WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 61: ΑΡΙΣΤΩΝΟΣ ΕΚ ΚΟΛΛΥΤΟΥ (427-347 π. Χ.)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

Ο θάνατος του Ευριπίδου κατά τα 406 ενέπνευσεν εις τον Αριστοφάνη την ιδέαν να γράψη ολόκληρον κωμωδίαν, τους Βατράχους, περί της διαφοράς μεταξύ της ποιήσεως των παιδικών του χρόνων και της λεγομένης μεν νέας, πράγματι δε τότε ταχέως εκπνεούσης. Ο μεν Αισχύλος και ο Ευριπίδης ήσαν νεκροί, ο δε Σοφοκλής έκλινε προς τον τάφον, ο δε Αγάθων είχεν αποσυρθή εις την Μακεδονικήν αυλήν. Ο προστάτης του δράματος θεός, ο Διόνυσος, ευρίσκει ανυπόφορον την ζωήν μετά τοιούτων «μειρακυλλίων», οποίοι ήσαν οι απομένοντες ποιηταί. Αποφασίζει λοιπόν να καταβή εις τον Άδην και ν' ανακαλέση τον Ευριπίδην. Αφού φθάνει εκεί — αι καθ' οδόν περιπέτειαί του μετημφιεσμένου εις Ηρακλή, αλλά τελείως αναξίου της λεοντής, είναι των αστειοτάτων επινοιών του Αριστοφάνους — ευρίσκει ότι ο Ευριπίδης δεν ήτο μόνος· υπήρχε και ο Αισχύλος και η θέσις του ήτο δύσκολος. Οι δύο διεφιλονίκουν ήδη περί της τιμητικής θέσεως. Ο θάνατος του Σοφοκλέους θα συνέβη ότε ακόμη εγράφετο η κωμωδία· έπρεπε λοιπόν να μνημονευθή και εκείνος, αλλά και να μη παρασταθή ως επιθυμών να επιστρέψη εις την γην· περί δε του Ιοφώντος ο Διόνυσος προσποιείται ότι περιμένει να ιδή τι έργα θα γράψη τώρα χωρίς της βοηθείας του πατρός του· όθεν η ποίησίς του δεν επικρίνεται, ουδέ παρωδείται. Κατά την άφιξιν του Διονύσου συμβαίνει μακρά λογομαχία μεταξύ Αισχύλου και Ευριπίδου. Τούτο φαίνεται θέμα σχολαστικόν και απορεί κανείς πώς οι Αθηναίοι ηδύναντο να κάθωνται και να ακούωσιν επί ώρας δραματικήν κριτικήν αντί κωμωδίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι αύτη κάμνει και νεώτερον αναγνώστην να καγχάζη. Περί των επικρίσεων των δύο ποιητών δύναται καθόλου να είπη τις ότι αι μεν παρωδίαι είναι θαυμάσιαι, αι δε κριτικαί παρατηρήσεις παιδαριώδεις (272). Διότι ο Αριστοφάνης εννοεί τα πάντα μετά μοναδικής οξύτητος, αλλά δεν ηξεύρει πώς να τα ονομάση ή να τα εκφράση, όπως έπραξε π.χ. ο Αριστοτέλης. Αλλ' η μεταξύ των δύο τραγικών εκλογή ήτο δύσκολος· «ο μεν σοφώς γαρ είπεν, ο δ' έτερος σαφώς», λέγει ο Διόνυσος, έπειτα δε στιγμιαίως αποφασίζει·

η γλώττ' ομώμοκ' Αισχύλον δ' αιρήσομαι.

Σφάλμα δ' όμως είναι να θεωρηθή το έργον ως απλή διακωμώδησις του Ευριπίδου (273).

Ακολουθεί πάλιν άλλο μέγα κενόν πριν εύρωμεν κατά τα 392 την πενιχροτέραν του Αριστοφάνους κωμωδίαν, τας Εκκλησιαζούσας. Κατ' αρχάς φαίνεται ως παρωδία των περί κοινοκτημοσύνης και καταργήσεως της οικογενείας διδασκαλιών του Πλάτωνος εν τω Ε' της Πολιτείας. Αλλ' αι χρονολογίαι δεν επιτρέπουσι την εικασίαν ταύτην. Είναι δ' όμως, εννοείται, πιθανώτατον ότι ο Πλάτων είχεν ήδη εκφράσει τοιαύτας τινάς θεωρίας διά λόγων ή διαλέξεων πριν να τας εκθέση εγγράφως. Αλλ' αι βάσεις είναι πολύ διάφοροι. Ο μεν Πλάτων θέλει και τα δύο φύλα ίσα· ο δε Αριστοφάνης αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα των ανδρών. Το σύστημα του γάμου είναι όλως διάφορον· η κοινοκτημοσύνη και απλοποίησις της ζωής ήσαν ίσως φιλικαί παρωδίαι του Πλάτωνος, αλλ' ο Αριστοφάνης βεβαίως θ' απέστεργε την σκληραγωγίαν και την υπερβολικήν εγκράτειαν. Αι Εκκλησιάζουσαι έχουσιν ευρύτερον της Λυσιστράτης θέμα, αλλά είναι πολύ χαλαρωτέρα κωμωδία.

Ο Πλούτος (388 π. Χ.) είναι η τελευταία των σωζομένων κωμωδιών του Αριστοφάνους και διαφέρει πολύ των άλλων· διότι δεν έχει γνωστά πρόσωπα, δεν έχει πολιτικά και δεν έχει παράβασιν· δηλαδή πράγματι ανήκει όχι εις την αρχαίαν, αλλ' εις την μέσην κωμωδίαν, ήτοι την μετάβασιν εις την καθαράν κωμωδίαν των ηθών. Στηρίζεται ακόμη επί είδους υποθέσεως, όπως οι Όρνιθες και οι Αχαρνής. Ο Πλούτος είναι τυφλός θεός· εάν ήτο δυνατόν να πιασθή και να θεραπευθή υπό καλού ιατρού ή εντός θαυματουργού ναού, τι νέος κόσμος! Αι κύριαι της κωμωδίας γραμμαί διαγράφουσι την εκτύλιξιν της ιδέας ταύτης. Αλλά τα νέα χαρακτηριστικά διαφαίνονται επί πολλών λεπτομερειών· έχομεν τον κωμικόν δούλον, τον Καρίωνα, αναιδή, πανούργον, αλλ' απαραίτητον, ο οποίος παίζει σπουδαιότατον μέρος εν ταις κωμωδίαις του Μενάνδρου και του Τερεντίου, έχομεν δε και τον φίλον του ήρωος Βλεψίδημον διαγραφόμενον ως εντελή χαρακτήρα. Μανθάνομεν ότι δύο νεωτέρας του κωμωδίας τον *Αιολοσίκωνα και τον *Κώκαλον, έδωκεν ο Αριστοφάνης εις τον υιόν του Αραρότα διά ν' αρχίση το στάδιόν του. Σίκων είναι όνομα μαγείρου· φαίνεται δε ότι ο *Αιολοσίκων παρίστανε τον θεόν των ανέμων μαγειρεύοντα. Ο δε *Κώκαλος είχεν, ως αι πλείσται νέαι κωμωδίαι, υπόθεσιν όχι κωμικήν, αλλά ερωτικήν μετά πανουργίας και αναγνωρισμού.

Ο Αριστοφάνης είναι αναμφιβόλως μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως η σύνεσις της πολιτικής του, η περί ζωής καθόλου φιλοσοφία του και προ πάντων ο «sittliche Ernst» τον οποίον οι θαυμασταί του ανευρίσκουσιν εις την κατά των ελαττωμάτων των αντιπάλων του επίθεσιν, δύναται να αμφισβητηθή. Ημείς παραδεχόμεθα προσέτι ότι πολλάκις επολέμησεν ό,τι κάλλιστον υπήρχε τότε, ή υπερήσπισεν αυτό διά λόγους ταπεινούς· παραδεχόμεθα ότι αι βωμολοχίαι του υπερβαίνουσι παν όριον, και ότι κατά κανόνα στηλιτεύει μόνον τους πτωχούς και τους ηγέτας τούτων· αλλ' όμως γράφει πάντα ταύτα με τόσην πλησμονήν ευθυμίας, τόσην ένδειξιν, ότι τα πάντα είναι κωμικά, τόσην οξύτητα και ευφυίαν, τόσην απαράμιλλον ευστοχίαν και χάριν ύφους, ώστε και αν Αρχέλαός τις παρέδιδεν αυτόν εις τον Ευριπίδην προς μαστίγωσιν, πιθανώτατα θα διέφευγε την όχι όλως άδικον ποινήν. Αλλά το κύριον ίσως χαρακτηριστικόν του ποιητού τούτου είναι ο συνδυασμός της δριμυτάτης κωμικότητος αφ' ενός και της λεπτοτάτης ποιήσεως αφ' ετέρου. Βεβαίως τα λυρικά του κομμάτια είναι κατεσπαρμένα και πολλάκις αλάξευτα· ο δε παραβάλλων αυτά προς τα χορικά του Σοφοκλέους και του Ευριπίδου δεικνύει κριτικήν απειρίαν. Αλλ' η μεγαλοφυία είναι φανερά και αν η επεξεργασία λείπη.

