Εν δε τω πεζώ λόγω επεκράτουν η πολυμάθεια και η έρευνα. Αι στρατείαι του Αλεξάνδρου ήνοιξαν μεγάλην έκτασιν του κόσμου εις την ελληνικήν επιστήμην, και τα ταξείδια του ναυάρχου του Νεάρχου και άνδρες ως ο Πολέμων μετέβαλον εντελώς την παλαιάν γεωγραφίαν. Τα κυριώτατα των σωζομένων εγχειριδίων είναι ο Περίπλους του ΣΚΥΛΑΚΟΣ του Καρυανδέως και η φερομένη υπό το όνομα του ΣΚΥΜΝΟΥ του Χίου έμμετρος Περιήγησις (334). Η δ' επιστημονική κατάταξις της γεωγραφίας εξετελέσθη υπό του Ερατοσθένους και του Ιππάρχου, ευρόντων και συστήματα προς υπολογισμόν του πλάτους και του μήκους και μεταχειρισθέντων την τριγωνομετρίαν. Τα μαθηματικά, τα καθαρά και εφηρμοσμένα, ανεπτύχθησαν υπό πολλών διαπρεπών ανδρών, εν οίς ο ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ, ζων επί Πτολεμαίου του α' (335) και ο ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ, όστις απέθανε κατά τα 212 π. Χ. (336) Η μηχανική — τότ' αι μηχαναί κατά μέγα μέρος ήσαν ξύλιναι η δε κινητήριος δύναμις συνήθως ήτο νερόν ή απλή βαρύτης, — ανεπτύχθη και χάριν πολεμικών σκοπών και χάριν της καθημερινής ζωής. Μεταξύ των σωζομένων έργων του ΗΡΩΝΟΣ υπάρχει περίεργον χωρίον, περιγράφον μικράν μηχανήν, η οποία, κινουμένη κατ' αρχάς, ηδύνατο άνευ βοηθείας να παραστήση τετράπρακτον τραγωδίαν περιλαμβάνουσαν ναυάγιον και πυρκαϊάν (337).
Η πολυμάθεια ιδιαιτέρως εφηρμόσθη εις την λογοτεχνίαν. Υπήρχον δύο μεγάλαι βιβλιοθήκαι εν Αλεξανδρεία η μεν πρώτη πλησίον του Μουσείου και των ανακτόρων· η δε κατά χρόνον και σπουδαιότητα δευτέρα πλησίον του ναού του Σεράπιδος. Αύται ιδρύθησαν τη συνεργασία Δημητρίου του Φαληρέως, υπό του α' Πτολεμαίου, ωργανώθησαν υπό του β', του Φιλαδέλφου, και απετέλεσαν εφεξής την εστίαν των γραμμάτων. Ο Ζηνόδοτος, ο Καλλίμαχος, ο Ερατοσθένης, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, και ο Αρίσταρχος προέστησαν αλληλοδιαδόχως της βιβλιοθήκης· ποιόν ποτε ίδρυμα είχεν ως προϊσταμένους ομοίους γίγαντας; Των βιβλιοθηκαρίων εκείνων πρώτος σκοπός ήτο να συνάγωσι και διασώζωσι βιβλία· προς τούτο παν πλοίον καταπλέον εις την Αλεξάνδρειαν ηρευνάτο και ούτε χρημάτων ούτε τεχνασμάτων εφείδοντο αι αρχαί· δεύτερος δε να συντάξωσι catalogues raisonnés· κύριον του Καλλιμάχου έργον ήσαν *Πίνακες των εν πάση παιδεία, διαλαμψάντων και ών συνέγραψαν { catalogue raisonné } εις 120 τόμους· τέλος δε ν' αποχωρίσωσι τα γνήσια έργα από των νόθων και να ερμηνεύσωσι τους δυσκόλους και απηρχαιωμένους συγγραφείς. Και οι άλλοι βασιλείς ίδρυον βιβλιοθήκας, περιφημοτάτη δε ήτο η εν Περγάμω των Ατταλιδών. Η Πέργαμος ήτο σπουδαιότερον και αυτής της Αλεξανδρείας κέντρον τέχνης, αλλ' ως προς τα γράμματα ήτο κατωτέρα. Διότι είχεν αρχίσει πολύ αργά, ότε η Αλεξάνδρεια είχεν αρπάσει πλείστα των μοναδικών βιβλίων. Έπειτα δε δεν είχε πάπυρον. Το φυτόν εφύετο μόνον εν Αιγύπτω, οι δε Πτολεμαίοι απηγόρευσαν την εξαγωγήν αυτού· ούτως η Πέργαμος ηναγκάσθη να χρησιμοποιή μόνον το δαπανηρόν υλικόν, το φέρον το όνομά της, την περγαμηνήν. Εις την κριτικήν η Πέργαμος ηκολούθει καθόλου την Στωικήν σχολήν [ΚΡΑΤΗΣ ο Μαλλώτης και οι μετ' αυτόν] ενέκυψαν ιδίως εις την ερμηνείαν πολλάκις φαντασιωδώς, εξετάζοντες το πνεύμα μάλλον παρά το γράμμα των παλαιών συγγραφέων, και απέκρουον την αυθεντίαν του Αριστάρχου και την τελείαν προσήλωσιν εις την ακριβή γνώσιν.
Εκ των καταλληλοτάτων προς έρευναν και γνώσιν πεδίων ήτο, φυσικά, η ιστοριογραφία. Αμέσως μετά τον θάνατον του Θουκιδίδου και πριν αποθάνη ο Ξενοφών, ο ιατρός του Αρταξέρξου ΚΤΗΣΙΑΣ έγραψε Περσικά και Ινδικά και Περίπλουν, εν μέρει μεν όπως επανορθώση πλάνας τινάς του Ηροδότου, αλλ' εν μέρει και όπως αυξήση τους μύθους αυτού. Ούτω δε κατήντησε σπουδαιότερος ως μυθιστοριογράφος ή ως ιστορικός (338). Ο δε Σικελιώτης στρατηγός ΦΙΛΙΣΤΟΣ έγραψεν εξόριστος ιστορίαν του καιρού του, λαβών ως πρότυπον τον Θουκυδίδην, κολακεύσας δε, καθώς ελέγετο, τον β' Διονύσιον, όπως ανακληθή εκ της εξορίας. Τέλος εφονεύθη κατά την στάσιν του Δίωνος (357 π. Χ.).
Των δε ιστοριογράφων όσοι ήκμασαν κατά τα τέλη του δ' αιώνος, κοινόν χαρακτηριστικόν ήτο ότι δεν ήσαν άνδρες πολιτικοί ή στρατιωτικοί, αλλ' απλοί λόγιοι. Πρώτοι δε του καταλόγου ήσαν δύο μαθηταί του Ισοκράτους. Εκ τούτων ΕΦΟΡΟΣ ο Κυμαίος έγραψε καθολικήν ιστορίαν, αρχομένην από της μεταναστάσεως των Δωριέων και λήγουσαν εις τα 340 π. Χ. Ο Έφορος ήτο συλλογεύς και κριτικός, αλλ' όχι ερευνητής· αντέγραφε δηλαδή προηγουμένους συγγραφείς ελευθέρως και πολλάκις κατά λέξιν· αλλ' απέρριπτε τας παλαιοτάτας περιόδους ως μυθικάς, και παραβάλλων τας πηγάς του, διώρθωνεν αυτάς. Ως Ισοκράτειος, επέμενε λίαν εις το ύφος και την σύνταξιν. Αλλά περιγράφων μάχας, κατά Πολύβιον «γελοίος φαίνεται»· σημειωτέον όμως ότι ο Πολύβιος λέγει περίπου τα αυτά περί πάντων των μη στρατιωτικών. Μέγα μέρος του Εφόρου αντεγράφη, μάλλον ή ήττον πιστώς εν τη σωζομένη ιστορία του Διοδώρου (339).
