WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 63: ΓΡΥΛΛΟΥ, ΕΡΧΙΕΥΣ (434-354)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

ΙΕ'

ΞΕΝΟΦΩΝ

ΓΡΥΛΛΟΥ, ΕΡΧΙΕΥΣ (434-354)


Μεταξύ των πλησιεστέρων εταίρων του Σωκράτους ήσαν και δύο ιππείς, όχι πολύ διαφόρου ηλικίας· και οι δύο είχον αριστοκρατικάς και αντιθέτους του δήμου παραδόσεις, αι οποίαι παρεκώλυον πάσαν πολιτικήν των φιλοδοξίαν, αλλ' ουδέτερος αυτών ηγάπα να είναι μόνον λογογράφος. Και ο μεν Πλάτων έμεινεν εν Αθήναις, σπουδάζων μουσικήν, μαθηματικά, ρητορικήν και φιλοσοφίαν, γράφων και καίων διθυράμβους και σχεδιάζων ευριπιδείους τραγωδίας. Ο δε ΞΕΝΟΦΩΝ έφυγε διά να ζητήση τύχην έξω της Ελλάδος.

Ελέγετο ότι ο Σωκράτης, απαντήσας πρώτην Φοράν παιδίον τον Ξενοφώντα, τον εσταμάτησε διά της ράβδου του και τον ηρώτησεν αποτόμως πού εγίνοντο διάφορα πράγματα. Ο μικρός ήξευρε και απεκρίθη προσηνώς· αλλ' ο Σωκράτης επροχώρησε· Και «πού καλοί, καγαθοί γίνονται άνθρωποι;» (283) Το παιδίον εστάθη ενεόν. «Λοιπόν ακολούθει με», του είπεν ο φιλόσοφος. Ο λόγος είναι ben trovato. Ο Ξενοφών ουδέποτε ήτο φιλόσοφος, αλλ' ήτο τύπος καλού καγαθού· δηλαδή νους τετράγωνος, ευσεβής· κυνηγός και στρατιώτης· καλός οικογενειάρχης ουδέποτ' έχων θεωρητικάς τάσεις ουδέ διάθεσιν να επικρίνη την κοινήν περί θεών ή νόμων δόξαν, αλλ' έτοιμος να κηρύσση και να φιλοσοφή ησύχως περί πάντων των ολιγώτερον επικινδύνων ζητημάτων.

Λέγεται ότι υπήρξε λίαν εύμορφος, ήτο δε και ριψοκίνδυνος. Βοιωτός φίλος του, ο Πρόξενος, είχε μισθωθή υπό του σατράπου Κύρου, αδελφού του μεγάλου βασιλέως, όπως οδηγήση Έλληνας μισθοφόρους εις τα ενδότερα της Κιλικίας. Ο σκοπός της εκστρατείας δεν είχε διακοινωθή, αλλ' ο μισθός ήτο καλός και υπήρχε πιθανότης πολλών περιπετειών. Ο Πρόξενος προέτεινε να συμπαραλάβη τον Ξενοφώντα. Εκείνος απέστεργε ν' αναλάβη υπηρεσίαν υπό τον Κύρον, τον μόλις προ ολίγου εχθρόν της πατρίδος του, έλαβεν όμως συστατικά προς αυτόν και ηκολούΘησεν ως ανεξάρτητος ιππεύς. Το τέλος της ιστορίας εκείνης είναι πασίγνωστον. Τα στρατεύματα ανέβαινον αδιακόπως, απορούντα και φοβούμενα διά τον αληθινόν της πορείας των σκοπόν. Τέλος δεν ηδύνατο ν' αποκρυφθή ότι «ο στόλος ην επί βασιλέα». Τότε τινές έφυγον, αλλ' οι πλείστοι αισθανόμενοι ότι ήσαν υπόχρεοι, εβάδισαν προς τα εμπρός. Ενίκησαν τον βασιλέα παρά τα Κούναξα· αλλ' ο Κύρος εφονεύθη. Οι Έλληνες Βαθμηδόν απεμονώθησαν και περιεκυκλώθησαν. Οι πέντε στρατηγοί των, εν οίς ο ευγενής του Ξενοφώντος φίλος, ο Πρόξενος, ο Σπαρτιάτης Κλέαρχος, ο Θεσσαλός Μένων, κληθέντες υπό του Τισσαφέρνους εις σύσκεψιν, συνελήφθησαν και αναχθέντες εις τον βασιλέα, απεκεφαλίσθησαν. Οι στρατιώται έμειναν άνευ αρχηγών εν τω μέσω χώρας εχθρικής, πλέον ή χίλια μίλια μακράν ελληνικής γης. Τότε τους έσωσεν ο Ξενοφών^ την ακόλουθον νύκτα του φόνου των στρατηγών εκάλεσε τους υπολειπομένους αρχηγούς, καθήρεσε τον μόνον δειλόν αξιωματικόν, ο οποίος συνεβούλευσεν υποταγήν, άνθρωπον κατά το ήμισυ Λυδόν, φορούντα ενώτια· προέτεινε την εκλογήν νέων στρατηγών, εν οίς ήτο και αυτός, διηύθυνε την κάθοδον, τας μάχας και την πορείαν προς τα ανεξερεύνητα όρη του Βορρά. Ολίγαι ημέραι ή νύκτες επέρασαν άνευ κινδύνων μέχρι της αξιομνημονεύτου 27 του Ιανουαρίου του 400 π. Χ., ότε κατά πρώτον είδον την θάλασσαν πλησίον της Σινώπης {ο μεταφραστής διορθώνει εδώ την Σινώπη σε Τραπεζούντα}. Αλλ' ο νους του Ξενοφώντος δεν ησύχασε μέχρις ού παρέδωκε τον στρατόν του εις τον Σπαρτιάτην αρμοστήν Θίβρωνα κατά Μάρτιον του 399 π. Χ.

Τούτο ήτο λαμπρόν ανδραγάθημα. Βεβαίως αι δυσκολίαι δεν ήσαν τόσον μεγάλαι όσον εφαίνοντο· η πορεία εκείνη ήτο η πρώτη προς την Ευρώπην ένδειξις της εσωτερικής ασθενείας των ασιατικών κρατών, ήτις απεδείχθη γυμνή υπό του Αλεξάνδρου, του Πομπηίου, του Λουκούλλου και των διαφόρων κατακτητών της Ινδικής. Αλλά το αισιοδόξον θάρρος του Ξενοφώντος, το σχετικώς ανώτερόν του πνεύμα και η παιδεία του, η διαφανής τιμιότης του, η θεοσέβειά του, συνδυαζόμεναι προς πολλήν ικανότητα εις διοίκησιν ανδρών και αληθινήν στρατιωτικήν ευφυίαν προς απόκρουσιν απροόπτων κινδύνων, τον ανέδειξαν ικανόν προς εκτέλεσιν κατορθώματος, όπου πολλοί εμπειρότεροί του στρατηγοί ίσως ήθελον αποτύχει. Αλλά δεν ήτο τέλειος condottiere. Διότι οι μύριοί του, όσον και αν υπερηφανεύετο κατόπιν ο Ξενοφών διά τα ανδραγαθήματά των, θα περιελάμβανον και πολλούς εκ των χειροτέρων της Ελλάδος τυχοδιωκτών· ο δε Ξενοφών, καθώς ο Πρόξενος, τους μετεχειρίζετο ως ευγενείς ανθρώπους. Μόνον ο γέρων Κλέαρχος, ο έχων την μάστιγα εις τας χείρας και την ύβριν εις τα χείλη, ο διαρκώς συνωφρυωμένος, πλην οσάκις εγίνοντο συμπλοκαί, ήτο ο άνθρωπος ο δυνάμενος να τους δαμάζη.