Και περί της οικονομίας των έργων του δεν εφρόντιζε πολύ ο Αριστοφάνης· αλλ' όμως έχει τόσην δύναμιν και χάριν, ώστε κάμνει και τας κωμικωτάτας επινοίας πιθανάς. Η ασεμνολογία του αφ' ενός μεν απορρέει αναμφιβόλως εκ της Ελληνικής αφελείας, η οποία ήτο αποτέλεσμα απλού και απροσποιήτου βίου· αφ' ετέρου δε δύναται να λεχθή ότι δεν εγίνετο σκοπίμως. Διδακτικόν είναι ότι ο Πλάτων ηγάπα τον Αριστοφάνη· τα πολιτικά των φρονήματα πιθανώτατα ήσαν σύμφωνα· αλλ' αν αληθεύη το λεγόμενον, ότι ο Πλάτων συνέστησεν εις τον Διόνυσον των Συρακουσών ν' αναγνώση τους Ιππέας, διά να ίδη πώς ήσαν τα πολιτικά πράγματα των Αθηνών, βεβαίως μόνον την παρρησίαν ήθελε να επιδείξη. Ο εν τω Συμποσίω λόγος του κωμωδού δεικνύει τον βαθύτερον σύνδεσμον των δύο μεγάλων ηγεμόνων της φαντασίας. Αλλά μόνον οι σύγχρονοί του ηδύναντο ν' ανέχωνται τας κωμωδίας του Αριστοφάνους. Η δ' επομένη γενεά ήθελε περισσοτέραν λεπτότητα και διαγραφήν χαρακτήρων, περισσοτέραν πλοκήν και αίσθημα και βάθος. Τοιούτον ποιητήν ηύρε τον Μένανδρον. Βεβαίως οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας ήταν αρκετά φιλάρχαιοι, ώστε ν' αγαπώσι την αρχαίαν κωμωδίαν· διότι έβριθεν ειδήσεων περί πραγμάτων παλαιών, ήτο δύσκολος και ανήκεν όλως διόλου εις το παρελθόν· εσπούδαζον λοιπόν τον Αριστοφάνη περισσότερον παρά πάντα άλλον ποιητήν πλην του Ομήρου. Αλλ' οι μεταγενέστεροι εύρισκον αυτόν παραπολύ πικρόν, εριστικόν και βίαιον. Η περίεργος κριτική του Πλουτάρχου, συγκρίνοντος αυτόν προς τον Μένανδρον, ομοιάζει με περιγραφήν αρρώστου περί σφοδρού ανέμου (274). Την σήμερον ο Αριστοφάνης έχει την δύναμιν να εξεγείρη όσον ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Θεόκριτος, αμέσως το διαφέρον και την αγάπην σχεδόν οιουδήποτε αναγνώστου (275).

Εκ των άλλων αρχαίων κωμικών, των συγχρόνων σχεδόν του Αριστοφάνους, (πλην των ανωτέρω μνημονευθέντων) διεκρίνοντο ο Αμειψίας, γράψας πλην του Κόννου και των Κωμαστών Σαπφώ και άλλα (παρά Meineke σ. 263-9 και Kock I σ. 670-8) ο Άρχιππος γράψας πλην των Ιχθύων, Αμφιτρύωνα, Ηρακλέα κλ. (Meineke σ. 269-76· Kock I σ. 679-89), ο Καλλίας γράψας Αταλάντην και Κύκλωπας (Meineke σ. 279-83· Kock I σ. 693-99) ο Σράττις γράψας Μήδειαν, Φιλοκτήτην, Φοινίσσας κλ. (Meineke σ. 290-303 σ. Kock σ. 711-733), ο Θεόπομπος, γράψας Άδμητον, Θησέα, Οδυσσέα, Πανταλαίωντα (Meineke σ. 30-16 Kock σ. 733-56) και ο Φιλύλλιος, γράψας Αιγέα, Αύγηνι (Ναυσικάαν κλ.) (Meineke σ. 331-4 και Kock σ. 781-89). Ούτως οι πλείστοι επραγματεύοντο θέματα μυθολογικά κατά τρόπον κωμικόν, παρωδούντες τους επικούς και τους τραγικούς]

ΙΔ'

ΠΛΑΤΩΝ

ΑΡΙΣΤΩΝΟΣ ΕΚ ΚΟΛΛΥΤΟΥ (427-347 π. Χ.)

Ο ΠΛΑΤΩΝ, καταγόμενος πατρόθεν μεν εκ του Κόδρου, του παλαιού βασιλέως της Αττικής, μητρόθεν δ' εκ του Σόλωνος, μικρός ανεψιός του Κριτίου και ανεψιός του Χαρμίδου, δεινός εις την γυμναστικήν και νικητής εις την πάλην, ταχύς και οξύς λογογράφος, έχων έμπνευσιν όπως γράφη εύμορφα επιγράμματα και φιλοδοξίαν προς ποίησιν τραγωδιών, κάτοχος μουσικής και μαθηματικής παιδείας, προσέτι δε γνώστης της Ηρακλειτείου φιλοσοφίας, πάντως κατά την πρώτην του νεότητα εφαίνετο τύπος λαμπρού Αθηναίου αριστοκρατικού. Ηδύνατο δε ν' αποβλέψη εις το πολιτικόν στάδιον, καθώς ο Αλκιβιάδης· αλλ' αι παραδόσεις και προτιμήσεις του έτρεψαν αυτόν εις άλλα. Διότι περιεφρόνει τα πλήθη και δεν κατεδέχετο να τα κολακεύη. Συνεμερίζετο μετά των συγγενών του την τάσιν, αν μη και την δράσιν, την αμυδρώς διαγραφομένην υπό του γράψαντος την Αθηναίων πολιτείαν ολιγαρχικού, ήτοι την πολιτικήν της έξωθεν βοηθείας. Ότε κατά πρώτον συνήντησε τον Σωκράτη, ήτο μόλις εικοσαετής και δεν ήτο ακόμη φιλόσοφος. Κατετάχθη λοιπόν και αυτός εις τους φιλαρέσκους εκείνους νέους, οι οποίοι συνώδευον τον γέροντα φιλόσοφον, διά να τέρπωνται οξύνοντες το πνεύμα των και παρακολουθούντες την γελωτοποίησιν των διακρινομένων ως σπουδαίων. Οι νέοι εκείνοι κοινωνικώς ήσαν περιωρισμένοι, αλλά και αποκλειστικοί. Απέφευγον την εκκλησίαν του δήμου, όπου οι ολιγαρχικοί δεν είχον τόπον, απέφευγον δε και το επίσημον θέατρον, διότι είχον νεωτέρας θεωρίας και συνήθως ανεγίνωσκον προς αλλήλους τα δράματά των.

Ο Πλάτων έτερπε τους φίλους του διά νέου λογοτεχνικού είδους, του μίμου. Ήτο είδος, το οποίον φαίνεται και σήμερον εισερχόμενον εις την ημετέραν λογοτεχνίαν· η πιστή δηλαδή αντιγραφή μικρών κοινωνικών σκηνών και διαλόγων, ως επί το πλείστον ευθύμων. Τότε διεσπείροντο εκ Σικελίας εις τους κύκλους των εν Ελλάδι ανεπτυγμένων τα έργα των δύο μεγάλων μιμογράφων, του Επιχάρμου και του Σώφρονος. Του Πλάτωνος τα δοκίμια ήσαν πεζά, ως οι μίμοι του Σώφρονος, επί των οποίων λέγεται ότι ενίοτε και εκοιμάτο. Τελικόν αρκετόν και πρόχειρον — όπερ ήδη μετεχειρίσθη Τισαμενός ο Τήιος — ήσαν οι μετά διαφόρων φιλοσόφων και επισήμων διάλογοι του Σωκράτους. Ο παλαιότατος διάλογος του Πλάτωνος φαίνεται σωθείς· (276) είναι ο Λάχης, όπου ο Σωκράτης εισάγεται εις τον αναγνώστην ως νεώτερος μεν και απειρότερος, αλλ' ικανός να συζητή περί οιουδήποτε ζητήματος. Δύο πατέρες, σκεπτόμενοι να προσλάβωσι κάποιον διά να διδάξη τους υιούς των « εν όπλοις μάχεσθαι», παρακαλούσι τους δύο μεγάλους στρατηγούς, τον Λάχητα και τον Νικίαν, να έλθωσιν «επί θέαν» του ανθρώπου {to see the man} και να εκφράσωσι γνώμην. Ο Σωκράτης καλείται εις την συζήτησιν και μετά τινα νόστιμον προσωπικόν χαρακτηρισμόν γίνεται φανερόν ότι οι δύο στρατηγοί δεν ηξεύρουσι τι είναι «ανδρεία» και επομένως ουδέ τι ο στρατιώτης έπρεπε να είναι. Ο μείζων Ιππίας είναι φανερώτερον κωμικός. Ο Σωκράτης παρακαλεί τον σοφιστήν να τον διδάξη τι είναι το καλόν, το ωραίον· διότι έχει ένα «ευηθέστατον και μέρμερον» φίλον { 'friend' at home 'with a big stick'} , ο οποίος τον ερωτά τοιαύτα ζητήματα, και δεν τον αφήνει να κοιμηθή μέχρις ού του απαντήση. Ο διάλογος θέλει να δείξη ότι ο Ιππίας ήτο μεν πρακτικώς ικανός και πεπαιδευμένος, αλλ' ανίκανος να συλλάβη αφηρημένην έννοιαν· δεικνύει δε και την επιτεινομένην αηδίαν του σοφιστού προς την αγροίκον γλώσσαν και την υβριστικήν συμπεριφοράν, την οποίαν ο Σωκράτης αποδίδει εις τον φανταστικόν του φίλον.

