Ηγεμόνες τινές αγαθοί, είπεν ο Βελισάριος, ζώντες έλαβον ταύτην την μαρτυρίαν, ήτις υπήρξεν η ανταμοιβή και η ηδίστη των παρηγορία. Αλλ' εκτός αν κανέν μυστικόν συμβάν δεν εβγάλη εις το φανερόν ταύτην των υπηκόων του την αγάπην, και δεν καταστήση πασιφανή ταύτην των καρδιών την προσφοράν, τις ηγεμών θέλει τολμήσει να ελπίση, ότι αύτη είναι ειλικρινής και ομόψηφος; οι αυλικοί του εγγυώνται περί τούτου. Αλλά τις τον εγγυάται διά τους αυλικούς του; ενώ το ανάκτορόν του αντηχεί από άσματα αγαλλιάσεως, ποίος τον βεβαιόνει, ότι εντός των επαρχιών του, ο πρόδομος του ανθυπάτου και η καλύβη του γεωργού δεν αντηχούσιν από στεναγμούς; αι δημόσιοι εορταί είναι σκηναί καθ' υπόκρισιν· τα εγκώμιά των είναι κατά προσταγήν· βλέπει προ αυτού τους ευτελεστάτους ανθρώπους αποθεωμένους, και, ενώ ο τύραννος βυθισμένος εις την τρυφήν μεθύει από των κολάκων του τα εγκώμια, ο ενάρετος, όστις επί του θρόνου διεβίωσεν ευεργετών τον κόσμον, καθ' όσον εξηρτάτο απ' αυτόν, αποθνήσκει λυπημένος, χωρίς να μάθη ποτέ, αν είχε φίλον ειλικρινή. Καταθλίβεται η καρδία μου, όταν συλλογισθώ, ότι ο Ιουστινιανός μέλλει να καταβή εις τον τάφον, καταπεπεισμένος, ότι τον επρόδωκα, και ότι παντελώς δεν τον ηγάπησα.
Όχι, εφώναξεν ο αυτοκράτωρ περιπαθώς, και διακοπτόμενος αίφνης, όχι, είπε με ολιγωτέραν ζέσιν· ο βασιλεύς δεν είναι τόσον δυστυχής, ώστε να μη μάθη ποτέ, αν αγαπάται.
Έστω, είπεν ο Βελισάριος, το ηξεύρει· αλλά και αύτη η ευτυχία, ήτις ήθελεν είσθαι τόσον ηδεία, είναι συγκερασμένη με πικρίαν. Διότι όσον περισσότερον ο ηγεμών αγαπάται από τους υπηκόους του, τόσον περισσότερον η ευτυχία των γίνεται εις αυτόν προσφιλής, και τότε το καλόν, το οποίον εις αυτούς κάμνει, και τα κακά, από τα οποία τους ανακουφίζει, τον φαίνονται τόσον ουτιδανά, παραβαλλόμενα προς το όλον κοινώς των καλών και των κακών, ώστε φθάσας εις το τέρμα μακρού γήρατος, ερωτά έτι εαυτόν· τι έπραξα; Ηναγκασμένος ν' αντιπαλαίη αδιακόπως προς τον χείμαρρον των δυστυχιών, πόσον πρέπει να λυπήται, μη δυνάμενος ποτέ να τας νικήση, και αισθανόμενος εαυτόν παρασυρόμενον από την φοράν των δυστυχιών. Ποίος ήτον αξιώτερος παρά τον Μάρκον Αυρήλιον να ίδη τον κόσμον ευτυχή υπό τους νόμους του; Όλαι αι συμφοραί, όλαι αι πληγαί συνέρευσαν επί της βασιλείας του. Ήθελεν ειπεί τις, ότι η φύσις όλη επανέστη διά να ματαιώση τους κόπους της συνέσεως και της αγαθότητός του· Και όστις των μοναρχών πρώτος ήγειρε ναόν εις την ευεργεσίαν είναι ίσως ο μόνος ιδών περισσοτέρους δυστυχείς. Αλλά χωρίς να υπάγωμεν προς ζήτησιν παραδείγματος μακράν από ημάς, ποία βασιλεία είναι δραστηριωτέρα, κατά το φαινόμενον, παρά την του Ιουστινιανού; Τριακονταετείς πόλεμοι και νίκαι εις τα τρία μέρη του κόσμου· όλαι αι ζημίαι, όσας η αυτοκρατορία έπαθεν εις διάστημα μιας εκατονταετηρίδος, επανορθωθείσαι δι' ευτυχιών· οι λαοί της άρκτου και της δύσεως αποκρουσθέντες πέραν του Δουνάβεως και των Άλπεων· η ησυχία αποδοθείσα εις την Ασίαν· βασιλείς νικηθέντες και θριαμβευθέντες, αι κακώσεις αι από του λοιμού, των επιδρομών του εχθρού, των σεισμών, εξαλειφθείσαι ως από χείρα αγαθοποιόν εκ του κόσμου, φρούρια και ναοί αναρίθμητα, άλλα μεν ανακαινισθέντα, άλλα δε κτισθέντα με πλειοτέραν λαμπρότητα· τι σεμνότερον και μεγαλοπρεπέστερον! Ύστερον δε από αυτά να ίδη εις το γήρας του την αυτοκρατορίαν του βεβαρυμένην να κλίνη προς την απώλειάν της, χωρίς να δυνηθώσι ποτέ αι νικηφόροι χείρες του να την στηρίξωσιν. Ιδού το τέρμα των μόχθων του και όλοι οι καρποί των μακρών αγρυπνιών του. Μάθε λοιπόν εκ τούτου, φίλτατε Τιβέριε, να θρηνής την τύχην των βασιλέων, και να τους κρίνης με συγκατάβασιν· και προπάντων να μη μισής ποτε τον σεβάσμιον γέροντα, όστις σας διοικεί, διά το κακόν, το οποίον απερισκέπτως έκαμεν, ή διά το καλόν, το οποίον δεν έκαμε.
Με καταπλήττεις, είπεν ο Τιβέριος· η πρώτη δε συμβουλή, την οποίαν ήθελα δώσει εις τον φίλον μου τον φέροντα διάδημα, ήθελεν είσθαι το να το αποθέση. Να το αποθέση! επανέλαβεν ο ήρως. Όχι, φίλε, έχεις γενναιοψυχίαν μεγαλητέραν, και δεν θέλεις συμβουλεύσει άνανδρον έργον. Οι κόποι και οι κίνδυνοι σ' έκαμαν να παραιτήσης τα όπλα; το ξίφος ή το σκήπτρον είναι έν και το αυτό. Πρέπει να εκπληρόνη τις σταθερώς τον προορισμόν και τα καθήκοντά του. Μη κρύψης ποτέ εις τον φίλον σου, ότι θέλει γίνει θύμα των χρεών του, αλλ' ειπέ του συγχρόνως, ότι αυτή η θυσία έχει χάριτας, και αν θέλη να λάβη μισθόν αυτής, ας κυριευθή, ας μεθύση από τον ενθουσιασμόν του κοινού αγαθού, ας παραδοθή αφειδώς εις το γενναίον τούτο αίσθημα, και ας ελπίζη από την αρετήν του την ανταμοιβήν και τον μισθόν των κόπων του. Πού δε είναι ούτος ο μισθός; ερώτησεν ο νέος. Είναι, είπεν ο γέρων, εις την καθαράν συνείδησιν της αγαθότητος, εις την ηδονήν του να φαίνεταί τις φιλάνθρωπος, ευαίσθητος, γενναίος, άξιος τέλος της αγάπης των ανθρώπων και της επιβλέψεως του αϊδίου Θεού. Νομίζεις, ότι ο αγαθός βασιλεύς υπολογίζεται το πρωί το ημερομίσθιόν του; εγέρθητι, λέγει καθ' εαυτόν, και η έγερσίς σου ας ήναι έγερσις δικαιοσύνης και ευπορίας. Άφες τας μικράς ιδιοτελείας της αναπαύσεώς σου και της ζωής σου· δεν ζης διά τον εαυτόν σου. Η ψυχή σου είναι ψυχή μεγάλου λαού· το θέλημά σου είναι η κοινή ευχή. Ο δε νόμος το εκφράζει και το καθιερόνει. Βασίλευε με αυτόν, και ενθυμού, ότι έργον σου είναι η του κόσμου ευδαιμονία. Συνεκινήθης, αγαπητέ μου Τιβέριε, και αισθάνομαι την χείρα σου τρέμουσαν εις την ιδικήν μου. Α! έσο βέβαιος, ότι η αρετή και εδώ εις τας θλίψεις αυτάς έχει ουράνιον θυμηδίαν· δεν ασφαλίζει την ευτυχίαν άμικτον. Αλλ' είναι τοιαύτη εις τον κόσμον; εις τον άχρηστον, εις τον κακόν, εις τον αγενή άνθρωπον τάχα απόκειται; ο καλός ηγεμών χύνει δάκρυα διά τα κακά, τα οποία δεν δύναται ν' ανακουφίση· αλλ' αυτά τα δάκρυά του τα νομίζεις άρα πικρά ως τα του φθόνου; ή τα της αισχύνης και τα των ελέγχων της συνειδήσεως; είναι δάκρυα Τίτου, θρηνούντος διά την απώλειαν μιας ημέρας. Είναι καθαρά, ως η πηγή των. Ανάγγειλε λοιπόν εις τον φίλον σου, ούτως αξιοπρεπώς, ως να ωμίλει θεός τις διά του στόματός σου, ανάγγειλέ του, ότι, αν ήναι ενάρετος, εις οποιανδήποτε κατάστασιν και αν τον καταφέρη η τύχη, δεν θέλει τον συμβή ποτέ να θεωρήση με όμμα φθονερόν τον ευτυχέστατον των κακών. Αλλ' αύτη η πίστις, το στήριγμα της αρετής, δεν συστένεται αφ' εαυτής· πρέπει να προετοιμάση τις προς τούτο την ψυχήν του νέου ηγεμόνος· αύριον θέλομεν ιδεί ομού το, πώς να την προδιαθέση τις προς τούτο. Κάμνει την ψυχήν μου, είπεν ο Τιβέριος προς τον Ιουστινιανόν, ό,τι θέλει· την υψόνει, την ταπεινόνει, την εγείρει κατά την θέλησίν του. Κατασπαράττει την ιδικήν μου, είπεν ο Αυτοκράτωρ· και μετά τους λόγους τούτους, μετά στεναγμού εκφυγόντας, ηκολούθησε μακρά σιωπή. Οι αυλικοί του εις μάτην επροσπάθησαν να διακεδάσωσι την μελαγχολίαν του. Ενωχλήθη από τας προς διασκέδασιν αυτής προσπαθείας των. Την επαύριον δε κοινολογήσας, ότι ήθελε μόνος να υπάγη εις περίπατον, εμβήκεν εις το πλησίον δάσος. Ο Τιβέριος τον επρόσμενεν εκεί. Ανεχώρησαν ομού, και υπήγαν να εύρωσι τον ήρωα. Ο νέος δεν ελησμόνησε να τον ενθυμίση την υπόσχεσίν του, και ο Βελισάριος εξηκολούθησεν ούτω.