Διά τον Ξενοφώντα η ανάβασις υπήρξε δόξα, αλλά και faux pas. Eκέρδισε δηλαδή ρωμαντικήν φήμην, αλλ' έχασε το επάγγελμά του. Ενεθυμείτο ότι ο Σωκράτης ουδέποτε επεδοκίμασε την εκστρατείαν· ότι ο Δελφικός θεός δεν είχεν ερωτηθή καταλλήλως· και παρηγορείτο σκεπτόμενος ότι ο οικογενειακός μάντις του προείπεν ότι αν ήτο τολμηρότερος, θα ήτο ευτυχέστερος. Η εκστρατεία του αφήκε το συναίσθημα, το οποίον σχεδόν ομολογεί, ότι ήτο αρχικός ανήρ, δηλαδή γεννημένος διά να άρχη. Έγραψε μακρόν μυθιστόρημα, την Κύρου παιδείαν, περί του αρχικού ανδρός, όπου ελαφρόν υπόστρωμα της ιστορίας του μεγάλου Κύρου καλύπτεται διά χαρακτηριστικών του νεωτέρου Κύρου και ιδανικών αυτού του Ξενοφώντος. Αλλά τούτο συνέγραψε κατόπιν. Τότε πλέον ή άπαξ ωνειρεύετο να ιδρύση αποικίαν εν Ασία και να γίνη φιλοσοφικός και στρατιωτικός αυτής ηγεμών. Ει δε μη, να έχη έν ή δύο φρούρια παρά τον Ελλήσποντον και να ενεργή ως ανεξάρτητος Έλλην κατά των βαρβάρων. Αλλά τούτο δεν επεθύμησε κανείς άλλος, ο δε Ξενοφών δεν ήθελε να καιροσκοπή ή να διαβάλλη. Λοιπόν εδίσταζε. Δεν ηδύνατο να επιστρέψη εις τας Αθήνας, όπου οι συμπολίται του τότε κατεγίνοντο να θανατώσωσι τον διδάσκαλόν του και πιθανώς θα τον υπεδέχοντο διά κατηγορίας προδοσίας. Εκτός τούτου εκεί δεν υπήρχον περιπέτειαι· περιπετείας πλείστας είχεν η Ασία. Αλλ' εν τω μεταξύ ο περιπλανώμενος ιππότης της Ελλάδος είχε την θέσιν οπλαρχηγού οδηγούντος περίπου οκτώ χιλιάδας οπλοφόρων σχεδόν ανυποτάκτων. Τινές αυτών, όπως ανεκάλυψε, διεπραγματεύοντο την τιμήν της δολοφονίας του προς τον αρμοστήν Θίβρωνα, οποίος φυσικά δεν ήθελε να έχη πλησίον του ανεξάρτητον Αθηναίον κάτοχον τόσου ατάκτου στρατού. Ο φύσει «αρχικός ανήρ» θα ηδύνατο ίσως να πράξη άλλως. Αλλ' ο Ξενοφών παρέδωκε τον στρατόν του και ανέλαβεν υπηρεσίαν υπό τους Σπαρτιάτας, συμμάχους τότε των Αθηνών, εναντίον της Περσίας.

Βεβαίως ήτο βαρεία εργασία να μεταβαίνη από αρμοστού εις αρμοστήν και να μη καταλαμβάνη καμμίαν ισχυράν θέσιν. Εν τούτοις ενυμφεύθη καλήν γυναίκα, την Φιλησίαν, είχε καλούς φίλους εν Χερσονήσω και εδοκίμασε να παραιτηθή. Τέλος κατά τα 396 ήλθεν άλλος στρατηγός, ο βασιλεύς Αγησίλαος, έχων εντολήν ν' αναλάβη δραστηριώτερον πόλεμον κατά του Αρταξέρξου. Τότε ο Ξενοφών ετάχθη εις το επιτελείον του και έγινε στενός του Αγησιλάου φίλος. Αλλ' η τύχη ήτο κακή. Κατά τα 395 αι Αθήναι συνεμάχησαν μετά του Αρταξέρξου, κατά δε το επόμενον έτος η πόλις εκήρυξε πόλεμον κατά της Σπάρτης και κατεδίκασε τον Ξενοφώντα διά «λακωνισμόν», κατηγορίαν ίσην προς τον άλλοτε «μηδισμόν», συνεπάγουσαν εξορίαν και δήμευσιν της ουσίας. Εάν ο Ξενοφών προηγουμένως εδίσταζεν, ήδη δεν ηδύνατο να εκλέξη, εισήλθεν εις την υπηρεσίαν της Σπάρτης, επέστρεψεν εις την Ελλάδα μετά του Αγησιλάου και ήτο μετ' αυτού, ίσως ουχί μαχόμενος, κατά τα 394, ότ' εκείνος ενίκησε τους συμμαχήσαντας Αθηναίους και Θηβαίους εν Κορωνεία.

Ο Ξενοφών ήτο τότε μόλις 41 ετών, αλλ' η στρατιωτική ζωή του είχε λήξει. Οι Σπαρτιάται του έδωκαν κτήμα εν Σκιλλούντι παρά την Ήλιδα και ίσως μετεχειρίσθησαν αυτόν ως πράκτορα. Επέρασε τα κατόπιν 20 έτη ιδιωτεύων καθώς ανεπτυγμένος χωροδεσπότης· δηλαδή έγραφεν αρκετά, εκυνήγει συχνά και ανέτρεψε τους δύο λαμπρούς υιούς, του τον Γρύλλον και τον Διόδωρον — τους Διοσκούρους, ως εκαλούντο — ώστε να ομοιάσωσι προς τον πατέρα των, ως τύποι του τότε ιπποτισμού. Ο κύριος σκοπός της έπειτα ζωής του Ξενοφώντος ήτο πιθανώς να επιτύχη την άρσιν της εξορίας του, ώστε οι υιοί του να μη μείνωσιν απάτριδες. Τέλος δε κατώρθωσε τούτο· ότε αι Αθήναι ανενέωσαν την προς την Σπάρτην συμμαχίαν, ο λακωνίζων δεν ήτο πλέον προδότης και οι δύο υιοί του κατετάχθησαν εις το παλαιόν του τάγμα. Ότε δε ο Γρύλλος έπεσεν εν Μαντινεία, πλείστοι συνέθεσαν επιγράμματα και επιταφίους εις τιμήν του· τότε ο Ξενοφών δεν ανήκε πλέον εις την σπαρτιατικήν υπηρεσίαν. Εξεδιώχθη εκ Σκιλλούντος υπό ανταρσίας των Ηλείων κατά τα 370 και φυγών επέρασε το υπόλοιπον της ζωής του εν Κορίνθω, ήτις ήτο ουδετέρα.

Των συγγραφικών προϊόντων της εν Σκιλλούντι διαμονής σπουδαιότατον βεβαίως και άριστον κατά το ύφος είναι η Ανάβασις. Φαίνεται δε και έν των παλαιοτάτων, καίτοι χωρία τινά — καθώς το Ε' 3, 9, όπου αναφέρει την εν Σκιλλούντι διατριβήν του διά παρατατικών — προσετέθησαν κατόπιν. Αυτοβιογραφίαι ήσαν τότε σχεδόν άγνωστοι· αλλά την δημοσίευσιν της Αναβάσεως επέβαλλον εις τον Ξενοφώντα αι εν Αθήναις περί της δράσεώς του διαδόσεις, ιδίως δε η ήδη δημοσιευθείσα υπό του Σοφαινέτου του Στυμφαλίου εξιστόρησις της εκστρατείας. Αναγινώσκομεν εν τη Αναβάσει ότι ο Σοφαίνετος ήτο ο πρεσβύτατος των στρατηγών· ότι κάποτε είχεν σχεδόν αρνηθή να υπακούση εις την διαταγήν του Ξενοφώντος όπως περάση επικίνδυνον νάπος· ότι είνε προστιμηθή δέκα μνας διά παράλειψιν καθήκοντος. Ταύτα λέγει περί αυτού ο Ξενοφών, αναμφιβόλως δε η περί Ξενοφώντος διήγησις εκείνου έχρηζεν απαντήσεως. Αλλά διατί ο Ξενοφών εδημοσίευσε το βιβλίον ψευδωνύμως και αναφέρει αυτό εν τοις Ελληνικοίς ως έργον Θεμιστογένους του Συρακοσίου; Βεβαίως δεν επειράτο σπουδαίως ν' αποκρυφθή. Το όλον ύφος αποδεικνύει ότι ο αναφερόμενος τριτοπροσώπως Ξενοφών ο Αθηναίος είναι ο πραγματικός του βιβλίου συγγραφεύς. Η εξήγησις είναι αυτονόητος· ότι δηλαδή η ψευδωνυμία ήτο προφύλαξις από δυνατής συκοφαντίας, υπαγορευομένη υπό της νομικής καταστάσεως του Ξενοφώντος, ο οποίος ήτο άτιμος, δηλαδή εκτός του νόμου· ήτο λοιπόν απηγορευμένον εις αυτόν το εν τη Αττική «λέγειν και πράττειν» κατά την νομικήν έννοιαν των λέξεων. Αφού δε δεν ηδύνατο να έχη κτήματα, ποία τάχα ήτο η θέσις βιβλίου, όπερ έγραψεν άνθρωπος τοιούτος; Υπέκειτο άρα γε εις καύσιν, καθώς τα έργα του Πρωταγόρου; Ή ο βιβλιοπώλης υπέκειτο εις καταδίωξιν; Πιθανώτατα λοιπόν ήτο φρόνιμον χάριν του νομικού τύπου να εκδοθή το βιβλίον υπό ασφαλέστερον όνομα.

