WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 26: ΣΑΠΦΩ, ΑΛΚΑΙΟΣ, ΑΝΑΚΡΕΩΝ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

Ο Παυσανίας εν τέλει του έργου του [Ι' 38, 13] διηγείται, ότι ενώ Φαλύσιός τις εκινδύνευε να τυφλωθή, «ο εν Επιδαύρω πέμπει θεός Ανύτην την ποιήσασαν τα έπη, φέρουσαν σεσημασμένην δέλτον» προς αυτόν { the god sent to him Anyte, the epic poetess, with a sealed tablet }. Ο Φαλύσιος αναγνώσας την δέλτον, ανέλαβεν, αλλ' ημείς ουδέν άλλο γνωρίζομεν περί της ΑΝΥΤΗΣ ει μη μόνον ότι ήτο Τεγεάτις, και ότι ωνομάσθη θήλυς Όμηρος υπό του Αντιπάτρου του Θεσσαλονικέως (104) όστις παρέδωκε πολλά των επιγραμμάτων αυτής, αλλά πιθανόν και να μη ανέγνωσε τα έπη της.

Και ούτοι μεν είναι οι απόγονοι του Ομήρου. Οι δε του Ησιόδου είναι ποικιλώτεροι και αφανέστεροι. Το γενεαλογικόν έπος αναπτυσσόμενον εδιχάσθη· και ο μεν συνήθης αυτού τύπος εξηκολούθησε να ζη πολλαχού της Ελλάδος· τοιαύτα ελέγοντο τα Ναυπάκτια έπη, τα Κορινθιακά, τα Σαμιακά, τα Φωκαϊκά· αλλ' είτε φέρονται ανωνύμως, είτε αποδίδονται εις τοπικούς μυθώδεις ποιητάς, παραλλήλους του Ησιόδου, «Καρκίνον» τον Ναυπάκτιον, «Εύμηλον» τον Κορίνθιον, «Άσιον» τον Σάμιον (105). Ο δε τύπος Ηοίη εδημιούργησε την «ρωμαντικήν» ή ερωτικήν ελεγείαν. Η τοιαύτη ποίησις διαπλασσομένη υπό καλλιτεχνών ως ο Μίμνερμος, ο Αντίμαχος και ο Ερμησιάναξ, λαμβάνει την μορφήν καταλόγων παλαιών εραστών, ών τα τέκνα άλλοτε μεν αναφέρονται, άλλοτε δε όχι. Τα ποιήματα ταύτα είναι Ηοίαι άλλης απόψεως. Η δε διδακτική ποίησις του Ησιόδου αφ' ενός μεν ανεπτύχθη εις το ηθικόν ή γνωμικόν έπος του Φωκυλίδου, τα αποφθέγματα των Επτά σοφών και τας ελεγείας του Σόλωνος και του Θεόγνιδος, έπειτα δε τους ιάμβους Σημωνίδου του Αμοργίνου, του Αρχιλόχου και του Ιππώνακτος (βλ. κατωτ.). Αφ' ετέρου δ' έδωκεν αφορμήν εις την λογίαν περί φυσικής και γεωγραφίας ποίησιν. Αυτός ο Ησίοδος ελέγετο ποιήσας Αστρονομίαν και *Γης Περίοδον· αλλά τοιαύτα επικά θέματα δεν αποδίδονται εις ωρισμένους ποιητάς προ του τετάρτου αιώνος και δεν ήσαν αρεστά προ του Αράτου του Σολέως (περί τα 276 π. Χ.). Ο πρώτος αναφερόμενος αστρονομικός ποιητής Κλεόστρατος ο Τενέδιος, όστις παρετήρει τα άστρα εκ της Ίδης, φέρεται ότι έζη κατά την έκτην εκατονταετηρίδα. Πρώτον δε ιατρικόν ποίημα είναι ίσως το του Περιάνδρου κατά την τετάρτην. Τα δε περί μαγειρικής έπη, όσα αναφέρει ο Αθήναιος, ήσαν μάλλον παρωδίαι. Ο φοβερός γαστρίμαργος Αρχέστρατος ο εκ Γέλας ήτο σύγχρονος του Αριστοτέλους· επίσης δε ο Μάτρων. Ήτο τότε ο καιρός της μέσης κωμωδίας, ότε τα όψα και η μαγειρική ήσαν ανεγνωρισμένα ως θέματα τερπνά.

Αλλά το κύριον ρεύμα του διδακτικού έπους ενωρίς ήδη απέβη θρησκευτικόν. Ο Ησίοδος έπεσεν υπό την επήρειαν του Ορφέως· και αυτά δε τα παραδεδομένα έπη επηρεάσθησαν. Ο Κέρκωψ, ο λεγόμενος ως ο πραγματικός ποιητής Ησιοδείων τινών επών, έγραψε θρησκευτικόν βιβλίον και εκαλείτο Πυθαγόρειος· τούτο δε κατ' εκείνους τους χρόνους, ότε ο Πυθαγόρας ήτο αγέννητος, εσήμαινεν Ορφικός. Ο δε Εύμηλος εγίνωσκε τόσα περί του κόσμου, όσα θα ηδύνατο να μάθη μόνον παρά του Ονομακρίτου. Και αυτό δε το έπος του Αριστέου, όπερ ηδύνατο να λογισθή ως γεωγραφικόν, πρόδρομος των ποικίλων «Περιηγήσεων», είλκυε βεβαίως την προσοχήν διά των θαυμάτων και της θεολογίας.

Η Ορφική θεοσέβεια συνεκίνει κυρίως τον κοινόν λαόν και δεν επιφαίνεται εν τη λογοτεχνία· αλλά διακρίνομεν αυτήν οσάκις υποκινεί την φιλοσοφίαν. Αύτη εξηγεί τον Πυθαγόραν, τον σοφόν και ευσεβή άνδρα, όστις αποχαιρετίσας τον κόσμον, έγινεν ιερεύς ασκητικής αδελφότητος, πιστευούσης εις καθαρμόν και εις μυστήρια.

Η ανάδειξις χωριστού φιλοσοφικού έπους οφείλεται αμέσως εις την περίεργον πνευματικήν επανάστασιν του ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ του Κολοφωνίου, μαθητού του Αναξιμάνδρου. Ο Ξενοφάνης διωχθείς υπό της περσικής επιδρομής του 546 π. Χ., ηναγκάζετο να πορίζεται τον άρτον ως ραψωδός· αλλά παρά του Αναξιμάνδρου είχε διδαχθή ότι όσα ερραψώδει ήσαν ψεύδη.

7] Πάντα θεοίσ' ανέθηκαν Όμηρος θ' Ησίοδός τε
όσσα παρ' ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν,
κλέπτειν μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν.

{ Homer and Hesiod fastened on the gods all that is a shame and a rebuke to man, thieving and adultery and the cheating one of another. }

Μετέβαλε το «άπειρον» του διδασκάλου του εις θεόν·

1] είς θεός εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος . . .

{ there is one God most high over men and gods }

2] ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ' ακούει.

{ all of him sees, thinks, and hears }

Έγραψε λοιπόν αληθινήν ποίησιν ιδικήν του — το μέγα διδακτικόν έπος *Περί φύσεως, ιστορικόν έπος *Κολοφώνος κτίσιν και Αποικισμόν εις Ελέαν εαυτού και των συνεξορίστων. Οι δ' 67 ενιαυτοί, ούς αναφέρει ότι παρήλθον,

24] βληστρίζοντες εμήν φροντίδ' αν' Ελλάδα γην,

{ tossed his troubled thoughts up and down Hellas }

φαίνεται ότι περιελάμβανον πολλούς χαλεπούς αγώνας κατά ωργανωμένης αντιδράσεως, της οποίας ηχώ έχομεν εν τοις *Σίλλοις. Ο Ξενοφάνης ούτε μέγας φιλόσοφος, ούτε μέγας ποιητής ήτο· αλλά το γεγονός, ότι κατ' αυτήν την επικράτησιν της επικής παραδόσεως εκήρυξε το ευαγγέλιον της ελευθέρας φιλοσοφίας και διελάλησε τολμηρώς όσα καθείς ησθάνετο κρυφίως, ανέδειξεν αυτόν μεγάλην δύναμιν εν τη ζωή και τη λογοτεχνία της Ελλάδος. Κίναι ίσως ο μόνος απροκάλυπτος θρησκευτικός επικριτής ο σωθείς εκ των αρχαίων χρόνων. Οι κατόπιν σκεπτικοί ή αδιάφοροι επροσποιούντο ότι εθεώρουν την περί θρησκείας ελευθεροστομίαν ως σκιαμαχίαν ή και ακαλαισθησίαν.