Κεφάλαιον Θ'.
Προβάλεται ερώτημα, αν ήναι δυνατόν ν' αγαπά τις την αρετήν δι' αυτήν την ιδίαν.
Τούτο είναι ίσως ευγενής αυτοματισμός τινών εξόχων ψυχών. Αλλ' οσάκις ο έρως
της αρετής είναι μετά σκέψεως, γίνεται ιδιοτελής. Μη νομίσης, ότι αύτη η
ομολογία ατιμάζει την φύσιν· θέλεις ιδεί, ότι το θέλγητρον της αρετής καθαρίζεται
και εξευγενίζεται ως και το την φιλίας· Το έν θέλει είσθαι ως παράδειγμα του
άλλου.
Η φιλία γεννάται από την ομοιότητα των ηθών, από την ηδονήν και την ωφέλειαν· ανεπαισθήτως το αποτέλεσμα χωρίζεται από την αιτίαν· τα αίτια γίνονται άφαντα, το αίσθημα μένει· εις τούτο ευρίσκομεν άγνωστον θέλγητρον· Αποδίδομεν εις τούτο, εκ συνηθείας την ηδονήν της υπάρξεώς μας. Έκτοτε αι λύπαι εις μάτην λαμβάνουν τον τόπον των ηδονών, τας οποίας ηλπίζαμεν· θυσιάζομεν εις την φιλίαν όλα τ' αγαθά, τα οποία ηλπίζαμεν απ' αυτήν· το αίσθημα δε τούτο, συλληφθέν εις την χαράν, τρέφεται και αυξάνει εις το μέσον των θλίψεων. Το αυτό συμβαίνει και εις την αρετήν. Διά να ελκύση τας καρδίας, πρέπει να προβάλλη τις το δέλεαρ της ηδονής, ή της ωφελείας· διότι, πριν την αγαπήση τις, αγαπάται, και πριν την απολαύσομεν, ζητούμεν εις αυτήν έν άλλο αγαθόν. Όταν ο Ρήγουλος εις την νεότητά του την είδε το πρώτον, ήτο τροπαιούχος και περιστεφής με δόξαν· περιπαθώς την ηγάπησε· και ηξεύρετε, αν την εγκατέλιπεν, όταν τον έδειξε δεσμά και στρεβλώσεις, και πυράς.
Κατά πρώτον λοιπόν μάθε, τι αρέσκει εις τας επιθυμίας του νέου ηγεμόνος. Αύται θα είναι πιθανώς, το να ήναι ελεύθερος, ισχυρός και πλούσιος, να τον υπακούη ο λαός του, να τον σέβωνται οι σύγχρονοί του, και να τον τιμώσιν οι μεταγενέστεροί του. Αποκρίσου τον λοιπόν, ότι από την αρετήν εξαρτώνται τα πλεονεκτήματα ταύτα, και δεν θέλεις τον απατήσει ποτέ.
Το μυστικόν, το οποίον κρύπτεται από τους υπερηφάνους μονάρχας, και το οποίον ο καλός ηγεμών πρέπει να ηξεύρη, είναι, ότι δεν υπάρχει άλλο τι, ειμή η δύναμις των νόμων, και ότι, όστις θέλει να βασιλεύση αυθαιρέτως, είναι δούλος. Ο νόμος είναι συμφωνία όλων των θελήσεων ηνωμένων εις μίαν. Η δύναμίς του λοιπόν είναι συνδρομή όλων των δυνάμεων της πολιτείας, οπότε η θέλησις του ενός, άμα είναι άδικος, έχει καθ' εαυτής αυτάς ταύτας τας δυνάμεις, τας οποίας πρέπει να διαιρέση, να δεσμεύση, να εξουδενώση, ή να πολεμήση. Τότε οι τύραννοι καταφεύγουσι ποτέ μεν εις πανούργους, οίτινες απατώσι τους λαούς, τους εκπλήττουν, τους τρομάζουν και τους προστάζουν να υποταχθώσι· ποτέ δε εις ποταπούς δορυφόρους, οίτινες πωλούσι το αίμα της πατρίδος των, και ξιφηφορούντες, περιέρχονται κόπτοντες τας τον ζυγόν υπερεχούσας κεφαλάς, και τολμούν να επικαλεσθώσι της φύσεως τα δίκαια. Εκ τούτου οι οικείοι πόλεμοι, εις τους οποίους ο αδελφός λέγει εις τον αδελφόν, «απόθανε, ή υπάκουσε εις τον τύραννον, όστις με πληρόνει διά να σε σφάξω.» Επαιρόμενος, ότι βασιλεύει διά της δυνάμεως των όπλων ή διά των τρομερών της δεισιδαιμονίας γοητευμάτων, ο τύραννος αγάλλεται. Αλλ' ας τρέμη, αν παύση μίαν στιγμήν από το να κολακεύη την υπερηφάνειαν, ή να υπερασπίζεται την ακολασίαν των επικινδύνων οπαδών τούτων. Ούτοι δε υπηρετούν ενταυτώ και επαπειλούν αυτόν και ως ανταμοιβήν της υπακοής των απαιτούν την ατιμωρησίαν. Όθεν, διά να ήναι τύραννος ενός μέρους του έθνους, γίνεται δούλος του άλλου, χαμερπής και αχρείος ομού με τους συναιτίους του, καθ' όσον είναι υπερήφανος και σκληρός προς τους λοιπούς υπηκόους του. Ας προσέξη καλά μη στενοχωρήση ή απατήση την ελπίδα των παθών των βοηθούντων αυτόν· ηξεύρει πόσον είναι σκληρά, επειδή διέρρηξαν ως προς τούτο όλους της φύσεως και της ανθρωπότητος τους δεσμούς. Αι τίγρεις, αι υπό του ανθρώπου τρεφόμεναι διά την θήραν, κατατρώγουν τον κύριόν των, αν ούτος λησμονήση να τους δώση μέρος της θήρας. Τοιαύτη είναι η των τυράννων συνθήκη.
Καθ' όσον λοιπόν η εξουσία κλίνει προς την τυραννίαν, ασθενεί και υποτάσσεται εις τους συγκακούργους της. Χρεωστεί δε να αισθανθή τούτο από τας συγκαταβάσεις, τας θεραπείας, την δουλοπρεπή ανοχήν, τα οποία πρέπει να μεταχειρισθή προς αυτούς, από την μεροληψίαν των νόμων, από την χαυνότητα της αδυναμίας των, από τα παράλογα προνόμια, τα οποία χαρίζει εις τους μετ' αυτής, εις παν ό,τι είναι ηναγκασμένη να παραχωρή, να υποκρίνεται, να υποφέρη φοβουμένη μη την εγκαταλείψωσιν.
