WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 71: I. ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΤΟΤ ΑΚΤΙΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

Περί δε της φιλαληθείας του Δημοσθένους, η ανόητος τάσις των θεωρούντων τους πολιτικούς αυτού λόγους ως αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων επέφερε φυσικήν αντίδρασιν· οι νέοι κριτικοί επιπίπτουσιν άγριοι και κατά των ελαχίστων αυτού υπερβολών· ούτως ο Holm ευρίσκει «τρία χονδρά ψεύδη του αριστοτεχνήματος εκείνου της σοφιστείας, του γ' Φιλιππικού»· δηλαδή τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος, ότ' εκυρίευε χωρία τινά, είχεν ήδη ομόσει, ενώ πράγματι μόνον είχε πείσει τους Αθηναίους να λάβωσι τους όρκους· τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος εβάδιζε ταχύτατα εξαρτύσας «ψιλούς, ιππέας, τοξότας, ξένους», ισχυρισμόν αληθινόν, αλλ' αποκρύπτοντα ότι ήγε και βαρείαν φάλαγγα οπλιτών και τέλος την συκοφαντίαν, ότι ο Φίλιππος ήλθε προς τους Φωκείς ως σύμμαχος, ενώ πράγματι είχεν επίτηδες αφήσει τους σκοπούς του αμφιβόλους. Αλλ' ο κριτικός ο δεινολογών διά μικρολογήματα τοιαύτα, ολίγην έχει είδησιν περί κοινοβολευτικών αγώνων.

Αναμφισβήτητον είναι ότι ο Δημοσθένης παρέβαινε την λεπτήν συμπεριφοράν και την εθιμοτυπίαν, ότε κατηγόρει τους συμπρεσβευτάς του, και κατόπιν ότ' ενεδύθη εορτάσιμα διά την δολοφονίαν του Φιλίππου, αν και μόλις προ μικρού είχεν ο ίδιος χάσει την μόνην του θυγατέρα. Κατά τας αρχάς του εσχάτου πολέμου η ενέργεια του Φιλίππου ήτο τόσον άμεμπτος, όσον και η συμπεριφορά ετέρου Φιλίππου προς τον Γουλιέλμον της Οράγγης. Μεταξύ δε των δικανικών του Δημοσθένους λόγων ευρίσκομεν περιεργοτάτην μεταστροφήν. Κατά τα 350 έγραψεν Υπέρ Φορμίωνος κατ' Απολλοδώρου περί τραπεζιτικών χρημάτων και εκέρδισε την δίκην. Το δε ακόλουθον έτος έγραψεν υπέρ του Απολλοδώρου, Κατά Στεφάνου, εγκαλών ως ψευδομάρτυρα ένα των προηγουμένων του μαρτύρων και στηλιτεύων την πονηρίαν του Φορμίωνος. Και ίσως μεν ο Δημοσθένης ανεκάλυψε κατόπιν επιβαρυντικά τινα κατά του παλαιού του πελάτου, λ. χ. ότι ο Στέφανος είχε ψευδομαρτυρήσει. Αλλά σχετικώτερον προς το πρόβλημα φαίνεται το γεγονός, ότι κατ' αυτό εκείνο το έτος ο Απολλόδωρος ουχί άνευ ιδίου κινδύνου είχε προτείνει ό,τι προ μακρού επόθει ο Δημοσθένης, ήτοι την χρήσιν των θεωρικών προς πολεμικήν παρασκευήν και έκτοτε παρέμεινε πιστός του ρήτορος φίλος. Η δε υπόθεσις του Μειδίου είναι λαμπρόν παράδειγμα της υποταγής της ιδιωτικής φιλοτιμίας εις το δημόσιον συμφέρον. Ο Μειδίας, στενός φίλος του Ευβούλου, είχεν υβρίσει και ραπίσει τον Δημοσθένην, όντα χορηγόν κατά την εορτήν των Διονυσίων. Ο Δημοσθένης ητοιμάζετο να διώξη αυτόν [348] και έγραψε τον σωθέντα σφοδρότατον Κατά Μειδίου λόγον, όπου ζητεί την αυστηροτάτην αυτού τιμωρίαν. Εν τω μεταξύ όμως ήρχισαν αι περί της ειρήνης διαπραγματεύσεις του 346 και ο Δημοσθένης θέλων να συνεργασθή μετά του Ευβούλου, εδέχθη αποζημίωσιν και απέσυρε την μήνυσιν.

Αναγινώσκοντες τον Δημοσθένην και τον Αισχίνην ουδέποτε πρέπει να λησμονώμεν ότι έχομεν ενώπιον μας μεσημβρινόν λαόν, ευρισκόμενον εν τη αγωνία της υστάτης πάλης· εκεί αβρότης ή λεπτότης δεν υπάρχει, ουδέ στολισμός της μονομαχίας. Οι άνδρες μάχονται κρατούντες ξίφη γυμνά και αποβλέποντες εις τον σκοπόν. 0 Δημοσθένης ενόμιζε τους αντιπάλους του όχι σφαλλομένους πολιτικούς, αλλά προδότας επιόρκους, οίτινες επώλησαν την πατρίδα εις τον βάρβαρον. Εκείνοι πάλιν τον ενόμιζον, όχι ίσως προδότην, — τούτο ήτο αδύνατον — αλλά κακόβουλον και μανικόν άνθρωπον, εμποδίζοντα πάσαν ειρηνικήν διευθέτησιν των πραγμάτων. Αι λέξεις «προδότης» και «δωροδόκος» εκυκλοφορούντο τότε πανταχού, αλλ' ουδεμία απεδείχθη προδοσία, ουδέ πραγματική δωροδοκία, πλην εάν ονομάσωμεν ούτω την υπόθεσιν του Αρπάλου. Ταμιακά σκάνδαλα εν Αθήναις δεν υπήρχον, ουδέ καν νομικαί ατασθαλίαι· υπήρχε δε μοναδική τιμιότης εις την διαχείρισιν των κοινών. Οι Αθηναίοι ους επετίμα ως αδιαφόρους ο Δημασθένης, εδείκνυον έντασιν αυτοθυσίας και προσπαθείας, όσην ολίγοι πολιτισμένοι λαοί δύνανται σήμερον να υποστώσιν. Η περί δωροδοκίας υποψία κυρίαν αφορμήν είχεν ότι τότε οι Αθηναίοι ευρέθησαν ενώπιον εχθρού πολύ υπερτέρου κατά την υλικήν δύναμιν και την διπλωματικήν τέχνην. Τους εξέπλησσε το παράδοξον ότι ενώ ενίκων κατά τας πλείστας μάχας, αδιακόπως τα πράγματά των εγίνοντο χειροτέρα. Πώς ημιβάρβαρος βασιλεύς ενέπαιζε τους ευφυεστάτους των πολιτευομένων; Εξ άπαντος υπήρχε λοιπόν προδότης! Η σκέψις αύτη παρέφερε τον Δημοσθένη μέχρι μανίας. Έβλεπε γύρω κόσμον όλον προδοτών, και εφώρμα κατά τινος Αντιφώντος εν τω μέσω της οδού να τον συλλάβη. Κατά καλήν τύχην οι δικασταί ήσαν σωφρονέστεροι, και σχεδόν ουδένα κατεδίκαζον. Τα αυτά περίπου συνέβαινον και εν Ιταλία προ του 1848 και μετά ταύτα, ότε γενναίοι πατριώται κατηγόρουν αλλήλους ως προδότας. Αλλ' όμως οι άνδρες του 404, του 338 και αυτού του 262 π. Χ. ολίγους έχουσιν ίσους κατά την φιλοπατρίαν και την αυτοθυσίαν.

Άλλο δυσάρεστον αποτέλεσμα της υποψίας και του μίσους εκείνου είναι η υπερβολή και κατάχρησις της γλώσσης των αντιπάλων. Όχι βεβαίως εν τη εκκλησία του δήμου· διότι ο Δημοσθένης δημηγορών ουδέ μνημονεύει κανένα. Αλλ' ενώπιον των δικαστηρίων αι επιθέσεις ήσαν άγριαι, εκεί δε κατέληγον συχνά οι πολιτικοί αγώνες. Και σήμερον οι δικηγόροι επισωρεύουσι «σκάνδαλα», οπωσδήποτε σχετικά προς τους διαδίκους ή τους μάρτυρας. Αλλ' η κατά του Αισχίνου επίθεσις εν τω Περί του στεφάνου ήτο όλως εξαιρετική. Ο Δημοσθένης τον εμίσει κατάκαρδα. Αλλ' ίσως δεν θα κατέβαινε μέχρι του πατρός και της μητρός και της ανατροφής του, εάν μη ο Αισχίνης υπερηφανεύετο πάντοτε διά την καταγωγήν του, — διότι βεβαίως ήτο κοινωνικώς ανώτερος του Δημοσθένους και περισσότερον πεπαιδευμένος — και αν μη προσέβαλλεν αυτός τον Δημοσθένην ως πρόστυχον δημαγωγόν. Και πάλιν ίσως ο Δημοσθένης θα μετενόει διά τους κατά της γραίας σαρκασμούς του (315), είναι δε καλόν και οι νεώτεροι λόγιοι να μη ανευρίσκωσιν υπό τας λέξεις ανυπάρκτους σημασίας.

