Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΤΗΣ
ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Α'
ΟΜΗΡΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η κυριωτάτη δυσκολία, ήν ευρίσκομεν ζητούντες να εννοήσωμεν την πορείαν και
την εξέλιξιν της ελληνικής λογοτεχνίας, είναι ότι τεμάχια μόνον αυτής
παρεδόθησαν εις ημάς και ταύτα μονομερή. Ίσως ουδεμία άλλη εν τη ιστορία
κοινωνία υπήρξε τόσον πλησίον της νυν πεπαιδευμένης, όσον αι Αθήναι του
Ευριπίδου και Πλάτωνος. Η πνευματική ζωηρότης και θρησκευτική ελευθερία των
ανδρών εκείνων, η αγνότης της αγωγής και του πολιτισμού αυτών, η έλλογος τόλμη
των κοινωνικών και πολιτικών αυτών ιδανικών, είναι σχεδόν βαθύτερον αισθητή
εις ημάς ή αυτός ο ημέτερος δέκατος όγδοος αιών. Αλλά μεταξύ εκείνων και ημών
παρήλθον πολλαί γενεαί ανθρώπων, οίτινες είδον αυτούς διαφόρως, ή εζήτησαν
εις όσα βιβλία των ανέγνωσαν άλλα πράγματα παρά την αλήθειαν και το ιδεώδες
κάλλος, ή οίτινες ουδ' εφρόντισαν ν' αναγνώσωσι βιβλία. Τοιουτοτρόπως της υπό
των Ελλήνων δημιουργηθείσης κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα λογοτεχνίας έχομεν
μόνον το εικοστόν περίπου μέρος, της δε κατά τον έβδομον, έκτον, τέταρτον και
τρίτον αιώνα ουδέ τόσον. Παν δε διασωθέν έργον έπαθεν αδιακρίτως πολλάς
δοκιμασίας. Επί πολύν χρόνον εξησφάλιζεν έκαστον την ζωήν του, καθόσον
απέμενε σύμφωνον προς την κρατούσαν αισθητικήν, καθόσον ανταπεκρίνετο προς
την ζήτησιν των βιβλίων διά μέσου περιόδων διαφόρου καλαισθησίας, διά της
Ελλάδος του τετάρτου αιώνος, της προχριστιανικής Αλεξανδρείας, της Ρώμης του
Αυγούστου, της μεγάλης επί των Αντωνίνων ελληνικής αναγεννήσεως, του
σχολαστικού αττικισμού των μεταγενεστέρων σοφιστών.
Μετά δε τον θάνατον του Ιουλιανού και του Λιβανίου άγεταί τις να πιστεύση ότι ουδείς εφρόντιζε πλέον περί λογοτεχνίας (40), αλλά βιβλία τινά καθιερώθησαν κατ' έθος εις τα σχολεία ως «κλασσικά» και ταύτα εξηκολούθησαν ν' αναγινώσκωνται, ολιγοστεύοντα οσημέραι, μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της αναγεννήσεως. Αι ιδιοτροπίαι της παραδόσεως περιγραφόμεναι δύνανται ν' αποτελέσωσιν ολόκληρον τόμον. Όπως λατινιστί διεσώθησαν επιμελώς ο Βεργίλιος και Αβιανός ο μυθογράφος, ούτως ελληνιστί επολλαπλασιάζοντο τα αντίγραφα του Ομήρου και του ιατρού Απολλωνίου του Κιτιέως (41). Καθώς εκ των Ρωμαίων θα ηφανίζετο ο Λουκρήτιος, αν μη τυχαίως διεσώζετο έν μοναδικόν χειρόγραφον, εχάθη δε ολόκληρος ο Κάλβος, ούτως εκ των Ελλήνων παρ' ολίγον θα ηφανίζετο ο Αισχύλος, οι δε κάλλιστοι των Ομηρικών ύμνων διεσώθησαν απλώς εξ αβλεψίας. Καθόλου δε η παράδοσις περί ουδενός εφρόντισεν αν μη ήτο ή χρήσιμον εις τον καθ' ημέραν βίον, καθώς μηχανικά τινα και ιατρικά βιβλία, ή άλλως κατάλληλον εις σχολικήν ανάγνωσιν. Τοιουτοτρόπως συγγραφέων, ως η Σαπφώ, ο Επίχαρμος, ο Δημόκριτος, ο Μένανδρος, ο Χρύσιππος, απέμειναν ολίγα ασύναπτα αποσπάσματα, αρκετά μόνον όπως δείξωσι ποία πολύτιμα βιβλία αφέθησαν ν' αποθάνωσιν ένεκα της ασθενείας του Βυζαντίου (42). Αλλ' η Ρώμη και η Αλεξάνδρεια κατά την ακμήν αυτών είχον ήδη κάμει και εξεπίτηδες κοσκίνισμα. Διότι αγαπώσαι τον κανόνα και την ευρυθμίαν, ημέλησαν ν' αντιγράψωσι τους ταραχωδεστέρους συγγραφείς. Ούτως οι μυστικοί και οι ασκητικοί, οι μάλλον ανεξάρτητοι φιλόσοφοι, οι άγαν δημοκρατικοί και εν γένει οι ενθουσιασταί κατά μέγα μέρος απεσκορακίσθησαν. Αλλ' ημείς πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι υπήρξαν και να προσπαθήσωμεν εκ των λειψάνων να αναπαραστήσωμεν και τούτους.
ΟΙ ΜΥΘΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ
Αλλά τα πρώτα μεγάλα χάσματα της παραδόσεως είναι φύσεως διαφόρου. Είναι
φυσικόν ότι μέγας όγκος λογοτεχνίας ουδέποτε διετηρείτο. Διότι γενικώς αληθεύει
ότι κατά πάσαν δημιουργικήν περίοδον τα παλαιότερα έργα παραμελούνται. Διατί
να φροντίζη ν' αντιγράφη κανείς επί καλής ύλης και να φυλάττη ασφαλώς ό,τι
παράγεται καθ' ημέραν; Μόνον ό,τι δυσκόλως ανευρίσκεται διεγείρει τον φόβον
μήπως επιλείψη εντελώς. Ούτω παρημέλησαν οι Έλληνες μέγα μέρος της
τραγωδίας, της λυρικής ποιήσεως, της ρητορικής και της πρώτης ιστοριογραφίας.
Δηλαδή πολύ μέρος εκάστου είδους είχεν ήδη εκλείψει πριν να φροντίση τις περί
διατηρήσεως αυτού. Ιδίως δε συνέβη τούτο επί του πρώτου εις ημάς γνωστού
είδους συνθέσεως, του εξαμέτρου έπους.
Το έπος, όσον γινώσκομεν αυτό, δύναται να διαιρεθή κατά τον ποιητήν και την υπόθεσιν εις τρεις κλάδους. Πραγματεύεται δηλαδή είτε ηρωικούς μύθους, αποδιδομένους εις τον «Όμηρον», είτε χρήσιμα διδάγματα, ιδίως καταλόγους και γενεαλογίας, από όνομα είναι είς των Ribhu, των ηρώων των Βεδών, των πρώτων ανθρώπων των γενομένων αθανάτων (43). Άλλος δε αρχαίος αοιδός, ο Αίνος, είναι καθ' ολοκληρίαν σκιά. Ότε δηλαδή Έλλην τις άποικος ή φυγάς ήκουσεν επί των Σημιτικών ακτών τους παραδόξους ανατολικούς θρήνους και την συχνήν επωδόν Ai lenû (αλίμονόν μας) εξέλαβε τας λέξεις ως ελληνικάς, αι Λίνου (ω του Λίνου) και εφαντάσθη τον Λίνον ως δύσμοιρον ποιητήν ή φονευθέντα βασιλέα. Οι δε πρόγονοι του Ομήρου αν μη είναι θεοί και ποταμοί, φέρουσι πλαστά ονόματα, ως Μαίων ή Μέλης. Οι δε συγγενείς αυτού — τα πρόσωπα, τα διαμεριζόμενα τα μικρότερα έπη — φέρουσιν ονόματα, άλλοτε μεν διαφανή, άλλοτε δε σκοτεινά, αλλά πάντοτε όλως ασυνήθη μεταξύ των Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως το όνομα του γαμβρού του Κρεωφύλου υποδεικνύει κωμικήν τινα σχέσιν μιας φυλής αοιδών προς το κρέας και την χύτραν. Άλλος δε ποιητής συχνά μνημονευόμενος διά τας επί της Λέσχης των Δελφών απεικονιζομένας μυθικάς παραστάσεις ονομάζεται Λέσχης ή Λέσχεως ή Λεσχαίος· άλλος, υμνητής ταξειδίων, φέρει το όνομα Αρκτίνος, παραγόμενον, ως ουδέν άλλο ελληνικόν όνομα, εκ του αστερισμού της άρκτου. Ο δε ποιητής της Τηλεγονείας, όπου ο περί Οδυσσέως μύθος απέληγεν εις ευτυχείς γάμους, ευλόγως ονομάζεται Ευγάμων ή Ευγάμμων (44).
