Η σταθερότης του μετ' ολίγον εδοκίμασε πολύ επιπονωτέραν δοκιμασίαν. Είναι δε
καιρός να είπωμεν τα από τον καιρόν της φυλακώσεώς του.
Την νύκτα, καθ' ήν συνελήφθη και εσύρθη εις τα δεσμά ως επίβουλος της πολιτείας, ο τρόμος και η θλίψις διεχύθησαν εις το παλάτιόν του. Η έγερσις της Αντωνίνης, της γυναικός του, και της Ευδοξίας της κόρης του της μονογενούς, ήτο οικτρότατον λύπης και τρόμου θέαμα, η Αντωνίνη αναλαβούσα τέλος από την παραφροσύνην της, και ενθυμουμένη τας οποίας παρά της αυτοκρατορίσσης ελάμβανε χάριτας, έψεγεν εαυτήν ως δειλήν διά τον τρόμον, τον οποίον έδειξεν. Έχουσα δε οικειοτάτην με την Θεοδώραν φιλίαν, ούσα συμμέτοχος όλων αυτής των ηδονών, ήτο βεβαία περί της βοηθείας της, ή μάλλον, ενόμιζεν, ότι ήτο βεβαία. Υπήγε λοιπόν, εγερθείσα, και, παρόντων όλων των αυλικών, Κυρία, είπε γονυπετής, εάν ο Βελισάριος πολλάκις ευτύχησε να σώση την αυτοκρατορίαν, ζητεί εις ανταμοιβήν, το εις αυτόν προσαπτόμενον ανοσιούργημα να κηρυχθή δημοσίως, και να υποχρεωθώσιν οι εχθροί του να τον κατηγορήσωσι κατά πρόσωπον εις το δικαστήριον του αυτοκράτορος. Η άδεια του να τας εξελέγξη είναι η χάρις η μόνη ανταξία αυτού. Η Θεοδώρα την ένευσε να σηκωθή, και την απεκρίθη ψυχρότατα. Εάν ο Βελισάριος ήναι αθώος, ουδείς φόβος. Εάν δε ήναι ένοχος, γνωρίζει ικανώς του δεσπότου του την επιεικείαν, ώστε ημπορεί να τον εξιλεώση. Ύπαγε, κυρία, δεν θέλω λησμονήσει ποτέ, ότι μετέσχες των ευεργεσιών μου. Η ψυχρά αύτη υποδοχή, το τραχύ αποχαιρέτημα, έφεραν την Αντωνίνην εις αθυμίαν. Ωχρά, και τρέμουσα, απεμακρύνθη, χωρίς να τολμήση κανείς να αναβλέψη προς αυτήν. Και ο Βαρσάμης, τον οποίον απήντησεν ήθελε παρέλθει και αυτός χωρίς να την ίδη, αν αυτή δεν τον επλησίαζεν. Ούτος ήτον, ο ταμίας, ο αγαπημένος της Θεοδώρας ευνοούμενος. Η Αντωνίνη τον παρεκάλεσε να ευδοκήση να την ειπή, ποίον ήτο το ανοσιούργημα, διά το οποίον εκατηγορείτο ο Βελισάριος. Εγώ, κυρία, την είπε. δεν ηξεύρω τίποτε, δεν δύναμαι τίποτε, δεν με μέλει διά τίποτε, εκτός του χρέους μου. Εάν έκαστος έκαμνε τούτο μόνον, όλοι οι άνθρωποι ήθελαν είσθαι ήσυχοι.
Α! η συνωμοσία έγινεν, είπεν αύτη, και ο Βελισάριος απωλέσθη. Περαιτέρω απήντησεν άνθρωπον, ο οποίος εχρεώστει εις αυτόν την ευτυχίαν του, και την προτεραίαν έτι ήτον αφοσιωμένος εις αυτόν. Θέλει να τον ομιλήση, αλλ' ούτος χωρίς να καταδεχθή να την ακροασθή: Ηξεύρω τας δυστυχίας σου, την είπε, λυπάμαι δι' αυτάς αλλά, συγχώρησέ με, σπεύδω χάριν τινά να ζητήσω, δεν έχω ουδέ στιγμήν να χάσω. Υγίαινε, κυρία, κανείς δεν σε αγαπά υπέρ όσον εγώ. Υπήγε να εύρη πάλιν την κόρην της, και μετά μίαν ώραν την ειδοποίησαν, ότι έπρεπε να εκβή από την πόλιν, και να υπάγη εις το παλαιόν τούτο αγροπύργιον, όπου εστάλθησαν εξόριστοι.
Η θέα του ερήμου και κατηδαφισμένου τούτου αγροπυργίου, όπου η Αντωνίνη έβλεπεν εαυτήν ως θαμμένην, την έφερεν εις την εσχάτην αθυμίαν.
Αυτού ως έφθασεν, ησθένησε, και η ευαίσθητος ψυχή της Ευδοξίας διεσπαράχθη, ευρεθείσα μεταξύ του πατρός της, κατηγορηθέντος, δεσμίου, παραδομένου ως κατασπάραγμα εις τους εχθρούς του, και της μητρός, της οποίας η ζωή τηκομένη από την θλίψιν, δεν προεμήνυεν άλλο, πλην θάνατον βραδύν. Τας καλητέρας ημέρας του βίου της η αξιέραστος αύτη κόρη εδαπάνα, την μητέρα της φιλοστόργως θεραπεύασα, τας δε νύκτας της κλαίουσα, και αι στιγμαί, τας οποίας η φύσις έκλεπτεν από την θλίψιν της, διά να τας αφιερώση εις τον ύπνον, εταράττοντο από τρομερά ενύπνια. Η εικών του πατρός της εις τα βάθη του δεσμωτηρίου, καταβεβαρυμένα από αλύσας, την ηκολούθει αδιακόπως και τα ολέθρια περί της μητρός της προαισθήματα ηύξανον έτι τον τρόμον αυτής.
Η μετ' ακριβείας και τρόμου γνώσις, την οποίαν η Αντωνίνη περί της αυλής είχε, την έκαμε να αισθάνεται, ότι το μίσος και η λύσσα κατατρέχουν τον σύζυγόν της. Οποίος θρίαμβος, έλεγεν, όλων εκείνων των αγενών και φθονερών, τους οποίους τόσας χρόνους η ευτυχία εναρέτου ανδρός ταπεινόνει και βασανίζει! Οποία αγαλλίασις εις τους βλέποντας αυτόν πάσχοντα! Φαντάζομαι το μειδίαμα της πονηρίας, το μυστηριώδες σχήμα της συκοφαντίας, ήτις υποκρίνεται, ότι τάχα δεν λέγει όλα, όσα ηξεύρει, και προσποιείται, ότι δεν θέλει να βλάψη τον υπ' αυτής φονευόμενον δυστυχή. Τους χαμερπείς εκείνους κόλακας, τους μηδαμινούς εκείνους φιλαρέσκους, όλους τους βλέπω, τους ακούω χαίροντας διά την καταστροφήν μας. Ω κόρη μου! Εις την δυστυχίαν, συ έχεις καν παρηγορίαν, ότι δεν έχεις σεαυτήν ουδέν να μεμφθής. Εγώ όμως καταισχύνομαι διά την παρελθούσαν ευτυχίαν μου μάλλον παρά διά τας παρούσας συμφοράς μου. Αι συνεταί του πατρός σου νουθεσίαι με ηνώχλουν. Εις μάτην με παρήγγελλε να φεύγω τας παγίδας της αυλής, να νομίζω δόξαν και τιμήν μου τα απλά και χρηστά ήθη, να ζητώ την ειρήνη και την ευδαιμονίαν εντός της οικίας μου, και ν' απέχω από δουλείαν, της οποίας τα επίχειρα ήθελαν είσθαι η αισχύνη. Ωνόμαζον δυστροπίαν την λυπηράν αυτού πρόνοιαν, προσεκλαιόμην εις τους εχθρούς του. Οποία πλάνη!. πόσον φρικώδης η εκ ταύτης επιστροφή! Φωτίζομαι ως από κεραυνού βολήν· βλέπω την άβυσσον, ενώ πίπτω εις αυτήν. Εάν ήξευρε, κόρη μου, πόσον ψυχρώς με απέπεμψεν η αυτοκρατόρισσα εκείνη, εις την οποίαν η ψυχή μου ήτον υποδουλωμένη, εκείνη της οποίας αι φαντασιοκοπίαι ήσαν αι μόναι θελήσεις μου. Η αυλή δε εκείνη, ήτις την προτεραίαν εμειδία τόσον κολακευτικώς! . . . . . σκληροί και επίβουλοι άνθρωποι!. . . . . ουδείς, ως με είδαν εκβαίνουσαν με κεκλιμένους εις την γην και πλήρεις δακρύων οφθαλμούς, ουδείς κατεδέχθη να με πλησιάση. Η δυστυχία είναι εις αυτούς ως λοιμός, όστις τας κάμνει από τον τρόμον να οπισθοδρομώσι.
Τοιαύται ήσαν αι σκέψεις της γυναικός ταύτης, την οποίαν η πτώσις της, διδάσκουσα την αληθινήν της αυλής αξίαν, δεν την απέσπασεν απ' αυτήν, και ήτις ακόμη ηγάπα ό,τι κατεφρόνει.