Μεταβολή εις τον τρόπον των μίμων τούτων επήλθε μετά τα συμβάντα του 404-403 π. Χ. Και άνευ της μαρτυρίας της ζ' επιστολής ηδυνάμεθα να ήμεθα βέβαιοι ότι ο Πλάτων «σφόδρα προσείχε τον νουν, τι πράξειαν» οι τριάκοντα, πειρώμενοι να καταλύσωσι τον δήμον και να επιβάλωσι την αριστοκρατίαν· (θα ελυπήθη δε πικρότατα όταν διά της αυθαιρεσίας των «χρυσόν απέδειξαν την έμπροσθεν πολιτείαν». Δύο συγγενείς του, ο Χαρμίδης και ο Κριτίας, έπεσον εντός των οδών, πολεμούντες κατά των δημοκρατικών και εστηλιτεύθησαν υπό της παλινορθώσεως. Ο Πλάτων αγαπών τον Χαρμίδην, εφαντάσθη χαρακτηριστικόν τρόπον προς υπεράσπισιν της μνήμης του. Ομολογουμένου ότι οι τριάκοντα ήσαν «υβρισταί», ποία δικαιολογία των εχώρει; Ότι δεν εγνώριζον περισσότερον οιουδήποτε άλλου ανθρώπου τι είναι «σωφροσύνη » . Διά του διαλόγου του ο Πλάτων ανατρέχει εις το παρελθόν, από του προδότου Χαρμίδου εις τον Χαρμίδην του 420, ο οποίος ήτο εύελπι μειράκιον έχον πάσας τας αρετάς, ευγένειαν, ωραιότητα, ευπείθειαν, φιλομάθειαν. Ο Σωκράτης προσποιείται ότι θα του δώση φάρμακον διά τον πονοκέφαλόν του· αλλά δεν ημπορεί κανείς να θεραπεύση την κεφαλήν άνευ του σώματος, ουδέ το σώμα άνευ της ψυχής. Είναι υγιής η ψυχή του; Έχει σωφροσύνην; Εν τέλει, εννοείται, γίνεται φανερόν ότι κανείς δεν ηξεύρει τι είναι η υγεία αυτή της ψυχής. Ο Χαρμίδης φαίνεται μεν ότι είναι σωφρονέστατος και οι φίλοι του είναι βέβαιοι περί τούτου· αλλ' εφ' όσον αγνοεί τι αληθώς είναι η σωφροσύνη, η κατοχή αυτής είναι αβεβαία· και στενοχωρούμαι πολύ, λέγει ο Σωκράτης, «ει συ τοιούτος ων την ιδέαν και προς τούτω την ψυχήν σωφρωνέστατος, μηδέν ονήσει από ταύτης της σωφρονύσης μηδέ τι σ' ωφελήσει εν τω βίω ». {The sorrow of it is to think how you, being so fair in shape, and besides that so sober in soul, will perhaps have no help in life from that Soberness} Ο Χαρμίδης αποφασίζει να προσέρχεται εις τον Σωκράτην, όπως μάθη την αληθινήν αυτής φύσιν. Ο επίτροπός του Κριτίας συμφωνεί· αλλά και ούτος έχει τόσην επήρειαν όσην ο Σωκράτης, ο λέγων· «σοι γαρ επιχειρούντι πράττειν οτιούν και βιαζομένω ουδείς οίος τ' έσται εναντιούσθαι ανθρώπων ». { when Critias intends to make some attempt and is in the mood for violence, no man living can withstand him!' }

Κατά τα 399 επήλθε το γεγονός, όπερ εσκίασεν όλον τον βίον του Πλάτωνος, η θανάτωσις του Σωκράτους. Τι έκαμε τότε ο Πλάτων, δεν είναι γνωστόν. Ο Φαίδων λέγει· «Πλάτων δε οίμαι, ησθένει» {Plato was away through sickness}· τούτο ίσως εγράφη απλώς κατά την καλλιτεχνικήν συνήθειαν, την εμποδίζουσαν τους γράφοντας να εμφανίζωνται εις τα έργα των. Αλλ' ο θάνατος του Σωκράτους υπήρξεν έκρηξις περιπαθούς και πυρίνης του Πλάτωνος ενεργείας, εντελής δε σχεδόν απόσβεσις του ελαφρού σκώμματος των παλαιοτέρων του διαλόγων. Το ύφος του ήτο πράγματι τέλειον περί τα 399· γλωσσικά τεκμήρια δεικνύουσιν ότι είχεν ήδη συνθέσει τον περί των ρητορικών επιδείξεων σαρκασμόν, ήτοι τον Μενέξενον· το άριστον των καθαρώς δραματικών του έργων, τον Πρωταγόραν μετά των εννέα χαρακτήρων του, του τελείου σκηνικού του βάθους και της λεπτής διαγραφής των διαφόρων θεωριών τον Ευθύδημον, τον κωμικώς χλευάζοντα τους εριστικούς σοφιστάς, και τον Κρατύλον, όπου ερευνάται η φύσις της γλώσσης μετά τόσης προσοχής, όση ήτο δυνατή πριν να γίνη επιστημονικόν το θέμα τούτο.

Η Απολογία, ο Κρίτων, ο Ευθύφρων, ο Γοργίας και ο Φαίδων εμπνέονται πάντες αμέσως εκ του θανάτου του Σωκράτους. Η Απολογία, το μόνον φιλοσοφικόν έργον του Πλάτωνος, όπερ δεν είναι διάλογος, υποτίθεται ότι είναι υπεράσπισις του Σωκράτους κατά την δίκην· αλλά πράγματι δεν είναι ούτε λόγος, αποτεινόμενος προς αληθινόν δικαστήριον, ούτε απάντησις εις νόμιμον κατηγορίαν, αλλά εξύμνησις του όλου χαρακτήρος του μεγάλου ανδρός εναντίον των κατόπιν ποικίλων διαδόσεων (277). Ήτο δε αδύνατον να εγράφη πριν παρέλθωσιν αρκετά έτη μετά τα 399. Ο δε Κρίτων έχει τον αυτόν σκοπόν· εξιστορεί πως ο Κρίτων είχε παρασκευάσει τρόπον δραπετεύσεως του Σωκράτους εκ της φυλακής και πως ο Σωκράτης απέκρουε πάσαν παράβασιν ή παρακοήν των νόμων. Ο Ευθύφρων είναι ελαφρόν διάγραμμα κατά το γνωστόν σχέδιον· πολλοί δηλαδή ήσαν πρόθυμοι να θανατώσωσι τον Σωκράτην ως ασεβή, ενώ ουδείς εγνώριζε τι εστιν ευσέβεια. Ο δε Φαίδων περιγράφει τας τελευταίας εν τω δεσμωτηρίω ώρας, τον περί αθανασίας της ψυχής διάλογον και την πόσιν του φαρμάκου· είναι δε πιστόν εις πάσας τας λεπτομερείας, αλλά την τοιαύτην πραγματικότητα μετριάζει εν μέρει μεν η ευγένεια των προσώπων, εν μέρει δε καλλιτεχνικόν τι τέχνασμα, όπερ ο Πλάτων ηγάπησε κατά την μέσην περίοδον της εργασίας του· ο διάλογος δηλαδή δεν παρέχεται απ' ευθείας, αλλά διηγείται αυτόν ο Φαίδων, ο οποίος ήτο τότε παρών, προς τον Εχεκράτη τον Φλειάσιον, ολίγα έτη βραδύτερον και μακράν των Αθηνών. «Ουδέν υπάρχει εν οιαδήποτε αρχαία ή νέα τραγωδία» έλεγεν ο τέως κοσμητής του κολλεγίου Balliol «ουδέν εν τη ποιήσει ή τη ιστορία (πλην ενός) αμιλλώμενον προς τας παρά Πλάτωνι τελευταίας ώρας του Σωκράτους». Χαρακτηριστικωτάτη είναι η έλλειψις δογματικότητος ή βεβαιότητος. Τα επιχειρήματα προσάγονται το έν μετά το άλλο, παρακολουθούνται μετά προσοχής και τέλος ευρίσκονται ελλιπή, τούτο δε θλίβει πάντας· το μόνον εν τέλει απομένον αναντίλεκτον είναι μεταφυσικόν, καθώς το θεώρημα του Καντίου, ότι το εγώ, αφού δεν υπάρχει εν χρόνω, ουδέ εν χρόνω δύναται να καταστραφή· «ψυχή» είναι η ζωογονούσα τα πράγματα· όταν αποθνήσκη τι, αποθνήσκει, διότι αποχωρίζεται της ψυχής· η ψυχή λοιπόν αδύνατον να εννοηθή νεκρά. Τούτο είν' επιχείρημα, πείθον έκτακτά τινα πνεύματα κατά τινας εξαιρετικάς στιγμάς. Αλλά το κοινόν ανθρώπινον σχόλιον της θεωρίας ταύτης είν' εκείνο, όπερ επιφέρει ο Πλάτων κατά την στιγμήν του αβαστάκτου πόνου, ότε ο μεν Φαίδων σκεπάζει το πρόσωπον, ο δε Κρίτων εγείρεται όρθιος, « Απολλόδωρος δε και εν τω πρόσθεν χρόνω ουδέν επαύετο δακρύων και δη και τότε αναβρυχησάμενος κλάων και αγανακτών ουδένα όντινα ου κατέκλασε των παρόντων, πλην γε αυτού Σωκράτους» {Apollodorus, who had never ceased weeping all the time, burst out in a loud and angry cry which broke down every one but Socrates}.

