WeRead Powered by ReaderPub
Ο Βελισάριος cover

Ο Βελισάριος

Chapter 11: Κεφάλαιον Δ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative traces the career of a celebrated public figure whose successes bring honors but also envy and courtly intrigue; after loyal service this person is gradually undermined by political jealousy and ingratitude, loses rank and wealth, and endures humiliation. Interwoven with public episodes are scenes at court, moral dialogues, and reflective passages that examine honor, duty, and the corrupting effects of power and vanity. The work poses questions about public recognition, the ethics of reward, and the endurance of personal virtue amid political abuse.

The Project Gutenberg eBook of Ο Βελισάριος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ο Βελισάριος

Author: Jean-François Marmontel

Translator: Alexandros Pangalos

Release date: April 12, 2013 [eBook #42509]
Most recently updated: October 23, 2024

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK Ο ΒΕΛΙΣΆΡΙΟΣ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in ().// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε ().



Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ,

σύγγραμα του Ακαδημαϊκού

ΜΑΡΜΟΝΤΕΛΛΟΥ,

μεταφρασθέν εκ του Γαλλικού

ΥΠΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ.

Ου θαυμαστόν μοι δοκεί, είποτε θεάσθαι
βούλεται (θεός) των ανδρών τους
αρίστως συμφορά τινι προςπαλαίοντας
Σενέκ. περί Προν.      

Εν Οδυσσώ,

Εκ της τυπογραφίας του Ελληνεμπορικού Σχολείου,
διευθυνομένης υπό Αλεξάνδρου Βράουν.

1 8 4 5.



ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩ,

Αρχιδιδασκάλω της εν Οδησσώ Ελληνεμπορικής
Σχολής, Συνεταίρω της Αρχαιολογικής και Ιστορικής
Εταιρείας της αυτής πόλεως και Ιππότη του
τάγματος του Αγ. Στανισλάου,


την μετάφρασιν ταύτην,

ως απαρχήν των αγώνων αυτού,


ανατίθησιν


ο μεταφραστής.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΕ!

Η ανά χείρας μετάφρασις, η προ οκτώ ήδη ετών τελειωθείσα, δεν ήτο προσδιωρισμένη διά να ίδη το φως· διότι μεταφράζων αυτήν σκοπόν άλλον δεν είχα, παρά την ιδίαν ωφέλειάν μου, μη νομίζων εμαυτόν ικανόν να ωφελήσω και άλλους. Αλλά μετά τινα έτη αναγνώσαντες αυτήν των φίλων μου τινές, μ' ενεθάρρυναν να την εκδώσω. Διστάσας δε πολύν καιρόν και παλαίσας προς την μετριοφροσύνην, απεφάσισα τέλος την έκδοσίν της, εκτιθέμενος εις τα βέλη της μωμοσκόπου κριτικής. Είμαι δε εύελπις, ότι οι σοφώτεροι και οι υγιέστεροι τον νουν θέλουσι με κρίνει με επιείκειαν, και τότε

«Τι ημίν ούτω της των πολλών
δόξης μέλει; οι γαρ επιεκέστατοι,
ών μάλλον άξιον φροντίζειν,
ηγήσονται αυτά ούτω πεπρά-
χθαι ώσπερ αν πραχθή.»

Αφιερόνων δε αυτήν προς Σε, νομίζω, ότι εκπληρώ χρέος ιερόν. Υγίαινε.

Ο μαθητής Σου

Α. Πάγκαλος.

Έγραψα εν Οδησσώ κατά Μάρτιον μήνα
του 1844.

ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ.

Κεφάλαιον Α'.


Εις το γήρας του Ιουστινιανού, η αυτοκρατορία, εξασθενήσασα από αγώνας πολυχρονίους, προσήγγιζεν εις την παρακμήν της. Όλα τα της διοικήσεως ημελήθησαν· οι νόμοι ήσαν εις λήθην· τα δημόσια εισοδήματα εις διαρπαγήν· η στρατιωτική πειθαρχία εις χαυνότητα. Ο δε αυτοκράτωρ, βαρυνθείς τον πόλεμον, ηγόραζε πανταχόθεν την ειρήνην διά του χρυσίου, και άφινεν αργά τα ολίγα στρατεύματα, τα μείναντα εις αυτόν, ως ανωφελή και εις βάρος της πολιτείας. Οι στρατηγοί των εγκαταλελειμμένων τούτων στρατευμάτων ετρύφων εις τας ηδονάς· το δε κυνήγιον, απεικονίζον εις αυτούς τον πόλεμον, εμετρίαζε την εκ της αργίας πλήξιν των.

Εσπέραν τινά, ενώ τινές εξ αυτών συνεδείπνουν, μετά την γύμνασιν ταύτην, εις αγροκήπιον της Θράκης, έρχονται και τους λέγουν, ότι γέρων τις τυφλός, οδηγούμενος από παιδίον, εζήτει να τον υποδεχθούν. Η νεότης είναι συμπαθητική· είπαν να εμβή ο γέρων. Ήτο φθινόπωρον! και το κρύος, το ήδη επαισθητόν, τον είχε διαπεράσει· τον εκάθισαν λοιπόν πλησίον της εστίας.

Το δείπνον εξακολουθεί· τα πνεύματα εξάπτονται· αρχίζουσι να ομιλώσι περί των δυστυχιών της πολιτείας. Τούτο ήνοιξε μέγα διά την επίκρισιν στάδιον· η δε κενοδοξία, δυσαρεστημένη, έλαβε πάσαν ελευθερίαν. Έκαστος εμεγάλυνε τα όσα έπραξε, και τα όσα ήθελε πράξει εισέτι, εάν αι εκδουλεύσεις και τα προτερήματά του δεν ελησμονούντο. Όλαι της αυτοκρατορίας αι δυστυχίαι προήρχοντο, εάν ήθελέ τις τους πιστεύσει, εκ του, ότι δεν ήξευραν να μεταχειρισθώσιν ανθρώπους, οποίοι ήσαν αυτοί. Εκυβέρνων τον κόσμον πίνοντες, και καθέν νέον ποτήριον οίνου κατέσταινε τας κρίσεις των πλέον αλανθάστους.

Ο γέρων, καθήμενος εις την γωνίαν της εστίας, τους ήκουε και εμειδία συμπαθητικώς. Εξ αυτών τις το επαρατήρησε και τον είπε:

Καλέ άνθρωπε, το πρόσωπόν σου δείχνει, ότι ευρίσκεις γελοία, τα οποία ημείς αυτόν λέγομεν; Γελοία, όχι, ολίγον όμως κούφα, είπεν ο γέρων, ως αρμόζει εις την ηλικίαν σας. Η απόκρισις αύτη τους ετάραξε. Σεις νομίζετε, ότι έχετε δίκαιον να αγανακτήτε, εξακολούθησε, και εγώ νομίζω, ως σεις, ότι αμαρτάνει τις εάν σας αμελή· αλλά τούτο είναι εκ των μικροτάτων κακών. Αγανακτείτε, ότι η αυτοκρατορία δεν έχει πλέον την δύναμιν και την λαμπρότητά της, ότι ο ηγεμών, ηφανισμένος υπό των φροντίδων, των αγρυπνιών, και του γήρατος, είναι ηναγκασμένος, διά να βλέπη και να ενεργή, να μεταχειρίζεται οφθαλμούς και χείρας μη αξιόπιστα. Εις την γενικήν όμως ταύτην συμφοράν, απορώ, πώς συλλογίζεσθε περί του εαυτού σας! Εις τον καιρόν σας λοιπόν, υπέλαβε των συνδείπνων τις, δεν ήτο η συνήθεια του συλλογίζεσθαι περί εαυτού; Η συνήθεια λοιπόν αύτη εισήχθη τώρα, και τούτο όλοι κάμνουν. Τόσον χειρότερον, είπεν ο γέρων, και αν ούτως έχη, αν σας αμελήση τις, δεν σας αδικεί. Προς ατιμασμόν λοιπόν των ανθρώπων, τον είπεν ο αυτός, ζητείται η φιλοξενία; Δεν σας ατιμάζω ποσώς, είπεν ο γέρων, σας ομιλώ ως φίλος, και σας ανταμείβω διά την υποδοχήν, λέγων την αλήθειαν.

