WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 67: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΡΧΙΕΥΣ (436-338 π. Χ.)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

Ο Λυσίας επαινείται ιδίως υπό των αρχαίων ότι ενεβάθυνεν εις τον χαρακτήρα εκάστου πελάτου και προσήρμοζε τον λόγον τοιουτοτρόπως, ώστε να φαίνεται φυσικός και όχι αγοραστός. Και είναι πιθανόν ότι η τοιαύτη συμπάθειά του ήτο μεγάλη, αλλ' ουχί απεριόριστος. Ούτως ο Λυσίας δεν ηδύνατο να φαντασθή τίμιον ολιγαρχικόν. Αναλαμβάνων να ομιλήση υπέρ ενός τοιούτου εν τω 25 λόγω, τον παριστάνει κυνικώς ομολογούντα ότι άλλοτε μεν ήτο ολιγαρχικός χάριν του συμφέροντός του, αλλ' ήδη είναι δημοκρατικός, χωρίς να παραβή τον νόμον!

Κάλλιστα γράφει υπέρ των πελατών, των ανηκόντων εις το μέτριον κόμμα, καθώς ήτο ο Μαντίθεος, ο οποίος είχεν ενοχλήσεις εκ μέρους των συκοφαντών, επίσης δε ωραιότατα κατά της μανίας της δημεύσεως των περιουσιών, η οποία εχαρακτήριζε τους χειρίστους αντιπροσώπους των άκρων (18, 19). Ο δε Υπέρ του αδυνάτου, ήτοι αναπήρου, του οποίου το δικαίωμα της συντάξεως διεφιλονικήθη, ευαρεστεί διά την υπέρ των απόρων συνηγορίαν. Φαίνεται δ' ότι ο άπορος δεν επλήρωσε διά τον λόγον· αλλά και αν επλήρωσε κανείς άλλος, η προσοχή του Λυσίου φανερώνει αληθινήν συμπάθειαν. Καθόλου δε, διεξερχόμενοι τους σωζομένους 34 πλήρεις οπωσδήποτε λόγους — οι αρχαίοι είχον 425, των οποίων 233 εθεωρούντο γνήσιοι! — και τα ουκ ολίγα αποσπάσματα, αναλογιζόμενοι δε ότι ο Λυσίας έγραφεν ως δικηγόρος συνεχώς επί 25 έτη, φρονούμεν ότι εξέρχεται αδιάπτωτος εκ της όλης δοκιμασίας. Αλλά δεν είναι παράδοξον ότι απήρεσκεν εις τον Πλάτωνα, αφού ήτο τύπος δεξιού πρακτικού ανθρώπου, ήτο άκρατος δημοκρατικός, και προ πάντων ελοιδόρησε σκαιώς τον Σωκρατικόν Αισχίνην (απόσπ. 1). Ο φιλόσοφος εκείνος εδοκίμασε να ζήση καθώς ο Σωκράτης άνευ χρημάτων, δεχόμενος διά τας ολίγας του ανάγκας μόνον τα εκούσια δώρα των φίλων και των μαθητών του. Δυστυχώς όμως έπεσεν εις ημέρας πονηράς· οι φίλοι του δεν εξετίμησαν το κήρυγμά του και οι γείτονές του ήλλαξαν οικίας, διά ν' αποφύγωσιν αυτόν· τέλος κατεδιώχθη διά τα χρέη του και κατήντησε να λάβη «Ερμαίου του μυροπώλου την γυναίκα, εβδομήκοντα έτη γεγονυίαν» {seventy years old} και να γίνη μυροπώλης αυτός! Ο λόγος θα ήρεσεν εις τους δικαστάς, αλλ' όχι και εις τον Πλάτωνα. Ακόμη οι ολιγώτερον ηδύνατο να του αρέση η θορυβώδης επιτυχία του Ολυμπιακού λόγου, ότε ο Λυσίας εξεδικήθη διά την υποδούλωσιν των Συρακουσών, καλέσας πάντας τους Έλληνας να εκστρατεύσωσι κατά του Διονυσίου — όπερ η Ελλάς ουδέποτε εσκέπτετο να κάμη — και προτρέψας το πλήθος να καύση και να συλήση τας σκηνάς της πρεσβείας του τυράννου, όπερ απεπειράθη πράγματι το πλήθος. Η πράξις αυτή θα κατεβίβασε την υπόληψιν των Αθηνών αλλ' είναι πολύτιμος δι' ημάς, επειδή αποκαλύπτει τον αληθινόν Λυσίαν, τον περιπίπτοντα εις εμπάθειαν και αδιακρισίαν κάτωθεν του μανδύου εκείνου της λεπτότητος και της ηρεμίας και της «αψόγου στάσεως», τον οποίον φορεί κατά τους λόγους (294).

Και ο ΙΣΑΙΟΣ, καθώς ο Λυσίας, ήτο ξένος, εκ Χαλκίδος, αλλ' αντιθέτως προς αυτόν, απεδέχθη ησύχως τον εκ της πολικής αποκλεισμόν του. Τούτου έχομεν δέκα πλήρεις λόγους και μεγάλα αποσπάσματα άλλων δύο. Πάντες είναι κληρονομικοί και δυνατοί· καίτοι αληθεύει η αρχαία κρίσις, ότι «Λυσίας μεν και υπέρ αδίκων έπειθε λέγων, Ισαίος δε και υπέρ αγαθών λέγων ύποπτος ην». Οι σωζόμενοί του λόγοι ανάγονται εις την από 390 μέχρι 340 π. Χ. περίοδον (295).

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΡΧΙΕΥΣ
(436-338 π. Χ.)


Η εκατονταετηρίς του βίου του Ισοκράτους εκτείνεται διά μέσου σπουδαιοτάτων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας από Περικλέους μέχρι Αλεξάνδρου. Ο Ισοκράτης ήτο υιός πλουσίου αυλοποιού και είχε τας ιδέας της ανεπτυγμένης μεσαίας τάξεως· εσχετίζετο στενώς προς τον Θηραμένη, τον μέγαν ρήτορα και ηγέτην των μετριοπαθών, και τον διάδοχον εκείνου Αρχίνον, τον αποκρούσαντα τον Λυσίαν· ηγάπα ενθουσιωδώς τα γράμματα· ήκουσε δε του Πρωταγόρου, του Προδίκου και του Σωκράτους· γέρων ήδη, ελάλει υπερηφάνως περί των μαθητικών του χρόνων και δύναται να λεχθή ότι επέρασεν όλην του την ζωήν εντός του σχολείου, ως μαθητής και ως διδάσκαλος. Ουδέποτε απέβλεψεν εις το πολιτικόν στάδιον, αι δε θεωρίαι του δεν ήσαν δημοτικαί. Ήτο εξαιρέτως ευσυνείδητος· η συστολή του και κατά το γήρας του διεσκέδαζε τους μαθητάς του· αλλ' όμως κατά το τέλος του πολέμου, αφού ο πατήρ του απέθανε, και καθώς οι πλείστοι, ευρέθη και αυτός άνευ χρημάτων, ηναγκάσθη να ζήση εκ της πνευματικής του εργασίας. Ευθύς ως επήλθεν ειρήνη και ηδύνατο ν' αφήση τας Αθήνας, απήλθεν εις την Θεσσαλίαν και εδιδάχθη παρά του μεγάλου Γοργίου, πράγμα τολμηρότατον, αφού ήτο άνθρωπος πτωχός — εάν δεχθώμεν τον περί της απληστίας των σοφιστών μύθον. Αλλά πιθανώτατα ο γέρων σοφιστής ήτο πρόθυμος να διδάξη μαθητήν επιμελή και αμισθί.

Επανήλθεν εις τας Αθήνας περί τα 400 π. Χ. ως συγγραφεύς λόγων και διδάσκαλος της ρητορικής. Το δεύτερον επάγγελμα δεν θα ήτο τότε προσοδοφόρον, αλλά το πρώτον ήτο. Κατά δε μαρτυρίαν του Αριστοτέλους (296) οι τότε βιβλιοπώλαι περιέφερον «δέσμας πάνυ πολλάς δικανικών λόγων Ισοκρατείων». Αλλά και αυτός ο Ισοκράτης θ' απεδοκίμαζε τα πρωτόλεια εκείνα. Σχολήν ρητορικής ίδρυσε το πρώτον εν Χίω, ουχί εν Αθήναις, πιθανώς κατά τα 393, ότε μετά νίκας του Κόνωνος η Χίος επανήλθεν εις την αθηναϊκήν συμμαχίαν. Ο Κόνων ήτο φίλος του Ισοκράτους και ίσως του έδωκε διοικητικήν τινα θέσιν εις την νήσον εκείνην, ήτις υπήρξεν επί μακρόν ονομαστή διά τους καλούς της νόμους και την ειρηνικήν ζωήν. Συγγραφή λόγων δικανικών προφανώς δεν επετρέπετο εις διοικητικόν λειτουργόν, ίσως δε ουδέ εις Αθήναιον πολιτικόν, αλλ' η διδασκαλία δεν θα ήτο απηγορευμένη. Ο Ισοκράτης είχεν εν τη Χίω εννέα μαθητάς και εθεμελίωσε την φήμην του ως έξοχος διδάσκαλος. Ότε δ' επέστρεψεν εις τας Αθήνας (391) δεν έγραφε δικανικά. Ίδρυσε σχολήν όχι απλώς ρητορικής, αλλά καθώς ωνόμαζεν αυτήν, της φιλοσοφίας.