Το ύφος της Αναβάσεως δεν είναι πολύ έντεχνον και η διήγησις είναι κάποτε άτονος, ενώ τα γεγονότα είναι ζωηρότατα. Και όμως εν τω συνόλω αισθανόμεθα μετά του Γίββωνος ότι «το τερπνόν τούτο έργον είναι πρωτότυπον και αυθεντικόν», τούτο δε αποτελεί ανεκτίμητον χάριν. Πλείσται λεπτομέρειαι είναι ζωνταναί· π.χ. οι Μοσσύνοικοι επιδεικνύουσι τα σιτευτά των παιδία «τεθραμμένα καρύοις φθοις» εις τους θαυμάζοντας Έλληνας, οι παρά την Τραπεζούντα αγώνες δρόμου [Δ' 8,26] γίνονται από λόφου «καλλίστου τρέχειν όπου αν τις βούληται»· οι Θυνοί καλούσιν ονομαστί τον Ξενοφώντα να εξέλθη εκ του οικήματος και ν' αποθάνη γενναίως παρά να μένη εντός και να κατακαή· υπάρχουσι δ' εκατοντάδες τοιούτων χωρίων. Εννοείται ότι ο Ξενοφών σφάλλεται κάποτε εις τας αποστάσεις και τας λεπτομερείας και η ρωμαντική τάσις, την οποίαν ευρίσκομεν εις την Κύρου παιδείαν, έχει ελαφράν αλλ' ορατήν επίδρασιν και εις την Ανάβασιν. Αι δε διακοσμητικαί προσλαλιαί είναι πενιχραί και όχι πειστικαί. Και όμως εν τω συνόλω είναι δροσερόν και χαριτωμένον έργον, όπου ο συγγραφεύς επιτυγχάνει τουλάχιστον να μη παραλύη διεγερτικωτάτην ιστορίαν.

Τα λοιπά του έργα θα διέλθωμεν ακροθιγώς. Ότε ο Σωκράτης κατηγορήθη και παρεξηγήθη, ότε ο Πλάτων και οι άλλοι Σωκρατικοί υπερήσπισαν τον διδάσκαλον, ησθάνθη και ο Ξενοφών υποχρέωσιν να γράψη τα Απομνημονεύματά του. Η αξιόλογος μνήμη του τον εβοήθησε πολύ, ώστε απεικόνισε τοιούτον Σωκράτη, οποίον θ' ανεγνώριζεν ως αληθή και μέτριος άνθρωπος σύγχρονός του. Ο Πλάτων, εξημμένος υπό των ιδίων του θεωριών, αναποφεύκτως μετέβαλε τον Σωκράτη. Αλλά του Ξενοφώντος αι ιδέαι ήσαν μικρότεραι και ευπειθέστεραι. Ο Ξενοφών δεν παρεμόρφωνεν εκτός οσάκις παρενόει. Εις τας κατόπιν εκδόσεις των Απομνημονευμάτων παρενέβαλε λεπτομερή αντίκρουσιν των κατά της μνήμης του Σωκράτους κατηγοριών του «κατηγόρου», ως ονομάζει τον Πολυκράτη, εκεί δε φαίνεται ότι αφήκε την φαντασίαν του μάλλον ελευθέραν. Αφού δε ο Πλάτων έγραψε την Απολογίαν, ο Ξενοφών ηύρε μερικά κενά· εζήτησε και εδημοσίευσε μικρόν ιδικόν του σημείωμα, την Απολογίαν. Αφού πάλιν ο Πλάτων έγραψε το Συμπόσιον, ο Ξενοφών δεν έμεινεν εντελώς ευχαριστημένος εκ της φανταστικής εντυπώσεως του αριστουργήματος εκείνου· διώρθωσε λοιπόν αυτό, γράψας ιδικόν του Συμπόσιον, επίσης φανταστικόν — διότι ήτο παιδίον ότε συνέβη το υποτιθέμενον συμπόσιον — αλλά πολύ ακριβέστερον, έργον διασκεδαστικόν και διά την αρχαιομάθειαν άξιον πολλού λόγου.

Άλλο παράρτημα των Σωκρατικών συγγραμμάτων του Ξενοφώντος, ο Οικονομικός, όπου ο Σωκράτης δίδει συμβουλάς περί διοικήσεως οίκου και των καθηκόντων ανδρός και γυναικός, κινεί κάπως ιδιαιτέρως την συμπάθειαν των νεωτέρων. Η σύζυγος είναι χαριτωμένη, καθώς αι ηρωίδες του Θακεραίη, αλλά περισσότερον δεκτική μορφώσεως, και ο μικρός διάλογος, λαμβανόμενος ομού μετά των αντιστοίχων μερών των Απομνημονευμάτων και της Κύρου παιδείας, αποτελεί το μόνον σχεδόν κατά την περίοδον ταύτην παράδειγμα της αττικής αντιλήψεως περί του ιδεώδους τύπου της συνήθους γυναικός και των συνήθων ευτυχών γάμων. Ο σοφιστής Αντιφών, ο οποίος εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έγραψε κατά το αυτό πνεύμα, πραγματικώς είναι φιλοσοφικώτερος.

Ο Ιέρων είναι διάλογος περί των τέρψεων του άρχοντος μεταξύ του τυράννου Ιέρωνος και του ποιητού Σιμωνίδου. Ο δε Αγησίλαος είν' εγκώμιον του Ξενοφώντος προς τον βασιλικόν του φίλον, κατεσκευασμένον κυρίως εξ αποσπασμάτων των Ελληνικών και δεικνύον Ισοκρατικήν τινα επιμέλειαν περί το ύφος.

Το μακρότατον του Ξενοφώντος έργον, τα Ελληνικά, διαιρείται εις δύο μέρη διακρινόμενα και κατά τον χρόνον και κατά το ύφος. Το Α' και Β' βιβλίον είναι προφανώς συνέχεια του Θουκυδίδου μέχρι τέλους του πελοποννησιακού πολέμου. Τα δε λοιπά βιβλία περιέχουσι τα χρονικά της Ελλάδος μέχρι της μάχης της Μαντινείας, καταλήγουσι δε διά της φράσεως «εμοί μεν δη μέχρι τούτου γραφέσθω· τα δε μετά ταύτα ίσως άλλω μελήσει». { So far I have written ; what came after will perhaps be another's study } Το πρώτον μέρος, αν και πολύ κατώτερον του Θουκυδίδου κατά την ακρίβειαν, την αντίληψιν, την ενότητα και το ύφος, είν' αισθητώς υπέρτερον του υπολοίπου έργου. Τα Ελληνικά, καίτοι πολλάκις λαμπρά και σαφή κατά τας λεπτομερείας, ως ιστορία είναι ασθενής. Έξω της ιδίας του παρατηρήσεως, ο Ξενοφών είναι λίαν αδύνατος. Η χρονολογία είναι σφαλερά· η σειρά των γεγονότων ακατάληπτος· του δε Επαμεινώνδου ουδεμία υπάρχει εκτίμησις. Όταν δε αναλογισθώμεν ότι η πενιχρά αύτη ιστορία είν' έργον ανδρός ικανού, πολλήν έχοντος πείραν και εξαιρετικάς ευκολίας προς συλλογήν πληροφοριών, τότ' εκτιμώμεν ακριβέστερον την έκτακτον ιδιοφυίαν του Θουκυδίδου.

Έχομεν μίαν πραγματείαν περί της Λακεδαιμονίων πολιτείας, δοκίμιον Περί προσόδων ήτοι των οικονομικών των Αθηνών, τον Ιππαρχικόν, λόγον προς διδασκαλίαν ιππάρχων, τον περί Ιππικής προς διδασκαλίαν ιδιωτών ιππέων, και τον Κυνηγετικόν. Το έργον τούτο υποπτεύεται ένεκα του ύφους, αλλά δυνατόν να είναι νεανικόν. Του δε Περί προσόδων η γνησιότης εξαρτάται κατά μέρος από χρονολογικών ζητημάτων, αλύτων εισέτι· είναι βιβλίον περίεργον και φαίνεται ότι εγράφη προς υποστήριξιν της ειρηνικής πολιτικής του Ευβούλου. Τα δε περί ιππικής δύο εγχειρίδια δεν εμπνέουσιν υψηλήν ιδέαν περί της στρατιωτικής πειθαρχίας των Ελλήνων και είναι ολιγώτερον συστηματικά παρά το Τακτικόν υπόμνημα περί του πώς χρη πολιορκουμένους αντέχειν του συγχρόνου του Αρκάδος ΑΙΝΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ (284)

Η δε Κύρου παιδεία δεν είναι ιστορικόν μυθιστόρημα· εάν ήτο τοιούτο, ο Ξενοφών θα ήτο είς των μεγάλων εισηγητών φιλολογικού είδους· είναι πραγματεία περί του ιδεώδους κυβερνήτου και της αρίστης κυβερνήσεως εις σχήμα ιστορίας του μεγάλου Κύρου, όπου η αλήθεια υποτάσσεται εις την διδαχήν. Ο Ξενοφών πιθανώς έλαβε το είδος τούτο παρά του Προδίκου, προτιμήσας αυτό αντί του συνήθους Σωκρατικού φανταστικού διαλόγου. Η Κύρου παιδεία εθαυμάσθη μεγάλως κατά τους αρχαίους χρόνους και τον ιη' αιώνα· το ύφος είν' εντελέστερον παντός άλλου έργου του Ξενοφώντος. Το Ανατολικόν χρώμα διατηρείται καλώς· τα επεισόδια περιέχουσι πολλά τραγικά μέρη, τα οποία δεν εμποιούσι πολλήν εντύπωσιν διά μόνον τον λόγον ότι η νεωτέρα καλαισθησία θέλει περισσοτέραν επεξεργασίαν ή όσην έστεργεν ο Ξενονοφών. Το δε πολιτικόν ιδανικόν, το οποίον αποτελεί τον κύριον του βιβλίου σκοπόν, διαγράφει νόστιμα ο Croiset ως «Βερσαλλίας του ιδ' Λουδοβίκου, διωρθωμένας υπό του Φενελώνος». Εάν πιστεύσωμεν την μαρτυρίαν του Λατίνου γραμματικού Αύλου Γελλίου, η Κύρου Παιδεία ήτο προωρισμένη ως αντίρροπον της Πολιτείας του Πλάτωνος!