Ο νέος Τιβέριος, όστις έπειτα έγεινεν ενάρετος βασιλεύς, ήτο είς εξ αυτών των κυνηγών. Ούτος εξεπλάγη από το σεβαστόν σχήμα του πολιού την κόμην τυφλού τούτου γέροντος. Μας ομιλείς σαφώς, τον είπεν, ολίγον αυστηρώς· και η αφοσίωσις, την οποίαν απαιτείς, είναι αρετή και όχι χρέος. Είναι χρέος του επαγγέλματός σας, επανέλαβεν ο γέρων με φωνήν βεβαιωτικήν, ή μάλλον, βάσις των καθηκόντων σας και πάσης πολεμικής αρετής. Ο αφοσιούμενος εις την πατρίδα του πρέπει να την υποθέτη, ότι δεν θέλει έχει να τον δώση μισθόν· διότι το υπέρ αυτής εις κίνδυνον ριπτόμενον είναι ατίμητον. Πρέπει μάλιστα να ελπίζη, ότι θέλει την ευρείν αχάριστον· διότι αν η θυσία, η προσφερομένη εις αυτήν, δεν είναι γενναία, είναι ανόητος. Η φιλοδοξία μόνον, ο προς την αρετήν ζήλος είναι άξιον να σας οδηγώσι. Και τότε τι σας μέλει, πώς θέλουν δεχθήν τας εκδουλεύσεις σας; Η ανταμοιβή αυτών δεν εξαρτάται από τας φαντασίας των υπουργών και την κρίσιν του βασιλέως. Ο στρατιώτης ας ελκύεται από της λείας το δέλεαρ, ας εκθέτη εις κίνδυνον την ζωήν του, διά να αποκτήση τα προς το ζην, το δέχομαι. Σεις όμως, οίτινες, γεννημένοι εις την αφθονίαν, δεν έχετε άλλην φροντίδα παρά να ζήτε ηδονικώς, αφίνοντα τας τρυφάς χαύνου αργίας, διά να υπάγετε να υποφέρετε τόσους κόπους, να εμβαίνετε εις τόσους κινδύνους, ολίγον εκτιμάτε την ευγενή ταύτην αφοσίωσιν, ώστε να απαιτήτε μισθόν δι' αυτήν; Δεν νομίζετε, ότι με τούτο την εξευτελίζετε; Όστις προσμένει μισθόν είναι δούλος· το μέγεθος της τιμής δεν κάμνει καμμίαν διαφοράν· και η ψυχή η εκτιμωμένη έν τάλαντον είναι επίσης ωνία, ως και η διδόμενη δι' ένα οβολόν. Ο, τι είπα περί του συμφέροντος, το λέγω και περί της φιλοτιμίας· διότι αι τιμαί, τα αξιώματα, η υπόληψις, η εύνοια του ηγεμόνος, όλα ταύτα είναι μισθός, και όςτις τα ζητεί τον λαμβάνει. Πρέπει ή να δοθή τις ή να πωληθή, δεν είναι ποσώς μέσος όρος. Το μεν είναι πράξις ελευθέρου ανδρός, το δε δούλου. Από σας εξαρτάται, να εκλέξετε το οποίον σας συμφέρει. Λοιπόν, καλέ άνθρωπε, χορηγείς εις τους βασιλείς μεγάλην δικαιολογίαν, τον είπαν. Εάν ωμίλουν εις τους βασιλείς, επανέλαβεν ο τυφλός, ήθελα τους ειπείν, ότι, αν το ιδικόν σας χρέος ήναι το να ήσθε γενναίοι, το ιδικόν των είναι, να ήναι δίκαιοι.

Ομολογείς λοιπόν, ότι είναι δίκαιον ν' ανταμείβωνται αι εκδουλεύσεις; Ναι, αλλ' εις τον λαμβάνοντα αυτάς ανήκει να στοχασθή περί τούτου· τόσον χειρότερον εις εκείνον, αν τας λησμονήση. Έπειτα, ποίος από ημάς είναι βέβαιος, ότι σταθμίζων τας ιδικάς του θέλει κρατεί ίσην την στάθμην; Π. χ. εις το επιτήδευμά σας, διά να νομίζη έκαστος εαυτόν θεμένον εις την ανήκουσαν τάξιν, και να ήναι ευχαριστημένος, πρέπει καθείς να προστάζη και κανείς να μη υπακούη· τούτο δε είναι των αδυνάτων. Πιστεύσατέ με, η Κυβέρνησις ενδέχεται ενίοτε να μη έχη φρόνησιν και δικαιοσύνην· όμως είναι δικαιοτέρα και εμπειροτέρα εις τας εκλογάς της, παρά αν επίστευε την οποίαν γνώμην έκαστος από σας έχει περί εαυτού. Και τις είσαι, ώστε να μας ομιλής τοιουτοτρόπως; τον είπε με εντονωτέραν φωνήν ο κύριος του αγροκηπίου, νέος τις. Είμαι ο Βελισάριος, απεκρίθη ο γέρων.

Φαντάσου εις την εκφώνησιν του ονόματος Βελισάριος, εις την εκφώνησιν του ονόματος του ήρωος εκείνου, του τοσάκις θριαμβεύσαντος εις τα τρία μέρη του κόσμου, οποίος ήτον ο θαυμασμός, οποία η ταραχή των νέων τούτων. Η ακινησία, η σιωπή εφανέρωσεν ευθύς το σέβας, από το οποίον εκυριεύθησαν, και λησμονούντες, ότι ο Βελισάριος ήτο τυφλός, ουδείς εξ αυτών ετόλμα να υψώση προς αυτόν τα όμματα.

Ω μέγιστε άνερ! τον είπε τελευταίον ο Τιβέριος, πόσον η τύχη είναι άδικος και σκληρά! Τι! σέ, εις τον οποίον η αυτοκρατορία εχρεώστει εις διάστημα τριάκοντα ετών την δόξαν της, την ευημερίαν της, σέ τολμώσι να κατηγορήσωσιν ως αποστάτην και προδότην, σε έσυραν εις τα δεσμά, σε εστέρησαν του φωτός! αλλά συ είσαι, όστις μας έδωκες μαθήματα καθιερώσεως και ζήλου! Και ποίος θέλετε να σας δώση; είπεν ο Βελισάριος. Οι δουλικώς θηρεύοντες την εύνοιαν; Α! οποία αισχύνη! πόσον μεγάλη αχαριστία! εξακολούθησεν ο Τιβέριος. Οι μεταγενέστεροι δεν θέλουν το πιστεύσει ποτέ. Τωόντι, είπεν ο Βελισάριος, τούτο μ' εφάνη ολίγον παράξενον· δεν ενόμιζα να κακοποιηθώ τόσον· αλλ' εστοχαζόμην ν' αποθάνω ευεργετών την πολιτείαν αποθαμένος δε, ή τυφλός, είν' έν και το αυτό. Όταν αφιερώθην εις την πατρίδα μου δεν εξαίρεσα τους οφθαλμούς μου· ό,τι με είναι προσφιλέστερον παρά το φως και την ζωήν, η φήμη μου και προ πάντων η αρετή μου δεν είναι εις την εξουσίαν των καταδρομέων μου. Όσα έκαμα, ενδεχόμενον να εξαλειφθώσιν από την μνήμην της αυλής, ποτέ όμως και από την των ανθρώπων, και αν τούτο συμβή, εγώ τα ενθυμούμαι, και τούτο αρκεί.

Οι σύνδειπνοι, καταπεπληγμένοι, επαρακάλεσαν ευθύς τον ήρωα να καθίση εις την τράπεζαν. Όχι, τους είπεν, εις την ηλικίαν μου, ο καλός τόπος είναι η εστία. Ηθέλησαν να τον κάμουν να δεχθή την καλητέραν κλίνην του αγροκηπίου· αυτός όμως ηθέλησε μόνον άχυρον. Εκοιμήθην πολλάκις χειρότερον, είπε. Λάβετε μόνον φροντίδα περί του παιδίου τούτου, το οποίον με οδηγεί, και το οποίον είναι τρυφερώτερον εμού.

Την επαύριον ο Βελισάριος ανεχώρησεν ευθύς, και η ημέρα εφώτισε τον οδηγόν του, και προ της εγέρσεως των ξένων του, οίτινες αποκαμόντες από την θήραν έτι εκοιμώντο. Μαθόντες δε ούτοι, ότι αναχωρεί, ηθέλησαν να τον συνοδεύσουν, και τον επρόσφεραν άρμα ευρύχωρον με όλα τα αναγκαία. Εις μάτην, είπεν ο νέος Τιβέριος, δεν μας κρίνει αξίους τόσον, ώστε να δεχθή τα δώρα μας.

Εις τούτου του νέου την ψυχήν η άκρα αρετή εις την άκραν δυστυχίαν έκαμε την μεγαλητέραν εντύπωσιν. Όχι, είπεν εις φίλον του τινά, όντα εις την εύνοιαν του βασιλέως, όχι ποτέ η εικών, ποτέ οι λόγοι τούτου του γέροντος δεν θέλουν εξαλειφθήν από την ψυχήν μου. Ενώ μ' εταπείνονε, μ' έκαμε να αισθανθώ, πόσα πρέπει να κάμω, αν θέλω να γενώ ποτέ άνθρωπος.

Η διήγησις αύτη ήλθεν εις τα ώτα του Ιουστινιανού, όστις ηθέλησε να ομιλήση τον Τιβέριον.