Αυτού δε του Ομήρου το όνομα σημαίνει όμηρον, είναι δε ουχί πλήρες ελληνικόν όνομα, ίσως δε θα ηδύνατο να είναι υποκοριστική συγκοπή του Ομηροδόκος, (ο δεχόμενος όμηρον), εάν υπήρχον ελληνικά ονόματα σύνθετα εκ της λέξεως όμηρος. Αλλ' όπως έχει τούτο, πρέπει να λάβωμεν ως αρχήν την ύπαρξιν των Ομηριδών καθόλου ως αοιδών και ως γένους, ούτω δε Όμηρος είναι κατ' αναλογίαν αρχαίος τις πρόγονος, εξευρεθείς όπως παραστήση διδομένας εις τον «Ησίοδον», είτε, τρίτον, θρησκευτικάς αποκαλύψεις, απορρρεούσας αρχικώς εκ μορφών, ως ο «Ορφεύς» ο «Μουσαίος» και ο «Βάκις». Και ο μεν «Βάκις» εξηφανίσθη, τα δε ποιήματα του «Ομήρου» και του «Ησιόδου» είναι ταρχαιότατα λογοτεχνικά ημών μνημεία.
Παν έμμετρον περί μύθου έργον είναι κατ' ανάγκην ολιγώτερον παλαιόν ή αυτός ο μύθος. Αλλά και κάτι άλλο είναι φανερόν, ότι η σωζόμενη Ιλιάς, η Οδύσσεια, τα Έργα και η Θεογονία, δεν είναι ούτε τα πρώτα, ούτε τα δεύτερα, ούτε τα δωδέκατα τοιαύτα δημιουργήματα. Διότι τα προφανώς πανάρχαια ταύτα ποιήματα δεικνύουσι μήκος και πλοκήν συνθέσεως τοιαύτην, οποία δύναται ν' αποτελεσθή μόνον μετά καλλιτεχνικάς προσπαθείας πολλών γενεών. Η δε γλώσσα των είναι όλως άσχετος προς τον συνήθη λόγον και πλήρης λησμονημένων σημασιών και εικόνων παρωχημένης κοινωνικής καταστάσεως· ποιητική γλώσσα, προφανώς καταρτιζομένη και ρυθμιζομένη κατά τας εκάστοτε ανάγκας του εξαμέτρου στίχου. Υπήρξαν άρα εξάμετρα ποιήματα προ της ημετέρας Ιλιάδος. Αλλά και αυτό το εξάμετρον είναι υψηλόν και σύνθετον επιγέννημα πολλών απλουστέρων μέτρων, οποία φαίνεται ότι περιεβάλλοντο οι μύθοι εν Ελλάδι, καθώς και εν Ινδική, Γερμανία και Σκανδιναυία. Αλλ' εάν έχωμεν ανάγκην αποδείξεως ότι τα παλαιότατα ημών μνημεία είναι σχετικώς μεταγενέστερα, ταύτην παρέχει αυτός Όμηρος, οσάκις αναφέρει την προ αυτού ποιητικόν πλούτον και εκφράζει την κοινήν γνώμην ότι επί των ημερών του επαλαιώθησαν πλείστα θέματα μεγάλα (45).
Τα πρόσωπα των υποτιθεμένων ποιητών των διαφόρων επών ή επυλλίων κείνται όλως πέρα των ιστορικών γνώσεων ημών. Ως επί το πλείστον δε έχουσι κάτι φανταστικόν ή μυθικόν. Ο Ορφεύς π. χ. ως μυθική μορφή διεπλάσθη υπό των Ελλήνων αλλ' ως προσθήκαι, προσθήκη δε φαίνεται και η εν τοις Έργοις μνεία του Ησιόδου. Οι πραγματικοί «βάρδοι» (46) της παλαιάς Ελλάδος πάντες ήσαν ανώνυμοι και απρόσωποι· και γινώσκομεν ακριβώς τον χρόνον, ότε ο ποιητής αρχίζει ως άτομον να παρουσιάζη εαυτόν ήτο η περίοδος των λυρικών ποιητών και των Ιώνων φιλοσόφων. Τα χωρία δε ταύτα δεν μαρτυρούσι, τι ο Ησίοδος και ο Όμηρος είπον περί εαυτών, αλλά τι η κατά τον έκτον αιώνα παράδοσις εμυθολόγει περί εκείνων.
Αλλά μόνον αμυδρώς δυνάμεθα να διακρίνωμεν την αρχήν της παραδόσεως. Βεβαίως υπόκειται ιστορική τις αλήθεια. Διότι αι βιογραφίαι και αι μνείαι του Ομήρου, καίπερ διαφωνούσαι κατά τάλλα, συμφωνούσι κατά τούτο, ότι κατήγετο εξ Ιωνίας. Συγκεντρούνται δε εις δύο πόλεις, την Σμύρνην και την Χίον· εν εκατέρα αιολικός λαός υπέκειτο εις ιωνικόν, εν Χίω δε υπήρχε και γένος «Ομηριδών». Θα ίδωμεν δε ότι εάν «γέννησιν του Ομήρου» εννοούμεν την γένεσιν των ομηρικών ποιημάτων, η παράδοσις κατά τούτο αληθεύει. Επίσης δε παριστάνουσα τον Ησίοδον και τον πατέρα αυτού ερχομένους εκ της Ασιατικής Κύμης εις την Βοιωτίαν, αληθεύει κατά τούτο, ότι η Ησιόδειος ποίησις είναι κατ' ουσίαν η Ομηρική, εφαρμοσθείσα εις επιχώριον Βοιωτικόν θέμα.
Ο Όμηρος λοιπόν ελέγετο Χίος ή Σμυρναίος διά λόγους ιστορικούς· αλλά διατί ήτο τυφλός; Ίσως έχομεν ενταύθα αμυδράν ανάμνησιν αρχαϊκής τινος περιόδου, ότε πάντες οι αρτιμελείς ήσαν πολεμισταί, οι χωλοί αλλά δυνατοί ήσαν χαλκείς, οι δε τυφλοί, εις ουδέν άλλο χρήσιμοι, ήσαν απλοί αοιδοί. Αλλά πιθανωτέραν ερμηνείαν παρέχει αυτός ο μύθος, συνήθως παριστάνων τυφλούς τους μεγάλους ποιητάς και μάντεις και κατόπιν αυτούς μίαν οικογένειαν, καθώς εξευρέθησαν ο Δώρος, ο Ίων και ο Έλλην, και καθώς οι Αμφικτίονες, ήτοι κατοικούντες πέριξ των Θερμοπυλών, ανεκάλυψαν κοινόν πρόγονον καλούμενον Αμφικτύονα. Τοιαύτη εικασία ερμηνεύει το όνομα «Όμηρος», αφήνει όμως ανερμήνευτον το «Ομηρίδαι». Αλλ' εάν τούτο είναι, όπως φαίνεται, πατρωνυμικόν (υιοί του Ομήρου), είν' εύκολον να φαντασθώμεν κατάστασιν κοινωνίας, όπου οι υιοί των ομήρων, μη μαχόμενοι, εχρησίμευον ως αοιδοί. Επίσης δε όμως δύναται να είναι σύνθετον (ομή αρ-) σημαίνον «συναρμοστάς» μετά καταλήξεως μετασχηματισθείσης εις πατρωνυμικήν, αφ' ότου οι αοιδοί ήρχισαν ν' αποτελώσιν εταιρείαν και να ζητώσι πρόγονον κοινόν.