Το παράδειγμα του Ξενοφάνους ωδήγησε τον μέγαν εν τη φιλοσοφία μαθητήν αυτού να στιχουργήση τας αφηρημένας του δοξασίας. Το *Περί φύσεως έπος του ΠΑΡΜΕΝΙΔΟΥ ήτο διηρημένον εις δύο βιβλία, το μεν πρώτον περί αληθείας, το δε δεύτερον περί ψεύδους· είχε δε μυθολογικόν τέλος· η ανάβασις του ποιητού μετά των θυγατέρων του Ηλίου, αίτινες οδηγούσιν αυτόν διά των πυλών της Νυκτός και της Ημέρας εις το ιερόν της Σοφίας, προξενεί δυνατήν εντύπωσιν· το όλον όμως έργον θα ήτο προτιμότερον αν εγράφετο εις πεζόν λόγον.

Αλλ' αληθής ποιητής ήτο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, ίσως τόσον μέγας, όσον ο θαυμαστής αυτού Λουκρήτιος (106), ειργάζετο δε και ωραιοτέραν ύλην. Διέπρεψε και ως πολίτης, πρωταγωνιστήσας υπέρ ελευθερίας κατά των τυράννων Θήρωνος και Θρασυδαίου. Αλλ' ο βίος του, καθώς και των συγγενών αυτού πνευμάτων, του Πυθαγόρου και κατόπιν Απολλωνίου του Τυανέως, εκαλύφθη διά θαυμάτων· εσταμάτησε τους ανέμους· απεξήρανε τεράστιον έλος· ανέστησε γυναίκα νεκράν· προείπε την ώραν ότε θ' ανεκαλείτο υπό των θεών και εξηφανίσθη χωρίς ν' αποθάνη. Οι αντίζηλοί του έλεγον ότι εξ απλής κενοδοξίας ερρίφθη εις την Αίτναν, όπως αφανίση παν ίχνος του και πιστευθή ως αθάνατος (107). Αλλά πώς λοιπόν εγνώσθη τούτο; Εφόρει χαλκάς «κρηπίδας» και το ηφαίστειον έρριψεν έξω μίαν! Υγιεστέρα παράδοσις έλεγεν ότι απέθανεν εξόριστος εν Πελοποννήσω· ο δε χαρακτήρ αυτού αφήκε βαθείαν εντύπωσιν εις το πνεύμα των Ελλήνων και των Αράβων. Περί του συστήματος αυτού λαλούμεν κατόπιν· αλλ' αληθής της ποιήσεως αυτού ζωή είναι η θαυματουργία· ιδού τι λέγει εξόριστος θεός [εν τω *Περί φύσεως 1]·

Έστιν ανάγκης χρήμα, θεών ψήφισμα παλαιόν
αΐδιον, πλατέεσσι κατεσφραγισμένον όρκοις
εύτε τις αμπλακίησι φόνω φίλα γυία μιήνη
αύτως ή επίορκον αμαρτήσας επομόσση
(δαίμων οίτε βίοιο λελόγχασι μακραίωνος)
τρις μεν μυρίας ώρας από μακάρων αλάλησθαι
γεινόμενον παντοία διά χρόνου είδεα θνητών.

{ There is an utterance of Fate, an ancient decree of the gods, everlasting, sealed with broad oaths ; when any being stains his hand with sin of heart or swears an oath of deceiving, aye, though he be a Spirit, whose life is for ever, for thrice ten thousand years he wanders away from the Blessed, growing, as the ages pass, through all the shapes of mortal things, passing from one to another of the weary ways of life.}

32] Αιθέριον γαρ σφε μένος πόντονδε διώκει
   πόντος δ' ες χθονός ούδας απέπτυσε, γαία δ' ες αυγάς
   ηελίου ακάμαντος, ο δ' αιθέρος έμβαλε δίναις,
   άλλος δ' εξ άλλου δέχεται, στυγέονσι δε πάντες.

{The might of the Aether hunts him to the Sea, the Sea vomits him back to the floor of Earth, and Earth flings him to the fires of Helios the unwearied, and he to the whirlwinds of Aether. He is received of one after another, and abhorred of all. }

Ο Εμπεδοκλής ενεθυμείτο προηγουμένους βίους·

11] Ήδη γαρ ποτ' εγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε
   θάμνος τ' οιωνός τε και είν' αλί έλλοπος ιχθύς·

{I have been a youth and a maiden and a bush and a bird and a gleaming fish in the sea.}

απεστρέφετο δε την σφαγήν των ζώων προς τροφήν των ανθρώπων·

440] Ου παύσεσθε φόνοιο δυσηχέος; ουκ εσοράτε
   αλλήλους δάπτοντες ακηδείησι νόοιο
;

{Will ye never cease from the horror of bloodshedding? See ye not that ye devour your brethren, and your hearts reck not of it ?}

Αλλά κατ' αυτόν και η κυαμοφαγία είναι επίσης φοβερά·

δειλοί, πάνδειλοι, κυάμων από χείρας έχεσθε.

{Wretched, thrice-wretched, keep your hands from beans. }

Όχι διότι τα «κουκκιά» είναι τροφή ερεθιστική, αλλά διότι θρησκευτικώς ενομίζοντο ως ακάθαρτα (108).

ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΙΑΜΒΟΣ


Η χρήσις της λέξεως «λυρική» προς δήλωσιν πάσης ποιήσεως μη επικής και δραματικής, είναι νέα και ανακριβής. Η λέξις σημαίνει ότι η ποίησις εψάλλετο προς λύραν ή κατά μικράν επέκτασιν προς άλλο τι όργανον. Αλλά και το έπος κατ' αρχάς εψάλλετο· ο «Όμηρος» εκράτει φόρμιγγα, ο δε «Ησίοδος» φόρμιγγα ή ράβδον. Εξ άλλου δε η «λυρική» ελεγεία και ο ίαμβος ενωρίτατα ήρχισαν να παραλείπωσι την μουσικήν. Πάσα ελληνική ποίησις επήγαζεν έκ τινος μορφής του μέλους, δηλαδή λέξεων αρμοζομένων προς μουσικήν· αλλά βαθμηδόν τα ποικίλα είδη της ποιήσεως ή απέρριψαν την μουσικήν, εφόσον εχρειάζοντο προσοχήν και σαφήνειαν ιδεών, ή έπεσον έτι μάλλον υπό το κράτος της μουσικής, εφόσον απέβλεπον εις την έκφρασιν αισθήματος αορίστου. Ώστε σπανίως δυνάμεθα να είπωμεν, εάν ωρισμένοι στίχοι απηγγέλλοντο ή εψάλλοντο. Αι ελεγείαι του Θεόγνιδος φαίνεται ότι εψάλλοντο κατά τα συμπόσια προς αυλόν. Αλλ' ο Πλάτων, λαλών περί του Σόλωνος, μεταχειρίζεται οτέ μεν το άδειν, οτέ δε το ραψωδείν· τα δύο κύρια διακριτικά του μέλους και του λόγου είναι η καλουμένη «στροφή» και η επί μιας συλλαβής παράτασις της φωνής. Λόγου χάριν, ο πεντάμετρος, όστις προήλθεν εκ του εξαμέτρου, λογιζομένης μιας μακράς συλλαβής ως δύο κατά το τέλος εκάστου ημιστιχίου, είναι «λυρικώτερος» του απλού εξαμέτρου· και η ελεγεία, ήν αποτελούσι ζεύγη εξαμέτρων και πενταμέτρων, είναι «λυρικωτέρα» του ομοιομόρφου εξαμέτρου έπους. Αι ιαμβικαί στροφαί παράγουσιν μεγαλοπρεπέστατον μέλος του Αισχύλου (109), ενώ ο κοινός ιαμβικός τρίμετρος είναι η εγγυτάτη προς τον πεζόν λόγον ποιητική μορφή.