Ο δε Γοργίας φαίνεται ότι πραγματοποιεί την εν τη Απολογία, εκφερομένην χρησμωδίαν του Σωκράτους, ότι νυν εμέ απεκτόνατε «οιόμενοι μεν απαλλάξεσθαι του διδόναι έλεγχον του βίου, το δε υμίν πολύ εναντίον αποβήσεται, ως εγώ φημι· πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες, ούς νυν εγώ κατείχον, υμείς δε ουκ ησθάνεσθε και χαλεπώτεροι έσονται όσω νεώτεροί εισι και υμείς μάλλον αγανακτήσετε» {You have killed me because you thought to escape from giving an account of your lives. But you will be disappointed. There are others to convict you, accusers whom I held back when you knew it not; they will be harsher inasmuch as they are younger, and you will wince the more}. Ο Γοργίας είναι πλήρης οδύνης εκ της προσφάτου συμφοράς. Αρχίζει δι' ερεύνης περί της φύσεως της ρητορικής και τελειώνει ως καταδίκη πάντων των ρητόρων και των πολιτικών και του όλου πολιτικού βίου των Αθηνών. Η ρητορική έχει προς την αληθινήν πολιτικήν ως η μαγειρική προς την ιατρικήν· είναι δηλαδή μία των τεσσάρων φάσεων της κολακευτικής. Υπάρχουσι δύο ειδών πολιτικοί· ο αγαθός σύμβουλος, ο αντιτασσόμενος εις τον δεσπότην όταν αδική· και ο πονηρός, ο ανέκαθεν θεραπεύων τας αρεσκείας εκείνου· ο τοιούτος πολιτικός δύναται να γίνη κατά τας περιστάσεις ευνοούμενος τυράννου ή μέγας δημαγωγός, αλλά θ' απομείνη πάντοτε και πανταχού κόλαξ, μοχθηρός και άθλιος. Αλλά πάντως «εκείνον αποκτενεί» τον αγαθόν, λέγει ο Καλλικλής, ο συνήγορος της αδικίας. « Οίδα, ωγαθέ Καλλίκλεις, λέγει ο Σωκράτης, ότι αποκτενεί μεν, αν βούληται, αλλά πονηρός ων καλόν καγαθόν όντα» {As if I did not know that," answers Socrates — "that a bad man can kill a good!}. Ο Καλλικλής παραδέχεται ότι οι υπάρχοντες πολιτικοί ήσαν κακοί, μιμούμενοι τον δεσπότην, αλλά πιστεύει ότι ο Περικλής και ο Μιλτιάδης και ο Θεμιστοκλής ήσαν αγαθοί σύμβουλοι «Εγκωμιάζεις ανθρώπους, λέγει ο Σωκράτης, οί άνευ σωφροσύνης και δικαιοσύνης λιμένων και νεωρίων και τειχών και φόρων και τοιούτων φλυαριών εμπεπλήκασι την πόλιν {they have filled the town}· όταν ουν έλθη η καταβολή αύτη της ασθενείας, τους τότε παρόντας αιτιάσονται (οι Αθηναίοι) σου δε ίσως επιλήψονται» και των άλλων ζώντων κολάκων! Ο διάλογος καταλήγει εις την θέσιν τεσσάρων αρχών ότι προτιμότερον το αδικείν του αδικείσθαι· εάν δε τις αδικήση, προτιμότερον το κολάζεσθαι· ότι πάσαν κολακείαν . . . φευκτέον· ότι το είναι δίκαιον ουχί το δοκείν εστιν ο άριστος τρόπος του βίου. Είναι χαρακτηριστικόν του Πλάτωνος ότι οργιζόμενος κατά του κόσμου δεν γίνεται κυνικός, αλλά τουναντίον η θλίψις τον κάμνει να σκέπτεται βαθύτερον και ν' αφοσιώνεται περισσότερον εις τα ηθικά ιδανικά του. Εν τω Φαίδωνι λαλεί περί ανθρώπων, οι οποίοι κατήντησαν μισάνθρωποι ένεκεν ατυχημάτων· τούτο θεωρεί κακόν, αλλά χειρότερον το κατά του «ορθού λόγου» μίσος. Ο Πλάτων περιέπεσεν, ως ο Καρλάιλ και ίσως ο Σαικσπήρος, εις το πρώτον σφάλμα, αλλ' ουδέποτε εις το δεύτερον.