Είναι αληθινόν, ότι έχομεν πολλούς εκ παραδόσεως «βίους» των προϊστορικών ποιητών και διήγησιν περί αγώνος Ομήρου και Ησιόδου, διασκευήν αντιγραφείσαν εκ της περί το 400 π. Χ. υπό του σοφιστού Αλκιδάμαντος συντεθείσης, όστις επίσης διεσκεύασε προϋπάρχοντά τινα θρύλον. Και αυτά τα έπη παρέχουσι κατά το φαινόμενον προσωπικάς των ποιητών ειδήσεις· ούτως αναφέρεται το όνομα του Ησιόδου εν τω προλόγω της Θεογονίας, εν δε τοις Έργοις (στ. 633 κεξ.) λέγεται ότι ο πατήρ του είχε μετοικήσει εκ της Κύμης εις την Άσκραν. Ο δε εις τον Δήλιον Απόλλωνα ομηρικός ύμνος καταλήγει εις παράκλησιν του ποιητού προς τας ακροωμένας παρθένους να μη λησμονήσωσιν αυτόν και αν κανείς τας ερωτήση
ω κούραι, τις δ' ύμμιν ανήρ ήδιστος αοιδών;
{ who is the sweetest of singers ?}
ν' απαντήσωσιν ευφήμως
τυφλός ανήρ, οικεί δε Χίω ενι παιπαλοέσση.
{ ’Tis a blind man; he dwells in craggy Chios}
Αλλά δυστυχώς ταύτα είναι μόνον προσωποποιίαι. Ο απαγγέλλων τους στίχους τούτους ραψωδός δεν ενόει ότι αυτός ήτο τυφλός Χίος και ότι τα ιδικά του έπη ήσαν τα ήδιστα· ενόει μόνον ότι το απαγγελλόμενον ποίημα ήτο έργον του τυφλού Ομήρου, του ηδίστου των αοιδών. Αληθώς, και τα δύο ταύτα χωρία και ο πρόλογος της Θεογονίας είναι προφανώς μεταγενέστεραι εμπνεόμενος εκ της τυφλότητος αυτών. Ο Όμηρος είναι ο Δημόδοκος του μύθου (θ. 63),
τον πέρι μούσα φίλησε, δίδου δ' αγαθόν τε κακόν τε·
οφθαλμών μεν άμερσε, δίδου δ' ηδείαν αοιδήν.
{whom the Muse greatly loved, and gave him both good and evil ; she took away his eyes and gave him sweet minstrelsy.}
Ούτος είναι καθαρός θρύλος, ο αυτός θρύλος, ο εμπνεύσας την εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως εξαισίαν του Ομήρου προτομήν· ο θρύλος, όν αισθανόμεθα εν τω θαυμαστώ εις Λουτρά της Παλλάδος ύμνω του Καλλιμάχου, όπου ο Τειρεσίας, μάντις αυτός και ουχί ποιητής, αποβάλλει την όρασιν. Άλλα δε της παραδόσεως σημεία έχουσιν ομοίαν αφορμήν, είτε δηλαδή την προς τον άγνωστον επαίτην κατά τα γαμήλια συμπόσια περιφρόνησιν, μέχρις ού εγειρόμενος ούτος απήγγελλεν, είτε την προς τους Κυμαίους χλεύην, ότι εξεδίωξαν τον ποιητήν. Κατ' άλλον δε θρύλον διά των *Κυπρίων, του μόνου έπους, όπερ ήτο κατώτερον της ποιήσεως αυτού, επροίκισε τάχα την κόρην του πλουσίως.
ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ
Αν ήδη ζητήσωμεν, τίνα ποιήματα εθεωρούντο ως έργα του Ομήρου κατά τας
αρχάς της σωζομένης παραδόσεως, θα εύρωμεν ότι εθεωρούντο πάντα όσα ήσαν
«ομηρικά» ή «ηρωικά», δηλαδή πάντα τα επικώς πραγματευόμενα τους δύο
κυρίους μυθικούς κύκλους, τον Τρωικόν και τον Θηβαϊκόν. Διότι η παλαιοτάτη περί
Ομήρου μνεία είναι η υπό του ποιητού Καλλίνου (περί τα 660 π. Χ.) όστις
μνημονεύει την *Θηβαΐδα ως έργον αυτού· η δε μετ' αυτήν είναι πιθανώς
(47) η υπό του
Αμοργίνου Σημωνίδου (περί τα 630 π. Χ.), όστις αναφέρει ως λόγους «Χίου ανδρός»
παροιμιώδη φράσιν απαντώσαν εν τη ημετέρα Ιλιάδι [Ζ 146]
οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών.
{As the passing of leaves is, so is the passing of men}
Ο Σημωνίδης ηδύνατο να εννοή ωρισμένον τινά Χίον, η δε φράσις της Ιλιάδος ίσως ήτο απλώς περιφερομένη παροιμία, παραληφθείσα εις το έπος· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Αμοργίνος ανέφερε τον διασωθέντα στίχον. Ο δε Κείος Σιμωνίδης, ένα όλον αιώνα κατόπιν (556-468 π. Χ.) λαλών περί Μελεάγρου
ός δουρί πάντας
νίκασε νέους δινάεντα βαλών
Άναυρον ύπερ πολυβότρυος εξ Ιωλκού,
{conquered all youths in spear-throwing across the wild Anauros}
επιλέγει
ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στασίχορος άεισε λαοίς.
Αλλά τούτο δεν ευρίσκεται εν τη ημετέρα Ιλιάδι ή Οδυσσεία και αδύνατον είναι ν' ανακαλύψωμεν έκ τινος ποιήματος πηγάζει. Ολίγον δε κατόπιν ο Πίνδαρος μνημονεύει πολλάκις του Ομήρου. Ψέγει αυτόν, ότι επαινεί τον Οδυσσέα [Νεμ. ζ' 21] — εννοών την Οδύσσειαν, — αλλά εγκωμιάζει αυτόν [Ισθμ. γ' 55] ότι ετίμησε τον Αίαντα, «αυτού πάσαν ορθώσαις αρετάν κατά ράβδον» {straightly by rod and plummet the whole prowess of Aias} ιδίως δε, ως φαίνεται, διά την διάσωσιν του σώματος του Αχιλλέως, την περιγραφομένην υπό δύο απολομένων επών, της *Μικράς Ιλιάδος και της *Αιθιοπίδος. Τέλος ο Πίνδαρος λέγει [Πυθ. δ' 278).
Των δ' Ομήρου και τόδε συνθέμενος
ρήμα πάρσυν'· άγγελον εσλόν έφα τιμάν μεγίσταν πράγματι
παντί φέρειν.
{remember Homer’s word : A good messenger brings honour to any dealing}
ρητόν, όπερ ο ημέτερος Όμηρος ουδαμού λέγει· και αναφέρει [Νεμ. β' 1] τους Ομηρίδας
ραπτών επέων τα πόλλ' αοιδούς.