Ο δεύτερος Ισοκράτειος, όστις έγραψεν ιστορίαν, ήτο σπουδαιότερος ανήρ, ο ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ (γεννηθείς κατά τα 380). Ήτο Χίος και είχε την κοινήν προκατάληψιν των νησιωτών εναντίον του αθηναϊκού κράτους, και άλλας δριμυτέρας εναντίον των στρατιωτικών δεσποτών. Τα Ελληνικά, διαιρούμενα εις δώδεκα βιβλία, και τα Φιλιππικά εις δέκα οκτώ, ήσαν τα δύο μεγάλα του έργα. Καθώς άλλοι φλύαροι, ηγάπα και αυτός να επαινή την συντομίαν και την απλότητα· ως φαίνεται δε, ήτο κυνικός· τουλάχιστον εμίσει τον κόσμον και περιεφρόνει τα μεγαλεία. Επίστευε δε ότι όλα τα κακά της Ελλάδος αφορμήν είχον τας Αθήνας, την Σπάρτην και τας Θήβας και ότι οι βασιλείς και πολιτικοί και ηγέται των λαών ήσαν τα αποβράσματα της κοινωνίας. Επαινείται δε ως ικανός να διαβλέπη τα κρύφια αίτια και τους όπισθεν των πολιτικών παραπετασμάτων κρυπτομένους πονηρούς, το δε ύφος του εθαυμάζετο σχεδόν υπό πάντων. Το Περί ύψους βιβλίον, το αποδιδόμενον εις τον Λογγίνον, περιέχει περιγραφήν του Θεοπόμπου περί της «του Πέρσου καταβάσεως επ' Αίγυπτον» αρχομένην από των στρωμνών και των χλανίδων και των σκηνών και καταλήγουσαν εις θυλάκους και σάκκους και κρέα τεταριχευμένα. { beginning with magnificent tents and chariots, ending with bundles of shoe-leather and pickled meats } Ο κριτικός δηλαδή κατακρίνει το «ανοίκειον πάθος»· αλλά το χωρίον εκείνο φαίνεται ότι μάλλον ήτο σκόπιμος σάτιρα. Αι πολεμικαί του περιγραφαί απήρεσκον εις τον Πολύβιον, είναι δε δύσκολον να δικαιώση τις τους μακρούς λόγους, ούς αποδίδει εις πολεμούντας στρατηγούς.
Ο Σικελιώτης ΤΙΜΑΙΟΣ ήτο ιστοριογράφος των αυτών τάσεων, ήτοι λόγιος, αδαής του πραγματικού πολέμου, έγραψε δε την ιστορίαν της νήσου του εις 38 βιβλία. Και αυτός έψεγεν όχι μόνον τους βασιλείς και τους πολιτικούς, αλλά και τους άλλους ιστοριογράφους (340) · αλλ' είχε την ιδιάζουσαν αρετήν ότι εξήντλησε τας ιστορικάς πηγάς του και αυτάς τας επιγραφάς και τα μνημεία και αυτά τα Καρχηδονικά και Φοινικικά αρχεία. Ο δε Πολύβιος επαινεί και των χρονολογιών του την ακρίβειαν (341).
Παραλείποντες τας ειδικάς ιστορίας, όπως την Ατθίδα του Φιλοχόρου και τους Σαμίων ώρους του Δούριδος, ευρίσκομεν την παλαιάν κριτικήν του Ηροδώρου αναζώσαν υπό ιστορικόν σχήμα. Ο ΕΥΗΜΕΡΟΣ και ο μαθητής του ΠΑΛΑΙΦΑΤΟΣ μετεποίουν τον μύθον και την θρησκείαν κατά τον κοινόν νουν, διδάσκοντες ότι οι καλούμενοι θεοί πάντες ήσαν θνητοί άνθρωποι, τους οποίους μετά θάνατον ελάτρευον οι όμοιοί των είτε εκ δεισιδαιμονίας είτε εξ ευγνωμοσύνης. Ο Ευήμερος ευτύχησε να εύρη εν Κρήτη επιγραφήν, ως ενόμιζε, τάφου, λέγουσαν Ζαν Κρόνου (342). Ευρίσκομεν επίσης σπουδαία προϊόντα του κοσμοπολιτικού πνεύματος του καιρού εκείνου, του πνεύματος, όπερ εγέννησε την μετάφρασιν των Εβδομήκοντα και τα έργα του Φίλωνος· ήσαν αι ιστορίαι του ΒΗΡΩΣΟΥ, ιερέως του Βήλου εν Βαβυλώνι και του ΜΑΝΕΘΩΝΟΣ, ιερέως του Σεράπιδος εν Αλεξάνδρεια (343).
Αλλ' αναντιρρήτως ο μέγιστος των μεταγενεστέρων Ελλήνων ιστορικών ήτο ΠΟΛΥΒΙΟΣ ο Μεγαλοπολίτης (205-123 π. Χ.). Ο Πολύβιος είχε πατέρα τον στρατηγόν των Αχαιών Λυκόρταν, τα δε 40 πρώτα έτη της ζωής του εδαπάνησεν εις την στρατιωτικήν και την πολιτικήν υπηρεσίαν της Αχαϊκής συμπολιτείας, ιδίως ότε αυτή ανθίστατο κατά των Ρωμαίων. Τω 166 απήχθη εις την Ρώμην ως όμηρος και επί 16 έτη διέτριβεν εκεί, συνάψας φιλίαν μετά των Σκιπιώνων. Τοιουτοτρόπως ηκολούθησε τον νεώτερον Αφρικανόν εις τας πλείστας των εκστρατειών του και είδε την άλωσιν της Νουμαντίας και της Καρχηδόνος. Κατά δε τα τελευταία του έτη ήτο ο κύριος μεσίτης μεταξύ των Ελλήνων και Ρωμαίων, απολαμβάνων την εκτίμησιν αμφοτέρων και τελείως συνδυάζων την φιλοπατρίαν Αχαιού ιππέως προς αφιλοκερδή και ειλικρινή προς την Ρώμην θαυμασμόν. Η ιστορία του ήρχιζεν από του 264 π. Χ. όπου κατέληγεν ο Τίμαιος, και διά των δύο πρώτων βιβλίων έφθανε μέχρι των ημερών του· κατόπιν επεξετείνετο εις καθολικήν ιστορίαν, περιγράφουσαν κατά βήμα την πρόοδον της Ρώμης μέχρι της καταστροφής της Καρχηδόνος και της τελικής καταστροφής της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ως φιλόσοφος ιστοριογράφος, ως ερευνητής των αιτίων και των αρχών, των φυσικών και των γεωγραφικών όρων, των ηθών και των τιμών, και πρώτιστα και μάλιστα των πολιτευμάτων, ουδένα έχει ο Πολύβιος ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θουκυδίδην. Συνδυάζει την επιμέλειαν και την ευρύτητα της βλέψεως νεωτέρου φιλοσόφου ιστοριογράφου προς την πρακτικήν πείραν αρχαίου ιστορικού. Δυστυχώς μόνον τα πέντε πρώτα βιβλία της ιστορίας σώζονται ακέραια, των δε λοιπών δεκατριών έχομεν αποσπάσματα. Αλλά το ύφος του Πολυβίου ο Διονύσιος κατέτασσεν εις τας «συντάξεις» εκείνας, «οίας ουδείς υπομένει μέχρι κορωνίδος διελθείν». { whom no human being can expect to finish } Τούτο ήτο φυσικόν, λεγόμενον υπό διδασκάλου αττικιστού, όστις δεν ηδύνατο να συγχωρήση εις τον Πολύβιον, ότι έγραφε την κοινήν γλώσσαν του καιρού του. Είναι όμως παράδοξον ότι την εκ μέρους ρήτορος επίκρισιν ταύτην του εκφραστικού και ζωντανού λόγου του πρακτικού και συνετού ανδρός επαναλαμβάνουσι νεώτεροι λόγιοι, δυνάμενοι να παραβάλωσι το ύφος των αττικιστών και το του Πολυβίου. Βεβαίως ο Πολύβιος δεν εμποιεί την αυτήν εντύπωσιν μεγαλοφυίας ως ο Θουκυδίδης· αλλ' είναι πάντοτε ζωηρός, ακριβής, βαθύς και οξύτατος. Αναμφιβόλως έχει μίαν ή δύο προκαταλήψεις π.χ. εναντίον του Κλεομένους και των Αιτωλών. Αλλά πώς διαβλέπει τα πνεύματα και τα αισθήματα πάντων σχεδόν των μεγάλων ανδρών, ούς αναφέρει! Ο Άρατός του και ο Σκιπίων καταλέγονται μεταξύ των ζωηροτέρων χαρακτήρων της ιστορίας· ο δε Αννίβας του δεν είναι ο θεατρικός μικράνθρωπος του Λιβίου, αλλ' ευφυέστατος Σημίτης, βλεπόμενος ορθώς και δικαίως. Ο Πολύβιος είχε πεζήν ιδιοσυγκρασίαν και πολλήν κλίσιν εις την επίκρισιν άλλων ιστορικών. Αλλά πλην της επιστημονικήν του αξίας, είχε τόσην ηθικήν και πνευματικήν άμα ευγένειαν, ώστε ηδύνατο, αν και βαθυτάτα ηγάπα την πατρίδα του, να λαλή δικαίως περί των εχθρών αυτής, αν και ήτο ηττημένος, να φροντίζη μάλλον περί της αληθείας ς της ιδικής του φιλοτιμίας. Πόσον ήτο διάφορος της προκατειλημμένης κρίσεως του Τακίτου, και των καθαρών ρητορικών επιδείξεων του Ισοκρατικού Λιβίου (344)!