Ο Δημοσθένης (316) λοιπόν πρέπει να κρίνεται μετά των τότε καιρών. Ούτε άγιος ήτο, ούτε μέτριός τις άνθρωπος. Ήτο ανήρ μεγαλοφυής και υπό τινας επόψεις ήρως· βεβαίως «φανατικός», πάντοτε δε «πολιτευόμενος». Είναι αντιπρόσωπος των Αθηνών εις τον συνδυασμόν εκείνον της οξυνοίας και της δραστηριότητος μετά του ευγενούς ιδανικού, την ένωσιν εκείνην του πάθους και της τέχνης, την επιζήτησιν της ηθικής απόψεως των πραγμάτων ήτοι του αγαθού και του καλού, ήτις είναι το κύριον γνώρισμα των πλείστων συγγραφέων της Ελλάδος. Αν ονομάσωμεν ως ο Κοϊντιλιανός «κακόν» τον Δημοσθένη, πρέπει να είπωμεν κακόν και αυτόν τον Ησαΐαν. Τούτο σημαίνει είτε ότι γενναίαι λέξεις και στοχασμοί δεν εμφαίνουσιν αρετήν, είτε ότι τας ισχυράς ταύτας εκφράσεις της ψυχής δύναται να εκστομίση και αγύρτης. Αλλά τούτο δεν είναι πιστευτόν. Δύο χωρία του Δημοσθένους αντηχούσιν εις τα ώτα ημών ως πισταί εικόνες του ανδρός «Ου γαρ έστιν, ουκ έστιν, ω άνδρες Αθηναίοι, αδικούντα καπιορκούντα και ψευδόμενον δύναμιν βεβαίαν κτήσασθαι· αλλά τα τοιαύτα εις μεν άπαξ και βραχύν χρόνον αντέχει και σφόδρα γ' ήνθησ' επί ταις ελπίσιν αν τύχη, τω χρόνω δε φωράται και περί αυτά καταρρεί» (317).

«Αλλ' ουκ έστ' ουκ έστιν όπως ημάρτετ' άνδρες Αθηναίοι, τον υπέρ της απάντων ελευθερίας και σωτηρίας κίνδυνον αράμενοι, μα τους Μαραθώνι προκινδυνεύσαντας των προγόνων, και τους εν Πλαταιαίς παραταξαμένους και τους εν Σαλαμίνι ναυμαχήσαντας και τους επ' Αρτεμισίω και πολλούς ετέρους τους εν τοις δημοσίοις μνήμασι κειμένους αγαθούς άνδρας, ούς άπαντας η πόλις της αυτής αξιώσασα τιμής έθαψεν, Αισχίνη, ουχί τους κατορθώσαντας αυτών, ουδέ τους κρατήσαντας μόνους» { It cannot be, Athenians, that you did wrong when you took upon you the battle for the freedom and safety of all. No, by our fathers who first met the Μede at Marathon, by the footmen of Platοea, by the sailors of Salamis and Artemisium, by all the brave men lying in our national sepulchres — whom the city has interred with honour, ΑEschines, all alike, not only the successful or the victorious! It cannot be, Athenians, that you did wrong when you took upon you the battle for the freedom and safety of all. No, by our fathers who first met the Μede at Marathon, by the footmen of Platοea, by the sailors of Salamis and Artemisium, by all the brave men lying in our national sepulchres — whom the city has interred with honour, ΑEschines, all alike, not only the successful or the victorious! } (318).

ΙΗ'

Η ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Η ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΪΚΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

I.
ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΤΟΤ ΑΚΤΙΟΥ


Αν και συχνότατα και στερεοτύπως επαινούμεν την ελληνικήν λογοτεχνίαν, σπανίως ενθυμούμεθα το μοναδικόν μάκρος της ζωής της. Από των προϊστορικών αρχών του έπους μέχρι Ναύλου του Σιλεντιαρίου και του Μουσαίου, δηλαδή μέχρι του έκτου μ. Χ. αιώνος, ουδεμία υπήρξε γενεά στερουμένη ωραίας ποιήσεως, μάλλον ή ήττον πρωτοτύπου. Από δε του Εκαταίου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπήρχε σχεδόν αδιάκοπος άλυσις ιστορικών, και δύναται κατά μίαν έποψιν να λεχθή ότι η ιστορία την τελειοτάτην έκφρασίν της ηύρε κατά τον β' αιώνα π. Χ. διά του στόματος του Πολυβίου. Έτι δε προφανέστερον η φιλοσοφία διέλαμψε κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους· πολλοί δε διατείνονται ότι, αν υπήρξαν προ του Πλάτωνος μεγάλοι κατ' ιδίαν φιλόσοφοι, τα μέγιστα όμως της θεωρίας κατορθώματα δεν επετελέσθησαν ειμή διά του Επικτήτου και του Πλωτίνου. Η δε γραμματεία της γνώσεως και της φυσικής επιστήμης αρχίζει μόνον από του σημείου, όπου λήγει το προκείμενον βιβλίον. Επίσης δύναται να λεχθή ότι ο σπουδαιότατος παράγων της δημιουργικής λογοτεχνίας, ο έρως, είχε σχεδόν εκπέσει των δικαιωμάτων του καθ' όλην την αττικήν περίοδον και ότι ο Μίμνερμος και η Σαπφώ δεν απέκτησαν άξιον διάδοχον προ της εμφανίσεως του Θεοκρίτου.

Και όμως ο θάνατος του Δημοσθένους είναι πράγματι μέγα όριον. Δηλαδή προ αυτού μεν η ελληνική λογοτεχνία υπήρξεν απολύτως μοναδική· μετ' αυτόν δε είναι απλώς πρώτης τάξεως λογοτεχνία, όπως η λατινική ή η γαλλική ή η ιταλική. Βεβαίως αδύνατον είναι να χαράξη κανείς γραμμήν χωρίζουσαν την δημιουργίαν από της απλής εφαρμογής· αλλά κατά την κοινήν των λέξεων σημασίαν προ του θανάτου του Δημοσθένους οι Έλληνες ποιηταί, λογογράφοι, φιλόσοφοι και ρήτορες αληθώς εδημιούργουν, δηλαδή παρήγον πράγματα, των οποίων ουδαμού ευρίσκοντο πρότυπα· κατόπιν δε απλώς εφήρμοζον και ετελειοποίουν, παράγοντες πράγματα παρόμοια προς άλλα, υπάρχοντα προτού.

Αύτη είναι η μία μεγάλη διαφορά· η άλλη είναι παραπλησία. Είδομεν πως η ήττα του 404 εμάρανε τας ελπίδας των Αθηνών, εσάλευσε την πίστιν αυτών εις τον ίδιον προορισμόν και εις την ανθρωπίνην πρόοδον. Κατόπιν αι ήτται της Χαιρωνείας και της Κραννώνος απέσβεσαν και τους απομείναντας σπινθήρας. Αι Αθήναι και η όλη διανοουμένη Ελλάς είδον εναργή την εκ των μεγάλων μαχών προκύπτουσαν αμείλικτον αλήθειαν, ότι εν τέλει κατισχύει η υλική βία. Η ελευθέρα πολιτική ζωή παρήλθεν. Αι δε πολιτικαι θεωρίαι ήσαν άχρηστοι, διότι οι δορικτήτορες δεν ήκουον αυτάς. Και αυτός ο Αριστοτέλης ο γενόμενος διδάσκαλος του Αλεξάνδρου και διατελών φίλος αυτού, εθεώρει ότι αι κατακτήσεις και το όλον σύστημα του Αλεξάνδρου ήσαν εντελώς άσχετα προς οιανδήποτε λογικήν σύστασιν της κοινωνίας. Την ιδέαν ταύτην εχάραξαν βαθυτέραν τα γεγονότα των δύο κατόπιν αιώνων και πολιτικαί φιλοδοξίαι δεν εκίνουν πλέον ούτε την ζωήν ούτε την λογοτεχνίαν. Βεβαίως πολλαί γενεαί και πολλοί λαοί έζησαν καλώς και άνευ ελευθερίας πολιτικού βίου ή Λόγου ή σκέψεως. Αλλ' αυτά τόσον ήσαν ερριζωμένα εντός της καρδίας της ελληνικής φυλής, ώστε ωλιγοψύχησεν αφότου εστερήθη τούτων.