Αλλ' αν ήναι η εξουσία σύμφωνος με τους νόμους, εις τους νόμους μόνον υποτάσσεται. Είναι θεμελιωμένη επί της θελήσεως και της δυνάμεως ολοκλήρου λαού. Δεν έχει άλλους εχθρούς, ειμή τους κακούς, τους κοινούς εχθρούς. Εις ότινα συμφέρει διατήρησις της κοινής ευταξίας και ησυχίας, ούτος εκ φύσεως είναι υπερασπιστής της προστατευούσης αυτά δυνάμεως, και πας πολίτης θεωρεί τον εχθρόν του ηγεμόνος ως ίδιόν του εχθρόν.
Έκτοτε δεν είναι εις αυτήν πλέον δύο διαμαχόμενα προς άλληλα συμφέροντα· ο βασιλεύς με τον λαόν του σύμμαχος ων, ισχύει και πλουτεί όλα τα πλούτη και όλας τας δυνάμεις της πολιτείας. Τότε είναι ελεύθερος και ημπορεί να ήναι δίκαιος, μη έχων αντιπάλους να φοβηθή, μηδέ φατρίας να κολακεύση. Η δύναμίς του, στερεωμένη εσωτερικώς, είναι διά τούτο τόσω μάλλον επίφοβος και σεβασμία εξωτερικώς· και επειδή μήτε η φιλοδοξία, μήτε η αλαζονία, μήτε η παράλογος επιθυμία δεν εξοπλίζουν ποτέ τας χείρας του, αι υπ' αυτού διατηρούμεναι δυνάμεις έχουν όλην την ισχύν των, ότε η χρεία το καλέση να υπερασπισθή τον λαόν του κατά της δυναστείας των οικείων ή της αρπαγής των ξένων. Ω φίλε, αν η δικαιοσύνη είναι η βάσις της υπερτάτης εξουσίας, η ευγνωμοσύνη είναι η ψυχή και το δραστηριώτατον αυτής ελατήριον. Ο δούλος εμάχεται ακουσίως υπέρ του δεσμωτηρίου και των δεσμών του· ο δε ελεύθερος και ευχαριστημένος πολίτης, ο αγαπών τον ηγεμόνα του και ο υπ' αυτού ανταγαπώμενος, υπερμαχεί διά το σκήπτρον, ως στήριγμά του, διά τον θρόνον ως καταφύγιόν του, και στρατεύων υπέρ πατρίδος, βλέπει παντού την εστίαν του.
Α! αι διδασκαλίαι σου, τον είπεν ο Τιβέριος, εγχαράττονται εις την ψυχήν μου με φλογώδεις χαρακτήρας. Είθε να εγενόμην και εγώ άξιος να τας εγχαράξω εις την ψυχήν των βασιλέων!
Βλέπεις λοιπόν καλώς, υπέλαβεν ο Βελισάριος, ότι η μεγαλειότης των, η δύναμίς των θεμελιούται εις την δικαιοσύνην, ότι η αγαθότης αυξάνει αυτήν, και ότι ο πλέον απόλυτος μονάρχης είναι ο μάλλον αγαπώμενος. Βλέπω, είπεν ο νέος, ότι η ορθή πολιτική δεν είναι άλλο παρ' ο υγιής νους, και ότι η βασιλική τέχνη συνίσταται εις το ν' ακολουθή τις την κίνησιν του ορθού λόγου και της αγαθής καρδίας. Το οποίον είναι το απλούστατον, το ευκολώτατον και ασφαλέστατον, είπεν ο Βελισάριος. Αγαθός τις χωρικός της Ιλλυρίας ο Ιουστίνος, κατέστησε την βασιλείαν του αγαπητήν. Ήτο τάχα έμπειρος πολιτικός; Όχι· αλλ' ο Θεός τον είχε προικίσει με ακεραιότητα νοός και αγαθήν ψυχήν. Εάν εγώ ήμην βασιλεύς, αυτόν ήθελα πασχίσει να μιμηθώ. Σύνεσις μη ευθεία και στρεβλή επιτυγχάνει ενίοτε, αλλά πάντοτε βαδίζει διά μέσου σκοπέλων και κρημνών.
Ο βασιλεύς ο λησμονών εαυτόν, διά να ενασχολήται εις την ευδαιμονίαν του κόσμου, ήθελε χιλιάκις ολιγώτερον ριψοκινδυνεύσει παρά τον πλέον ανήσυχον, τον πλέον ύποπτον τον πλέον πανούργον τύραννον. Αλλά τον φοβίζουν· τον τρομάζουν, παραστένουν εις αυτόν τον λαόν του ως εχθρόν, τον οποίον πρέπει να φοβήται· ούτος δε ο φόβος πραγματοποιεί τον κίνδυνον, τον οποίον τον κάμνουν να προβλέψη, διότι ο φόβος γεννά την δυσπιστίαν, ήτις παρακολουθεί την έχθραν. Είδες, ότι εις τον βασιλέα αι του ιδιώτου χρείαι καταντώσιν εις ολίγα τινά πράγματα, ότι ημπορεί ν' απολαύση με ολίγας δαπάνας όλα της ζωής τ' αληθή αγαθά, ότι ο κύκλος είναι εις αυτόν ωρισμένος, και ότι πέραν αυτού δεν είναι πλην ματαιότης, φαντασία και φρεναπάτη. Αλλ' ενώ η φύσις νομοδοτεί να ήναι εγκρατής, όλα τα περί αυτόν τον αναγκάζουσι να ήναι άπληστος.
Σύμφωνος ων με τον λαόν, δεν ήθελεν έχει άλλο συμφέρον, άλλο κόμμα, ειμή το της πολιτείας· μεταξύ των ενσπείρουν υποψίαν. Καταπείθουν τον ηγεμόνα να φυλάττεται από πλήθος απειθές, ταραχοποιόν και στασιώδες· τον πιστοποιούν, ότι πρέπει να έχη δυνάμεις κατ' αυτού. Όθεν εξοπλίζεται κατά του λαού του. Ηγεμών του κόμματός του είναι η φιλοδοξία και η πλεονεξία, και, διά να χορτάση την άπληστον ταύτην ύδραν, νομίζει, ότι χρεωστεί να επιφυλάττεται μέσα εις αυτόν μόνον ανήκοντα, τοιαύτη είναι η αιτία της διαιρέσεως της μεταξύ των επαρχιών του λαού και των επαρχιών του Καίσαρος, της μεταξύ του κοινού καλού και του καλού του μονάρχου, την οποίαν είδαμεν εις την Αυτοκρατορίαν. Όθεν άμα ο ηγεμών προσβάλλεται από την ιδέαν της ιδιοκτησίας, και αποδίδει εις αυτήν την ασφάλειαν του διαδήματος και της ζωής του, κατά φυσικόν λόγον γίνεται φειδωλός εκείνου, το οποίον ονομάζει κτήμα του, νομίζει, ότι πλουτεί από τους υπηκόους του, και ότι κερδαίνει ό,τι απ' αυτούς αρπάζει, ευρίσκει, ότι εξασθενών αυτούς δύναται να τους υποδουλώση. Εκ τούτου οι δόλοι και αι απάται, όσα μεταχειρίζεται προς γύμνωσίν των. Εκ τούτου οι στεναγμοί, αι μεμψιμοιρίαι και οι γογγυσμοί των. Εκ τούτου ο εμφύλιος εκείνος και υπόκρυφος πόλεμος, όστις, ως κεκρυμμένον πυρ, υποθαλπόμενος εις τον κόλπον της πολιτείας, αναφαίνεται εδώ και εκεί δι' εκρήξεων αιφνιδίων. Ο ηγεμών τότε αισθάνεται χρείαν βοηθείας, την οποίαν επρομηθεύθη, νομίζει, ότι ήτο προβλεπτικός, και δεν καταλαμβάνει, ότι, αν ήτο δίκαιος, δεν ήθελεν έχει χρείαν των δειλών τούτων προφυλάξεων, και ότι τα δουλοπρεπή και σκληρά πάθη, τα υπομίσθιά του, ήθελαν είσθαι εις αυτόν ανωφελή, εάν είχεν αρετάς. Τούτο, Τιβέριε, ο νέος ηγεμών χρεωστεί ν' ακούη από το στόμα σου. Καταπεισθείς άπαξ εντελώς, ότι η πολιτεία και αυτός είναι έν, και ότι αυτή η ενότης συγκροτεί την δύναμιν του, ότι είναι βάσις της μεγαλειότητός του, της αναπαύσεως και της δόξης του, θέλει θεωρεί την ιδιοκτησίαν ως ανάξιον του διαδήματος προνόμιον, και, μη λογιζόμενος ως αληθή αγαθά άλλα, παρ' όσα χορηγεί εις τον λαόν του (3), θέλει είσθαι δίκαιος προς συμφέρον του, μετριόφρων εκ φιλοδοξίας, και ευεργετικός εκ φιλαυτίας. Ιδού, κατά ποίαν έννοιαν, φίλε μου, η αλήθεια είναι μήτηρ της αρετής.