Τι ήτο η φιλοσοφία του, δεν εκφράζουσι σαφώς ούτε ο Κατά των σοφιστών, όστις αποτελεί περίληψιν του συστήματός του, ούτε η εξεζητημένη εκείνη υπεράσπισις του βίου και των ιδεών του, ο Περί αντιδόσεως. Η φιλοσοφία του Ισοκράτους δεν ήτο ό,τι συνήθως καλείται τοιουτοτρόπως, δηλαδή παράδοξος μεταφυσική, ή καθαρά λογομαχία ή η απόλυτος εκ των προτέρων περί παντός γνώσις, όσα πολλοί προσφέρουσιν ευθηνά προς κατανάλωσιν, αλλ' ουδείς αληθώς κατέχει. Ουδέ ήτο μόνον απλή δεξιότης είτε προς συγγραφήν δικανικών λόγων, όπως η του Λυσίου, είτε προς αυτοσχεδιασμόν, ως η του Αλκιδάμαντος. Ο Ισοκράτης φιλοσοφίαν εννοεί ό,τι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, δηλαδή πρακτικήν καλλιέργειαν όλου του πνεύματος, ενίσχυσιν του χαρακτήρος, σχηματισμόν ορθής κρίσεως και ανάπτυξιν τελειοτάτην του υψίστου των ανθρωπίνων αγαθών, της γλώσσης. Θέλει τον φιλόσοφον ερασιτεχνικόν γνώστην πολλών θεμάτων, ιστορίας, διαλεκτικής, μαθηματικών, της τότε πολιτικής καταστάσεως της Ελλάδος, και τέλος της λογοτεχνίας. Καθόλου ο Ισοκράτης ήτο πολύ φιλοσοφικώτερος και λογικώτερος των τότε συνήθων ρητόρων και πολύ πρακτικώτερος και συνετώτερος των τότε φιλοσόφων· διαρκώς παρεπονείτο ότι και οι φιλόσοφοι και οι πρακτικοί άνθρωποι παρέβλεπον την ιδικήν του μέσην οδόν και ότι οι πολλοί δεν τον εννοούσαν. Ο Πλάτων σαφέστατα τον επικρίνει δις. Εν τω Φαίδρω (βλ. ανωτ. σελ. 305) Λέγει [σ. 378 Ε] «νέος έτι Ισοκράτης», αλλά προτιμητέος των κοινών ρητόρων. Εν δε τω επιλόγω του Ευθυδήμου (297)] ο Κρίτων αναφέρει τους κατά του Σωκράτους ψόγους ανωνύμου τινός ανδρός, ερωτώμενος δε ποίος ούτος, λέγει [305 β] Ήκιστα νη τον Δία ρήτωρ, ουδέ οίμαι πώποτ' αυτόν επί δικαστήριον αναβεβηκέναι· αλλ' επαΐειν αυτόν φασι περί του πράγματος». { " Not a philosopher, not a speaker." Crito doubts if he has ever been into a law-court; but he understands the art of speech, and writes wonderfully. } — «Ήδη μανθάνω» απαντά ο Σωκράτης . . . «ούτοι γαρ εισι μεν, ω Κρίτων, ούς έφη Πρόδικος μεθόρια φιλοσόφου τε ανδρός και πολιτικού, οίονται δ' είναι πάντων σοφώτατοι ανθρώπων . . . ει μεν ουν η φιλοσοφία αγαθόν έστι και η πολιτική πράξις, προς άλλο δε εκατέρα, ούτοι δε αμφοτέρων μετέχοντες τούτων εν μέσω εισίν, ουδέν λέγουσιν· αμφοτέρων γαρ εισι φαυλότεροι». { "he is what Pro- dicus used to call a Boundary Stone, half philosopher and half practical statesman. The Boundary Stones believe themselves to be the wisest people in the world; but probably are not so. For practical statesmanship may be the right thing, or philosophy may be the right thing, or conceivably both may be good, though different. But in none of these cases can that which is half one and half the other be superior to both. Perhaps in our friend's eyes both are positively bad?" } Η προς τον Ισοκράτην ομοιότης είναι αναμφισβήτητος. Αλλ' ο Ισοκράτης είχεν εύκολον απάντησιν· ότι και ο πρακτικός πολιτικός και ο φιλόσοφος είναι μονομερείς· ο πρώτος χρειάζεται παιδείαν και ανάπτυξιν της φαντασίας, ο δε άλλος αποβάλλει την αντίληψιν της πραγματικής ζωής. Η τοιαύτη απάντησις εξηγεί την επιτυχίαν του Ισοκράτους. Η σχολή του απέβη τω όντι Πανεπιστήμιον της Ελλάδος· διότι παρείχεν ευρείαν παίδευσιν εις τους μη θέλοντας να γίνωσιν ειδικοί μαθηματικοί ή αποκλειστικοί φιλόσοφοι. Πάντες οι άριστοι της επομένης γενεάς εξήλθον εκ της σχολής του — οι πολιτικοί Τιμόθεος και Λεωδάμας, ο τραγικός Θεοδέκτης, οι ιστορικοί Έφορος και Θεόπομπος, οι ρήτορες Ισαίος, Λυκούργος, Αισχίνης, Υπερείδης και πλείστοι άλλοι. Ο Αλεξανδρεύς Έρμιππος έγραψε κατόπιν βιβλίον όλον *Περί των Ισοκράτους μαθητών.

Ολίγον ίσως μετά την ίδρυσιν της σχολής έγραψε κατά τον τρόπον του Γοργίου δύο ελαφρά γυμνάσματα σωθέντα, τον Βούσιριν, όπου υπερασπίζει τους Σωκρατικούς, και την ωραίαν Ελένην, όπου ευφυώς ομιλεί περί των φιλοσόφων. Το περί κάλλους χωρίον της Ελένης (54-58) είναι σχεδόν Πλατωνικόν κατά το ύφος και την χάριν. Αλλ' αριστούργημά του είναι ο Πανηγυρικός, όν έγραψε χάριν της πανηγύρεως της κατά την εκατοστήν Ολυμπιάδα, (380 π. Χ.). Εκτός της μεγαλοπρεπείας της λέξεως δεικνύει αρετάς μεγάλου δημοσιολόγου. Περιλαμβάνει δηλαδή σαφή έκθεσιν της συγχρόνου ιστορίας και της τότε καταστάσεως της Ελλάδος και θαυμασίαν δικαιολογίαν των Αθηνών και επίκλησιν προς τους Πανέλληνας υπέρ ανανεώσεως της συμμαχίας. Κατ' αλήθειαν δεν είναι ίσος προς πάντας τους Έλληνας· π.χ. ο τόνος των παραγράφων 122-132 δεν θα ήρεσεν εις τους Λακεδαιμονίους, αλλά θα συνεκίνησε τους νησιώτας. Μετά δύο έτη 70 πόλεις, ηγουμένης της Χίου, προσετέθησαν εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν και ο Ισοκράτης συνώδευσεν επί δύο έτη τον στρατηγόν Τιμόθεον αναλαβόντα να οργανώση τας συμμαχίδας νήσους και τας επιθαλασσίας πόλεις. Τότε φαίνεται ότι έγινε ξένος του Ευαγόρου, του βασιλέως της εν Κύπρω Σαλαμίνος, όστις εμάχετο σχεδόν μόνος επί οκτώ έτη κατά των Περσών. Η Κύπρος ήτο το μεθόριον μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, και παν προς τα εμπρός βήμα του Ευαγόρου ήτο πρόοδος του πολιτισμού και της ελευθερίας, πάσα δε υποχώρησις ήτο επικράτησις βαρβαρικών νόμων και εθίμων. Το θέαμα τούτο αφήκε κέντρον διαρκές εις την ψυχήν του Ισοκράτους. Τω 374 ο Ευαγόρας ηττήθη και εφονεύθη, τον διεδέχθη δε ο υιός του Νικοκλής. Ο Ισοκράτης έγραψε τότε τον Προς Νικοκλέα, παρακινών αυτόν ενθουσιωδώς και δεξιώς ν' αναδειχθή άξιος του ελληνικού ονόματος βασιλεύς, τον Νικοκλέα, δημηγορίαν του βασιλέως ζητούντος παρά των Κυπρίων πρόθυμον υπακοήν, και τον Ευαγόραν, το πρώτον, ως λέγεται, εγκώμιον όπερ εγράφη περί συγχρόνου ανδρός.