Οι άνθρωποι του μεσαίωνος και οι Ανατολίται αντί διαφέροντος είχον τουλάχιστον θερμήν θρησκευτικήν πίστιν. Αλλά οι μεταγενέστεροι Έλληνες εστερούντο και της παραμυθίας ταύτης. Ήδη από του πέμπτου αιώνος η θρησκεία εψυχορράγει μεταξύ των πεπαιδευμένων μετά δε τον τέταρτον δεν ήτο άξια ουδέ καν να πολεμηθή· εθεωρείτο δηλαδή μωρία χρήσιμος μόνον εις τον όχλον πας δε φιλόσοφος ηρωτάτο αν είχε τίποτε άλλο προς αντικατάστασιν αυτής· προς ικανοποίησιν δε της ζητήσεως ταύτης κατηναλώθη κατά τον τέταρτον αιώνα πολλή ευφυία. Εξ ενός αι Αθήναι επληρώθησαν περιέργων θρησκευμάτων αναζησάντων, εισαχθέντω ή εφευρεθέντων· η δεισιδαιμονία ήτο τότε σπουδαίον στοιχείον της ζωής· τούτο υποδεικνύει μεν και η επιμονή του Επικούρου εις το ζήτημα τούτο, καθώς και αι κωμωδίαι του Αντιφάνους και του Μενάνδρου, ο Οιονιστής και ο Δεισιδαίμων αλλά διαρρήδην μαρτυρούσιν αι σωθείσαι επιγραφαί. Εξ άλλου ήλθον τα μεγάλα Φιλοσοφικά συστήματα, τρία των οποίων ήσαν καθαυτό θρησκευτικά, αρμόζοντα μάλλον εις τον έκτον π. Χ. αιώνα ή τον τρίτον. Οι μεν Κυνικοί εφρόντιζον μόνον περί της αρετής και της σχέσεως της ψυχής προς τον θεόν· ο δε κόσμος και η σοφία του και αι τιμαί του δι' αυτούς ήσαν άχυρα. Οι δε Στωικοί και οι Επικούρειοι, καίπερ διαφέροντες εντελώς εκ πρώτης όψεως, ήσαν σχεδόν όμοιοι κατά τον τελικόν σκοπόν. Αυτοί κυρίως εφρόντιζον περί της ηθικής δηλαδή του πρακτικού ζητήματος, πώς πρέπει να κανονίζη ο άνθρωπος τον βίον. Και ησχολήθησαν μεν ολίγον και αι δύο σχολαί εις την επιστήμην, οι μεν Επικούρειοι εις την φυσικήν, οι δε Στωικοί την λογικήν και την ρητορικήν, αλλά μόνον ως μέσον άγον προς τον κύριον σκοπόν. Οι Στωικοί επεζήτουν να προσελκύσωσι τας καρδίας και τας συνειδήσεις των ανθρώπων διά δεξιότητος περί αφηρημένα επιχειρήματα και διά εξάρσεως των στοχασμών και της εκφράσεως, οι δ' Επικούρειοι να καθοδηγήσωσι την ανθρωπότητα εις τον προορισμόν της χωρίς να υποδουλωθή εις ιδιοτρόπους θεούς ή να θυσιάση την ελευθέραν βούλησιν.

Δύο μόνον μεγάλα συστήματα απέμειναν περισσότερον σκεπτόμενα και ολιγώτερον παθαινόμενα· η Ακαδήμεια, ήτις μετά τον θάνατον του ιδρυτού της και του Σπευσίππου εστράφη από παραδόξου μεταφυσικής εις κριτικήν και σκεπτικήν εκλεκτικότητα, και το Λύκειον ή ο Περίπατος, όπου η γνώσις ωργανώθη κατά τρόπον αποτελούντα το κυριώτατον γνώρισμα της περιόδου ταύτης. Ο ιδρυτής αυτής ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ο Σταγιρίτης (384-322 π. Χ.) και κατά τον χαρακτήρα και κατά τους χρόνους ίσταται μεταξύ φιλοσόφου των Αθηνών και λογίου της Αλεξανδρείας. Ήλθεν εις τας Αθήνας δεκαεπταέτης και διέμεινεν ενταύθα είκοσιν έτη. Αλλά ηνδρώθη υπό την σκιάν του Μακεδόνος, έχων πατέρα τον ιατρόν του Αμύντα του β'· δεν ηγάπα λοιπόν τους δημοκρατικούς, ουδ' εφρόντιζε περί της πολιτικής τύρβης των Αθηνών· το πρώτον έργον, όπερ εδημοσίευσεν, επιστολή κατά το ύφος του Ισοκράτους, ήτο προτρεπτικός εις φιλοσοφίαν, όπου ο θεωρητικός βίος προκρίνεται του αντιθέτου, του πρακτικού· εις την αρχήν ταύτην παρέμεινε πιστός ο Αριστοτέλης μέχρι τέλους. Κύριον διδάσκαλον είχε τον Πλάτωνα· αλλ' ήτο ακόρεστος εραστής της γνώσεως, καταγινόμενος όχι μόνον εις την ιστορίαν της προηγουμένης φιλοσοφίας, εις τας μαθηματικάς ζητήσεις του Ευδόξου και τα μυστήρια των Πυθαγορείων, αλλά και εις λεπτομερείς σπουδάς, καθώς την συναγωγήν των δραματικών διδασκαλιών και των ειδών των πολιτευμάτων. Τας προς τον διδάσκαλόν του σχέσεις απεικονίζει καλώς η περίφημος φράσις των Ηθικών· [Α', 6 σ. 1095 α 16] «δυοίν γαρ όντοιν φίλοιν, όσιον προτιμάν την αλήθειαν» { Both being dear, I am bound to prefer Truth! } Άλλος περισσότερον αφωσιωμένος ή ολιγώτερον πρωτότυπος μαθητής, π.χ. ο Σπεύσιππος, δεν ήθελεν αντιθέσει τον Πλάτωνα προς την αλήθειαν. Μετά τον θάνατον του Πλάτωνος (347) σχολάρχης της Ακαδημείας εξελέγη ο Σπεύσιππος, τότε δε ο Αριστοτέλης ενόμισε πρέπον ν' αφήση τας Αθήνας, καθώς και ο Ξενοκράτης, ο μετέπειτα διάδοχος του Σπευσίππου. Ο Αριστοτέλης, περάσας τρία έτη εν Άσσω της Μυσίας, ενυμμεύθη την Πυθιάδα, την ανεψιάν του εκεί δυνάστου, κατά τρόπον ρωμαντικόν, αφού δηλαδή την έσωσεν από τινος οχλαγωγίας. Κατά δε το 343 π. Χ. προσεκλήθη εις την Πέλλαν υπό του Φιλίππου, και ανέλαβε την εκπαίδευσιν του Αλεξάνδρου, όστις ήτο τότε δέκα τριών ετών.

