Δεν ηξεύρω, είπεν ο Τιβέριος, πλην μοι φαίνεται ολιγώτερον επιζήμιος, ολιγώτερον ανωφελής παρ' όσον τον στοχάζεσαι. Διότι, εάν εις το σύνολον των κοινών κτημάτων δεν προσφέρη τον καρπόν των προτερημάτων, της δραστηριότητος και της ευμηχανίας του, προσφέρει το αργύριόν του, και τούτο είναι το αυτό.
Αι, φίλε μου, είπεν ο γέρων, τα χρήματα δεν είναι άλλο παρά το σημείον των κτημάτων, τα οποία τις παραχωρεί και το ενέχυρον της αποδόσεώς των. Εις την ληψοδοσίαν τούτων των κτημάτων ταύτα φανερόνουν την τιμήν των. Αλλ' όστις εις την ληψοδοσίαν ταύτην παρουσιάζει μόνον το σημείον, και ποτέ το αληθές πράγμα, καταχράται οφθαλμοφανώς το μέσον της ανταλλαγής, διά να λαμβάνη ακαταπαύστως ό,τι ποτέ δεν αποδίδει. Ο μεταβλητός εγγυητής, τον οποίον δίδει, τον απαλλάσσει από όλα, αντί να τον υποχρεόνη. Ας αγρυπνή ο άρχων, ας μάχεται ο στρατιώτης, ας εργάζεται ο γεωργός και ο τεχνίτης αδιακόπως δι' αυτόν, τα αποκτηθέντα εις τας υπηρεσίας των δικαιώματά του επικυρούνται κατ' έτος, και το προνόμιον, το οποίον έχει να ζη άχρηστος, είναι εγχαραγμένον επί χρυσών ελασμάτων.
Ούτω λοιπόν η ευπορία κρατεί τον κόσμον υπομίσθιόν του· είπεν ο νέος. Ναι, φίλε, είπεν ο γέρων, χωρίς να προξενήση τούτο εις τον πλούσιον άλλον κόπον και άλλην φροντίδα, ειμή ν' αποδώση λεπτομερώς εις την κοινωνίαν τας συνθήκας της δουλείας, την οποίαν έκαμε με αυτόν. Και διά τι αύτη η δουλεία; ηρώτησεν ο Τιβέριος, Διά τι πλούσιοι εις την πολιτείαν; Διότι οι νόμοι, είπεν ο ήρως, διατηρούσιν εις έκαστον ό,τι απέκτησε· διότι τίποτε δεν είναι καλήτερον αποκτημένον παρά τον καρπόν του κόπου, της βιομηχανίας και της διανοίας· διότι η ελευθερία του αποκτάν συμπεριλαμβάνει και την ελευθερίαν του θησαυρίζειν· και διότι η ιδιοκτησία, ως η ελευθερία, πρέπει να ήναι δικαίωμα απαραβίαστον (10)
Κακόν είναι βέβαια το να υπάρχωσιν άνθρωποι δυνάμενοι να επιφορτίσωσιν εις την κοινωνίαν όλα τα έξοδα την υπάρξεώς των και πολλών άλλων ανθρώπων, τους οποίας μεταχειρίζονται μόνον προς όφελός των· αλλ' ήθελεν είσθαι μεγαλήτερον κακόν το ν' αφαιρεθή από την άμιλλαν, την εργασίαν και την βιομηχανίαν, η ελπίς του αποκτάν, και η ασφάλεια του απολαύειν τα αποκτηθέντα. Μη θλίβεσαι λοιπόν διά το άφευκτον κακόν. Ενόσω υπάρχουσιν εις αυτήν άνθρωποι δραστηστιώτεροι, βιομηχανικώτεροι, φειδωλότεροι, ευτυχέστεροι παρ' άλλους, θέλει υπάρχει ανισότης εις τον μερισμόν των κτημάτων. Η ανισότης αύτη θέλει είσθαι μάλιστα υπερβολική εις τας ακμαζούσας πολιτείας, χωρίς να έχη τις το δίκαιον να την εξαλείψη.