Ο Τιβέριος, αφού πιστώς παρέδωκεν, όσα συνέβησαν, είναι αδύνατον, επρόσθεσε, τόσον μεγάλη ψυχή να εμιάνθη εις την οποίαν τον κατηγορούν συνωμοσίαν, και ήθελα δώσειν την ζωήν μου εις εγγύησιν, αν η ζωή μου ήναι αξία να γενή της αρετής του εγγυητής. Θέλω να τον ίδω και να τον ακούσω, είπεν ο Ιουστινιανός, χωρίς να γνωρισθώ· και εις την οποίαν κατάστασιν κατήντησεν, τούτο είναι πολλά εύκολον. Αφ' ότου εκβήκεν από την φυλακήν, δεν πρέπει να ήναι πολύ μακράν· ακολούθησε τα ίχνη του, και πάσχισε να τον ελκύσης εις το αγροκήπιόν σου· εγώ δε θέλω υπάγει εκεί κρυφίως. Ο Τιβέριος εδέχθη την προσταγήν μετά χαράς, και ευθύς την ακόλουθον ημέραν εκίνησε προς τον δρόμον, τον οποίον ο Βελισάριος είχεν ακολουθήσει.

Κεφάλαιον Β'.


Εντοσούτω ο Βελισάριος ωδοιπόρει, ζητών έλεος, προς παλαιάν τινά και κρημνισμένην οικοδομήν, όπου η οικογένειά του τον επρόσμενεν. Απηγόρευσεν εις τον οδηγόν του να τον ονομάζη καθ' οδόν. Αλλά το ευγενές πρόσωπον και το σεμνόν σώμα του ήσαν ικανά ώστε να κινήσωσι την περιέργειαν. Φθάσαντες το εσπέρας είς τινα κώμην, εστάθησαν εις την θύραν οίκου, ο οποίος, αν και απλούς, είχε καλήν πρόσοψιν.

Ο οικοδεσπότης έμβαινεν έχων σκαπάνην εις την χείρα. Το σχήμα, οι χαρακτήρες του γέροντος τούτου είλκυσαν την προσοχήν του. Τον ηρώτησε, ποίος ήτον; Είμαι γέρων στρατιώτης, απεκρίθη ο Βελισάριος. Στρατιώτης! είπεν ο χωρικός, και ιδού η ανταμοιβή σου! Η μεγίστη του βασιλέως δυστυχία, είπεν ο Βελισάριος, είναι το να μη δύναται ν' ανταμείβη όλον το υπέρ αυτού χυνόμενον αίμα. Κινηθείς από την απόκρισιν ταύτην ο χωρικός, υπεδέχθη εις τον οίκον του τον γέροντα.

Σε παρουσιάζω, είπεν εις την γυναίκα του, άνδρα γενναίον, όστις υποφέρει με καρτερίαν την σκληροτάτην της αρετής δοκιμασίαν. Σύντροφέ μου, είπε, μη αισχύνου διά την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκεσαι, έμπροσθεν οικογενείας, γνωριζούσης την δυστυχίαν. Αναπαύσου· μετ' ολίγον θέλομεν δειπνήσειν. Εντοσούτω ειπέ με, σε παρακαλώ, εις ποίους πολέμους εστράτευσες. Επολέμησα εις την Ιταλίαν κατά των Γότθων, είπεν ο Βελισάριος, εις την Ασίαν κατά των Περσών, εις την Αφρικήν κατά των Βανδάλων και των Μαυρουσίων.

Τας τελευταίας ταύτας λέξεις ακούσας ο χωρικός, δεν ηδυνήθη να κρατήση βαθύν στεναγμόν. Λοιπόν, είπεν, συ έκαμες όλας του Βελισαρίου τας εκστρατείας! — Ποτέ δεν εχωρίσθημεν. — Ο άριστος ανήρ! οποία σταθερά ψυχή! οποία δικαιοσύνη! οποία μεγαλοψυχία! Ζη; διότι εις την ερημίαν μου είναι υπέρ τα εικοσιπέντε έτη, αφού δεν ακούω να ομιλώσι περί ουδενός! — Ζη — Α! είθε να τον ευλογήση ο Θεός και να τον δώση μακροβιότητα! — Εάν σε ήκουεν, ήθελε πολύ κατανυχθήν από τας οποίας ευχάς υπέρ αυτού εύχεσαι. — Και πώς λέγουν, ότι είναι εις την αυλήν; παντοδύναμος; λατρευόμενος αναμφιβόλως; — Φευ! ηξεύρεις, ότι ο φθόνος προσκολλάται εις την ευτυχίαν. — Α! είθε ο βασιλεύς να προφυλαχθή από το να ακούση τους εχθρούς του μεγάλου τούτου ανδρός. Ούτος είναι ο δαίμων ο προστατεύων και εκδικών την αυτοκρατορίαν του. — Είναι πολλά γέρων! — Δεν βλάπτει· θέλει είσθαι εις τα βουλευτήρια, ό τι ήτον εις τα στρατόπεδα· και η σοφία του, αν τον ακούσωσι, θέλει είσθαι ίσως ωφελιμωτέρα παρά την ανδρείαν του. Πόθεν σε είναι γνωστός; ερώτησεν ο Βελισάριος κατανυχθείς. Ας καθίσωμεν εις την τράπεζαν, είπεν ο χωρικός· εκείνο το οποίον ζητείς θέλει μας φέρειν πολύ μακράν.

Ο Βελισάριος δεν αμφίβαλε ποσώς, ότι ο ξενοδόχος του ήτο ταξίαρχός τις των στρατευμάτων του, ο οποίος ήθελε να καυχηθή δι' αυτόν. Ούτος, ενώ εδείπνουν, τον εζήτησε να τον διηγηθή τους πολέμους της Ιταλίας, και της Ανατολής, χωρίς να τον αναφέρη τους εις την Αφρικήν. Ο Βελισάριος δι' απλών αποκρίσεων τον ευχαρίστησεν εντελώς. Ας πίωμεν, τον είπεν ο ξενοδόχος του, προς το τέλος του δείπνου, ας πίωμεν εις την υγείαν του στρατηγού σου· και είθε ο Θεός να τον δώση τόσον καλόν, όσον κακόν μ' έκαμεν! — Εκείνος! υπέλαβεν ο Βελισάριος, σ' έκαμε κακόν! — Έκαμε το χρέος του, και δεν πρέπει να παραπονεθώ δι' αυτό. Αλλά, φίλε μου, μέλλεις να ιδής, ότι εγώ έπρεπε να μάθω εις την τύχην των δυστυχών να συμπάσχω. Επειδή εστράτευσες εις την Αφρικήν, είδες τον βασιλέα των Βανδάλων, τον δυστυχή Γελίμερον, τον οποίον ο Βελισάριος θριαμβεύων έσυρεν εις Κωνσταντινούπολιν με την γυναίκα και τα τέκνα του. Ο Γελίμερος εκείνος σε προσφέρει ξενίαν, και με αυτόν εδείπνησες. Συ ο Γελίμερος! εφώναζεν ο Βελισάριος, και ο αυτοκράτωρ δεν σε έθεσεν εις τάξιν πλέον αξίαν σου! Το υπεσχέθη· εφύλαξε τον λόγον του· μ' επρόσφερεν αξιώματα (1), όμως δεν τα ηθέλησα. Όταν τις χρηματίση βασιλεύς και παύση, δεν είναι άλλη θεραπεία παρά την ανάπαυσιν και την από τον κόσμον αναχώρησιν. — Συ ο Γελίμερος! — Ναι! εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος επολιορκήθην, αν το ενθυμήσαι, επί του όρους Παπούα. Υπέφερον εκεί ανήκουστα κακά. Ο χειμών, ο λιμός, το τρομερόν θέαμα ολοκλήρου λαού, καταντήσαντος εις απελπισίαν, και ετοίμου να καταφάγη τα τέκνα και τας γυναίκας του, η άοκνος επιμέλεια του καλού Φαρά, όςτις, ενώ μ' επολιόρκει, δεν έπαυε παρακινών με να ευσπλαγχνισθώ εμαυτόν και τους στρατιώτας μου· τέλος, η εις του στρατηγού σας την αρετήν δικαία μου πίστις με παρεκίνησαν να παραδώσω τα όπλα. Με πόσον απλούν και μετριόφρον ήθος μ' εδέχθη! οποίον σέβας έκαμε να με προσφέρωσιν, οποίαν συστολήν! πόσον ο ίδιος εθεράπευε την δυστυχίαν μου! Εντός ολίγου θέλουν γίνει τριάκοντα έτη, αφού εις ταύτην την ερημίαν κατοικώ· ουδέ στιγμή παρήλθε χωρίς υπέρ αυτού να ευχηθώ.