Ο επόμενος διάλογος, ο Μένων, αναφέρεται εις το παλαιόν ζήτημα «ει διδακτόν η αρετή» και φέρει ακόμη το πένθος του θανάτου του Σωκράτους, εισάγων τον Άνυτον και πικρώς μνημονεύων τον υιόν του (βλ. ανωτ. σελ. 183). Επικρατεί δ' όμως καθαρά θεωρία, ιδίως η θεωρία των Ιδεών, ήδη φανερά και εν τω Φαίδωνι. Ο Λύσις είναι διάλογος περί φιλίας, ουχί σημαντικός. Ο Πλάτων ηδύνατο να πραγματευθή το θέμα τούτο μόνον υπό το όνομα του «έρωτος», τούτο δε πράττει διά δύο διαλόγων, οι οποίοι διακρίνονται και μεταξύ των Πλατωνικών έργων διά το εξαίρετον αληθώς κάλλος. Ο Φαίδρος εγράφη αργότερα, το δε Συμπόσιον αποτελεί την λήξιν της προκειμένης περιόδου. Εάν εξεφέρετο η γνώμη ότι το Συμπόσιον είναι το ύψιστον έργον της δημιουργικής πεζογραφίας πάντων των αιώνων, τέλειον εις δύναμιν, καλλονήν και αλήθειαν φαντασίας, θα ήτο δύσκολον κανείς να διαφωνήση· ουδέ είν' εύκολον ν' αντικρούση τις τον μεταφυσικόν, τον θεωρούντα τούτο ως τον βαθύτατον λεχθέντα ποτέ λόγον περί της φύσεως του έρωτος· αλλ' όμως και το Συμπόσιον όπως όλον σχεδόν το έργον του Πλάτωνος, δεν τέρπει εκείνους, όσοι δεν έμαθον οπωσδήποτε «Hellenisch zu empfinden». Περί της συνθέσεως αυτού θα σημειώσωμεν μόνον, ότι είναι η τελευταία ηχώ της καταδίκης του Σωκράτους. Η έμπνευσις του Χαρμίδου επανέρχεται ισχυροτέρα· εις την λάμψιν του Συμποσίου φθάνομεν μόνον αφού περάσωμεν το κενόν πολλών θανάτων, αφού λησμονήσωμεν πολλά γεγονότα και ίδωμεν δι' οφθαλμών ανθρώπου, εις τον οποίον τα εγκόσμια εφαίνοντο αλλόκοτα· των προσώπων άλλα μεν μας είναι τόσον άγνωστα, όσον προηγουμένως ο Καλλικλής· των δε άλλων ο μεν Αγάθων, ο νικήσας ποιητής, το είδωλον των Αθηνών, ο οποίος παραθέτει το συμπόσιον εορτάζων την πρώτην τραγικήν του νίκην, είχεν αποθάνει προ πολλού, μελαγχολικός και σχεδόν εξόριστος, εν Μακεδονία· ο δε Φαίδρος είχεν αφήσει την φιλοσοφίαν προ πολλού· ο Σωκράτης είχε θανατωθή ως εγκληματίας· ο Αλκιβιάδης είχε φονευθή υπό βαρβάρων δολοφόνων. Ο δε Αριστοφάνης υπήρξε κατά την γνώμην του Πλάτωνος είς των χειρίστων κατηγόρων του Σωκράτους. Αλλά τιμά τας Αθήνας του Περικλέους, τας οποίας ο Πλάτων ηγάπα να δυσφημή, το γεγονός, ότι πάντοτε επανήρχετο εις αυτάς, όπως επανεύρη τας ιδανικάς του συνομιλίας και αναμνήσεις. Το Συμπόσιον φαίνεται ως θέα τις εκ των εν τω Φαίδρω περιγραφομένων, ών αναμιμνήσκεται η ψυχή, «θει δε ποθούσα» να τας επανίδη. Επαναβλέπομεν αυτό διά του Απολλοδώρου εκείνου, του οποίου οι λυγμοί διέκοψαν τας εν τω Φαίδωνι αποδείξεις. Ενταύθα φιλικώς αποκαλείται «μανικός»· είναι άνθρωπος μονήρης, αγριαίνων εναντίον πάντων πλην του Σωκράτους. Εκείνος είναι ο διηγούμενος εις τον Γλαύκωνα, τον αδελφόν του Πλάτωνος, την ιστορίαν του συμποσίου· αλλ' ουδ' αυτός παρευρίσκετο τότε· συνέβη πολύ προ αυτού, καθώς και προ του Γλαύκωνος· αλλ' είχεν ακούσει αυτήν παρά του Αριστοδήμου ανθρώπου «μικρού και ανυποδήτου», ο οποίος είχε παρευρεθή μετά του Σωκράτους. Τοιουτοτρόπως δι' εμμέσων αναμνήσεων φθάνομεν εις το συμπόσιον. Ακούομεν ήδη τους διαφόρους λόγους περί της αρχής και της σημασίας του έρωτος, τέλος δε τον λόγον, τον οποίον ήκουσεν ο Σωκράτης παρά της Μαντινικής σοφής Διοτίμας. Κατ' αυτήν ο Έρως είναι υιός της Πενίας και του Πόρου· σκοπός δε του Έρωτος είναι όχι η Καλλονή, αλλ' η Αθανασία· αλλ' όμως ο Έρως μόνον εν τω καλώ διαχέεται και γεννά. Ο εραστής αρχίζει ν' αγαπά έν σώμα καλόν κατόπιν αισθάνεται «το επί πάσι τοις σώμασι κάλλος»· μετά ταύτα θεωρεί ανώτερον «το πολύ πέλαγος του καλού» {the great ocean of the beautiful}, εν ώ ευρίσκει την αληθινήν ζωήν του. Το πάθος του αρχικού γηίνου αυτού έρωτος ουδόλως φθίνει· αντέχει αυξανόμενον μέχρι τέλους, ότ' «εξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν . . . πρώτον μεν αεί όν και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε αυξανόμενον ούτε φθίνον, έπειτα όν τη μεν καλόν, τη δ' αισχρόν, ουδέ τοτέ μεν, τοτέ δ' ου . . . ουδ' αυ φαντασθήσεται αυτώ το καλόν οίον πρόσωπόν τι ουδέ χείρες ουδέ άλλο ουδέν ων σώμα μετέχει, ουδέ τις λόγος, ουδέ τις επιστήμη, ουδέ που όν εν ετέρω τινί, οίον εν ζώω ή εν γη ή εν ουρανώ ή εν τω άλλω, αλλ' αυτό καθ' αυτό μεθ' αυτού μονοειδές αεί όν . . Όταν δη τις εκείνο το καλόν άρχηται καθοράν, σχεδόν αν τι άπτοιτο του τέλους» { it is not like any face or hands or bodily thing; it is not word nor thought; it is not in something else, neither living thing, nor earth nor heaven ; only by itself in its own way in one form it for ever Is } του βίου. Ειπόντος ταύτα του Σωκράτους, εξαίφνης η αύλειος θύρα κρούεται και εισέρχεται ο Αλκιβιάδης φέρων στέφανον κισσού και ίων και πολλάς ταινίας επί της κεφαλής· περιγράφεται η κατάκλισις αυτού εις το συμπόσιον και έπεται ο λόγος του ο εις έπαινον του Σωκράτους, του ανδρείου, του θαυμασίου, του αγνού. Κατόπιν — ακούομεν — επέρχεται ισχυροτέρος θόρυβος περισσοτέρων αγνώστων κωμαστών· ήδη οι πλείστοι των φιλοξενηθέντων είχον απέλθει· ο Αριστόδημος, ο αναμένων τον Σωκράτη, τέλος εκοιμήθη· ότε δ' εξύπνησε «προς ημέραν ήδη, αλεκτρυόνων οδόντων», είδε «τους μεν άλλους καθεύδοντας, Αγάθωνα δε και Αριστοφάνη και Σωκράτη έτι μόνους» συζητούντας. Ο Αριστόδημος υπονυστάζων δεν ηδύνατο να παρακολουθήση τα λοιπά· ενεθυμείτο μόνον ότι ελέγετο «του αυτού ανδρός είναι κωμωδίαν και τραγωδίαν επίστασθαι ποιείν»

Περί τους χρόνους εκείνους νέαι επιδράσεις ανέπτυσσον την φιλοσοφίαν του Πλάτωνος. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του απεσύρθη μετ' άλλων Σωκρατικών εις τα Μέγαρα, όπου η ολόψυχος προστασία του Ευκλείδου αφήκεν εις το πνεύμα του Πλάτωνος σπέρματα ισοβίου σεβασμού και φιλίας προς την άγονον διαλεκτικήν της Μεγαρικής σχολής. Ο Γοργίας π. χ δυσκόλως ηδύνατο να γραφή εν Αθήναις. Λέγεται δ' ότι τότε ο Πλάτων εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον και την Κυρήνην. Αλλά φαίνεται ότι επανήλθεν εις την πατρίδα προ του 388 π. Χ., ότ' επεχείρησε την πρώτην του μοιραίαν αποδημίαν εις την Σικελίαν. Τότε το πλείστον της νήσου εκυβερνάτο δεσποτικώς υπό του Διονυσίου του α', του οποίου ο γαμβρός ο Δίων ήτο θερμός του Πλάτωνος θαυμαστής· λοιπόν αφ' ενός μεν ο φίλος εκείνος, αφ' ετέρου δ' αι Πυθαγορικαί σχολαί και προς τούτοις η επιθυμία να ίδη το περίφημον ηφαίστειον προσείλκυσαν τον Πλάτωνα εις τας Συρακούσας· ίσως δ' εφαντάζετο και ότι πάσα αυλή τυράννου ήτο τόσον κατάλληλος διαμονή φιλοσόφου, όσον και αι δημοκρατούμεναι Αθήναι. Αλλ' ήτο περισσότερον υιός του καιρού του και της πατρίδος του παρ' όσον επίστευεν. Διότι δεν ηδύνατο ν' αφήση το αθηναϊκόν προνόμιον της παρρησίας και μετεχειρίζετο αυτό ως Αθηναίος περί των πολιτικών πραγμάτων. Ο γέρων τύραννος εδέσμευσεν αυτόν, και τον εχάρισε — τούτο έλεγεν η φήμη — εις τον εκεί Σπαρτιάτην πρεσβευτήν, ο οποίος τον επώλησεν ως δούλον εν Αιγίνη. Εκεί κάποιος Αννίκερις Κυρηναίος — πιθανώς οπαδός του Αριστίππου, — αγοράσας ηλευθέρωσεν αυτόν και δεν εδέχθη αμοιβήν παρά των φίλων του Πλάτωνος· ούτοι δε, επειδή οι έρανοι είχον ήδη συλλεχθή, εχρησιμοποίησαν το χρήμα όπως αγοράσωσι χάριν του φιλοσόφου οικίαν και κήπον ίνα διδάσκη εκεί, δηλαδή πλησίον του γυμνασίου του αφιερωμένου εις τον ήρωα Ακάδημον, είκοσι περίπου λεπτά της ώρας έξω των Αθηνών (278). Τούτο συνέβη κατά τα 387, δηλαδή δύο τουλάχιστον έτη πριν να γραφή το Συμπόσιον. Αλλά πάσα λεπτομέρεια της ιστορίας ταύτης έχει και διάφορον έκδοσιν, η δε παλαιοτάτη μαρτυρία, η Ζ' επιστολή, ουδέν άλλο διηγείται ή ότι πράγματι η εκεί διαμονή δεν υπήρξεν ευάρεστος.

Η ίδρυσις της σχολής εκείνης επανέφερε την συνήθειαν των παλαιοτέρων φιλοσόφων. Η Ακαδήμεια τεχνικώς ήτο θίασος, ήτοι θρησκευτικόν σωματείον προς λατρείαν των Μουσών, έχον αρχάς, καταστατικόν και ακίνητον περιουσίαν· ο προϊστάμενος εξελέγετο, εδιδάσκοντο δε μαθηματικά, αστρονομία, και άλλαι φυσικαί γνώσεις, προσέτι δε φιλοσοφία. Οι διδάσκοντες κατέκλυζαν την μετρίαν οικίαν του Σχολάρχου, την βιβλιοθήκην, τον κήπον και το δημόσιον γυμνάσιον, μόνον δε βραδύτερον απέκτησαν ανάλογον οίκημα. Ηκροώντο δε και γυναίκες· το ίδρυμα διετηρήθη, κατά δε την γενέθλιον του Πλάτωνος ημέραν έθυον εις αυτόν ως ήρωα ιδρυτήν, ενώ συνέβαινον πλείσται μεταβολαί τάσεων και θεωριών, μέχρις ού εδημεύθη και κατηργήθη υπό του Ιουστινιανού ως έρεισμα της ειδωλολατρείας. Η περίοδος της ιδρύσεως της Ακαδημείας ήτο γονιμωτάτη. Ολίγον μετά τον θάνατον του Σωκράτους ο Αντισθένης είχεν αρχίσει να διδάσκη εν Κυνοσάργει, τω γυμνασίω των νόθων. Μετά τον Αντισθένη περί τα 390 π. Χ. ο Ισοκράτης εδίδασκε σύστημα γενικών γνώσεων. Η δ' επομένη γενεά είδε την ίδρυσιν των σχολών του Λυκείου ή Περιπάτου υπό του Αριστοτέλους, της Στοάς υπό του Ζήνωνος και του Κήπου υπό του Επικούρου.