II
Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΚΑΙ Η ΒΥΖΑΝΤΙΑΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η επέκτασις του ρωμαϊκού κράτους μετέθεσε το εν Ευρώπη κέντρον της βαρύτητος
και έταξεν εις την ελληνικήν ευφυίαν έργον δευτερεύον και αρκετά στενόν. Η Ελλάς
κατήντησεν ο μισθωτός διδάσκαλος του ρωμαϊκού κόσμου. Αληθές είναι ότι εν τη
ανατολή ο μέγας ελληνικός πολιτισμός, όν ίδρυσεν ο Αλέξανδρος, διέμεινεν
οπωσδήποτε αυτάρκης και ανεξάρτητος της Ρώμης, η δ' ελληνική λογοτεχνία
διετήρησεν εκεί πολλήν δημιουργικήν δύναμιν και πρωτοτυπίαν. Αλλά τα
σωζόμενα λείψανα των δύο πρώτων μ. Χ. αιώνων αποτελούνται κυρίως εκ βιβλίων
αναγινωσκομένων εν τη Ρώμη· ο δε δυτικός κόσμος τόσον επεζήτει τους Έλληνας
όπως μεταβώσι και διδάξωσιν αυτοί, ώστε ούτοι παρέρριψαν τα πάντα χάριν της
αποστολής εκείνης. Η πρωτότυπος ποίησις σχεδόν εσιώπησεν. Ο ΒΑΒΡΙΟΣ ο
μυθογράφος δεν ήτο ποιητής
(345). Του
δε ΟΠΠΙΑΝΟΥ τα Αλιευτικά σπανίως κινούσι το διαφέρον
(346).
Μόνον η αισθηματική ελεγεία, περιοριζομένη ήδη εις ολιγόστιχα επιγράμματα,
ήκμασε τω όντι. ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ ο Γαδαρηνός έγραψεν αυθορμήτως· ήτο λόγιος και
διδάσκαλος, ούτω δ' εσχημάτισε την ποιητικήν συλλογήν, ήτις υπήρξεν η βάσις της
σωζομένης Ανθολογίας του Κεφάλα· αλλ' ήτο και πραγματικός και αβρότατος
ποιητής εντός στενού κάπως κύκλου. Τα πολυάριθμα ερωτικά του επιγράμματα
είναι γλυκύτατα, τα δε θρηνητικά ελεγεία του τρυφερώτατα. Αλλά και του
Μελεάγρου τα έργα φέρουσι σημεία των χρόνων εκείνων. Η συγκίνησίς του είναι
κάπως ωχρά, η δ' ανύψωσις αυτής γίνεται πολύ συντόμως και λίαν περιτέχνως. Και
έχει μεν πολλήν χάριν της φράσεως και της στιχουργίας, αλλά και έλλειψιν
ευστροφίας, δηλούσαν τον ξένον. Όθεν υποπτεύει τις ότι εν τη πατρίδι του τα
ελληνικά ήσαν δευτέρα γλώσσα, έξω δε του σχολείου ελάλει αραμαϊκά. Το
ευφυέστατον ίσως έργον του είναι το προοίμιον της Ανθολογίας, όπου λέγει ότι
έπλεξε τον μεταφορικόν στέφανον,
πολλά μεν εμπλέξας Ανύτης κρίνα, πολλά δε Μοιρούς
λείρια, και Σαπφούς βαιά μεν, αλλά ρόδα.
{ "Whereunto many blooms brought Anytê, Wild flags; and Mœro many,—lilies white; And Sappho few, but roses.}
ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΣ ο Σιδώνιος ήτο σχεδόν ίσος προς αυτόν. Ο δε ΚΡΙΝΑΓΟΡΑΣ είναι πάντοτε εύμορφος. Πράγματι δ' εξηκολούθουν να παράγωνται παρόμοια επιγράμματα, πολλά μεν ωραία, πολλά δε ακόλαστα, μέχρι των χρόνων του ΠΑΛΛΑΔΑ κατά τον πέμπτον μ. Χ. αιώνα και του ΑΓΑΘΙΟΥ και του ΠΑΥΛΟΥ του Σιλεντιαρίου κατά τον έκτον.
Αλλά κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους υπήρχε σπουδαιότατον πλέον κώλυμα της ποιήσεως, ότι το μέτρον δεν συνεφώνει προς την ζώσαν προφοράν. Ο μεν Αισχύλος και ο Σοφοκλής εστήριζον τους στίχους των επί συλλαβών μακρών και βραχειών, άς διέκρινεν η ακοή των. Ο δε Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (257-180 π. Χ.) πλην της ποσότητος των μακρών και των βραχέων εσημειώσε και μουσικόν τινα τόνον επί των λέξεων των αττικών φράσεων και ηύρε το σύστημα του τονισμού προς διδασκαλίαν των αλλοδαπών. Δύσκολον είναι να εκτιμήσωμεν εντελώς την φωνητικήν αξίαν του τόνου τούτου· αλλ' είναι βέβαιον ότι κατά τους χρόνους της ακμής δεν είχε σχέσιν προς την στιχουργίαν, πιθανώς δε διέφευγε και την ακοήν, μέχρι δε του τέλους του Β' π. Χ. αιώνος ήτο κάτι εντελώς διάφορον του ό,τι καλούμεν ημείς τόνον, ήτοι τον δυναμικόν. Αλλά κατά τον Δ' μ. Χ. αιώνα ο ποιητής των Διονυσιακών ΝΟΝΝΟΣ ο Πανοπολίτης, Έλλην Αιγύπτιος, αρχίζει αίφνης να λαμβάνη υπ' όψιν και τον τόνον. Διαιρών τον στίχον του διά της τομής εις δύο μέρη, φρονεί ότι εν μεν τω δευτέρω μέρει δεν πρέπει να πίπτη ο τόνος εις την προπαραλήγουσαν, εν δε τη πρώτη πρέπει. Φαίνεται λοιπόν ότι τότε ο τόνος είχεν αποβή δυναμικός, ο δε έξυπνος εκείνος άνθρωπος ηγωνίζετο «δυσί κυρίοις δουλεύειν»· στίχος, όπως ο εξής·
ουρανόν υψιμέδοντος
αιστώσαι Διός έδρην
κατά προσωδίαν μεν είναι καλός εξάμετρος, κατά τόνον δε πλησιάζει προς τον καλούμενον «πολιτικόν» στίχον, τον κανονικόν κατά τους μέσους χρόνους, χρησιμοποιούμενον δε υπό του λαού ήδη από του Δ' μ. Χ. αιώνος (347). ΚΟΪΝΤΟΣ ο Σμυρναίος, επικός ποιητής παλαιότερος του Νόννου, αγνοεί τους τονικούς τούτους κανόνας· αλλ' ο ΚΟΛΟΥΘΟΣ και ο ΤΡΥΦΙΟΔΩΡΟΣ φυλάττουσιν αυτούς (348). Τα Διονυσιακά λοιπόν ήνοιξαν νέον δρόμον.