Περί των μαθημάτων εκείνων ουδέν είναι γνωστόν και πιθανώς ολίγα είχον κοινά ο ζηλωτής του Αχιλλέως και ο μέγας θεωρητικός, πλην τούτου μόνον, ότι και οι δύο ήσαν υπέροχοι. Γνήσιος φίλος του Αριστοτέλους ήτο, φαίνεται, ο Φίλιππος. Ο Αριστοτέλης είχεν ίσως ποθήσει, καθώς ο Πλάτων και ο Ισοκράτης, να προσηλυτίση κανένα ηγεμόνα· τουλάχιστον έκαμε προ του Φιλίππου δύο πειράματα επί δύο μικρών δυναστών, του Θεμίσωνος της Κύπρου και του Ερμείου, του θείου της γυναικός του. Έν έτος μετά τον θάνατον του Φιλίππου, ο μεν Αριστοτέλης επανήλθεν εις τας Αθήνας, ο δε Αλέξανδρος εξεστράτευσε κατά των Περσών. Αλλ' ο Αριστοτέλης ουδέποτε είχεν επιδοκιμάσει το σχέδιον της κατακτήσεως της Ασίας· διότι δεν ήτο «θεωρητικόν». Αλλά και την άλλην του συμβουλήν, ότι ο κατακτητής έπρεπε να είναι των μεν Ελλήνων ηγεμών, των δε βαρβάρων κύριος, απέρριψεν ο Αλέξανδρος, επιμένων να μη κάμνη διάκρισιν μεταξύ των δύο. Yπήρχεν επίσης και άλλη μεταξύ των προστριβή, ιδιαιτέρα και χειροτέρα· κάποιος Καλλισθένης, τον οποίον ο Αριστοτέλης του αφήκεν ως σύμβουλον, εθεωρήθη ως μέτοχος συνωμοσίας και εθανατώθη. Αλλά φανερά διάστασις διδασκάλου και μαθητού δεν επήλθεν. Κατ' εκείνο δε πιθανώς το έτος (335) ο Αριστοτέλης ίδρυσε την φιλοσοφικήν σχολήν του εντός οικοδομής, εχούσης «περίπατον», ήτοι στεγασμένον ηλιακόν, και κειμένης πλησίον του άλσους του Λυκείου Απόλλωνος, ολίγον έξω του άστεως (319). Τούτο ήτο ίδρυμα μάλλον ομοιάζον προς τας βιβλιοθήκας της Αλεξανδρείας ή προς την Ακαδήμειαν και πιθανώς έχον, όπως εκείναι, χορηγίαν βασιλικήν. Η παντοφάγος πολυμάθεια του Αριστοτέλους και η οργανωτική του μεγαλοφυία εύρον εκεί τον εντελή προορισμόν των. Εκεί ο φιλόσοφος περιστοιχούμενος υπό των συμφιλοσοφούντων, καθωδήγει αυτούς εις ποικίλας ερεύνας και συλλογάς· ήκουεν αντιλογίας και επέκρινεν αυτάς ελευθέρως· και τοιουτοτρόπως ανήγειρε το γιγάντειον εκείνο οικοδόμημα, της ωργανωμένης και αιτιολογουμένης γνώσεως, όπερ υπήρξε το θαύμα των έκτοτε γενεών.

Τα συγγράμματα του Αριστοτέλους οι μεταγενέστεροι περιπατητικοί διήρεσαν εις εξωτερικούς και ακροαματικούς λόγους, δηλαδή έργα προς δημοσίευσιν και υπομνήματα προς διδασκαλίαν. Η δόξα δε του φιλοσόφου κατά τους αρχαίους χρόνους εστηρίζετο εντελώς εις την πρώτην τάξιν, και ιδίως εις τους δημωδεστέρους διαλόγους· και όμως είναι πράγματι περίεργον, ότι εξαιρουμένης ίσως της Αθηναίων πολιτείας, ουδέ έν έργον της σειράς εκείνης διεσώθη. Ο ημέτερος Αριστοτέλης δεν περιλαμβάνει συμπληρωμένα και προσωπικά έργα τέχνης, καθώς είναι οι διάλογοι του Πλάτωνος αλλά μόνον υπομνήματα, δηλαδή τας χάριν της σχολής σημειώσεις. Τούτο εξηγεί τους υπαινιγμούς και τας ελλείψεις του ύφους, τα ανέκδοτα και τα παραδείγματα, τα οποία μνημονεύονται χωρίς ν' αναπτύσσωνται· εξηγεί επίσης τας επαναλήψεις και παραδρομάς και τας ενιαχού αντιφάσεις. Διάφοροι συμφιλοσοφούντες, συνεκόμισαν ύλην, ποικίλοι δε σχολάρχαι επανέλαβον και επεξειργάσθησαν τα μαθήματα. Ούτως η Ρητορική του εστηρίζετο μεν επί των συλλογών του μαθητού Θεοδέκτου, επεξετάθη δε κατόπιν υπό του διαδόχου του Θεοφράστου. Τα Φυσικά καταριθμούνται εις τον Αριστοτέλη· το δε Περί φυτών εις τον Θεόφραστον· αλλά προφανώς και οι δύο ειργάσθησαν και εις τα δύο. Τα Ηθικά περιέχουσιν ευδιάκριτα ίχνη τριών σχολαρχών, δηλαδή αυτού του διδασκάλου, του Ευδήμου και άλλου τινός. Των Μετά τα φυσικά πιθανώς αι κύριαι γραμμαί διεγράφησαν κατά τας αρχικάς θεωρίας του Αριστοτέλους. Το δε Περί ποιητικής φαίνεται ως προσωπική απάντησις αυτού προς την πρόκλησιν, ήν εν τη Πολιτεία (σ. 607 ό προτείνει ο Πλάτων «τοις προστάταις αυτής (της ποιήσεως), όσοι μη ποιητικοί, φιλοποιηταί δε, άνευ μέτρου λόγον υπέρ αυτής ειπείν». Αλλά πάντα τα έργα ταύτα φέρουσι προσθήκας και σχόλια άλλων διδασκάλων. Πολιτεύματα δε διάφορα η σχολή συνέλεξε και ανέλυσεν 158 εκ των τότε υπαρχόντων. Αυτός δε ο Αριστοτέλης έγραψε την Πολιτείαν των Αθηναίων και των Σπαρτιατών· αλλ' εδημοσίευσε το μέγα θεωρητικόν του σύγγραμμα, τα Πολιτικά, πριν οι συλλέκται του συμπληρώσωσι το έργον των (320).

Ήμισυν αιώνα μετά τον θάνατον του Αριστοτέλους ο Περίπατος εξέπεσεν εις ασήμαντον ίδρυμα, τα δε έργα του διδασκάλου ολίγον ανεγινώσκοντο μέχρι της ρωμαϊκής περιόδου, ότε η σπουδή αυτών ανεζωπυρήθη. Αίτιον της ολιγωρίας ήτο πρώτον μεν ότι πολλά τούτων ήσαν ρηξικέλευθα· ταύτα δε ταχέως παραμερίζονται, καθόσον άλλοι προχωρούσι πατούντες επ' αυτών. Έπειτα δε ότι εχρειάζετο χρήμα προς νέας ερεύνας, οι δε ποικίλοι «διάδοχοι» του Αλεξάνδρου τας χορηγίας των εφύλασσον χάριν των ιδικών των πόλεων. Αλλά προς τούτοις κατεφάνη ή μάλλον απεδείχθη εκ της πείρας αυτού του Αριστοτέλους, ότι η παντογνωσία υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην δύναμιν. Τα μεγάλα καθιδρύματα της Αλεξανδρείας προθύμως εδαπάνων χάριν ωρισμένων τινών κλάδων, οίον της αρχαίας ποιήσεως ή της μηχανικής, περισσότερον κόπον και χρήμα ή όσον ηδύνατο να διαθέση το Λύκειον χάριν της όλης εγκυκλοπαιδικής σοφίας. Και αυτός ο πολυμαθέστατος Ερατοσθένης μεγάλως υπελείπετο του Αριστοτέλους.

Αι Αθήναι παρέμειναν έδρα της φιλοσοφίας. Αλλ' η κυρίως λογοτεχνία προσειλκύσθη βαθμηδόν εις τόπον, όπου ηδύνατο να εύρη καλούς μισθούς και αναπαύσεις. Και κατά τους ενδόξους χρόνους οι ποιηταί είχον συναχθή εις τας αυλάς του Ιέρωνος και του Αρχελάου. Τότε δ' όμως αι Αθήναι υπερείχον των ενδιαιτημάτων εκείνων διά της ελευθερίας του λόγου και της σκέψεως και διά της συμπαθείας και της συμμέτρου αναπτύξεως των συγγραφέων και του κοινού· επί πλέον δε διότι κατά το πλείστον του πέμπτου αιώνος ήσαν ο ασφαλέστατος και ησυχώτατος εν τω κόσμω τόπος διαμονής. Αλλ' από του τετάρτου δεν ήσαν. Περισσοτέραν ασφάλειαν παρείχον αι πρωτεύουσαι πόλεις των μεγάλων μοναρχών, τας οποίας επροστάτευον στρατοί πολυάριθμοι και ησκημένοι. Ούτως ασφαλής ήτο η Πέλλα, η Αντιόχεια και μετά την εκδίωξιν των Γαλατών η Πέργαμος· ασφαλεστάτη δε η Αλεξάνδρεια. Κοινωνία δε βαθέως αισθανομένη ουδαμού υπήρχε πλέον. Ο λογογράφος έπρεπε κατ' ανάγκην να είναι λόγιος και το μέτρον της λογιότητος κατά τους χρόνους εκείνους ήτο υπερβολικόν. Διότι αδιακόπως εγράφοντο νέα βιβλία χάριν των ήδη αναγνωσάντων πάντα τα προτού, αλλά ταύτα μόλις ήσαν καταληπτά εις τους επιλοίπους. Ποιητής του τρίτου αιώνος — αλλά και πολύ πρότερον ποιητής ως ο Αντίμαχος — ήλπιζε ν' αναγνωσθή μόνον υπό τινων ομοτέχνων, δηλαδή ανθρώπων εχόντων αρκετήν άνεσιν και μάθησιν, όπως ευκόλως παρακολουθώσι τα διανοήματά του.

