δε ότι οι παλαιοί χρησμοί ήσαν έμμετροι· ότι υπήρχον ιεροί ύμνοι χάριν των ναών όλως διόλου διάφοροι των σωζομένων Ομηρικών ύμνων. Έχομεν δε και μαρτυρίας ότι κατά τα μυστήρια της Ελευσίνος εψάλλοντο και άσματα ιερά.

Τα μυστήρια ταύτα δεν αναφέρονται υπό του Ομήρου. Αλλά τούτο δεν σημαίνει βεβαίως ότι ήσαν μεταγενέστερα· σημαίνει μάλλον ότι ήσαν είτε λίαν ιερά, είτε πάγκοινα. Αι ανθρωπολογικαί ανακαλύψεις υποδεικνύουσιν ότι τα Ελευσίνια μυστήρια είναι μορφή της πρωτογόνου εκείνης θρησκείας, της μόλις διακρινομένης από της λεγομένης «συμπαθητικής μαγείας», ήτις εκράτησε μεταξύ πολλών και διαφόρων φυλών. Τα Ελευσίνια ήσαν δράμα· δηλαδή ο μύθος της Μητρός (του σίτου) και της Κόρης (του νέου σίτου), ήτις αναβαίνει εκ των μυχών της γης και σκορπίζει τον πλούτον, παριστάνετο δραματικώς. Κατά τους πρώτους γνωστούς εις ημάς χρόνους το δράμα περιελάμβανε τον θεόν των αμπέλων ή γενικώτερον των δένδρων, τον Διόνυσον. Τούτο είναι σιτολατρεία και βλαστολατρεία, δεν είναι δε απλώς αρχαϊκή, είναι πρωτόγονος.

Πλην των Ελευσινίων υπήρχον και άλλα μυστήρια, Ορφικά ή Βακχικά. Κοινή δε των αρχαίων και των σημερινών γνώμη είναι ότι τα Βακχικά όργια ήσαν επείσακτα, δηλαδή ότι ο θεός των Θρακών παρά πάσαν αντίστασιν κατήλθεν εις την Ελλάδα. Αν αληθεύη τούτο, θα ήλθεν ενωρίτατα. Αλλά φαίνεται πιθανώτερον ότι ο Διόνυσος ήτο μάλλον «νέηλυς» {new-comer} ή αλλοδαπός· ομοιάζει τον νέον ενιαυτόν, την άνοιξιν, το θέρος, τον τρυγητόν. Είναι παν έτος εν πάση χώρα, ξένος ερχόμενος και γινόμενος δεκτός ως ξένος κατά δε το τέλος του ωρισμένου χρόνου εξορίζεται, εξορκίζεται κατακόπτεται εις μικρά ή αποδιώκεται. Οπωςδήποτε είναι παλαιότατος και διά την πραγματικήν θρησκείαν της Ελλάδος εξαιρέτως σημαντικός. Πραγματική δε θρησκεία είναι η λαϊκή θρησκεία. Ο πολυπλόκως συνδυαζόμενος Διόνυσος και Βάκχος ήτο κοινός λαϊκός θεός ή μάλλον είχεν εντός εαυτού συνηνωμένου αναριθμήτους ομοίους θεούς, λατρευομένους υπό του κοινού λαού καθ' όλην την Ελλάδα. Περί αυτού μανθάνομεν κυρίως εξ αλεξανδρεωτικών και ρωμαϊκών πηγών, όλως αθρήσκων, όπου φαίνεται απλώς ως θεός του οίνου και των δένδρων, αλλά προ πάντων είναι προσωποποιία του πνεύματος της εκστάσεως, της έξω φρενών ορμής, ήτις εξαίρει τον άνθρωπον υπεράνω εαυτού, παρέχει εις αυτόν δύναμιν και «χάριν» και αφήνει την ψυχήν ελευθέραν των δεσμών του σώματος. Το αυτό πνεύμα κατά τρόπον ημερώτερον, υγιέστερον και καλλιτεχνικώτερον διεπλάσθη εις την όλως αλλοίαν ιδέαν του Απόλλωνος. Η θρησκεία αύτη είχε βεβαίως μορφάς ποικιλωτάτας, διότι οι θεοί ούς ελάτρευεν, είχον ποικίλα ονόματα και ιδιότητας, καθόσον διέφερον εν ταις χώραις της καταγωγής αυτών. Αλλά αι σπουδαιόταται αυτής απόψεις φαίνεται ότι περιελαμβάνοντο κατά το μάλλον ή ήττον εις τας αποκαλύψεις του «Ορφέως».