Εν τω από των χρόνων του Αυγούστου και εξής πεζώ λόγω εγράφησαν πολλά ιστορικά και γεωγραφικά έργα, και πολλά σοφιστικά. Διόδωρον τον Σικελιώτην, Διονύσιον τον Αλικαρνασσέα, Ιώσηπον τον Ιουδαίον ακολουθούσιν ο Αρριανός, ο Αππιανός, και Δίων ο Κάσσιος. Ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ είναι ο Ξενοφών της παρακμής· έγραψεν Αλεξάνδρου ανάβασιν ως εκείνος Κύρου ανάβασιν, και ανέλυσε τας θεωρίας του Επικτήτου πολύ κάλλιον ή ο Ξενοφών τας του Σωκράτους· πλην τούτου έγραψεν έργα περί γεωγραφίας και τακτικής (349). Αλλ' ο ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (46-120 μ. Χ.) υπερέβαλε πάντας διά των αθανάτων αυτού Βίων, του ελκυστικωτάτου ίσως έργου, όπερ εγράφη ποτέ, και των μικρών εκείνων πραγματειών, αι οποίαι αρέσκουσιν όχι ολιγώτερον, επιγράφονται δε συνήθως Ηθικά. Δεν ήτο επιστημονικός ιστοριογράφος, και η αξία των μαρτυριών του εξαρτάται καθ' ολοκληρίαν εκ των πηγών, άς εξέλεγεν· αλλ' είχε το δώρον ν' αγαπά τους ήρωάς του και την δύναμιν να διακρίνη τι ήτο διαφέρον. Ως φιλόσοφος ίσως αποκλίνει πλέον του δέοντος εις τας συμβουλάς και βεβαίως είναι περιωρισμένος· αλλ' είναι είς των ευγενεστέρων και θελκτικωτέρων συγγραφέων, άμα δε εις των προσφιλεστάτων εξ όλης της αρχαιότητος χαρακτήρων (350).
Εις την ιδίως λογοτεχνίαν ή την «σοφιστικήν» διακρίνονται πολλοί. Δίων ο Χρυσόστομος, Ηρώδης ο Αττικός και Αριστείδης ο ρήτωρ είναι καθαροί stylistes, αλλά τούτο σημαίνει μόνον ότι ηδύναντο να μεταχειρισθώσι λεκτικόν αρκούντως ομοιάζον προς το του Πλάτωνος ή του Δημοσθένους. Αξιολογώτεροι τούτων είναι οι τέσσαρες ΦίΛΟΣΤΡΑΤΟΙ και ως ευφυής οικογένεια, και διά τα θέματα των έργων των. Του πρώτου έχομεν μόνον ένα διάλογον περί Νέρωνος και της Κορινθιακής διώρυγος, του δε δευτέρου τον θαυμάσιον διάλογον περί Απολλωνίου του Τυανέως, του νεοπυθαγορικού αγίου και φιλοσόφου, του οποίου η θρησκεία επί τινα χρόνον αντηγωνίζετο προς τον «χριστιανισμόν και τέλος τον Γυμναστικόν και τινας ερωτικάς επιστολάς. Του δε τρίτου και του τετάρτου έχομεν σειράν Εικόνων ήτοι περιγραφήν έργων τέχνης, εν ποιητική πεζογραφία. Αι Εικόνες είναι παράδοξοι και περίτεχνοι κατά το ύφος, εκτιμώνται δε υπό των αρχαιολόγων, ως μαρτυρίαι αληθινών εικόνων. Τοιαύται περιγραφαί ήσαν κοινόν σοφιστικόν γύμνασμα, όπερ ήκμασεν ιδίως κατά την επί Αντωνίνων αναγέννησιν της τέχνης και διήρκεσε μέχρι των ημερών του Λόγγου και Αχιλλέως Τατίου (351).
Εις τους σοφιστάς πρέπει να καταταχθή και ο συχνάκις μνημονευόμενος ΑΘΗΝΑΙΟΣ ο Ναυκρατίτης, ο κατά το τέλος του Β'. μ. Χ. αιώνος γράψας τους Δειπνοσοφιστάς. Οι εις το δείπνον παρακαθήμενοι πάντες είναι πεπαιδευμένοι άνδρες των χρόνων του Αυρηλίου και το βιβλίον παρέχει τον διάλογον αυτών. Παράξενος διάλογος! Συζητούσι περί παντός φαγητού και παντός πράγματος σχετικού προς τα δείπνα, εγκυκλοπαιδικοί άμα και αρχαιολόγοι. Παν ότι ήτο γνωστόν περί αγγείων, οίνων, χορών, μαγειρικών σκευών, όψων, περί αδυναμιών των φιλοσόφων και ευφυολογιών των εταιρών είναι εκεί συνηγμένον μετά προσοχής και κατά τάξιν. Οιαςδήποτε πηγάς και αν είχεν ο Αθηναίος, φαίνεται ότι είχεν αναγνώσει πάμπολλα και ότι ήτο φύσει ευθυμολόγος· το δε βιβλίον του, καίτοι φαινόμενον ως μόνον συμποσιακόν, αποτελεί πολύτιμον όργανον προς σπουδήν του όλου αρχαίου βίου (352).
Αλλά μέγιστος των σοφιστών του Β' μ. Χ. αιώνος ήτο ο ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Ο Λουκιανός και ο Πλούταρχος είναι οι μόνοι συγγραφείς της περιόδου ταύτης οι έχοντες παγκόσμιον σπουδαιότητα, οι λαλούντες όπως ουδείς άλλος δύναται να λαλήση, οι και σήμερον ευαρέστως αναγινωσκόμενοι διά την πραγματικήν αξίαν. Ο Λουκιανός παρεβλήθη κατά την τάσιν του πνεύματός του προς τον Ολλανδόν Έρασμον. Ήτο δηλαδή πολυμαθής, οξυδερκής και προ πάντων εύθυμος· επεζήτει πανταχού την ειλικρίνειαν· ήτο δε τόσον φρόνιμος και πεζός, ώστε να μη παρασυρθή εις τα μεγάλα ρεύματα του καιρού του. Έζη επί Μάρκου Αυρηλίου εν τω μέσω της τότε μεγάλης μεταρρυθμίσεως και της λογοτεχνικής αναγεννήσεως, αλλά δεν φαίνεται μετέχων εις αυτήν. Εμελέτησε πολλήν φιλοσοφίαν, αλλά πάντοτε ως ξένος ερχόμενος να ανακαλύψη τα παράδοξα διά να γελάση. Εάν κρίνωμεν εκ των πολλών εν τοις έργοις αυτού απολογιών φαίνεται ότι έπαθε πολλάς επιθέσεις, ιδίως παρά των Κυνικών, εν οποίων η ακαθαρσία, η αμάθεια και η αναισθησία του ετάρασσον τα νεύρα. Ο Λουκιανός υπό του πατρός του ήτο προωρισμένος να γίνη γλύπτης, αλλ' ετράπη προς τα γράμματα, ήρχισε δε το στάδιόν του ως συνήθης σοφιστής, αλλά κατόπιν ηύρε τον δρόμον του προς τους σατιρικούς διαλόγους, των οποίων το ύφος είναι μίμησις του Πλάτωνος, αλλά το κωμικόν στοιχείον είναι υπέρτερον του φιλοσοφικού. Κατά δε τα τέλη της ζωής του έλαβε κυβερνητικήν τινα θέσιν εν Αιγύπτω, και επανέλαβε τα ρητορικά του έργα. Ο Λουκιανός είναι λογογράφος σημαντικός, και ως παριστών μίαν όψιν του ανθρωπίνου βίου, ήτις έχει μόνιμον αξίαν διά πάσαν γενεάν, αλλά και ως μαρτυρών το ανεξάρτητον σθένος του ανατολικού Ελληνισμού, οσάκις εξέφευγεν ούτος την επίσημον προστασίαν του ρωμαϊκού κράτους ή απέστεργε να εκπαιδεύη τους δυτικούς λαούς (353).