Ο Ξενοφών ήτο ερασιτέχνης των γραμμάτων, όπως και του πολέμου και της φιλοσοφίας και της πολιτικής και των κυνηγίων. Ήτο δεκτικός πάσης επιδράσεως, η οποία δεν αντέκειτο προς την ηθικήν του. Το ύφος του είναι απλούν, αλλ' όχι πάντοτε· κάποτε κλίνει προς την καλλιέπειαν· το δ' εγκώμιον του Αγησιλάου δεν περιέχει χασμωδίας και μαρτυρεί την επίδρασιν του Ισοκράτους· αι δημηγορίαι των ιστοριών του και η όλη σύλληψις των Ελληνικών μηνύουσι την επίδρασιν του Θουκυδίδου. Αλλά το παράδειγμα του Πλάτωνος άγει τον Ξενοφώντα εις σύστημα μιμήσεως και διορθώσεως σχεδόν ανόητον. Και η γλώσσα του είν' επίσης δεκτική διαφόρων στοιχείων. Δεικνύει την διαλογικήν και δημοκρατικήν εκείνην έλλειψιν πάσης αποκλειστικότητος, η οποία ετάρασσε τον γράψαντα την Αθηναίων πολιτείαν Ολιγαρχικόν· περιέχει παλαιάς αγροτικάς λέξεις, ποιητικάς λέξεις, λέξεις της lingua franca των εν Ασία μισθοφόρων, και πιθανώς εμφαίνει και την μακράν εν ξέναις χώραις διαμονήν, αλλά διορισμούς δεν έχει. Εάν δε παρά πάντα ταύτα ο Ξενοφών κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους εθεωρήθη ως υπόδειγμα «αττικισμού», τούτο παρείχεν η αρχαϊκή του απλότης και ευκολία εις το γράφειν, inaffectata jucunditas αυτού. Είναι αττικός κατά τούτο, ότι ουδέν έχει παρένθυρσον { he has no bombast }, ουδέποτ' επιδιώκει να «κάμη εντύπωσιν», δύναται δε να ομιλή περί πολλών ζητημάτων, κινών το διαφέρον χωρίς να υψώνη στομφωδώς τον τόνον της φωνής του. (285)

ΙΣΤ'

ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Πλείστοι ερασταί των ελληνικών γραμμάτων, όσον και αν εκτιμώσι την πρόδηλον αξίαν των Ελλήνων ποιητών και ιστοριογράφων, δυσκολεύονται να θαυμάσωσιν ή και ν' αναγνώσωσι τον Λυσίαν, τον Ισοκράτη και τον Ισαίον. Η τοιαύτη απαρέσκεια είναι κατά μέρος μεν εύλογος, διότι οι Έλληνες ρήτορες δεν απεκάλυψαν εις τον κόσμον τόσα, όσα οι Έλληνες ποιηταί. Εξ άλλου δ' όμως είν' αποτέλεσμα παρεξηγήσεως. Ημείς περιμένομεν να εύρωμεν ό,τι καλούμεν «ευγλωττίαν», ν' «απαγγείλωμεν», τους αρχαίους όπως τους νεωτέρους, τον Βούρκε (286) τον Γράτταν (287) και τον Βοσσουέτον, και κατόπιν ευρίσκομεν ότι, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, τούτο δεν είναι δυνατόν. Και ο μεν Δημοσθένης είναι πράγματι δεινός, εάν δε μη ενθουσιάζη τους κοινούς νεωτέρους αναγνώστας, αιτία είναι μόνον ότι ο νεώτερος αγαπά περισσοτέραν λάμψιν και διάχυσιν και δεν δύναται ως ο αρχαίος ν' αρπάση αμέσως τα κύρια του λόγου σημεία. Αλλά τους παλαιοτέρους αττικούς ρήτορας βέβαιον είναι ότι οι πλείστοι κλείουσιν όλως ψυχροί, απορούντες διά ποίαν τέχνην ή χάριν εσώθησαν επί δύο χιλιετηρίδας ο Κατά των σιτοπωλών λόγος του Λυσίου ή ο Περί του Κλεωνύμου κλήρου του Ισαίου.

Η αλήθεια είναι ότι αποβλέπομεν προς τους συγγραφείς εκείνους ως «ρήτορας», πειθόμενοι εις την παράδοσιν. Η παράδοσις προέρχεται αφ' ενός μεν από των Ρωμαίων, οι οποίοι εστήριξαν όλην την αγωγήν εις την ρητορικήν, αφ' ετέρου ο εκ της προς το ύφος λατρείας των μεταγενεστέρων ελληνικών σχολών. Τύπος σχολικού κριτικού είναι Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, διδάσκαλος της ρητορικής κατά τους χρόνους του Αυγούστου, έχων αρκετήν ευφυίαν και πολύν ενθουσιασμόν, αλλά μη προσέχων εις τίποτε άλλο παρά την τεχνικήν ρητορικήν. Ο Διονύσιος κρίνει πάντας, Θουκυδίδην τον ιστορικόν, Πλάτωνα τον φιλόσοφον, Ισοκράτη τον δημοσιολόγον, Ισαίον τον νομικόν, Λυσίαν τον δικηγόρον, πάντας από της αυτής απόψεως — απόψεως ανθρώπου, όστις κατέτριψεν όλην του την ζωήν εις την απουδήν και την διδασκαλίαν του ύφους, και έγραψεν είκοσι βιβλία ιστοριών αποβλέπων μόνον εις το ύφος. Εις την αντίληψιν του ύφους είναι πράγματι έξοχος. Βλέπει όσα δεν διακρίνομεν ημείς και αισθάνεται περισσότερον ημών. Ομιλεί με αληθινόν μίσος κατά του Ασιατικού ή ανθηρού ύφους, όπερ εξέβαλε το γνήσιον και απέριττον Αττικόν. Τοιουτοτρόπως η παράδοσις παρημέλησε τους ιστοριογράφους, τους κωμικούς, τους φιλοσόφους, τους επιστήμονας και εκολλήθη εις τους ανθρώπους τους γράψαντας λόγους, τούτους δε, οιοσδήποτε και αν ήτο ο σκοπός των ή το περιεχόμενον του έργου των, κρίνει πάντας ως ρήτορας τεχνικούς.