Πλείστα των παλαιών θρησκευτικών ποιημάτων ανήγοντο εις τον Ορφέα ή τον συγγενή αυτού Μουσαίον, όπως τα ηρωικά εις Όμηρον και τα διδακτικά εις τον Ησίοδον. Αλλά δεν είναι τίποτε γνωστόν περί της τύχης αυτών προ της μεγάλης θρησκευτικής αναγεννήσεως του έκτου αιώνος, της συνδεομένης προς το όνομα του Ονομακρίτου. Αι παλαιαί χωρισταί λατρείαι της φυλής και της οικογενείας διεταράχθησαν υπό της αυξανομένης επικοινωνίας των ανθρώπων. Χωνευθείσαι δε εις την Ομηρικήν θεολογίαν, απέβαλον την αγιότητα αυτών· ουδέ ηδύναντο να επιζήσωσι μετά τον Ησίοδον και τους καταλόγους αυτού. Κατόπιν ήλθεν αφ' ενός μεν η απιστία της ιωνικής φιλοσοφίας και η εξήγησις του κόσμου διά της φυσικής, αφ' ετέρου δε άλλη, βαθυτέρα και περιπαθεστέρα πίστις. Ο Θαλής ηδύνατο κάλλιστα να ελπίζη εις την γνώσιν, αλλ' ο κοινός άνθρωπος επίστευεν εις άλλα. Μεταξύ των ατυχημάτων του έκτου αιώνος, της παρακμής των αποικιών, των εμφυλίων πολέμων, της πτώσεως της Συβάρεως και της ιεράς Νινευί επήλθε και η μεταστροφή από της παρούσης εις την μέλλουσαν ζωήν, η πεποίθησις εις ευτυχίαν υπερφυσικήν, κειμένην πέρα των ατυχιών και των πολέμων.

Έκτοτε υψώθη μέγα θρησκευτικόν κύμα, μόλις μεν διακρινόμενον εντός των σωθέντων έργων, αλλά συγκινήσαν πάντα τα μαντεία και τους δημώδεις ναούς από της Καρίας μέχρι της Iταλίας. Η κυρία εκδήλωσις του κινήματος εκείνου ήτο η Ορφική. Αύτη επιφαίνεται κατά πρώτον ως προσωπική θαυματοποιός θρησκεία, σχετιζομένη προς την λατρείαν του Διονύσου. Πολλά δε των κυριωτέρων αυτής δογμάτων είν' ευδιάκριτα. Επίστευεν εις την αμαρτίαν και εις τον θρησκευτικόν καθαρμόν αυτής, εις την αθανασίαν και την θεότητα της ψυχής, εις αιωνίαν πέραν του τάφου ανταμοιβήν των αγνών και των εναγών, — εννοείται δε ότι ουδείς εκτός των μεμυημένων ήτο εντελώς αγνός — και τέλος εις την ενσάρκωσιν και τα πάθη του Διονύσου του Ζαγρέως. Ο Ζαγρεύς ήτο υιός του Διός και της Κόρης· κατεσπαράχθη δε υπό των Τιτάνων, οίτινες εκεραυνώθησαν διά τούτο. Και από μεν της νεκράς τέφρας αυτών επλάσθη το άνθρώπινον σώμα, εκ δε του ζώντος αίματος του Ζαγρέως η ψυχή. Ο Ζαγρεύς εγεννήθη και πάλιν εκ του Διός και της θνητής Σεμέλης και έζησε μεν ως άνθρωπος, αλλ' ήτο θεός· ανέβη δε εις τον ουρανόν και κατέστη ο μέγιστος και υπό μίαν έποψιν ο μόνος θεός. Έκαστος λάτρις του Βάκχου ηδύνατο να επαυξήση το αθάνατόν του κεφάλαιον μέχρις ού γίνη «Βάκχος» και αυτός, πραγματοποιών την δυνάμει θεότητά του.