Εν τω μεταξύ η εν Ελλάδι πολιτική κατάστασις μετεβλήθη. Η κατά των Λακεδαιμονίων συμμαχία των Αθηναίων και Θηβαίων ενίσχυσε μεν υπερβολικά τας Θήβας, αλλ' εξησθένισε τας Αθήνας παραπολύ. Το αντιθηβαϊκόν ρεύμα, όπερ ήτο ανέκαθεν εν Αθήναις ισχυρόν, απέβη βαθμηδόν ακατάσχετον· η πρώτη ρήξις φαίνεται ότι επήλθε κατά τα 373, ότε αι Θήβαι κατέστρεψαν αίφνης τας Πλαταιάς. Η μικρά πόλις ήτο λόγω σύμμαχος των Θηβών, αλλ' ουδέποτε φίλη· ώστε η συνθήκη επεδέχετο διαφόρους ερμηνείας. Οι απομένοντες κάτοικοι αυτής κατέφυγον εις Αθήνας, ζητούντες βοήθειαν προς επάνοδον εις την πατρίδα· αλλά τοιαύτη βοήθεια θα εσήμαινε ρήξιν των Αθηνών προς τας Θήβας και συμμαχίαν μετά της Σπάρτης. Διά του Πλαταϊκού ο Ισοκράτης συνηγορεί θερμώς υπέρ των Πλαταιών, αλλ' ο λόγος, εννοείται, ήτο πολιτική μελέτη. Πραγματικοί ρήτορες ήσαν υπέρ των Πλαταιών μεν και της Σπάρτης ο Καλλίστρατος, υπέρ δε των Θηβών ο μέγας Επαμεινώνδας. Τω 366 ο Ισοκράτης έγραψε και πάλιν υπέρ της αυτής πολιτικής. Αι Θήβαι μετά το περί Λεύκτρα τρόπαιον αποκαταστήσασαι την ανεξαρτησίαν της Μεσσήνης, εζήτουν την αναγνώρισιν αυτής ως ένα των όρων της ειρήνης. Πολλοί των συμμάχων των Λακεδαιμονίων ήθελον ειρήνην αντί πάσης θυσίας· η απελευθέρωσις της πολυπαθούς Μεσσήνης δεν έβλαπτεν αυτούς, εξήγειρε δε τον ενθουσιασμόν όλης της Ελλάδος, όν εξέφραζεν ο Αλκιδάμας εν τω *Μεσσηνιακώ. Αλλ' η Σπάρτη ουδέποτε θα ησύχαζεν, αν παρεχώρει το ευφορώτατον μέρος των κτήσεών της και είχεν εχθρούς γείτονας τους τέως υπηκόους. Αφήκε λοιπόν τους συμμάχους της να συνάψωσιν ειρήνην χωριστά. Ο δε Ισοκράτης γράψας τον Αρχίδαμον, ως δημηγορίαν του βασιλέως τούτου, υποστηρίζει τα δίκαια της Σπάρτης. Και η μεν υπόθεσις του λόγου ήτο δύσκολος, διότι αντέκειτο προς τας αρχάς του, αλλ' ο ρήτωρ επέτυχεν εις την πρακτικήν και αισθηματικήν έκθεσιν αυτής· ο λόγος είναι τω όντι πλήρης «ήθους» ως έλεγον οι αρχαίοι, διότι απεικονίζει τον σπαρτιατικόν χαρακτήρα, ιδίως εκεί [73 §λα'] όπου ο Αρχίδαμος προτείνει τα έσχατα μέτρα· να εκπέμψωσι δηλαδή τους γονείς και τα παιδία και τας γυναίκας εις Σικελίαν και Κυρήνην, ν' αφήσωσι την Σπάρτην και να καταλάβωσι χωρίον οχυρόν, εξ ού να βλάπτωσι τους πολεμίους, γινόμενοι και νυν ό,τι ήσαν άλλοτε, στρατόπεδον αοίκων μαχητών και όχι πόλις.

Και τότε πάλιν ο Ισοκράτης είδε την πολιτικήν του κατισχύουσαν και τας Αθήνας συμμαχούσας μετά της Σπάρτης. Αλλ' εν τω μεταξύ αι μεγάλαι των Αθηνών ελπίδες είχον μαρανθή· αι συμμαχίδες πόλεις υπώπτευον το άστυ, και αι δαπάναι της ηγεμονίας αυτών ήσαν μεγάλαι. Ο Ισοκράτης αφότου είχεν ιδεί τον Ευαγόραν, διεμόρφωσεν οριστικώτερον το πολιτικόν του πρόγραμμα· τούτο ήτο ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων, κατάλυσις της πειρατείας, απελευθέρωσις των εν Ασία Ελληνίδων πόλεων, ακώλυτος προς τα εκεί αποικισμός και παγκόσμιος του ελληνισμού διάδοσις. Ήδη από του 367 είχε δημοσιεύσει επιστολήν προς τον Διονύσιον των Συρακουσών, όστις τότε είχε σώσει τους εν τη Δύσει Έλληνας από των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων, καλών αυτόν εις την Ανατολήν προς απελευθέρωσιν των Ελληνίδων πόλεων από των Περσών. Αλλ' ο Διονύσιος απέθανε κατά το επόμενον έτος, ο δε Ισοκράτης ήλπιζε πλέον τα πάντα παρά της αθηναϊκής συμμαχίας. Αλλ' όμως τω 357 η συμμαχία διελύθη, ο δ' επακολουθήσας πόλεμος κατέληξεν εις την απώλειαν της ηγεμονίας. Αι Αθήναι κατέβησαν έκτοτε εις την σειράν κοινής μεγάλης ελληνικής πόλεως και υπό την ηγεσίαν του Ευβούλου κατεγίνοντο μόνον εις περιορισμόν των δαπανών και διατήρησιν της ειρήνης. Ο Ισοκράτης ήτο εκ των ολίγων όσοι ενόησαν τι εσήμαινεν η τοιαύτη πολιτική, δηλαδή τελικήν εγκατάλειψιν πάσης αξιώσεως. Εν τω Περί ειρήνης υποστηρίζει την αυτονομίαν των πόλεων, μεταχειριζόμενος επιχειρήματά τινα των νησιωτών, άπερ είχεν άλλοτε αποκρούσει εν τω Πανηγυρικώ.

Περί τους αυτούς χρόνους διά του Αρεοπαγιτικού συνηγόρησεν υπέρ της κατ' οίκον μετρίας πολιτικής, δηλαδή της του Φωκίωνος και του Αριστοτέλους, ζητών επάνοδον εις την «πάτριον πολιτείαν» των παλαιών Αθηνών, ήν συνδέει μετά του Αρείου Πάγου. Φανερώτερον ο λόγος είναι συνηγορία υπέρ του Ευβούλου, καθώς ο Οικονομικός του Ξενοφώντος. Αλλ' είν' επίσης και απόδειξις της ηθικής καταστάσεως και της δυσπιστίας του καιρού εκείνου, του αισθήματος όπερ άγει τον Δημοσθένην εις μομφάς καθ' όλης της Ελλάδος. Ολίγον προ του τέλους του κοινωνικού πολέμου ο Ισοκράτης έγραψε την προς Αρχίδαμον της Σπάρτης επιστολήν καλών αυτόν όπως άλλοτε τον Διονύσιον. Τις άλλος ηδύνατο καθώς εκείνος να εκστρατεύση κατά των βαρβάρων; Ο πατήρ του ο Αγησίλαος εξεστράτευσε και εδοξάσθη, απέτυχε δε μόνον επειδή ανεκόπη, και επειδή επεχείρησε «των φίλων τους φεύγοντας εις τας πόλεις καταγαγείν». Όθεν ο Αρχίδαμος έπρεπε τους μεν Έλληνας ν' απαλλάξη των πολέμων, τους δε βαρβάρους να παύση υβρίζοντας. Ο Ισοκράτης ήτο τότε (356) 80 ετών και τα πλείστα των έργων του έχουσιν αρκετήν μεμψιμοιρίαν, ήν φαίνεται και αυτός συναισθανόμενος· αλλά το πολιτικόν του βλέμμα παρέμεινεν εκτάκτως οξύ και απροκατάληπτον. Επέμενε πάντοτε εις την κυρίαν του ιδέαν, αλλά μετέβαλλε δεξιώς το ένδυμά της. Είχεν ήδη εγκαταλείψει την ελπίδα της αθηναϊκής ηγεμονίας, και έπαυσε πιστεύων — ίσως ευκολώτερον ή όσον έλεγεν (298) — εις την ανόρθωσιν της πολιτείας. Μετά δε την αποτυχίαν του Αρχιδάμου εστράφη προς τον Φίλιππον. Ως ο Δημοσθένης, έβλεπε και αυτός ότι ο Φίλιππος ήτο αυξανομένη δύναμις· αλλά δεν εθεώρει αυτόν εχθρόν· προ πολλού είχεν εννοήσει ότι η ηγεμονία των Αθηνών ήτο πλέον απραγματοποίητος. ΠροσεπάΘησε λοιπόν να διατηρή φιλίαν προς τον Φίλιππον, και δι' αυτής να μετριάζη τας εκ του πολέμου συμφοράς. Είναι δε δύσκολον ν' αναγνώση τις απαθής τον Φίλιππον, τον προς τον βασιλέα λόγον, όν έγραψεν αμέσως μετά την ειρήνην του 346· κατά την διάρκειαν του κατ' αυτού πολέμου είχεν αποφύγει να του γράψη, αλλ' ήδη ελάλησε μετά πολλής παρησσίας (299) αλλά και πολλής δεξιότητος. Λέγει προς αυτόν ότι και άλλοτε ανεζήτησεν ηγεμόνα της Ελλάδος, τον Ιάσονα των Φερών, τον Διονύσιον, τον Αρχίδαμον, αλλ' ουδείς τούτων ηύρεν οποίαν ο Φίλιππος ευκαιρίαν ότι πρέπει να διαλλάξη τους Έλληνας, — τας Αθήνας, την Σπάρτην, και Θήβας και την Κόρινθον — και ν' αναδειχθή ελευθερωτής και φιλάνθρωπος ηγεμών της Ελλάδος και ευεργέτης πάντων. Τούτο δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απλούν όνειρον του Ισοκράτους. Ό,τι επίστευεν ήτο πραγματικόν, και απεδείχθη παντός άλλου, εγγύτερον προς τα κατόπιν συμβάντα. Όσα δε δεινά εζήτει ο Ισοκράτης να περιστείλη ήτο πράγματι ανάγκη να εκλείψωσιν, η οικονομική στενοχώρια, ο πλεονάζων πληθυσμός, οι πολλοί μισθοφόροι, και οι πειραταί, οίτινες εκτός της βραχείας ηγεμονίας των Αθηνών, της Ρόδου [της Κωνσταντινουπόλεως] και ίσως της Βενετίας, εβασάνισαν την ανατολικήν Μεσόγειον από του Ομήρου μέχρις αυτού του δεκάτου ενάτου αιώνος.