Ομολόγησε λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι η πολυτέλεια είναι καλόν κατά τι, διότι αυτή διά των δαπανών της σμικρύνει και εξολοθρεύει την ανισότητα ταύτην. Ήγουν η πολυτέλεια είναι καλή εις το να εξαντλή τας πηγάς της πολυτελείας. Το ομολογώ, είπεν ο Βελισάριος, και δέχομαι ν' αφήσωσιν εις τα πλούτη όλα τα μέσα της αναλώσεώς των. Εγώ δεν νωώ να υποχρεώσωσι τον έχοντα να τα καταχώση εις την γην, ουδέ να διορίσωσιν εις αυτόν την χρήσιν αυτών. Οι νόμοι, σε το είπα, δεν χρεωστούν να ενέχωνται εις άλλο, ειμή εις το να επιβάλλωσι το φορτίον των δημοσίων χρειών· εις τα κοινά κτήματα, αφίνοντες άθικτον και ιεράν την μερίδα της τροφής, και εγγίζοντες μόνον το περισσεύον της ευπορίας πάσης καταστάσεως. Η κοινή δόξα θέλει κάμει το λοιπόν. Η κοινή δόξα! είπεν ο αυτοκράτωρ. Ναι, αύτη, είπεν ο Βελισάριος, αστενοχωρήτως και αβιάστως αποκαθιστά παν πράγμα εις τον οικείον τόπον. Απ' αυτήν πρέπει να προσμένωμεν των ηθών την μεταρρύθμισιν. Η μεταρρύθμισις αύτη σε φαίνεται δύσκολος· εξαρτάται από την θέλησιν και το παράδειγμα του κυριάρχου. Άμα ο άνθρωπος, ο έχων μεν την αυτήν αξίαν με άλλους, αλλά κοσμιώτατος και απλούστατος κατά τα ήθη, αξιωθή παρά του άνακτος καλλίστην υποδοχήν, άμα δείξη καταφρόνησιν προς τας κατ' επίδειξιν δαπάνας και την γυναικώδη πολυτέλειαν, άμα ρίψη βλέμμα περιφρονητικόν εις τους δούλους της μαλθακότητος, και προσηλώση όμμα αρεσκείας και αιδούς εις τα θύματα του κοινού συμφέροντος, η αυλή ευθύς θέλει λάβει κλίσιν προς την ευγενή απλότητα και την έμφρονα φειδώ. Η μεγαλοπρέπεια όχι μόνον δεν θέλει τιμάσθαι εκεί, αλλά μάλιστα θέλει είσθαι και απρεπής. Ήθη καθαρά και αυστηρά θέλουν αντικατασταθή αντί των ακολάστων και ματαιοσπούδων. Όλαι αι τιμαί θέλουν αποδίδεσθαι εις την προσωπικήν αξίαν, και αφήσει την ματαιοφροσύνην και την πολυτέλειαν να θαυμάζωνται μόναι και να συναρέσκωνται. Ω! φίλοι, με πόσην ορμήν πίπτον ηθέλαμεν βλέπει το κράτος των! Ηξεύρετε, πόσον η πόλις είναι προσεκτική, ευπειθής και πρόθυμος ν' ακολουθή το παράδειγμα της αυλής. Ό,τι δε είναι εις τιμήν μεταβαίνει εντός ολίγου εις χρήσιν. Η αρχαία λιτότης, αποκατασταθείσα, ήθελε γεννήσει την αφιλοκέρδειαν· αύτη δε τα ηρωικά ήθη. Ο ικανός να γίνη ωφέλιμος άνθρωπος, μη έχων ήδη εις τα σεμνά ήθη ουδεμίαν αιτίαν πλεονεξίας, και ελευθερωθείς από την δουλείαν των εξουθενητικών χρειών της τρυφής, ήθελεν αισθανθή εις εαυτόν αναπτυσσόμενον τον βλαστόν των τιμίων φρονημάτων. Η φιλοπατρία, η φιλοδοξία ήθελαν κυριεύσει ψυχήν ελευθέραν και επαιρομένην διά την ελευθερίαν. Όλαι αι δυνάμεις της ευγενούς αμίλλης ήθελαν αναπτυχθή συγχρόνως. Α! εάν ο ηγεμών ήξευρεν, οποίαν επιρροήν έχει εις τας ψυχάς, και πώς ημπορεί να τας συγκινή ακαταναγκάστως και αβιάστως! Αύτη είναι η πλέον ακαταμάχητος δύναμίς του· και ταύτην μόνον δεν γνωρίζει.