Μόνον έν εκ των λογοτεχνικών ειδών, η κωμωδία παρέμεινε πιστή εις την γενέθλιόν της γην. Η αττική ευφυία, η ελευθερία του λόγου, το δραματικόν πνεύμα δεν ήτο δυνατόν να μεταφυτευθώσιν. Η μέση και η νέα κωμωδία ήσαν πιθανώς υπέρ παν άλλο το αυτόματον και πρωτότυπον λογοτέχνημα των τότε χρόνων. Η διαίρεσις μεταξύ των δύο περιόδων δεν ήτο σαφής. Η μέση κωμωδία αδρομερώς χρονολογείται από του 404 μέχρι του 338, του έτους της εν Χαιρωνεία μάχης, γνωρίζεται δε εκ της προς την παρωδίαν αγάπης και της γελοιοποιήσεως των ποιητών και των μύθων. Η δε νέα, καθώς ήδη είπομεν, εξέτεινε τον κύκλον της εις πάντα τα θέματα της καθημερινής ζωής. Η πλοκή αυτής είναι έντεχνος και πολλάκις αληθοφανής. Διότι οι χρόνοι των «διαδόχων» ήσαν πλήρεις περιπετειών και ραδιουργιών, η δε πραγματική ζωή παρείχεν εις την σκηνήν πρότυπα μισθοφόρων, κλεμμένων κορών, τυχοδιωκτών μετά παραδόξων μεταβολών της τύχης, επίσης δε παρασίτων και εταιρών. Και η φράσις της νέας κωμωδίας ομοιάζει προς την ζωντανήν· διότι είναι γλώσσα βασιζομένη εις την ζωήν, και μη απομακρυνομένη της ζωής, εντελώς αντίθετος της τεχνητής καλλονής του τότε έπους και της ελεγείας, τείνουσα να φανή «αστική και καθαρά» και χαρίεσσα, αλλ' όχι επιτετηδευμένη. Ο ΑΝΤΙΦΑΝΗΣ και ο ΑΛΕΞΙΣ ανήκοντες εις την μέσην κωμωδίαν, έγραψαν πλέον των 200 κωμωδιών έκαστος (321), ο δε ΑΛΕΞΆΝΔΡΟΣ και ο ΦΙΛΗΜΟΝ πλέον των 200 ομού (322). Περί του ανηθίκου της νέας κωμωδίας ελέχθησαν πολλά, καθόλου ειπείν αδίκως. Διότι γενικώς οι ποιηταί έκλινον προς την ηθικήν, αλλά συστηματικώς απείχον από παντός υψηλού τόνου και ίσως παρέβλεπον την δραματικήν και υπέροχον όψιν των ευγενεστέρων φάσεων της ζωής. Ο Μένανδρος ήτο πιστός φίλος του Επικούρου, κατακρινόμενος και αυτός ως υπερμέτρως εγκωμιάζων την ηδονήν. Η τέχνη και η δύναμις της μέσης κωμωδίας εις την περιγραφήν συμποσίων παριστάνεται κάποτε ως σύμπτωμα της τότε αγροικίας. Αλλά το συμπόσιον ήτο ανέκαθεν έν των στοιχείων της κωμωδίας· πώς ήτο δυνατή κωμωδία χωρίς κώμον; Αλλά και αι σωζόμεναι μαρτυρίαι παραπλανώσιν ημάς, προερχόμεναι κυρίως εκ των Δειπνοσοφιστών του Αθηναίου, βιβλίου, όπερ έθελξε την αρχαιότητα διά των παρατιθεμένων περί συμποσίων περικοπών και αποφθεγμάτων. Αλλά προ πάντων πρέπει να ενθυμώμεθα ότι η μέση κωμωδία επί χρόνων απορίας και πάσα γραμματεία μαρτυρεί ότι πεινασμένοι ακροαταί καταβροχθίζουσιν απλήστως φανταστικά δείπνα. Όπισθεν των μακρών εκείνων καταλόγων των οψαρίων και των κρεάτων υπήρχε πολλή φαιδρότης, αλλά και ίση δυστυχία.

Σπουδαίον ελατήριον της πλοκής της νέας κωμωδίας απετέλει ο ρωμαντικός και περιπετειώδης έρως, τοιούτος δ' ευρίσκετο τότε μεταξύ ταραχωδών υποθέσεων και χαρακτήρων διεφθαρμένων. Των σατυρικών δραμάτων αύται αι ηρωίδες ήσαν εταίραι. Άλλων πολύ περισσοτέρων τα κύρια πρόσωπα εσώζοντο εκ των ονύχων των εταιρών και των συντρόφων των. Άλλων πάλιν, ολιγωτέρων, αι ηρωίδες είχον, ως φαίνεται, κάποιον «παρελθόν», αλλ' ουχ ήττον παριστάνοντο συμπαθητικαί. Τέλος έν ή δύο, καθώς η Άμαστρις του Διφίλου, ως ηρωίνην είχον ενάρετον, ή τουλάχιστον σεβαστήν, ηγεμονίδα, το δε έργον ήτο καθαυτό ιστορικόν δράμα. Πάντως δε το αισθηματικόν μέρος ήτο περισσότερον παρά το κωμικόν.

Ο Φιλήμων εν τέλει απήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν και ο Μάχων έζησεν εκεί· αυτοί όμως ήσαν εξαιρέσεις. Ο Μένανδρος έμεινε πάντοτε πιστός εις τας Αθήνας. Η περί του ανδρός τούτου αντίληψις ημών πηγάζει αφ' ενός μεν εκ του περιφήμου αγάλματός του και των φανταστικών επιστολών (323), άς έγραψεν εν ονόματι του Μενάνδρου ο σοφιστής Αλκίφρων (περί τα 200 μ. Χ.), αφ' ετέρου δ' εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Αι επιστολαί εκείναι είναι δεξιώταται και καθιστώσιν αγαπητόν τον πεπαιδευμένον και εύκολον την φύσιν ποιητήν, όστις ουδέν άλλο ηγάπα παρά τα γράμματα και την ησυχίαν και ανεξαρτησίαν του και δεν εδέχετο αντί οποιουδήποτε μισθού να κατοικήση εις την αυλήν της Αλεξανδρείας ή να γράψη κωμωδίας χάριν των πολλών, όπως αποκομίση όσα ο Φιλήμων άθλα (324).

Όπως εις την κωμωδίαν, ούτω και εις την ελεγειακήν και την επικήν ποίησιν υπεισήλθε το αυτό περιπετειώδες ερωτικόν διαφέρον και ανύψωσεν αυτάς εις μεγίστην ακμήν. Η μεταγενεστέρα ελληνική ελεγεία δεν ήτο μόνον αυτή περικαλλής, αλλ' είχε και μεγάλην επίδρασιν· δηλαδή ο Καλλίμαχος, ο Ευφορίων, και ο Φιλητάς είναι οι κυρίως εμπνεύσαντες την μικρόβιον λατινικήν ελεγείαν. ΦΙΛΗΤΑΣ. [ο Τηλέφου, Κώος (περίπου 338-285 π. Χ.)] είναι ο πρώτος αντιπρόσωπος της αλεξανδρεωτικής ελεγείας· ωχρός μελετητής, τόσον ισχνός, ώστε «σφαίρας εκ μολίβου πεποιημένας είχε περί τω πόδε, ως μη υπό ανέμου ανατραπείη», κριτικός του Ομήρου, διδάσκαλος του Πτολεμαίου του β' και του Θεοκρίτου· ποιητής ερωτικών ελεγειών, εις τας οποίας έδωκε το όνομα της ερωμένης του Βιττίδος, και ενός ειδυλλίου περί Οδυσσέως και Πολυμήλης. Ο Φιλητάς και ο ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ ο Σάμιος, του οποίου πολλά χαριτωμένα επιγράμματα διέσωσεν η Ανθολογία (325), ήσαν οι μόνοι ζώντες ποιηταί, τους οποίους ο Θεόκριτος ανεγνώριζεν ως ανωτέρους του. Ο δε φίλος του Φιλητά, ΕΡΜΗΣΙΑΝΑΞ ο Κολοφώνιος μας αφήκε μόνον έν μακρόν απόσπασμα, περιέχον απλούν σχεδόν κατάλογον αρχαίων εραστών, ο οποίος θα συνεκίνησε πολλούς των αναγνωστών του Αθηναίου ως γλυκεία και μακρινή απήχησις. Αλλ' ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, [ο Κυρηναίος ευπατρίδης (περίπου 310-240 π. Χ.) ο εισελθών εις την υπηρεσίαν του ανακτόρου και της βιβλιοθήκης], ο αρχαιολόγος και ποιητής, υπερηκόντισε κατά την δόξαν και την επίδρασιν πάντας ίσως τους από Πλάτωνος μέχρι Κικέρωνος λογογράφους. Διότι ενόησε και εξέφρασεν ό,τι εχρειάζοντο και ό,τι ηδύναντο να εκτιμήσωσιν οι σύγχρονοί του. Οι δημιουργικοί χρόνοι κατ' αυτόν είχον περάσει και ήτο αδύνατον να γράφη τις τότε καθώς ο Όμηρος, ο Ησίοδος ή ο Αισχύλος· όπως εκείνοι έγραψαν χάριν του καιρού των, ούτως, ενόμιζε, και ημείς πρέπει ν' ακολουθήσωμεν τον ιδικόν μας και όχι να γελωτοποιώμεθα, διαγωνιζόμενοι προς αυτούς επί του ιδικού των εδάφους. Τώρα δυνάμεθα να γράψωμεν μόνον μικρά ποιήματα κομψά και τέλεια καθ' έκαστον στίχον. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα του Καλλιμάχου δεν είν' ευάρεστα εκτός ολίγων ωραίων επιγραμμάτων και της εις Λουτρά της Παλλάδος ελεγείας. Τα λοιπά φαίνονται κάπως ψυχρά και επιζητούντα να εκπλήξωσιν· εκ τούτου δε παραβλάπτεται η ποίησις του μεγάλου κριτικού· ίσως δε πολλοί προτιμώσι τον Απολλώνιον, όστις παρέβη την απαγόρευσιν του διδασκάλου (326).