Αναμφιβόλως χρειάζεται γενναιότης, διά ν' αρχίση τις από αυτήν με τους βασιλείς· και ότι δουλοπρεπείς κόλακες τους κατέπεισαν, ότι βασιλεύουν διά τον εαυτόν των, ότι η ανεξαρτησία των συνίσταται εις το να θέλωσιν ό,τι τους αρέσκει, ότι αι φαντασιοκοπίαι των είναι νόμοι, υπό τους οποίους τα πάντα χρεωστούν να υποκύπτωσιν. Ο ειλικρινής και γενναίος φίλος το πρώτον δεν επιτυγχάνει εις την διάλυσιν του αθεμελιώτου συστήματος. Αλλ' αν άπαξ τον ακούσωσι, δεν θέλουν πλέον ακούει άλλους ειμή αυτόν· άμα δε η πρώτη αλήθεια δοκιμασθή, τότε αι λοιπαί έρχονται παμπληθεί, και θέλουν έχει ελευθέραν είσοδον, ο δε ηγεμών όχι μόνον δεν θέλει τας αποφεύγει, αλλά θέλει υπάγει εις προϋπάντησίν των. Η αλήθεια θέλει τον κινήσει ν' αγαπήση την αρετήν, η δε αρετή θέλει καταστήσει εις αυτόν την αλήθειαν προσφιλή. διότι η προς το άγνωστον αγαθόν ροπή δεν είναι άλλο τι, ειμή αυτοματισμός συγκεχυμένος και αόριστος. Ο επιθυμών να ήναι ωφέλιμος εις τους ανθρώπους επιθυμεί να ήναι συγχρόνως έμπειρος. Αλλ' η αλήθεια, την οποίαν χρεωστεί να ζητή ο ηγεμών, είναι η γνώσις των συνδεουσών την ανθρωπότητα σχέσεων. Δι' αυτόν αληθές είναι το δίκαιον και το ωφέλιμον, ο εις την κοινωνίαν κύκλος των χρειών, η σειρά των καθηκόντων, η αρμονία των συμφερόντων, το συνάλλαγμα των βοηθειών, και η δικαιοτάτη μεταξύ των εργαζομένων το καλόν διανομή αυτού.
Εις ταύτα οφείλει να ενασχολήται δι' όλης της ζωής του, να μελετά εαυτόν, να μελετά τους ανθρώπους, να προσπαθή να διακρίνη την ενδόμυχον διάθεσίν των, την έξιν, τον χαρακτήρα, την επιρροήν της γνώμης των, το ισχυρόν και το ασθενές μέρος του νοός και της ψυχής, να σπουδάζη όχι με κενόσπουδον και εφήμερον περιέργειαν, αλλά με θέλησιν σταθεράν και σοβαράν ως προς τους κόλακας, τα ήθη, την ευφυίαν, τους βιομηχανικούς πόρους των υπηκόων του, και την διαγωγήν των όσους διορίζει κυβερνήτας. Διά να διδάσκεται δε καλήτερα, να δώση πανταχόθεν ελευθέραν είσοδον εις το φως· αποστρεφόμενος δε την συκοφαντίαν, να ενθαρρύνη, να προστατεύη τους όσοι τον αναγγέλουν καθαρώς τας καταχρήσεις τας εις το όνομά του γινομένας. Ιδού τι ονομάζω φιλαλήθειαν. Και τοιουτοτρόπως θέλει την αγαπά, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον Τιβέριον, ηγεμών ο πεπεισμένος, ότι δεν δύναται να ήναι μέγας, ειμή μόνον καθόσον θέλει είσθαι δίκαιος. Συ θέλεις τον διδάξει να ήναι ανεξάρτητος και ελεύθερος εν τω μέσω της αυλής του. Τώρα δε εις την ελευθερίαν του αυτήν πρέπει να δυσπιστή, και κατ' αυτής σε φέρω εις πάλην· και εδώ έτι έχει χρείαν ο ζήλος σου να ήναι γενναίος. Θέλει δε είσθαι τοιούτος, είπεν ο νέος· μόνον οδήγει τον· ταύτα ειπόντες, απεχωρίσθησαν.
Παράξενον, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι παντού και πάντοτε οι φίλοι του λαού εμισήθησαν από τους κατ' επάγγελμα πατέρας του λαού. Το μόνον αμάρτημα του ήρωος τούτου είναι, ότι ήτο δημοτικός. Εκ τούτου έδωκε λαβήν εις τας συκοφαντίας της αυλής μου, ίσως και εις την ζυλοτυπίαν μου. Φευ! Με τον παρέστεναν επίφοβον! Ήθελα καλήτερα κάμει, αν τον εμιμούμην.
Κεφάλαιον Ι'
Την επαύριον την ίδιαν ώραν, ο Βελισάριος τους επερίμενεν επί την οδού, υπό
παλαιάν τινα δρυν, όπου την προτεραίαν εκάθηντο, και έλεγε καθ' εαυτόν· είμαι
πολύ ευδαίμων εις την δυστυχίαν μου, ευρών εναρέτους άνδρας, οίτινες
καταδέχονται να έρχωνται, διά να με διασκεδάζωσι και να συνδιαλέγωνται μετ'
εμού περί των μεγάλων της ανθρωπότητος αντικειμένων! πόσον μεγάλην δύναμιν
έχουν αυτά τα συμφέροντα επί την ψυχής! Με προξενούν λήθην των δυστυχιών
μου. Μόνη η ιδέα του, ότι ημπορώ να έχω επιρροήν επί της τύχης των εθνών με
παρακινεί να υπάρχω έξω εμαυτού, να υψόνωμαι υπέρ τον ίδιον εμαυτόν, και
καταλαμβάνω, πως διά της εις ολόκληρον λαόν γινομένης ευεργεσίας πλησιάζει ο
άνθρωπος εις την θεότητα.
Ο Ιουστινιανός και ο Τιβέριος, προχωρούντες, ηχούσαν τας τελευταίας ταύτας λέξεις. Επαινείς την ευεργεσίαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, και τωόντι, από όλας τους αρετάς δεν είναι άλλη, έχουσα πλειοτέρας χάριτας. Ευδαίμων ο δυνάμενος ελευθέρως να παραδοθή εις την γλυκείαν ταύτην έφεσιν. Αλλά φευ! πρέπει να την μετριάση, είπεν ο ήρως, και εάν δεν ήναι μετά λόγου, εάν δεν διευθύνεται κατά το δίκαιον, εξοκείλει μετ' αυτής ανεπαισθήτως εις κακίαν, πάντη εναντίαν. Άκουσέ με, νέε, επρόσθεσεν αποτείνας τον λόγον προς τον Τιβέριον.
Εις τον βασιλέα η ηδυτέρα άσκησις της υπερτάτης εξουσίας είναι να διανέμη κατ' αρέσκειάν του τας τιμάς και τας χάριτας. Η προς τούτο φέρουσα κλίσις έχει τόσον πλειότερα θέλγητρα, καθ' όσον ομοιάζει την ευεργεσίαν· και ο καλήτερος ηγεμών ήθελεν απατηθή, εάν δεν επροφυλάττετο κατά της κολακείας. Βλέπει εκείνο μόνον, το οποίον τον πλησιάζει, και παν ό,τι τον πλησιάζει, τον λέγει ακαταπαύστως, ότι η μεγαλειότης του όλη ευρίσκεται εις την αυλήν του, ότι η μεγαλοπρέπειά του λαμβάνει όλην αυτής την λάμψιν από τον περί αυτόν όγκον, και ότι δεν απολαύει αλλέως τα δίκαιά του, και το κάλλιστον προνόμιόν του ειμή διά των δωρεών, τας οποίας διαχύνει, και τας οποίας ονομάζουν ευεργεσίας του . . . . . ευεργεσίας του, ω δίκαιε Θεέ! την τροφήν του λαού! η κολακεία, η χάρις, η πλάνη, τον περιστοιχίζουν. Η μετά προσκαρτερήσεως κολακεία, η έξις τον κυριεύουν χωρίς να το αισθανθή. Δεν βλέπει ποσώς τα δάκρυα, δεν ακούει τας κραυγάς του διά την πολυτέλειαν γογγίζοντος πτωχού· βλέπει την χαράν, ακούει τας ευχάς του εγκωμιάζοντος αυτήν αυλικού, συνειθίζει να πιστεύη, ότι τούτο είναι αρετή. Χωρίς δε να εξετάση την πηγήν του πλούτου, τον διασκορπίζει ασώτως ως ίδιόν του κτήμα. . Αι! εάν ήξευρε, πόσον ακριβώς αγοράζει τούτο, και πόσους δυστυχείς καταστένει, χάριν ολίγων αχαρίστων! Θέλει το μάθει, αγαπητέ μου Τιβέριε, εάν ποτε έχη αληθή φίλον. Θέλει μάθει, ότι η ευεργεσία συνίσταται ολιγώτερον εις το να καταδαπανά παρά εις το να φείδεται· ότι όλα, όσα δίδει εις τον ευνοούμενον, τ' αφαιρεί από τον άξιον, και ότι αύτη είναι η πηγή των μεγίστων δεινών, υπό των οποίων το κράτος καταθλίβεται.