Περί των αρχαίων ελληνικών μελών υπάρχουσιν όλως ανακόλουθοι και αόριστοι ειδήσεις. Τα «σκόλια» ή συμποτικά άσματα είχον εκ παραδόσεως ωραιότατον μέλος, αλλά είναι άδηλον τίνος ποιητού. Ποικίλα δε αθλητικά μέλη, καλούμενα «νόμοι», καθώς ο «πολυκέφαλος νόμος», ο «αρμάτειος νόμος» (110) αποδίδονται εις «Όλυμπον» τον Φρύγα, όστις ελέγετο υιός Μαρσύου του Σατύρου, [ζων επί Μίδα του β', ήτοι περί τα 700 π. Χ.] δύσκολον δε είναι να πιστοποιηθή ως ιστορικόν πρόσωπον, απλώς επειδή επικαλείται «Όλυμπος ο νεώτερος». Τα δε λυρικά μέλη κατά μέγα μέρος ανάγονται εις τον ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΝ τον εξ Αντίσσης της Λέσβου. Περί τούτου φέρονται δύο θρύλοι, διδακτικοί· ελέγετο δηλ. ότι αφού ο Ορφεύς κατεσπαράχθη — καθό Βακχική ενσάρκωσις — υπό των γυναικών της Θράκης, η κεφαλή του και η λύρα του ερρίφθησαν υπό των κυμάτων εις την πατρίδα του Τερπάνδρου. Ούτως ο Τέρπανδρος είναι ο αναπτύξας την αιολικήν ή εγχώριον ελληνικήν μουσικήν. Επίσης όμως ελέγετο ότι διδάσκαλον είχε Χρυσόθεμιν τον Κρήτα. Αλλ' η Κρήτη ήτο μία των πρώτων δωρικών αποικιών. Ούτως ο Τέρπανδρος συνενώνει την ιθαγενή έγχορδον μουσικήν μετά της μουσικής των Δωριέων κατακτητών. Παν ό,τι παραδίδεται περί αυτού, και αυτό το όνομά του (ο τέρπων τους άνδρας) φέρει μυθικήν χροιάν (111). Ούτω π. χ. ηύξησε τας χορδάς της λύρας από τεσσάρων εις επτά· εποίησεν επτά κιθαρωδικούς νόμους· είς ιδίως, καλούμενος «Τερπάνδρειος νόμος» είχεν επτά μέρη (112) αντί των τριών απλών, αρχής, μέσου και τέλους. Ενίκησε δε τετράκις εν Δελφοίς, πριν ακόμη ιδρυθή οιοσδήποτε αγών! Ήτο και ο πρώτος νικητής κατά τα Κάρνεια της Σπάρτης. Αλλά πάντες οι τοιούτοι αγώνες δεν κατεγράφοντο κατ' αρχάς, ο δε πρώτος νικητής συνήθως ήτο μυθώδης (113).

Το πόρισμα είναι ότι καθώς υπήρχον έπη, ούτως υπήρχον και μέλη πολλαχού της Ελλάδος προ των αρχαιοτάτων ημών μνημείων. Οι τοπικοί ρυθμοί ήσαν ποικίλοι και η αρμονία γενικώς εταξινομείτο γεωγραφικώς, η δωριστί, η φρυγιστί, η λυδιστί, η αιολιστί, η ιαστί αρμονία και ούτω καθεξής. Η τοιαύτη διαίρεσις φαίνεται εις ημάς άτεχνος, εξ άλλου όμως δεικνύει ότι ωρμήθη εξ ωρισμένης γνώσεως εκάστου είδους. Οι μαθηταί του Σωκράτους, οίτινες έβλεπον τα πάντα ως ηθικολόγοι, εφιλοσόφησαν πολλά περί της ηθικής αξίας εκάστης αρμονίας. Κατ' αυτούς η δωριστί το ανδρώδες εμφαίνει και μεγαλοπρεπές, η φρυγιστί ήτο αγρία και διεγερτική, η λυδιστί θηλυπρεπής, η δε αιολίς είχε «το γαύρον και ογκώδες» { turbulent chivalry}. Αλλά ταύτα φαίνονται αυθαίρετα· διότι ενώ ο Πλάτων περιλαμβάνει την ιαστί αρμονίαν εις τας «μαλάκας τε και συμποτικάς» { effeminate and bibulous } (114) ο μαθητής αυτού Ηρακλείδης ο Ποντικός λέγει «το της ιαστί γένος αρμονίας . . . . . αυστηρόν και σκληρόν» { austere and proud. } (115). Η Σωκρατική παράδοσις ανεύρισκεν ιδίως ηθικήν έννοιαν εις τας διαφοράς εγχόρδων και εμπνευστών οργάνων, ενώ δε η λύρα και η κιθάρα εθεωρούντο χρήσιμοι εις τους αγαθούς πολίτας, ο αυλός ή ο πλαγίαυλος ή ό,τι άλλο αντιστοιχεί προς τα διάφορα του αρχαίου «αυλού» είδη, ενομίζετο αρμόζων εις γυναίκας ή βαρβάρους. Και όμως ο αυλός ήτο το αγαπητόν όργανον των Σπαρτιατών, των Βοιωτών και των Δελφών· όσον και αν ετάρασσε τους ευαισθήτους Αθηναίους, ήρεσκεν εις τους Δωριείς· αλλ' ίσως εις ημάς θα εφαίνετο εντελώς ανούσιος.

Τα τοπικά γένη της μουσικής είχον και αντίστοιχα μετρικά γένη. Λόγου χάριν τα μέλη της Λέσβου και της Τέω παρέμειναν απλά· η μουσική δηλαδή εκείνη έθελγε και αγύμναστα ωτία. Οι δε συνήθεις ιωνικοί ρυθμοί και άπαξ ακουόμενοι, εφαίνοντο εξαίσιοι, αλλ' οι δωρικοί κάπως ήσαν τραχύτεροι, οι δε πολλοί των αιολικών ήσαν αισθητοί μόνον εις ολίγους μουσικωτέρους. Καθόλου οι σταθεροί κανόνες, η υπήχησις της ρυθμικής κινήσεως και η συνεχής αλλ' υποτεταγμένη μουσική, κατέστησε τους Έλληνας ικανούς να παράγωσι διά του μέτρου εντυπώσεις, τας οποίας ουδέ ο τολμηρότατος και μελωδικώτατος των Άγγλων ποιητών ουδέποτε θα ωνειρεύετο να πλησιάση. Κανέν ίσως άλλο των αρχαίων κατορθωμάτων δεν ευρίσκεται τόσον μακράν ημών, όσον το υψηλότερον λυρικόν ποίημα. Ανεπτύξαμεν αληθώς οι νεώτεροι την μουσικήν ως χωριστήν τέχνην και υπερέβημεν κατά πολύ τους Έλληνας εις τούτο, αλλ' αντί ποίας φοβεράς θυσίας!

Η ετυμολογία της λέξεως «έλεγος» είναι σκοτεινή. Ίσως αρχικώς ήτο μέτρον πένθιμον, συνοδευόμενον, οπότ' εψάλλετο, υπό αυλού. Αλλ' απαντά πρώτον επί πολεμικών ωδών και συν τω χρόνω κατήντησεν ο ειδικός του έρωτος στίχος.

Ο πρώτος γνωστός ελεγειακός, ο ΚΑΛΛΙΝΟΣ, ήτο Εφέσιος και έγραψε διάλεκτον μικρόν απέχουσαν των ιωνικών μερών του Ομήρου. Επολέμησε κατά των εισβαλόντων Κιμμερίων (περί τα 650 π. Χ.) και κατά της πόλεως Μαγνησίας. Συνεχρόνησε δε περίπου μετά του μεγάλου Αρχιλόχου, αλλ' ο μεν Καλλίνος ελάλει περί της Μαγνησίας ως μαχομένης, ο δε Αρχίλοχος εγίνωσκε την άλωσιν αυτής (116). Ο δε ΤΥΡΤΑΙΟΣ ο Αφιδναίος έγραψε χάριν των Σπαρτιατών επί του δευτέρου μεσσηνιακού πολέμου πολεμικάς ελεγείας, όπου λαλεί ως Δωριεύς ευπατρίδης, ως Σπαρτιάτης. Αλλ' επειδή υπήρχεν Άφιδνα και εν τη Αττική, καθώς εν τη Λακωνική, η αθηναϊκή κακολογία, τροποποιούσα παλαιόν ανέκδοτον, έπλασεν ότι δήθεν η Σπάρτη, στενοχωρουμένη δεινώς εκ του πολέμου, εζήτησεν εξ Αθηνών αρχηγόν και ότι οι Αθηναίοι απέστειλαν ένα χωλόν γραμματοδιδάσκαλον, όστις έδωκε τόσον θάρρος εις τους απηλπισμένους, ώστ' ενίκησαν (117). Ομοίως οι Σάμιοι διηγούντο ότι εδάνεισαν εις τους Πριηνείς μίαν μάντιδα προς βοήθειαν εναντίον των Καρών· ότι δηλαδή και μία γραία της Σάμου έφθανε να διδάξη τους Πριηνείς το πολεμείν! Ο Τυρταίος κατά την μεταγενεστέραν παράδοσιν την μη σπαρτιατικήν, καταντά πρόσωπον σχεδόν κωμικόν — λόγου χάριν κατά τα Μεσσηνιακά του Ριανού (του τρίτου π. Χ. αιώνος). Αλλά το δωρικόν αυτού όνομα, το γεγονός ότι αι ελεγείαι του εψάλλοντο εν Κρήτη ως και εν Πελοποννήσω και αι προς αυτόν απονεμόμεναι κατά τας λακωνικάς εορτάς τιμαί υπεμφαίνουσιν ότι ήτο προσωποποιία του δωρικού πολεμικού ελέγου και ότι παν ανώνυμον δωρικόν πολεμικόν άσμα εγίνετο ιδικόν του — λόγου χάριν οι ολίγον αρχαϊκοί στίχοι, ούς διέσωσεν ο Λυκούργος (118). Τα ποιήματα πιθανώς ήσαν κατ' αρχάς δωρικά· αλλά τα σωθέντα αποσπάσματα φέρουσιν ιωνικόν ένδυμα και μάλιστα νεώτερον. Η συλλογή περιέχει και έν αναπαιστικόν εμβατήριον, προέρχεται ο εξ Αλεξανδρείας και επιγράφεται «Ευνομία». (119)