Δι' ημάς η σπουδαιότης των ρητόρων είναι τριττή· πρώτον δεικνύουσι τον βαθμιαίον σχηματισμόν κανονικής και σταθεράς πεζογραφίας. Οι πρώτοι τεχνίται του πεζού λόγου είχον υπερβολικά κοσμήματα· ο Γοργίας ήτο παραπολύ ποιητικός, ο Αντιφών βαρύς, ο Θουκυδίδης δύσκολος. ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ο Χαλκηδόνιος απέφυγε πιθανώς την σειράν ταύτην των σφαλμάτων. Το ύφος του ήτο «μέσον» μεταξύ του πομπικού ύφους του Γοργίου και της οικειότητος του καθ' ημέραν λόγου. Αι κoμψαί και έρρυθμοι αυτού περίοδοι ήρεσκον εις τον Αριστοτέλη. Αλλ' ήτο δικηγόρος, όχι λογoγράφος. Το δε κατόπιν βήμα έκαμεν ο ΛΥΣΙΑΣ. O Λυσίας είχε μεγίστην πελατείαν ως συγγραφεύς λόγων επί της παλινορθωθείσης δημοκρατίας και χωρίς πολλής ρητορικής ή βαθείας γνώσεως των νόμων εφημίζετο ότι σχεδόν πάντοτε εκέρδιζε τας δίκας του. Το ύφος του είναι ύφος κοινού εξύπνου ανθρώπου, ο οποίος λέγει την υπόθεσίν του και αναπτύσσει τα επιχειρήματά του τόσον τιμίως, ώστε οι λόγοι του αντιδίκου να φαίνωνται τεχνητοί και απατηλοί. Εντός των ορίων τούτων ο Λυσίας έχει και τέλειον ύφος· αλλ' είναι και άνθρωπος ολίγης φαντασίας και γνωρίζων ότι αποτείνεται προς δικαστάς, δεν επιτηδεύει κανονικόν λογοτεχνικόν ύφος. Ο ΙΣΑΙΟΣ, βαθύς νομικός και δυνατός εις τα επιχειρήματα, έτι περισσότερον απέχει τοιούτου σκοπού. Ο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ηυστόχησεν. Το ύφος της σχολής του — όπου ανεπτύσσοντο νέοι δυνατοί εις τα γράμματα, την φιλοσοφίαν, την ιστορίαν και δυνάμενοι να πραγματευθώσι μεγάλα ζητήματα υπό φιλελεύθερον, πανελλήνιον πνεύμα, — κατά μίαν μεν έποψιν αποτελεί την τελειοποίησιν της αρχαίας πεζογραφίας, κατ' άλλην δε την καταστροφήν εκείνου, όπερ ήτο χαρακτηριστικώτατα αττικόν ή ελληνικόν. Δηλαδή το ύφος του Ισοκράτους είναι λιτόν, ορθόν, εύφωνον, απρόσωπον, αλλ' είναι και το πρώτον ελληνικόν ύφος το δυνάμενον να θεωρηθή άσχημον. Διήρκεσεν από της ημέρας εκείνης μέχρι τούδε, και είναι η βάσις της λατινικής πεζογραφίας και των νεωτέρων. Εθυσίασε τα θέλγητρα της ελληνικής εκφράσεως, την ατομικότητα, την στενήν σχέσιν μεταξύ σκέψεως και γλώσσης, την φυσικότητα του πνεύματος, το οποίον βλέπει τα πράγματα γυμνά και εκφράζει πάντα στοχασμόν διά των κοινοτάτων όρων. Η ροπή του Ισοκράτους ήτο μεγίστη εις όλην την ιδίως λογοτεχνίαν· αλλ' η επιστημονική εργασία και η ζώσα ρητορική εβάδισαν τον δρόμον των, ολίγα διδαχθείσαι παρ' αυτού.

Δεύτερον, οι ρήτορες έχουσι μεγάλην ιστορικήν αξίαν. Πάντες ήσαν Αθηναίοι και πάντες ήκμαζον μεταξύ του 420 και 320 π. Χ. Αι άλλαι περίοδοι και αι άλλαι πόλεις είτ' εστερούντο της παιδείας και της ελευθερίας της αναγκαίας προς άνθησιν πολιτικής ρητορείας, είτε, καθώς συνέβη περί των Συρακουσών, παρημελήθησαν υπό της παραδόσεως. Οι αττικοί ρήτορες είναι η κυρία δι' ημάς πηγή του αττικού νόμου και μας εισάγουσιν εις τα δικαστήρια μεγάλης πόλεως, εις τους νομικούς, τους δικαστάς, τους απατεώνας και τους συκοφάντας, τους ζητούντας να κερδίσωσι πολιτικά κεφάλαια διά της καταμηνύσεως εντίμων πολιτών. Τα αθηναϊκά πινάκια ήσαν ολιγώτερον αηδή ή πολλά μεταγενέστερα ένεκα της ηπιότητος του νόμου και της σχετικής ελλείψεως μεγάλων κακουργημάτων. Το λυπηρότατον φαινόμενον είναι η βάσανος των δούλων μαρτύρων αλλά και επί τούτων η υπερβολική σκληρότης ήτο απηγορευμένη, και πάσα βλάβη δούλου, πρόσκαιρος ή μόνιμος, ετιμωρείτο διά χρηματικής ζημίας. Αλλ' η αθηναϊκή βάσανος θα εφαίνετο πιθανώς παιγνίδιον εις τους μαστιγωτάς της Ρώμης και της νεωτέρας Ευρώπης. Ευτυχώς δε και οι κύριοι των δούλων φαίνεται ότι συχνότερον ηρνούντο να επιτρέψωσι τοιαύτην εξέτασιν, έστω και προς ζημίαν της υποθέσεώς των. Πάντα τα επιχειρήματα σχετίζονται προς την αξίαν ή απαξίαν τοιαύτης μαρτυρίας και προς τους λόγους, διά τους οποίους ο κύριος επέτρεψεν αυτήν ή όχι. Ίσως δε το παραδοξότατον είναι ότι διάδικός τις ζητεί την βάσανον μιας δούλης, όπως υποδείξη ότι ο μη δεχόμενος αντίδικος έχει έρωτα προς αυτήν.

Αλλ' οι ρήτορες έχουσι και άλλην, σπουδαιοτέραν ταύτης σημασίαν. Αι πραγματικαί λέξεις του Δημοσθένους και αυτού του Ισοκράτους περί δεινής τινος περιστάσεως είναι πηγαί γνησιώτεραι πάσης λογοτεχνικής ιστοριογραφίας. Διότι δεικνύουσι ψηλαφητάς τας τότε μεθόδους, τας ιδέας, τας πολιτικάς και ηθικάς αρχάς της δ' εκατονταετηρίδος ή μάλλον θα δείξωσιν αυτάς, όταν μελετηθώσι κάλλιον και κατανοηθώσι. Οι ρήτορες ρίπτουσι φως εις την θρησκείαν, ως ο Λυσίας εν τω Υπέρ τον σηκού λόγω, όπου ο κατηγορούμενος απολογείται διά την εκ του αγρού του εκρίζωσιν ιεράς ελαίας, και ο Υπερείδης εν τω Υπέρ Ευξενίππου· όρος τι εν Ωρωπώ ελέγετο ανήκον εις τον Αμφιάραον, ο δ' Ευξένιππος προσετάχθη υπό του δήμου να εγκατακλιθή εις το ιερόν και να είπη το όνειρόν του· το όνειρόν του ήτο προς όφελος του θεού, ο δε Πολύευκτος έκαμε πρότασιν συμφώνως προς αυτό· αλλ' η εκκλησία του δήμου, παραβλέψασα το όνειρον, απεφάσισεν ότι η πρότασις ήτο παράνομος και εζημίωσε τον Πολύευκτον 25 δραχμάς. Εκείνος ουχί αδίκως οργισθείς, εστράφη κατά του Ευξενίππου και εισήγγειλεν αυτόν «λέγειν μη τα άριστα τω δήμω τω Αθηναίων».

Πολύ φως ρίπτεται και εις την πολιτικήν, ιδίως υπό του Λυσίου εις την πολιτικήν των φατριών μετά την μεταβολήν του 404. Ίνα λάβωμεν έν παράδειγμα, ο σύντομος Κατά των σιτοπωλών λόγος του διαφωτίζει ζωηρότατα την τότε οικονομικήν κατάστασιν και την πονηρίαν των εμπόρων εκείνων, [οίτινες ήσαν μέτοικοι]. Ο δημοκρατικός ηγέτης Άνυτος ήτο σιτοφύλαξ κατά το έτος 388. Διά να κράτηση δε χαμηλήν την τιμήν του σίτου, συνεβούλευσε τους σιτοπώλας, «μη αλλήλοις αντωνείσθαι», να μη διαγωνίζωνται προς αλλήλους αγοράζοντες. Εκείνοι ενωθέντες, ηγόρασαν το όλον. Αλλ' επειδή ο νόμος απηγόρευε ρητώς [μη «πλείω σίτον συμπρίασθαι πεντήκοντα φορμών», κατεμηνύθησαν εις την βουλήν, ήτις παρέπεμψε την υπόθεσιν εις την ηλιαίαν.] Οι σιτοπώλαι ήσαν πανίσχυροι· και βλέπομεν τον Λυσίαν τον μέγαν δημοκρατικόν ρήτορα αγωνιζόμενον να θυσιάση αυτούς και να προασπίση τον Άνυτον.