Ολόκληρον έτος παρήλθεν, και ουδέν έτι εφανερόνετο περί της δίκης του Βελισαρίου. Είχεν ανακαλυφθή συνωμοσία· αυτόν διέβαλλον, ότι την ωργάνισε, η φωνή των εχθρών του, την οποίαν ονόμαζαν κοινήν φωνήν, απέδιδεν εις αυτόν τούτο το ανοσιούργημα. Οι αρχηγοί αυτής, επιμόνως σιωπώντες, απέθαναν βασανιζόμενοι, χωρίς να φανερώσωσι τον πρωτουργόν της συνωμοσίας. Τούτο ήτο το μόνον τεκμήριον, το οποίον είχον περί Βελισαρίου. Όθεν, δι' έλλειψιν απαδείξεως, τον άφιναν να τήκεται εις ταλαιπωρίαν, ελπίζοντες, ότι ο θάνατος ήθελε τους απαλλάξει από την χρείαν των ελέγχων. Εντοσούτω οι παλαιοί στρατιώται του, οι διεσπαρμένοι μεταξύ τα λαού, απήτουν τον στρατηγόν των, και ηγγυώντο περί της αθωότητός του. Διήγειραν το πλήθος εις επανάστασιν, και εφοβέρισαν, ότι θέλουν συντρίψει τας πύλας της φυλακής, εάν δεν τον ελευθερώσουν. Η στάσις αυτή παρώξυνε τον αυτοκράτορα· η δε Θεοδώρα, δράξασα την στιγμήν, καθ' ήν η οργή τον παρεκίνει εις αδικίαν· έστω, είπεν, ας τους αποδοθή αυτός, αλλ' ούτως, ώστε να μη δύναται πλέον να τους οδηγή. Η βδελυρά αύτη συμβουλή υπερίσχυσε, και τούτο υπήρξε του Βελισαρίου η καταδίκη· άμα τον είδε το πλήθος εκβαίνοντα εκ της φυλακής τυφλόν, άρχισαν ευθύς, ως μαινόμενοι, να φωνάζωσιν από την λύπην των. Αλλ' ο Βελισάριος τους κατεπράυνε· Παιδία μου, τους είπεν, ο αυτοκράτωρ ηπατήθη· πας άνθρωπος υπόκειται εις απάτην· πρέπει να τον λυπηθήτε, να τον υπηρετήτε. Η αθωότης μου είναι το μόνον, το οποίον με μένει αγαθόν· αφήσατέ μοι την. Η επανάστασίς σας δεν θέλει με αποδώσει ό,τι απεστερήθην· θέλει με αφαιρέσει και εκείνο, το οποίον με παρηγορεί διά ταύτην την αποστέρησιν. Οι λόγοι ούτοι ημέρωσαν τα πνεύματα. Ο λαός επρόσφερεν εις τον Βελισάριον παν, ό,τι είχεν. Ο Βελισάριος τους ευχαρίστησε. Δότε μοι μόνον, είπε κανένα από τα παιδία σας, διά να με χειραγωγήση, όπου με προσμένει η οικογένειά μου.
Το με τους Βουλγάρους συνάντημά του τον απέτρεψεν από τον δρόμον του. Διά τούτο ο Τιβέριος υπήγε πρότερον. Ο κρότος αμάξης εις την αυλήν του αγροπυργίου έκαμε την Αντωνίνην και την Ευδοξίαν να σκιρτήσωσι. Η Ευδοξία είχε τρέξει με καρδίαν παλαίουσαν, αλλά, φευ! αντί του πατρός της, βλέπουσα νέον τινά μόνον άγνωστον, στρέφει προς την μητέρα της. Δεν είναι εκείνος, είπε στενάξασα.
Παλαιός τις οικέτης, Ανσέλμος τ' όνομα, επλησίασε τον Τιβέριον, όστις τον ηρώτησεν, εάν εκεί ο Βελισάριος απεσύρθη. Εδώ η γυνή και η κόρη του τον προσμένουν, απεκρίθη ο πιστός Ανσέλμος, αλλά καθ' εκάστην ψεύδονται της ελπίδος των. Α! είθε να ήμην ο ίδιος εις τον τόπον του, να τον έβλεπα ελεύθερον! Ελευθερώθη, τον είπεν ο Τιβέριος, έρχεται· εντός ολίγου θέλετε τον ιδεί. Έπρεπε μάλιστα έως τώρα να έλθη — Α! ελθέ λοιπόν, ελθέ να δώσης την καλήν ταύτην αγγελίαν εις την οικογένειάν του. Υπάγω να αναγγείλω, ότι ήλθες. Κυρία, εφώναξε τρέχων προς την Αντωνίνην, χαίρε, ο καλός μου κύριος ζη· είναι ελεύθερος· σε αποδίδεται.
Νέος τις ελθών το βεβαιόνει, και ενόμιζεν ότι θα τον εύρη εδώ. Ακούουσα αυτά η Αντωνίνα, ανέλαβεν όλας τας δυνάμεις της. Πού είναι ο ξένος, ο γενναίος ούτος άνθρωπος, όστις συμπάσχει εις τας δυστυχίας μας; Ας έλθη, α! ας έλθη, είπεν, όχι, έπαυσαν αι δυστυχίαι, εφώναξεν η Ευδοξία πίπτουσα εις την κλίνην της μητρός της, και σφίγξασα αυτήν εις τας αγκάλας της, είπεν. Ο πατήρ ζη, είναι ελεύθερος, θέλομεν τον ιδεί πάλιν. Α! μήτερ, ας λησμονήσωμεν την λύπην μας! Ο Θεός μας αγαπά, μας ενόνει πάλιν;
Με φέρεις πάλιν εις την ζωήν; ηρώτησεν η Αντωνίνη τον Τιβέριον. Είναι αληθές τωόντι, ότι ο σύζυγός μου θριαμβεύει κατά των εχθρών του; Ο νέος καταθλιβόμενος, ότι έμελλε να την χαροποιήση ψευδώς, απεκρίθη, ότι τωόντι ο Βελισάριος ήτον ελεύθερος, ότι τον είδεν, ότι τον ωμίλησε, και ότι, νομίζων, ότι επέστρεψεν εις την οικογένειάν του, ήρχετο να τω προσφέρη την υπηρεσίαν του ως καλός γείτων.
Η Ευδοξία, έχουσα εις τον Τιβέριον προσκολλημένους τους οφθαλμούς, εξεπλάγη διά την σκυθρωπότητά του, την οποίαν αυτός επάσχιζε να κρύψη. Φέρεις, τον είπεν, εις την εξορίαν μας ηδίστην παραμυθίαν, και όχι μόνον δεν χαίρεις διά το καλόν, το οποίον μας κάμνεις, αλλά φαίνεσαι, ότι έχεις ενδόμυχον βαθείαν λύπην· άραγε διά την αθλιότητά μας θλίβεσαι; ω! ας έλθη ο πατήρ μου ας απωδώση την υγείαν εις τούτο το ήμισυ του όντος του συσταίνοντος εαυτόν, και θέλεις ιδεί, αν ήναι χρεία πλούτου διά να ευτυχή τις.
Η φύσις εις τας τοιαύτας στιγμάς είναι αφ' εαυτής τόσον πειστική, ώστε η Ευδοξία δεν εχρειάσθη άλλο, ειμή όσα ησθάνετο, διά να κατανύξη και γοητεύση τον Τιβέριον. Δεν είδε λοιπόν αυτός, εάν ήτον ωραία· αλλά μόνον, ότι ήτον ενάρετος και φιλοπάτωρ θυγάτηρ, την οποίαν η ευτυχία και η φιλοστοργία κατέσταινον ανωτέραν της δυστυχίας. Μη εκλαμβάνης, κυρία, την είπε, το αίσθημα, το οποίον δεν ημπορώ να κρύψω, ως συμπάθειαν εξυβριστικήν. Εις οποιανδήποτε κατάστασιν ο Βελισάριος και η οικογένειά του καταντήσουν, και αυτή των η δυστυχία θέλει είσθαι επίφθονος. Τι ομιλείς περί δυστυχίας; απεκρίθη η μήτηρ· εάν απέδωκαν την ελευθερίαν εις τον σύζυγόν μου, εγνώρισαν την αθωότητά του· πρέπει λοιπόν ν' απέδωκαν εις αυτόν τα αξιώματα και τα κτήματά του.
Κυρία, λέγει ο Τιβέριος, ήθελα σε προξενήσει έκπληξιν σκληροτάτην, εάν σ' επαράσταινα την κατάστασίν του καλήν· εις μόνην την αγάπην του λαού χρεωστεί την ελευθερίαν του· διότι φοβούμενοι επανάστασιν, συγκατένευσαν οι εχθροί του· αλλά συγκατανεύσαντες εις τούτο, τον απέπεμψαν όσον το δυνατόν δυστυχή.