Βλέπεις την εύνοιαν με όμμα ολίγον αυστηρόν, είπεν ο νέος. Την βλέπω τοιαύτην, οποία είναι, είπεν ο γέρων, ως προτίμησιν ατομικήν, ήτις εις την εκλογήν και χρήσιν των ανθρώπων ανατρέπει την τάξιν της δικαιοσύνης, της φύσεως και τον ορθού λόγου. Και τωόντι η δικαιοσύνη απονέμει τας τιμάς εις την αρετήν, τας ανταμοιβάς εις τας υπηρεσίας· η φύσις αποδίδει τα μεγάλα αξιώματα εις τα μεγάλα προτερήματα· ο δε ορθός λόγος θέλει να μεταχειριζώμεθα τους ανθρώπους, όσον το δυνατόν, αρμοδιώτερον. Η εύνοια δίδει εις την εράσμιον κακίαν το ανήκον εις την αρετήν, προτιμά την αρέσκειαν παρά τον ζήλον, την κολακείαν παρά την αλήθειαν, την χαμέρπειαν παρά των μεγαλοφροσύνην· και ως να ήτο το δώρον του αρέσκειν ισότιμον, ή ενέχυρον όλων των δώρων, ο αποκτών αυτό δύναται να επιθυμή τα πάντα. Ούτως, η εύνοια είναι οιωνός κακής βασιλείας, και ο ηγεμών ο παραδίδων εις τους ευνοϊκούς του την φροντίδα της δόξης του και των υπηκόων του την τύχην, δίδει υπόνοιαν εις έν εκ των δύο τούτων, ή ότι μικρόν νομίζει, το οποίον τους εμπιστεύεται, ή ότι αποδίδει εις την εκλογήν του την δύναμιν του μεταμορφόνειν τας ψυχάς και καταστένειν συνετόν, έμφρονα και ήρωα τον γέροντα δούλον, ή τον κουφόν νέον.
Τούτο ήθελεν είσθαι ανόητος οίησις, είπεν ο Τιβέριος· αλλ' είναι εις την πολιτείαν μυρία χρέη, τα οποία όλοι οι άνθρωποι δύνανται να εκπληρώσιν. Ουδέν, είπεν ο Βελισάριος, το οποίον να μη απαιτή, αν όχι επιτήδειον, τουλάχιστον χρηστόν άνδρα, η δε εύνοια αναζητεί τόσον ολίγον τον ένα, όσον και τον άλλον. Και όχι μόνον τους παραμελεί, αλλά και τους ρίπτει εις αθυμίαν, και διά τούτο αφανίζει σύρριζα τα προτερήματα και τας αρετάς. Η άμιλλα προξενεί ζωήν, η δε εύνοια, θάνατον. Η πολιτεία, όπου επικρατεί αύτη, ομοιάζει τας ερήμους πεδιάδας, όπου αυτομάτως τινά ωφέλιμα φυτά συμπνίγονται από βάτους. Αλλά με τούτο δεν λέγω ικανά· διότι εδώ τας μεν βάτους καλλιεργούσι, τα δε ιαματικά φυτά εκριζόνουν και καταπατούν.
Υποθέτεις, είπεν ο Τιβέριος, ότι η εύνοια δεν είναι ποτέ δικαία, και δεν κάμνει ποτέ καλάς εκλογάς. Σπανιώτατα, είπεν ο Βελισάριος, και αι διά κλήρου γινόμεναι αρχαιρεσίαι απατώσι πολύ ολιγώτερον. Η έννοια προσκολλάται εις τον θηρεύοντα μόνον αυτήν, η δε αξία δεν καταδέχεται να την ζητή. Είναι λοιπόν βέβαιον, ότι λησμονεί τον ωφέλιμον άνδρα, τον αμελούντα αυτήν, και προτιμά βεβαίως τον φιλόδοξον, τον θηρεύοντα αυτήν. Ποίαν δε πλησίασεν ο σοφός, ή ο ήρως ημπορεί προς αυτήν να έχη; Είναι ικανός να υποφέρη τους εξευτελισμούς, τους οποίους απαιτεί από τους δούλους του ο ευνοών; Η άκαμπτός του ψυχή θέλει υποταχθή εις τας μηχανουργίας της αυλής; Εάν διά το γένος του ήναι πλησίον του ηγεμόνος, και εις τον κύκλον των ευνοουμένων, οποίας δολιότητας ήθελεν εφεύρει η ειλικρίνειά του, η ακεραιότης και η χρηστότης του; Ούτος τάχα απατά και κολακεύει καλήτερον; μελετά επιμελέστερον τας κλίσεις και τας απεχθείας του δεσπότου; ηξεύρει να προσποιήται και να υποκρίνεται επιδεξιώτερα; να σιωπά και να μεταμορφόνη ό,τι προσκρούει, να λέγη ό,τι μόνον αρέσκει; Ημπορεί τις χίλια προς έν να θέση ενέχυρον, ότι ο ευνοούμενος υπό του ηγεμόνος αναξίως ευνοείται. Ο ευνοούμενος υπό ειδήμονος, δικαίου και σοφού ηγεμόνος, είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι πάντοτε ανήρ χρηστός.
Ο ειδήμων, ο δίκαιος, ο σοφός ηγεμών, είπεν ο Βελισάριος, δεν έχει κανένα υπό την εύνοιάν του. Είναι άξιος να έχη φίλους, και έχει· η εύνοιά του δεν κάμνει τίποτε προς χάριν των. Ούτοι δε ήθελαν ερυθριάσει, λαμβάνοντες παρ' αυτής τι. Ο Τραϊανός είχε τον Λογγίνον άξιον φίλον, οποίος ποτέ ίσως δεν υπήρξεν. Ο φίλος ούτος ηχμαλωτίσθη από τους Δάκας. Ο βασιλεύς αυτών εμήνυσεν εις τον αυτοκράτορα, ότι, αν δεν ήθελε δεχθή την οποίαν τον επρόβαλαν ειρήνην, ήθελε θανατώσει τον αιχμάλωτόν του. Ηξεύρεις, οποία ήτο του Τραϊανού η απόκρισις; Έκαμεν εις τον Λογγίνον την τιμήν να εκφωνήση δι' αυτόν ό,τι ο Ρήγουλος είχεν εκφωνήσει δι' εαυτόν. Ιδού άνδρες, οποίους θέλω· το να ήναι δέ τις τοιούτου ηγεμόνος φίλος είναι ένδοξον. Ούτως ο Λογγίνος έπιε το κώνειον τάχιστα, διά να μη αφήση τον αυτοκράτορα να κινηθή εις οίκτον.
Με καταθλίβεις, είπεν ο Τιβέριος. Ναι, αισθάνομαι, ότι, όταν το κοινόν συμφέρον κινδυνεύη, δεν συγχωρεί τίποτε εις την εύνοιαν του ηγεμόνος. Ημπορεί ενίοτε να έχη προτιμήσεις ιδίας, αφορώσας μόνον το συμφέρον.
Καμμίαν δεν ημπορεί να δείξη, είπεν ο Βελισάριος, εις την οποίαν να μη ενέχεται και το συμφέρον της πολιτείας. Τίποτε δεν εξέρχεται εξ αυτού χωρίς συμφέρον. Και χρεωστεί να ηξεύρη ως και αυτάς της υποδοχής του τας φιλοφροσύνας να διανέμη. Νομίζουν τινές, ότι η εύνοια είναι μικρόν κακόν εις τα μικρά πράγματα· αλλ' η ελευθερία του διανέμει χάριτας· έχει τόσα θέλγητρα, και η έξις αυτού είναι τόσον ηδεία, ώστε δεν κρατείται πλέον ο άνθρωπος, αφού γίνη έκδοτος εις τούτο. Ο κύκλος της ευνοίας εκτείνεται, η ελπίς του να προχωρήσωμεν δίδει χώραν εις μηχανουργίας· του δε προχώματος τούτου διασπασθέντος άπαξ, αφαιρείται το μέσον, το οποίον η ψυχή του ηγεμόνος αντιτάσσει εις την ώθησιν των παθών και συμφερόντων της αυλής του; Το πρόχωμα τούτο, αγαπητέ μου Τιβέριε, το οποίον δεν πρέπει να διαπερά η σκευωρία, είναι η επιθυμία του καλού. Ο ηγεμών, ο έχων εις την εκλογήν των ανθρώπων κανόνα μόνον την επιείκειαν, δεν αφίνει ελπίδα εις ουδέν άλλο, ειμή την αξίαν. Αι αρεταί, τα προτερήματα, αι υπηρεσίαι, είναι τα μόνα δεκτά εις αυτόν προνόμια· και όποιος ποθεί τιμάς είναι ηναγκασμένος να γίνη άξιος τούτων. Τότε η σκευωρία αθυμήσασα παραχωρεί τον τόπον αυτής εις την άμιλλαν· η δε τρομερά προσδοκία αθεραπεύτου δυσαρεσκείας απαγορεύει εις τους φιλοδόξους τας μηχανάς και τους δόλους. Αλλ' επί του ηγεμόνος, όστις αποφασίζει κινούμενος από προσωπικάς κλίσεις, έκαστος έχει το δίκαιον να ζητή όλα, επιτυγχάνει δε όστις ηξεύρει καλήτερα να κλέπτη την εύνοιάν του, να ελκύη προς το μέρος του τους δούλους των δούλων του, και κατ' ολίγον να υψωθή έρπων. Ο επιδέξιος και γόης προχωρεί· ο δε επαιρόμενος εις την αρετήν του ανήρ απομακρύνεται και μένει εις λήθην. Εάν υπηρεσία τις αξιόλογος τον καταστένη επίσημον μεταξύ του πλήθους, εάν η ανάγκη, την οποίαν έχουν απ' αυτόν, κάμη να τον μεταχειρισθώσι κατ' αξίαν, όλαι αι φατρίαι, εκ των οποίων καμμία δεν είναι ιδική του, συνομνύουν προς αφανισμόν του· και είναι ηναγκασμένος, ή να ταπεινωθή, αντιτάσσων ραδιουργίαν, ή να παραδοθή χωρίς υπεράσπισιν εις των φθονερών την μανίαν. Όταν η αυλή ήναι πολυπράγμων, είναι χάος παθών, και νομίζω, ότι ουδέ αυτή η σοφία δύναται να διακρίνη εις αυτό την αλήθειαν. Το κοινόν όφελος δεν είναι πλέον τίποτε· η προσωποληψία αποφασίζει και τον ψόγον και τον έπαινον. Ο δε ηγεμών, ο υπό του ψεύδους κατακρατούμενος, βεβαρυμένος από την αμφιβολίαν και την δυσπιστίαν, δεν εξέρχεται πολλάκις δι' άλλο από την απορίαν, ειμή διά να πέση εις την πλάνην. Δια τι να μη πιστεύη τας πράξεις των; υπέλαβεν ο Τιβέριος· αύται ομιλούν μεγαλοφώνως.