Τοιουτοτρόπως λάτρις της εν Φρυγία Κυβήβης έγινε Κύβηβος και πολλοί Ορφικοί μάντεις κατήντησαν Ορφείς. Τα μυθικά όργια των Μαινάδων ουδέποτ' ενεφανίσθησαν πράγματι εν Ελλάδι. Η προς τον οίνον σχέσις απεκρούετο υπό των εκλεκτών, και ήτο δευτερεύουσα. Ο Διόνυσος ήτο κυρίως ο έσω θεός, το πνεύμα της λατρείας και της ανεξηγήτου χαράς· εμφανίζεται δε κάλλιστα επικοινωνών προς τας αγνάς ψυχάς και προς τα άγρια πλάσματα της φύσεως, επί των αβάτων βουνών κάτωθεν των άστρων.

Οι Ορφικοί ύμνοι εκχειλίζουσιν εκ της χαράς ταύτης· είναι πλήρεις επαναλήψεων και μεγαληγορίας και διεγείρουσι την συγκίνησιν. Ο πρώτος ύμνος — πολύ μεταγενέστερος, αλλά χαρακτηριστικός — λέγει·

Εινοδίην Εκάτην κλήζω, τριοδίτιν εραννήν,
ουρανίην, χθονίην τε και ειναλίην κροκόπεπλον,
τυμβιδίην, ψυχαίς νεκύων μέτα βακχεύουσαν —
λισομένοις κούρην τελεταίς οσίησι παρείναι.

{ I call Hecatê of the Ways, of the Cross-ways, of the darkness, of the Heaven and the Earth and the Sea; saffron-clad goddess of the grave, exalting amid the spirits of the dead, Perseia, lover of loneliness, Queen who holdest the Keys of the World, . . . be present at our pure service with the fulness of joy in thine heart! }

Ο ύμνος ούτος είναι του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος όπως και τα πλείστα των σωθέντων ακεραίων Ορφικών ποιημάτων. Τοιουτοτρόπιος έχομεν αυτά μόνον υπό την εσχάτην αυτών μορφήν, ότε η θρησκεία εξέπνεε (91) Αλλά σπουδαίον είναι το γεγονός ότι κατά πάντας τους αιώνας τους από του τετάρτου μ. Χ. μέχρι του έκτου π. Χ. υπάρχουσιν Ορφικοί διδάσκαλοι, μάλλον ή ήττον επιφανείς. Κατά τους ενδοξοτάτους χρόνους, λόγου χάριν, πολλά παρέχουσιν Ορφικά σημεία ο Πίνδαρος, ο Εμπεδοκλής, Ίων ο Χίος, Κρατίνος ο κωμικός, Πρόδικος ο σοφιστής, ίσως δε και ο Ευριπίδης. Ο δε Πλάτων (92) παραπονείται ότι βίβλων όμαδον παρέχονται Μουσαίου και Ορφέως, Σελήνης τε και Μουσών εκγόνων. { crowd of books by Orpheus and Musæus }. Εκτός του πλήθους τούτου — τα του Μουσαίου ήσαν τουλάχιστον ένδεκα σειραί ποιημάτων και πολυάριθμοι χρησμοί — υπήρχον έργα παντοδαπών άλλων ολιγώτερον επισήμων μάντεων και καθαρτών. Υπήρχεν ο καλούμενος «Βάκις» — πας οπωςδήποτε αγνός ηδύνατο πιθανώς να γίνη Βάκις — ού οι χρησμοί ήσαν εμπόρευμα της αθηναϊκής αγοράς (93). Ο Επιμενίδης, ο εκ Κρήτης ιατρός, ο καθαρίσας τας Αθήνας από του Κυλωνείου άγους, ήτο διάσημος ποιητής *Αργούς ναυπηγίας, *Καθαρμών και *Χρησμών. Αν και εκοιμήθη 57 έτη εντός σπηλαίου, δύναται να θεωρηθή πραγματικώτερος παρά κάποιον άλλον όμοιον, τον Υπερβόρειον Άβαριν, όστις περιήλθε τον κόσμον μετά χρυσού — ή κατ' άλλους επί χρυσού — οϊστού { golden arrow } (94), όν έδωκεν εις αυτόν ο Απόλλων. Ο Άβαρις ενομίζετο ως προομηρικός· αλλά τα περίφημα αυτού ποιήματα εστηρίζοντο εις έργον ανθρώπου ιστορικού, Αριστέου του Προκοννησίου, το περί Αριμασπών έπος, το περιέχον αποκαλύψεις περί των Υπερβορείων και των γρυπών, γενομένας εν εκστάσει. Ο Αριστέας ενεφανίσθη εν Μεταποντίω, ενώ δις είχεν αποθάνει εν Προκοννήσω (95).