Δεν με μέλει, μήτερ μου, απεκρίθη η Ευδοξία, είναι ζωντανός και φθάνει να μας άφησαν εδώ ολίγην γην να εργαζώμεθα, και δεν θέλομεν είσθαι ελεεινότεροι παρά τούτους τους γεωργούς, τους οποίους βλέπω εις τους αγρούς. Ω Θεέ! εφώναξεν ο νέος, η θυγάτηρ του Βελισαρίου να καταντήση εις την αναξίαν ταύτην κατάστασιν! και διά τι; είπεν εκείνη. Δεν ήτον αναξία των ηρώων της εναρέτου και ελευθέρας Ρώμης. Ο Βελισάριος δεν θέλει ερυθριάσει γενόμενος ίσος του Ρηγούλου. Η μήτηρ μου και εγώ αφότου εξωρίσθημεν, εμάθαμεν τας λεπτομερείς και μικράς εργασίας της οικίας. Ο ένδοξός μου πατήρ θέλει ενδυθή φόρεμα κλωσμένον με τας χείρας μου.
Ο Τιβέριος δεν εδύνατο να κρατήση τα δάκρυα, βλέπων την αγαθήν και αθώαν χαράν της αξιεράστου ταύτης κόρης. Φευ! έλεγε καθ' εαυτόν· οποία τρομερά πληγή μέλλει να την αποσπάση από την γλυκείαν ταύτην φρεναπάτην· και με οφθαλμούς εστηριγμένους εις την γην, έστεκεν έμπροσθέν των, σιγών από την λύπην.
Κεφάλαιον ς'
Αυτήν ταύτην την στιγμήν εμβαίνει ο Βελισάριος εις την αυλήν του αγροπυργίου. Ο
πιστός Ανσέλμος τον βλέπει, προχωρεί, αναγνωρίζει τον αυθέντην του, και
περιχαρής τρέχει εις απάντησίν του. Αλλ' αίφνης παρατηρήσας, ότι είναι τυφλός,
Θεέ μου, είπεν, ω αγαθέ μου αυθέντα! Διά τούτο λοιπόν έζησεν ο ταλαίπωρος
Ανσέλμος, διά να σε ιδή εις τοιαύτην κατάστασιν; εκ των λόγων των
διακοπτομένων απ' ολολυγμούς αναγνωρίζει ο Βελισάριος τον Ανσέλμον, όστις,
προσπεσών εναγκαλίζεται τα γόνατά του. Τον σηκόνει, τον παρακινεί να
καταπραΰνη την λύπην του, και, χειραγωγούμενος υπ' αυτού, υπάγει προς την
γυναίκα και την θυγατέρα του.
Η Ευδοξία βλέπουσα αυτόν, εκβάλλει μόνον κραυγήν, και πίπτει λειποθυμήσασα. Η Αντωνίνα από βραδύν, ως προείπον, πυρετόν τηκομένη, ως τον είδεν, εξαίφνης κυριεύεται από σφοδροτάτην παραφοράν· εκπηδά από την κλίνην της, ισχυροποιηθείσα από την μανίαν, και αποσπασθείσα από τας χείρας του Τιβερίου και την νοσοκόμα, θέλει να κατακρημνισθή· η Ευδοξία αναζωογονουμένη από την φωνήν της μητρός της, τρέχει, την αρπάζει, και την εναγκαλίζεται. Μήτερ, λέγει, α! μήτερ μου, ευσπλαγχνίσου με. Αφήσατέ με ν' αποθάνω, έκραξεν η παραφρονήσασα αύτη γυνή. Η ζωή δεν ήθελε με χρησιμεύσει, ειμή διά να τον εκδικήσω, και διά να αποσπάσω την καρδίαν του. Τα θηρία! αυτή είναι η ανταμοιβή του! χωρίς αυτόν ποσάκις ήθελαν είσθαι καταχωσμένοι υπό τας τέφρας των ανακτορίων των. Το έγκλημά του είναι, ότι παρέτεινε την μυσαράν τυραννίαν των. . . . . Ετιμωρήθη δι' αυτό· οι λαοί ικανοποιήθησαν. . . . . Ω την θηριωδίας! Ω της φρικτής ποταπότητος! . . . . . Το στήριγμά των! Τον σωτήρα των!. . . . . Σκληρά αυλή! Συνέδριον τίγρεων! Ω Θεέ! αύτη είναι η δικαιοσύνη σου; Ιδέ, ποίους αφίνεις να ευημερώσιν.
Η Αντωνίνη εις την παραφοράν της ποτέ μεν εμάδιζε την κόμην, ποτέ δε εξέσχιζε το πρόσωπον, ποτέ δε εκτείνουσα τους τρέμοντας βραχίονάς της, έτρεχε προς τον σύζυγόν της, τον έσφιγγεν εις τας αγκάλας την, τον κατέβρεχε με τα δάκρυά της, και άλλοτε απωθούσα έντρομος την θυγατέρα της, απόθανε, την έλεγε, εις την ζωήν μόνοι οι κακούργοι, μόνοι οι άτιμοι ευτυχούσιν.
Εκ ταύτης της παραφοράς έπεσεν εις θανάτου χαύνωσιν, και ατονήσασα ολοτελώς από τους σφοδρούς της φύσεως αγώνας, εξέπνευσε μετ' ολίγας ώρας.
Γέρων τετυφλωμένος, γυνή νεκρά, θυγάτηρ απηλπισμένη, δάκρυα, κραυγαί, στεναγμοί, και, κολοφών των κακών, εγκατάλειψις, ερημία, και ένδεια· ιδού η κατάστασις εις την οποίαν παρουσιάζει η τύχη εις τους οφθαλμούς του Τιβερίου οίκον, όστις τριάκοντα έτη υπήρξεν ένδοξος και ευδαίμων! Α! είπεν, ενθυμηθείς τους λόγους σοφού τινος· ιδού λοιπόν το θέαμα, εις το οποίον ο Θεός αρέσκεται, ο δίκαιος παλαίων προς τον καταδιωγμόν της τύχης, και νικών αυτήν διά της μεγαλοψυχίας,
Ο Βελισάριος άφησεν ελευθέραν την θλίψιν της κόρης του, και ο ίδιος παρεδόθη εις όλην την ιδικήν του· αλλ' αφού επλήρωσεν εις την φύσιν τον φόρον ψυχής αισθητικής, συνήλθεν από την αθυμίαν με ρώμην ηρωικήν.
Η Ευδοξία απέπνιγε τους ολολυγμούς της, φοβουμένη, μήπως αυξήση την θλίψιν του πατρός της. Θλίβεσαι, κόρη μου, την είπε, δι' εκείνο, το οποίον μέλλει να μας καταστήση ευσταθείς και ανωτέρους των δυστυχιών. Η μήτηρ σου, αφού ετιμωρήθη διά τας πλάνας της ζωής της, απολαύει αιώνιον ειρήνην· και τώρα αυτή μας λυπείται, διότι είμεθα ηναγκασμένοι να επιζήσωμεν εις αυτήν. Η ψυχρά αύτη ακινησία, εις την οποίαν αφίνει το λείψανόν της, μηνύει την γαλήνην εις την οποίαν εβυθίσθη. Ιδού πώς όλα της ζωής ταύτης τα κακά είναι μάταια. Μία πνοή, μία στιγμή τα διασκεδάζει. Η αυλή και η αυτοκρατορία έγιναν άφαντα από τας οφθαλμούς της μητρός σου· και από τους κόλπους του Θεού βλέπει τον κόσμον τούτον ως στιγμήν τινα εις το άπειρον. Ιδού τι κάμνει εις την δυστυχίαν η παρηγορία η δύναμις του σοφού. — Α! δος μοι την δύναμιν ταύτης, την οποίαν η φύσις μ' απαρνείται, ν' ανθέξω εις τόσα δεινά. Ήθελα υποφέρει την αθλιότητα· αλλά να ιδώ μητέρα λατρευομένην ν' αποθάνη από λύπην εις τας αγκάλας μου! να σε βλέπω, πάτερ μου, εις την τρομεράν ταύτην κατάστασιν, εις την οποίαν σ' έφερε των ανθρώπων η σκληρότης. . . . . Κόρη μου, την είπεν ο ήρως, αφαιρέσαντές μου τας οφθαλμούς, δεν έκαμαν άλλο, ειμή ό,τι το γήρας, ή ο θάνατος έμελλε να κάμωσιν. Όσον δε διά τα πλούτη μου, κακώς ήθελες τα απολαύσει, εάν δεν ήξευρες να ζήσης χωρίς αυτών. Α! μάρτυς μου ο Θεός, είπεν, ότι η λύπη μου δεν προέρχεται από την στέρησιν αυτών. Μη λυπήσαι λοιπόν πλέον διά τίποτε, την απεκρίθη ο πατήρ της, και με την χείρα του εσφόγγισε τα δάκρυά της.
Ο Βελισάριος μαθών, ότι νέος τις άγνωστος επρόσμενε να τον ομιλήση, τον μετεκάλεσε, και τον ηρώτησε, διά τι ήλθε. Δεν είναι τώρα καιρός να σε προσφέρω παραμυθίας, τον είπεν ο Τιβέριος. Ένδοξε και δυστυχές γέρον, σέβομαι την λύπην σου, μετέχω αυτής, και ζητώ από τον Θεόν να με αφήση να την ανακουφίσω. Μέχρι δε τούτου δεν έχω άλλο να κάμνω, παρά να μιγνύω τα δάκρυά μου με όσα βλέπω να χύνης.