Μέγιστος των ελεγειακών ποιητών είναι ΜΙΜΝΕΡΜΟΣ ο Κολοφώνιος. Εδοξάσθη κυρίως διά την *Ναννώ, μακρόν ποίημα ή ποιητικήν συλλογήν περί έρωτος ή παλαιών ερωτικών μύθων, φέρουσαν το όνομα της ερωμένης του, ήτις ήτο αυλητρίς, όπως και αυτός ήτο αυλητής. Αλλά και οι πολεμικοί του στίχοι είναι τεχνικώτεροι των του Τυρταίου και του Καλλίνου (120). Ο Μίμνερμος πλην του έρωτος και της μάχης αισθάνεται βαθύτατα και την φύσιν. Ωραίον είναι λόγου χάριν το απόσπασμα [11]

Ηέλιος μεν γαρ πόνον έλλαχεν ήματα πάντα·
ουδέ κοτ' άμπαυσις γίγνεται ουδεμία
ίπποίσίν τε και αυτώ, επεί ροδοδάκτυλος Ηώς
Ωκεανόν προλιπούσ' ουρανόν εισαναβή.
Τον μεν γαρ διά κύμα φέρει πολυήρατος ευνή
κοιίλη, Ηφαίστου χερσίν εληλαμένη
χρυσού τιμήεντος υπόπτερος, άκρον εφ' ύδωρ
εύδονθ' αρπαλέως χώρου αφ' Εσπερίδων
γαίαν ες Αιθιόπων, ίνα δη θοόν άρμα και ίπποι
εκτάσ', όφρ' Ηώς ηριγένεια μόλη
.

{ Surely the Sun has labour all his days, And never any respite, steeds nor god, Since Êos first, whose hands are rosy rays, Ocean forsook, and Heaven's high pathway trod; At night across the sea that wondrous bed Shell-hollow, beaten by Hephaistos' hand, Of winged gold and gorgeous, bears his head Half-waking on the wave, from eve's red strand To the Ethiop shore, where steeds and chariot are, Keen-mettled, waiting for the morning star» }

Η επίδρασις του Μιμνέρμου εμεγαλύνετο συν τω χρόνω και το σχέδιον της *Ναννούς παρέμεινεν ως δημιουργόν σπέρμα της μεγάλης ελεγειακής ποιήσεως της Αλεξανδρείας και των Ρωμαϊκών αυτής απομιμήσεων (121). Παν ό,τι έγραψεν ο Μίμνερμος έχει χρώμα και μελωδίαν, αλλά και πνεύμα όπου χρειάζεται, καθώς εν τη περιγραφή της αλώσεως της Σμύρνης (122).

Μετά τους μη αττικούς τούτους ποιητάς, ούς μόλις βλέπομεν ως σκιάς, θαυμάζομεν ακούοντες όσα διηγείτο η Αττική παράδοσις περί του ΣΟΛΩΝΟΣ, του υιού του Εξηκεστίβου (639-559 π. Χ.). Η παράδοσις είναι θρύλος μάλλον ή ιστορία, και αναφέρεται εις τα εξής· τας περιηγήσεις, την μανίαν του, και τας προς τον Πεισίστρατον συμφωνίας. Αι περιηγήσεις ήσαν πιθανώς κοινά εμπορικά ταξείδια, αλλ' απετέλουν ωραίον πλαίσιον διά την ελληνικήν αντίληψιν του περιπλανωμένου σοφού. Ακούομεν, εναντίον πάσης χρονολογίας, πώς συνήντησε τον πλουσιώτατον των βασιλέων, τον Κροίσον, όστις του επέδειξε τους θησαυρούς του και κατόπιν τον ηρώτησεν αν είδε κανένα «πάντων ολβιώτατον» { most fortunate } (123). Ο Σόλων ωνόμασε μερικούς αφανείς ανθρώπους, οίτινες αφού έπραξαν το καθήκον των, αγαπώμενοι υπό των πολιτών απέθανον άριστα. Και τότε μεν τα λόγια εκείνα εφάνησαν ανόητα, αλλά κατόπιν ωμολογήθη όλη των η αλήθεια υπ' αυτού του Κροίσου, ότε ο Κύρος ητοιμάζετο να τον καύση, και του Κύρου, όστις ακούσας το πράγμα, δεν εξετέλεσε την καταδίκην. Ο Σόλων ήτο στρατιωτικός και πολιτικός ανήρ, όστις νέος μεν έγραψεν ερωτικά ποιήματα, έπειτα δ' έστρεψε την στιχουργικήν του τέχνην εις πρακτικούς σκοπούς, κυκλοφορών πολιτικά ποιήματα, καθώς και οι μετά δύο αιώνας διάδοχοί του εκυκλοφόρουν πολιτικά φυλλάδια και λόγους. Άγνωστον είναι κατά πόσον το σύστημα τούτο ήτο δάνειον εκ των μεγάλων πόλεων της Ιωνίας ή ανεπτύχθη εκ της ιδίας αττικής πολιτικής ροπής. Του Σόλωνος σώζονται πολλά εκτενή αποσπάσματα ελεγειακά, ιαμβικά, και τροχαϊκά· πάντα βεβαίως έχουσι μεγάλην ιστορικήν σημασίαν, αλλά ως ποιήματα έχουσι την ακαμψίαν και την πεζότητα του πρακτικού ανθρώπου (124). Τούτων περιεργότατα είναι τα αναφερόμενα εις τον κατά των Μεγαρέων πόλεμον περί της κατοχής της Σαλαμίνος και εις την «σεισάχθειαν», την μεγάλην νομοθετικήν του Σόλωνος καινοτομίαν. Ως μεταρρυθμιστής ο Σόλων ηττήθη υπό των εκτάκτων του καιρού εκείνου δυσχερειών· επιζήσας είδε την πτώσιν του πολιτεύματος, όπερ ενομοθέτησεν, και την αύξησιν του Πεισιστράτου· αλλ' ο χαρακτήρ αυτού εφυλάχθη ζωηρός εν τη μνήμη των Αθηναίων, και παρέμεινεν ως τύπος αγαθού και μεγάλου νομοθέτου, όστις ηδύνατο, αλλ' ως τίμιος άνθρωπος, δεν ηθέλησε να τυραννεύση (125).

ΘΕΟΓΝΙΣ ο Μεγαρεύς (126), ο κάλλιστα σωζόμενος των ελεγειακών, χρεωστεί την αθανασίαν εις τα γνωμικά του, τα σύντομα αποφθέγματα πρακτικής φιλοσοφίας, άπερ οι αρχαίοι Έλληνες ωνόμαζον «γνώμας», οι δε Ρωμαίοι sententias. Τινά είναι απλώς ηθικά

255] Κάλλιστον το δικαιότατον λώστον δ' υγιαίνειν,
   πράγμα δε τερπνότατον, την τις ερά, το τυχείν
.

{ " Fairest is righteousness, and best is health, And sweetest is to win the heart's desire."}
 
Άλλα είναι πικρά·

575 οι με φίλοι προδιδούσιν, επεί τον γ' εχθρόν αλεύμαι,
   ώστε κυβερνήτης χοιράδας ειναλίας
.

{ " Few men can cheat their haters, Kyrnos mine; Only true love is easy to betray! " }

Άλλα εκφράζουσι δίψαν προς εκδίκησιν·

361 Ανδρός τοι κραδίη μινύθει μέγα πήμα παθόντος,
   Κύρν' αποτινυμένου δ' αύξεται εξοπίσω.
   Ευ κώτιλλε τον εχθρόν· όταν δ' υποχείριος έλθη,
   τείσαι μιν, πρόφασιν μηδεμίαν θέμενος.