Εγνώριζα καλώς, είπεν ο Βελισάριος, την φιλοσοφίαν εκείνην, ήτις, επί του όρους, όπου έμελλες τόσα να υποφέρης, σ' έκαμνε να κιθαρωδής τας δυστυχίας, ήτις σ' έκαμνε να μειδιάς καταφρονητικώς, εμφανιζόμενος προς τον Βελισάριον, και την ημέραν του θριάμβου του, να φυλάξης το πρόσωπόν σου τούτο αμετάβλητον, το οποίον ο βασιλεύς εθαύμασε. Φίλε μου, απεκρίθη ο Γελίμερος, η ισχύς και η αδυναμία της ψυχής εξαρτώνται πολύ από τον τρόπον του θεωρείν τα πράγματα. Δεν ησθάνθην εις εμαυτόν την γενναιότητα και την σταθερότητα, παρά αφού ενόμισα όλα ταύτα παίγνιον της τύχης. Ήμην ο τρυφηλότατος των βασιλέων της γης, και από το ανακτόριόν μου, όπου ενετρύφων εις τας ηδονάς, την πολυτέλειαν και την χαυνότητα, μετέβην αίφνης εις των Αιθιόπων τα σπήλαια όπου, κοιμώμενος επί αχύρων, ετρεφόμην από κριθήν κακοτετριμμένην και ημιψημένην υπό θερμοσποδίαν, και εκατήντησα εις τοιαύτην αθλιότητα, ώστε άρτος, σταλθείς εις εμέ από τον εχθρόν δι' έλεος, ήτον δώρον ατίμητον. Εντεύθεν έπεσα εις τα δεσμά και εφέρθην εις θρίαμβον. Μετά τούτο θέλεις ομολογήσει, ότι πρέπει ή να αποθάνη τις, ή να φανή ανώτερος των προσβολών της τύχης. Έχεις εις την φρόνησίν σου, τον είπεν ο Βελισάριος, πολλάς αιτίας παραμυθίας· όμως εγώ σε υπόσχομαι άλλην μίαν, πριν αποχωρισθώμεν. Μετά την ομιλίαν ταύτην υπήγαν να κοιμηθώσιν.

Ο Γελίμερος, άμα εχάραξε, πριν υπάγη να γεωργήση τον κήπον του, υπήγε να ίδη, αν ο γέρων είχε κοιμηθή καλά. Τον ηύρεν όρθιον, με την βακτηρίαν εις την χείρα, και έτοιμον ν' αναχωρήση. Τι! τον είπεν, δεν θέλεις να μείνης ολίγας ημέρας εις τους ξενοδόχους σου; Τούτο είναι αδύνατον, απεκρίθη ο Βελισάριος· έχω γυναίκα και κόρην, αι οποίαι στενάζουσι διά την απουσίαν μου. Υγίαινε· μη κάμης κανένα θόρυβον διά το οποίον μένει να σε είπω. Ούτος ο πτωχός, ο τυφλός ούτος, ο γέρων στρατιώτης, ο Βελισάριος τέλος, δεν θέλει λησμονήσει ποτέ την φιλοξενίαν, την οποίαν από σέ έλαβε. — Τι λέγεις; ποίος; ο Βελισάριος; — Ναι, ο Βελισάριος σε εναγκαλίζεται! — Ω Θεέ δίκαιε! έκραξεν ο Γελίμερος καταπεπληγμένος και ως έξω φρενών γενόμενος· ο Βελισάριος εις το γήρας του, ο Βελισάριος τυφλός και εγκαταλελειμμένος! Έκαμαν κάκιστα, είπεν ο γέρων· παραδίδοντές τον εις το έλεος των ανθρώπων, πρώτον του εξέκοψαν τους οφθαλμούς. Α! είπεν ο Γελίμερος με κραυγήν οδυνηράν και έντρομον, είναι δυνατόν; Ποίοι είναι τα θηρία! . . . . .

Οι φθονεροί, είπεν ο Βελισάριος, μ' εκατηγόρησαν, ότι πασχίζω να λάβω το διάδημα, ενώ ο μόνος μου στοχασμός ήτο ο τάφος. Τους επίστευσαν, μ' έβαλαν εις τα δεσμά. Ο λαός τέλος επανέστη, και εζήτησε την ελευθέρωσίν μου· έπρεπε να ενδώσωσι εις του λαού το ζήτημα· αλλ' αποδίδοντές με την ελευθερίαν, μ' εστέρησαν το φως. — Και ο Ιουστινιανός το επρόσταξε!. — Τούτο ήτον το θλιβερώτερον. Ηξεύρεις με πόσην προθυμίαν και αγάπην τον υπηρέτησα. Τον αγαπώ εισέτι, και λυπούμαι, ότι είναι περικυκλωμένος από κακούς ανθρώπους, ατιμάζοντας το γήρας του. Αλλ' αθυμία μεγίστη διεχύθη εις την ψυχήν μου, όταν έμαθα, ότι αυτός ο ίδιος εψήφισε την καταδίκην μου. Οι μένοντες να την εκτελέσωσι δεν ετόλμων, οι δήμιοί μου έπιπταν εις τους πόδας μου. Τετέλεσται, ολίγος καιρός μ' έμεινε, χάρις τω Θεώ, να ήμαι τυφλός και πτωχός. — Αξίωσον, είπεν ο Γελίμερος, τας τελευταίας ταύτας ημέρας τόσον λαμπράς ζωής να τας περάσης μαζί μου. Τούτο ήθελεν είσθαι εις εμέ, είπεν ο Βελισάριος, γλυκεία παρηγορία· αλλά το χρέος με καλεί εις την οικογένειάν μου, και υπάγω ν' αποθάνω εις τας αγκάλας της. Υγίαινε.

Ο Γελίμερος τον ησπάζετο, τον έβρεχε με τα δάκρυά του, και δεν εδύνατο ν αποχωρισθή απ' αυτόν. Έπρεπε τέλος να τον αφήση ν' αναχωρήση. Ο Γελίμερος τότε ακολουθών αυτόν με τα όμματα· Ω ευημερία, έλεγεν, ευημερία! ποίος λοιπόν ημπορεί να εμπιστευθή εις εσέ; Ο ήρως, ο δίκαιος, ο έμφρων Βελισάριος! . . . . Α! διά τούτο πρέπει να νομίζω εμαυτόν ευδαίμονα, σκάπτων τον κήπον μου. Και ταύτα λέγων ο βασιλεύς των Βανδάλων, έλαβε πάλιν την σκαπάνην του.

Κεφάλαιον Γ'.


Ο Βελισάριος επλησίαζεν εις το καταφύγιον, όπου η οικογένειά του τον επρόσμενεν, ότε άλλο τι συμβάν τον εφόβησεν, ότι θ' απομακρυνθή από αυτήν διά παντός. Οι πλησίον της Θράκης κατοικούντες λαοί δεν έπαυον εισβάλλοντες εις αυτήν. Τάγμα Βουλγάρων είχεν ήδη εισβάλει, ότε διεδόθη η φήμη, ότι ο Βελισάριος εκβήκεν από το δεσμωτήριον, εστερημένος της οράσεως, και ζητεύων υπήγαινε να ενταμώση την εξορισθείσαν οικογένειάν του. Ο ηγεμών των Βουλγάρων εκατάλαβε, πόσον ήθελε τον ωφελήσει το να έχη μαζί του τον μέγα τούτον άνδρα, μη αμφιβάλλων ποσώς, ότι, ως λυπημένος, θέλει δράξει τα προς εκδίκησιν μέσα. Μαθών ποίαν οδόν ηκολούθησεν, επρόσταξε των στρατιωτών του τινάς να τον ακολουθήσωσι, και περί την δύσιν του ηλίου ο Βελισάριος ανηρπάσθη.

Έπρεπε να υποχωρήση εις την βίαν και ν' αναβή ίππον μεγαλοπρεπή, τον οποίον έφεραν δι' αυτόν. Δύο εκ των Βουλγάρων τον ωδήγουν, και άλλος τις επήρε τον μικρόν του οδηγόν όπισθεν του ίππου του. Ημπορείς να εμπιστευθής εις ημάς, τον είπαν· ο ανδρείος ηγεμών, ο οποίος μας έστειλε, τιμά τας αρετάς σου, και συμπάσχει διά την δυστυχίαν σου. Και τι θέλει από εμέ; ερώτησεν ο Βελισάριος· θέλει, τον είπον οι βάρβαροι, να σε ποτίση με το αίμα των εχθρών σου! Α! ας με αφήση χωρίς εκδίκησιν, είπεν ο γέρων, το έλεός του είναι σκληρόν δι' εμέ. Εγώ άλλο δεν θέλω πλην ν' αποθάνω ησύχως εις τον κόλπον της οικογενείας μου, και σεις με απομακρύνετε από αυτήν. Πού με οδηγείτε; Απέκαμα, και θέλω ν' αναπαυθώ. Ύπαγε λοιπόν, τον είπαν, ν' αναπαυθής κατ' αρέσκειάν σου, φθάνει μόνον ο του πλησίον αγροπυργίου κύριος να μη προφυλάττεται, και να μη ήναι ισχυρότερος.