Μετ' ολίγον ήλθεν η ώρα ν' αποδοθώσιν εις την Αντωνίνην τα οφειλόμενα της κηδείας, και ο Βελισάριος στηριζόμενος επί της θυγατρός του, συνώδευσε τον νεκρόν της γυναικός του εις τον τάφον. Η λύπη του ήρωος ήτον λύπη σοφού· ήτον μεγάλη, αλλ' ήσυχος, και μεγαλοπρέπειάν τινα έχουσα. Επί του προσώπου του εικονίζετο το πένθος, αλλά σιωπηλόν και εμβριθές. Το υψηλόν του μέτωπον, μη προκαλούν την ειμαρμένην, εφαίνετο εκτεθειμένον εις τας προσβολάς αυτής. Ο Τιβέριος αυτός παρευρέθη εις την θλιβεράν ταύτην προπομπήν· ήτο θεατής του κατανυκτικού πόθου, τον οποίον η Ευδοξία έδειχνε προς την μητέρα της, και επέστρεψε τεθλιμμένος.
Ο Βελισάριος τότε αποτεινόμενος προς αυτόν, είπε. Γενναίε νεανία, συ είσαι, το βλέπω, όστις εφρόντισες να με συστήσης καθ' οδόν· ειπέ, τις είσαι, και τι δύναται να σε κινήση εις την γενναίαν ταύτην προς εμέ προθυμίαν σου. Ονομάζομαι Τιβέριος, απεκρίθη ο νέος· εστράτευσα υπό τον Ναρσήν εις Ιταλίαν, έπειτα ήμην εις τον πόλεμον της Κολχίδος. Είμαι δε είς των θηρευτών εκείνων, εις τους οποίας εζήτησες καταφύγιον, και των οποίων το απερίσκεπτον τόσον συνετώς περιέστειλες. Δεν ηδυνάμην να ησυχάσω κατ' εμαυτόν, εάν δεν ηρχόμην να σε ζητήσω συγγνώμην, και χάριν τινά έτι πολυτιμοτέραν. Είμαι πλούσιος. Ίσως τούτο είναι δυστυχία· αλλ' εάν ήθελες, ημπορούσε να είναι αγαθόν. Εδώ πλησίον έχω αγροκήπιον, και όλη η φιλοδοξία μου ήθελεν είσθαι να το καθιερώσω, καταστένον αυτό καταφύγιον ηρώων.
Το προς εσέ εύστοργον σέβας μου είναι τιμή τόσον απλή, ώστε δεν ήθελα τολμήσει να καυχηθώ δι' αυτήν· αρκεί ν' αγαπά τις την πατρίδα, διά να γίνη μέτοχος της του Βελισαρίου εκπτώσεως, και να επικουφίζη αυτήν. Αλλά πόθος άξιος να σε κινήση εις συμπάθειαν είναι ο ιδικός μου, είναι πόθος νέου επιθυμούντος εμπαθώς να αξιώση την φιλίαν ήρωος, και ν' αρυσθή εκ της ψυχής του, ως εξ αυτής της πηγής, σύνεσιν, δόξαν και αρετήν. Τιμάς υπέρπολυ το γήρας μου, τον απεκρίθη ο Βελισάριος· αλλά παρατηρώ ψυχήν αγαθήν εκ της συμπαθείας, την οποίαν δεικνύεις εις την δυστυχίαν μου. Ταύτην την στιγμήν επιθυμώ να ήμαι μόνος κατ' εμαυτόν. Η κατατεταραγμένη ψυχή μου έχει χρείαν ησυχίας εις την σιωπήν. Αλλ' εις το εξής δέχομαι μέρος εκείνων, τα οποία με προβάλλεις, την ηδονήν του να ζήσωμεν ως καλοί γείτονες, και να έχωμεν σχέση μεταξύ μας. Αγαπώ την νεότητα· η ψυχή νεάζουσα έτι, εις ταύτην την ευδαίμονα ηλικίαν είναι επιδεκτική της του καλού αισθήσεως, φλέγεται και υψόνεται προς το μέγα, και τίποτε εισέτι δεν την κρατεί αιχμάλωτον. Έρχου να με βλέπης· μεγάλην ευχαρίστησιν θέλω λαμβάνει συνομιλών μετά σου.
Εάν με νομίζης άξιον ταύτης της συνομιλίας, επανέλαβεν ο Τιβέριος, διά τι να μην ήμαι και άξιος να σ' έχω ολοτελώς; Οι προπάτορές μου θέλουν τιμάσθαι, βλέποντες την κληρονομίαν των να γίνη κτήμα σου, και την οικίαν των καταφύγιόν σου. Θέλεις εκεί τιμάσθαι και υπηρετείσθαι ευλαβώς παρ' όλων των περί εμέ· μετά σπουδής θέλουν εκπληρόνει το ευσεβές τούτο χρέος κατά το παράδειγμά μου.
Νεανία, τα είπεν ο Βελισάριος, είσαι καλός· αλλ' ας μη κάμωμεν καμμίαν αφροσύνην. Ειπέ με· διότι δέκα έτη είναι, αφού ζω μακράν του κόσμου· ποίον είναι του πατρός σου το επάγγελμα, και ποίους περί σου έχει σκοπούς. Ημείς καταγόμεθα, του είπεν ο Τιβέριος, εκ μιας εκείνων των οικογενειών, τας οποίας ο Κωνσταντίνος εκάλεσεν από την Ρώμην, και προς τας οποίας έκαμε μεγάλας ευεργεσίας. Ο πατήρ μου υπηρέτησεν επί του Ιουστίνου με ικανήν υπόληψιν. Ετιμάτο και ηγαπάτο από τον δεσπότην του. Επί του νέου βασιλέως επροτιμήθησαν άλλοι αντ' αυτού, το οποίον νομίσας άδικον, απεμακρύνθη. Μετενόησεν έπειτα, και έχει δι' εμέ τόσην φιλοτιμίαν, όσην διά τον εαυτόν του δεν είχεν. Αρκεί, τον είπεν ο Βελισάριος. Δεν θέλω να προξενήσω κανέν εμπόδιον εις την προχώρησιν του υιού του. Ακολουθών της καρδίας σου την κίνησιν, δεν αισθάνεσαι άλλο παρά την ηδονήν του να ήσαι γενναίος· και τωόντι τούτο είναι ηδονικόν. Αλλά βλέπω, ότι διά σε είναι επικίνδυνον το να εμπλεχθής εις την δυστυχίαν εξωρισμένου. Φίλε μου, είτε δίκαιον έχει η αυλή, είτε άδικον, δεν διορθόνεται. Λησμονεί τον ένοχον, τον οποίον ετιμώρησεν, αλλά μισεί πάντοτε τον αθώον, τον οποίον εθυσίασε, διότι τ' όνομά του μόνον είναι όνειδος, η δε ύπαρξίς του, θλίβει ως ο έλεγχος της συνειδήσεως τους διώκτας του. Πασχίζω, είπεν ο νέος, να δικαιολογήσω την διαγωγήν μου. Ο αυτοκράτως ενδεχόμενον να ηπατήθη, αλλ' αρκεί να του δείξη τις την αλήθειαν.
Δεν πρέπει ούτε να συλλογισθής περί τούτου, είπεν ο ήρως· το κακόν έγινεν· είθε να το λησμονήση προς ησυχίαν του γήρατός του!
Γενού λοιπόν έτι γενναιότερος, είπεν ο Τιβέριος, απάλλαξέ τον από το αιώνιον όνειδος του, ότι σε άφησε να κατατήκεσαι εις την ταλαιπωρίαν. Η αναξία κατάστασις, εις την οποίαν σε βλέπω, είναι θέαμα άτιμον εις την ανθρωπότητα, αισχρόν εις τον θρόνον, υβριστικόν εις τους χρηστούς άνδρας και φοβερόν εις τους ομοίους σου.
Εκείνοι, τους οποίους θέλει φοβίσει, δεν είναι όμοιοί μου, απεκρίθη. Εγώ νομίζω μάλιστα, ως συ, ότι η κατάστασις μου δύναται να εμπνεύση αγανάκτησιν άμα και έλεος· ο ταλαίπωρος τυφλός δεν ημπορεί να κινήση εις υποψίαν, αλλ' εις συμπάθειαν· όθεν ο σκοπός μου είναι να κρύπτωμαι· εάν δε εφανερώθην εις τους φίλους σου, την αφροσύνην ταύτην μ' έκαμε να πράξω η προς τας αστοχάστους νέους ανυπομονησία μου. Αυτή θέλει είσθαι η τελευταία και καταφύγιόν μου ο τάφος· υγίαινε. Ο αυτοκράτωρ ενδέχεται να μην ηξεύρη, ότι οι Βούλγαροι είναι εις την Θράκην· μη αμελήσης να του το ειδοποιήσης.
Ο νέος ανεχώρησε πολύ λυπημένος, διότι δεν ηδυνήθη να επιτύχη καλήτερα, και ανήγγειλεν εις τον αυτοκράτορα, όσα τον είχεν ειπεί ο Βελισάριος. Ο Ιουστινιανός εξέπεμψε στρατεύματά τινα, και μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη, ότι οι Βούλγαροι εδιώχθησαν. Τώρα, είπεν εις τον Τιβέριον, ημπορούμεν ασφαλώς να ιδώμεν τον δυστυχή εκείνον γέροντα· Εγώ θέλω ονομάζεσθαι πατήρ σου, και πρόσεξε μη ειπής τίποτε, το οποίον να μας προδώση. Εις το ήμισυ του δρόμου, του φέροντος εις το καταφύγιον του Βελισαρίου, ήτο ο τόπος, όπου ο αυτοκράτωρ διαφεύγων των αυλικών τα βλέμματα, υπήγε να τον ίδη την επαύριον.