{ " Drink while they drink, and, though thine heart be galled, Let no man living count the wounds of it: There comes a day for patience, and a day For deeds and joy, to all men and to thee! "}

Τα γνωμικά του Θεόγνιδος δεν είναι βρεφική τροφή. Ο Θέογνις είναι Δωριεύς ευπατρίδης, και σφοδρότατος φατριαστής πολιτείας ονομαστής διά τα κόμματα· πίνων αλύπητα, μισεί θανασίμως τους δημοκρατικούς, «των είη μέλαν αίμα πιείν» [349] { give him their black blood to drink } διότι εφόνευσαν τους φίλους του και τον εξώρισαν, συλήσαντες τα χρήματά του. Έκτοτε ο υπερήφανος ανήρ ηναγκάσθη να γράφη ποιήματα χάριν των ξενιζόντων αυτόν. Ούτω λέγεται ότι έγραψεν ελεγείαν «εις τους σωθέντας των Συρακοσίων εν τη πολιορκία». Τα σωζόμενα αποσπάσματα είν' εκρήξεις προσωπικού πάθους ή παραινέσεις, απευθυνόμεναι προ πάντων προς τον εταίρον αυτού Κύρνον. Η προς αυτόν σχέσις του Θεόγνιδος είναι χαρακτηριστική του Δωριέως στρατιώτου. Παραλαμβάνει μαζί του παίδα της αυτής κοινωνικής τάξεως, και τον διδάσκει «οία τε παιδί πατήρ» { like a father } (1049) όλα τα καθήκοντα του δωρικού ιπποτισμού· να πολεμή, να υπομένη σιωπών, να είναι πιστός εις την φιλίαν, να λέγη την αλήθειαν και να μη έχη σχέσεις προς κακούς [1164]. Είναι υπόχρεος να φέρη τον εταίρον οπίσω σώον ή ν' αποθάνη και αυτός· στενοχωρείται, ότι ο μικρός δεν ήλθεν εις ηλικίαν, ώστε να γίνη και αυτός καλός και άξιος Δωριεύς. Περί των λοιπών σχέσεων αυτού προς τον Κύρνον λέγομεν τόσον μόνον, ότι δεν υπήρχον γυναίκες εν τοις δωρικοίς στρατοπέδοις. Αληθώς, οι Δωριείς επιδρομείς εκόμισαν εις την Ελλάδα μείγμα τι αγαθού και πονηρού, όπερ ο γνήσιος Έλλην εθαύμαζεν ενίοτε υπέρ το δέον, καθόσον ήτο ξένον προς αυτόν — εγκράτειαν, αντοχήν, τραχύτητα, αλαζονείαν, αφοσίωσιν εις στενόν κύκλον φίλων και απολίτιστον ιδανικόν. Τα χειρόγραφα του Θεόγνιδος προέρχονται εκ συλλογής γενομένης χάριν των σχολείων κατά τον τρίτον αιώνα π. Χ. και φέρουσι παρεμβολάς χαρακτηριστικάς των διδακτικών βιβλίων. Ολόκληρα δηλαδή χωρία του Σόλωνος, του Μιμνέρμου, του Τυρταίου και άλλου ελεγειακού, του Ευήνου, κατ' αρχάς φερόμενα εν τη ώα χάριν παραβολής, παρεισέφρησαν εις το κείμενον· η δε τάξις των γνωμών συνεχύθη και ενίοτε έχομεν ηνωμένους δύο αρχικώς διαφόρους τύπους της αυτής γνώμης, ένα πρωτότυπον και ένα συντομώτερον. Αι γνώμαι πολλάκις έχουσι πολύ το αγέρωχον και δωρικόν, υπερβολήν μίσους και αγάπης και δόσιν συμβολισμού, ήτις αποδεικνύει τον Θέογνιν άξιον του ονόματος του ποιητού (127).

Η προς τας γνώμας τάσις κατέληξεν εις την δημιουργίαν των Επτά σοφών. Αυτοί ανέλαβον την πατρότητα των περιφερομένων παροιμιών και γνωμικών, του Γνώθι σαυτόν — όπερ επεγράφη επί του εν Δελφοίς ναού — του Μηδέν άγαν, του Εγγύη, πάρα δ' άτα { Surety; loss to follow } και των άλλων, όσα εφέροντο εις το στόμα του λαού. Αλλ' οι «σοφοί» εκείνοι δεν ήσαν πάντοτε και αγαθοί· το όνομα του τυράννου Περιάνδρου φέρεται επί τινων καταλόγων, το δε του αισυμνήτου Πιττακού επί πάντων· η δε σοφία των ήτο κυρίως φρόνησις. Των γνωμών τούτων ελέγετο ότι κατήρτισεν έκδοσιν Λόβων ο Αργείος, ρήτωρ του τετάρτου ίσως αιώνος. Αλλά και τα αινίγματα, καθώς αι γνώμαι, είναι είδος σοφίας· και πολλοί αρχαίοι γρίφοι αποδίδονται εις τον σοφόν Κλεόβουλον ή άλλως την Κλεοβουλίνην, λεγομένην θυγατέρα του Κλεοβούλου· ίσως είναι απλώς θηλυκή μορφή της σοφίας (128).

Την «γνώμην» έκαμαν δηκτικήν οι δύο συνηλικιώται, ΦΩΚΥΛΙΔΗΣ ο Μιλήσιος και ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ ο Λέριος (περί τα 550 π. Χ.) Τα μόνα σωζόμενα τούτων έργα είν' επιγράμματα εν ελεγειακώ μέτρω. Ο Δημοδόκος αξιοί ότι ανεκάλυψε το εξής γονιμώτατον σκώμμα·

Και το δε Δημοδόκου· Χίοι κακοί· ουχ ο μεν, ός δ' ου,
πάντες πλην Προκλέους· και Προκλέης δε Χίος.

{ This, too, is of Demodocus : The Chians are bad; not this man good and that bad, but all bad, except Procles. And even Procles is a Chian! }

Του επιγράμματος τούτου υπάρχουσι πολλαί, ελληνικαί και λατινικαί απομιμήσεις, τελευταία δε είναι η του Πόρσωνος καταδίκη των Γερμανών φιλολόγων «πάντων, πλην του Hermann, αλλά και ο Hermann είναι Γερμανός!» Ο δε τρόπος της εισαγωγής «και τόδε Φωκυλίδεω» ή «Δημοδόκου», φαίνεται ότι εχρησίμευεν εις τους δυο ποιητάς, ως η μνεία του Κύρνου εις τον Θεόγνιν· ήτο δηλαδή σφραγίς, αποτυπούσα το όνομα του ποιητού. Υπό το όνομα του Φωκυλίδου έχομεν ποίημα 239 εξαμέτρων, περιέχον ηθικά παραγγέλματα, αλλ' ο Bernays (129) απέδειξεν αυτό έργον ελληνίζοντος Ιουδαίου, διότι λαλεί περί αναστάσεως και συμφωνεί προς το Δευτερονόμιον (κβ', 6) περί μη λήψεως των νεοσσών εκ των φωλεών (130).

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ ο Αμοργίνος οφείλει την ιδιάζουσαν ορθογραφίαν του ονόματός του εις τους γραμματικούς, τους θέλοντας να διακρίνωσιν αυτόν από του ενδοξοτέρου ομωνύμου, Σιμωνίδου του Κείου (131). Αι ελεγείαι του, μεταξύ των οποίων υπήρχε και αρχαιολογία των Σαμίων, δεν υπάρχουσι πλέον, αλλ' ο Στοβαίος διέσωσεν εν τη Ανθολογία του ιαμβικόν ποίημα περί γυναικών — πιθανώς απάντησιν εις τα εξ αμάξης ποιήματα, όσα κατά τινας εορτάς αι χωρικαί γυναίκες απέτειναν αφόβως προς τους άνδρας. Ο Σημωνίδης παραβάλλει την αγαθήν γυναίκα προς την μέλισσαν, την φιλάρεσκον και σπάταλον προς «ίππον αβρήν» { like a mare} και ούτω καθεξής. Η «εξ υός τανύτριχος» { The pig-woman } είναι η άλουτος και άπλυτος (132).