Αι πράξεις, είπεν ο γέρων, και αυταί αι πράξεις αλλοιούνται και αλλάσσουν μορφήν, αλλάττουσαι αυτόπτας μάρτυρας. Κατά την έκβασιν κρίνονται αι επιχειρήσεις. Αλλά ποσάκις αι ανόητοι επιχειρήσεις έλαβαν καλήν έκβασιν, αι δε φρόνιμοι κακήν; Ο άνθρωπος είναι ενίοτε πλέον ευτυχής παρά σοφός, άλλοτε δε πλέον σοφός παρ' ευτυχής· και εις αυτήν και εις την άλλην τύχην, είναι πολύ δύσκολον να εκτιμήση τις τους ανθρώπους, προ πάντων δε ηγεμών παραδεδομένος εις την γνώμην της αυλής του.
Ο Ιουστινιανός εις το γήρας του είναι απόδειξις τούτου, είπεν ο αυτοκράτωρ· ηπατήθη σκληρώς.
Αι! ποίος ηξεύρει καλήτερα από εμέ, είπεν ο Βελισάριος, πόσον οι ψευδείς φίλοι του κατεχράσθησαν την εύνοιάν του, και όλα, όσα η διαβολή έκαμε διά να τον απατήση! Υπ' αυτής ο Ναρσής επέμφθη εις Ιταλίαν, διά να διακόψη τας σειράς των νικών μου. Ο αυτοκράτωρ δεν είχε σκοπόν ν' αντιτάξη εις εμέ ανταγωνιστήν τον ταμίαν του. Αλλ' ο Ναρσής είχε τους ιδικούς του εις την αυλήν, απέκτησεν ιδικούς του εις το στράτευμα. Η διχόνοια εισεχώρησεν εις αυτό· και απωλέσθησαν τα Μεδιόλανα, το προπύργιον της Ιταλίας. Ο Ναρσής ανεκλήθη· δεν ήτον όμως πλέον καιρός. Τα Μεδιόλανα εκυριεύθησαν, ο λαός όλος εσφάγη, και η Λιγυρία απεσπάσθη από την εξουσίαν των όπλων μας. Χαίρω, ότι ο Ναρσής εύρε χάριν παρά τω αυτοκράτορι. Χρεωστούμεν δε εις την παράλυσιν της πειθαρχίας την σωτηρίαν της ζωής τούτου του μεγάλου ανδρός. Αλλ' επί της δημοκρατίας ο Ναρσής ήθελε καταδικασθή εις θάνατον διά το έγκλημά του, ότι απεχώρισεν απ' εμέ μέρος του στρατού μου, και ότι με παρήκουσεν. Ανεκλήθην και εγώ, και, διά να στρατηγώσιν αντ' εμού, νέα τις μηχανορραφία ενήργησε να εκλεχθώσιν ένδεκα στρατηγοί, όλοι φθονούντες αλλήλους, οίτινες διαφωνούντες ενικήθησαν. Εξ αιτίας τούτου απωλέσαμεν ολόκληρον την Ιταλίαν. Αλλ' αποστέλλομαι πάλιν εκεί, χωρίς όμως στράτευμα. Διατρέχω την Θράκην και την Ιλλυρίαν προς στρατολογίαν· συλλέγω μόλις ολίγους, και αυτούς γυμνούς. Φθάνω εις Ιταλίαν με τους αθλίους τούτους χωρίς ίππους, χωρίς όπλα, χωρίς ζωοτροφίας. Τι ηδυνάμην να κάμω εις την κατάστασιν ταύτην; Εδυσκολεύθην μεγάλως να σώσω την Ρώμην. Εν τοσούτω οι εχθροί μου εθριάμβευαν εις την αυλήν, και έλεγαν προς αλλήλους, «όλα υπάγουν καλά, διότι εκείνος είναι εις τα λοίσθια, και μέλλομεν να τον ιδώμεν πεσόντα.» Δεν έβλεπαν εις τα κοινά πράγματα άλλον παρά εμέ, και ήσαν ευχαριστημένοι, αν μόνον η απώλειά των εδύνατο να επιφέρη την ιδικήν μου. Εζητούσα στρατεύματα, και εστάλθη η ανάκλησίς μου· διάδοχόν μου δε έστειλαν τον Ναρσήν στρατηγούντα ισχυρόν στράτευμα. Ο Ναρσής εδικαίωσε την εκλογήν του· και ήτον ίσως ευτυχία ο αντ' εμού διορισμός αυτού. Αλλά, διά να με βλάψωσιν, έπρεπε να βλάψωσι την ευτυχίαν των όπλων μου· και ηγόραζον την απώλειάν μου με ζημίαν του κράτους. Ιδού τι η ραδιουργία έχει τωόντι ολέθριον. Προς ανύψωσιν ή απώλειαν ενός θυσιάζει στράτευμα, έν κράτος, αν η χρεία το καλέση.
Αι! με διδάσκεις, ανεβόησεν ο Ιουστινιανός, όλα, όσα έγιναν προς αμαύρωσιν της δόξης σου. Οποία του αυτοκράτορος αδυναμία, ώστε να πιστεύση περί σου τους εχθρούς σου! Γείτον, τον είπεν ο Βελισάριος, δεν ηξεύρεις, πόσον η του βλάπτειν τέχνη είναι λεπτουργημένη εις την αυλήν· πόσον η σκευωρία είναι επίμονος, δραστηρία, επιδεξία, καταπειστική. Προσέχει καλώς μη προσκρούση εις την γνώμην του ηγεμόνος, ή την θέλησίν του, την κλονίζει κατ' ολίγον, και, ως το διά του προχώματος διηθούν ύδωρ, την υποσκάπτει ανεπαισθήτως, και τέλος την ανατρέπει. Έχει τόσον περισσοτέραν υπεροχήν, όσον ο καταπολεμούμενος απ' αυτήν χρηστός ανήρ είναι ανύποπτος και απροφύλακτος, και έχων υπέρ αυτού τας πράξεις του, τας οποίας παραμορφόνουν, και την φήμην, της οποίας η φωνή συμπνίγεται εις τας πύλας των ανακτόρων. Εκεί ο φθόνος ομιλεί· και ουαί εις τον απόντα άνθρωπον τον οποίον απεφάσισε να καταλύση! Δεν είναι δυνατόν, ώστε εις τας ευτυχίας να μη εδοκίμασε και αποτυχίας, ευθύς κατηγορείται δι' αυτάς, και ότε μάλιστα πράττει το κάλλιστον, ονειδίζεται, ότι δεν έπραξε καλήτερα· άλλος πάσχει χειρότερον, χάνει τα προτερήματά του. Εξ ενός μέρους το κακόν αυξάνει, εκ του άλλου το καλόν σμικρύνεται, και, του όλου ισοσταθμιζομένου, ο χρησιμώτατος άνθρωπος γίνεται επικίνδυνος. Αλλά μεγαλήτερον παρά την πτώσιν του κακόν είναι η ύψωσις εκείνου, τον οποίον η διαβολή θέτει εις τον τόπον του, και ο οποίος κοινώς δεν είναι άξιος ταύτης. Τοιαύτην εντύπωσιν κάμνει το παράδειγμα αδίκου δυστυχίας και αναξίας ευημερίας. Εκ τούτου η ελάττωσις του όλου, η λήθη των καθηκόντων, η ευτολμία της αισχύνης, η προπέτεια του πταίσματος, και όλαι αι υπό της ακολασίας συγχωρημέναι καταχρήσεις. Τοιαύτη είναι η της ευνοίας βασιλεία. Κρίνε, πόσον μέλλει αυτή να ταχύνη της αυτοκρατορίας την πτώσιν. Αναμφιβόλως. Ω! τούτο είναι εις τον ηγεμόνα ολεθρία αδυναμία, είπεν ο αυτοκράτωρ· αλλ' ίσως συγχωρητέα εις γέροντα απαυδήσαντα να βλέπη εαυτόν τριάκοντα έτη παλαίοντα ματαίως κατά της ειμαρμένης, και, ότι μ' όλους τους αγώνας του το πλοίον του κράτους συντριφθέν υπό των τρικυμιών, μέλλει ευθύς να καταποντισθή. Διότι τέλος πάντων ας μη ελπίζωμεν· αυτή εκείνη η μεγαλειότης και η διάρκεια της αυτοκρατορίας είναι αι αιτίαι της καταστροφής της. Εδέχθη τον νόμον, τον οποίον προ αυτής η απέραντος αυτοκρατορία του Βήλου και η του Κύρου εδέχθη· ως εκείναι ήκμασε· μέλλει να παρακμάση ως εκείναι.