Το αγροπύργιον τούτο ήτο αγροκήπιον παλαιού τινός αυλικού, τ' όνομα Βήσσα, όςτις, αφού εδιοίκησεν εις την Ρώμην, όταν επολιορκείτο, και έπραξε τας φοβερωτέρας καταχρήσεις, ανεχώρησε με δέκα χιλιάδας τάλαντα (2). Ο Βελισάριος εζήτησε να τιμωρηθή κατά τους νόμους· αλλ' ο Βήσσας, έχων εις την αυλήν υπέρ εαυτού όλους, όσοι δεν αγαπώσι να εξετάζωνται τα πράγματα με τόσην ακρίβειαν, δεν κατεδιώχθη. Κατεδικάσθη δε μόνον να ζήση εις τα χωρία του εις πάσαν αφθονίαν και αργίαν.

Δυο Βούλγαροι, σταλέντες να κατασκοπεύσωσι τους τόπους, εστράφησαν και είπαν εις τον αρχηγόν των, ότι εις το αγροκήπιον τούτο ήσαν συμπόσια και πανυγύρεις αδιάκοποι, ότι δεν ωμίλουν περί ουδενός άλλου, ειμή μόνον περί της δυστυχίας του Βελισαρίου, και ότι ο Βήσσας ηθέλησε να την εορτάσωσιν ως τιμωρίαν εκ Θεού. Α! ο ουτιδανός! εφώναξαν οι Βούλγαροι, δεν έχει πολύν καιρόν να χαίρη διά την δυστυχίαν του. Ο Βήσσας την στιγμήν, ότε αυτοί έφθασαν, ήτον εις την τράπεζαν, περιστοιχισμένος από τους κόλακάς του· και είς από αυτούς, ψάλλων τα εγκώμιά του, έλεγεν εις τους στίχους του, ότι ο Θεός εφρόντισε να τον δικαιώση, καταδικάσας τον κατήγορον του να μη ίδη ποτέ το φως. Τι προφανέστερον τούτου θαύμα! έλεγεν ο κόλαξ, και οποίος θρίαμβος της αθωότητος!. Ο Θεός είναι δίκαιος, έλεγεν ο Βήσσας, και ταχέως ή αργά οι πονηροί τιμωρούνται. Αληθινά έλεγε. Την αυτήν στιγμήν οι Βούλγαροι ξιφήρεις εμβαίνουσιν εις το αγροκήπιον, αφήσαντες ολίγους στρατιώτας περί τον Βελισάριον, και εισχωρούσι με τρομεράς κραυγάς έως του συμποσίου τον θάλαμον. Ο Βήσσας γίνεται ωχρός, ταράττεται, εκπλήττεται, και καθώς αυτός, όλοι οι συμπόται του κατελήφθησαν από φόβον θανατηφόρον. Αντί να υπερασπισθώσι, πίπτουσι γονυπετείς και παρακαλούσι να μη τους θανατώσωσι. Τους αρπάζουν, τους σύρουν εις τον τόπον, όπου ήτον ο Βελισάριος. Ο Βήσσας διά της λάμψεως των δάδων βλέπει τυφλόν τινα γέροντα έφιππον, τον αναγνωρίζει, εκτείνει προς αυτόν τους βραχίονάς του και τον ζητεί χάριν και έλεος. Ο γέρων κατανυχθείς παρακαλεί τους Βουλγάρους να φεισθώσιν αυτόν και τους συντρόφους του. Ουδεμία χάρις εις τους κακούργους, του απεκρίθη ο αρχηγός. Τούτο ήτο το σημείον της σφαγής. Ο Βήσσας και οι συμπόται του όλοι εσφάγησαν. Προστάξας να λάβωσι παρευθύς τους υπηρέτας των, οι οποίοι ενόμιζαν, ότι υπάγουν εις την καταδίκην, ζήσετε, τους είπεν ο ίδιος, και έλθετε να μας υπηρετήτε· διότι ημείς είμεθα οι δεσπόται σας.

Τότε εκάθησαν εις την τράπεζαν, και έβαλαν τον Βελισάριον να καθήση εις τον τόπον του Βήσσα.