{Homeridæ, singers of stitched lays}
Εάν δε πράγματι ο Αισχύλος ωνόμασέ ποτε τας τραγωδίας του «τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων», (48) τα δείπνα εκείνα φαίνεται ότι θα ήσαν πολύ πλουσιώτερα των εις ημάς προσιτών. Διότι μεταξύ των 90 αυτού δραμάτων μόλις επτά ευρίσκομεν απορρέοντα εκ του σωζομένου Ομήρου, συμπεριλαμβανομένων και των Χοηφόρων και του Αγαμέμνονος (49), ήτοι δραμάτων, άπερ μόνον παραδοξολόγος τις δύναται να ονομάση «τεμάχη» της Οδυσσείας. Λέγων άρα Όμηρον ο Αισχύλος ενόει καθόλου τους ηρωικούς μύθους. Και ο Σοφοκλής, ο επονομαζόμενος Ομηρικώτατος, κατά τον Αθήναιον (Ζ' σελ. 277 ε,) έχαιρε «τω επικώ κύκλω ως και όλα δράματα ποιήσαι, κατακολουθών τη εν τούτω μυθοποιία» {rejoice in the epic cycle and make whole dramas out of it}, δηλαδή επραγματεύετο τους επικούς εκείνους μύθους, ούς ο Αθηναίος εγίνωσκε μόνον εκ των «κύκλων», ήτοι εγχειριδίων, άπερ συνέταξε κάποιος Διονύσιος κατά τον β' αιώνα π. Χ. και ο Απολλόδωρος κατά τον α'. Ο Ξενοφάνης (κατά τον ς' αιώνα) «Όμηρον και Ησίοδον» εννοεί πάσαν την επικήν παράδοσιν, τους μύθους και τας θεογονίας, ομοίως δε και ο Ηρόδοτος, λέγων (Β' 53) «ούτοι δε εισι οι ποιήσαντες θεογονίαν Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες». {made the Greek religion, and distributed to the gods their titles and honours and crafts, and described what they were like.} Ο Ηρόδοτος εκφράζει την καθιερωμένην γνώμην, αλλ' έχει και ιδικήν του κριτικήν, διαφωνούσαν προς αυτήν· θεωρεί αδιστάκτως τον Όμηρον ως ποιητήν της Ιλιάδος και της Οδυσσείας· και αμφιβάλλει μεν [Δ' 32] περί των Επιγόνων, αν τω όντι ο Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα, αλλ' είναι βέβαιος [Β' 117] ότι τα *Κύπρια δεν είναι του Ομήρου, αφού διαφωνούσι προς την Ιλιάδα. Τούτο είναι το πρώτον ίχνος της εν τέλει κρατησάσης θεωρίας. Ο δε Θουκυδίδης [Α' 3,3. 9,3. 10,3. Γ' 104,4] ρητώς θεωρεί την Ιλιάδα, τον εις Απόλλωνα ύμνον και την Οδύσσειαν ως έργα του Ομήρου. Ο Αριστοτέλης [Ποιητ. Δ' σελ. 1448 β 34 και αλλ.] ουδέν άλλο αποδίδει εις αυτόν παρά την Ιλιάδα, την Οδύσσειαν και το κωμικόν έπος Μαργίτην. Αι παραπομπαί του Πλάτωνος δεν εκτείνονται πέρα της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, και μόνα τα δύο ταύτα ποιήματα εγένοντο δεκτά υπό του μεγάλου γραμματικού της Αλεξανδρείας Αριστάρχου (περί τα 160 π. Χ.) και παρέμειναν έκτοτε ως «Ομηρικά».
Αλλά διατί εξ αρχής τα δύο ταύτα εξεχωρίσθησαν ως «Όμηρος»; Και διατί παρά πάσας τας ουσιώδεις μεταξύ των διαφοράς, εξηκολούθησαν ομού να θεωρώνται ως γνήσια του Ομήρου έργα, ενώ τόσα άλλα έπη κατ' ολίγον απεσπάσθησαν απ' αυτού; Τούτο γίνεται μάλλον άξιον απορίας, όταν ενθυμηθώμεν ότι αι διαφοραί και ανακολουθίαι αυτών κατεδείχθησαν ήδη κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους υπό των «χωριζόντων», του Ξένωνος και του Ελλανίκου.
ΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΙΑ. — Η ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ ΡΑΨΩΔΙΑ
Μία παράδοσις έρχεται εις βοήθειαν ημών, ερμηνευομένη διαφόρως υπό των
διαφόρων κριτικών, ήτοι ο θρύλος περί αναγραφής των επών υπό του
Πεισιστράτου, του τυράννου των Αθηνών κατά μέσα του έκτου π. Χ. αιώνος. Αύτη
καλείται υπό του Wolf «vox totius antiquitatis», μνημονεύεται δε διαφόρως υπό
του Κικέρωνος, του Παυσανίου, του Αιλιανού και του Ιωσήπου· αναφέρεται δε ως
πασίγνωστον γεγονός εν μεταγενεστέρω επιγράμματι, όπερ φέρεται ως επιγραφή
ανδριάντος του Πεισιστράτου [Ανθολ. ΙΑ' 442]
ός τον Όμηρον
ήθροισα σποράδην το πριν αειδόμενον
{who collected Homer, formerly sung in fragments.}
του δε Κικέρωνος η φράσις [de orat. 3, 34, 137] λέγει ότι ο Πεισίστρατος κατέταξε κατά την παρούσαν τάξιν τα βιβλία του Ομήρου, «προτού συγκεχυμένα» (confusos antea). Ο Βυζάντιος Τζέτζης — το όνομα τούτο είναι κατά προφοράν γραφή του Cæcius — διακοσμεί την παράδοσιν διά προσθηκών και σφαλμάτων, λέγων ότι ο Πεισίστρατος κατώρθωσε το εγχείρημα διά «τεσσάρων . . . συνθέντων τον Όμηρον, οίτινές εισιν ούτοι· Επικόγχυλος, Ονομάκριτος Αθηναίος, Ζώπυρος Ηρακλεώτης και Ορφεύς Κροτωνιάτης». Αλλ' ο Επικόγκυλος είναι βεβαίως κακή ανάγνωσις των λέξεων «επικόν κύκλον»! Και η όλη επιτροπεία έχει χροιάν μυθώδη και φαίνεται μάλλον πτολεμαϊκή ή πεισιστράτειος. Αξιοσημείωτον δε είναι ότι τα σχόλια, τα απορρέοντα εκ των Αλεξανδρέων γραμματικών και ιδία του Αριστάρχου, δεν μνημονεύουσι τον Πεισίστρατον ως προηγούμενον εκδότην.
Η περί τούτου σιγή των Αλεξανδρέων εθεωρείτο συνήθως ως πλήρης απόδειξις, ότι ο περί Πεισιστράτου λόγος ήτο τότε ανύπαρκτος. Αλλ' ήδη ανευρέθησαν αμυδρά αυτού ίχνη, ανερχόμενα μέχρις αυτού του τετάρτου π Χ. αιώνος. Και ήτο μεν ανέκαθεν γνωστόν ότι Μεγαρεύς τις Διευχίδας είχε κατηγορήσει τον Πεισίστρατον ως παρεγγράψαντα στίχους εις τον Όμηρον προς όφελος των Αθηνών, τούτο δε προφανώς εσήμαινεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν έλεγχόν τινα επί του κειμένου. Αλλά πρώτος ο Βιλαμόβιτζ έδειξεν ότι ο Διευχίδας ήτο συγγραφεύς πολύ παλαιότερος των Αλεξανδρέων γραμματικών, και ότι είχεν αφορμήν προς τοιαύτην κατηγορίαν (50). Αύτη αποτελεί μέρος ευρυτέρας κατά των Αθηνών γραμματολογικής συκοφαντίας, δι' ής τα Μέγαρα εξεδικούντο κατά τον τέταρτον αιώνα π. Χ. το παρακμάζον άστυ· ότι δηλ. την κωμωδίαν εύρον όχι αι Αθήναι, αλλά τα Μέγαρα· την δε τραγωδίαν εύρεν η Σικυών· αι Αθήναι είχον μόνον παραχαράξει και διαφθείρει κείμενα. Εάν ο Διευχίδας εξέφερε τα περί Πεισιστράτου ως γεγονός κοινώς παραδεκτόν, ή απλώς ως υπόθεσιν, είναι άδηλον. Φαίνεται όμως ότι δεν ηδύνατο να εύρη προς απόδειξιν κείμενα μη αττικά, και προς υπόδειξιν της γνησίας γραφής έπρεπε να καταφύγη εις τα ιδικά του φώτα. Εκείνος εύρε την υποτιθεμένην αρχικήν μορφήν του παραποιηθέντος χωρίου της Ιλιάδος, Β 671· και πιθανώς εκείνος εφαντάσθη την ύπαρξιν Σπαρτιατικής εκδόσεως του Ομήρου υπό του Λυκούργου, κειμένου αδιαφθόρου, όπερ τάχα πιστώς είχον αντιγράψει οι τίμιοι Δωριείς!
Ο λόγος λοιπόν ότι ο Πεισίστρατος είχε παραχαράξει τον Όμηρον περιεφέρετο προ των Πτολεμαϊκών χρόνων. Αλλά τότε διατί ο Αρίσταρχος δεν εμνημόνευσε το πράγμα; Δύσκολος η απάντησις. Ίσως και εκείνος εξελάμβανε τούτο ως γνωστόν, όπως ο ποιητής του επιγράμματος. Αλλ' οπωςδήποτε βέβαιον είναι ότι ο Αρίσταρχος ωβέλιζε διά λόγους τινάς πλείστους των στίχων, ούς οι νεώτεροι θεωρούσιν ως «αθηναϊκάς παραχαράξεις», και τούτο έπραξεν όχι διά λόγους εσωτερικούς, αφού παραδόξως επίστευεν ότι αυτός ο Όμηρος ήτο Αθηναίος. Περίεργον δε είναι ότι η περί Πεισιστράτου μαρτυρία του Κικέρωνος φαίνεται προερχομένη εκ της Περγαμηνής σχολής, ής ο ιδρυτής Κράτης ήτο σχεδόν ο μόνος επιτυχώς πολεμήσας το κύρος του Αριστάρχου. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι ο Αρίσταρχος επεζήτει να περιορίση την ερμηνευτικήν μέθοδον, της οποίας έκαμε κατάχρησιν η αντίζηλος σχολή.