Δεν έχω πίστιν, είπεν ο Βελισάριος, εις την ειμαρμένην τούτων των μεταβολών. Με τούτο μεταβάλλεται εις σύστημα η αθυμία, και στενάζω βλέπων, ότι περιεπέσαμεν εις αυτήν. Όλα απολύονται, και αι πολιτείαι αυταί, το ηξεύρω, δεν πιστεύω όμως ποσώς, ότι η φύσις εχάραξε τον κύκλον της υπάρξεώς των.
Είναι ηλικία, καθ' ήν ο άνθρωπος είναι ηναγκασμένος ν' απαρνηθή την ζωήν και ν' αποφασίση ν' αποθάνη· δεν υπάρχει όμως καιρός, εις τον οποίον να ήναι συγχωρημένον να παραιτηθή τις την σωτηρίαν του βασιλείου. Η πολιτεία αναμφιβόλως είναι υποκειμένη εις σπασμούς κλονούντας αυτήν, εις ασθένειαν, ήτις την φθείρει, εις προσβολάς, αι οποίαι από την χαράν την ρίπτουσιν εις την βαρυθυμίαν. Η εργασία φθείρει τα ελατήριά της, η ανάπαυσις τα παραλύει, η διχόνοια τα συντρίβει· αλλά κανέν από τα δεινά τούτων δεν είναι θανατηφόρον. Εφάνησαν έθνη εγερθέντα από τας τρομερωτάτας πτώσεις, αναλαβόντα από την πλέον απηλπισμένην κατάστασιν, και, μετά τας βιαιοτάτας πολιτικής νόσου κρίσεις, επανορθωθέντα με περισσοτέραν δύναμιν και ευρωστίαν παρά ποτέ. Όθεν η παρακμή των δεν είναι προσδιωρισμένη, ως εις ημάς η της ηλικίας παρακμή. Το γήρας αυτών είναι ανύπαρκτον πλάσμα, η δε ελπίς η βοηθούσα την ευψυχίαν ημπορεί να εκταθή, όσον μακράν θέλει τις. Η αυτοκρατορία αύτη είναι ασθενής, ή μάλλον εκνευρισμένη· αλλά το αντιφάρμακον και η νόσος είναι εις την φύσιν των πραγμάτων· ημείς δε πρέπει να το ζητήσωμεν εις αυτήν. Λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, καταδέξου να κάμης με ημάς την παραμυθητικήν ταύτην έρευναν και, πριν φθάσωμεν εις την θεραπείαν, ας εξετάσωμεν τας αρχάς της νόσου. Πολλά καλά, είπεν ο Βελισάριος. Τούτο θέλει είσθαι πολλάκις της συνομιλίας μας η υπόθεσις.
Κεφάλαιον ΙΑ'.
Ο Ιουστινιανός υπεράλλοτε ανυπόμονος να ιδή πάλιν τον Βελισάριον, ήλθε την
ακόλουθον ημέραν, διά να τον αναγκάση να διαρρήξη το κάλυμμα, το οποίον
τόσον καιρόν εκάλυπτε τα δεινά της αυτοκρατορίας. Ο Βελισάριος δεν ανέτρεξεν
ανώτερον της εποχής του Κωνσταντίνου. Οποία ζημία είπεν, ο με τόσην
σταθερότητα, τόλμην και δραστηριότητα μεγαλοφυέστατος ανήρ απέτυχεν εις τους
σκοπούς του, και εμεταχειρίσθη πλειοτέρους αγώνας εις το ν' ανατρέψη την
αυτοκρατορίαν παρ' όσας εχρειάζετο εις το να ανακαινίση την λαμπρότητά της! Οι
νέοι του θεσμοί είναι αριστούργημα νοός. Οι Πραιτωριανοί καταλυθέντες, οι
παίδες των πτωχών υιοθετηθέντες από την πολιτείαν
(4), η εξουσία
του επάρχου διαιρεθείσα και περισταλθείσα, οι απόμαχοι στρατιώται κατατεθέντες
κύριοι και φύλακες των συνόρων, όλα ταύτα είναι έμφρονα και μεγάλα. Διατί δεν
περιωρίζετο εις τόσον απλά μέσα; Δεν ησθάνθη, ή δεν ήθελε να αισθανθή, ότι,
μεταθέτων την καθέδραν της αυτοκτατορίας, εκλόνιζε και φυσικώς και ηθικώς τα
στερεώτατα αυτής θεμέλια. Ματαίως ηθέλησε να ήναι η πόλις του δευτέρα Ρώμη,
εγύμνωσε την παλαιάν από τα πλουσιώτερά της καλλωπίσματα προς στολισμόν της
νέας. Τούτο ωμοίαζε θεατρικήν υπόκρισιν και θέαμα μάταιον και
ολιγοχρόνιον.
Παράξενα λέγεις, υπέλαβεν ο Τιβέριος, και η μητρόπολις του κόσμου μ' εφαίνετο πολύ αξιώτερον, πολύ αρμοδιώτερον κειμένη επί του Βοσπόρου, εν τω μέσω δύω θαλασσών και μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, παρά εις το μεσόγειον της Ιταλίας, παρά το χείλος του ρύακος του μόλις από λέμβους πλωτού.
Ο Κωνσταντίνος εστοχάσθη ως συ, είπεν ο Βελισάριος, και ηπατήθη. Η επικράτεια, η ηναγκασμένη να διασκορπίζη τας δυνάμεις της έξω, χρεωστεί εις το εσωτερικόν ευκόλως να κυβερνάται, να περιστέλλεται και να προστατεύεται. Τοιούτον ήτο της Ιταλίας το προτέρημα. Η φύσις αυτή εφαίνετο, ότι κατέστησεν αυτήν καθέδραν των κοσμοκρατόρων. Τα όρη και αι θάλασσαι, τα περικαλύπτοντα αυτήν, την προφυλάττουν ολιγοδαπάνως από τας προσβολάς των γειτόνων των. Και η Ρώμη, προς ασφάλειάν της, μόνον τας Άλπεις είχε να φυλάττη. Εάν εχθρός ισχυρός και τολμηρός υπερέβαινε τούτους τους φραγμούς, τα Απεννίνα ήθελαν κατασταθή καταφύγιον των Ρωμαίων, και προτείχισμα του ημίσεος της Ιταλίας. Εκεί ο Κάμιλλος ενίκησε τους Γαλάτας, και εις αυτόν τον ίδιον τόπον ο Ναρσής ενίκησε τον Τοτίλαν τόσον λαμπράν νίκην.