Ο Βελισάριος δεν έπαυσε θαυμάζων τας μεταβολάς της τύχης, αλλά το συμβάν τούτο τον ελύπει. Φίλοι, είπεν εις τους Βουλγάρους, με φέρετε θανατηφόρον θλίψιν, χύνοντες ολόγυρά μου το αίμα των συμπατριωτών μου. Ο Βήσσας ήτον απάνθρωπος, φιλάργυρος· τον είδα εις την Ρώμην να προξενή την πείναν εις τον λαόν και να πωλή τον άρτον αντισταθμίζων αυτόν με χρυσόν, μη ευσπλαχνιζόμενος ουδέ τους δυστυχείς εκείνους, αι οποίοι δεν είχον να πληρώσωσι διά την ζωήν των. Ο Θεός τον ετιμώρησε. Τον λυπούμαι μόνον, ότι έγεινεν άξιος της τύχης του. Η εις όνομά μου όμως γενομένη αύτη σφαγή θέλει αμαυρώσει την δόξαν μου. Ή θανατώσατέ με, ή υποσχέθητέ με, ότι τίποτε παρόμοιον δεν θέλει συμβή, ενόσω θέλω είσθαι μαζί σας. Τον υπεσχέθησαν, ότι θέλουν μόνον φροντίζει διά την ιδίαν των προφύλαξιν. Αλλά το αγροκήπιον του Βήσσα διηρπάχθη. Μείναντες αυτήν την νύκτα οι Βούλγαροι αυτού, ανεχώρησαν την επαύριον με τον Βελισάριον φορτωμένοι λάφυρα. Ο ηγεμών αυτών περιχαρής, βλέπων αυτόν ερχόμενον εις το στρατόπεδόν του, υπάγει εις προϋπάντησίν του, και λαμβάνων αυτόν εις τας αγκάλας του. Ελθέ, πάτερ, τον λέγει, ελθέ να ίδης, αν ημείς ήμεθα βάρβαροι. Όλοι εις την πατρίδα σου σε εγκαταλείπουν αλλά θέλεις ευρεί μεταξύ ημών φίλους και εκδικητάς. Ειπών ταύτα τον ωδήγησεν εκ της χειρός εις την σκηνήν του, τον επαρακάλεσε ν' αναπαυθή εκεί, και επρόσταξεν όλους να προσέχωσι μη τον εξυπνήσωσι. Το εσπέρας, μετά λαμπρόν δείπνον, εις το οποίον του Βελισσαρίου το όνομα υμνήθη από όλους του βαβαρικού στρατοπέδου τους στρατηγούς, ο βασιλεύς κλεισθείς με αυτόν, δεν έχω ανάγκην, τον είπε, να σε κάμω να αισθανθής την δεινότητα της ύβρεως, την οποίαν έλαβες. Το ανοσιούργημα είναι φοβερόν, και η τιμωρία πρέπει να είναι φοβερά! Εκεί υπό τα ερείπια του παλατιού του γέροντός σας τυράννου, υπό τα λείψανα της εμπρηθησομένηε πόλεώς του, εκεί πρέπει να τον καταχώσης με όλους τους συγκακούργους του. Γενού οδηγός μου, δίδαξέ με, ω γενναίε γέρον, να τους νικήσω και να σε εκδικήσω. Δεν σε αφήρεσαν της ψυχής το φως, τους οφθαλμούς της σοφίας· συ ηξεύρεις πώς να επιπίπτης κατ' αυτών και να τους στενοχωρής εντός των τειχών. Ας αποκρούσωμεν πέραν της θαλάσσης της αυτοκρατορίας των τα όρια. Και αν, εις την αυτοκρατορίαν, την οποίαν θέλομεν θεμελιώσει, σε είναι μικρόν το δεύτερον αξίωμα, γενού συμμέτοχος, το στέργω, όλων των τιμών του υπερτάτου αξιώματος και ο τύραννος του Βυζαντίου, πριν εκπνεύση υπό των πληγών μας ας σε ίδη έτι άπαξ εισερχόμενον επί θριαμβικού άρματος. Θέλεις λοιπόν, τον απεκρίθη ο Βελισάριος, σιωπήσας ολίγον, να έχη δίκαιον, διότι μ' ετύφλωσεν. Είναι πολύς καιρός, αφού απέρριψα διαδήματα. Η Καρχηδών και η Ιταλία με είχον προσφέρει τα ιδικά των. Ήμην εις την ηλικίαν της φιλοδοξίας μου· έβλεπα ήδη εμαυτόν κατατρεχόμενον· διά τούτο δεν ήμην ολιγώτερον πιστός εις τον ηγεμόνα, και εις την πατρίδα μου. Το αυτό χρέος, το οποίον με υπεχρέονε, διαρκεί, και τίποτε δεν εδυνήθη να με αποσπάση από αυτό. Δίδων την πίστιν μου εις τον αυτοκράτορα, ήλπιζα, ότι θέλει είσθαι δίκαιος· αλλά δεν εκράτησα το δικαίωμα, εάν δεν ήθελεν είναι τοιούτος, ουδέ του να υπερασπισθώ, ουδέ του να εκδικηθώ εμαυτόν. Μη ελπίζετε από εμέ κατ' αυτού, μήτε αποστασίαν, μήτε προδοσίαν· εις τι δε ήθελα σας ωφελήσει, γενόμενος επίορκος; Οποίαν βοήθειαν δύναται εστερημένος του φωτός γέρων, του οποίου και αυτή η ψυχή έχασε την ισχύν και ενέργειάν της; Η επιχείρησίς σας υπερβαίνει τας δυνάμεις μου, ίσως και αυτάς τας ιδικάς σας. Εις την χαύνωσίν της η αυτοκρατορία σας φαίνεται αδύνατος. Πλην είναι μόνον εκλελυμένη, και διά να εγερθή, διά ν' αναζωογονήση τας δυνάμεις της, ίσως ήθελεν είσθαι επιθυμητόν δι' αυτήν να επιχειρήση τις το οποίον μελετάτε. Η πόλις αύτη, την οποίαν νομίζετε εύκολον να κυριεύσετε, επιπίπτοντες αίφνης, είναι πλήρης λαού γεγυμνασμένου εις τα πολεμικά· ποίους δε προσέτι άνδρας ήθελεν έχει αρχηγούς! Εάν ο γέρων Βελισάριος ήναι εις την τάξιν των αποθαμένων, ο Ναρσής ζη· ο Ναρσής έχει αντιζηλία της δόξης του τον Μούνδον, τον Ερμήν, τον Σολομώντα, και τόσους άλλους φλεγομένους από την προς τας μάχας επιθυμίαν. Όχι, πιστεύσατέ με, από κανένα άλλον, ειμή από τον καιρόν προσμένετε την καταστροφήν την βασιλείας ταύτης· θέλετε κάμει επ' αυτήν πορθήσεις τινάς· αλλ' είναι πόλεμος ληστών τούτο· η ψυχή σας και αξία να συλλάβη φιλοτιμίαν ευγενεστέραν και δικαιοτέραν. Ο Ιουστινιανός δεν ζητεί άλλο παρά φίλους και συμμάχους· δεν είναι βασιλεύς, τον οποίον τα επίθετα ταύτα δεν πρέπει να τιμήσωσι· και κρέμαται από εσέ . . . . Όχι, είπεν ο Βούλγαρος, ποτέ δεν θέλω γενή φίλοι, ουδέ σύμμαχος ανθρώπου, όστις χρεωστών εις εσέ το παν, σ' ετύφλωσε. Θέλεις να συμβασιλεύσης ομού μ' εμέ, να ήσαι η ψυχή των συμβουλίων μου και το πνεύμα των στρατευμάτων μου; Ιδού περί τίνος είναι ο λόγος μας. Η ζωή μου είναι εις τας χείρας σου, είπεν ο Βελισάριος· αλλά τίποτε δεν δύναται να με αποσπάση από τον νόμιμον ηγεμόνα μου, και αν, εις την οποίαν κατάστασιν ευρίσκομαι, ηδυνάμην να τον γίνω χρήσιμος, και κατά σου αυτού, ήθελα το κάμει τόσον πιστώς, όσον και εις τον καιρόν της ευτυχίας μου. Ιδού παράξενος αρετή! είπεν ο Βούλγαρος. Δυστυχής ο λαός, εις τον οποίον φαίνεται παράξενος! είπεν ο Βελισάριος. Και δεν βλέπεις, ότι αυτή είναι κρηπίς πάσης πειθαρχίας, ότι κανείς, εις οποιανδήποτε πολιτείαν, δεν γίνεται κριτής, ουδέ εκδικητής εαυτού· και ότι, αν έκαστος εγίνετο απόλυτος κριτής εις την ιδίαν εαυτού υπόθεσιν, ήθελαν γίνει τόσοι αποστάται, όσοι ήθελαν είσθαι και οι δυσαρεστούμενοι; Συ, όςτις με παρακινείς να τιμωρήσω τον βασιλέα μου, διότι εστάθη άδικος, ήθελες δώσει το δικαίωμα τούτο και εις τους στρατιώτας σου; Να τους το δώσω! είπεν ο Βούλγαρος· το έχουσι χωρίς να τους το δώσω· αλλ' ο φόβος τους κρατεί. Ημάς δε, βασιλεύ, η αρετή κρατεί, είπεν ο Βελισάριος, και τοιαύτη είναι η υπεροχή των ηθών λαού πολιτισμένου ως προς τα του λαού του μη όντος τοιούτου· θέλω σε ομιλήσει με παρρησίαν ανθρώπου μη ελπίζοντος, ουδέ φοβουμένου τίποτε. Ποίους υπηκόους εξουσιάζεις; Ο μόνος της ζωής των πόρος είναι ο πόλεμος· ο πόλεμος δε ούτος, από τον οποίον τρέφονται, τους κάμνει ν' αμελώσιν όλα της ειρήνης τ' αγαθά, να παραιτώσιν όλα του κόπου και της βιομηχανίας τα πλούτη, να καταπατώσιν όλους της φύσεως και της δικαιοσύνης τους νόμους, και να ζητώσιν εις την καταστροφήν τροφήν αβέβαιον. Συλλογίσου με φρίκην, ηγεμών, ότι, διά να ερημώσετε τους αγρούς ημών, πρέπει ν' αφήσετε τους ιδικούς σας χωρίς γεωργούς και χωρίς θέρος, ότι, διά να θρέψετε έν μέρος της ανθρωπότητος, πρέπει να σφάξετε το άλλο, και ότι ο λαός σου αυτός ποτίζει με το αίμα του τας οποίας χώρας ερημόνει. Τι! είπεν ο Βούλγαρος, ο πόλεμος δεν είναι δι' εσάς ο αυτός; Όχι, απεκρίθη ο Βελισάριος, και ο σκοπός των εκστρατειών μας είναι η μετά την νίκην ειρήνη, και η ευδαιμονία ως ενέχυρον της ειρήνης. Είναι εύκολον, είπεν ο Βούλγαρος, να ήναι τις μεγαλόψυχος, όταν νικά. Ας μην ομιλήσωμεν πλέον περί τούτου. Τιμώ, ω ένδοξε και δυστυχές γέρον, ταύτην την πίστιν σου αξίαν άλλης ανταμοιβής. Αναπαύσου πλησίον μου ταύτην την νύκτα, εις την σκηνήν μου. Αύριον θέλεις ειπείς πού θέλεις να παραγγείλω να σε οδηγήσωσιν. Εκεί, όθεν μ' επήραν, είπεν ο Βελισάριος, και απεκοιμήθη ησύχως.

Την επαύριον ο βασιλεύς των Βουλγάρων, αποχαιρετών τον ήρωα, ηθέλησε να τον δώση μεγάλα δώρα. Ταύτα, τα οποία με προσφέρεις, είναι λάφυρα της πατρίδος μου, τον είπεν ο Βελισάριος· συ αυτός ήθελες ερυθριάσει, εάν ήθελα τα δεχθή. Εδέχθη δε μόνον όσον ήρκει προς τροφήν αυτού και του οδηγού του εις τον δρόμον· η αύτη δε συνοδία τον απεκατέστησεν εκεί, όπου τον είχεν απαντήσει.

Κεφάλαιον Δ'.


Έως το αγροπύργιον, όπου η οικογένειά του είχεν αναχωρήσει ήτο μόνον δώδεκα μίλια· αλλ' αποκαμών από μακράν οδοιπορίαν, ηρώτησε τον μικρόν του οδηγόν, εάν δεν έβλεπεν έμπροσθέν του κανέν χωρίον προς ανάπαυσιν. Βλέπω, τον είπεν: είναι όμως μακράν· ειπέ τους να σε οδηγήσωσιν εκεί. Όχι, είπεν ο ήρως, ήθελα το ρίψει εις κίνδυνον του να διαρπαχθή από τούτους· όθεν απέστειλε την συνοδίαν του.

Φθάσας εις το χωρίον, εθαύμασεν ακούων. «Ιδού, αυτός είναι, ο ίδιος είναι.» Τι είναι τούτο; ηρώτησεν· είναι ολόκληρος οικογένεια ερχομένη εις προϋπάντησίν σου, τον απεκρίθη ο οδηγός του. Ταύτην την στιγμήν γέρων τις προχωρεί: Αυθέντα, είπε προς τον Βελισάριον, πλησιάσας αυτόν· ημπορούμεν να μάθωμεν, τις είσαι; Βλέπετε καλά, απεκρίθη ο Βελισάριος, ότι είμαι πτωχός, και όχι αυθέντης. Πτωχός, φευ! αυτό τούτο μας εκπλήττει, επανέλαβεν ο χωρικοί, αν και αληθινόν, καθώς μας είπαν, ότι είσαι ο Βελισάριος. Φίλε μου, είπεν εις αυτόν ο ήρως, ομίλει σιγανώτερα· και αν η ταλαιπωρία μου σε κινή εις οίκτον, πρόσφερέ μοι ξενίαν. Μόλις είπε τας λέξεις ταύτας, και ευθύς ησθάνθη, ότι εναγκαλίζονται τα γόνατά του, αλλά παρευθύς εσήκωσε τον αγαθόν τούτον άνδρα, και τον είπε να τον οδηγήση υπό την ταπεινήν στέγην του.