Εκ της φιλοσοφίας, όση συνδέεται προς την εκπαίδευσιν, και επομένως ήκμασεν υπό τους πρώτους αυτοκράτορας, εσώθη σπουδαίον κληροδότημα. Πρώτον υπάρχουσι δύο μεγάλοι φιλοσοφούντες ιατροί. Τούτων ο μεν ΓΑΛΗΝΟΣ ήτο πολυμαθής και σαφής, αλλά διεξοδικώτατος συγγραφεύς και ιατρός των χρόνων του Μάρκου Αυρηλίου (354). Ο δε ΣΕΞΤΟΣ ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ζων επί Καλιγόλα, ανήκεν εις την σκεπτικήν σχολήν, έγραψε δε δύο σειράς βιβλίων, προς Μαθηματικούς, ήτοι τους επαγγελλομένους γενικήν σοφίαν, και προς Δογματικούς, ήτοι τους αιρετικούς φιλοσόφους· ταύτα είναι πλήρη δυνατών στοχασμών και περιέργου ύλης (355). Έπειτα δύο φιλόσοφοι γεωγράφοι, ο ΣΤΡΑΒΩΝ και ο ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ επί Μάρκου. Και ο μεν Στράβων εξείχεν εις την τοπογραφίαν και την ιστορίαν (356), του δε Πτολεμαίου τα γεωγραφικά και αστρονομικά έργα είναι τα επιστημονικώς σπουδαιότατα πάντων, όσα περιήλθον αρχαιόθεν εις ημάς (357). Άλλος γεωγράφος ο ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ο γράψας επί Αντωνίνων Περιήγησιν Ελλάδος εις δέκα βιβλία, φαίνεται ότι περιηγήθη χάριν διασκεδάσεως και αφού επανήλθεν εις την πατρίδα του, συνέρραψεν εκ βιβλίων πολύ παλαιοτέρων διήγησιν περί των όσα είδεν ή θα έβλεπεν αυτός! Αύτη είναι η μόνη δυνατή εξήγησις της παραδόξου αυτού συνηθείας του να παρατρέχη αμνημόνευτα και τα μάλιστα περίοπτα μνημεία, όσα ανηγέρθησαν μετά τα 150 μ. Χ. Οι δε νεώτεροί του κριτικοί διατείνονται ότι ενίοτε οσάκις λέγει ήκουσα ή είδον απλώς αντιγράφει τον ενώπιόν του περιηγητήν, ουδ' αυτό του ρήματος το πρόσωπον μεταβάλλων. Τούτο βεβαίως παραβλάπτει αυτόν τον Παυσανίαν, αλλ' επαυξάνει του βιβλίου την αξίαν, όπερ, όσον ανακριβές και ασυστηματοποίητον και αν είναι, είναι πλουσιώτατον και αρχαιοτάτη πηγή πληροφοριών μοναδικής όλως χρησιμότητος εις τε τους αρχαιολόγους και τους σπουδαστάς των θρησκευμάτων. Ο Παυσανίας π.χ. ήτο ο καθοδηγήσας τον Σλήμαν εις τας Μυκήνας (358).
Εκ της καθαράς φιλοσοφίας, την Στωικήν διδασκαλίαν κάλλιστα εις ημάς απεικονίζουσιν αι Διατριβαί και το Εγχειρίδιον του ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ. Ο εκ Φρυγίας καταγόμενος ούτος δούλος απηλευθερωθή και εδίδαξεν εν Ρώμη. Διωχθείς δ' εκείθεν κατά τα 94 μ. Χ. ένεκα του γνωστού κατά των φιλοσόφων διατάγματος του Δομιτιανού, αποκατεστάθη εις την Νικάπολιν της Ηπείρου· έπειτα δε απέλαυσε της φιλίας του Τραϊανού, λέγεται δε και του Αδριανού (117-138 μ. Χ.). Ο Επίκτητος δεικνύει την διαφοράν του καιρού εκείνου από των χρόνων του Πλάτωνος ή και του Χρυσίππου διά τούτου, ότι πραγματικώς εγκαταλείπει πάσαν θεωρίαν και περιορίζεται μόνον εις την δογματικήν και πρακτικήν ηθικήν. Και δέχεται μεν και μεταδίδει την θεωρητικήν βάσιν της ηθικής, όπως έθεσαν αυτήν οι πρώτοι Στωικοί, αλλ' η αληθινή του δύναμις ήτο το κήρυγμα και η διδασκαλία. Όθεν έλεγεν ότι «ιατρείον έστι το του φιλοσόφου σχολείον»· τοιούτον επάγγελμα δεν είν' ελληνικόν· αλλ' όμως η πνοή και η αδρότης των εμπνεύσεων του διδασκάλου, το ύψος των στοχασμών και αυτή η ευθυμία του ελκύουσι την εύνοιαν των πλείστων αναγνωστών (359) όσον περίεργοι και αν είναι αι βιοτικαί περιπέτειαι του Επικτήτου, βεβαίως αμαυρούνται ενώπιον της λάμψεως, η οποία περιβάλλει την συμπαθεστάτην μορφήν του ΜΑΡΚΟΥ ΑΥΡΗΛΙΟΥ. Και το σαφές και δυνατόν ύφος του εξ επαγγέλματος διδασκάλου δεν φθάνει βαθυτάτην εντύπωσιν, ήν προξενεί το περίφημον Εις εαυτόν βιβλίον του αυτοκράτορος. Και τον Μάρκον, όπως και πολλάς άλλας μεγάλας ψυχάς δύνασαι να τον εκτιμήσης μόνον αν τον αγαπήσης. Εάν τα τρία πρώτα κεφάλαιά του σε προσελκύσωσι, κατόπιν εκάστη του λέξις φαίνεται πολύτιμος. Αλλ' υπάρχουσι και πολλοί, και όχι όλοι στενοκέφαλοι ουδέ αναίσθητοι, οίτινες ευρίσκουσιν ολόκληρον το πόνημα οχληρόν και ανόητον. Και όμως είναι δύσκολον ν' αρνηθή κανείς ότι η ηθική διδασκαλία της αρχαίας Στοάς, όπως αναπτύσσουσιν αυτήν οι δύο ούτοι άνδρες, είναι εκ των υψηλοτάτων και λεπτοτάτων και λογικωτάτων του ανθρωπίνου πνεύματος δημιουργημάτων (360). Ο Μάρκος απέθανε κατά τα 180 μ. Χ. Ο δε μέγας φιλόσοφος της επομένης εκατονταετίας, ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ, ο αρχηγός των νεοπλατωνικών εγεννήθη τω 204. Καίτοι κατά το πλείστον επαγγέλλεται μόνον ότι ερμηνεύει τον Πλάτωνα, είναι πιθανώς ο τολμηρότατος φιλόσοφος των ρωμαϊκών χρόνων, η δε φιλοσοφία του το πληρέστατον και περιληπτικώτατον σύστημα. Η διδασκαλία του είναι καθαρά ιδεολογία. Ο κόσμος όλος απορρέει εκ του πρώτου όντος, όπερ κατά πρώτον παράγει τον Νουν, ούτω δε διακρίνεται ο Λογισμός και το όν. Η φύσις είναι αποτέλεσμα των Λογισμών, θεωρούντων εαυτούς, και τα γεγονότα της φύσεως είναι αυτοθεωρίαι αυτής (361). Το σύστημα τούτο ενέχει και θρησκευτικόν στοιχείον, όπερ ανέπτυξε πρώτος μεν ο Πορφύριος, ο βιογράφος και εκδότης του διδασκάλου, έπειτα δε ο Ιάμβλιχος, εις λογικόν τι σύστημα, όπερ κατόπιν οι εθνικοί αντέτασσον κατά των επιθέσεων των χριστιανών.