Ποία δε δύναμις, είπεν ο Ιουστινιανός, δύναται ν' αντισηκώση την φιληδονίαν, το θέλγητρον των τέρψεων, την επιθυμίαν του αποκτάν το αντίτιμον όλων των αγαθών; Τι μέλει τον άνθρωπον, τον δι' όλων των αισθητηρίων μεθυσκόμενον υπό της τρυφής, αν η αυλή τον κακολογή, ή τον επαινή; Δύναται ο βασιλεύς να εμποδίση, ώστε ο άνθρωπος ούτος, αυτός καθ' εαυτόν, να μη διαθέτη κατά την φαντασίαν του λαόν βιομήχανον, πρόθυμον να τον υπηρετή, ώστε να μη τον περικυκλόνωσιν αι ηδοναί, να μη τον υποτάσσωνται αι τέχναι; Όχι, είπεν ο Βελισάριος, αλλ', εάν θέλη, δύναται να προσάψη αίσχος μεν εις την μαλθακότητα, καταφρόνησιν δε εις την αργίαν· δύναται ν' αφαιρέση από τα πλούτη το δικαίωμα του να υψόνουν εις τα πρώτα αξιώματα της πολιτείας την οκνηρίαν, την κακίαν και την ανικανότητα· δύναται να κάμη, ώστε αι επαισθητότεραι απoλαύσεις, αι ηδύτεραι του βίου ευφροσύναι να συνάπτωνται με την από του κοινού τιμήν και να υπάγουν ομού με αυτήν προς συναπάντησιν της αξίας· δύναται τουλάχιστον να εξουθενήση την πολυτέλειαν και να της αφαιρέση τον τύφον. Τούτο αρκεί· η πολυτέλεια ταπεινωθείσα δεν θέλει πλέον ταπεινώσει την πενίαν, δεν θέλει πλέον αμαυρόνει την αρετήν. Θέλουν είσθαι αγαθά, το αντίτιμον των οποίων δεν θέλουν είσθαι πλέον τα πλούτη. Η πίστις και η κοινή υπόληψις, αι τιμαί και τα αξιώματα θέλουν απόκεισθαι εις την αξίαν. Ο χρυσός δεν θέλει πλέον εξαλείφει τας κηλίδας του ψόγου και του αίσχους, η δε χαμέρπεια της ψυχής δεν θέλει κρύπτεσθαι πλέον υπό την λάμψιν αλαζονικής μεγαλοπρεπείας.
Πιστεύσατέ με, φίλοι, ότι η πολυτέλεια έχει ολίγας απολαύσεις ανεξαρτήτους από την υπερηφάνειαν. Αι πλέον λεπτουργημέναι επιθυμίαι της είναι πλασταί· η δε γνώμη, η προσαπτομένη εις τας ματαίας και ευμεταβλήτους ηδονάς της, είναι το ευαρεστότερόν των· Εξαλείψατε την γνώμην ταύτην, και θέλετε φέρει τα πλούτη εις την κυρίαν και αληθινήν των τιμήν. Τότε δε, όστις θέλει τα έχει, αν θέλη να τιμηθή και να τα εξευγενίση, θέλει κάμει καλητέραν χρήσιν αυτών. Η πολυτέλεια καθιστά τον πλούσιον να μη δύναται να ήναι γενναίος· αι χρείαι τον καταστένουν φιλάργυρον· και η φιλαργυρία του είναι μίγμα όλων των παθών, τα οποία ευχαριστεί με χρυσίον. Αλλ' αν τα ορμητικώτερα τούτων των παθών, η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία, αυτός ο έρως, διότι ακολουθεί την δόξαν, δεν αναφέρονται πλέον εις τα της πολυτελείας, παρατηρήσατε, πόσον αυτής το θέλγητρον και της φιλαργυρίας η δύναμις ελαττούται.
Τα αληθή πλεονεκτήματα του πλούτου, η ευπορία, αι ευκολίαι, αι της αφθονίας τρυφαί, η ανεξαρτησία, και η ανάπαυσις, τέλος το κράτος, το οποίον ο πλούσιος ενεργεί επάνω εις πλήθος ανθρώπων ασχολουμένων εις τα περί αυτόν· όλα ταύτα, λέγω, είναι ικανώτατα να συγκινήσωσι τους μικροψύχους. Και ποσώς δεν ελπίζω, ουδέ φοβούμαι την ολικήν καταστροφήν των τεχνών, τας οποίας υποτρέφει ο πλούτος. Αλλ' εάν αι τιμαί δεν απονέμωνται εις αυτόν, αι ψυχαί, εις όσας η φύσις έδωκεν ενέργειαν και ύψος, αι ψυχαί αι δεκτικαί παθών ευγενών και αρετών μεγάλων, θέλουν καταφρονήσει τας ματαιοτήτας ταύτας και θέλουν ζητήσει αλλαχού τον έπαινον και την δόξαν.
Ποτέ δεν θέλει είσθαι, είπεν ο Τιβέριος, εις επικράτειαν πλουσίαν τούτο, ήγουν η άγονος λαμπρότης των τιμών να αμαυρώση την λαμπρότητα του πλούτου. Μόνον η λάμψις του πλούτου θαμβόνει τον λαόν, και αι τιμαί, η μεγαλειότης αυτή έχουν χρείαν αυτού, διά να εμπνέωσι σέβας εις τον λαόν.