Οποιονδήποτε και αν ήτο το έτος της ιδρύσεως της Ακαδημείας, μετά το Συμπόσιον φαίνεται εξ εσωτερικών τεκμηρίων ότι υπήρξε σπουδαίον διάλειμμα εις την συγγραφικήν του Πλάτωνος εργασίαν. Οι δύο επόμενοι διάλογοι, ο Παρμενίδης και ο Θεαίτητος, φέρουσι την σφραγίδα του ανεγνωρισμένου φιλοσοφικού «Σχολάρχου». Ο Παρμενίδης περιέχει άμεικτον μεταφυσικήν, ήτοι κριτικήν έρευναν πρώτον μεν των υπό του Πλάτωνος καλουμένων «ιδεών», άς ημείς λέγομεν «γενικάς αντιλήψεις», δεύτερον δε του απολύτου όντος του Παρμενίδου· αι περί της γνησιότητος του διαλόγου τούτου συζητήσεις προέρχονται απλώς εκ της δυσκολίας, την οποίαν ευρίσκουσιν οι κριτικοί εις συναρμογήν αυτού προς οιανδήποτε σταθεράν θεωρίαν της Πλατωνικής φιλοσοφίας· είναι αδύνατον ο γράψας τον Παρμενίδην να επρέσβευε την άκαμπτον εκείνην «θεωρίαν των ιδεών», την οποίαν ο Αριστοτέλης εδίδαξεν ημάς να θεωρώμεν ως Πλατωνικήν. Ο Θεαίτητος έχει δραματικήν εισαγωγήν. Ο Ευκλείδης επανέρχεται μόλις εκ του Πειραιώς, όπου συνήντησε τον Θεαίτητον, ασθενή και πληγωμένον, φερόμενον εκ Κορίνθου από του στρατοπέδου, ευρίσκων δε ήδη τον Τερψίωνα, αναφέρει τον παλαιόν του Θεαιτήτου προς τον Σωκράτη διάλογον. Αλλ' η εισαγωγή είναι τι εξωτερικόν, αυτός δε ο διάλογος αναφέρεται αυστηρώς εις την θεωρίαν της γνώσεως. Ο Πλάτων παρατηρεί ότι επίτηδες παρέλειψε τα οχληρά «και εγώ έφην» ή «συνέφη», δηλαδή αφήρεσε την σκηνογραφίαν και το περιβάλλον και αφήκε γυμνοτέραν την σκέψιν.

Ο επόμενος διάλογος της περιόδου ταύτης είναι ο Φαίδρος· τα τεκμήρια είναι τόσον πειστικά, όσον δύνανται να είναι τοιαύτα τεκμήρια. Οι τεχνικοί δηλαδή όροι, τους οποίους έκοψεν ο Πλάτων, οι προς αποφυγήν της χασμωδίας τρόποι, η μικρά επιτήδευσις, η διαφαινομένη επί του μεταγενεστέρου αυτού ύφους, είναι ψηλαφηταί και εν τω Φαίδρω. Εκ των γενομένων πινάκων του λεκτικού κωλυόμεθα να θέσωμεν αυτόν ενωρίτερον του 375. Εξ άλλου δ' όμως όχι μόνον αφήνει την εντύπωσιν νεότητος, αλλ' έχει και φανεράν τινα σχέσιν προς τον κατά των σοφιστών λόγον του Ισοκράτους, ο οποίος εγράφη περί τα 390, κατά το άνοιγμα της Σχολής του. Των δύο τούτων έργων δεν δυνάμεθα να είπωμεν ποίον ήτο η πρόκλησις, και ποίον η απάντησις· εριστικά συγγράμματα κατά τους αρχαίους χρόνους εξηκολούθουν μέχρις ού εκάστη μερίς επίστευεν ότι είχεν απαντήσει αρκετά. Αλλ' ο τόνος αμοιβαίας επικρίσεως είναι φανερός, περί δε το τέλος του Φαίδρου υπάρχει κάποιον εξάγγελμα προς τον Ισοκράτη εκ μέρους του Σωκράτους· «Νέος έτι, ω Φαίδρε, Ισοκράτης» — νέος εννοείται κατά την φανταστικήν χρονολογίαν του διαλόγου — «δοκεί μοι αμείνων ή κατά τους περί Λυσίαν είναι λόγους . . . φύσει γαρ ένεστί τις φιλοσοφία τη του ανδρός διανοία· ταύτα δη ουν εγώ . . . . Ισοκράτει εξαγγέλλω». { ' Isocrates is young yet' —that is, of course, at the imaginary date of the conversation—' and is too fine material to be a mere orator ; if he will turn to philosophy, he has the genius for it.' " Take that message from me, Phαedrus, to Isocrates whom I love." }. Αλλ' εάν αυτή είναι πολεμική, βεβαίως δεν είναι ζωηρά· είναι ο τόνος του παλαιού φίλου, ρίπτοντος εις την λήθην τα περασμένα και δεχομένου να σεβασθή πάσαν διαφοράν γνώμης· είναι δε πιθανόν ότι έχομεν δευτέραν έκδοσιν του Φαίδρου. Η πρώτη θα ήτο ίσως αφορμή της οργής του Ισοκράτους· ο σωζόμενος Φαίδρος εξεδόθη δεκαπέντε έτη κατόπιν, απαντά δε ησύχως εις πολλά σημεία επικριθέντα και καταλήγει προτείνων τον ψηλαφητόν τούτον κλάδον της ελαίας.

Κατά τα έτη εκείνα ο Πλάτων ειργάζετο εις το επιπονώτατον των έργων του, την Πολιτείαν· ως εισαγωγήν προέταξε κατά το παλαιόν εύθυμον ύφος μικρόν «περί δικαιοσύνης» διάλογον μεταξύ Σωκράτους και Θρασυμάχου. Τούτο είναι το Α' βιβλίον της Πολιτείας· το λοιπόν μέρος είναι, καθόσον εξάγεται εκ της γλώσσης, ομοιόμορφον, αι δε ποικίλαι θεωρίαι περί διαιρέσεως του μακρού έργου εις διάφορα «στρώματα» μέχρι της σήμερον απέτυχον· το κύριον θέμα του μεγάλου τούτου συνόλου είναι τι εστι «δικαιοσύνη» και αν υπάρχη λόγος να είναι κανείς δίκαιος μάλλον ή άδικος. Τούτο άγει εις την συζήτησιν και ανίδρυσιν δικαίας πολιτείας· όχι καθώς θα ενόμιζεν ο νεώτερος αναγνώστης, διότι η δικαιοσύνη είναι σχέσις μεταξύ ενός ανθρώπου και άλλου — ο Πλάτων εμφαντικώς ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάτι εντός του χαρακτήρος εκάστου προσώπου — αλλά διότι είν' ευκολώτερον να ίδωμεν τα πράγματα κατ' ευρυτέραν κλίμακα. Δεν θα επιχειρήσωμεν όμως εδώ οιανδήποτε ανάλυσιν του αριστουργήματος τούτου της παρατηρήσεως, της αποδείξεως, της ειρωνείας, της φαντασίας και της ευφραδείας. Διότι εάν ελέγομεν ότι περιέχει τον «κομμουνισμόν», την εξίσωσιν των φύλων, την κατάργησιν του γάμου, την κατάλυσιν του εμπορίου, την αφιέρωσιν όλων των πόρων του κράτους εις την παίδευσιν, εν παρόδω δε και ασθενώς την κατάργησιν της δουλείας και προσέτι μικράν τυραννίαν ασκουμένην υπό θείου και φρονίμου ανδρός — τοιαύτη περιγραφή θα εφαίνετο ως γελοιογραφία. Η έννοια της Πολιτείας δύναται να κατανοηθή μόνον εξ αυτής ταύτης και μόνον διά πολλής σπουδής του ελληνικού πνεύματος ή δι' άλλης δυνάμεως ευαισθήτου φαντασίας. Επιπόλαιος ανάγνωσις αυτής είναι τόσον αδύνατος, όσον είναι δυνατή περί άλλων μεγάλων αρχαίων έργων.