Κεφάλαιον Ζ'.
Ιδού λοιπόν πού κατοικεί εκείνος, όςτις τοσάκις με κατέστησεν νικητήν· είπεν ο
Ιουστινιανός προχωρών υπό στοάν παλαιάν και σεσαθρωμένην. Ο Βελισάριος, όταν
έφθασαν αυτού, εσηκώθη να τους υποδεχθή. Ο αυτοκράτωρ, βλέπων, εις ποίαν
κατάστασιν έφερε τον σεβάσμιον γέροντα, συνεταράχθη από αίσχος και επιπλήξεις
της συνειδήσεως, έκβαλε θλιβεράν κραυγήν, και, στηριζόμενος εις τον Τιβέριον,
εκάλυψε τα όμματά του με τας χείρας του, ως ανάξιος να βλέπη το φως, το οποίον
ο Βελισάριος δεν έβλεπε πλέον. Οποίαν κραυγή ακούω; ηρώτησεν ο γέρων. Σε
φέρω τον πατέρα μου, είπεν ο Τιβέριος, τον οποίον η δυστυχία σου φέρει εις
μεγάλην κατάνυξη. Πού είναι; είπεν ο Βελισάριος, εκτείνας τας χείρας του. Ας
πλησιάση να τον εναγκαλισθώ, διότι έχει υιόν ενάρετον. Ο Ιουστινιανός ηναγκάσθη
να δεχθή τους ασπασμούς του Βελισαρίου· και αισθανθείς, ότι πιέζεται εις τας
αγκάλας του, συνεκινήθη τόσον σφοδρώς, ώστε δεν ηδυνήθη να κρατήση τους
λυγμούς και τα δάκρυα. Μετρίασε, τον είπεν ο ήρως, την υπερβολικήν ταύτην
συμπάθειαν· δεν είμαι ίσως τόσον δυστυχής, όσον σε φαίνομαι. Ας ομιλήσωμεν
περί του νέου τούτου, όστις θέλει σε παρηγορεί εις το γήρας σου. Ναι, είπεν ο
αυτοκράτωρ, διακοπτόμενος εις πάσαν λέξιν· ναι . . . . εάν με δίδης την άδειαν, ας
έρχεται να συλλέγη τον καρπόν των διδασκαλιών σου. Και τι δύναμαι να τον
διδάξω περισότερον, παρά το οποίον πατήρ συνετός και χρηστός ανήρ τον εδίδαξε
προ εμού; ό,τι ίσως γνωρίζω ολιγώτερον, είπεν ο αυτοκράτωρ, τούτο είναι η αυλή,
ο τόπος, όπου μέλλει να ζήση· προ πολλού δε έχω τόσον ολίγην με τους
ανθρώπους συγκοινωνίαν, ώστε ο κόσμος είναι εις εμέ τόσον νέος, όσον εις αυτόν.
Αλλά συ, όστις είδες τα πράγματα τόσον ποικιλόμορφα, πόσον θέλεις τον βοηθήσει
με τας διδασκαλίας σου! Εάν θέλη να μάθη, πώς να κάμη σταθεράν την τύχην,
κακώς ποιών θέλει προσδράμει εις εμέ, είπεν ο Βελισάριος, καθώς βλέπετε. Εάν
όμως θέλης να ήναι μόνον χρηστός ανήρ εκτιθέμενος εις πάντα κίνδυνον, από εμέ
είναι τις ωφέλεια. Είναι καλών γονέων, το κυριώτερον. Αληθινά, είπεν ο
Ιουστινιανός, η ευγένειά του είναι αρχαία. — Δεν εννοώ τούτο· αλλά και τούτο
είναι πλεονέκτημα, εάν δεν το καταχράται τις. Ηξεύρεις, ω νέε, εξηκολούθησεν ο
Βελισάριος, τι είναι η ευγένεια; Είναι προκαταβολαί, τας οποίας σας δίδει η πατρίς,
κατά την υπόσχεσιν των προγόνων σας, ελπίζουσα, ότι θέλετε είσθαι εις
κατάστασιν να φυλάξετε την τιμήν των εγγυητών σας. Και αι προκαταβολαί αύται,
είπεν ο αυτοκράτωρ, ενίοτε κινδυνεύουσι. Δεν βλάπτει, είπεν ο γέρων· εκ τούτου η
διάταξις δεν είναι ολιγώτερον ωφέλιμος. Νομίζω, ότι, όταν βρέφος εξ ευγενών
γονέων γεννάται ασθενές, γυμνόν, άπορον, αναίσθητον, ως ο υιός του γεωργού,
νομίζω, ότι βλέπω την πατρίδα προσερχομένην να το δεχθή και λέγουσαν προς
αυτό· Τέκνον, σε ασπάζομαι, σε, όστις θέλεις αφοσιωθή εις εμέ, σε, όστις θέλεις
φανή ανδρείος, γενναίος, μεγάλόψυχος, ως οι γονείς σου. Ούτοι σε άφησαν το
παράδειγμά των· εις τούτο εγώ προσθέτω τα προτερήματα και τον βαθμόν των,
διπλήν αιτίαν ν' αποκτήσης τας αρετάς των. Ομολόγησε, εξηκολούθησεν ο γέρων,
ότι μεταξύ των δημοσιωτάτων τελετών δεν είναι αυτής μεγαλοπρεπεστέρα.
Αυτό είναι πολύ, είπεν ο Ιουστινιανός. Όταν θέλη τις να υψόνη τας ψυχάς, πρέπει να ενεργή μεγαλοπρεπώς. Και έπειτα νομίζεις, ότι δεν υπάρχει οικονομία εις την μεγαλοπρέπειαν ταύτην; Α! εάν αυτή εγεννούσε μόνον δύο ή τρείς μεγάλους άνδρας εις εκάστην γενεάν, η πολιτεία δεν ήθελεν έχει αιτίας παραπόνων, ήθελεν ανταμείβεσθαι καλά! φίλε μου, είπεν, εις τον νέον· πρέπει να ήσαι είς εξ εκείνων, οίτινες ανταμείβουν αυτήν. Τότε αποτεινόμενος προς τον αυτοκράτορα, είπε. «Μ' έδωκες την εξουσίαν να τον ομιλώ ως πατήρ;» Ω! σε παρακαλώ θερμώς, είπεν ο Ιουστινιανός. Πίστευσε λοιπόν, υιέ μου, κατά πρώτον, ότι η ευγένεια είναι φλοξ, ήτις διαδίδεται, αλλά μαραίνεται ευθύς, ως λείψει η τροφή. Ενθυμού τους προγόνους σου, επειδή ούτοι είναι εις σε παραδείγματα, αλλά πρόσεξε, μη νομίσης, ότι η φύσις παρέδωκεν εις εσέ την δόξαν ως κληρονομίαν, την οποίαν χεωστείς ν' απολαύης. Φυλάξου από την ζηλότυπον και ανυπόμονον εκείνην υπερηφάνειαν, ήτις, στηριζομένη εις όνομα απλούν, θέλει να υποκύπτωσιν εις αυτήν τα πάντα, και αγανακτεί διά τας διδομένας εις την αξίαν προτιμήσεις· επειδή η φιλοτιμία έχει ψευδές πρόσχημα ευγενείας, ευκόλως προχωρεί εις την καρδίαν ανθρώπου ευγενούς, αλλά το πάθος τούτο εις τας υπερβολάς του γίνεται χαμερπές, ως και παν άλλο. Νομίζεις σεαυτόν υψηλόν, διότι υποβιβάζεις εις σεαυτόν όλα του χρηστού ανδρός τα καθήκοντα. Εάν δε θέλης να μάθης τι κάμνεις, παρατήρησε αρπακτικόν τι πτηνόν περιπτάμενον εις την πεδιάδα, και εκλέγον με άπληστον όμμα μεταξύ χιλίων τρεμόντων ζώων εκείνο, το οποίον του αρέσει να φάγη· παρομοίως και η φιλοδοξία σκέπτεται, όταν εξυπνισθή, ποίαν αρετήν να θυσιάση. Αι, φίλε μου, η φιλαυτία, τούτο το τόσον φυσικόν πάθος, γίνεται σκληρότατον εις άνθρωπον δημόσιον, άμα καταντήση σφοδρόν. Είδον ανθρώπους, οίτινες, διά να προβιβασθώσιν, ήθελαν εκθέσει εις κινδυνον ολόκληρον στράτευμα και την τύχην ολοκλήρου κράτους. Φθονούντες τα ευτυχήματα τα μη χρεωστούμενα εις αυτούς, φοβούνται πάντοτε μη τους αφαιρέσωσι την τιμήν πράξεώς τινος λαμπράς. Εάν ετόλμων μάλιστα, ήθελαν κάμει να αποτύχωσιν εκείνοι, ως αυτουργοί των οποίων δεν δοξάζονται. Το κοινόν καλόν είναι εις αυτούς δυστυχία, εάν δεν αποδίδεται εις αυτούς. Ούτοι είναι το κινδυνωδέστατον των ανθρώπων είδος, είτε εις τας βουλάς, είτε εις τα στρατεύματα. Ο χρηστός ανήρ εκτελεί το χρέος του μη παρατηρών περί εαυτόν. Ο Θεός και η ψυχή του είναι μάρτυρες, την μαρτυρίαν των οποίων αυτός θέλει αξιωθή. Ειλικρινής προαίρεσις, κατ' επίγνωσιν ευψυχία, ζήλος πρόθυμος εις σύμπραξιν του αγαθού, ταύτα είναι της μεγάλης ψυχής τα σημεία. Ο φθόνος, η ματαιοφροσύνη, η υπερηφάνεια, όλα ταύτα είναι μικρά και ουτιδανά. Όχι μόνον δεν πρέπει ν' απαιτής εκείνο, του οποίου δεν είσαι άξιος, αλλά πρέπει και ν' απαρνήσαι εκείνο, του οποίου είσαι άξιος. Πρέπει να υποθέτης τον κυριάρχην υποκείμενον εις απάτην· διότι είναι άνθρωπος· νόμιζε ως πολλά δυνατόν, ότι η πατρίς σου και οι σύγχρονοί σου σε κρίνουν τόσον κακώς, ως εκείνος, και ότι οι μεταγενέστεροι δεν θέλουν είσθαι δικαιότεροι. Τότε πρέπει να συμβουλευθής τον εαυτόν σου, και να τον ερωτήσης. Εάν εκαταντούσα εις την κατάστασιν του Βελισαρίου, ήθελα άραγε παρηγορείσθαι διά της αθωότητός μου, και της αναμνήσεώς του, ότι επλήρωσα το χρέος μου; Εάν δεν έχης σταθερώς εκτελεσμένην ταύτην την απόφασιν, ζήσε ζωήν ιδιωτικήν, διότι θέλεις πράξει ανάξια του ονόματός σου.