Αλλ' αι Αθήναι απέβλεπον εμμόνως εις τον ολέθριον πόλεμον, ουδόλως υποχωρούσαι εις τον εχθρόν. Τότε ο Ισοκράτης εμισήθη, αλλ' είναι άξιον προσοχής, ότι ουδέ κατά τους καχυπόπτους εκείνους καιρούς διεβλήθη ως δωροδόκος. Τον ωνόμαζον μόνον διαφθορέα των πολιτικών, όσοι υπήρξαν μαθηταί του. Κατά των διαβολών εκείνων έχομεν δύο απολογίας· τον Παναθηναϊκόν, — όστις εγράφη χάριν των Παναθηναίων τω 342, αλλά δεν επερατώθη εγκαίρως — δεύτερον εκχύλισμα του Πανηγυρικού, και τον Περί αντιδόσεως, υπεράσπισίν του διδασκαλικού του βίου.

Μετά μίαν έτι επιστολήν ο μακρός βίος εκόπη. Η μάχη της Χαιρωνείας του 338 έπληξε βαρύτατα τον γέροντα. Ήτο μεν αυτή πλήρωσις των προρρήσεών του και καθίστα το πρόγραμμά του δυνατόν, αλλ' όμως ήτο ανυπόφορος. Η πατρίς του εταπεινώθη, ο δε ήρως του ελέγετο ότι έπινεν εύθυμος εν μέσω των νεκρών. Τότε ο Ισοκράτης εξετέλεσε την τελευταίαν προς την πατρίδα του υπηρεσίαν. Έγραψε νέαν επιστολήν [3] προς τον νικητήν του οποίου ουδείς εγνώριζε τας διαθέσεις· δεν μετεχειρίσθη καμμίαν λέξιν υποταγής, ουδέ συνεχάρη τον Φίλιππον διά την νίκην· αλλά θεωρών αγαθάς τας προς τους Έλληνας διαθέσεις αυτού, τον προτρέπει και πάλιν ήδη, ότε το πράγμα τυγχάνει «πολύ ράον», ν' αναγκάση «τους βαρβάρους ειλωτεύιν». Αλλ' ο Ισοκράτης δεν είδε το αποτέλεσμα της παραινέσεώς του. Ηυτοκτόνησεν άρα γε; Οι μεταγενέστεροι — ο Διονύσιος, ο Παυσανίας, ο Φιλόστρατος, ο Λουκιανός, ο Ψυδοπλούταρχος και ο Βίος — ομοφωνούσιν. Οπωσδήποτε βέβαιον είναι ότι εννέα ημέρας — ο Αριστοτέλης λέγει πέντε — μετά την μάχην της Χαιρωνείας ο Ισοκράτης ήτο νεκρός.

Οι επτά δικανικοί του λόγοι είν' έντεχνοι, και απηλλαγμένοι σοφισμάτων, αλλά και υπέρ το δέον κομψοί και γλαφυροί. Αι δε επιστολαί του, η τοις Ιάσονος παισίν, η Τιμοθέω, και η τοις Μυτιληναίων άρχουσι, μαρτυρούσι πόσην είχε δύναμιν ο μονήρης εκείνος διδάσκαλος. Οι δε θεωρούντες αυτόν κόλακα των βασιλέων, προς ούς έγραφεν, ας αναγνώσωσι και την επιστολήν του Σωκρατικού αντιπάλου του (300), (του Σπευσίππου;)

Είπομεν ήδη τινά περί του πώς διέκειτο προς αυτόν ο Πλάτων (301). Και ο Αριστοτέλης δεν ήτο διάφορος. Οι μαθηταί των ανέπτυξαν κατόπιν πολλήν αμοιβαίαν έχθραν, αλλ' οι διδάσκαλοι εσέβοντο αλλήλους. Και ο μεν Πλάτων είχεν άλλην σφαίραν ενεργείας· αλλ' ο Αριστοτέλης εδίδαξε και αυτός ρητορικήν και ελέγετο ότι παρωδών στίχον του Ευριπίδου είπεν· « Αισχρόν εστι σιγάν, Ισοκράτη δ' εάν λέγειν» { "Base to sit dumb, and let barbarians speak" by substituting 'Isocrates' for 'barbarians.' }. Η αυστηρά επιστημονική μέθοδος της Ρητορικής του ήτο, εννοείται, επίκρισις της κατά το ήμισυ εμπειρικής μεθόδου του Ισοκράτους. Αλλ' ο Αριστοτέλης επέκρινε μεν, αλλά και εδιδάσκετο. Όχι μόνον το πρώτον του έργον η περί φιλοσοφίας παραίνεσις εδείκνυε προτίμησιν προς το Ισοκρατικόν πρότυπον αντί του Πλατωνικού, αλλά και κατόπιν οσάκις επεζήτησε καλόν ύφος, εμιμήθη το του Ισοκράτους. Έπειτα δε μεταξύ των παλαιοτέρων διδασκάλων της ρητορικής ο Ισοκράτης, αν και μη φιλόσοφος όσον ήθελεν ο Αριστοτέλης, ήτο πάντως ο φιλοσοφικώτερος. Και εις τούτο, καθώς εις παν άλλο, ηκολούΘησε την μέσην οδόν και απέφυγε την μανίαν των ακροτήτων. Αλλά κατά τινας τούτο ήτο και το κύριον ελάττωμά του. Τι ήτο; τεχνίτης του ύφους ή πολιτικός συγγραφεύς; Συνεβούλευε πράγματι την πόλιν, ή απλώς παρείχεν υποδείγματα ρητορείας εις τους μαθητάς του;