Τρεις ήσαν οι ιαμβικοί ποιηταί οι καταριθμούμενοι εις τον Αλεξανδρεωτικόν κανόνα — ο Σημωνίδης, ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ. Αλλ' εξαιρουμένου ίσως του Ιππώνακτος, ουδείς ποιητής έγραψε μόνον ιάμβους. Η δ' εσωτερική συγγένεια, λόγου χάριν, του Θεόγνιδος και του Αρχιλόχου προς τον Ησίοδον αποδεικνύει ότι η μετρική κατάταξις δεν είχε μεγάλην σημασίαν. Πολλά δε των έργων του Σόλωνος εκ της υποθέσεώς των ηδύναντο aδιαφόρως να γραφώσιν είτε εις ελεγειακούς στίχους είτε εις ιαμβικούς. Το ιαμβείον φαίνεται συνδεόμενον προς λαϊκούς και οικογενειακούς θεούς, τον Διόνυσον και την Δήμητρα, καθώς το μεγαλοπρεπές εξάμετρον προς τον Απόλλωνα και τον Δία. Είναι δε το ιαμβείον το πλησιέστερον εις τον συνήθη λόγον μέτρον· ελληνικός ρητορικός λόγος, ως και αγγλική εφημερίς, έχει πολλούς ιαμβικούς στίχους εν μια στήλη. Τοιουτοτρόπως το ιαμβείον εξυπηρέτησε τον ελληνικόν δραματικόν διάλογον και άλλον αδιακόπως ευρυνόμενον κύκλον θεμάτων, όπου βαθμηδόν εισήλθεν. Ο Ευριπίδης, λόγου χάριν, όστις έβλεπε ποίησιν και έννοιαν υπό πάσαν πέτραν των οδών, εύρισκε το ιαμβικόν τρίμετρον ευχερέστερον και αυτού του πεζού λόγου. Αλλ' ότε κατά πρώτον εστιχουργήθη τούτο, είχε σκωπτικήν χροιάν.

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ο Πάριος (περί τα 650 π. Χ;) επεσκίασε πάντας τους προγενεστέρους ιαμβογράφους και εθεωρείτο κοινώς ως ο άριστος, τασσόμενος πλησίον του Ομήρου. Η τοιαύτη δόξα είχε δύο λόγους· πρώτον, ένα φιλολογικόν πόλεμον εν Αλεξανδρεία, και δεύτερον, ότι ο Αρχίλοχος εν τω κύκλω του δεν είχεν αντιπάλους. Και τα ολιγοστά του αποσπάσματα (133) δικαιολογούσι την κρίσιν του Κοϊντιλιανού, [Χ,1,16] «βραχείαι και ισχυραί αι γνώμαι, πλήρεις αίματος και νεύρων, ώστε τινές νομίζουσιν ότι και οσάκις ελαττούται, το σφάλμα είναι της ύλης (των ποιημάτων) ουχί της ευφυίας αυτού». Τούτο έχει, εννοείται, άλλον λόγον. Ο Αρχίλοχος ήτο των δυνατών εκείνων ανδρών, όσοι δεν ανέχονται την ήτταν. Δεν αγαπά την μεγαλοπρέπειαν των πραγμάτων, θέλει θέματα τοιαύτα, ώστε να αισθάνεται την υπεροχήν του. Πλην των λυσσαλέων ιάμβων, και οι μικρότατοί του στίχοι έχουσιν αγρίαν καλλονήν·

κρύπτωμεν δ' ανιηρά Ποσειδάωνος άνακτος δώρα

{ Oh, hide the bitter gifts of our lord Poseidon! }

λέγει, εννοών «ας θάψωμεν τους πνιγμένους μας συντρόφους»·

Εν δορί μεν μοι μάζα μεμαγμένη, εν δορί ο οίνος
Ισμαρικός, πίνω ο εν δορί κεκλιμένος·
τούτο είναι καύχημα ληστού.

{ In my spear is kneaded bread, in my spear is wine of Ismarus ; and I lie upon my spear as I drink! }

Επτά γαρ νεκρών πεσόντων, ούς εμάρψαμεν ποσίν,
χίλιοι φονήες ειμέν.

{ There were seven dead men trampled under foot, and we were a thousand murderers! }

Τι σημαίνει άρα γε τούτο; δύναται να εικάση τις πολλά. Αλλ' οι ολίγοι ερωτικοί του στίχοι δεικνύουσι την μεγάλην από της Σαπφούς διαφοράν. Το φλογερόν και ωχρόν πάθος, όπερ εκφράζεται σχεδόν όλον εις γλώσσαν φυσικήν, ημπορεί να φαίνεται ωραίον εντός καρδίας όπως η ιδική της· αλλά τι άγριον και απροσπέλαστον πράγμα καταντά εντός της ψυχής του πικραμένου τούτου μισθοφόρου! Η φοβερά έντασις του αισθήματος και του νου του παριστάνουσιν ενίοτε αυτόν ως τον αθλιώτατον των αθλίων αυτού συντρόφων. Περί του βίου του ολίγα μανθάνομεν. Ηναγκάσθη ν' αφήση την Πάρον — δύναται να υποθέση τις και άλλους σπουδαιοτέρους λόγους εκτός της φερομένης αυτού πενίας — και αποκατεστάθη εις την Θάσον μετ' άλλων τυχοδιωκτών·

ως Πανελλήνων οϊζύς ες Θάσον συνέδραμον

{ a wretched island, bare and rough as a hog's back in the sea}

Κατά τινα μάχην προς τους κατοίκους της απέναντι στερεάς έρριψε την ασπίδα τρεπόμενος εις φυγήν, και κατόπιν έλεγε κωμικούς αστεϊσμούς διά το πάθημά του. Είχε μνηστευθή μετά της Νεοβούλης, θυγατρός σεβαστού πολίτου της Πάρου, του Λυκάμβου. Αλλ' ο Λυκάμβης διέλυσε την μνηστείαν, ο δε Αρχίλοχος ελύσσα καθ' όλην του την ζωήν εναντίον του πατρός και της κόρης. Οι μεταγενέστεροι έλεγον ότι και οι δύο εκρεμάσθησαν. Ο Αρχίλοχος δεν ηδύνατο να μείνη πλέον εν τη Πάρω· η εν Θάσω αποικία είχεν αποτύχει· εδίωκε λοιπόν την τύχην, ζων πότε ως στρατιώτης και πότε ως πειρατής, μέχρις ού εσκοτώθη πολεμών κατά της Νάξου.

Ειμί δ' εγώ θεράπων μεν Ενυαλίοιο άνακτος
και Μουσέων ερατόν δώρον επιστάμενος.

{ I am a servant of the lord god of war, and I know the lovely gift of the Muses! }

Ο Αρχίλοχος επολέμει και έγραφε στίχους εξαισίους. Αλλά φαίνεται ότι ουδέν άλλο καλόν ηδύνατο να κάμη (134).

Πολύ κατώτερος του Αρχιλόχου ήτο ΙΠΠΩΝΑΞ ο Εφέσιος. Η παράδοσις παρίστανεν αυτόν επαίτην, χωλόν, στρεβλώσαντα εαυτόν και ευρόντα τον σκάζοντα ίαμβον { halting iambic}, ήτοι τρίμετρον διάστροφον, έχοντα τον τελευταίον πόδα παρά πάσαν του αναγώστου προςδοκίαν σπονδείον ή τροχαίον. Πάντα τα έργα του Ιππώνακτος ήσαν υβριστικά. Εμαστίγωσε δε προ πάντων τους καλλιτέχνας Βούπαλον και Άθηνιν, επειδή τον είχον γελοιογραφήσει· επετέθη δ' εννοείται, και κατά των γυναικών.

Δυ ημέραι γυναικός εισιν ήδισται,
Όταν γαμή τις κακφέρη τεθνηκυίαν
(135).

{ A woman gives a man two days of pleasure: the day he marries her, and the day he carries out her corpse! }

Οι αρχαιότεροι ιαμβογράφοι δεν είχον πολύ πνεύμα, έδιδον μόνον δυνατά κτυπήματα διά λέξεων αντί ράβδων και πετρών (136). Οι δε των ενδόξων χρόνων, ο Έρμιππος, ο Κερκιδάς και ο Αισχρίων, δεν εθαυμάζοντο, καθώς φαίνεται, εν Αλεξανδρεία.