Πάντα τα διανοητικά και λεκτικά προτερήματα του Πλάτωνος φθάνουσιν εις το έπακρον εν τη Πολιτεία, αλλά και πολλά των χαρακτηριστικών των πρεσβυτικών του χρόνων αρχίζουσιν ήδη να διαφαίνωνται· πρώτον και κύριον ο προς την πολιτικήν ζήλος· ο πόθος καλυτέρου τινός και ευπειθεστέρου Διονυσίου· η αυξανομένη αδημονία του φιλοσόφου ποιητού κατά της ποιήσεως, της σειρήνος, η οποία τον κρατεί μακράν της αληθείας. Ο Πλάτων ομιλεί περί της ποιήσεως καθώς ο Ράσκιν περί της λογοτεχνικής μορφής· «δεικνύω προς τους ανθρώπους απλώς το καθήκον των και αυτοί αποκρίνονται ότι το ύφος μου είν' ωραίον». Κατά τον Πλάτωνα η ποίησις είναι καθαυτό απάτη· δεν είναι αλήθεια, ουδέ καν σκιά αυτής, αλλά «τρίτη από της αληθείας, ειδώλου δημιουργός»· και όμως ημπορεί να μεθύση τους ανθρώπους εξ ηδονής! Πρέπει λοιπόν να εξορισθή τελείως εκ της δικαίας πόλεως. Ο Αριστοτέλης και όσοι εξ ημών δεν κινδυνεύομεν εκ πληθώρας της φαντασίας, όσοι δεν εσπαταλήσαμεν έτη περιπαθώς εργαζόμενοι χάριν του ιδανικού της αληθείας, της οποίας η ποίησις μας προσφέρει μόνον απλούν είδωλον, θλιβόμεθα δικαίως διά την υπό του Πλάτωνος υποτίμησιν αυτής. Τινές δε προσπαθούσι να δικαιολογήσωσιν αυτόν λέγοντες ότι ομιλών περί ποιήσεως είχεν υπ' όψιν τον Χαιρήμονα και τους παίδας του Καρκίνου. Αλλ' όχι· την αληθινήν ποίησιν, τον Όμηρον, τον Αισχύλον και εαυτόν πολεμεί ο Πλάτων· και θα ήτο ανακόλουθος προς την φιλοσοφίαν του, εάν έπραττε διαφόρως. Διότι εστήριξε τον βίον του εις την αρχήν, ότι αυστηρά διανόησις δύναται να σώση τους ανθρώπους, ότι η αλήθεια και το αγαθόν εν τέλει συναντώνται κάπου· ενόει να εργασθή προς τούτον τον σκοπόν πάση θυσία· και αν η ποίησις ήτο εμπόδιον, ν' απορρίψη και την ποίησιν. Και μετά την Πολιτείαν η ποίησις σχεδόν εκλείπει· ο Σοφιστής, ο Πολιτικός, οι Νόμοι δεν έχουσι παρά ολίγην, και αυτοί οι μύθοι γίνονται πλέον αφηρημένοι και διδακτικοί, πλην ίσως του μύθου της Ατλαντίδος εν τω Κριτία.

Περίεργον είναι ότι ο Πλάτων δεν περιλαμβάνει και τους μύθους εις την καταδίκην της ποιήσεως, αρχικώς δε και τους εδικαιολόγει. Εν τω Φαίδωνι θείον ενύπνιον προσέτασσεν επανειλημμένως προ του θανάτου του τον Σωκράτη λέγον «μουσικήν ποίει και εργάζου»· εν δε τη Απολογία, ο χρησμός των Δελφών ωνόμαζε τον Σωκράτη σοφώτατον των ανθρώπων, διότι ούτος ανεγνώριζε την άγνοιάν του. Και το ενύπνιον και ο χρησμός είναι προδήλως πλάσματα· είναι τρόποι διά των οποίων ο Πλάτων ισχυρίζετο ότι το θείον ανεγνώρισε τον διττόν αυτού Σωκράτη, τον διαλεκτικόν και τον μυθολόγον.

Πρεσβύτης ήδη ο Πλάτων, εστράφη σπουδαίως εις την πολιτικήν· τότε ανεπτύσσετο νεωτέρα γενεά φιλοσόφων, οι μέλλοντες Κυνικοί, Στωικοί και Επικούρειοι, οι όλως αποστρέφοντες το πρόσωπον από των πολιτικών και αφωσιωμένοι εις την ψυχήν των. Άλλοτε ο Πλάτων ήτο έτοιμος να κηρύξη και αυτός παρόμοιον δόγμα· ήρχισε την ζωήν αντιδρών κατά της μεγάλης πολιτικής γενεάς. Και όμως ήτο τέκνον των Περικλείων Αθηνών, η δ' εσκεμμένη αδιαφορία των ιδρυομένων σχολών θα τον ετάραξεν ως παράλειψις καθήκοντος. Τα τρία τέταρτα των κατόπιν συγγραφών του έχουσι θέμα την πολιτικήν και ο πόθος του εξωτερικού του βίου ήτο ο προσηλυτισμός του β' Διονυσίου. Την σκέψιν ταύτην οριστικώς εκφράζει κατά πρώτον διά του «μεγίστου κύματος» το οποίον θα καταστήση δυνατήν την Πολιτείαν διά της αξιώσεως όπως «ή φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή βασιλής . . φιλοσοφήσωσιν » η δ' επιμονή του ότι ο τυραννικός είναι άθλιος, ίσως ήτο συμβουλή προς τον Διονύσιον. Επί είκοσι περίπου έτη ο μέγας γέρων έθαλπε την ελπίδα ότι θ' ανεδείκνυε φιλόσοφον βασιλέα τον διεφθαρμένον εκείνον dilettante. Τοιουτοτρόπως το πνεύμα της αυταπάτης, όπερ είχεν αποδιώξει εντελώς εκ των συγγραφών του, επανήρχετο σφοδρότερον εις τον πραγματικόν του βίον.

Ο Δίων εκάλεσε τον Πλάτωνα δευτέραν φοράν εις την Σικελίαν κατά τα 367 αμέσως μετά την ανάρρησιν Διονυσίου του β' και εκείνος μετέβη εκείσε. Το αποτέλεσμα ήτο στιγμιαία έκρηξις φιλοσοφικού ενθουσιασμού εν τη αυλή των Συρακουσών· ο άνεμος ήτο πνιγηρός ένεκα της άμμου, την οποίαν οι γεωμέτραι μετεχειρίζοντο εις τα διαγράμματά των. Κατόπιν επήλθε ψυχρότης, φιλονικία, η εξορία του Δίωνος και η δυσάρεστος του Πλάτωνος επιστροφή. Αλλά νεαρός ηγεμών δύναται να μεταμεληθή και αν ήκουσε κακούς συμβούλους, δύναται κατόπιν να εννοήση την πλάνην του και να διορθωθή. Ο Πλάτων λοιπόν, λαβών δευτέραν πρόσκλησιν, απεφάσισεν

όφρ' έτι την ολοήν αναμετρήσαιμι Χάρυβδιν

{ yet again to fathom deadly Charybdis }

καθώς Ομηρικώς λέγει η Ζ' επιστολή. Αλλ' απέτυχε να συμφιλιώση τον τύραννον προς τον Δίωνα και διέφυγε σώος μόνον διά της βοηθείας των εν Τάραντι Πυθαγορείων. Ο Δίων κατέφυγεν εις αφιλοσοφήτους μεθόδους· εξεθρόνισε τον Διονύσιον τω 357 και εδολοφονήθη τω 354. Εν τω Δ' βιβλίω των Νόμων ηδύνατο ακόμη ο Πλάτων να γράφη (σ. 709 κεξ.) «τυραννουμένην μοι δότε πόλιν· τύραννος δ' έστω νέος και μνήμων και ευμαθής και ανδρείος και μεγαλοπρεπής φύσει» { Give me a tyrant-governed city to form our community from; let the tyrant be young, docile, brave, temperate, and so far fortunate as to have at his side a true thinker and lawgiver } και ευτυχής όπως εύρη «νομοθέτην άξιον επαίνου». Τούτο κείται ακριβώς εν τω μέσω του μακρού έργου· οι Νόμοι θα εγράφοντο επί έτη πολλά, καθόσον υπάρχει αισθητή διαφορά ύφους μετά το Δ' βιβλίον. Το δεύτερον ήμισυ του έργου δεν εμφαίνει πλέον καμμίαν του Πλάτωνος ελπίδα περί βασιλείου εν τω κόσμω τούτω, ίσως δε πρέπει να σχετίσωμεν και το μελαγχολικόν εκείνο χωρίον, όπου δέχεται το δόγμα το οποίον προ δέκα ετών θα επολέμει ολοψύχως, ότι δηλαδή η ψυχή είναι «και των κακών» αιτία (σ. 896). Τα λοιπά έργα της τελευταίας περιόδου είναι καθαρώς φιλοσοφικά. Ο Σοφιστής και ο Πολιτικός είναι συνέχεια του Θεαιτήτου· ακολουθούσιν εν τη μεθόδω την άχαριν «διχοτομίαν» του Παρμενίδου. Ο Σοφιστής είναι απόδειξις της αληθείας του «μη όντος», της χώρας, όπου δύναται να υπάρχη ο Σοφιστής, όστις πράγματι δεν είναι ό,τι επαγγέλλεται ότι είναι. Ο Φίληβος, ζήτησις περί του αγαθού — ότι τούτο δεν είναι ούτε γνώσις ούτε ηδονή, αλλά σχετίζεται μάλλον προς την γνώσιν — είναι αξιοσημείωτος, διότι διεξάγεται άνευ χρήσεως της καλουμένης θεωρίας των ιδεών· βάσις αυτής είναι η ένωσις του πεπερασμένου και του αιωνίου, της πληθύος και του ενός. Εκ των γλωσσικών τεκμηρίων εξάγεται ότι εγράφη καθ' όν χρόνον και το πρώτον ήμισυ των Νόμων.