Εδώ ημείς έχομεν σταθεράν και αμετάβλητον στάσιν. Το ελατήριον της κυβερνήσεως είναι υποκείμενον εις την προσβολήν όλων των ατυχημάτων. Ερώτησε τους Σκύθας, τους Σαρμάτας, τους Σλάβους, αν ο Έβρος, ο Δούναβις, ο Τάναϊς είναι φραγμός, προξενούντες εις αυτούς φόβον. Το Βυζάντιον είναι το μόνον κατ' αυτών καταφύγιόν μας. Ό,τι δε περισσότερον με λυπεί, δεν είναι τα αδύνατα τείχη του. Εις την Ρώμην οι εσωτερικώς επικρατούντες νόμοι εδύναντο να εκτείνωσι κατ' ολίγον την επιμέλειαν και ενέργειάν των από το μέσον της πολιτείας έως εις τας εσχατιάς. Η Ιταλία ήτο υπό τους οφθαλμούς και τας διευθυνούσας χείρας των. Ούτοι ερρύθμιζον τα κοινά ήθη, τα δε ήθη ανταπέδιδον εις αυτούς πιστούς διανομείς. Εδώ έχομεν τους αυτούς νόμους· αλλ' όλα είναι μεμακρυσμένα, τίποτε δεν είναι σύμφωνον, τίποτε δεν είναι αρμονικόν. Η εθνική γνώμη δεν είναι ευσταθής. Η πατρίς ουδέ όνομα έχει. Η Ιταλία εγέννα άνδρας πνέοντας εκ γενετής φιλοπατρίαν και αυξάνοντας εις το πεδίον του Άρεως. Εδώ ποία είναι η κοιτίς, ποίον το διδασκαλείον των πολεμικών. Οι Δαλματοί, οι Ιλλυριοί, οι Θράκες, είναι ξένοι δι' υμάς, καθώς και οι Νομάδες και οι Αιθίοπες. Κανέν κοινόν συμφέρον δεν τους συνδέει, καμμία δοξασία πολιτική και συστηματική δεν τους διεγείρει, ουδέ τους κινεί εις ενέργειαν. Ενθυμηθείτε, ότι είσθε Ρωμαίοι, έλεγεν εις τους στρατιώτας του στρατηγός τις της αρχαίας Ρώμης, και αύτη η δημηγορία τους κατέστενεν ακαμάτους εις τους κόπους και ατρομήτους εις τας μάχας. Τώρα δε τι θέλομεν ειπεί εις τα στρατεύματά μας, διά να τα εμπνεώσωμεν ευτολμίαν· Ενθυμήθητε, ότι είσθε Αρμένιοι, Νομάδες, ή Δαλματοί; Η επικράτεια δεν είναι έν σώμα· τούτο είναι η αρχή της αδυναμίας της· και δεν εσυλλογίσθησαν, ότι εχρειάζοντο αιώνες, διά ν' αποκασταθή εις αυτήν η ενότης εκείνη, η οποία ονομάζεται πατρίς, και ήτις είναι αποτέλεσμα ανεπαίσθητον και βραδύ της έξεως και της κοινής γνώμης. Ο Κωνσταντίνος εστόλισε την πόλιν του με τα αγάλματα των ηρώων της Ρώμης· μάταιον στρατήγημα· φευ! αι εικόνες αύται ήσαν έμψυχοι εις το Καπιτώλιον· αλλ' η ψυχή η ζωογονούσα αυτάς δεν επέβη τα πλοία μας· αυτά διεκόμισαν μόνον μάρμαρα. Οι Παύλοι Αιμίλιοι, οι Σκηπίωνες, οι Κάτωνες είναι εις ημάς άλαλοι· το Βυζάντιον είναι εις αυτούς ξένον. Αλλ' εις την Ρώμην ούτοι ωμίλουν προς τον λαόν, ο δε λαός τους ενόει.
Δεν βλέπω, είπεν ο Ιουστινιανός, αν εις την Ρώμην η αυτοκρατορία ήτον ησυχωτέρα και ευτυχεστέρα προ πολλού. Ο λαός εξευτελίσθη εκεί, η Γερουσία έτι περισσότερον. Η αυτοκρατορία είναι αδύνατος και δυστυχής πανταχού, είπεν ο Βελισάριος, όταν ήναι εις χείρας κακάς. Αλλ' εις την Ρώμην δεν εχρειάζετο άλλο, ειμή καλή βασιλεία προς μεταρρύθμισιν των πραγμάτων. Παρατήρησε, από ποίαν ταπείνωσιν ανηγέρθη πολιτεία επί Αδριανού, και εις πόσην δόξαν και μεγαλοπρέπειαν έφθασεν επί Μάρκου Αυρηλίου. Η Ρωμαϊκή αρετή εξέλειπε χωρίς να σβεσθή. Ο άξιος να την αναζωπυρήση ηγεμών εύρισκε τον βλαστόν αυτής εις τας ψυχάς. Ο βλαστός ούτος απωλέσθη εις το Βυζάντιον, και πρέπει να σπαρθή πάλιν· τούτο δε μέλλει να ήναι το μέγα έργον βασιλείας δικαίας κ' επιεικούς. Χωρίς το τερατούργημα τούτο τα πάντα αφανίζονται. Και αι πρόοδοι αυταί των όπλων μας είναι καταστροφή της πολιτείας. Η αυτοκρατορία έχει καθ' εαυτής εκατόν εχθρούς, έχοντας ένα και μόνον εχθρόν. Ελπίζουν να τας αφανίσωσι, και εκείνοι αναγεννώνται, διαδέχονται αλλήλους, και διά ταχέων περισπασμών λαμβάνουσι παρ' αυτών καιρόν ν' ανεγείρωνται. Εντοσούτω ο κοινός εχθρός των αδυνατεί, στασιάζων· αι καταδρομαί του τον καταστρέφουν, οι κόποι του τον αφανίζουν· αι νίκαι του αυταί είναι εις αυτόν πληγαί, αίτινες δεν έχουν καιρόν να κλείσουν, και, μετ' ανηκούστους αγώνας προς στερέωσιν της δυνάμεώς του, μία μόνη ημέρα κλονεί και ανατρέπει τας ευτυχεστάτας πολυετείς πράξεις. Ποσάκις επί την βασιλείας ταύτης αι σημαίαι μας διέπτησαν από τον Τίβεριν εις τον Ευφράτην, από τον Ευφράτην εις τον Δούναβιν; Όλοι δε οι αγώνες των στρατευσάντων υπό τον Μούνδον, Γερμανόν, Σολομώντα, Ναρσήν και εμέ, αν τολμώ να ονομάσω εμαυτόν, όλοι ούτοι κατήντησαν να μας φέρωσι την επιταχθείσαν ειρήνην.
Τούτο είναι επάναγκες, είπεν ο αυτοκράτωρ, επειδή ο πόλεμος μας καταπιέζει. Τρόπος αποφυγής του πολέμου, είπεν ο γέρων, δεν είναι η αγορά της ειρήνης, Οι βάρβαροι της άρκτου δεν ζητούν άλλο παρά λείαν, και, όσον φαίνεται μάλλον ευάλωτος, τόσον μάλλον είναι βέβαιοι, ότι θέλουσι την αρπάξει. Οι Πέρσαι ουδέν αξιολογώτερον έχουσιν, ειμή, ερχόμενοι ένοπλοι κατ' έτος, να λεηλατώσι τας εις την Ασίαν επαρχίας μας. Και τους αποπέμπουσι με χρυσίον! Οποίος τρόπος απομακρύνσεως αυτών, η προσφορά δολώματος, το οποίον τους ελκύει! Αυτά ταύτα τα λύτρα της ειρήνης γίνονται τροφή του πολέμου. Οι δε αυτοκράτορές μας, εξασθενούντες τους υπηκόους των δεν κάμνουν άλλο, παρά καταστένουσι τους εχθρούς των απληστοτέρους και ισχυροτέρους.
Με λυπείς, είπεν ο Ιουστινιανός. Ποίον λοιπόν φραγμόν θέλεις ν' αντιτάξωσιν εις αυτούς; Καλά στρατεύματα, είπεν ο Βελισάριος, και εξαιρέτως ευτυχείς υπηκόους. Όταν οι βάρβαροι διασπείρωνται εις τας επαρχίας μας, διά λείαν μόνον το κάμνουν. Ολίγον τους μέλει, ότι αφίνουσι, μετά την αναχώρησίν των, την ερήμωσιν και το μίσος, αρκεί μόνον ν' αφήσωσι τον τρόμον. Δεν είναι το αυτό εις αυτοκρατορίαν θέλουσαν να φυλάξη ό,τι έχει· αν δεν κάμνη ν' αγαπάται η δυναστεία της, πρέπει να την παραιτήση. Η επί του φόβου θεμελιουμένη εξουσία εξασθενεί και χάνεται εις την μεγάλην έκτασιν. Είναι αδύνατον να βασιλεύη τις διά της βίας από τον Ταύρον μέχρι των Άλπεων, από του Καυκάσου έως εις τους πρόποδας του Άτλαντος. Τωόντι, τι διάφορον εις τους δυστυχείς, των οποίων εκπιέζουσι τον ιδρώτα, να έχωσι τυράννους τους Ρωμαίους, ή τους Πέρσας; Κακώς υπερασπίζονται την εξουσίαν, υπό της οποίας αυτοί οι ίδιοι καταθλίβονται· και αν δεν τολμούν ν' απαλλαχθώσι απ' αυτήν, τουλάχιστον αφίνονται εις άλλους να τους ελευθερώσουν. Η φιλανθρωπία, η ευεργεσία, η ευθύτης, η ειλικρίνεια, η άγρυπνος επιμέλεια διά την ευδαιμονίαν των λαών, τους οποίους υπέταξαν, ταύτα τους προσκολλούν εις ημάς. Τότε η καρδία της πολιτείας είναι πανταχού, και εις πάσαν επαρχίαν συρρέει η δραστηριότης, η δύναμις και ισχύς.