Τοιαύτη επίκρισις δεν είναι δικαία· διότι δύναται να εφαρμοσθή εις πάντα ρήτορα και λογογράφον, εις τον Γράτταν, τον Βούρκε, τον Κικέρωνα και αυτόν τον Δημοσθένη. Ίσως η αληθινή αιτία του περιέργου εκείνου καμάτου, όν παράγει σήμερον εις τον αναγνώστην ο Ισοκράτης, είναι αφ' ενός μεν η αποστροφή μας προς την κανονικότητα του ρέοντος και ομαλού ύφους, όπερ τόσον διέδωκεν ο δέκατος όγδοος αιών, ώστε ημείς το βαρυνόμεθα· αφ' ετέρου δε η εξ αυτού έλλειψις πάσης υψηλοτέρας εμπνεύσεως. Ο Ισοκράτης ήτο μάταιος· επεδίωκε πεζόν λόγον υπέρτερον των Ομηρικών επών, εν ώ δεν ενόει την ποίησιν και απεδοκίμαζε την μουσικήν. Αλλά τοιαύτα σφάλματα δεν συγχωρούνται· διότι προσβάλλουσιν ό,τι αιώνιον έχει ο βίος των ανθρώπων. Κατά δε την θρησκείαν ο Ισοκράτης ήτο μέτριος, ως συνήθως· δηλαδή ευσεβής, αλλ' ουδέποτε δεισιδαίμων, μεταχειριζόμενος τας θρησκευτικάς παραδόσεις ως στοιχεία των λόγων του και βαθύτερον αποδεικνύων την έλλειψιν εκείνην πάσης πίστεως — είτε εις τον νουν, είτε εις τον Δία, είτε εις την φιλοσοφίαν — την έλλειψιν, ήτις είναι χαρακτηριστικόν των μετρίων και πρακτικών ηθικολόγων. Αλλ' όμως υπήρξε χρηστός και οξύς, ισχυροτάτη δύναμις εν τη ιστορία των γραμμάτων, και είς των μεγίστων διδασκάλων, όσοι ποτέ υπήρξαν. (302)

ΙΖ'

ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΤΣ ΠΑΙΑΝΙΕΥΣ


Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ (303) έχασε τον πατέρα του επταετής. Οι δε κηδεμόνες του ενοσφίσθησαν την περιουσίαν του και αφήκαν απροστάτευτον την μητέρα του, [ήτις ήτο σκυθικής καταγωγής], Εκείνη όμως κατώρθωσε να αναθρέψη το ασθενικόν, δειλόν, κα αγύμναστον παιδίον. Εξάπαντος δε και οι δύο θα εκάθηντο συχνά συλλογιζόμενοι πόσα είχον αδικηθή. Ο δε Δημοσθένης ευθύς ως απέκτησε το νόμιμον δικαίωμα εκίνησε κατά των κηδεμόνων του αγωγήν [364]. Αυτοί ήσαν άνθρωποι ισχυροί μεταξύ της τότε διοικούσης φατρίας, και επεχείρησαν ν' αποκρούσωσι το μειράκιον δι' ανταγωγής και στρεψοδικίας. Ότε δε τέλος εκέρδισε την δίκην, δεν υπήρχε πλέον πολλή περιουσία προς ανάληψιν. Ούτως ο Δημοσθένης ωφελήθη μάλλον εκ της πρακτικής πείρας των νόμων και της δικανικής, εις ήν τον είχον, ως λέγεται, ασκήσει και τα μαθήματα του Ισαίου, και απέκτησεν έχθραν προς τους εν τη αρχή. Αλλά και ο πολυχρόνιος περί χρημάτων αγών εζημίωσεν αυτόν. Φυσικά δε ήτο σπάταλος· επροίκιζε θυγατέρας απόρων πολιτών, απελύτρωνεν αιχμαλώτους, και τέλος εξώπλισε τριήρη — ετέλεσε δηλαδή μίαν των δαπανηροτάτων λειτουργιών των πολιτών. Ούτως έπεσεν εις ανέχειαν και ήρχισε να γράφη λόγους και ίσως να διδάσκη ρητορικήν. Αλλά ταχέως ευδοκίμησεν εις το έργον, καίτοι εκ φύσεως ήτο τραυλός και είχε φωνήν διακοπτομένην· ανελάμβανε δε σπουδαίας υποθέσεις, δεν ανεμειγνύετο εις δίκας εταίρων, ως ο Υπερείδης, και απέφευγε τας συκοφαντικάς καταμηνύσεις, έγραφε δε και εδημηγόρει πάντοτε περί σπουδαίων πολιτικών θεμάτων.

Η πρώτη δημοσία παράστασις αυτού έγινεν ίσως τω 355 ότε είπε τον προς Λεπτίνην, όστις είχε προτείνει νόμον, είναι μηδέν' ατελή, δηλαδή να μη μένη κανείς αφορολόγητος. Τούτο ήτο φανερόν οικονομικόν μέτρον, αλλ' αι ατέλειαι ήσαν αμοιβαί σπουδαίων διπλωματικών υπηρεσιών και απετέλουν μέρος της πολιτικής των τότε αντιπολιτευομένων, εις ούς κατετάχθη ο Δημοσθένης.

Κατά τα 357 είχεν αναλάβει την αρχήν ο Εύβουλος, ότε η κατάστασις εχρειάζετο περισυλλογήν και ησυχίαν. Η οικονομική αυτού πολιτική απεδείχθη εξαιρέτως τελεσφόρος, αλλ' εσήμαινεν εγκατάλειψιν της ηγεμονίας και κάτι χειρότερον. Διότι ο Φίλιππος ο από πολλού πολέμιος της πόλεως, κατελάμβανε το έν μετά το άλλο, τα επί της Θράκης αθηναϊκά χωρία, ο δε Εύβουλος, επειδή ο δήμος απέστεργε την ειρήνην, περιωρίζετο εις ασθενή αποκλεισμόν των μακεδονικών παραλίων και μερικάς επιδρομάς. Οι μεν σφοδροτέροι των αντιθέτων αυτού εζήτουν μαινόμενοι στρατόν 30 χιλιάδων μισθοφόρων, όπως εισβάλωσι κατ' ευθείαν εις την Πέλλαν, ο δε Δημοσθένης ήθελε μόνον έντονον δράσιν, ώστε δι' αξιολόγου τινός επιτυχίας να συναφθή έντιμος ειρήνη.

Αλλά πλην του Φιλίππου ο Δημοσθένης εστρέφετο και προς άλλα του πολιτικού ορίζοντος σημεία. Διά του Υπέρ της Ροδίων ελευθερίας λόγου (353 ή 351 π. Χ;) προέτρεπε τους Αθηναίους να βοηθήσωσι τους δημοκρατικούς της Ρόδου ελπίζοντας ότι θ' ανακτήσωσι μέρος της άλλοτε δυνάμεως της πόλεως ανά το Αιγαίον. Αλλ' ο Εύβουλος ήτο εναντίον της αναμείξεως εις τον αγώνα εκείνον. Διά δε του Υπέρ Μεγαλοπολιτών (353 π. Χ.;) ο Δημοσθένης, φοβούμενος την αύξησιν της Σπάρτης, προέτρεπεν εις προστασίαν της πιεζομένης Μεγάλης πόλεως. Και ίσως μεν ενεργός βοήθεια θα ήτο τότε αδύνατος, αλλά πιθανώς ηδύνατο να προλάβη το ολέθριον αποτέλεσμα, ότι δηλαδή έκτοτε οι εν Πελοποννήσω εχθροί των Λακεδαιμονίων απέβλεπον πλέον προς τον Φίλιππον. Τω 352 ο Φίλιππος απεπειράθη να διαβή τας Θερμοπύλας· και ο μεν Εύβουλος εξεγερθείς επί τέλους ανέκοψεν αυτόν, αλλ' ο κύνδυνος ήτο ήδη άμεσος και δεινός, ο δε Δημοσθένης αναπτύσσει αυτόν διά του πρώτου Φιλιππικού. Ο Φίλιππος υποχωρήσας τότε προς βορράν, επολιόρκησε την Όλυνθον οι δε Αθηναίοι γνωρίζοντες την σπουδαιότητα της πόλεως εκείνης, έπεμψαν εις επικουρίαν αυτής τρεις στρατιάς· αλλ' ο πολιτικώτατος βασιλεύς κατώρθωσε να εξεγείρη στάσιν εν Ευβοία. Ο Δημοσθένης διά των τριών Ολυνθιακών αδιστάκτως παρορμά προς βοήθειαν της Ολύνθου· αλλ' οι κυβερνώντες επεδίωξαν το προχειρότερον, να σώσωσι την Εύβοιαν καθό πλησιεστέραν. Και η μεν Εύβοια εσώθη, αλλά η Όλυνθος έπεσε και η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να παρατείνη τον αγώνα, ότε δε ο Φιλοκράτης προέτεινεν ειρήνην, ο Δημοσθένης υπεστήριξεν αυτήν και εχειροτονήθη είς των δέκα πρέσβεων, όσοι εστάλησαν να διαπραγματευθώσι μετά του Φιλίππου. Αλλά μεταξύ εκείνων ουδένα είχεν ομόφωνον.

Επιφανέστατος αυτών μετά τον Φιλοκράτην ήτο ο ΑΙΣΧΙΝΗΣ (389 — 314 π. Χ.), ανήρ λόγιος και ουχί ταπεινού γένους, «των δε δήμων Κοθωκίδης»· αλλ' ένεκα των δυστυχημάτων του πολέμου πάντες οι οικείοι αυτού είχον αναγκασθή να ζητήσωσι βιοποριστικόν έργον· και ο μεν πατήρ του Ατρόμητος έγινε διδάσκαλος, η δε μήτηρ Γλαυκοθέα τελέστρια των μυστηρίων. Αυτός δε ο Αισχίνης έγινεν υποκριτής, — το θεατρικόν επάγγελμα δεν ενομίζετο χυδαίον — και γραμματεύς της πόλεως. Αποστρεφόμενος τους δημαγωγούς, ήτο φίλος του Ευβούλου. Οι δε τρεις σωζόμεμενοι αυτού λόγοι σχετίζονται με τον Δημοσθένη και την πρεσβείαν εκείνην.