Και αυτοί μεν ήσαν οι παράσιτοι των Ορφικών· κύριον δε πρόσωπον φαίνεται ότι υπήρξεν ο Ονομάκριτος. Ούτος αφιερώθη εις την διεύθυνσιν της θρησκευτικής πολιτικής του Πεισιστράτου και του Ιππάρχου και την παραποίησιν ή έκδοσιν αρχαίων Ορφικών ποιημάτων. Και ουδέποτε μεν μνημονεύεται ως ποιητής αυτός, ουδ' ετιμάτο υπό των μεταγενεστέρων, ελέγετο δε ότι εφωράθη πλαστογραφών χρησμούς του Μουσαίου και εξωρίσθη κακός κακώς υπό του Ιππάρχου. Αλλ' όμως ο Ηρόδοτος (Ζ, 6) μαρτυρεί και τούτο, ότι κατόπιν ήτο φίλος [των Πεισιστρατιδών] κατά την εξορίαν των, ουδείς δε αρνείται ότι υπήρξε των σημαντικωτάτων ανδρών του έκτου π. Χ. αιώνος.

Προ του έκτου αιώνος ουδέν έχομεν καθαρώς Ορφικόν ποίημα, αλλά νομίζομεν ότι ανευρίσκομεν ίχνη της επιδράσεως ή ίσως του πνεύματος, εξ ού επήγασαν αυτά. Ο περίεργος εις την Εκάτην την μοννογενή ύμνος της Θεογονίας (στ. 411 κεξ.) δεν δύναται να ονομασθή ασφαλώς Ορφικός, αλλ' είναι αλλότριος της θρησκείας των Ησιοδείων επών. Αι παρ' Ομήρω μνείαι του Διονύσου φαίνονται νόθαι ή ουχί Ομηρικαί και τα περί αμαρτήματος και της τιμωρίας του Λυκούργου λεγόμενα μηνύουσι την ύπαρξιν Ορφικών θρύλων (96). Η αιωνία ποινή των αμαρτωλών εν τη Νεκυία φαίνεται Ορφική. Τοιούτο φαίνεται και το άλλο, ότι ο ήρως ουδένα των μακάρων είδε· και τούτο διότι δεν ήτο μεμυημένος. Ο εις τον Άρη και ο εις την Αθηνάν Ομηρικός ύμνος, ίσως δε και ο εις τον Ποσειδώνα, ενέχουσιν ίχνη μυστηρίων. Εκ δε των παλαιών επών η * Αλκμεωνίς έλεγε πολλά περί καθαρμών και περιείχε και επίκλησιν εις τον Ζαγρέα (97). Τα δε *Κορινθιακά του Ευμήλου δεικνύουσιν ομοίας τάσεις. Ο Εύμηλος ήτο των Βακχιαδών, η δε *Ευρωπία αυτού ανεφέρετο εις τον Διόνυσον, και επραγματεύετο τα Ορφικά θέματα της Μηδείας και της Τιτανομαχίας. Άλλα δε έπη, καθώς η *Μινυάς, είχον αποκαλύψεις περί του Άδου (98). Το σπουδαίον γεγονός είναι ότι η μυστική και «οργιαστική» του κόσμου ερμηνεία είχε πάντοτε υποφήτας εν Ελλάδι, καίτοι το κύριον ρεύμα της απιστίας, το διευθυνόμενον εξ Αθηνών, εχώρει πάντοτε αντιθέτως, τείνον να καταλάβη την έννοιαν των πραγμάτων διά μόνης της σκέψεως.