Αι, παρά πολλά απαιτείς από τους ανθρώπους, είπεν ο Ιουστινιανός στενάξας βαθέως, το δε παράδειγμά σου είναι τρομερόν. Είναι τρομερόν εκ της πρώτης όψεως, είπεν ο γέρων, πολύ όμως ολιγώτερον, όταν τις σκεφθή περί τούτου. Διότι, τέλος πάντων, ας υποθέσωμεν, ότι ο πόλεμος, η νόσος ή το γήρας ήθελαν με στερήσει την όρασιν, τούτο ήθελεν είσθαι δυστύχημα πολλά φυσικόν, το οποίον δεν ήθελε σας εκπλήξει. Τι δε! των ανθρώπων τα ελαττώματα δεν είναι εις την τάξιν των πραγμάτων, ως ο ερημώσας την αυτοκρατορίαν λοιμός; Τι διαφέρει το όργανον, το οποίον η φύσις μεταχειρίζεται προς εξουδένωσιν ημών; Η οργή του αυτοκράτορος, το βέλος του εχθρού, είς κόκκος άμμου, όλα είναι ίσα. Εκτιθέμενοι εις του κόσμου την σκηνήν, πρέπει να προσμένωμεν και τας μεταβολάς της. Συ αυτός διορίζων τον υιόν σου εις τα πολεμικά, δεν έβαλες προ οφθαλμών σου μύρια συμβεβηκότα επικίνδυνα; Λοιπόν συναρίθμησε με αυτά τας προσβολάς του φθόνου, τας ενέδρας της προδοσίας και της συκοφαντίας και εάν ο υιός σου φθάση εις την ηλικίαν μου χωρίς να περιπέση εις αυτά, θέλεις ευρεί, ότι εστάθη ευτυχής. Πάντα εις την ζωήν είναι συγκερασμένα. Με βλέπεις τώρα τυφλόν και πτωχόν, και κατοικούντα εις ερείπια. Αλλ' ενθυμήσου τας εις διάστημα τριάκοντα ετών νίκας και ευτυχίας, και θέλεις ευχηθή εις τον υιόν σον του Βελισαρίου την τύχην. Συ μεν έχεις τας μερίμνας πατρός, αλλ' εγώ νομίζω, ότι ο υιός σου με φθονεί έτι. Βέβαια, έκραξεν ο Τιβέριος. Αλλά πολύ ολιγώτερον, είπεν ο αυτοκράτωρ, πρέπει να φθονή όχι τόσον τας ευτυχίας σου, όσον την καρτερίαν, με την οποίαν υπομένεις την δυστυχίαν σου. Καρτερία χρειάζεται αναμφιβόλως, είπεν ο Βελισάριος, και δεν αρκεί η προς καταφρόνησιν του θανάτου καρτερία· αυτό είναι ανδρία στρατιώτου. Η του στρατηγού καρτερία συνίσταται εις το να ήναι ανώτερος παντός περιπτώματος. Ηξεύρεις, δι' εμέ ποίος είναι ο γενναιότατος των ανθρώπων; Ο επιμένων εις την εκπλήρωσιν του χρέους του και με της δόξης του τον κίνδυνον αυτόν· ο συνετός εκείνος και σταθερός Φάβιος, όστις αφίνει να ομιλώσι καταφρονητικώς περί της βραδύτητός του, δεν αλλάσσει ποσώς διαγωγήν, και όχι ο αδύνατος και ματαιόφρων Πομπήιος, όστις προτιμά να ρίψη εις κίνδυνον την τύχην της Ρώμης και του κόσμου όλου, παρά να υποφέρη έν σκώμμα. Εις τας πρώτας κατά των Περσών εκστρατείας μου, αι καταλαλιαί των απερισκέπτων του στρατού μου μ' έκαμαν να συγκροτήσω μάχην, την οποίαν μήτ' έπρεπε, μήτ' ήθελα ποτέ να διακινδυνεύσω· ενικήθην. Ποτέ δεν θέλω συγχωρήσει διά τούτο εμαυτόν, όστις αφίνει να εξαρτώνται αι πράξεις του από την γνώμην των άλλων ποτέ δεν δύναται να εμπιστευθή εαυτόν. Και τι ηθέλαμεν γίνει, εάν, διά να ήμεθα καλοκάγαθοι, έπρεπε να προσμένωμεν αιώνα αδέκαστον και ηγεμόνα αναμάρτητον; Προχώρει λοιπόν σταθερώς. Η συκοφαντία και η αχαριστία σε προσμένουν ίσως εις το τέλος του σταδίου σου· αλλ' εκεί ομού με αυτάς είναι η ώρα, και αν δεν ήναι αυτή, η αρετή είναι αντ' αυτής· μη φοβού· αύτη ποτέ δεν θέλει σε λείψει, θέλει σε ακολουθήσει και εις το μέσον αυτό της αθλιότητος και ταπεινώσεως. Α! φίλε μου, εάν ήξευρες πόσον έν μειδίαμα της αρετής είναι ηδύτερον παρ' όλας της τύχης τας φιλοφροσύνας!
Με φέρεις εις κατάνυξιν, είπεν ο Ιουστινιανός, κινηθείς εις οίκτον, και εντραπείς. Πόσον ο υιός μου είναι ευτυχής, δυνάμενος εγκαίρως να διδαχθή τα υψηλά ταύτα μαθήματα! Α! διά τι τούτο το διδασκαλείον να μην ήναι διδασκαλείον των ηγεμόνων!. Ας αφήσωμεν τους βασιλείς, είπεν ο Βελισάριος· είναι πλέον αξιοθρήνητοι παρά ημείς. Είναι αξιοθρήνητοι, είπεν ο Ιουστινιανός, μόνον διότι δεν έχουν παντελώς φίλους, ή έχουν, όχι όμως τόσον συνετούς, τόσον γενναίους, ώστε να χρησιμεύσωσιν ως οδηγοί αυτών. Ο υιός μου εγεννήθη διά να ζήση εις την αυλήν. Ίσως ποτέ, εισαχθείς εις τα βουλευτήρια, ή εις την οικειότητα του βασιλέως, εύρη την περίστασιν να μεταχειρισθή τας διδασκαλίας σου προς ευδαιμονίαν του κόσμου. Μη παραμελήσης να τον καταστήσης μεγαλόψυχον, εκπαιδεύων αυτόν την υψηλήν του βασιλεύειν επιστήμην. Δίδαξέ τον, όπως επεθύμεις να ήναι διδαγμένος ο φίλος μονάρχου. Ο Ιουστινιανός μέλλει να καταβή εις τον τάφον. Αλλ' ο διάδοχός του, ευτυχέστερος αυτού, θέλει ίσως έχει φίλον του τον μαθητήν του Βελισαρίου. Φευ, είπεν ο γέρων, διά τι να μη δύναμαι άπαξ έτι, πριν αποθάνω, να ωφελήσω την πατρίδα μου! Αλλ' όσα η πείρα και η σκέψις μ' εδίδαξαν, θέλουν νομίζεσθαι του γήρατος ονειροπολήματα. Και τωόντι εις την θεωρίαν όλα κάλλιστα διοικούνται· αι δυσκολίαι εξαλείφονται· αι περιστάσεις έρχονται εις αρμόδιον καιρόν, και συνδυάζονται κατ' ευχήν· κάμνει ό,τι θέλη τις τους ανθρώπους και τα πράγματα· αυτός εκείνος υποθέτει εαυτόν ελεύθερον από πάθη και αδυναμίας· πάντοτε έμπειρον, πάντοτε συνετόν, σταθερόν επίσης και μετριοπαθή. Ηδεία και απατηλή φρεναπάτη, την οποίαν μικρά δοκιμασία ταχέως ήθελεν αφανίσει, εάν λάβη τις εις τας χείρας τας ηνίας της πολιτείας! Και αύτη η φαντασία έχει την ωφέλειάν της, είπεν ο νέος· διότι η περί του ενδεχομένου καλλίστου φαντασία γίνεται παράδειγμα του καλού. Το επιθυμώ, είπεν ο Βελισάριος, αλλά δεν τολμώ να το ελπίσω. Η κακίστη των πραγμάτων κατάστασις ευρίσκει παντού θιασώτας επιθυμούντας διατήρησιν αυτής. Και εγώ σε αποκρίνομαι, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι οι καρποί της σοφίας σου ποτέ δεν θέλουν μείνει ατελεσφόρητοι, εάν τους εμπιστευθής εις του υιού μου τον ζήλον. Είσαι άξιος, είπεν ο ήρως, να σε μιλήσω ειλικρινώς. Αλλ' απαιτώ από σε την υπόσχεσιν να μη κοινοποίησης επί της βασιλείας ταύτης τίποτε αφ' όσα συνομιλούμεν. Διά τι; ηρώτησεν ο Ιουστινιανός. Διά να μη λυπήσω με τας θλιβεράς μου σκέψεις, είπεν ο Βελισάριος, γέροντα αισθανόμενον υπερβολικά τα κακά, τα οποία δεν δύναται να θεραπεύση.