Τους Χριστιανούς κρατεί συνήθεια [εν τη Δύσει] ν' αποκλείωμεν εκ της ιστορίας των ελληνικών γραμμάτων. Και όμως η εξάρτησις αυτών εκ των ελληνικών θεωριών, και του ελληνικού τρόπου του σκέπτεσθαι είναι πρόδηλος και εις επιπολαίαν ανάγνωσιν. Αλλ' εάν πραγματευθή τις περί της σχέσεως ταύτης ανάγκη να εισέλθη εις λεπτομέρειας· κατά μίαν δ' έποψιν ο θάνατος και η αποτυχία του αυτοκράτορος ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ· είναι τέλος μιας όλης περιόδου, και σχεδόν τελική απόσβεσις της αρχαίας θρησκείας δε και των αθρήσκων ιδανικών. Το στάδιον του εκτάκτου τούτου ανδρός ήρμοζε τελείως προς τον χαρακτήρα του, όστις άνευ της σχεδόν υπερβολικής ελευθεροστομίας και ειλικρινείας του θα εφαίνετο θεατρικός, και όστις συμβολίζει το αρχαίον ηρωικόν πνεύμα, μαχόμενον απεγνωσμένως εντός των χρόνων της παρακμής. Ο Ιουλιανός προσπαθεί να γίνη φιλόσοφος και καταντά μυστικιστής· σαλπίζει την ελευθερίαν του πνεύματος και γίνεται θρησκόληπτος, σχεδόν πλέον των φανατικών, ούς πολεμεί· κατακλύζει τους στρατιώτας και τους υπαλλήλους του διά παραγγελμάτων δικαιοσύνης και μετριοπαθείας και κατόπιν διαφθείρει αυτούς διά συνεχών θυσιών προς τους θεούς. Κηρύσσει την ανοχήν και εφαρμόζεται νέος διωγμός. Τοιουτοτρόπως ο ηγεμών ο διάγων ζωήν αγίου, ο προσευχόμενος και μελετών κατά τας νύκτας, ο ζων ως πένης, διότι εξεκένωσε τα θυλάκιά του προς ανακούφισιν των απόρων των επαρχιών, ο επιζητών την μόνην παραμυθίαν εις την επιδίωξιν των υψίστων και ευγενεστάτων ιδανικών, παραδόξως πλησιάζει, αν παραβλέψωμεν το πρακτικόν μέρος, προς τινας των χριστιανών εκείνων αναχωρητών, τους οποίους αυστηρότατα κατεδίωκεν. Υπήρχε πράγματι κάτι μέγα και αληθινόν, προς το οποίον καθ' όλην του την ζωήν έτεινε τας χείρας, αλλά μόνον έψαυεν ο Ιουλιανός, και όπερ ίσως θα ηδύνατο να δράξη, αν έζη κατ' ευτυχεστέρους χρόνους. Διότι ήτο μέγας και φιλάνθρωπος στρατηγός, ήτο ικανός και ανιδιοτελής πολιτικός· αλλά διανοούμενος είχε πυρετόν· έτρεμεν εκ συνειδητής αδυναμίας ενώπιον των μεγάλων του πειραμάτων. Τούτο δε είναι το αίσθημα, το κατέχον όλην την ελληνικήν ψυχήν κατά τους χρόνους της πτώσεώς της. Τω όντι, ενώ η ρωμαϊκή παρακμή έτεινε προς την υπερβολήν, την κενοδοξίαν και την ματαιότητα, η ελληνική παρακμή ήτο άτονος και ασθενής (362).
Έν λογοτεχνικόν είδος, σύγχρονον του Ιουλιανού και καταδικαζόμενον εξ ίσου υπ' αυτού και υπό των αντιπάλων του, δεικνύει περίεργον συνδυασμόν παρακμής και νέας ζωής, το μυθιστόρημα. Τα δύο αρχαιότατα λείψανα πεζού μυθιστορήματος είν' επιτομαί. Τα Ερωτικά παθήματα ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ, όστις εδίδαξε τον Βεργίλιον και συνέλεξε τους μύθους τούτους προς χρήσιν Ρωμαίων ποιητών, επιθυμούντων να μεταχειρίζωνται μυθικά ονόματα χωρίς ν' αναγινώσκωσι τα πρωτότυπα, δεν έχουσιν ίσως πολλήν ιδικήν του φαντασίαν. Αλλά πιθανόν το πρωτότυπον να ήτο διάφορον. Καθαράν εύρεσιν περιέχει το έργον του ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ περί Των υπέρ Θούλην απίστων. Ο Αντώνιος ούτος έζη προ του Λουκιανού, ο οποίος τον εμπαίζει. Το βιβλίον έγεμε περιπετειών, περιελάμβανε δε και ανάβασιν εις την σελήνην· αλλ' αν κρίνωμεν εκ της επιτομής, είχε πολλάς επαναλήψεις και χαρακτήρας ως νευρόσπαστα. Ούτω κατέθελγε τον συγγραφέα η επίνοια, ότι ο ήρως ή ηρωίς είχον εκληφθή ως φάσματα. Αλλ' έχει τέχνην τινά προς συλλογήν των φαντασιωδών της διηγήσεως πηγών. Κατά τον τρίτον μ. Χ. αιώνα το μυθιστόρημα ήτο δημοφιλέστατον, έκτοτε δε σώζονται τα Εφεσιακά του ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ του Εφεσίου. Αλλ' αναμφιβόλως οι κάλλιστοι των παλαιών μυθιστοριογράφων είναι ο ΛΟΓΓΟΣ και ο ΗΛΙΟΔΩΡΟΣ· ο μεν πρώτος διά την καθαρώς ποιητικήν και λογοτεχνικήν αυτού αξίαν ο δε δεύτερος διά την πλοκήν και την δύναμιν της διηγήσεως. Ο Ηλιόδωρος γράφει ως δημιουργός νέας κινήσεως, είναι δε αγνός και πλήρης ζήλου και πεποιθήσεως. Το έργον του δύναται ν' αναγνωσθή και τώρα, ότε η τέχνη της διηγηματογραφίας έφθασεν εις την τελειότητα. Λέγεται ότι ο Ηλιόδωρος ήτο χριστιανός και μάλιστα επίσκοπος της εν Θεσσαλία Τρίκκης, παραιτηθείς, ότε η σύνοδος της επαρχίας του τον προσεκάλεσεν ή να καύση το βιβλίον του ή ν' απέλθη. Τούτο στηρίζεται μεν επί ασθενεστάτης μαρτυρίας, αλλά δεν είναι ανάρμοστον εις τον Ηλιόδωρον, οποίον τον γνωρίζομεν. Ο Λόγγος ήτο διάφορος· ψυχρός άνθρωπος και εθνικός, αλλά όχι ανήθικος· χρειάζεται ανόητος αναγνώστης ή αδέξιος μεταφράστης, όπως ευρεθή τίποτε πονηρόν εις τα Κατά Δάφνην και Χλόην. Αλλά το βιβλίον διαπνέει κάποιον αίσθημα αποθαρρύνσεως, τάσις προς αναχώρησιν εκ του κόσμου, και άφεσιν των φιλοδοξιών και των δυσχερειών αυτού, ροπή προς την απλότητα και την ησυχίαν των αγρών. Νομίζει τις ότι είναι Θεόκριτος κουρασμένος και γράφων πεζόν λόγον. Άλλοι τινές μυθιστοριογράφοι ως Αχιλλεύς ο Τάτιος και ο Χαρίτων έγραψαν μυθιστορήματα, τα οποία, κρινόμενα διά κοινού αισθητηρίου, πιθανόν να θεωρώνται ως ανώτερα του Λόγγου· διότι είναι ζωηρότερα, μάλλον έντεχνα και περίεργα, αρκετά δε ανήθικα. Αλλά δεν έχουσι την ποίησιν του Λόγγου (363).