Ο Διευχίδας λοιπόν εγνώριζεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν οπωσδήποτε διαφθείρει τα ομηρικά έπη. Άλλοι όμως Μεγαρείς κατά τον Πλούταρχον (Σόλωνι 10) έλεγον ότι ο Σόλων παρενέβαλεν «έπος εις νεών κατάλογον», πασίγνωστος δε παράδοσις απέδιδεν εις αυτόν ειδικόν νόμον περί της απαγγελίας των Ομηρικών επών κατά τας εορτάς των Παναθηναίων. Εξ άλλου ο νόμος εκείνος απεδίδετο εις τον Ίππαρχον εν τω φερωνύμω ψευδοπλατωνικώ διαλόγω (51), όστις δεν είναι νεώτερον του τρίτου αιώνος έργον, υπό δε Λυκούργου του ρήτορος απλώς εις τους προγόνους (52), και εκεί πρέπει και ημείς ν' αφήσωμεν αυτόν διότι αφού εψηφίζετο νόμος τις εν Αθήναις, έτεινε να νομισθή αμέσως ως του Σόλωνος, του μεγάλου «νομοθέτου». Εάν δε ο Πεισίστρατος ή ο Ίππαρχος εθεωρούντο συμμέτοχοι του νόμου, τούτο προήρχετο αφ' ενός μεν επειδή ανεμειγνύοντο και φήμαι περί παραποιήσεως, αφ' ετέρου δε διότι πάντοτε οι τύραννοι συνεδέοντο μετά των Παναθηναίων.
Αλλά τι έλεγεν ο νόμος; Είναι φανερόν ότι η απαγγελία των Ομηρικών επών ήτο μέρος της εορτής και είναι πιθανόν ότι υπήρχε και αγών. Εξ άλλου δε γινώσκομεν ότι ερραψωδούντο κατ' ίδιον τινα τρόπον. Αλλά πώς άρα γε; εξ υποβολής, δηλαδή εξ οιουδήποτε προτεινομένου στίχου, — πράγμα σχεδόν απίστευτον, — ή εξ υπολήψεως, δηλαδή αρχομένου του επομένου ραψωδού εκείθεν, όπου κατέληξεν ο προ αυτού; Διογένης ο Λαέρτιος [Α' β' 9] λέγει εξ υποβολής και κατόπιν ερμηνεύει «οίον όπου ο πρώτος έληξεν, εκείθεν άρχεσθαι τον εχόμενον»!
Καθόλου λοιπόν έχομεν μαρτυρίας πρώτον μεν περί των εξής· ότι εν Αθήναις υπήρχεν έθος, τουλάχιστον από των αρχών του πέμπτου π. Χ. αιώνος, καθ' ό τα Ομηρικά έπη απηγγέλλοντο δημοσία κατά τάξιν ωρισμένην και ότι η αρχή του έθους απεδίδετο εις νόμον της πολιτείας. Έπειτα δε βλέπομεν ότι κατά πάντας τους μέχρι του Πινδάρου γράψαντας, τους μη Αθηναίους, «Όμηρος» φαίνεται καλούμενος ο ποιητής επών πολύ περισσοτέρων ή όσα κατέχομεν ημείς, — πιθανώς πάντων των Τρωικών και Θηβαϊκών επών — ενώ εν τη αττική λογοτεχνία από του πέμπτου αιώνος και εξής Όμηρος είναι μόνον ο ποιητής της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, τα δε λοιπά έπη κατ' αρχάς μεν εθεωρήθησαν ως αμφίβολα, έπειτα δ' ερρίφθησαν εις την λήθην. Ενθυμούμενοι δε, ότι πάντες οι περί Παναθηναίων γράψαντες λέγοντες «Όμηρον» εννοούσιν απλώς ως πράγμα αυτόδηλον την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν, συμπεραίνομεν αμέσως, ότι μόνα τα δυο ταύτα ποιήματα είχον τότ' εκλεγή προς απαγγελίαν και ότι ακριβώς η απαγγελία εκείνη εγέννησε την εξαιρετικήν υπόληψιν, ότι ταύτα είναι ο «γνήσιος» Όμηρος.
Αλλά διατί εξελέγησαν αυτά; Τούτο δεν είναι εντελώς φανερόν. Αλλά πρώτον παραβολή εν γένει του ύφους των αποδοκιμασθέντων επών προς τα δύο διασωθέντα δεικνύει ότι ταύτα είναι πολύ πλέον επεξειργασμένα ή εκείνα· έχουσι μεγαλυτέραν ενότητα, φαινόμενα πολύ ολιγώτερον εκείνων ως απλαί ραψωδίαι, δυνατώτερον δραματικόν πάθος και περισσότερον ρητορικόν διάκοσμον. Προς ταύτα έν μόνον έπος ηδύνατο να παραβληθή, το και πρώτον μνημονευόμενον ως έργον του Ομήρου, η * Θηβαΐς· αλλ' η δόξα των Θηβών ήτο βεβαίως το πάντων ήκιστα ευάρεστον εις τους Αθηναίους θέμα· αι Αθήναι δηλαδή θ' απέρριπτον αυτό μάλλον αδιστάκτως ή όσον απέρριψεν η Σικυών τον «Όμηρον», τον εγκωμιάσαντα το Άργος (53).
Τοιουτοτρόπως ορίζομεν σπουδαιότατον εν τη ιστορία των επών σταθμόν, υπολείπεται δε να διαγράψωμεν τον προτού και τον κατόπιν δρόμον. Αρχόμενοι δε από των κατόπιν, παρατηρούμεν ότι η παραδιδομένη ερμηνεία του Ομήρου απορρέει από των γραμματικών της Αλεξανδρείας, των ακμασάντων κατά τον τρίτον και τον δεύτερον αιώνα π. Χ., ήτοι Ζηνοδότου του Εφεσίου (γεννηθέντος περί τα 325), Αριστοφάνους του Βυζαντίου (γεννηθέντος περί τα 257) και ιδίως Αριστάρχου του εκ Σαμοθράκης (215-145), του εγκυροτάτου περί της πρώτης εις τους αρχαίους γνωστής ποιήσεως κριτικού. Αλλ' η περί αυτού γνώσις ημών προέρχεται εξ επιτομής των έργων τεσσάρων μεταγενεστέρων λογίων, ήτοι του περί της Αρισταρχείου διορθώσεως έργου του Διδύμου, της περί σημείων Ιλιάδος και Οδυσσείας πραγματείας του Αριστονίκου (ήτοι των σημείων, άπερ μετεχειρίσθη ο Αρίσταρχος) της Ιλιακής προσωδίας του Ηρωδιανού και του περί της στιγμής της παρ' Ομήρω έργου του Νικάνορος. Τούτων ο Δίδυμος και ο Αριστόνικος ήκμαζον επί Αυγούστου, η δε επιτομή απετελέσθη κατά τον τρίτον μ. Χ. αιώνα· το χειρόγραφον εν ώ σώζεται, είναι ο περίφημος Ενετικός (Α) κώδιξ της δεκάτης εκατονταετηρίδος, ο περιέχων την Ιλιάδα, ουχί δε και την Οδύσσειαν.