Οποία καταισχύνη, έλεγεν ο αυτοκράτωρ αναχωρών, ότι εφάνην αχάριστος εις τοιούτον άνδρα! Φίλτατε Τιβέριε, ιδού πώς μας απατώσι, πώς μας καταστένωσιν ακουσίως αδίκους.
Την νύκτα, την ακόλουθον ημέραν τίποτε δεν έβλεπεν εις την αυλήν του, ειμή την εικόνα του Βελισαρίου· προς το εσπέρας δε την αυτήν ώραν υπήγε να ανανεώση την λύπην του.
Κεφάλαιον H'
Ο Βελισάριος επεριπάτει με τον οδηγόν του εις την οδόν. Ευθύς ως τον διέκρινεν ο
αυτοκράτωρ εκατέβη από την άμαξάν του, και προσελθών προς αυτόν είπε· Μας
ευρίσκεις βυθισμένους εις βαθείας σκέψεις. Βλέπων την αδικίαν, την οποίαν να
πράξη κατέπεισαν τον δυστυχή γέροντα, όστις σε κατεδίκασεν, εσκεπτόμην με τον
υιόν μου περί των κινδύνων της υπερτάτης εξουσίας, και τον έλεγα, ότι ήτο πολύ
παράδοξον, πώς πλήθος ανθρώπων ελευθέρων δύναται ομοφώνως να εγχειρίσει
την τύχην του εις τας χείρας ενός μόνου ανθρώπου, ασθενούς και φθαρτού ως
αυτοί, ευεξαπατήτου και του οποίου η ακαριαία πλάνη δύναται να γίνη τόσον
ολεθρία! Και νομίζεις, είπεν ο Βελισάριος, ότι Γερουσία, ότι λαός εν συνελεύσει
είναι δικαιότερος και πλέον αλάνθαστος; Μήπως επί της βασιλείας ενός μόνον
εξωρίσθησαν οι Κάμιλλοι, οι Θεμιστοκλείς, οι Αριστείδαι; Πολυπλασιάζοντες τα
ελατήρια της κυβερνήσεως, πολυπλασιάζομεν τας κακίας· διότι καθείς εισάγει εις
αυτήν τας ιδέας του. Δεν επροτίμησαν λοιπόν αλόγως την απλουστέραν. Αι
πολιτείαι είτε κατεκτήθησαν, είτε εθεμελιώθησαν, είτε εις την χρηστότητα των
νόμων έχουν την ελπίδα των, είτε εις την δύναμιν των όπλων, κατά φυσικόν λόγον,
ο σοφώτατος, ο ανδρειότατος, ο εμπειρότατος ανήρ, έλαβε την διαχείρισιν των
πραγμάτων διά της πλειοψηφίας. Όθεν θαυμάζω όχι, ότι πλήθος τι εν συνελεύσει
ηθέλησε ποτέ να εμπιστευθή εις ένα μόνον την του κυβερνάν το όλον φροντίδα,
αλλά ότι είς μόνος ηθέλησέ ποτε ν' αναδεχθή την επίπονον ταύτην φροντίδα. Δεν
εννοώ τούτο, είπεν ο Τιβέριος. Διά να το εννοήσης, είπεν ο γέρων, υπόθεσε τον
εαυτόν σου εις τον τόπον του λαού και του ηγεμόνος εις ταύτην την υπερτάτην
αρχαιρεσίαν. Τι εκθέτομεν εις κίνδυνον; έπρεπε να ειπή ο λαός· τι εκθέτομεν εις
κίνδυνον εκλέγοντες βασιλέα; Τα αγαθά όλων των άλλων κάμνομεν ιδικά του· τας
δυνάμεις της πολιτείας δυνάμεις του· συνάπτομεν την δόξαν του με την ευημερίαν
μας· ως κυριάρχης, θέλει υπάρχει μεθ' ημών και δι' ημών· δεν χρειάζεται λοιπόν
άλλο, ειμή ν' αγαπά εαυτόν διά ν' αγαπά τους υπηκόους του, και να αισθάνεται τα
συμφέροντά του, διά να ήναι ευεργετικός και δίκαιος. Τοιαύτη ήτο η ευπιστία των.
Δεν ελογίσθησαν, είπεν ο Ιουστινιανός, τα πάθη και τας πλάνας, τα οποία ήθελαν
περιστοιχίζει του ηγεμόνος την ψυχήν. Τίποτε δεν είδαν, είπεν ο Βελισάριος, παρά
την αδιαίρετον μονάδα του συμφέροντος, του μεταξύ μονάρχου και έθνους.
Ενόμισαν ως αδύνατον να ήναι ποτέ το έν μέρος μ' ευχαρίστησιν και αταραξίαν
ψυχής εχθρός του άλλου. Η τυραννία τους εφάνη είδος αυτοχειρίας, ή παραφοράς,
ήτις μόνον δύναται να ήναι αποτέλεσμα παραφροσύνης. Όταν δε ο ηγεμών πέση
εις ταύτην την φρενίτιδα, οχυρόνονται από την εσκεμμένην και σοφήν βούλησιν
του νομοθέτου, διά να την αντιτάξωσι κατά της τυφλής και προληπτικής
βουλήσεως ανθρώπου εχθρού του εαυτού του. Καλά προενόησαν, ότι έπρεπε να
φοβώνται πλήθος ανθρώπων φιλοκάκων, αλλά δεν αμφίβαλαν, ότι αυτή η
συμμαχία, ήτις πάντοτε συνίσταται από τους ολιγωτέρους, δεν θέλει ευκόλως
καταστείλει το καταπληκτικόν πλήθος ανδρών φιλοκάλων, αρχηγός των οποίων
ήθελεν είσθαι πάντοτε ο ηγεμών. Και τωόντι, προ της δοκιμασίας, τις ήθελέ ποτε
δυνηθή να προβλέψη, ότι ήθελαν υπάρχει βασιλείς τόσον ανόητοι, ώστε ν'
αποχωρισθώσιν από τους υπηκόους των και να ενωθώσι με τους εχθρούς των;
Τούτο είναι τόσον ακατάληπτος της φύσεως και του ορθού λόγου ανατροπή, ώστε
χρεία να το ίδη τις διά να το πιστεύση.
Όσον δι' εμέ, ευρίσκω απλούστατον το να μη το ελπίζη τις. Αλλ' η εκλογή ενός
μόνου προς διοίκησιν όλων, τούτο εις τον εκλεγόμενον έπρεπε να εμπνέη φόβον.
Εάν ο πατήρ, ο έχων πέντε ή έξ παίδας ν' αναθρέψη, να υπανδρεύση, να
καταστήση ευτυχείς εις το επάγγελμά των, τόσον δυσκολεύεται να κοιμηθή
ήσυχος, τι ήθελεν ακολουθήσει εις πατέρα τοσούτων εκατομμύρων παίδων.
Υπόσχομαι, έπρεπε να είπη καθ' εαυτόν, να ζω μόνον υπέρ του λαού μου· θυσιάζω την ανάπαυσίν μου διά την ησυχίαν του· και υποχρεούμαι να τους δώσω νόμους ωφελίμους και δικαίους, και να μην έχω γνώμην ασύμφωνον με τους νόμους τούτους. Όσον δυνατώτερον με κατασταίνει ο λαός, τόσον ολιγωτέραν ελευθερίαν με αφίνει, όσον δε περισσότερον παραδίδεται εις εμέ, τόσο περισσότερον μ' ελκύει προς εαυτόν· χρεωστώ εις αυτόν λόγον των αδυναμιών, των παθών, των πλανών μου. Δίδω εις αυτόν δικαιώματα εις παν ό,τι είμαι· τέλος απαρνούμαι εμαυτόν, άμα δεχθώ να βασιλεύσω· ο δε ιδιώτης εξουδενούται διά να παραχωρήση εις τον βασιλέα όλην του την ψυχήν. Γνωρίζεις αφοσίωσιν γενναιοτέραν και εντελεστέραν; Ούτως όμως διελογίζετο ο Αντωνίνος, ο Μάρκος Αυρήλιος. Δέν έχω τίποτε ιδικόν μου, έλεγεν ο πρώτος. Και αυτό το ανάκτορον δεν ανήκει εις εμέ, έλεγεν ο άλλος. Και οι όμοιοί των εσυλλογίζοντο ως ούτοι.