Ο Λόγγος, εάν μη σφάλληται ο γράφων την ιστορίαν ταύτην, είναι ο τελευταίος λατρευτής του γνησίου κάλλους, ο έχων την παλαιάν ολόψυχον αφοσίωσιν, καθώς ο Πλωτίνος έζη χάριν της θεωρίας και ο Ιουλιανός χάριν της «μεγάλης πόλεως των θεών και των ανθρώπων». Εκ των τριών εκείνων ιδανικών, προς τα οποία πλέον παντός άλλου είχεν ανοίξει η Ελλάς τα όμματα του κόσμου, το μεν ιδανικόν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης ήτο εξωρισμένον προ πολλού εκ της ζωής εις τα βασίλεια των ονείρων, διότι οι κρατούντες δεν εφρόντιζον περί τούτου. Η δε ζήτησις της επιστημονικής αληθείας κατήντησε πλέον αδύνατος, αφότου ο κόσμος, δυσπιστήσας προς τον λόγον, και βαρυνθείς τους συλλογισμούς, αφωσιώθη περιπαθώς εις σύστημα θείας αποκαλύψεως, όπερ ανέλαβεν αυτό τον έλεγχον πάσης αληθείας. Τις δε απέμεινε πλέον να κηρύξη το αρχαίον κάλλος, το γυμνόν άμα και αγνόν εις γενεάς, αίτινες προ πολλού απέστρεψαν απ' αυτού το βλέμμα ή τον νουν των; Το πνεύμα της Ελλάδος απέθανεν εν τέλει εκ της μακράς εκείνης αποθαρρύσεως, η οποία παραλύει την δύναμιν των εθνών όπως το βραδύ δηλητήριον. Η Ελλάς έπαυσε να εκτελή τον προορισμόν της, διότι ο προορισμός αυτής δεν ήτο πλέον καρποφόρος (364). Οι δε τελευταίοι μεγάλοι εθνικοί, καθώς ο Πλωτίνος, ο Λόγγος και ο Ιουλιανός, ομολογούσιν αυτοί την ήτταν των και ζητούσι τρόπον τινά συγγνώμην, ότι δεν δημιουργούσι νέαν μελωδίαν, ουδέ δοκιμάζουσιν όλην την τάσιν της φωνής των, περιοριζόμενοι μόνον εις απηχήσεις των παλαιών ύμνων προς την Αλήθειαν, το Κάλλος, την Ελευθερίαν και την Δικαιοσύνην, των ύμνων δι' ών η Ελλάς είχεν αφυπνίσει τον κόσμον προ πολλού, ότε ο ήλιος ανέτελλεν επ' αυτήν και ήσαν ισχυρά ακόμη τα πτερά της.
Π Ε Ρ I Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
| Πρόλογος — Σημείωμα περί του Ομηρικού ζητήματος | ||
| Α' Όμηρος | Σελ | 1 |
| Β' Μικρότερα Ομηρικά ποιήματα Ησίοδος Ορφεύς | » | 44 |
| Γ' Απόγονοι του Ομήρου, του Ησιόδου και του Ορφέως | » | 69 |
| Δ' Το Μέλος | » | 91 |
| Ε' Αι αρχαί του πεζού λόγου | » | 125 |
| ΣΤ' Ηρόδοτος | » | 140 |
| Ζ' Φιλοσοφικά και πολιτικά συγγράμματα μέχρι του | ||
| θανάτου του Σωκράτους | » | 160 |
| Η' Θουκυδίδης | » | 184 |
| Θ' Το δράμα | » | 209 |
| Ι' Αισχύλος | » | 222 |
| ΙΑ' Σοφοκλής | » | 238 |
| ΙΒ' Ευριπίδης | » | 256 |
| ΙΓ' Κωμωδία | » | 281 |
| ΙΔ' Πλάτων | » | 300 |
| ΙΕ' Ξενοφών | » | 320 |
| ΙΣΤ' Οι Ρήτορες | » | 330 |
| ΙΖ' Οι χρόνοι του Δημοσθένους | » | 357 |
| ΙΗ' Η μεταγενεστέρα Λογοτεχνία | ||
| I Από του θανάτου του Δημοσθένους μέχρι της μάχης | ||
| του Ακτίου | » | 373 |
| II Η Ρωμαϊκή και η Βυζαντιακή | » | 401 |
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
Οι αριθμοί σημαίνουσι τας σελίδας το σημ. = σημείωσις· το πρόλ. — πρόλογος).
Άβαρις 67.
Αβιανός 2, 90
Αγίας 45.
Αγαθίας 402
Αγάθων 210, σ. 211 σ. 261, 307.
Αθηναίος 405.
Αιλιανός 103, 128 σημ.
Αινείας τακτικός 328 σημ.
αίνος 90.
Αισχίνης 17, 359,365.
Αισχίνης Σωκρατικός 179, 345, πρόλ.
Αισχρίων 90.
Αισχύλος 9, 214, 215, 216, 222-237, 241, 242, 243-296.
Αίσωπος 90.
Ακαδήμεια 309 σημ. 310
Ακουσίλαος 129.
Αλεξάνδρεια 383, 395, 396.
Άλεξις 381.
Αλκαίος 91, 92, 97 πρόλ.
Αλκιδάμας 6, 170, 335, 337, 339
Αλκίφρων 388.
Αλκμάν 101.
Αμειψίας 290, 293, 299 σημ.
Άμφων 294.
Ανακρέων 96.
Ανακρεόντεια 96
Ανάνιος 90.
Αναξαγόρας 165.
Αναξίμανδρος 160.
Αναξιμένης 161.
Ανδοκίδης 337, 341.
Ανδροτίων 129.
Αντίδωρος Κυμαίος 131.
Αντίμαχος 16, 71, 72.
Αντίοχος Συρακόσιος 130.
Αντίπατρος 402.
Αντισθένης 168, 179, 310, 317.
Αντιφάνης 381.
Αντιφών 131 σ. 327, 339.
Αντιφών σοφιστής 170, 340.
Αντώνιος Διογένης 411.
Ανύτη 72.
Άνυτος 183.
Απολλόδωρος γραμματικός 10, 46.
Απολλόδωρος Σωκρατικός 179.
Απολλώνιος Ρόδιος 71, 386.
Απολλώνιος Τυανεύς 404.
Αππιανός 403
Άρατος 73, 394.
Αρίσταρχος 11, 15, 16, 395.
Αρίσταρχος Τεγεάτης 280 σημ.
Αριστέας 67, 73.
Αριστίας 223.
Αριστείδης 404.
Αρίστιππος 168, 180, 309.
Αριστόνικος 15
Αριστοφάνης 90,147,169,220,286-299.
Αριστοφάνης Βυζάντιος 15, 335, 402.
Αριστοτέλης 18, 101. 149. 171, 176, 213, 218, 248, 262, 313, 317, 338, 355, 376-9.
Αρίων 103.
Αρκτίνος 4, 44.
Αρριανός 403.
Αρχέστρατος 73.
Αρχίλοχος 73, 80, 87, 90.
Αρχιμήδης 395.
Άρχιππος 293 σημ.
Άσιος 72
Ασκληπιάδης 384.
Αχιλλεύς Τάτιος 411.
Βάβριος 90, 401.
Βάκις 3, 67, 126.
Βακχυλίδης 111-115.
Βηρωσός 399.
βιβλιοθήκαι 258.
Βίων βουκολικός 390
Βίων Προκοννήσιος 130.
βουκολικοί 388, 390.
Γαληνός 405.
Γλαύκος 131.
Γοργίας 167, 170, 339.
γραφή 31, 125.
Δαμάστης 131
Δείναρχος 366.
Δημάδης 367.
Δημήτριος Φαληρεύς 90, 395.
Δημοδόκος 85.
Δημόκριτος 357.
διάλεκτοι 23, 98.
Δίδυμος 15.
δίγαμμα 26.
διδασκαλίαι 376.
Διευχίδας 12, 13.
διθύραμβος 100, 101, 99.
Διόδωρος Σικελιώτης 397, 403.
Διονύσιος Αλικαρνασσεύς 331, 403.
Διονύσιος κυκλογράφος 46.
Διονύσιος Μιλήσιος 130.
Διονύσου λατρεία 64.
Δίων Χρυσόστομος 404.
Δούρις 398
δράμα 2Ο9 — 12.
Ειδύλλια 389.
Εκαταίος 133-5.
Εκφαντίδης 283
ελεγεία 76.
έλεγος 79.
εμβατήρια 100.
Εμπεδοκλής 75, 164, 166.
επεισόδια 215.
επιγραφαί 125.
Επικούρειοι 375,
Επίκουρος 166.
Επίκτητος 407.
Επιμενίδης 67.
επίνικοι 100, 121.
έπος 28.
Επίχαρμος 281, 301.
Ερατοσθένης 395.
Ερμησιάναξ 384.
Έρμιππος 90.
Ερμογένης 134.
Ευγαίων 130.
Ευγάμων 5.
Εύδημος Περιπατητικός 378.
Ευήμερος 398
Ευκλείδης μαθηματικός 395.