Εν τέλει, θα ήτο παράλογον ν' αρνηθώμεν ότι η ελληνική ρητορική δεν έχει μόνιμον κάλλος. Οι Φιλιππικοί, οι Ολυνθιακοί, ο Περί του στεφάνου έχουσι τον αέρα εκείνον του αιωνίου μεγαλείου, τον οποίον αποπνέουσι μόνον τα ύψιστα της φαντασίας έργα· Ο Υπερείδης, ο Αισχίνης, ο Ανδοκίδης έχουσιν ύφος διάφορον, αλλά πάντες καταλείπουσι δυνατήν εντύπωσιν. Και συνήθης δε λόγος του Λυσίου πρέπει να τύχη της προσοχής του κόσμου, ως υπόδειγμα του ύφους, της λέξεως εκείνης, ήν ο Διονύσιος ονομάζει «λιτήν και αφελή», δηλαδή έχουσαν πάσαν φράσιν σαφή, χωρίς πλατειασμόν, χωρίς υπερβολήν, χωρίς άλλον διάκοσμον εκτός της φυσικής χάριτος και της οξύτητος της γνησίως αττικής. Βεβαίως δεν είν' έργον τέχνης κατά την αυτήν έννοιαν όπως ποίημα του Σοφοκλέους. Η λογογραφία δ' όμως ήτο τέχνη κατά τούτο, ότι είχε κανόνας και σκοπόν, αλλ' ο σκοπός ήτο να πείση τους δικαστάς, όχι να δειχθή ωραία· ας μη πλανώμεθα εκ του Κικέρωνος και των μεταγενεστέρων περί ρητορικής τεχνοκριτών αυτοί λαλούσι τεχνικώς. Επαινούντες την φιλοπονίαν των μεγάλων, λέγουσιν ότι ο Ισοκράτης ειργάζετο δέκα έτη διά να συνθέση τον Πανηγυρικόν τούτο είνε μεν διδακτικόν, αλλά και αδύνατον ν' αληθεύη, διότι ο Πανηγυρικός αναφέρεται εις ωρισμένην πολιτικήν κατάστασιν, η οποία δεν διήρκεσε δέκα έτη.

Ο τόνος των ρητόρων τούτων διαφέρει εντελώς του τόνου των λοιπών, είτε των μεταγενεστέρων, ως του Διονυσίου, είτε των παλαιοτέρων, ως του Αλκιδάμαντος και του Γοργίου. Πλην του Ισοκράτους, όστις επανειλημμένως ομολογεί ότι είνε διδάσκαλος της ρητορικής και όχι ρήτωρ, ευρίσκομεν την αυτήν περί ρητορικής αρχήν κρατούσαν και τότε, όπως σήμερον, ότι δηλαδή αληθινός λόγος εθεωρείτο ο απαγγελλόμενος και ότι η προπαρεσκευασμένη ή επαγγελματική ρητορική κατεγελάτο· εάν ο Αισχίνης επανελάμβανεν ανόητον του Δημοσθένους φράσιν, έπραττεν όπως θα έπραττε και σημερινός πρακτικός πολιτικός. Εις τους νεωτέρους αναγνώστας φαίνονται τεχνητοί κυρίως οι εις την ευφωνίαν αναφερόμενοι κανόνες της αρχαίας πεζογραφίας. Η αρχαία λογοτεχνία εγράφετο διά ν' αναγνωσθή μεγαλοφώνως και η μεγαλόφωνος αυτή ανάγνωσις παρέχει την κλείδα των κανόνων του ρυθμού και της χασμωδίας, ερμηνεύει δε και πολλά του συστήματος της στίξεως, π. χ την στιγμήν, την σημαίνουσαν εγκαίρως ότι πλησιάζει το τέλος της φράσεως. Σήμερον ημείς ολίγον αισθανόμεθα τον ρυθμόν και ολιγώτερον την χασμωδίαν, ήτοι την άμεσον σύμπτωσιν δύο φωνηέντων, ενώ εξ άλλου κάλλιστα αισθανόμεθα την ομοιοκαταληξίαν. Απεναντίας δε οι Έλληνες δεν απέβλεπον μεν εις την ομοιοκαταληξίαν, αλλ' ησθάνοντο βαθυτάτα τον ρυθμόν και απεστρέφοντο την χασμωδίαν. Η χασμωδία απηγορεύετο απολύτως εν τη στιχουργία. Εν δε τη προσεκτική πεζογραφία απεφεύγετο κατά διαφόρους βαθμούς υπό των πλείστων συγγραφέων μετά τα 380 περίπου π. Χ. Την συνήθειαν ταύτην θεωρείται ότι εισήγαγεν ο Ισοκράτης, ηκολούθησαν δε πάντες οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι και οι λογοτέχναι, και αυτός ο Πλάτων και ο Ξενοφών κατά τους πρεσβυτικούς των χρόνους (288). Οι ρήτορες οι δημοσιεύοντες τα έργα των ησθάνθησαν υποχρέωσιν να φυλάξωσι την επικρατήσασαν συνήθειαν. Βεβαίως κατά τας πραγματικάς συζητήσεις της εκκλησίας τοιαύται λεπτολογίαι δυσκόλως ήσαν κατορθωταί ή αισθηταί, αλλά δημοσιευόμενος λόγος έπρεπε να είχε το τεχνικόν του κτένισμα. Αλλά γραπτός λόγος ήτο κάτι εξαιρετικόν. Οι συνήθεις ρήτορες, ο Καλλίστρατος, ο Θρασύβουλος, ο Λεωδάμας ηρκούντο απλώς εις το λέγειν. Και αυτός ο Δημοσθένης θα είπε δεκαπλάσια των όσα έχει γράψει.

Οι σωζόμενοι λόγοι είναι τριών ειδών. Πρώτον είναι οι λόγοι, τους οποίους έσωσαν οι αγοράσαντες αυτούς πελάται· τοιούτοι είναι οι επτά Υπέρ Απολλοδώρου λόγοι της Δημοσθενείου συλλογής, ο Υπέρ Λυκόφρονος και ο Κατ' Αθηνογένους λόγος του Υπερείδου και πλείστοι των κληρονομικών του Ισαίου. Ομοία είναι και η του Λυσίου Κατηγορία προς τους συνουσιαστάς κακολογιών, όπου ανώνυμός τις καταγγέλλει τον σύλλογον των φίλων — αποσύρεται της λέσχης του, όπως θα ελέγομεν ημείς — διά τον λόγον ότι τον εκακολογούσαν «και τους δοκούντας είναι φίλους αδικούντας» εύρισκε. Αναμφιβόλως θα υπήρχον και άλλαι εκδόσεις της υποθέσεως και ο λόγος της αντιγραφής και κυκλοφορίας του λόγου είναι φανερός [αλλ' η γνησιότης αμφισβητείται]. Και άλλο απόσπασμα του Λυσίου έχει την αυτήν περίπου αρχήν. Το β' μέρος του υπέρ Πολυστράτου λόγου (από της 11 § κεξ.) δεν είναι υπεράσπισις του Πολυστράτου, αλλ' ηθική ικανοποίησις αυτού του λέγοντος, του υιού του εναγομένου.

Κατόπιν έχομεν τα δημοσιεύματα αυτών των ρητόρων, ενίοτε μεν απλά γραπτά φυλλάδια, άλλοτε δε πραγματικούς λόγους, εκδιδομένους εις μόνιμον σχήμα, όπως αναγνωσθώσιν υπό περισσοτέρων. Ο Περί των μυστηρίων του Ανδοκίδου είναι υπεράσπισις του βίου του ρήτορος, άνευ της οποίας δεν θα ηδύνατο ίσως να ζήση εν Αθήναις. Τοιούτοι ήσαν και οι αντίπαλοι Περί του στεφάνου λόγοι. Ο Αισχίνης έχασε την δίκην και την υπόληψίν του· προς υπεράσπισίν του λοιπόν εδημοσίευσεν επιθεωρημένην και βελτιωμένην έκδοσιν του λόγου του, απαντών εις σημεία, τα οποία παρέδραμε κατά την πραγματικήν δίκην. Τούτο παρεκίνησε τον Δημοσθένην, όστις τότε δεν θα έγραφε πλέον, να επιθεωρήση και δημοσιεύση την απάντησίν του. Αλλά πλείστοι των πολιτικών λόγων, καθώς οι Ολυνθιακοί και οι Φιλιππικοί, φαίνονται ότι εδημοσιεύθησαν προς υπεράσπισιν ωρισμένης πολιτικής· είναι δε αξιοσημείωτον ότι εις την δημοσίευσιν κατέφευγον ιδίως οι αντιπολιτευόμενοι, δεν κατέβαινον δε εις αυτήν οι κατέχοντες την εξουσίαν.

Υπάρχουσι περιπτώσεις τινές, όπου σκοπός της δημοσιεύσεως ήτο καθαρώς λογοτεχνικός ή εκπαιδευτικός. Τα λεγόμενα λείψανα του Γοργίου, οι δύο λόγοι του Αλκιδάμαντος και δύο του Ισοκράτους είναι «καθαρά λογοτεχνία». Αι τετραλογίαι του Αντιφώντος είναι παιδευτικά γυμνάσματα έχοντα πολιτικόν σκοπόν. Οι μεγάλοι επιδεικτικοί λόγοι είναι άξιοι καλυτέρας επωνυμίας. Εκφράζουσι το τότε πανελληνικόν αίσθημα και δεν είναι πρακτικοί μόνον διά τον λόγον ότι το διεθνές δίκαιον δεν περιέχει εκτελεστικήν εξουσίαν. Ο Γοργίας διά του Ολυμπιακού του 408 προέτρεπεν εις ωρισμένην πανελληνικήν πολιτικήν εναντίον της Περσίας. Ο Λυσίας κατά τα 388 ανέμειξε τας Αθήνας εις γενναίαν μεν αλλ' αγρίαν προσβολήν κατά του Διονυσίου των Συρακουσών. Μετά δύο δε ολυμπιάδας ο Ισοκράτης έδωκεν εις το Πανελλήνιον το αριστούργημα της πολιτικής κριτικής, τον Πανηγυρικόν. Οι δ' επιτάφιοι οι λεγόμενοι κατ' έτος εις τους εν τω πολέμω πεσόντας ήσαν θρησκευτικοί λόγοι κάπως τυπικοί και σπανίως εδημοσιεύοντο. Το μόνον σωζόμενον γνήσιον παράδειγμα έχει πρακτικόν σκοπόν, την υπεράσπισίν της κατά τα 323 πολεμικής πολιτικής του Υπερείδου. Και αναμφιβόλως ο μη σωθείς Επιτάφιος του Δημοσθένους περιείχεν ομοίαν δικαιολογίαν περί της Χαιρωνείας.