Ο ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ επεχείρησε να γράψη έπος κατά την παλαιάν τέχνην, δηλαδή μακρόν, τολμηρόν, έχον σύνθεσιν εντελώς απλήν και γλώσσαν μη επιγραμματικήν. Τοιαύτην ποίησιν ηγάπα και ενόει αυτός να γράψη. Αλλά τα Αργοναυτικά απέτυχον εν Αλεξανδρεία και ο Απολλώνιος ανεχώρησεν εις την Ρόδον, όπου επεξειργάσθη δευτέραν έκδοσιν του έργου· [εκεί δε διδάσκων ρητορικήν, ετιμήθη και επωνομάσθη Ρόδιος]. Ζων είχε μικρόν κύκλον θαυμαστών διότι το πολύ κοινόν ηκολούθει την προς το σύντομον και λαμπρόν ύφος ροπήν του Καλλιμάχου. Και αυτός ο Κάτουλλος και ο Προπέρτιος ήσαν Καλλιμάχειοι. Εις τον Βεργίλιον απέκειτο να κατακτήση τον κόσμον διά ποιήματος, όπερ εγράφη κατά το έπος του Απολλωνίου και είχε πολλά της συνθέσεως εκείνου, γλώσσαν δε κατά στίχον δανεισθείσαν παρ' αυτού. Εννοείται δ' όμως ότι ο μεν Βεργίλιος είχεν ανωτέραν τινά «αποστολήν», όπως γράψη το εθνικόν έπος της πατρίδος του, τον δε Απολλώνιον ουδείς είχε καλέσει να εγκωμιάση τους Αργοναύτας, τούτο δε καθ' εαυτό παρέχει περισσότερον εις τον Βεργίλιον διαφέρον. Αλλά πάντως η Μήδεια και ο Ιάσων των Αργοναυτικών είναι ζωηρότεροι και φυσικώτεροι των αντιγράφων των, ήτοι της Διδούς και του Αινείου της Αινειάδος. Ο άγριος έρως της μαγίσσης φαίνεται παράδοξος επί της βασιλίσσης της φιλοπόνου Καρχηδόνος και τα δύο κύρια γνωρίσματα του Ιάσονος, η αδυναμία, η οποία τον καθιστά προδότην, και η γλυκύτης, η οποία τον αντιθέτει προς την Μήδειαν, έρχονται ασύμφωνα προς τον γενάρχην της Ρώμης. Δύο περικοπαί δύνανται ίσως να εκλεχθώσιν ως εξόχως χαρακτηρίζουσαι την αλεξανδρεωτικήν ποίησιν. Το πρώτον είναι η γνώμη του Καλλιμάχου (εν τω εις Απόλλωνα ύμνω, 107 κεξ.)

Ασσυρίου ποταμοίο μέγας ρόος, αλλά τα πολλά
λύματα γης και πολλόν εφ' ύδατι συρφετόν έλκει.
Δηοί δ' ουκ από παντός ύδευς φορέουσι μέλισσαι,
αλλ' ήτις καθαρή τε και αχράαντος ανέρπει
πίδακος εξ ιερής ολίγη λιβάς, άκρον άωτον

{ Great is the sweep of the river of Assyria ; but it bears many scourings of earth on the food of it, and much driftwood to the sea. Apollo's bees draw not their water everywhere: a little dew from a holy fount, the highest bloom of the flower }

Το δε άλλο είναι η απάντησις της Μηδείας, ότε ο Ιάσων ήθελε να ομιλήση προς τον πατέρα της Αιήτην και να συμφωνήση περί του γάμου της, καθώς ο Θησεύς εζήτησε την Αριάδνην παρά του Μίνωος. Η Μήδεια του λέγει [Αργοναυτικών Γ' 1105]

«Ελλάδι που τάδε καλά, συνημοσύνας αλεγύνειν
Αιήτης δ' ου τοίος εν ανδράσιν, οίον έειπας
Μίνω Πασιφάης πόσιν έμμεναι· ουδ' Αριάδνη
ισούμαι· τω μήτι φιλοξενίην αγόρευε.
αλλ' οίον τύνη μεν εμεύ, ότ' Ιωλκόν ίκηαι,
μνώεο· σείο δ' εγώ και εμών αέκητι τοκήων
μνήσομαί· έλθοι δ' ήμιν απόπροθεν ηέ τις όσσα,
ηέ τις άγγελος όρνις, ότ' εκλελάθοιο εμείο·
ή αυτήν γε ταχείαι υπέρ πόντοιο φέροιεν
ενθένδ' εις Ιαωλκόν αναρπάξασαι άελλαι,
όφρα σ' εν οφθαλμοίσιν ελεγχείας προφέρουσα,
μνήσω εμή ιότητι πεφυγμένον. αίθε γαρ είην
απροφάτως τότε σοίσιν εφέστιος εν μεγάροισιν
».

{ Speak not of ruth nor pact. They dwell not here. Aiêtes keeps no bond, nor knows no fear, Nor walks with men as Minos walked of old; And I am no Greek princess gentle-souled. — One only thing: when thou art saved and free, Think of Medea, and I will think of thee Always, though all forbid. And be there heard Some voice from far away, or some wild bird Come crying on the day I am forgot. Or may the storm-winds hear, and spurn me not, And lift me in their arms through wastes of sky To face thee in thy falseness, and once cry, 'I saved thee! Yea, a-sudden at thy hall And hearthstone may I stand when those days fall }

Ο Απολλώνιος έχει, εννοείται, τα ελαττώμματα του καιρού του, μακράς περιγραφάς ως εικόνας, οχληρόν όγκον ψευδομηρικής γλώσσης, εκθέσεις περί του διακόσμου της Αφροδίτης και των τόξων του Έρωτος, οποίας θα έγραφεν ο Οβίδιος ή και ο Cowley. Αλλ' υπάρχει και γνησία πρωτοτυπία και δύναμις παρατηρήσεως και ευαισθησίας· τοιαύτη είναι η περιγραφή [Α' 1063] του τέλους νεαράς χήρας [της Κλείτης] ήτις μετά τον θάνατον του ανδρός της

«κακώ δ' επί κύντερον άλλο

ήνυσεν, αψαμένη βρόχον αυχένι·

η παρομοίωσις της παλλομένης καρδίας της Μηδείας προς αίγλην του ηλίου αντανακλωμένην εντός ύδατος [Γ' 756] και πολλαί άλλαι παρομοιώσεις, πείθουσαι ημάς ότι ο Απολλώνιος εξέφρασε πράγματα, ουδέποτε προτού περιγραφέντα εν Ελλάδι, και εις την έκφρασιν του ρωμαντικού έρωτος ουδένα έχει ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θεόκριτον τον Συρακόσιον (327).