Ευκλείδης Σωκρατικός 179
Εύμηλος 68.
Εύπολις 220, 285, 287.
Ευριπίδης 217, 220, 236, 256, 280, 294, 295.
Ευφορίων 397.
Έφορος 157, 397.
Ζαγρεύς 66.
Ζηνόδοτος 395.
Ζήνων Ελεάτης 164.
Ηγήμων 173.
Ηγησίας 44.
Ηλιόδωρος 411.
ησίαι 47
Ηρακλείδης Ποντικός 317.
Ηράκλειτος 162.
Ήριννα 92.
Ηρόδοτος 10, 135, 140, 159, 201.
Ηρόδωρος 135, 137.
Ηρωδιανός 15.
Ηρώνδας 391.
Ήρων μηχανικός 395.
Ησίοδος 3, 6, 53, 62.
Θαλής 160.
Θεαγένης 131.
θέατρον 212 σ.
«Θεμιστογένης»
Θέογνις 83
Θεοδέκτης 280 σημ.
Θεόδωρος γραμματικός 45.
Θεόκριτος 388-390
Θεόπομπος ιστορικός 188, 397
Θεόπομπος κωμικός 299 σημ.
θεός από μηχανής 274.
Θεόφραστος 378.
Θέσπις 212.
Θουκυδίδης 184-208.
Θρασύμαχος 168, 169, 176, 331.
θρήνος 100.
Ιάμβλιχος 408.
Ίαμβος 76.
Ίβυκος 167.
Ιεροκλής 53.
Ιουλιανός 408.
Ιοφών 240, 295.
Ίππαρχος 394.
Ιππίας σοφιστής 170.
Ίππυς 131.
Ιππώναξ 89.
Ισαίος 332, 346
Ισοκράτης 310, 311, 332, 336, 338, 346, 356.
Ιστορία 131.
Ίων Χίος 172.
Ιώσηπος 11, 403.
Κάδμος 120.
καθαρμοί 67.
Καικίλιος Καλακτίνος
Καλλίας 299.
Καλλίμαχος 385, 387, 395, 396.
Καλλίνος 80.
κανών ρητόρων
Καρκίνος 72.
Κερκιδάς 90, 393 σημ.
Κέρκωψ 90.
Κλείδημος 129.
Κλεοβουλίνη 85.
Κλεόβουλος 85.
Κλεόστρατος 73.
Κόιντος 402.
Κόλουθος 402.
Κόριννα 116 σημ.
Κράτης 284.
Κράτης Μαλλώτης 396.
Κρατίνος 283, 288.
Κράτιππος 188.
Κρεόφυλος 90.
Κριναγόρας 402.
Κριτίας 176.
Κτησίας 396.
κύκλος
επικός 45
Κύναιθος 27
Κυνικοί 375.
κύπρια έπη 43, 47, 48.
κωμωδία 218.
Λέσχης 5, 46.
Λεύκιππος 166.
«Λίνος» 5.
Λόβων 85
Λογγίνος 112, 398.
Λόγγος 400.
λόγοι 127.
Λουκιανός 405
λύκειον 377, 380.
Λυκούργος 363.
Λυσίας 337, 342, 346.
Μάγνης 283.
Μανέθων 399.
Μαρκελλίνος 188.
Μάτρων 73.
Μελέαγρος 401.
Μελησαγόρας 129.
μελικοί ποιηταί 92
Μέλισσος 164.
μέλος 91, 92.
Μένανδρος ζ' 298, 381, 383.
Μίμνερμος 81.
μιλήσιοι λόγοι 127.
μίμοι 391.
Μόσχος 390.
«Μουσαίος» 4.
Μουσαίος γραμματικός 373.
Μυρτίς 116.
μυστήρια 64, 173.
Νίκανδρος 394. Νικάνωρ 15.
νόμοι 77, 284 σημ.
νόστοι 47.
Νόννος 402.
Ξάνθος 130.
Ξενοφάνης 10, 71, 161.
Ξενοφών Αθηναίος 174, 182, 208, 320, 329.
Ξενοφών Εφέσιος 411.
Ξένων, 11.
«Ολιγαρχικός» 174-6, 285, 287.
«Όλυμπος» 77.
Ομηρίδαι 23.
Ομηρικοί ύμνοι 49, 68.
Όμηρος 3-51 πρόλ. ι'-κγ'.
Ονομάκριτος 11, 67, 126
Οππιανός 401.
Ορφεύς 5, 62-64.
Ορφικοί ύμνοι 66.
Ορχήστρα 213.
Παιάν 101, 121.
Παλαίφατος 398
Παλλαδάς 402.
Πανύασις 70.
πάπυροι 93, 95, 121, 130, 188, 279.
παράβασις 219.
παραχορηγήματα 214.
Παρθένιος 411, 412 σημ
Παρμενίδης 74, 163.
Παύλος Σιλεντάριος 402.
Παυσανίας 11, 72, 407.
πεζός λόγος 125.
Πείσανδρος 69
Πέργαμος 396.
περιπατητικοί 377, 379.
Πίγρης 52,
Πίνδαρος ζ', 9, 14, 106, 115-124,184.
Πιττακός 85, 91.
Πλάτων 18, 67, 71, 168, 180, 189, 300, 319-348
Πλάτων κωμικός 286.
Πλούταρχος 154, 241, 299, 403.
Πολύβιος 118, 192, 399-400.
Πλωτίνος 408.
Πολυκράτης Σοφιστής 181.
Πολυφράδμων 223.
Πορφύριος 409.
Πρατίνας 211, 212, 213, 223.
Πράξιλλα 92.
Πραξιφάνης 189.
Πρόδικος 170.
Πρόκλος 46, 47.
πρόλογος 215, 273.
Πρωταγόρας 167, 305.
Πτολεμαίος 407.
Πυθαγόρας 161.
Ραψωδοί 25.
ρήτορες 330-370.
ρητορική 33.
Ριανός 16, 80, 393.
Σαπφώ ς', 93 96.
σατυρικόν δράμα 213, 217, 244.
Σέξτος Εμπειρικός 406.
Σημωνίδης Αμοργίνος 86.
Σημωνίδης Κείος 108-11.
σκόλια 77.
Σκύλαξ 394.
Σκύμνος 394.
Σόλων 82, 212.
σοφισταί 197-171.
σοφοί επτά 72, 85.
Σοφοκλής 214, 215, 216, 238-256.
Σπεύσιππος 376.
στάσιμα 100, 210 σημ.
Στασίνος 44.
Στέφανος Βυζάντιος 198, 199.
Στησίμβροτος 172-3.
Στησίχορος 104-7.
Στράβων 406.
Στράττις 299.
συβαριτικοί λόγοι 127.
Στωικοί 375.
Σωκράτης 177, 183.
Σώφρων 281, 301.
Τεισίας 104.
Τελέσιλλα 92.
Τέρπανδρος 77.
Τζέτζης ιδ', 11.
Τίμαιος 398
Τιμόθεος 100, 284, σημ.
Τιμοκρέων 111.
Τισαμενός 126.
τραγωδία 211, 217 σημ.
Τρυφιόδωρος 402.
Τυρταίος 70, 80.
Ύμνος 49
Υπερείδης 361, 367.
υποκριταί 209, 214, 217.
Φαίδων 179.
φαλλικά 218, 219.
Φερεκράτης 284.
Φερεκύδης 129, 130.
Φιλήμων 220, 280, 383.
Φιλητάς 384.
Φίλιππος Οπούντιος 315
Φίλιστος 396.
Φιλοσοφία 160-171.
Φιλόξενος 100.
Φιλόστρατοι 404.
Φιλύλλιος 299.
Φίλων 399.
Φοίνιξ 386 σημ
Φρύνιχος τραγικός 220
Φρύνιχος νεώτερος 286.
Φωκυλίδης 85.
Φώτιος 46.
Χαιρεφών 182.
Χαιρήμων 280 σημ.
Χαρίτων 411.
Χάρων 130.
χασμωδία 336.
Χιωνίδης 283.
Χοιρίλος 70, 212.
χορηγός 214.
χορικά 98, 100, 211, 218.
χορός 101, 210, 210.
Ώροι 128, 398.