Η δημοσίευσις λοιπόν λόγου τινός εξηρτάτο κυρίως εκ πρακτικών υπολογισμών, ελάχιστα δ' εκ της καλλιτεχνικής αξίας αυτού του λόγου. Η δε διατήρησις των δημοσιευθέντων ήτο κατά μέγα μέρος ζήτημα τύχης. Η πολλή ζήτησις και περισυλλογή βιβλίων δύναται να χρονολογηθή αδρομερώς από της ιδρύσεως της Αριστοτελικής Σχολής κατά τα 335 π. Χ. Οι Περιπατητικοί έδωσαν την αρχήν εις την Σχολήν της Αλεξανδρείας. Εκείνοι ανεζήτησαν άξια λόγου βιβλία, καθώς ηρεύνησαν ιστορικά και φυσικά γεγονότα, Όπως καταλέξωσι και μελετήσωσιν αυτά. Καίτοι δε ο Αριστοτέλης μικράν πιθανώς απέδιδε σημασίαν εις τα έργα του Δημοσθένους και του Υπερείδου ή και του Λυσίου, το παράδειγμα το οποίον είχε δώσει, εξησφάλισε κάπως την διατήρησιν παντός χειρογράφου κυκλοφορουμένου υπό γνωστόν όνομα. Αυτή η ιδέα των μεγάλων βιβλιοθηκών του επομένου αιώνος ουδέποτε θα εγεννάτο, αν μη υπήρχον ήδη μεγάλαι βιβλιοθήκαι και διαδεδομένος ζήλος προς συντήρησιν βιβλίων (289).

ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΡΗΤΟΡΩΝ

Οι μέχρις Ισοκράτους


Κανών αγνώστου αρχής — όν έσωσε Καικίλιος ο Καλακτίνος, αλλ' ουχί και ο σύγχρονος αυτού Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς — καταλέγει δέκα κατ' εξοχήν Αττικούς ρήτορας· ήτοι Αντιφώντα, Ανδοκίδην, Λυσίαν, Ισοκράτην, Ισαίον, Λυκούργον, Αισχίνην, Υπερείδην, Δημοσθένη και Δείναρχον. Ο αυθαίρετος ούτος κατάλογος ώριζε τίνας ρήτορας έπρεπε ν' αναγινώσκωσιν οι μαθηταί των τότε Σχολών (του α' μ Χ. αιώνος) και, εννοείται, επέδρασεν εις την κατόπιν παράδοσιν. Πλην των εν αυτώ περιλαμβανομένων εσώθησαν μόνον έν σπουδαίον απόσπασμα του Αλκιδάμαντος Περί των τους γραπτούς λόγους γραφόντων ή Περί σοφιστών καί τινα ύποπτα παίγνια, Jeu d' esprit, Οδυσσεύς υπό του αυτού, Αίας και Οδυσσεύς υπό του κυνικού Αντισθένους, Ελένης εγκώμιον και Παλαμήδης υπό του Γοργίου. Τούτων η γνησιότης δεν είναι απίθανος, αλλ' έχουσι σχεδόν μόνον αρχαιολογικήν αξίαν. Ευτυχώς και άλλων ρητόρων εσώθησαν λόγοι, σφαλερώς αποδοθέντες εις τους δέκα. Ούτω π.χ. εν τη Δημοσθενείω συλλογή ο μεν Κατά Νεαίρας είν' έργον ευφυούς Αθηναίου, όστις είχεν ασφαλείς ειδήσεις, ο δε Περί Αλοννήσου είναι πιθανώς έργον του Ηγησίππου.

Περί του ΑΝΤΙΦΩΝΤΟΣ ολίγα είναι γνωστά πλην των υπό του Θουκυδίδου λεγομένων, άπερ εμνήσθημεν ανωτέρω. Ο Αντιφών ειργάσθη όλην του την ζωήν παρασκευάζων το πραξικόπημα του 411. Ειργάσθη εκθύμως υπέρ αυτού, και απέθανε χάριν αυτού, η δε περί τούτου απολογία του κατά τον Θουκυδίδην ήτο η αρίστη μέχρι του καιρού εκείνου. Του Αντιφώντος σώζονται τρεις πραγματικοί λόγοι και τέσσαρες τετραλογίαι. Αύται δε είναι ασκήσεις εις το λέγειν και δεικνύουσι τον αρχηγόν των πιεζομένων αριστοκρατικών γυμνάζοντα τους φίλους του εις τους δικανικούς αγώνας, καθ' ούς κατά τον Θουκυδίδην αυτός «πλείστα ωφέλει». Λαμβάνει μίαν φανταστικήν υπόθεσιν μετά των ολιγίστων δυνατών μαρτυριών και λεπτομερειών και παρέχει δύο σκελετούς λόγων διά την κατηγορίαν και δύο διά την υπεράσπισιν. Τα παίγνια ταύτα, αν λάβωμεν υπ' όψιν την δυσκολίαν του πράγματος, είν' εύμορφα. Τα επιχειρήματα κατ' ανάγκην δεν είναι αναντίλεκτα και πολλάκις είναι σοφιστικά, αλλά δεν ηδύναντο να είναι διαφορετικά, αφού πραγματική μαρτυρία ήτο εναντία των κανόνων. Ουδέ περιέχουσι λεπτά νομικά επιχειρήματα· διότι ο εν ταις τετραλογίαις υποτιθέμενος νόμος δεν είναι ο αττικός, αλλά σύστημά τι κοινής λογικής. Ίσως ο Αντιφών, όπως πολλοί του κόμματός του, προσεπάθει πράγματι να διδάξη περισσότερον τους αριστοκρατικούς των υπό τας Αθήνας πόλεων παρά τους συμπολίτας του. Οι δε πραγματικοί του λόγοι αναφέρονται και οι τρεις εις φονικάς δίκας· τούτων άριστος είναι ο υπέρ του Μυτιληναίου, του κατηγορουμένου ότι είχε φονεύσει τον συνταξειδιώτην του Ηρώδην. Ο πρώτος λόγος, η κατηγορία φαρμακείας κατά μητρυιάς πραγματεύεται υπόθεσιν τραγικωτάτην. Ο Φιλόνεως επρόκειτο να καταστήση δημοσίαν μίαν δούλην, η οποία τον ηγάπα· άλλη θέλουσα ν' απαλλαγή του ανδρός της, παρέπεισε την δούλην να ποτίση τους δύο άνδρας, δειπνούντας εντός καπηλείου του Πειραιώς, ποτόν, όπερ έλεγεν ερωτικόν φίλτρον· αλλά και οι δύο απέθανον. Η δούλη ομολογήσασα ετροχίσθη, τότε δ' εδικάζετο η αληθινή ένοχος, κατηγορουμένη υπό του προγόνου της (290).