Γ'

ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ, ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΦΕΩΣ.

ΕΠΟΣ.


Το τέλος του παλαιού έπους επήλθεν ότ' εγεννήθη η ιδέα της συγγραφικής ιδιοκτησίας. Ραψωδός ως ο Κύναιθος θα ηδύνατο να διασκευάζη τον Όμηρον, όν απήγγελλε, χωρίς να έχη ανάγκην να δημοσιεύση τα έπη ως ιδικά του. Ο δε Ονομάκριτος ηδύνατο να καταλογίζη την ιδικήν του θεολογίαν εις τον Ορφέα χωρίς να διανοήται μήτε ν' απατήση κανένα, μήτε ν' αρνηθή τα εαυτού. Τοιαύτη συνιδιοκτησία των λογοτεχνημάτων διήρκεσε μακρότερον επί του έπους ή του μέλους. Αλλά κατά τον έκτον και πέμπτον αιώνα ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Ορφεύς παρεμερίσθησαν υπό ζώντων αυθυπάρκτων ποιητών.

Πρώτος επικός ποιητής εν τη πραγματική ιστορία φέρεται ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ ο εκ Καμείρου της Ρόδου, ο γράψας την * Ηράκλειαν. Η παράδοσις αναβιβάζει αυτόν εις παμπαλαίους χρόνους, αλλά πράγματι φαίνεται ότι ήτο ο «Όμηρος» της Ρόδου. Αυτά ταποσπάσματα φέρουσι την σφραγίδα του έκτου αιώνος, δηλαδή την ομολογίαν της αμαρτίας και την επίκλησιν του καθαρμού. Ο Πείσανδρος δεν μνημονεύεται κατά τους ενδόξους χρόνους· ίσως «ανεκαλύφθη» κατά την αρχαΐζουσαν τάσιν του τρίτου αιώνος, ως η παλαιοτάτη πηγή των δώδεκα του Ηρακλέους άθλων, της λεοντής και του ροπάλου (99). Τον Ηρακλή έλαβεν επίσης ως ήρωα και ο μάντις και ποιητής ΠΑΝΥΑΣ(Σ)ΙΣ ο Αλικαρνασσεύς. Το όνομα τούτο ήτο καρικόν, αλλ' ο Πανύασις ήτο θείος του Ηροδότου, εφονεύθη δε κατά τινα στάσιν εναντίον του Λυγδάμιδος, του Καρός τυράννου της πατρίδος του. Κατά τινα των Αλεξανδρέων κριτικών ο Πανύασις ήρχετο αμέσως μετά τον Όμηρον ως επικός ποιητής· κατ' άλλους δε τέταρτος, ήτοι μετά τον Ησίοδον και τον Αντίμαχον. Παρά Κοϊντιλιανώ [Χ, 1,56] φέρεται μεταξύ των δύο τούτων ποιητών — υπερτερών του μεν Ησιόδου κατά την υπόθεσιν, του δε Αντιμάχου κατά την πλοκήν. Τα αποσπάσματα δεν ομοιάζουσι προς Ομηρικά, αλλ' είναι δυνατά και εύμορφα. Κατά τύχην διεσώθησαν τρία τεμάχια, φέροντα κάπως τον τόνον της τότε συμποτικής ελεγείας. Κατά το έν τούτων το πρώτον κύπελλον ανήκει εις τας Χάριτας και τας Ώρας και τον Διόνυσον, το δεύτερον εις την Αφροδίτην και το τρίτον εις την Ύβριν και την Άτην.

6,10] Αλλά, πέπον, μέτρον γαρ έχεις γλυκεροίο ποτοίο,
   στείχε παρά μνηστήν άλοχον, κοίμιζε δ' εταίρους.

{ and so you had better go home to your wedded wife!}

Μερικοί στίχοι δυσκόλως διαφεύγουσι την μνήμην του αναγνώστου

15] Τλη μεν Δημήτηρ, τλη δε κλυτός Αμφιγυήεις,
τλη δε Ποσειδάων, τλη δ' αργυρότοξος Απόλλων
ανδρί παρά θνητώ θητευέμεν εις ενιαυτόν.