Ο ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ είναι ίσως ο ελκυστικώτατος απάντων των Ελλήνων ποιητών. Πολλοί νέοι σπουδασταί τον προτιμώσι του Ομήρου, και πλείστοι ενθυμούνται την πρώτην εκ της γνωριμίας του ηδονήν. Πράγματι εντός του θελκτικού και ησύχου του βασιλείου είναι απόλυτος μονάρχης· δυνάμεθα δε σχεδόν να είπωμεν, ότι η παγκόσμιος βουκολική ποίησις ουδέν έχει καλόν μη πηγάζον εκ του Θεοκρίτου. Το πρώτον του ειδύλλιον, ο Θύρσις έχει τας περισσοτέρας παρά παν άλλο ποίημα απομιμήσεις, από του Αδώνιδος του Βίωνος, του Βίωνος Επιταφίου του Μόσχου, του Δάφνιδος του Βεργιλίου μέχρι του αγγλικού Αδώνιδος και Λυκίδα.

Η συνήθεια εκείνη της αναδρομής προς τα οπίσω, η κλίσις εκείνη προς το παρελθόν, η χαρακτηρίζουσα όλην την ποίησιν και μέρος της επιστήμης της Αλεξανδρείας, διακρίνεται και εν Θεοκρίτω. Πολλά ποιήματά του αποβλέπουσιν εις το παρόν, τινά δε και εις το μέλλον, δεικνύοντα τι ήλπιζε παρά των προστατών του ο ποιητής· αλλά το μεν παρόν είναι μάλλον άσχημον, το δε μέλλον μη αληθινόν· την γνησίαν καλλονήν του Θεοκριτείου κόσμου περιέχει η αρχαία αγροτική ζωή. Οι Σικελοί αγρόται του καιρού του παρετηρήθη ορθότατα ότι επλησίαζον να καταντήσωσιν οι γεωργικοί δούλοι του ρωμαϊκού κράτους «οι αθλιώτατοι πάντων των αστέγων»· και όμως και πολύ κατόπιν, ότε κατεπίεζεν αυτούς ο Ουέρρης, εφημίζοντο ως εύθυμοι και φιλωδοί και είναι πιθανόν ότι οι αγροτικοί «βάρδοι» του Θεοκρίτου δεν είναι εντελώς πλαστοί. Τον τύπον αυτών απεικόνισε πρώτον η παλαιά σικελική ποίησις του Στησιχόρου. Φαίνεται δε ότι ο Σικελός χωρικός, όπως ο Προβιγκιανός, ο Ρουμάνος και ο Σκώτος εθεώρει την στιχουργίαν και το άσμα ως μέρος της καθημερινής του εργασίας.

Το ύφος του Θεοκρίτου και το περιεχόμενον των ειδυλλίων είναι τόσον σύμφωνα, ώστ' ευκόλως διαφεύγει τον αναγνώστην η μεγάλη των θεμάτων του ποικιλία. Επειδή δε τα ποιήματά του ονομάζονται ειδύλλια, τα θέλομεν όλα ειδυλλιακά. Αλλά η λέξις ειδύλλιον είναι υποκοριστικόν του είδος, ήτοι μορφή ή ύφος, η δε κοινή χρήσις αυτής φαίνεται ότι προέρχεται εκ της συνηθείας του να επιγράφωνται ταύτα χάριν μουσικής οδηγίας κατά την περίστασιν «ειδύλλιον βουκολικόν ή αιπολικόν» . Των δε σωζομένων 32 ειδυλλίων του Θεοκρίτου μόνον δέκα παριστώσι βίον καθαυτό ποιμενικόν, πραγματικόν ή ιδανικόν· έξ είναι επικά, δύο εγράφησαν χάριν «ευκαιριών», δύο αποτείνονται προς προστάτας, έξ είναι καθαρώς ερωτικά και δύο είναι πραγματικαί εικόνες της καθημερινής ζωής. Τούτων περιφημόταται είν' αι Αδωνιάζουσαι, (ειδ. ιε') μίμος περιγράφων τας εντυπώσεις δύο μεσαίας τάξεως Συρακοσίων γυναικών, της Γοργούς και της Πραξινόης εκ της μεγάλης εορτής του Αδώνιδος, της εορταζομένης εν Αλεξανδρεία υπό Πτολεμαίου του β'. Το ειδύλλιον τούτο παριστάνεται κάποτε και επί παρισιανών θεάτρων, διότι περιέχει αληθινήν καλλονήν εν μέσω της κωμικής και υπέρ το δέον πιστής πραγματικότητος. Ο δε προηγούμενος μίμος, ο Κυνίσκας έρως, (ειδ. ιδ') διαγράφων συντόμως τι εκίνει τους νέους να κατατάσσωνται ως μισθοφόροι εις ξένους στρατούς, δεν είναι μεν τόσον εύμορφος, αλλ' έχει περισσότερον ίσως βάθος και αλήθειαν και, προσθετέον, πιστότερον αποδιδομένην αγροικίαν. Το β' ειδύλλιον αι Φαρμακεύτριαι, απεικονίζον τον έρωτα της Σιμαίθας και τας μαγγανείας αυτής, είναι δύσκολον να καταταχθή· είναι πραγματικόν, ωραίον, τραγικόν, ιδιαιτέρως κωμικόν και εν γένει, αλησμόνητον· διότι παρουσιάζει το βάθος της ζωής, όπως ο μίμος την επιφάνειαν· και ενώ πολλαί εγράφησαν απομιμήσεις, απέμεινε μοναδικόν αριστοτέχνημα. Τρία ποιήματα φαίνονται εκφράζοντα τα προσωπικά του ποιητού αισθήματα, αποτεινόμενα προς τον εταίρον του και παριστώντα διά του σοβαρού και ηρέμου ύφους το έπακρον ίσως της τοιαύτης συγκινήσεως. Έν τούτων, το κθ', εκφράζει το συχνά περιαδόμενον αίσθημα περί του καταλλήλου τόπου της αγάπης ή της φιλίας [στ. 12]

«ποίησον καλιάν μίαν ειν ενί δενδρίω
όππη μηδέν απίξεται άγριον όρπετον
»

{ A single nest built in a single tree, Where no wild crawling thing shall ever climb }

Το εις Ιέρωνα Εγκώμιον και το προς τον Πτολεμαίον είναι τόσον καλά όσον δύνανται να είναι τοιούτου είδους ικεσίαι. Και τα μικρά έπη, τα διά της μορφής υπενθυμίζοντα τας Ηοίας, ουδέποτε στερούνται χάριτος και δρόσου, καίτοι καθόλου φαίνονται ψυχρά. Δύο άλλα ποιήματα, το ζ' τα Θαλύσια, περιγράφοντα εξοχικόν περίπατον εις την Κω εν ημέρα συγκομιδής, και το κη' η Ηλακάτη, ποιημάτιον συνοδεύον δώρον προς την Θευγενίδα, την γυναίκα του φίλου του ιατρού Νικίου, δεν είναι μόνον αυτά καθ' εαυτά πραγματικοί μαργαρίται, αλλά και αναδίδουσιν άρωμα ερασμίου χαρακτήρος.

Οι δύο άλλοι βουκολικοί ποιηταί, ο ΒΙΩΝ και ο ΜΟΣΧΟΣ, ομολογουμένως είναι μιμηταί του Θεοκρίτου. Ο Βίων ήτο νεώτερος αυτού καί πιθανώς έγραψε τον Αδώνιδος επιτάφιον χάριν της εορτής εκείνης, εις την οποίαν ανάγονται αι Αδωνιάζουσαι. Ο επιτάφιος είναι λαμπρόν τεχνικόν έργον· ανθηρόν, μονότονον, σχεδόν ανατολικόν εις την υπερβολικήν και άσωτον φαντασίαν, αρμόζει τελείως προς το θέμα του. Ίσως ουδεμίαν ενέχει πραγματικήν συγκίνησιν, αλλά παρασύρει θυελλωδώς την φαντασίαν και είναι ζυγισμένον ώστε να προκαλέση χειμάρρους δακρύων εκ μέρους προσώπων, όπως η Γοργώ και η Πραξινόη. Ο δε Μόσχος παριστάνει εαυτόν ως μαθητήν του Βίωνος, λέγεται δε ότι υπήρξε φίλος του Αριστάρχου, αν και, το ύφος φαίνεται νεώτερον. Τούτο είναι περίκοσμον ως η ρωμαϊκή ποίησις της αργυράς περιόδου, και γέμει εκ των μικρών εκείνων φράσεων, αι οποίαι όζουσι λεξικού και εμφαίνουσιν αυταρέσκειαν. Ο Βίων καλείται Δώριος Ορφεύς ο Όμηρος Καλλιόπας γλυκερόν στόμα και όμως ο τρόπος ούτος δεν ημπορεί ν' αμαυρώση τα έμφυτα χαρίσματα του ποιητού. Μεταξύ των αναριθμήτων ήχων της ελληνικής βουκολικής ποιήσεως, όσαι πλήσσουσιν ακόμη τα ώτα της νεωτέρας Ευρώπης, πολλαί προέρχονται εκ του Βίωνος επιταφίου (328).