Δυνάμεθα λοιπόν να είπωμεν αρκετά περί της καταστάσεως των Ομηρικών επών κατά τον δεύτερον π. Χ. αιώνα, και να ελπίζωμεν ότι θα αποκαταστήσωμεν μετά μικρών μόνον σφαλμάτων το «κατ' Αρίσταρχον» κείμενον αυτών, δηλαδή κείμενον, όπερ θα ηδύνατο οπωςδήποτε να εγκρίνη και ο δοκιμώτατος εκείνος κατά την ακμήν της ελληνικής κριτικής γραμματικός. Αλλ' όμως οφείλομεν να προχωρήσωμεν και περαιτέρω, εκτός αν θέλωμεν να φανώμεν ανάξιοι του Αριστάρχου οπαδοί και αδιάφοροι προς την Φιλολογίαν. Και εν πρώτοις, εάν τα σχόλια ημών προέρχονται από του Αριστάρχου, πόθεν έρχεται το κείμενον ημών; Βεβαίως εκ του Αριστάρχου, αλλ' εκ του παραδεδομένου κειμένου, — της «βουλγάτας» των ημερών αυτού — προς διόρθωσιν του οποίου εξέδωκε τας δύο του εκδόσεις και επί του οποίου ούτ' εκείνος ούτε άλλος ουδείς ηδυνήθη να επιθέση αυθεντικήν σφραγίδα. Ουδέ μετέβαλε τολμηρώς το κείμενον ο Αρίσταρχος· απ' εναντίας, σπανίως ή ουδέποτε «διώρθωσεν» εξ απλής εικασίας, και ηθέτησε μεν πολλούς στίχους ως νόθους, αλλά δεν εξέβαλεν αυτούς. Ούτως αι μέγισται μεταξύ της Αρισταρχείου. και των κοινών εκδόσεων διαφοραί δεν είναι ουδέ τόσον μεγάλαι, όσον αι μεταξύ των εις τέταρτον και των εις φύλλον εκδόσεων του Αμλέτου του Σαιξπήρου.
Βλέπομεν όμως ότι ο Αρίσταρχος είχε πολλάς ενώπιόν του εκδόσεις ή «διορθώσεις», διαφερούσας από τε της «κοινής» και απ' αλλήλων· διότι αναφέρει τρεις τάξεις αυτών, τας κατ' άνδρα, περιεχούσας αναγνώσεις ή σημειώσεις ποιητών, ως ο Αντίμαχος και ο Ριανός, ή λογίων, ως ο Ζηνόδοτος· τας κατά πόλεις, προερχομένας εκ Μασσαλίας, Χίου, Άργους, Σινώπης και καθόλου πανταχόθεν πλην των Αθηνών, της πατρίδος του κοινού κειμένου· και τέλος εκείνας, άς αποκαλεί τετριμμένας, δημώδεις, ή εικαιοτέρας, εις άς ασφαλώς δυνάμεθα να κατατάξωμεν την πολύστιχον.
Των διαφορών τούτων την έκτασιν και τα όρια δεικνύουσιν αι εκ του Ομήρου περικοπαί των προ των γραμματικών της Αλεξανδρείας συγγραφέων. Και δη μαρτυρούσι πρώτον ότι και εν Αθήναις το κοινόν κείμενον δεν είχεν ασφαλώς αποκατασταθή προ του 300 έτους π. Χ. Διότι ο Αισχίνης, ανήρ λόγιος, όχι μόνον ισχυρίζεται (54) ότι η φράσις «φήμη δ ες στρατόν ήλθεν» απαντά «πολλάκις εν τη Ιλιάδι», ενώ είναι ανύπαρκτος εν τοις ημετέροις κειμένοις, αλλά και παραθέτει αυτολεξεί χωρία του Θ και του Ψ μετά στίχων όλως διαφόρων. Το αυτό δε μαρτυρούσι και οι του τρίτου αιώνος πάπυροι, και μάλιστα το απόσπασμα του Λ, όπερ εδημοσίευσε τω 1891 ο καθηγητής Mahaffy (55) και το εκ της αυτής ραψωδίας απόσπασμα, όπερ εδημοσίευσε τω 1894 ο κ. Nicole (56). Το πρώτον λόγου χάριν, περιέχον τας αρχάς ή τα τέλη 38 στίχων του Λ μεταξύ 502 και 537, παραλείπει ένα των ημετέρων στίχων, περιλαμβάνει τέσσαρας ξένους και έχει δύο άλλους διαφόρους των ημετέρων, περιέχει δηλαδή σπουδαίας διαφοράς εντός χώρου τόσον μικρού. Εξ άλλου όμως αι διαφοραί και τούτου και των λοιπών παπύρων φαίνονται μόνον λεκτικαί. Πραγματικάς διαφοράς ουδέν του τετάρτου αιώνος κείμενον παρέχει.
Το πόρισμα της μαρτυρίας ταύτης δεικνύει τους δύο τελευταίους σταθμούς των Ομηρικών επών. Η κανονική αφήγησις των γεγονότων και η τάξις των επεισοδίων καθωρίσθη βαθμηδόν, κυρία δε αρχή του καθορισμού τούτου υπήρξεν η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών (57). Η δε λέξις του κειμένου καθ' έκαστον στίχον απεκρυσταλλώθη διά της συνεχούς σχολικής επαναλήψεως και των ιδιαιτέρων αναγνώσεων και διά φιλολογικών σπουδών, ών κορωνίς υπήρξεν η λεπτομερής κριτική του Ζηνοδότου και των εν τω Μουσείω διαδόχων αυτού.
Στρεφόμενοι δε προς τα οπίσω, εκπλησσόμεθα παρατηρούντες ότι ενώ αι ομηρικαί περικοπαί των πλείστων συγγραφέων του τετάρτου και πέμπτου π. Χ. αιώνος, και αυτού του Αριστοτέλους λόγου χάριν, διαφέρουσιν ικανώς του ημετέρου κειμένου, αι παρά Πλάτωνι συμφωνούσι προς αυτό σχεδόν κατά λέξιν (58). Αναγκαίως λοιπόν αγόμεθα εις το εξ άλλης αφορμής συμπέρασμα του Grote, ότι Δημήτριος ο Φαληρεύς, προςκληθείς υπό Πτολεμαίου του α' να συστήση την εν Αλεξανδρεία βιβλιοθήκην, μετεχειρίσθη τας υπό του Πλάτωνος εις την Ακαδήμειαν κληροδοτηθείσας βίβλους (59).
Η ανάλυσις αύτη επαναφέρει ημάς εις την κατά τα Παναθήναια ραψωδίαν των επών. Καθώς είδομεν, ταύτης αποτέλεσμα η καθιέρωσις της Ιλιάδος και της Οδυσσείας ως του κατ' εξοχήν «Ομήρου», ο καθορισμός της τάξεως των επεισοδίων και, εννοείται, η διαφύλαξις αυτού ως ιερού κειμηλίου των Αθηνών. Αλλά πότε ενομοθετήθη τούτο; Και ήτο πράγματι νόμος ή απλώς βαθμιαία πρόοδος, ήν η παράδοσις κατά το σύνηθες παρέστησεν ως νόμον;
Και περί μεν του χρόνου, βεβαίως η καθιέρωσις του εθίμου δεν ήτο παλαιοτέρα του Ιππάρχου, του τελευταίου των ανδρών, εις ούς αποδίδεται· επεκράτησε δηλαδή τούτο ουχί πριν ο Ιππίας τυραννεύση, πιθανώς δε και μετά την κατάλυσιν της τυραννίδος. Αλλ' η καθιέρωσις των έργων του μεγάλου Ίωνος ποιητού ως σπουδαίου μέρους της σεμνοτάτης θρησκευτικής τελετής των Αθηνών ήτο γεγονός, δυνάμενον να συμβή μόνον κατά περίοδον πλήρους αδελφώσεως μετά της Ιωνίας. Τοιαύτη δε τάσις αρχίζει εν Αθήναις από της επαναστάσεως των Ιώνων διότι προ του 500 π. Χ. οι Αθηναίοι περιεφρόνουν τους υποτιθεμένους εκείνους συγγενείς, ο δε Κλεισθένης είχε καταργήσει και τα Ιωνικά των φυλών ονόματα. Το έτος 499 είναι η αρχή της μεγάλης πανιωνικής περιόδου της Αθηναϊκής πολιτικής, ότε αι Αθήναι αναδέχονται την θέσιν μητροπόλεως και προστάτιδος της Ιωνίας, ασπάζονται την ιωνικήν παιδείαν, και ανέρχονται εις την πνευματικήν ηγεμονίαν της Ελλάδος. Παιδεία και γράμματα φαίνεται ότι κατέλιπον τότε την Μίλητον, όπως κατέλιπον την Κωνσταντινούπολιν μετά τα 1453, φυσικόν δε καταφύγιον αυτών υπήρξαν αι Αθήναι. Κατωτέρω θα γνωρίσωμεν τους μεγάλους άνδρας, και τους σπουδαίους νεωτερισμούς, όσοι τότε επέρασαν εκ της Ασίας εις τας Αθήνας· εκ τούτων ήτο και η παραδοχή του ιωνικού αλφαβήτου υπό των ιδιωτών και των λογογράφων.