Άλλο είδος ιαμβικής ποιήσεως, ο αίνος, ο περί ζώων μύθος, ανεπτύχθη κυρίως υπό το όνομα του Αισώπου. Ο ΑΙΣΩΠΟΣ φαίνεται μάλλον μυθικός, όπως ο Κέρκωψ και ο Κρεώφυλος, επινοηθείς διά ν' αποκτήσωσι πατέρα και οι μύθοι. Ήτο ξένος δούλος — εκ της Θράκης, της Φρυγίας ή της Αιθιοπίας — δουλεύων εις του αυτού κυρίου τον οίκον, όπου και η Ροδώπις, η εταίρα, η καταστρέψασα της Σαπφούς τον αδελφόν· εφονεύθη δε ο Αίσωπος εν Δελφοίς. Οι Δελφοί αναφέρονται συχνά προκειμένου περί τάφων ή θανάτων επιφανών ανδρών· είχον τους τάφους του Νεοπτολέμου και του Ησιόδου, οίτινες είλκυον πολλούς θεατάς· διά δε τον φόνον του εμπνευσμένου του Απόλλωνος λειτουργού, του Αρχιλόχου, εζήτουν αποζημίωσιν παρά του φονέως. Αλλά, προκειμένου περί του Αισώπου, κάποιος απόγονος του κυρίου του, Ιάδμων, έλαβε τον φόνον αυτού ως βάσιν, όπως αξιώση αποζημίωσιν παρά των Δελφών· είναι λοιπόν δύσκολον να εννοήσωμεν, πώς αντεστράφη το διήγημα. Κατά την παράδοσιν ο Αίσωπος ωμίλησε μετά του Κροίσου και των Επτά σοφών· ο δε Αριστοφάνης λέγει κωμικώς [Όρν. 471] «ουδ' Αίσωπον πεπάτηκας». { a jocular reproach, not to have 'trodden well' your Aesop}. Οπωςδήποτε ο Αίσωπος δεν ήτο ποιητής, αλλ' ο μυθικός ευρετής ιδίου τύπου διηγήματος, όπερ οιοςδήποτε ηδύνατο να στιχουργή, καθώς έκαμεν ο Σωκράτης (137), ή να συλλέξη εν πεζώ λόγω, καθώς ο Δημήτριος ο Φαληρεύς. Αι παλαιοτάται των ημετέρων συλλογών είναι οι ίαμβοι του Φαίδρου, αι λατινικαί ελεγείαι του Αβιανού και οι σκάζοντες του Βαβρίου, και οι τρεις χριστιανικών χρόνων.

Δ'

ΤΟ ΜΕΛΟΣ

ΣΑΠΦΩ, ΑΛΚΑΙΟΣ, ΑΝΑΚΡΕΩΝ.


Το κυρίως άσμα, το μέλος, των αρχαίων διαιρείται εις δύο, α') το ίδιον του ποιητού άσμα και β') το χορικόν άσμα, δηλαδή των υπ' αυτού διδαχθέντων χορευτών. Υπάρχουσι λείψανα παλαιών δημοτικών μελών, όλως αδεσπότων εις ποικίλους ήχους· π. χ. το άσμα του μύλου — καθαυτό τραγούδι διά να περνά η ώρα —

Άλει, μύλε, άλει
Και γαρ Πιττακό άλει, μεγάλας
Μυτιλάνας βασιλεύων

{ Grind, Mill, grind; Even Pittacus grinds; Who is king of the great Mytilene }

και το Χελιδόνισμα όπερ έψαλλον κατά την άνοιξιν περιερχόμενα τα παιδία της Ρόδου. Κάπως υψηλότερα τούτων ήσαν τα Σκόλια, άσματα συμποτικά, εξ ών εμορφώθη χωριστή μελωδία εις τέσσαρας στίχους κατά την Λεσβίαν μετρικήν. Τούτων περιφημότατατον είναι το εις Αρμόδιον και Αριστογείτονα σκόλιον, αλλά πάντα σχεδόν τα σωζόμενα λείψανα είναι ωραία έργα, το δε

Αιαί, Λειψύδριον προδωσέταιρον,
οίους άνδρας απώλεσας, μάχεσθαι
αγαθούς τε και ευπατρίδας
οί τότ' έδειξαν οίων πατέρων έσαν·

{ Ah, Leipsydrion, false to them who loved thee, . . .}

το άσμα των εξορίστων, οίτινες ήλθον εις τον βράχον εκείνον φεύγοντες τον Πεισίστρατον, είναι καθαυτό θελκτικόν (138).

Το Λέσβιον μέλος κατά το τέλος του εβδόμου αιώνος εκορυφώθη εις δύο ονόματα, τον Αλκαίον και την Σαπφώ (139). Αλλ' η γυνή ενίκησε τον άνδρα, αν μη κατ' αλήθειαν, τουλάχιστον κατά την αντίληψιν των επιγενομένων. Μετ' αυτήν ολόκληρος εσμός ποιητριών εξεχύθη εκ διαφόρων της Ελλάδος μερών, η Κόριννα και η Μυρτίς εκ Βοιωτίας, η Τελέσιλλα εξ Άργους, η Πράξιλλα εκ Σικυώνος, η δε Ήριννα, [η κατά Σουίδαν «εταίρα Σαπφούς και ομόχρονος» κατά τον Ευσέβιον ήκμαζε] περί τα μέσα του τετάρτου αιώνος (140).

Ο ΑΛΚΑΙΟΣ κατέτριψε την ζωήν πολεμών, πρώτον μεν κατά των Αθηναίων περί της κατοχής του Σιγείου, όπου και αυτός, καθώς ο Αρχίλοχος, έρριψε την ασπίδα, ήν οι εχθροί αφιέρωσαν εις την Αθηνάν, έπειτα δε κατά του δημοκρατικού τυράννου Μελάγχρου και του διαδόχου αυτού Μυρτίλου. Αλλ' εν τέλει οι Μυτιληναίοι έθεσαν πέρας εις τον εμφύλιον σπαραγμόν, αναδείξαντες «αισυμνήτην» τον «σοφόν» Πιττακόν, τότε δε ο Αλκαίος εξωρίσθη. Έκτοτε υπηρέτει ως μισθοφόρος εν Αιγύπτω και αλλαχού, ο δε αδελφός του Αντιμενίδας εν Βαβυλώνι, οπόθεν και επανήλθε

λάβαν του ξίφεος χρυσοδέταν έχων,

αφού παλαίσας εφόνευσεν ένα Ιουδαίον ή Αιγύπτιον γίγαντα. Κατόπιν ο ποιητής έτυχεν αμνηστίας και ανεκλήθη. Τα έργα του εν Αλεξανδρεία διηρούντο εις δέκα βιβλία· ήσαν δε πάντα ποιήματα χάριν ευκαιριών, ύμνοι, στασιωτικά (δηλαδή φατριαστικά), συμποτικά και ερωτικά. Την κυρίαν του Αλκαίου δύναμιν φαίνεται ότι απετέλουν αι πολιτικαί και προσωπικαί αναμνήσεις, τα βάσανα των πλανών της εξορίας και των εκστρατειών, η gravis militia, καθώς λέγει Ο Οράτιος [Carm. Ι,18,5]. Η Σαπφώ και ο Αλκαίος απεικονίζονται ομού επί πολλών αγγείων και ο θρύλος περί ειδυλλίου μεταξύ των ήτο αναπόφευκτος. Η παράδοσις εφύλαξεν ωραίαν αυτού φράσιν εν μέτρω Σαπφικώ «Ιόπλοκ' άγνα, μελλιχόμειδε Σάπφοί», { Thou violet-crowned, pure, softly-smiling Sappho, } και απάντησιν της Σαπφούς εν Αλκαϊκώ μέτρω — λεπτόν αμοιβαίον φιλοφρόνημα (141). Πας του Αλκαίου στίχος έχει χάριν περισσήν, η δ' εξ αυτού ονομασθείσα στροφή είν' εξαίσιον μετρικόν επινόημα. Ο λόγος του ρέει αυτομάτως και μελωδικώς και φαίνεται πηγάζων αμέσως από καρδίας εκχειλιζούσης ως η του Αρχιλόχου, αλλά πολύ ευγενεστέρας. Ο Αλκαίος είναι υπερήφανος Αιολεύς ευπατρίδης, ελευθέριος, φιλοπότης, ελευθερόστομος, περιπαθής· καίτοι δ' επολέμησεν αντί μισθού κατά τας ημέρας της δυστυχίας, ουδέποτε φαίνεται και ότι έγραψεν αντί μισθού (142).

Η νεωτέρα αυτού ΣΑΠΦΩ — το όνομα φέρεται διαφόρως Ψάπφα, και Ψάπφω (143), — γεννηθείσα εν Ερέσω της Λέσβου, διαμένουσα δε εν Μυτιλήνη, συνεμερίσθη τας πολιτικάς τύχας της φατρίας του Αλκαίου [κατά το Πάριον χρονικόν φυγούσα εις Σικελίαν]. Μανθάνομεν ότι είχε σύζυγον εξ Άνδρου, — το όνομά του Κερκώλας δεν είναι βέβαιον, — και θυγατέρα Κληίδα, ής η ύπαρξις ίσως υπετέθη σφαλερώς εκ των στίχων [84 (76)]

Έστι μοι κάλα πάις, χρυσίοισιν ανθέμοισιν
εμφέρην έχοισα μόρφαν, Κλήις αγαπάτα
.