Τέκνα μου, είπεν ο χωρικός εις τας δύο κόρας του και εις τον υιόν του, προσπέσετε εις τους πόδας τούτου του ήρωος. Ούτος μας έσωσεν από τον όλεθρον των Ούνων. Χωρίς αυτόν, η στέγη, υπό την οποίαν κατοικούμεν, ήθελεν είσθαι αποτεφρωμένη. Χωρίς αυτόν ηθέλετε ιδεί τον πατέρα σας εσφαγμένον και τα τέκνα σας φερόμενα εις δουλείαν. Χωρίς αυτόν, κόραι μου, δεν ηθέλετε τολμήσει ίσως ποτέ να υψώσετε τους οφθαλμούς. Χρεωστείτε εις αυτόν περισσότερον παρά την ζωήν. Σεβάσθητέ τον έτι περισσότερον, βλέποντές τον εις τοιαύτην κατάστασιν· κλαύσατε την πατρίδα
σας.

Ο Βελισάριος, συγκινηθείς έως εις το βάθος της ψυχής του, ακούων πέριξ την ευγνώμονα ταύτην οικογένειαν προσφωνούσαν εις αυτόν μυρίας ευλογίας, δεν απεκρίνετο εις ταύτα, αλλ' έσφιγγεν εις τας αγκάλας του πότε τον πατέρα, πότε τα τέκνα. Αυθέντα, τον είπαν αι δυο γυναίκες, δέξου εις τον κόλπον σου και ταύτα τα δύο αθώα τέκνα, των οποίων δεύτερος πατήρ συ είσαι· θέλομεν τα ενθυμίζει αδιαλείπτως την ευτυχίαν, την οποίαν απήλαυσαν, ότι ησπάσθησαν τον σωτήρα των. Ταύτα ειπούσαι εκάστη των μητέρων επρόσφερε τον υιόν της, τον έβαλεν επάνω εις τα γόνατά του. Τα δε δύο ταύτα παιδία προσμειδιώντα εις τον ήρωα, και εκτείνοντα εις αυτόν τας ασθενείς αυτών χείρας, έδειχναν, ότι και αυτά απέδιδαν ευγνωμοσύνην. Α! είπεν ο Βελισάριος εις τους αγαθούς τούτους ανθρώπους, μ' ευρίσκετε έτι άξιον οίκτου, και πιστεύετε, ότι είναι εις τον κόσμον ταύτην την ώραν ευδαιμονέστερος εμού θνητός; Αλλ' ειπέτε με, τις σας ωδήγησε να με γνωρίσετε; Χθες, τον είπεν ο πατήρ της οικογενείας, νέος τις μας ηρώτησεν, αν είδαμεν διαβαίνοντα τον οποίον γέροντα μας περιέγραψεν· ημείς τον απεκρίθημεν, όχι. Προσέχετε λοιπόν εις την διάβασίν του, και ειπέτε τον, ότι φίλος τις τον προσμένει εις τον οποίον μέλλει να υπάγη τόπον. Δεν έχει τίποτε· φροντίσετε, σας παρακαλώ, να τον προμηθεύσετε όλα τ' αναγκαία του. Επιστρέφων θέλω σας ανταμείψει δι' όσα θέλετε κάμει εις αυτόν. Ημείς απεκρίθημεν, ότι έκαστος ημών ησχολείτο ή εις την γεωργίαν ή εις οικειακάς φροντίδας, και ότι δεν είχαμεν καιρόν να παρατηρώμεν τους διαβάτας. Καλήτερα αφήσετε όλα παρά να μη αποδώσετε εις τον γέροντα ό,τι τον χρεωστείτε. Ούτος είναι ο υπερασπιστής σας, ο ελευθερωτής σας, ο Βελισάριος τέλος, τον οποίον σας συσταίνω. Κρίνετε, οποία υπήρξεν η ανυπομονησία μας, όταν ηκούσαμεν το τόσον προσφιλές εις ημάς τούτο όνομα. Ο υιός μου ηγρύπνησεν όλην την νύκτα, προσμένων τον στρατηγόν του, διότι έλαβε την τιμήν να στρατεύση, όταν, στρατηγών ελευθέρωσες την Θράκην· αι κόραι μου από την αυγήν ήσαν εις το κατώφλιον της θύρας. Τέλος πάντων σ' έχομεν. Μεταχειρίσου, κατ' αρέσκειάν σου, ημάς και τα κτήματά μας· ιδικά σου είναι. Ο προσμένων σε νέος θέλει σοι προσφέρει πλειότερα, όχι όμως με καρδίαν καλητέραν παρά ημείς, οίτινες σε προσφέρομεν το ολίγον, το οποίον έχομεν.

Ενώ ο πατήρ ωμίλει ούτως, ο υιός στεκόμενος όρθιος έμπροσθεν του ήρωος, τον παρετήρει σκεπτικώς, με χείρας συμπεπλεγμέναι, με κεφαλήν εσκυμμένην· εις το πρόσωπον, δε ήσαν εγχαραγμένα η κατάπληξις, το έλεος και το σέβας.

Φίλε μου, είπεν ο Βελισάριος εις τον γέροντα, σ' ευχαριστώ διά την προς με προαίρεσίν σου. Έχω αρκετά διά να υπάγω έως το καταφύγιόν μου. Αλλ' ειπέ με, αν ήσαι και ευδαίμων ως και ευεργετικός· ο υιός σου εστράτευσε με εμέ. Θέλω να μάθω περί αυτού· είναι σώφρων; είναι φιλόπονος; είναι αγαθός ανήρ και αγαθός πατήρ; Αυτοί, απεκρίθη κατανυχθείς ο γέρων, είναι η παρηγορία μου και η ευφροσύνη μου. Παρητήθη από τα πολεμικά μετά τον θάνατον του πρεσβυτέρου του αδελφού, κεκαλυμμένος με πληγάς ενδόξους, με ανακουφίζει εις τας εργασίας μου· είναι το στήριγμα του γήρατός μου· ενυμφεύθη την κόρην του φίλου μου. Ο Θεός ευλόγησε το συνοικέσιον τούτο. Αυτός είναι οξύθυμος, η γυνή του όμως πραεία. Η κόρη μου αύτη δεν είναι ολιγώτερον ευδαίμων. Την έδωκα άνδρα νέον, σώφρονα και καλοκάγαθον, τον οποίον αγαπά και υπό του οποίου αγαπάται. Όλοι αυτοί φιλοτίμως εργάζονται, και με κάμνουν εγγόνους, εις τους οποίους βλέπω εμαυτόν αναζωογονούμενον. Πλησιάζω εις τον τάφον μου με ολιγωτέραν λύπην, συλλογιζόμενος, ότι θέλουν με αγαπά έτι και ευλογεί, όταν πλέον δεν θέλω υπάρχει. Α! φίλε μου, τον είπεν ο Βελισάριος, πόσον σε ζηλεύω! εγώ είχα δύο υιούς, οίτινες ήσαν η γλυκυτέρα μου ελπίς, τους είδον εκπνεύσαντας εις το πλάγιόν μου. Εις το γήρας ουδείς άλλος με μένει, εκτός της κόρης μου, ήτις, φευ! παρά πολλά αισθάνεται την δυστυχίαν της και την ιδικήν μου. Αλλά, δόξα τω Θεώ! τα τέκνα μου απέθανον μαχόμενα υπέρ της πατρίδος. Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι του ήρωος κατασπάραξαν του ακούοντος αυτόν νέου την ψυχήν.

Έβαλαν τράπεζαν χωρικήν, ο Βελισάριος διέχυσεν υπ' αυτής την χαράν, κάμνων εις τους νέους τούτους να αισθανθώσι του ασήμου μεν, αλλ' ησύχου βίου των την αξίαν. Τούτο είναι το ευδαιμονέστατον επιτήδευμα, έλεγε, και ενταυτώ το ολιγώτερον επίφθονον· τόσον τα αληθή αγαθά είναι ολίγον γνωστά εις τους ανθρώπους!