Ο ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ, υιός του Λεωγόρου, της οικογενείας των ιερών κηρύκων, παραδίδεται εις ημάς ως άνθρωπος δυνατός, επιχειρηματικός και παράφορος ένεκα των καταδιώξεων. Κατά τας φοβεράς ημέρας του δράματος των Ερμοκοπιδών (415) ο Ανδοκίδης ήτο μεταξύ των 300, τους οποίους κατηγόρησεν ο Διοκλείδης, και, αντιθέτως προς τους πλείστους, ήτο κατά τινα έποψιν αθώος του εγκλήματος. Τούτο ήτο απλώς έργον μερικών αθρήσκων νέων, εταίρων αυτού, οίτινες πιθανώς εύρισκον τους Ερμάς γελοίους και ασέμνους. Ο Ανδοκίδης, διά να σταματήση τον κοινόν πανικόν και να προλάβη πιθανήν καταδίκην αθώων, κατέδωκε τους δράστας υπό τον όρον ν' απολυθή αυτός· αλλά τούτο είναι διάβημα εξ εκείνων, τα οποία ουδέποτε συγχωρούνται τελείως. Αν και απελύθη, εξωρίσθη διά ειδικού ψηφίσματος αποκλείοντος της αγοράς και των ιερών «τους ασεβήσαντας και ομολογήσαντας». Τα επόμενα δώδεκα έτη επέρασεν εμπορευόμενος ριψοκίνδυνος και προσπαθών αδιακόπους να επανέλθη εις τας Αθήνας. Την πρώτην απόπειραν έκαμε κατά τα 411, αφού έλαβεν άδειαν υλοτομίας παρά του Αρχελάου του Μακεδόνος και επώλησεν άνευ κέρδους ξύλα χάριν του αθηναϊκού στόλου. Αλλ' εξωρίσθη και πάλιν αμέσως. Η δευτέρα επιστροφή ήτο η αφορμή του Περί της εαυτού καθόδου λόγου, συνέβη δε μετά τα 410, ότε προσεπάθησεν εκ Κύπρου να πέμψη σιταγωγά πλοία προς ανακούφισιν της εν Αθήναις σιτοδείας. Επανήλθε τέλος μετά του Θουκυδίδου και άλλων εξορίστων, πολιτικών και εγκληματιών, μετά την αμνηστίαν του 403. Τότ' εδαπάνησεν αφειδώς εις τα δημόσια και διέφυγε την καταδίωξιν μέχρι του 399, ότε μεταξύ άλλων ο διαβόητος Μέλητος κατηγόρησεν αυτόν επί ασεβεία, ανακινών το παλαιόν σκάνδαλον του 415 και προσάπτων εις αυτόν βεβήλωσιν των μυστηρίων. Ο Ανδοκίδης ηθωώθη. Ο λόγος του φέρει το όνομα της κατηγορίας, αλλ' ο κύριος του λέγοντος σκοπός είναι πράγματι να παραστήση όπως αυτός ήθελε την νεανικήν εκείνην πράξιν, διά την οποίαν επί τόσον καιρόν κατεδιώκετο. Ο τρίτος λόγος Περί της προς Λακεδαιμονίους ειρήνης (390) απέτυχε του σκοπού του και προφανώς εδημοσιεύθη κατόπιν προς δικαιολογίαν της ειρηνικής του ρήτορος πολιτικής (291).

Ο ΛΥΣΙΑΣ εγεννήθη πιθανώς περί τα 450, αλλά τα σωζόμενα έργα του αναφέρονται μόνον εις την από 403 μέχρι380 περίοδον. Ο Συρακόσιος πατήρ του Κέφαλος, γνωστός εις ημάς εκ της θελκτικής εικόνος της Πολιτείας του Πλάτωνος, προσεκλήθη εις τας Αθήνας υπό του Περικλέους, απέκτησε δε πολλάς οικίας και μέγα οπλοποιείον εν Πειραιεί. Δεκαπενταέτης ο Λυσίας απήλθεν εις Θουρίους, κατά δε τα 412 μετά την καταστροφήν της εις Σικελίαν εκστρατείας έπαθε πρώτην φοράν χάριν των Αθηνών. Εξωσθείς εκ της Ιταλίας, επανήλθεν εις τας Αθήνας και εξηκολούθησε το έργον του πατρός του μετά του αδελφού του Πολεμάρχου. Αλλ' έγραφε και λόγους προς τέρψιν και πιθανώς εδίδασκε ρητορικήν. Λέγεται δε ότι ως διδάσκαλος δεν επετύγχανεν όσον άλλοι και ο Ισοκράτης· τούτο δεν είναι άπορον, εάν ο Ερωτικός, ο αποδιδόμενος εις αυτόν υπό του Πλάτωνος εν τω Φαίδρω, ο σωζόμενος μεταξύ των έργων του Επιτάφιος είναι γνήσια δείγματα του επιδεικτικού του ύφους (292).

Τω 404 τα κατά τον Λυσίαν ήλλαξαν. Οι τριάκοντα τύραννοι επεδόθησαν εις την λήστευσιν των μετοίκων, ήτοι των πλουσίων ξένων. Τότε ο Λυσίας και ο αδελφός του συνελήφθησαν· και ο μεν Λυσίας διέφυγεν, ο δε Πολέμαρχος εθανατώθη· όση δε περιουσία των ευρέθη, εδημεύθη· αλλά προφανώς όχι όλη· διότι ο Λυσίας, ριφθείς μετά ζέσεως εις τον υπέρ των δημοκρατικών αγώνα, ηδυνήθη να χορηγήση 200 ασπίδας, 2000 δραχμάς και ισχυράν έμμεσον υποστήριξιν. Μετά την παλινόρθωσιν του Δήμου ο Λυσίας έγινε δεκτός ως πολίτης κατά πρότασιν αυτού του Θρασυβούλου. Τότε είπε την μόνην σωζομένην δημηγορίαν του, αντικρούων Φορμίσιόν τινα προτείναντα όπως η ψήφος περιορισθή εις τους έχοντας οικίαν ή αγρόν (293). Η πολιτική του Φορμισίου θα ήτο η του Θουκυδίδου, του Ισοκράτους, του Θηραμένους, και, εννοείται, η του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Αλλ' ο Λυσίας ήτο απροκάλυπτος οχλοκρατικός. Τότε δε ήτο και πτωχός και η εις τους πολίτας εγγραφή αυτού επολεμήθη ως παράνομος σχεδόν αμέσως, κατεψηφίσθη δε κατά πρότασιν του δημοκρατικού Αρχίνου, όστις συνεπολέμησε μετά του Θρασυβούλου, αλλ' ετάσσετο μετά των μετρίων. Ούτως ο Λυσίας απεκλείσθη από πάσης αμέσου πολιτικής φιλοδοξίας, αλλ' ανέκτησε την περιουσίαν του και έπραξεν αρκετά υπέρ του κόμματός του, αδιακόπως δικηγορών. Μετά την έξωσιν των τριάκοντα τυράννων κατά τα 403, ότε τα ποικίλα κόμματα δεν εγνώριζον καλώς τας δυνάμεις των και είχον αποκάμει εκ του αγώνος, εψηφίσθη αμνηστία, περιλαμβάνουσα πάντας πλην αυτών των τυράννων και επιτρέπουσα και εις αυτούς ή να φύγωσιν εκ της πόλεως ή να δικασθή έκαστος διά τας ατομικάς του πράξεις. Ότε οι άκροι δημοκρατικοί ενόησαν τας δυνάμεις των, μετεμελήθησαν διά την αμνηστίαν καί τινες των κυριωτέρων λόγων του Λυσίου είναι απόπειρα προς ματαίωσιν αυτής. Ούτως εν τω Κατά Ερατοσθένους, όστις ήτο είς των τριάκοντα, εζήτησε δε να δικασθή συμφώνως προς την αμνηστίαν, ήτοι μόνον δι' όσα αυτός είχε πράξει, ο Λυσίας επιμένει εις την αλληλεγγύην των τυράννων. Ο Ερατοσθένης είχεν αναμειχθή εις την σύλληψιν του Πολεμάρχου, αλλ' όχι και εις την θανάτωσιν αυτού· ουδέν δε άλλο υπήρχε κατ' αυτού και φαίνεται ότι ηθωώθη.

Ο δε Κατ' Αγοράτου λόγος υποστηρίζει κάτι περίεργον περί της αμνηστίας. Ο Αγόρατος ενήργει ως μηνυτής κατά τα 405 και 404 και ψευδώς ηξίωσεν αμοιβήν ως φονεύσας τον Φρύνιχον· τούτο λοιπόν αποδεικνύει, ισχυρίζεται ο Λυσίας, ότι υπήρξε δημοκρατικός· επειδή δε η αμνηστία εδόθη υπό του Δήμου προς τους ολιγαρχικούς, δεν εφαρμόζεται μεταξύ δύο δημοκρατικών. Κατά παρόμοιον κομματικόν τρόπον κατηγορεί ο Λυσίας τον ομώνυμον υιόν του Αλκιβιάδου. Όλον το έγκλημα του νέου ήτο, ότι [αδοκίμαστος] υπηρέτησεν εις το ιππικόν αντί του πεζικού, είναι δε δύσκολον να εύρη τις συγγνωστότερον αδίκημα. Αλλ' η μνήμη του πατρός επείραζε τους άκρους δημοκρατικούς· όθεν ο Λυσίας έγραψε δύο χωριστούς λόγους, πρώτον τον Κατά Αλκιβιάδου λιποταξίου, κατηγορών ότι ελιποτακτήσεν ο νέος, και δεύτερον τον Κατά Αλκιβιάδου αστρατείας, κατηγορών ότι δεν προσήλθεν εις την [πεζήν] στρατείαν! Μετά τους λόγους τούτους και τον Κατά σιτοπωλών και την εξαιρετικώς άδικον Κατ' Ευάνδρου κατηγορίαν είναι δύσκολον ν' αθετήσωμεν ως νόθα άλλα μέρη της Λυσιακής συλλογής λόγω «του συκοφαντικού των τόνου»!