Αι διαπραγματεύσεις υπήρξαν μακραί. Τέλος συνωμολογήθη συνθήκη, αλλά περιέχουσα δύο τουλάχιστον επικίνδυνα διφορούμενα· περιελάμβανε δηλαδή τους Αθηναίους «και τους Αθηναίων συμμάχους » και κατέλειπε τους συνθηκολογούντας κυρίους των χωρίων όσα τότε κατείχον. Αλλ' οι Αθηναίοι εφοβούντο περί δύο εμπολέμων, οίτινες ήσαν μεν σύμμαχοι, ουχί δε και υποτελείς· περί του Κερσοβλέπτου, βασιλέως κρατιδίου τινός της Θράκης, και περί των Φωκίων, ούς αν προσέβαλλεν ο Φίλιππος, θα εισεχώρει πλέον εις τα σπλάγχνα της Ελλάδος. Οι πρέσβεις του Φιλίππου δεν εδέχοντο μνείαν των δύο τούτων συμμάχων εν τη συνθήκη, οι δε Αθηναίοι πρέσβεις ήλπιζον να πείσωσιν αυτόν τον Φίλιππον. Περί δε του χρόνου της ειρήνης, οι μεν Αθηναίοι ήσαν υπόχρεοι αφ' ής ημέρας έλαβον τους όρκους. Αλλ' άραγε ο Φίλιππος θα ενόμιζεν εαυτόν εξ ίσου δεσμευόμενον ή θα εξηκολούθει τας επιχειρήσεις του μέχρις ού ήθελεν ομόσει; Ο μεν Φιλοκράτης και ο Αισχίνης ενόμιζον προτιμότερον να θεωρήσωσιν ως αναμφίβολον την καλήν πίστιν του βασιλέως και να προχωρήσωσι κατά τους συνήθεις τύπους. Αλλ' ο Δημοσθένης εζήτει να σπεύσωσιν όσον ήτο δυνατόν, ισχυριζόμενος ότι δεν ήτο ανάγκη να εύρωσι τον Φίλιππον εις την Πέλλαν, αλλ' όπου και αν ήτο, έστω και στερούμενοι πληρεξουσίων. Αλλ' όμως επήλθον πολλαί αναβολαί και ότε τέλος ο Φίλιππος συνήντησε τους πρέσβεις είχεν ήδη σαρώσει τον Κερσοβλέπτην και στρογγυλεύση τα προς ανατολάς όρια του κράτους του. Τότε ο Δημοσθένης διεφώνησε φανερά προς τους συμπρεσβευτάς και τον βασιλέα· απέρριψε τα συνήθη προς τους πρέσβεις δώρα, άπερ ο Φίλιππος έδιδε «μεγαλοψύχως», δεν προσήλθεν εις την επίσημον θυσίαν και ηθέλησε ν' αναχωρήση μόνος. Επιστρέψας δε εις Αθήνας, προέτεινεν όπως μηδένα δοθή ο συνήθης πρεσβευτικός στέφανος.

Προ της παρόδου του μηνός ο Φίλιππος διήλθε τας Θερμοπύλας, εκυρίευσε την Φωκίδα και ηξίωσεν ως ανήκων ήδη εις την Αμφικτυονίαν, ν' αναμειγνύεται εις τα πράγματα της Ελλάδος, κατ' εκείνο δε το έτος (346) προήδρευσε και των Πυθίων. Τότε οι Αθηναίοι έξαλλοι εξ οργής ήθελον να κηρύξωσι λυθείσαν την ειρήνην· αλλ' ο Δημοσθένης διά του Περί της ειρήνης απέδειξε πόσον ολέθριον θα ήτο τούτο. Η αγανακτήσις όμως κατά των πρέσβεων ήτο φοβερά και οι αντίπαλοι κατήλθον εις δικαστικούς αγώνας. Ο Δημοσθένης μετά τινος Τιμάρχου κατεδίωξαν τον Αισχίνην ως παραπρεσβεύσαντα. Ο Αισχίνης εκινδύνευε και διέφυγε μόνον διά της τολμηράς Κατά Τιμάρχου ανταγωγής, δι' ής απέδειξε τον Τίμαρχον « ηταιρηκότα ». Σήμερον ίσως τοιαύτη κατηγορία θα προεκάλει μόνον επιζήμιον σκάνδαλον· αλλά τότε ο Τίμαρχος απεστερήθη πάντων των πολιτικών δικαιωμάτων [και κατά τινας «απήγξατο»]. Ο Αισχίνης απηλλάγη, αλλ' οι φίλοι του δεν υπήρξαν τόσον ευτυχείς. Ο Φιλοκράτης δραπετεύσας κατεδικάσθη.

Κατήγορος αυτού υπήρξεν ΥΠΕΡΕΙΔΗΣ ο Γλαυκίππου, ρήτωρ θεωρούμενος διά την ρώμην του λόγου δεύτερος μόνον του Δημοσθένους, ανώτερος δε και αυτού κατά την χάριν (304). Πολιτευόμενος ανήκεν εις τους άκρους εναντίους των Μακεδόνων· κατά δε την δίαιταν ήτο πασίγνωστος φιλήδονος και εκωμωδείτο ως οψοφάγος (305) Ο σωζόμενος βίος του είναι συρραφή ανεκδότων, γνωστότατον δε είναι ότι επέδειξεν εις τους δικαστάς τα στήθη της Φρύνης. Οι λόγοι του είχον ολόκληροι χαθή, μέχρις ού από του 1848 ήρχισαν ν' ανακαλύπτωνται επί παπύρων της Αιγύπτου μεγάλα αποσπάσματα [6 μέχρι τούδε λόγων] ουχί μεν εύγλωττα, αλλ' υπερβαίνοντα και τους Λυσιακούς λόγους εις την δροσερότητα, την ευφυολογίαν και την αποφυγήν πάσης σοφιστείας (306).

Ο δε Δημοσθένης ήτο απησχολημένος εις την παρασκευήν του μέλλοντος πολέμου και απόκρουσιν των εν Πελοποννήσω ραδιουργιών του Φιλίππου· (β' Φιλιππικός). Ήτο λυπηρόν ότι τω 344 ανέλαβε την παλαιάν κατά του Αισχίνου αγωγήν, την Περί της παραπρεσβείας. Οι λόγοι και των δύο ρητόρων σώζονται· και ο μεν Αισχίνης φαίνεται ανώτερος εαυτού, ο δε Δημοσθένης κατώτερος. Διότι η επίθεσις αυτού ήτο παράφορος, ο δε χαρακτηρισμός των γεγονότων ένεκα της προκαταλήψεώς του άδικος. Πιθανώς ηδύνατο ν' αποδείξη ότι ο Αισχίνης ήτο νωθρός πρέσβυς, αλλά δεν έπεισε τους δικαστάς, ότι ήτο και προδότης. Όθεν ο Αισχίνης ηθωώθη, ο δε Δημοσθένης δεν προέβη αμέσως εις την έκδοσιν του λόγου.

Ο Περί των εν Χερρονήσω [341] υπερασπίζει τον στρατηγόν Διοπείθη, κατηγορούμενον υπό των φιλιππιζόντων διά παράβασιν της ειρήνης, ο δε γ' Φιλιππικός καταγγέλλει προς πάντας τους Έλληνας την πανουργίαν του Φιλίππου. Και άλλαι δημηγορίαι του Δημοσθένους είναι απηλλαγμέναι παντός ό,τι καλούμεν ημείς «ρητορικήν» και δεικνύουσι την αυτήν αυταπάρνησιν· αλλ' ο γ' Φιλιππικός είναι αληθώς μοναδικός εν τη λογοτεχνία· ουδεμίαν δεικνύει στενότητα «πατριωτισμού», εκφράζει το προαίσθημα της επικειμένης καταστροφής και έχει πένθιμον της φράσεως μελωδίαν. Ο πόλεμος εκηρύχθη τω 340 και κατ' αρχάς έβαινε καλώς υπέρ των Αθηναίων. Αλλά θρησκευτική ραδιουργία μετέβαλε τα πράγματα. Οι Λοκροί κατηγόρησαν τους Αθηναίους ως ασεβείς ενώπιον των Αμφικτυόνων. Η ασέβεια εσήμαινε τότε ό,τι η αίρεσις κατόπιν, δηλαδή πας ήτο δυνατόν να ευρεθή ασεβής, εάν ήθελε το δικαστήριον. Οι Αθηναίοι είχον παρά τους τύπους αφιερώσει Θηβαϊκάς τινας ασπίδας. Αλλά και οι Λοκροί βεβήλως κατέλαβον ιεράν γην της Κίρρας. Ο Αισχίνης, όστις ήτο τότε αντιπρόσωπος των Αθηνών, («πυλαγόρας»}, κατώρθωσε να στρέψη την φιλοπόλεμον δεισιδαιμονίαν του συνεδρίου εναντίον των Λοκρών και εκόμπαζε διά τούτο. Αλλά ταυτοχρόνως εξυπηρέτει και τον Φίλιππον, διότι τούτο ήθελε και εκείνος, ένα οιονδήποτε ιερόν πόλεμον, ότε οι Αμφικτύονες στερούμενοι στρατού, θα προσέφευγον εις αυτόν, ως προστάτην του ιερού. Αφ' ού δε διέβη τας Θερμοπύλας, απέρριψε το προσωπείον. Κατά την υστάτην στιγμήν ο Δημοσθένης κατώρθωσεν ό,τι εζήτει από πολλού, την μετά των Θηβαίων συμμαχίαν. Αλλ' η στρατηγική των Μακεδόνων ήτο υπερτέρα, και οι σύμμαχοι συνετρίβησαν παρά την Χαιρώνειαν τω 338.