Ενόσω διήρκει η τράπεζα αύτη, ο υιός του οικοδεσπότου, άλαλος, σύννους, προκατειλημμένος, είχε προσηλωμένα τα ομμάτιά του εις τον Βελισάριον· και όσον τον έβλεπε, τόσον περισσότερον συνεστέλλοντο αι oφρύς του, τα δε βλέμματά του εγίνοντο αγριώτερα. Ιδού ο υιός μου, έλεγεν ο καλός γέρων, αναπολεί τας εκστρατείας σου. Σε βλέπει με φλογερούς οφθαλμούς. Δυσκολεύεται, είπεν ο ήρως, ν' αναγνωρίση τον στρατηγόν του. Έκαμαν, ό,τι ημπόρεσαν, είπεν ο νέος, διά να τον καταστήσωσιν αγνώριστον. Αλλ' οι στρατιώται του τον έχουσι πάντοτε παρόντα, ώστε δεν τον λησμονούσι ποτέ. Όταν ο Βελισάριος απεχαιρέτησε τους ξενοδόχους του, στρατηγέ μου τον είπεν ο αυτός, συγχώρησέ μοι να σε συνοδεύσω ολίγα βήματα μακράν. Μόλις δε εβγήκαν εις την οδόν, και, συγχώρησε, τον είπε, να προχωρήση ολίγον εμπρός ο οδηγός σου, έχω να σε ομιλήσω μυστικά. Αγανακτώ, στρατηγέ μου, διά την ελεεινήν κατάστασιν, εις την οποίαν σ' έφεραν. Τούτο είναι τρομερόν παράδειγμα αχαριστίας και ταπεινώσεως. Με κάμνει να βδελυχθώ την πατρίδα μου· και όσον υπερηφανευόμην, τόσον αισχύνομαι, ότι έχυσα το αίμα μου υπέρ αυτής. Μισώ τον τόπον, όπου εγεννήθην, και οικτείρω τα τέκνα, εις τα οποία έδωκα την ζωήν. Α! φίλε μου, τον είπεν ο ήρως, εις ποίους τόπους δεν βλέπομεν τους αγαθούς άνδρας θύματα των πονηρών; Όχι, είπεν ο χωρικός, τούτο είναι απαραδειγμάτιστον· εις την δυστυχίαν σου είναι ακατανόητόν τι· ειπέ με, ποίος είναι αυτής αίτιος; Έχω γυναίκα και τέκνα, όμως τα συσταίνω εις τον Θεόν, και εις τον πατέρα μου, και εγώ υπάγω να κατασπαράξω την καρδίαν του προδότου, όστις . . . . Ω τέκνον μου, έκραξεν ο Βελισάριος σφίγγων αυτόν εις τας αγκάλας του· το έλεος σε τυφλόνει και σε αποπλανά. Εγώ να κάμω τον γενναίον άνδρα άπιστον! τον καλόν στρατιώτην φονέα! τον πατέρα, τον σύζυγον, τον ενάρετον και ευαίσθητον υιόν, μικρόν, εμμανή! Τότε ήθελα γενή άξιος όλων των κακών, τα οποία μ' έκαμαν. Προς ανακούφισιν του πατρός σου και διατροφήν των τέκνων σου, επαραίτησες την υπεράσπισιν της πατρίδος σου, διά δε γέροντα εκπνέοντα, προς τον οποίον ο ζήλος σου είναι ανωφελής, θέλεις να εγκαταλείψης τον πατέρα και τα τέκνα σου! Ειπέ με, πιστεύεις, ότι, αν μολυνθώ εις το αίμα των εχθρών μου, τούτο θέλει με αποδώσει την νεότητα και την όρασιν; Ήθελα γενή τάχα ολιγώτερον δυστυχής, όταν συ γενής κακούργος; Όχι, τουλάχιστον όμως, είπεν ο νέος, ο τρομερός θάνατος ενός κακούργου θέλει φοβήσει τους ομοίους του· διότι θέλω τον πιάσει, χρείας τυχούσης, πλησίον του θρόνου και των βωμών, εμπήγων το εγχειρίδιον εις τον κόλπον του, θέλω φωνάξει: Τον Βελισάριον εκδικώ. Και με ποίον δικαίωμα ήθελες με εκδικήσει; είπεν ο γέρων με τόνον σοβαρώτερον. Εγώ τάχα σ' έδωκα το δικαίωμα, το οποίον εγώ αυτός δεν έχω; θέλεις να το λάβης με βίαν από τους νόμους; Ας το έχουν, είπεν ο νέος· θέλει αφεθή εις αυτούς η περί τούτου φροντίς. Επειδή όμως εγκαταλείπουν τον ενάρετον αθώον άνδρα, υπερασπίζονται τον ένοχον, και αφίνουν το πταίσμα ατιμώρητον, πρέπει να τους παραβώμεν, να τους ακυρώσωμεν, και να λάβωμεν τα αρχαία δίκαιά μας. Φίλε μου, υπέλαβεν ο Βελισάριος, τούτο είναι πρόφασις ληστών. Ο δίκαιος, ο τίμιος στενάζει βλέπων τους νόμους κλονουμένους, αλλ' ήθελε μάλλον στενάζει, εάν τους έβλεπε καταπατουμένους ακολάστως. Η αδυναμία των είναι κακόν, αλλά κακόν πρόσκαιρον, η κατάλυσίς των όμως συμφορά διαρκής. Συ θέλεις να εκφοβήσης τους κακούς, και μέλλεις να τους δώσης το παράδειγμα! Α! καλέ νέε, θέλεις να καταστήσης μισητόν το ευγενές αίσθημα, το οποίον ηδυνήθην να σε εμπνεύσω; θέλεις να κάμης βδελυρόν εις εμέ το τόσον προφιλές έλεός σου; Ορκίζομαι εις το όνομα της αρετής, την οποίαν αγαπάς, σε παρακαλώ θερμώς να μη την ατιμάσης. Ας μη είπωσιν, ότι ο ζήλος τον ώπλισε και διεύθυνε χείρα μανικού.

Εάν εμέ, είπεν ο στρατιώτης, μετεχειρίζοντο τόσον σκληρώς, ήθελα ίσως ευρεί εις εμαυτόν την καρτερίαν του να το υποφέρω. Αλλ' ένας μέγας ανήρ! Αλλ' ο Βελισάριος!. . . . . Όχι δεν δύναμαι να το συγχωρήσω. Εγώ το συγχωρώ, είπεν ο ήρως. Ποίον άλλο παρά το ιδικόν μου συμφέρον ημπορεί να σε παροξύνη εις εκδίκησίν μου; Και εάν εγώ δεν την δέχωμαι, εις εσέ ανήκει να κάμης το οποίον εγώ δεν θέλω; Μάθε, ότι, αν ήθελα να εκπλύνω την ύβριν μου, λαοί ολόκληροι ήθελαν λάβει τα όπλα, διά να ευχαριστήσωσι την μνησικακίαν μου. Αλλ' εγώ υποτάσσομαι εις την ειμαρμένην μου· μιμήσου εμέ· μη νομίζης, ότι γνωρίζετε καλήτερα παρά τον Βελισάριον ό,τι είναι τίμιον και νόμιμον· εάν δε έχης τόλμην να καταφρονήσης τον θάνατον, φύλαξε αυτήν την αρετήν, διά να ευεργετήσης, όταν είναι χρεία, την πατρίδα και τον βασιλέα σου.

Από τούτους τους λόγους η ορμή του νέου έπεσεν ως κατακεκρατημένη από την έκπληξιν και τον θαυμασμόν. Συγχώρησέ μοι, τον είπε, στρατηγέ μου, διά την οποίαν παραφοράν αισχύνομαι. Τα μεγάλα σου κακά εκίνησαν την ψυχήν μου εις αγανάκτησιν. Καταδικάζων τον ζήλον μου, πρέπει να τον συγχωρήσης. Κάμνω περισσότερον από τούτο, τον τιμώ και τούτο έργον ψυχής ισχυράς και γενναίας. Δος μοι την άδειαν του να τον διευθύνω. Η οικογένειά σου έχει χρείαν από εσέ. Θέλω να ζήσης δι' αυτήν. Αλλ' εις τα τέκνα σου πρέπει να συστήσης τους εχθρούς του Βελισαρίου. Ονόμασέ τους, είπεν ο νεανίσκος προθύμως· σε εγγυώμαι, ότι τα παιδία μου θέλουν τους μισεί νηπιόθεν. Εχθροί μου είναι, είπεν ο ήρως, οι Σκύθαι, οι Ούννοι, οι Βούλγαροι, οι Σλάβοι, οι Πέρσαι, όλοι της πολιτείας οι εχθροί. Ω θαυμάσιε άνερ! ανεβόησεν ο χωρικός, προσπεσών εις τους πόδας του. Υγίαινε, φίλε, τον είπεν ο Βελισάριος, αγκαλιζόμενος αυτόν. Είναι κακά άφευκτα· ό,τι δε δύναται ο δίκαιος είναι το να μη γενή άξιος των ιδίων του. Εάν ποτέ της εξουσίας η κατάχρησις, των νόμων η λήθη, των πονηρών η ευτυχία σε παροργίζη, ενθυμού τον Βελισάριον. Υγίαινε.

Κεφάλαιον Ε'.