{ I have a fair little child, with a shape like a golden flower, Kle4is, my darling! }

Η Σαπφώ φαίνεται προϊσταμένη ομίλου ποιητριών και μαθητριών, συνδεομένων διά ισχυράς φιλίας και αγάπης, κύκλου κατά Μάξιμον τον Τύριον ομοίου προς τους μαθητάς του Σωκράτους. Έγραψε δε εις ποικιλωτάτους ρυθμούς, αλλά πάντα τα σωζόμενα ολίγα αποσπάσματά της φέρουσι βαθύν προσωπικόν τύπον. Όταν τεθή παραπλεύρως του Αλκαίου, αμέσως αισθανόμεθα την γυναίκα. Ο μεν Αλκαίος παθαίνεται χάριν του πολέμου, του πότου, των κινδύνων, και της πολιτικής· η δε Σαπφώ χάριν προσωπικής αγάπης τρυφεράς και ενδομύχου· οι υποβλητικοί στίχοι, όπου διαγράφει την φύσιν, η θαυμασία σύγκρισις [κόρης, ήτις έμενεν άγαμος, προς το μήλον το επί της κορυφής του δένδρου]

οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρω επ' ύσδω
άκρον επ' ακροτάτω, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες·
ου μάν εκλελάθοντ' αλλ' ουκ εδύναντ' επίεσθαι
·

{ Like the one sweet apple very red, up high on the highest bough, that the apple-gatherers have forgotten; no, not forgotten, but could never reach so far }

είναι ίσως ευμορφότερα και αυτών των ερωτικών ασμάτων, όσα ανέδειξαν αθάνατον το όνομα της Σαπφούς. Και δεν πρέπει μεν να υπερτιμώμεν τα παραδιδόμενα περισσά προς την Σαπφώ φιλοφρονήματα — ωνομάζετο κατ' εξοχήν «ποιήτρια», ως ο Όμηρος «ποιητής», «δεκάτη μούσα», «Πιερία μέλισσα», ο δε σοφός Σόλων ηύχετο να μάθη έν άσμα της Σαπφούς και κατόπιν ν' αποθάνη — αλλά βέβαιον είναι ότι η Σαπφώ αμέσως μετά θάνατον εγνωρίζετο και εθαυμάζετο καθ' όλην την Ελλάδα· πάσα δε απαθής κρίσις πρέπει να oμολογήση ότι η ερωτική αυτής ποίησις, έστω και περιωρισμένη, έχει απαράμιλλον λαμπρότητα εις την έκφρασιν του πάθους, όπερ είναι εντονώτερον ή ώστε να περιέχη και χαράν, σοβαρώτερον ή ώστε να δεχθή μεταφοράν ή διακόσμησιν (144). Αλλά δυστυχώς η απαθής κρίσις είναι σπάνιον φυτόν. Ακόρεστος ήτο η περιεργία των μεταγενεστέρων περί της γυναικός, ήτις, ενώ δεν ήτο «εταίρα», εν τούτοις εδημοσίευσε περιπαθείς ερωτικούς στίχους· η Σαπφώ λοιπόν κατήντησε μυθιστορική ηρωίνη· λόγου χάριν, ανέφερε κάπου τον βράχον της Λευκάδος· τούτο έφθανεν· εκ του βράχου εκείνου εκρημνίσθησαν άλλοι μυθικοί ήρωες· και αυτή λοιπόν εκρημνίσθη εξ άπαντος ένεκεν ανεκπληρώτου πάθους! Κατόπιν επήλθεν η προς τα ερωτικά κλίσις, η απερίσκεπτος ευθυμία της αττικής κωμωδίας και η διεφθαρμένη της Ρώμης φαντασία. Αλλά σήμερον ημείς ματαιοπονούμεν συζητούντες περί της τιμιότητος γυναικός, ήτις έζη προ 2500 ετών εν κοινωνία, περί της οποίας δεν έχομεν καμμίαν σχεδόν είδησιν. Είναι φανερόν ότι η Σαπφώ ήτο «σεβαστόν πρόσωπον» εν Λέσβω· δεν υπάρχει δ' ενωρίς αξιόπιστος μαρτυρία, ότι τα Λεσβία ήθη ήσαν έκλυτα. Είναι αλήθεια, ότι τα ποιήματά της αποτείνονται προς τας φίλας λίαν περιπαθώς, αλλά πριν να δεχθώμεν αυτά ως βασίμους μαρτυρίας, έχομεν να λύσωμεν δωδεκάδας ζητημάτων. Π. χ. είναι η δείνα λέξις ορθή; η Σαπφώ λαλεί αφ' εαυτής, ή δραματικώς; χάριν ποίας ευκαιρίας εγράφησαν οι στίχοι και δεν είναι άρα γε απλά ποιητικά πλάσματα κατά τον τρόπον των προς τον Λύκον ωδών του Αλκαίου ή, κατόπιν, του Θεόγνιδος προς τον Κύρνον; (145).

Ουδεμίαν επιζητεί του χαρακτήρος του υπεράσπισιν ΑΝΑΚΡΕΩΝ ο Τήιος· καίτοι, αφού έζησε μετά καλών συντρόφων μέχρι των 85 ετών, ήτο αδύνατον να ήτο τόσον έκλυτος, όσον αυτός θέλει να πιστεύσωμεν. Η ποίησίς του επήγαζεν εκ των Λεσβίων ποιητών και των σκολίων του συμπολίτου του Πυθέρμου. Τω 545 π. Χ. έφυγεν εκ της πατρίδος του ένεκα της περσικής επιδρομής, και εγκατεστάθη εις τα Άβδηρα, την εν Θράκη αποικίαν των Τηίων· εκεί είδεν ολίγην μάχην, όπου, καθώς επιμελώς διηγείτο, έπαθεν ό,τι και ο Αρχίλοχος και ο Αλκαίος· τέλος εκολλήθη εις πολλούς ηγεμονικούς φίλους, τον Πολυκράτη εν Σάμω, τον Ίππαρχον εν Αθήναις, Εχεκράτη τον Αλευάδην εν Θεσσαλία. Των έργων αυτού, ελεγειών, επιγραμμάτων, ιάμβων και ωδών, εν Αλεξανδρεία υπήρχον πέντε βιβλία· ημείς έχομεν έν απόσπασμα σαρκαστικόν [το κατά του πονηρού Αρτέμωνος] και πολλάς βακχικάς και ερωτικάς ωδάς, αποτεινομένας ιδίως προς τον εταίρον αυτού Βάθυλλον. Πάντα ήσαν δημοτικώτατα και εγέννησαν πλείστας απομιμήσεις κατά πάσας τας περιόδους ελληνικής λογοτεχνίας· ούτως έχομεν Ανακρεόντεια ποικίλων χρόνων από του τρίτου αιώνος π. Χ. μέχρι της αναγεννήσεως. Τα Ανακρεόντεια είναι αθώα πάσης νοθείας· λ. χ. έν παριστάνει τον Ανακρέοντα φαινόμενον εις το όνειρον του ποιητού του· άλλων ο ποιητής απλώς λαμβάνει την λύραν του Ανακρέοντος, ίνα ψάλη τον έρωτά του προς «νεώτερον Βάθυλλον». Η διάλεκτος, η παράστασις του Έρωτος ως ανησύχου παιδαρίου, αι προσωποποιίαι, αι περιγραφαί καλλιτεχνημάτων, πάντα είναι μαρτύρια μεταγενεστέρων χρόνων. Αλλ' όμως αναμφίβολος είναι η σπανία χάρις των ποιημάτων τούτων, αληθινών και ψευδών. Ο Ανακρέων διακρίνεται μεταξύ των Ελλήνων διά την ρέουσαν ευκολίαν του ρυθμού, της σκέψεως και της φράσεως. Τον κατανοεί και παιδίον, είναι δε μουσικώτατος. Αλλά τα μη γνήσια ποιήματα είναι πλέον Ανακρεόντεια ή αυτός ο Ανακρέων. Συγκρινόμενος προς αυτά ο γνήσιος Ανακρέων έχει πολλήν ποικιλίαν θεμάτων και ρυθμών, ακόμη δε και αρκετήν μεγαλοπρέπειαν και εγκράτειαν της έκτης εκατονταετηρίδος. Πιθανώτατα δε η όλη περί του ανθρώπου έννοια ημών θα ήτο υψηλοτέρα, εάν έλειπον αι αδιάκοποι απομιμήσεις, αίτινες καθώρισαν τον Ανακρέοντα ως τύπον γέροντος ευθύμου και ερωτύλου (146).