Οι Αθηναίοι εδέχθησαν την συμφοράν εκείνην μετά της συνήθους μεγαλοψυχίας. Αυθορμήτως κατέβαλον προς τον Λυκούργον, τον τότε ταμίαν, μεγάλας εισφοράς και τα τείχη επεσκευάσθησαν προς έσχατον αγώνα. Αλλ' ο Φίλιππος δεν επεζήτει τούτον. Απέστειλε τον ρήτορα Δημάδην, όστις είχεν αιχμαλωτισθή, να είπη ότι εδέχετο προτάσεις περί ειρήνης. Οι μακεδονίζοντες, ο Φωκίων, ο Αισχίνης και αυτός ο Δημάδης εχειροτονήθησαν πρεσβευταί και αι Αθήναι αντί ελαφρών όρων συμπεριλήφθησαν εις την κατά των Περσών υπό την ηγεσίαν του Φιλίππου συμμαχίαν. Αλλά κατόπιν επήλθε πόλεμος δικαστικός καθ' όν οι μακεδονίζοντες εζήτουν ν' απολακτίσωσι τους φιλοπολέμους. Ο Υπερείδης κατά την πρώτην συγκίνησιν, την εκ της ήττης, προέτεινεν απελευθέρωσιν και εξοπλισμόν των δούλων. Τούτο ήτο παράνομον, ότε δε ο Αριστογείτων κατηγόρησεν αυτόν, «τούτο το ψήφισμα» είπεν «ουχ ο ρήτωρ έγραψεν, αλλ' η εν Χαιρωνεία μάχη·» (307). Το επιχείρημα ήτο αρκετόν και ο Υπερείδης ηθωώθη. Αλλά κατά του Δημοσθένους έγινεν έφοδος λυσσαλέα· ο Αριστογείτων, ο Σωσικλής, ο Φιλοκράτης, ο Μελάνθιος και άλλοι κατέτρεχον αυτόν· αλλ' ο δήμος παρέμεινεν ακλόνητος· τινές των κατηγόρων δεν έλαβον ουδέ το πέμπτον των ψήφων, ο δε Δημοσθένης εξελέγη όπως είπη και τον επιτάφιον εις τους νεκρούς της Χαιρωνείας (308). Τότ' επήλθεν η απρόοπτος αντεπίθεσις του ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ κατά των μακεδονιζόντων. Λυκούργος ο Λυκόφρονος ήτο άλλος Κάτων· εντιμότατος ευπατρίδης αυτός, είχε την μανίαν να εκριζώση και πάσαν διαφθοράν των πολιτών. Αλλ' αι απαιτήσεις του ήσαν αυστηρόταται· ο μόνος σωζόμενος λόγος του, ο Κατά Λεωκράτους κατηγόρει τον άνθρωπον τούτον ως προδότην, διότι μετά την ήτταν της Χαιρωνείας, εγκατέλιπε την πόλιν αντί να μείνη και να κοινωνήση των κινδύνων (309). Η ποινή της μικράς ταύτης αφιλοπατρίας ήτο θάνατος και των δικαστών αι ψήφοι εδιχάσθησαν (310)

Τούτο δεικνύει το φρόνημα της πόλεως· αλλά πάσα κατά του Μακεδόνος αντίστασις ήτο τότε αδύνατος. Οι Αθηναίοι εδέχοντο την καιροσκόπον πολιτικήν, όπως ερρύθμιζον αυτήν ηνωμένοι ο Δημοσθένης και ο Δημάδης. Ότε δ' εγνώσθη η δολοφονία του Φιλίππου, εμελετάτο εξέγερσις, αλλά ταύτην προέλαβεν η γοργότης του Αλεξάνδρου. Ολίγον κατόπιν διεδόθη ότι ο Αλέξανδρος εφονεύθη εν Ιλλυρία και τότ' επανεστάτησαν αι Θήβαι, ο δε Δημοσθένης ήθελε συμμαχίαν μετ' αυτών. Στρατός και στόλος παρεσκευάσθη, χρήμα επέμφθη εις τας Θήβας και πρέσβεις εστάλησαν εις τον μέγαν βασιλέα, ζητούντες περσικήν βοήθειαν, ότε ο Αλέξανδρος επανήλθε, κατέσκαψε τας Θήβας και εζήτησε την παράδοσιν δέκα πρωτευόντων φιλοπολέμων, εννοείται και του Δημοσθένους. Αλλ' ο Δημάδης, ο μεσίτης της Χαιρωνείας, εμεσολάβησε και πάλιν, ώστε ο Αλέξανδρος ηρκέσθη μόνον εις την καταδίκην του στρατηγού Χαριδήμου και αφήκε τους λοιπούς (335 π. Χ.).

Αι επανειλημμέναι αύται αποτυχίαι κατέστησαν φυλακτικώτερον τον Δημοσθένην· προσεχώρησε λοιπόν έτι περισσότερον προς την καιροσκοπίαν του Δημάδου, απομακρυνόμενος βαθμηδόν από των άκρων φιλοπολέμων. Τούτο έδιδεν εις τους παλαιούς του αντιπάλους λαβήν προς την από πολλού σκευωρουμένην επίθεσιν. Κάποιος Κτησιφών — ονομαστός κατά τον Αισχίνην διότι ήτο ο μόνος γελών διά τους αστεϊσμούς του Δημοσθένους — είχε προτείνει, ολίγον μετά την εν Χαιρωνεία μάχην, να στεφανωθή ο Δημοσθένης εν τω θεάτρω του Διονύσου διά στεφάνου χρυσού, «αρετής συμπσης ένεκα και ευνοίας της προς την πόλιν». Αμέσως ο Αισχίνης «εγράψατο Κτησιφώντα παρανόμων», Αλλ' η δίκη ανεβλήθη μέχρι του 330. Ο Κατά Κτησιφώντος του Αισχίνου στηρίζεται εις τα εξής τρία· πρώτον ότι ήτο παράνομον να στεφανωθή υπεύθυνος έτι άρχων, ο δε Δημοσθένης κατείχε τότε δύο αρχάς· δεύτερον, ότι παράνομος ήτο ανακήρυξις εν τω θεάτρω και τρίτον, ότι ο Δημοσθένης δεν ήτο πολίτης αγαθός ουδέ άξιος του στεφάνου. Ήτο φανερόν, ότι αν το τρίτον κεφάλαιον συνεζητείτο, τα δύο πρώτα θα ήσαν ασήμαντα. Η αγωγή, εννοείται, ήτο άμεσος πρόκλησις προς τον Δημοσθένη και αυτός αντεπεξήλθεν ως συνήγορος του Κτησιφώντος διά του Περί του στεφάνου, όπως υπερασπίση ολόκληρον τον πολιτικόν του βίον.