{ Demeter bare, and the great Craftsman bare, Silver Apollo and Poseidon bare, To serve a year, a mortal master's thrall. }

ΧΟΙΡΙΛΟΣ ο Σάμιος ήτο επίσης φίλος του Ηροδότου και εμιμήθη αυτόν και τον Αισχύλον [ποιήσας *Περσηίδα ή Περσικά] ήτοι λαβών θέμα την περσικήν επιδρομήν και εγκωμιάσας τας Αθήνας. Μανθάνομεν δε ότι ηκολούθησε τον Λύσανδρον τον Σπαρτιάτην στρατηγόν — πιθανώς ως οικιακός ποιητής — και κατόπιν ότι μετέβη εις την αυλήν Αρχελάου του Μακεδόνος. Το έπος του Χοιρίλου ήτο το πρώτον «ιστορικόν», ως ημείς εννοούμεν την λέξιν ταύτην· σωζόμενον αυτού απόσπασμα παραπονείται ότι πάντα τα μυθικά θέματα είχον εξαντληθή (100). Ο δε νεώτερος Χοιρίλος, ο εγκωμιάσας τον Αλέξανδρον δι' αθλίων στίχων και διαβοηθείς ότι έλαβεν ένα χρυσούν Φίλιππον δι' έκαστον αυτών (101) — το αυτό ανέκδοτον λέγεται και περί άλλων — θα ήτο εγγονός εκείνου. Εάν δε πράγματι εποίησε το επιτύμβιον του Σαρδαναπάλλου, δεν ήτο κακός ποιητής, αν και το πρωτότυπον πεζόν ήτο καλύτερον.

Αντίζηλος Χοιρίλου του πρεσβυτέρου ήτο ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ ο Κολοφώνιος, ο λόγιος ποιητής της *Θηβαΐδος, ο προςποιούμενος ότι περιφρονεί την δημοτικότητα και υπό πολλάς επόψεις Αλεξανδρεύς γεννηθείς προώρως. +Εννοείται ότι η Αλεξάνδρεια τον εθαύμαζε, θεωρούσα αυτόν, όπως και τον Εμπεδοκλή, διδάσκαλον της «αυστηράς αρμονίας» { the austere style, } και γενικώς έτασσεν αυτόν παρά τον Όμηρον, αν και ο Κοϊντιλιανός [Χ, Ι,53] αναφέρων την κρίσιν ταύτην παρατηρεί ότι άλλο σημαίνει να είναι τις εγγύς και άλλο δεύτερος. Τον Αντίμαχον συνδέει προς τον Πλάτωνα το ακόλουθον αόριστον ανέκδοτον. Ο Πλάτων έπεμψε τον μαθητήν του Ηρακλείδην να συλλέξη τα έργα του Αντιμάχου ή κατ' άλλους αυτός παρέμεινεν ακούων του Αντιμάχου, ενώ οι λοιποί ακροαταί αφήκαν το δωμάτιον κενόν· τότε ο Αντίμαχος είπε «Πλάτων είς εμοί χίλιοι» (102). { Plato to me is worth a thousand.} Περί τούτου συνέβησαν κατόπιν πολλαί φιλολογικαί συζητήσεις. Οι μεν φίλοι του σοφού έπους, όπως ο Απολλώνιος, εθεώρουν αυτό ως εγκώμιον του Αντιμάχου, ο δε Καλλίμαχος και ο Δούρις ως απλήν απόδειξιν του ισχυρισμού των, ότι ο Πλάτων ήτο αναρμόδιος της ποιήσεως κριτής. Τα πλείστα των αποσπασμάτων του Αντιμάχου είναι τόσον μικρά, ώστε δεν έχουσι διαφέρον, τα δε μακρότερα ή είναι γραμματικά ή αναφέρονται υπό του Αθηναίου μόνον εξ αφορμής διαφόρων αγγείων. Το ύφος εις ημάς τους νεωτέρους φαίνεται πενιχρόν και άκαμπτον, αλλά η ακαμψία αυτή και αι παράδοξοι λέξεις είναι τεχνηταί. Ο Αντίμαχος την αληθινήν του δόξαν ώφειλε μάλλον εις την ελεγείαν *Λύδην παρά την *Θηβαΐδα (103).