Η των χυδαίων ματαιοφροσύνη δεν θεωρεί άλλο εις την υπερτάτην εξουσίαν παρά τας μικράς ηδονάς, αι οποίαι την θέλγουν, και την εμπνέουν φθόνον, ανάκτορα, αυλήν, τιμάς, και την πομπήν εκείνην, την οποίαν ενόμισαν, ότι πρέπει ν' αποδίδωσιν εις την εξουσίαν, διά να την κάμωσι σεβασμιωτέραν. Αλλά μ' όλα ταύτα, πάντοτε σχεδόν είναι άνθρωπος πλήρης φροντίδων· κατατήκεται από ανησυχίας, θύμα των καθηκόντων του, εάν τα εκπληρόνη ακριβώς, και καταφρονούμενος, εάν τ' αμελή, και μισούμενος, εάν τα προδίδη, στενοχωρούμενος, ενοχλούμενος, και εις το αγαθόν και εις το κακόν, έχων εξ ενός μέρους τας κατατηκούσας μερίμνας και τας αφορήτους αγρυπνίας· εξ άλλου δε την προς εαυτόν αηδίαν, και τον κόρον όλων των αγαθών. Ιδού ποία είναι η κατάστασίς του. Καλά έκαμαν ό,τι ημπόρεσαν διά να αξισώσωσι τας ηδονάς του με τους κόπους του· αλλ' οι κόποι του είναι άπειροι, αι δε ηδοναί του περιορίζονται εις τον στενόν των καθηκόντων του κύκλον. Όλη της πολυτελείας η τέχνη δεν δύναται να τον χαρίση νέα αισθητήρια, και ενώ αι ηδοναί τον προσκαλούν πανταχόθεν, η φύσις του τας απαγορέυει, και η αδυναμία του τας φεύγει. Ούτω παν το περί αυτόν περιττεύον είναι ανωφελές δι' αυτόν· το ευρύχωρον ανάκτορον δεν είναι άλλο παρά κενόν απέραντον, όπου αυτός κατέχει μικράν μόνον γωνίαν. Υπό τα πορφυρά παραπετάσματα, και τα χρυσά φατνώματα, ματαίως ζητεί τον εις την καλύβην ηδύν ύπνον του γεωργού· εις την τράπεζάν του ο μονάρχης αηδιάζει άμα ως άνθρωπος χορτάση.
Καταλαμβάνω, είπεν ο Τιβέριος, ότι ο άνθρωπος είναι τόσον αδύνατος, ώστε δεν δύναται ν' απολαύη όλα, οπότε έχει όλα αφθόνως· αλλά δεν ημπορεί τις να εκλέξη από αυτά; Αι νεανίσκε, έκραζεν ο Βελισάριος, δεν γνωρίζεις την νόσον του κόρου· αύτη είναι η ολεθριωτάτη χαύνωσις, εις την οποίαν η ψυχή δύναταί ποτε να πέση. Και εξεύρεις, ποία είναι η αιτία ταύτης; Η εύκολος απόλαυσις πάντων, ήτις κάμνει να μην αισθάνεταί τις τίποτε. Η επιθυμία δεν έχει καιρόν να έλθη, ή ερχομένη συμπνίγεται από την αφθονίαν των αγαθών, τα οποία κουράζουν αυτήν. Η τέχνη μεταχειρίζεται όλα τα ελατήριά της διά να ζωπυρήση τας σβεσθείσας ορέξεις· αλλά της ψυχής η αισθητικότης ημβλύνθη, και μη έχουσα της χρείας το κέντρον, δεν γνωρίζει ούτε το θέλγητρον ούτε την τιμήν της ηδονής.
Αλλοίμονον εις τον έχοντα όλα ως επιθυμεί! η έξις η καταστένουσα τόσον σκληράν της ελλείψεως την αίσθησιν, φέρει εις αηδίαν την ηδύτητα των αγαθών, τα οποία έχει τις.
Θέλεις με ομολογήσει όμως, είπεν ο Τιβέριος, ότι είναι διά τον ηγεμόνα απολαύσεις κομψαί και ηδείαι, τας οποίας ποτέ ο κόρος δεν ακολουθεί. Παραδείγματος χάριν; ηρώτησεν ο γέρων· η δόξα, είπεν ο νέος — Ποία δε; Παν είδος δόξης, η των όπλων πρώτη. — Πολλά καλά. Νομίζεις λοιπόν, ότι η νίκη είναι ηδονή πολλά ευάρεστος; Αι! όταν άφησέ τις εις την γην μυριάδας ανθρώπων εσφαγμένων, δύναται να παραδοθή εις την χαράν; Συγχωρώ τους διατρέξαντας τους κινδύνους της μάχης να χαρώσι, διότι τους διέφυγον. Αλλ' εις ηγεμόνα εκ φύσεως ευαίσθητον, η ημέρα καθ' ήν έρρευσαν ποταμοί αίματος και διά την οποίαν θέλουν ρεύσει ρύακες δακρύων, ποτέ δεν θέλει είσθαι ωραία ημέρα. Επεριπάτησά ποτε εις πεδίον μάχης, επιθύμουν να ίδω Νέρωνά τινα αντ' εμού· ήθελε κλαύσει. Ηξεύρω ότι είναι ηγεμόνες ηδυνόμενοι εις τον πόλεμον, ως ήθελαν ηδύνεσθαι την θήραν, και εκθέτοντες εις κίνδυνον τους υπηκόους των, ως ήθελαν απολύσει τους κύνας των εις την θήραν. Αλλ' η προς τας κατακτήσεις μανία είναι είδος φιλαργυρίας, ήτις τους βασανίζει, και ποτέ δεν έχει κόρον. Η επαρχία, εις την οποίαν εισέβαλον είναι πλησίον της επαρχίας, εις την οποίαν εισέτι δεν εισέβαλον. Ολίγον κατ ολίγον η φιλοδοξία ερεθίζεται. Τώρα, ή ύστερον επέρχεται ατύχημα, το οποίον προξενεί λύπην μεγαλητέραν, παρ' όσην χαράν επροξένησαν όλαι αι ευτυχίαι· και, υποθέτων μάλιστα, ότι όλα θέλουν επιτύχει, υπάγει τις, και ως Αλέξανδρος, έως εις τα πέρατα της οικουμένης, και ως εκείνος επιστρέφει αηδιάσας τον κόσμον και εαυτόν, διότι δεν ηξεύρει, τι να κάμη τας απεράντους χώρας, των οποίων πλέθρον έν αρκεί προς διατροφήν τον νικητού, και οργυιά μία προς ενταφιασμόν του. Εις την νεότητά μου είδα τον τάφον του Κύρου· ήτο γεγραμμένον επί του λίθου, «Ω άνθρωπε, όστις ει, και όθεν ήκεις· (ότι μεν γαρ ήξεις, οίδα·) Εγώ Κύρος ειμί, ο Περσών κτησάμενος την αρχήν. Μη ουν της ολίγης ταύτης γης φθονήσης, ή τουμόν σώμα περικαλύπτει.» Φευ! είπα αποστρέψας τους οφθαλμούς μου, τωόντι αξίζει ο κόπος να ήναι τις κατακτητής!
Τον Βελισάριον ακούω; είπεν ο νέος, με θαυμασμόν. — Ο Βελισάριος ηξεύρει παρά πάντα άλλον καλήτερα, ότι ο του πολέμου έρως είναι αγριώτατον τέρας, το οποίον η υπερηφάνειά μας εγέννησεν. Είναι, επανάλαβεν ο Τιβέριος, δόξα ηδυτέρα, την οποίαν ο βασιλεύς δύναται ν' απολαύση, η εκ των ευεργεσιών, την οποίαν λαμβάνει ως αντάλαγμα της κοινής ευδαιμονίας. Α! είπεν ο Βελισάριος, εάν, αναβαίνων τις εις τον θρόνον, ήτο βέβαιος, ότι θέλει ευτυχίσει τους ανθρώπους, ήθελεν είσθαι αναμφιβόλως μεγάλον προτέρημα το να κρατή εις τας χείρας του την τύχην του κράτους, και δεν ήθελα θαυμάσει, εάν ψυχή γενναία θυσιάση την ανάπαυσίν της εις ταύτην την ευγενή φιλοτιμίαν. Αλλ' ερωτήσατε τον σεβάσμιον γέροντα, ο οποίος σας διοικεί, εάν ήναι εύκολος η εκπλήρωσίς της· Είναι δυνατόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, να καταπείση τις τους υπηκόους του, ότι έκαμεν όσα ηδυνήθη, διά να βελτιώση την σκληρότητα της τύχης των, ν' ανακουφίση τα βάσανά των, και να γίνη άξιος της αγάπης αυτών.