Αλλ' η πανουργία της επιθέσεως του Αισχίνου έγκειται εις τούτο. Κατά το πραγματικόν ζήτημα, το μεταξύ της μιας και της άλλης πολιτικής, η μεγάλη πλειοψηφία ήτο βεβαίως υπέρ του Δημοσθένους. Αλλά το φλέγον ερώτημα ήτο αν ο Δημοσθένης των τελευταίων οκτώ ετών ήτο απαράλλακτος ο Δημοσθένης των Φιλιππικών. Ο Αισχίνης γινώσκων ότι κατίσχυον οι περί τον Υπερείδην άκροι φιλοπόλεμοι, λαλεί διαρρήδην υπέρ αυτών. Εξαίρει πονηρότατα πόσον ο Δημοσθένης κατά την αρχήν του σταδίου του ειργάσθη χάριν της ειρήνης και φθάνει μέχρι τόσου θράσους, ώστε να τον κατηγορή ότι προ μικρού απώλεσε τρεις ευκαιρίας να καταβάλη τον Αλέξανδρον! Και ταύτα, ενώ αυτός ήτο φίλος και υποστηρικτής του Αλεξάνδρου! Προς τας συκοφαντίας ταύτας ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' απαντήση απλώς διά καθαράς καταγγελίας περί προδοσίας του Αισχίνου, ήτις θα επέφερε την ήτταν τούτου και την αποστολήν αυτού δεσμίου προς τον Μακεδόνα. Αλλ' ο Δημοσθένης δεν απαντά προς ταύτα. Αφήνει τους φιλοπολέμους ν' αποφασίσωσι σιωπηλώς κατά πόσον αυτός εξυπηρέτησε την πολιτικήν ολοκλήρου της ζωής του, και αν μετενόει διά την Χαιρώνειαν ή όχι. Τούτο ήτο αρκετόν. Ο Αισχίνης ουδέ το πέμπτον έλαβε των ψήφων και έφυγε κατησχυμμένος εξ Αθηνών. Αποκατεστάθη εις την Ρόδον, όπου ήνοιξε σχολήν, ελέγετο δε ότι ο Δημοσθένης συνέδραμε χρηματικώς αυτόν (311).

Αλλ' οι εχθροί του δεν ανέμενον επί πολύ. Τω 324 ο Άρπαλος, ο ταμίας του Αλεξάνδρου, κατέφθασε μετά στόλου και 70 ταλάντων δηλαδή τελείας παρασκευής προς επανάστασιν. Εζήτησε να γίνη δεκτός εις τας Αθήνας και οι άκροι φιλοπόλεμοι ήνοιγον τας αγκάλας προς αυτόν. Αλλ' ο καιρός ήτο δι' άλλους λόγους ακατάλληλος· όθεν ο Δημοσθένης προέτεινε κάτι δεξιώτερον· θέλων ν' αποφύγη πάσαν φανεράν ρήξιν προς τον Αλέξανδρον, εζήτει ν' αποπέμψη τον στόλον του ο Άρπαλος και τότε συγκατένευε να τον δεχθή απλώς ως ιδιώτην πρόσφυγα. Εάν δε ο Αλέξανδρος εζήτει την έκδοσιν αυτού, ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' αποφύγη τούτο (ως ζήτημα προσωπικόν) χωρίς να διαταράξη τας προς τον βασιλέα σχέσεις. Οι μακεδονίζοντες επέμενον όπως ο Άρπαλος συλληφθή, το δε χρυσίον κατατεθή εις τον Παρθενώνα, ως παρακαταθήκη του Αλεξάνδρου. Ο Δημοσθένης συνεφώνησεν εις ταύτα διά μακρού λόγου, αλλά κατόπιν είναι γνωστόν μόνον ότι ο Άρπαλος αίφνης εδραπέτευσε και το ποσόν μετρηθέν κατ' απαίτησιν των μακεδονιζόντων, ευρέθη ολιγώτερον παρά το ήμισυ. Ότι τα χρήματα εδαπανώντο εις μυστικάς πολεμικάς παρασκευάς είναι αναμφίβολον· οι μακεδονίζοντες εζήτουν επισήμους ανακρίσεις και άμεσα μέτρα. Αλλ' ο Δημοσθένης κατώρθωσε να παραπεμφθή το ζήτημα εις την εξ Αρείου πάγου βουλήν και ν' αναβληθή. Αλλά τέλος εδικάσθη, η δε βουλή χωρίς να δηλώση, τι απέγιναν τα χρήματα, ηύρεν ενόχους δωροδοκίας πολλούς και δη τον Δημοσθένη. Οι μακεδονίζοντες έδραξαν την περίστασιν, και αφ' ενός μεν κατεδίωξεν αυτόν ο ΔΕΙΝΑΡΧΟΣ, αφ' ετέρου δε ο Υπερείδης. Ο Δείναρχος ήτο Κορίνθιος, φημισθείς εκ της δίκης ταύτης, διότι και οι τρεις σωζόμενοι λόγοι του σχετίζονται προς αυτήν· εκαλείτο δε «κρίθινος Δημοσθένης» (διά το «τραχύ και γοργόν και σφοδρόν», όπερ εμφαίνει προ πάντων ο Κατά Δημοσθένους λόγος] (312). Πολύ, μέχρις υποψίας διάφορος, είναι ο Κατά Δημοσθένους του Υπερείδου, όστις ουδέν λέγει δυνάμενον διά παντός να διαρρήξη την φιλίαν των (313) και εφιστά την προσοχήν εις την θέσιν του Δημοσθένους, εις το άλυτον ζήτημα του τι εσκόπει να κάμη διά των χρημάτων εκείνων. Αλλά ζητεί την καταδίκην του μετά ψυχραιμίας, ήτις δικαιολογεί τα λεγόμενα περί του θάρρους του. Ο Δημοσθένης κατεδικάσθη. Μη δυνάμενος δε να καταβάλη το τεράστιον πρόστιμον των 50 ταλάντων, έφυγεν εις την Τροιζήνα.

Εννέα μήνας μετά ταύτα, ο Αλέξανδρος απέθανε και η Ελλάς εξηγέρθη. Τότε ο Δημοσθένης μετά του κατηγόρου του Υπερείδου εστάλη όπως εξεγείρη τους Πελοποννησίους, επανερχόμενος δε εις Αθήνας, έτυχεν ενθουσιωδεστάτης υποδοχής. Ο πόλεμος ήρχισεν επιτυχώς. Ο σωζόμενος Επιτάφιος του Υπερείδου εξεφωνήθη κατά το πρώτον αυτού έτος. Αλλά τω 322 επήλθεν η ήττα της Κραννώνος, και ο Αντίπατρος εζήτησε την παράδοσιν του Δημοσθένους και του Υπερείδου. Ο γέρων Δημάδης, ανίσχυρος να μεσιτεύη πλέον, έγραψε το ψήφισμα της εις θάνατον καταδίκης. Ο Δημοσθένης κατέφυγε τότε εις το ιερόν του Ποσειδώνος το εν Καλαυρία, όπου συλληφθείς υπό του Αρχίου, έπιε δηλητήριον. Ο Υπερείδης λέγεται ότι εκόπη την γλώσσαν και εβασανίσθη, όπερ θα ήτο ίσως απίστευτον, αν μη ήτο γνωστόν ότι μετά την απώλειαν της ελευθερίας κατέκλυσε την Ελλάδα η ασιατική βαρβαρότης και αγριότης.

Ο Δημοσθένης ουδέποτε διέφυγε την επήρειαν της νοσηράς ατμοσφαίρας, όπου έζη. Και αυτός πολιτικώς παραφερόμενος, είν' επικίνδυνος διδάσκαλος. Όθεν αι σχολαί της Αλεξανδρείας, ως μοναρχικαί δεν τον εθαύμαζον. Ο Γρότε τον ενόμιζεν αθλητήν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ο Niebuhr (1804) εξελάμβανε τον Φίλιππον ως Ναπολέοντα, και τον Δημοσθένην ως τον ιδεώδη αυτού τιμωρόν. Αλλ' από του 1870, αφ' ότου η μοναρχική στρατοκρατία ήλλαξε διαμονήν, οι Γερμανοί σοφοί (314) στενοχωρούμενοι διά την ομοιότητα Δημοσθένους και Γαμβέττα, κατακρίνουσιν εν γένει την πολιτικήν της revanche. Είς τούτων ενθυμείται και τον «δημοκόπον Γλάδστωνα». Οι δε τεχνοκρίται διαβάλλουσι την δόξαν του ρήτορος, επικρίνοντες τον σχηματισμόν και τον ρυθμόν των φράσεών του και δεικνύοντες ότι απέφευγε την σύμπτωσιν περισσοτέρων των δύο βραχειών συλλαβών. Αλλ' είναι απλοϊκός των νεωτέρων βαρβαρισμός να νομίζωμεν ότι πολλή περί τας τοιαύτας λεπτομερείας προσοχή αποδεικνύει το μη αυθόρμητον των ρητορικών λόγων.

Δεν απόκειται εις ημάς να συζητήσωμεν την αξίαν της πολιτικής του Δημοσθένους. Το ζήτημα εξαρτάται αφ' ενός μεν εξ ιστορικών προβλημάτων, αφ ετέρου δε και εκ της σπουδαιότητος, ήν αποδίδομεν καθείς εις τον πολιτισμόν και την ελευθερίαν· από ποίου δηλαδή σημείου θεωρούμεν άνδρα τινά υποχρεούμενον να υποκύψη σιωπηλώς εις τον ζυγόν άλλου, ηθικώς υποδεεστέρου. Οι Αθηναίοι, και αφού υπέμειναν τα πάνδεινα, προκειμένου να υποταχθώσιν, ενόμισαν κάλλιον να πέσωσι κατόπιν μάχης.