Το μεν αττικόν αλφάβητον ήτο αρχαϊκόν και άκομψον, στερούμενον διπλών συμφώνων και μακρών φωνηέντων, το δε ιωνικόν είναι περίπου τα και νυν εύχρηστα κεφαλαία. Ενώ δ' επισήμως δεν έγινε δεκτόν εν Αθήναις προ του 404 — τα δημόσια ψηφίσματα διετήρουν το αρχαϊκόν μεγαλείον — ήδη κατά τα Μηδικά εχρησιμοποιείτο υπό των ιδιωτών (60)· ήλθε δηλαδή ότε αι Αθήναι ανεδείχθησαν μητρόπολις της Ιωνίας και παρέλαβον την ιωνικήν ποίησιν ως μέρος του ιερού των θησαυρού. Αλλ' όμως εδώ προκύπτει παράδοξος δυσκολία. Ο Όμηρος εν Ιωνία εγράφετο βεβαίως διά ιωνικού αλφαβήτου. Η δε ημετέρα παράδοσις, υποστηριζομένη ρητώς υπό πολλών μαρτυριών των Αλεξανδρέων, και διά κριτικών εκ του κειμένου εικασιών (61), δεικνύει σταθερώς ότι τα παλαιά του Ομήρου κείμενα ήσαν γραμμένα δι' Αττικού αλφαβήτου. Αλλ' αν ο Όμηρος προσήλθεν εις τα Παναθήναια ακριβώς ότε και το νέον Ιωνικόν αλφάβητον ήλθεν εις τας Αθήνας, διατί μετεγράφη από της τελειοτέρας γραφής εις την ατελεστέραν; Η απάντησις δεν είναι δύσκολος, λύει δε και άλλο ζήτημα, άλυτον προτού. Αντίγραφα του Ομήρου εγράφησαν διά του επισήμου αττικού αλφαβήτου, καθόσον η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών ήτο τελετή επίσημος, νομίμως καθωρισμένη (62).
Yπήρχεν άρα γραπτός νόμος, σύμπτωμα της καθόλου ιωνιζούσης διαθέσεως των πρώτων δεκαετηρίδων του πέμπτου π. Χ. αιώνος. Αλλά δυνάμεθα να διακρίνωμεν ακριβέστερον ταποτελέσματα του νόμου τούτου;
Βεβαίως διέγραφε τάξιν τινά και υπήρξεν αφορμή προς καταρτισμόν επισήμου κειμένου. Είναι δε φανερόν ότι προσήλωσις εις μεν τας λέξεις δεν ήτο αναγκαία, αλλ' εις την ύλην ήτο. Φαίνεται δε σχεδόν βέβαιον ότι η επιβληθείσα τάξις δεν ήτο νέα τις και αυθαίρετος, αλλά ήδη γνωστή και αγαπητή εις τους Αθηναίους· εννοείται δ' όμως ότι δυνατόν να ήτο απλώς και μία των ποικίλων εκδόσεων των φερομένων ανά τα διάφορα Ομηρικά κέντρα της Ιωνίας, αλλά πιθανώς ουδαμού υποχρεωτική και δεσπόζουσα· οπωςδήποτε τούτο είναι βέβαιον, ότι ο νόμος εκείνος ήτο σπουδαία αρχή, όπως οριστικώς αφαιρεθή το έπος εκ των χειρών των ραψωδών.
Γινώσκομεν ότι κάτοχοι του έπους εν τη Ιωνία ήσαν οι «Ομηρίδαι» ή «ραψωδοί», και έχομεν τεκμήρια, ότι ούτοι απετέλουν εταιρείας ή σχολάς (63). Γινώσκομεν δε καθόλου πώς απήγγελλεν ο ραψωδός· ηδύνατο δηλαδή να εκλέξη το θέμα του εξ οιουδήποτε μύθου, καθώς οι αοιδοί της Οδυσσείας (64)· είχε δε πιθανώς στίχους τινάς ως εισαγωγήν — τούτο λέγει ο Πίνδαρος, οι δε Ομηρικοί ύμνοι δεικνύουσι τι εννοεί — και πιθανώς στίχους τινάς ως τέλος. Πάντως δε θα εδοκίμαζε να παρεμβάλη στίχους ιδίους και επεισόδια, διά να καταστήση την ραψωδίαν του τερπνήν όσον ήσαν και των άλλων. Ώστε θ' απέρριπτε παν καθωρισμένον κείμενον, και θ' απέκρουε πάσαν υποταγήν των μερών εις έν όλον.
Τα σωζόμενα έπη γέμουσι τοιούτων ιχνών των ραψωδών· ταύτα είναι αναπτύξεις των απαγγελλομένων μύθων και όπου δεν υπάρχει αρκετή ενότης και συνοχή, έχουσι πολλά τα τρωτά. Ούτω λόγου χάριν, εν τω Ε η υπεράνθρωπος αριστεία του Διομήδους επισκιάζει τον Αχιλλέα και διασπά την πλοκήν της Ιλιάδος. Αλλά τι έμελε τούτο τον ραψωδόν, τον επιζητούντα επευφημίας και αποτεινόμενον προς ακροατάς, αγαπώντας τον Διομήδη; Η Δολώνεια του Κ εκεί, όπου ευρίσκεται, δεν είναι δυνατή· διότι όχι μόνον παρατείνει τεραστίως μίαν νύκτα, αλλά και διχοτομεί συνεχή διήγησιν. Αλλά χωριστή θα ήτο θαυμασία. Άλλο παράδειγμα είναι η περιγραφή καθαράς νυκτός, καθ' ήν υπάρχει νηνεμία
εκ τ' έφανεν πάσαι σκοπιαί και πρώονες άκροι
και νάπαι· ουρανόθεν δ' άρ' υπερράγη άσπετος αιθήρ.
{when all the high peaks stand out, and the jutting promontories and glens; and above the sky the infinite heaven breaks open!}
Ταύτα υπάρχουσιν εν τω θ 557, όπου αι πυραί των Τρώων παραβάλλονται προς άστρα· αλλ' υπάρχουσι και εν τω Π 299, όπου η στενοχωρία των Δαναών παρέρχεται ως νεφέλη, αφήνουσα καθαράν νύκτα. Οι σχολιασταί διαφωνούσι πού ήτο η αρχική θέσις. Πανταχού και οπουδήποτε. Τοιούτοι ωραίοι στίχοι, άπαξ ακουόμενοι, ήσαν πειρασμός παντός ραψωδού και ήτο επόμενον να ευρίσκωνται όπου εδίδετο αφορμή. Το αυτό και περί των πολλαπλών παρομοιώσεων του Β 455 κεξ., δηλαδή δεν απηγγέλλοντο πάσαι ομού, αλλ' εξ αυτών ο ραψωδός εξέλεγε την αρέσκουσαν.
Αλλά και όπου η σύνθεσις φαίνεται άψογος, αι μεταξύ των επεισοδίων συνεκτικαί φράσεις «ως οι μεν τοιαύτα προς αλλήλους αγόρευαν» «ως έφατ' ευχόμενος» {Thus then did they fight, Thus then did they pray} και αι αρχαί άλλων θεμάτων διά φράσεων, ως «ήμος δ' ηριγένεια φάνη», {Thus rose Dawn from her bed} υποδηλούσιν ότι άλλος ραψωδός ήρχιζεν εκ του μέσου ενός επικού συνόλου, τα δε προηγούμενα και τα επόμενα εθεωρούντο οπωςδήποτε γνωστά εις τους ακροατάς.
Αλλά περί των σωζομένων ομηρικών επών το θαυμαστόν είναι όχι ότι έχουσιν ίχνη των χειρών των ραψωδών, αλλά ότι δεν έχουσι και περισσότερα. Όπως ευρίσκονται σήμερον, δεν είναι κατάλληλα εις ραψωδίαν. Διότι ως σύνολα είναι παραπολύ μακρά προς απαγγελίαν, πλην εξαιρετικής τινος ευκαιρίας, ως η τότε νομοθετηθείσα, και αρκετά συμπαγή, ώστε δυσκόλως να καταμερίζωνται εις αποσπάσματα στρογγύλα, είναι δε απίθανον ότι ο νόμος προςέδωκεν εις αυτά την παρούσαν μορφήν διά μιας. Απέβλεπε μάλλον εις την ορθήν συνέχειαν της αληθινής αφηγήσεως. Δεχόμενος δε ραψωδούς (65), επέτρεπε πιθανώς εις αυτούς ελευθερίαν εις τον διάκοσμον, και δεν επέβαλλε την προςκόλλησιν εις τας λέξεις του κειμένου.