Ο Τίμαιος, διάλογος περί της δημιουργίας του κόσμου, και ο Κριτίας περί της δημιουργίας της ανθρωπίνης κοινωνίας, είναι σύγχρονοι του δευτέρου μέρους των Νόμων. Ο Τίμαιος είναι ή η κενωτάτη ή η ήκιστα εννοηθείσα θεωρία του Πλάτωνος· είναι απόπειρα συγκροτήσεως του φυσικού κόσμου εξ αφηρημένων γεωμετρικών στοιχείων αντί των ατόμων του Δημοκρίτου. Ο δε Κριτίας, ο οποίος είναι ατελής, ιστορεί την δόξαν και την πτώσιν της νήσου Ατλαντίδος, η οποία ήτο ιδανικός τύπος υλικής δυνάμεως και πλούτου, πολλάς έχων ομοιοτήτας προς τας Αθήνας. Εις την σειράν ταύτην επρόκειτο να ταχθή και άλλος διάλογος, ο Ερμοκράτης, αλλ' αυτός δεν εγράφη. Ο Πλάτων απέθανεν, αφήσας ασυμπληρώτους τους Νόμους και τον Κριτίαν διακοπτόμενον εις την λέξιν «είπεν» (279).

Ο Πλάτων απέτυχεν εις τους κυρίους αγώνας της ζωής του. Ελατρεύθη αληθώς υπό μεγάλου μέρους του ελληνικού κόσμου· το μεγαλείον του κατενοήθη όχι μόνον υπό φιλοσόφων, αλλά και υπό ηγεμόνων και πολιτικών. Οι Κυρηναϊκοί πιθανώς εβαρύνοντο το ύψος του· οι δε Κυνικοί ίσως τον εμίσουν ως ψευδή Σωκρατικόν, ως φιλόσοφον των πλουσίων, ανέτως φιλοσοφούντα εν τω κήπω του αντί να συγκατοική μετά των αποκλήρων και να κραυγάζη εντός των οδών κατά της αμαρτίας. Αλλά περί το τέλος της ζωής του ήτο σχεδόν υπέρτερος ελέγχων. Και αυτοί οι κοσμικοί υπήρξαν ήπιοι προς αυτόν (280)· αι δε συκοφαντίαι της επομένης γενεάς ήσαν απλή αντίδρασις προς τας προηγουμένας υπερβολάς του θαυμασμού. Χαρακτηριστική της κοινής περί αυτού αντιλήψεως είναι η φήμη ότι ήτο υιός του Απόλλωνος και η περικόσμησις αυτού δι' Απολλωνείων μύθων· τον δε προς αυτόν σεβασμόν των φιλοσόφων αποδεικνύει ο βωμός, όν έστησεν εις αυτόν ο Αριστοτέλης, ο ούτε αισθηματικός, ούτε τυφλωμένος μαθητής.

Αλλ' ο κόσμος δεν επορεύθη όπως ήθελεν ο Πλάτων· οι εγκωμιασταί του δεν τον ήκουσαν και οι λατρευταί του τον αντέκρουσαν. Ηρεύνησεν ελπίζων να εύρη μίαν κλείδα του κόσμου τούτου, μίαν αρχήν, την οποίαν θα ηδύνατο να εφαρμόζη εις τους διανοητικούς τύπους, καθώς εις τους μαθηματικούς. Η γνώσις της αρχής εκείνης θα έκαμνε τους ηγεμόνας των Νόμων και της Πολιτείας αναμαρτήτους και δεσποτικούς. Αλλ' αυτός ο Πλάτων ενόησεν ότι δεν την είχεν εύρει. Το μέλλον ανήκεν εις τους έχοντας περισσότερον θάρρος και ολιγωτέραν αυτοκριτικήν. Ο Δημόκριτος ηδύνατο να συστηματοποιή την επιστήμην και να σχηματίζη καθωρισμένον υλιστικόν δόγμα. Ο Αντισθένης ηδύνατο να εξευτελίζη τα παν, τέχνην, μάθησιν, αυτήν την τιμήν άνευ δισταγμού. Εκείνοι ήσαν ιδρυταί των μεγάλων συστηματικών σχολών. Αλλ' ο Πλατωνισμός δεν είχε μορφήν ιδίαν. Ο μεν Σπεύσιππος, ο ανεψιός και διάδοχος του Πλάτωνος, ελάτρευεν απλώς τον θείον του και εθεώρει πάσαν κατά μέρος γνώσιν ως αδύνατον προ της γνώσεως του παντός. Ο δε Αριστοτέλης ανέπτυξεν ιδικόν του σύστημα, πρακτικόν, βαθύ, εγκυκλοπαιδεικόν, αλλ' όλως ίδιον και ουδαμώς Πλατωνικόν. Ο δε Ηρακλείδης κατέστρεψε το δημιουργικόν και μυστικόν πνεύμα του διδασκάλου και υπήρξε τρόπον τινά μομφή προς την μνήμην του.

Αλλ' ακριβώς αυτό το ασυμπλήρωτον των στοχασμών του Πλάτωνος κατέστησεν αυτόν αθάνατον. Ο Πλάτων δεν μας παρέχει σύστημα, αλλά πνεύμα, το οποίον ουδεμία ανακάλυψις δύναται να σκιάση. Λάθος είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ονειροπόλον· κατά βάθος ήτο οξύς και πολλάκις είρων. Αλλ' ανυψώνεται υπεράνω της ιδίας του ειρωνείας και εξαιρουμένης της περιόδου του Γοργίου, ατενίζει πάντοτε μάλλον προς την ωραιότητα των πραγμάτων, όπου την ευρίσκει, ή προς το κακόν. Λάθος επίσης είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ιδανικόν Απολλώνειον ήρωα, ακτινοβόλον και γαλήνιον ή να εκλαμβάνωμεν αυτόν ως όμοιον προς την θριαμβευτικήν εκείνην κεφαλήν του Ινδικού Βάκχου. Ήτο γνωστός διά την κυρτότητα και το πλατύ του μέτωπον· αι δ' επιστολαί πολλάς αναφέρουσιν ασθενείας του. Ο δε όλος τόνος του Πλάτωνος προς την τότε γενεάν ομοιάζει το ύφος του Καρλάιλ ή του Ράσκιν. Είναι πάντως ο μέγιστος καλλιτέχνης της ελληνικής, ίσως δε και πάσης άλλης παντός χρόνου πεζογραφίας. Οι αρχαίοι κριτικοί, υπεραγαπώντες την ρητορείαν, θεωρούσιν ίσον, ή και ανώτερον αυτού, τον Δημοσθένη. Ο δε Διονύσιος λαμβάνει τον χλιαρόν εν τω Μενεξένω λόγον, όπως παραβάλη αυτόν προς τον Περί του στεφάνου! Αλλ' ο κύκλος του Πλάτωνος είν' ευρύτερος· έχει περισσοτέραν αβρότητα και βάθος, και ευρύτερον ορίζοντα φαντασίας ή ο πολιτικός και ο ρήτωρ. Αναγινώσκοντες αυτόν, αισθανόμεθα παρά πάσαν την μακρολογίαν και παραδοξολογίαν, όπου τον εξωθεί η κράσις του, ότι ευρισκόμεθα ενώπιον διανοίας ικανής εις πάσαν λεπτολογίαν και εις πάσαν έξαρσιν και πτήσιν. Τα κατ' αυτού λεγόμενα είναι ανεμώδη· του Πλάτωνος ο προορισμός ήτο να φιλοσοφή (281) και να γράφη, εξετέλεσε δε και τα δύο ταύτα μετά της αυτής επιμονής και της αυτής επιτυχίας. Ολίγη αφορμή εδόθη εις αυτόν προς δράσιν κατά την κοινήν της λέξεως εκδοχήν· ότε δε τον εκάλεσεν ο Δίων, εδέχθη την πρόσκλησιν μετά τυφλού ενθουσιασμού. Αλλ' εάν η ζωή των ανθρώπων δύναται να εκτιμηθή κατά το τι σκέπτονται και εις τι αφοσιούνται, ο Πλάτων πρέπει να ταχθή μεταξύ των αγίων της ανθρωπίνης ιστορίας. Όλη του η ύπαρξις ήτο «εν τω καλώ»^ περί ουδενός δε ίσως άλλου θνητού δυνάμεθα να είμεθα τόσον βέβαιοι ότι απέβλεψε πάντοτε εις κάτι υπέρτερον οιασδήποτε κοσμικής επιτυχίας και ότι ήθελεν αδιστάκτως θυσιάσει την ζωήν χάριν εκείνου (282).