[Εις την πρωτοτυπωτέραν αλεξανδρεωτικήν ποίησιν ανήκουσι και τα ποιήματα εκείνα] άπερ εφανέρωσεν ο υπ' αρ. 535 πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου (329), έργα αξιόλογα κυρίως διότι αποτελούσι τα σπουδαιότατα σωζόμενα δείγματα ενός όλου είδους, του μίμου. Ο ΗΡΩΔΑΣ ήτο πρόσωπον σχεδόν άγνωστον, αναφερόμενον μόνον τρις ή τετράκις· και αυτό το όνομά του δεν είναι ασφαλές· ο Αθηναίος τον ονομάζει Ηρώνδαν, αλλ' ο Πλίνιος και ο Στοβαίος παραλείπουσι το ν. Τα έργα του και η ζωή του μας ήσαν όλως σκοτεινά, αι δε περί των χρόνων του γνώμαι εκυμαίνοντο μεταξύ του έκτου και του τρίτου π. Χ. αιώνος! Και τα μεν ζήτημα του ν μένει ακόμη άλυτον, διότι ο πάπυρος δεν έχει επιγραφήν. Αλλ' ήδη δυνάμεθα να εικάσωμεν και την πατρίδα και τους χρόνους του ποιητού. Ο Ηρώδας φέρει όνομα δωρικόν, αλλά γράφει ιωνιστί. Τόποι δε των μίμων του είναι είτε η αναπόφευκτος Αλεξάνδρεια, είτε η Κως, και περί Κωακών πραγμάτων κάμνει πολύν λόγον. Αλλ' η Κως ήτο δωρική νήσος, όπερ ερμηνεύει το δωρικόν όνομα του ποιητού. Την δε διάλεκτον αυτού πιθανώς μεν επέβαλλεν η λογοτεχνική παράδοσις του μίμου, αξιοσημείωτος δ' όμως είναι και η επί των επιγραφών της Κως ανάμειξις ιωνικών τύπων, προερχομένη ίσως εξ ιωνικής επιμειξίας. Ούτω πατρίς του Ηρώδα ήτο πιθανώς η Κως, τους δε χρόνους αυτού καθορίζει μνεία των «θεών αδελφών», ήτοι Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου και της αδελφής αυτού Αρσινόης, οίτινες απεθεώθησαν ζώντες περί τα 268 π. Χ. Λαλεί δε περί του Απελλού, ως προ μικρού αποθανόντος, όπερ συνάδει προς την χρονολογίαν ταύτην. Μνημονεύεται δε ότι προ των μίμων έγραψεν άλλα είδη ποιήσεως· έζη λοιπόν κατά τους χρόνους του Καλλιμάχου και του Θεοκρίτου.

Οι μίμοι πάντες είναι γραμμένοι εις στίχους «σκάζοντας» ή «χωλιάμβους» και παριστάνουσι κάπως ευθύμως και γελοιογραφικώς σκηνάς της καθημερινής ζωής κατά την χυδαιοτέραν αυτής όψιν. Έχουσιν επιτυχεστάτην γλώσσαν, δεικνύουσι δε θαυμάσιον παρατηρητικόν, ήρεμον δε και αβίαστον πνεύμα, όπερ και κατά τον τρόπον και κατά το θέμα ενθυμίζει Γάλλους δραματικούς. Ο πρώτος μίμος παριστάνει νεαράν ύπανδρον γυναίκα, την Μητρίχην, δεχομένην την επίσκεψιν της γραίας Γυλλίδος, η οποία βλέπουσα, ως λέγει, την παρατεινομένην απουσίαν του ανδρός της Μητρίχης, της προτείνει κάποιον αθλητήν ως αντικαταστάτην. Αλλ' η Μητρίχη αποποιείται την παρηγορίαν ταύτην, έχει δε και άλλο προτέρημα, ότι μόνη μεταξύ των γυναικών του Ηρώδα δεν εξυβρίζει τας δούλας. Η κατά τούτο χυδαιότης των λοιπών λυπεί ημάς, καθόσον φαίνεται πιστώς αντιγράφουσα την ζωήν ως και εν ταις Αδωνιαζούσαις].

Εν τω β' μίμω αναίσχυντος αλλά κωμικός μέτοικος κατηγορεί ενώπιον των δικαστών [πλούσιον Φρυγά, ότι του επυρπόλησε το ανήθικον κατάστημά του). Εν τω γ' βλέπομεν μητέρα οδηγούσαν τον υιόν της εις το σχολείον. Εν τω δ' γυναίκες « Θυσιάζουσαι» περιέρχονται το Ασκληπιείον της Κω και θαυμάζουσι τα αγάλματα και τας ζωγραφίας. Εν τω ε' η ζηλότυπος Βίτιννα στέλλει τον Γάστρωνα να φάγη «χιλίοις μεν εις το νώτον . . . χιλίας δε τη γαστρί», και κατόπιν μετανοεί και τον ανακαλεί. Εν τω ς' δύο νεαραί γυναίκες συνομιλούσιν ιδιαιτέρως περί δούλων και φορεμάτων· η ομιλία των δεν είναι ούτε πνευματώδης ούτε κωμική, αλλ' όμως έχει εξαιρετικήν αληθοφάνειαν. Εν δε τω ζ' η Μητρώ συνιστά εις τον Σκυτέα νέας πελάτιδας, [ερχομένας ν' αγοράσωσιν υποδήματα].

Οι επτά ούτοι μίμοι του Ηώδα διατηρούνται καλώς, υπάρχουσι δε και θρύμματα εξ άλλων. Πάντες θα ήσαν διασκεδαστικότατοι παριστανόμενοι κατά πρώτον εν Κω ή εν Αλεξανδρεία, με το σκώμμα νωπόν όλον, και με τας ελαφράς σκιάς ευκόλως ορατάς. Αλλά το humour ήτο κατά μέγα μέρος πρόσκαιρον και τοπικόν. Ο δε σημερινός αναγνώστης βλέπει πιθανώς ότι οι μίμοι ήσαν έργα κάλλιστα, αλλά δεν ποθεί να τους αναγνώση πάλιν. Εάν δε πράξη τούτο, κύριος λόγος θα είναι η μεγάλη αρχαιολογική αυτών αξία, και δεύτερος η πράγματι δεξιά μίμησις. Ο Ηρώδας είναι κομψός και εις τα εγκώμια του Πτολεμαίου, ενώ και ο Καλλίμαχος και ο Θεόκριτος έφθασαν μέχρις υπερβολών (330

Πλην του έρωτος το άλλο μέγα χαρακτηριστικόν του Αλεξανδρεωτικού έπους και της ελεγείας ήτο η λογιότης. Υπήρχον δηλαδή πολλά αρχαιολογικά ποιήματα. Ο ΡΙΑΝΟΣ έγραψε περί μεσσηνιακών πολέμων, παριστών τον Αριστομένη ως είδος Wallace και άλλα έπη. Έτι περισσότερα ήσαν τα φιλοσοφικά ποιήματα (331). ΑΡΑΤΟΣ ο Σολεύς έγραψε Φαινόμενα μετά μετεωρολογικού παραρτήματος. Ο ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ έγραψε Θηριακά και Αλεξιφάρμακα, σωζόμενα και *Περί κτίσεων πόλεων (332). Ουδέτερος των ποιητών τούτων αρέσκει σήμερον εις ημάς, διότι προτιμώμεν την επιστήμην καθαράν και αμιγή. Η κατά τους αρχαίους χρόνους έκτακτος επίδρασις και φήμη του Αράτου ωφείλετο, φαίνεται, εις τούτο, ότι επέτυχεν ούτως ειπείν να οικειοποιηθή μίαν των μεγάλων συγκινήσεων του ανθρώπου. Κατά τους αμέσους μετ' αυτόν αιώνας ουδείς σχεδόν πεπαιδευμένος ηδύνατο ν' ατενίση προς τα άστρα χωρίς να ψιθυρίση ένα στίχον των Φαινομένων (333). Ο πολυμαθέστατος λόγιος των Πτολεμαϊκών χρόνων, ο ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ έγραψε τα γεωγραφικά και χρονολογικά του έργα εις λόγον πεζόν, επίσης δε τα περί της αρχαίας κωμωδίας. Το δε μικρόν του έπος περί του θανάτου και της εκδικήσεως του Ησιόδου και η ελεγεία Ηριγόνη είχον μυθικάς και ως θα ελέγομεν ημείς «ποιητικάς υποθέσεις».