Την ταξινόμησιν ταύτην μαρτυρεί η όλη ιστορία των επών κατά τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, σπουδαίον δε είναι, ότι ταύτα όπως είναι σήμερον οργανικώς αδιαίρετα, προσαρμόζονται μάλλον εις τας απαιτήσεις αναγνωστών· αναγνώστας δε πολλούς ούτε αι Αθήναι, ούτε η Ιωνία είχε περί το 470 π. Χ. Τότε ο μεν Αναξίμανδρος έγραψε τα σοφά του διδάγματα χάριν ολίγων μαθητών, όπως απομνημονεύσωσιν αυτά, ο δε Ξενοφάνης απετείνετο κυρίως διά στίχων εις τα ώτα· μόλις 40 έτη βραδύτερον ο μεν Ηρόδοτος συνέπηξε τας διηγήσεις του εις βιβλίον χάριν των φιλομούσων προς ιδιαιτέραν ανάγνωσιν, ο δ' Ευριπίδης ήρχισε να συνάγη βιβλία.
Τούτο συντελεί όπως εννοήσωμεν πώς έζη και πώς ανεπτύσσετο το ιωνικόν έπος, πριν μεταφυτευθή. Δηλαδή απηγγέλλετο, δεν ανεγινώσκετο· τα επεισόδια της Ιλιάδος και της Οδυσσείας είχον κατά το πλείστον την υπάρχουσαν τάξιν, και τα έπη είχον περίπου το σημερινόν μάκρος, αν και βεβαίως υπήρχον Ιλιάδες χωρίς Κ και Οδύσσειαι, λήγουσαι εκεί, όπου και ο Αρίσταρχος επέραινε το έπος, παραλείπων 1 1/2 ραψωδίαν, ήτοι εις το ψ 296. Αλλά το σπουδαιότερον, η Ιλιάς δεν έληγε κατ' ανάγκην εις την ταφήν του Έκτορος. Διότι γινώσκομεν έκδοσιν, εξακολουθούσαν μετά τον τελευταίον ημών στίχον
Ως οί γ' αμφίεπον τάφον Έκτορος, ήλθε δ' Αμαζών (66)
{So dealt they with the burying of Hector; but there came the Amazon, daughter of Ares, great-hearted slayer of men}
και διηγουμένην τον έρωτα του Αχιλλέως προς την Αμαζόνα, τον φόνον αυτής υπ' αυτού, ίσως δε και τον ανδρείον θάνατον και τούτου. Διότι ο θάνατος του Αχιλλέως, καθώς ενόησεν ο Γκαίτε, είναι το απαιτούμενον τέλος της σωζομένης Ιλιάδος. Ότε ο αθάνατος ίππος Ξάνθος και ο αποθνήσκων Έκτωρ προλέγουσιν αυτόν, αισθανόμεθα ότι οι λόγοι των πρέπει να επαληθεύσωσι, διότι άλλως ο μύθος δεν έχει έννοιαν. Και αν ήτο πράγματι κανείς εκ των επιφανεστέρων Ομηριδών ο απεικονίσας το τελευταίον εκείνο ψυχορράγημα, ότε όχι πλέον ο Κεβριόνης ή ο Πάτροκλος, αλλ' αυτός ο Αχιλλεύς
κείτο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ιπποσυνάων,
{under the blind dust-storm, the mighty limbs flung mightily, and the riding of war forgotten,}
Ο κόσμος πρέπει να μνησικακή κατ' εκείνων, οίτινες εξ υπερβολικής φιλοπατρίας δεν ηνείχοντο τέλος του εθνικού έπους, καταλήγον εις θρίαμβον των Τρώων.
Εννοείται ότι ο ιωνικός Όμηρος δεν είχεν «Αθηναϊκάς παρεμβολάς» ήτοι χωρία ως το εγκώμιον του Μενεσθέως, η περί Σαλαμίνος αξίωσις, η μνεία του Θησέως, της Φαίδρας και της Αριάδνης και τέλος των Αθηναίων, οίτινες καταλέγονται ως «Ιάονες ελκεχίτωνες» { long-robed Ionians}, πολεμούντες ως πεζικόν τάγμα (Ν 685). Προ πάντων δε η γλώσσα του έπους, ει και μη καθαρά, ήτο τουλάχιστον αρκετά διάφορος του κοινού ημών κειμένου· ήτο δηλαδή απηλλαγμένη αττικισμών.
Η ΕΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ
Πρέπει ν' αναλύσωμεν την διάλεκτον ταύτην και να ίδωμεν την ιστορικήν αυτής
ανάπτυξιν.
Αρχαία και μυκτηρισθείσα διαίρεσις της ελληνικής γλώσσης ήτο η εις τέσσαρας διαλέκτους, ιωνικήν, αιολικήν, δωρικήν και «επικήν». Τούτων αι μεν τρεις πρώται, σημαίνουσιν ή εμφαίνουσιν πραγματικάς φυλετικάς διακρίσεις, η δ' «επική» είναι προδήλως τεχνητόν όνομα. Αλλά και το δηλούμενον πράγμα είν' επίσης τεχνητόν — γλώσσα, ήν ούτε οι Ίωνες, ούτε οι Δωριείς, ούτε οι Αιολείς ελάλησάν ποτε· πλουσία γλώσσα, ρυθμική και κινητική, πολυσύνθετόν τι όργανον προς έκφρασιν του ηρωικού μύθου· διάλεκτος, ως ελέχθη, υποκειμένη καθ' εκάστην φράσιν εις τας απαιτήσεις του επικού μέτρου· τα στερεότυπα αυτών επίθετα, οι φραστικοί τύποι, αι τροπαί του λόγου οιονεί βαίνουσιν επί του εξαμέτρου. Αλλά ενώ υπό μίαν έποψιν είναι τεχνητή, εξ άλλου εμποιεί την εντύπωσιν αυτής της φύσεως λαλούσης. Κοιναί και τυχαίαι φράσεις
[Λ 492] ως δ' οπότε πλήθων ποταμός πεδίονδε κάτεισιν . . . .
{ down from the hills on their head}
[Ο 626]. . . ανέμοιο δε δεινός αήτη| ιστίω εμβρέμεται
{high West wind shouting over a wine-faced sea}
φαίνονται ζωνταναί· δεν αποδίδουσι μεν τον θόρυβον ακριβώς ή τον ήχον, αλλά την όλην αισθητικήν εντύπωσιν χειμάρρου και ανέμου. Αι δε περί ανθρωπίνων αισθημάτων εκφράσεις είν' έτι μαγικώτεραι·
[τ,18] τέτλαθι δη, κραδίη, και κύντερον άλλο ποτ έτλης.
{Bear, O my heart, thou hast borne yet a harder thing.}
Δεν υποβιβάζομεν λοιπόν την επικήν διάλεκτον, λέγοντες ότι, όπως έχει, δεν είναι γλώσσα, αλλά μείγμα γλωσσικώς ασυμφύλων τύπων, νεωτέρων και πρωτογενών.
Υπάρχουσι πρώτον αττικισμοί. Τύποι καθώς Τυδή, έως, νικώντες μόνον επί αττικής γης ηδύναντο να ειςχωρήσωσιν εις τα έπη και μάλιστα όχι πολύ προ του 500 π. Χ. Τουλάχιστον ταποσπάσματα των νόμων του Σόλωνος φαίνονται εν τω συνόλω αρχαϊκώτερα. Αλλά χάριν ακριβολογίας πρέπει να διακρίνωμεν πρώτον μεν τους αντικαταστατούς αττικισμούς — π. χ. υπάρχουσι στίχοι αρχόμενοι από του έως και μετρικώς επανορθούμενοι μόνον διά του Ιωνικού ήος, είναι δηλ. κατά τάλλα δόκιμοι ιωνικοί στίχοι, ο δε αττικός τύπος απλούν σφάλμα του Αθηναίου βιβλιογράφου, — έπειτα δε τους αναποσπάστους αττικισμούς, δηλ. στίχους, μετρικώς ορθούς, όπως ευρίσκονται, αλλά χωλαίνοντας, εάν οι τύποι τραπώσιν εις ιωνικούς· οι στίχοι ούτοι βεβαίως είναι μεταγενέστεροι, συντεθέντες εν τη Αττική, αφού αι Αθήναι παρέλαβον το έπος.