Ποίος από τους δύο κατά την γνώμην σου, τον ηρώτησεν ο γέρων, αυξάνει την σεμνότητα, την μεγαλειότητα της Ρωμαϊκής Γερουσίας, ο πλούσιος Λεύκουλλος ή ο πτωχός Κάτων; Η ερώτησις αύτη ετάραξε τον Τιβέριον. Σας ομιλώ περί καιρού πολυτελείας, υπέλαβεν ο ήρως· και κατ' εκείνον έτι τον καιρόν με οποίον σέβας το υγιέστερον μίσος της πολιτείας, ο λαός, δεν ανεπόλει καθ' εαυτόν τας λαμπράς ημέρας της ελευθέρας, της εναρέτου και πτωχής Ρώμης, τους αιώνας, κατά τους οποίους η μικρά της χώρα εκαλλιεργείτο από χείρας νικηφόρους και κατά τους οποίους το υνίον ήτο δαφνοστεφές; Δότε περισσοτέραν αξίαν εις τον λαόν, και πιστεύσατε, ότι μονάρχης σοφός, περικυκλούμενος από πολεμιστάς και υπουργούς, μη έχοντας τύφον, αλλά φορτωμένους τιμάς και έτη, θέλει προσφέρει θέαμα χιλιάκις σεμνότερον παρά τρυφηλός ηγεμών περικυκλωμένος από αυλικούς. Οι εν τέλει, όσοι θέλουν να τιμώνται χωρίς να δαπανήσωσιν εις τούτο τίποτε, δεν παύουν λέγοντες, ότι το αξίωμά των, διά να εμπνέη σέβας, πρέπει να ήναι περιβεβλημένον πομπήν και μεγαλοπρέπειαν. Και τωόντι, ταύτα είναι ως περιβόλαιον, το μέγεθος του οποίου κρύπτει τα ελαττώματα του σώματος· αλλά τούτο είναι απόδειξις μεγαλητέρα, ότι πρέπει ν' απομακρυνθή αύτη η εξωτερική λαμπρότης, ήτις μετασχηματίζει και συγχέει τους ανθρώπους. Όταν η αρετή παρουσιασθή εις τας πρώτας τιμάς, ως ο αθλητής εις το στάδιον, θέλει διακρίνεσθαι πολύ καλήτερον από την ισχύν και την καλλονήν της. Εάν δε η κακία, η χαμέρπεια, η αναξιότης φανώσιν εκεί, θέλουν πολύ περισσότερον καταισχυνθή.
Άλλο πλεονέκτημα των απλοϊκών ηθών, εις τα μεγαλεία είναι, ότι επικουφίζει την πολιτείαν από τας ολεθρίας δαπάνας των παρασήμων, σμικρύνει την αξίαν των αμοιβών. Αι καλώς απονεμόμεναι τιμαί επέχουν τόπον πλουσιωτάτων βραβείων· ο δε ηγεμών, όστις θέλει είσθαι φειδωλός διανομεύς αυτών, θέλει είσθαι και του αγαθού των υπηκόων του. Τούτο είναι το κυριώτερον. Δεν πρόκειται λόγος να εμποδισθώσιν οι πλούσιοι από την πολυτέλειαν· αύτη είναι πυρ, καταναλίσκον και αυτό μετ' ολίγον την τροφήν του. Πρόκειται να προφυλαχθώσιν από την επιθυμίαν της πολυτελείας, και από την δίψαν του πλούτου εκείνοι, οίτινες έχοντες μόνον προτερήματα, γνώσεις και αρετάς, ήθελον τολμήσει να τα μισθώσωσι. Διά τούτο πρέπει ν' αποδίδωνται εις αυτούς τιμαί, τας οποίας τίποτε δεν αμαυρόνει, και αι οποίαι ποτέ δεν βεβηλούνται. Υπηρέτησα τον βασιλέα μου με προθυμίαν και ικανήν ευτυχίαν· και ηξεύρω αφ' εαυτού μου, πόσον ο χρυσός είναι αγενής ως προς την δρυν και την δάφνην, όταν αυτά ήναι μισθός της τιμής και της ευγνωμοσύνης του βασιλέως. Ουδέν την τιμήν ταύτην, την τόσον θελκτικήν, ότε είναι σύμφωνος με του λαού την γνώμην, ο ηγεμών έχει το δικαίωμα να την απονέμη μόνον εις το ωφέλιμον και επαινετόν, μη δίδων αυτήν εις άλλο, παρ' ότι είναι μάταιον, κενόσπουδον και επικίνδυνον. Ιδού η μεγάλη του οικονομία. Αλλ' όλα ταύτα απαιτούσι γενναίαν και ακλόνητον απόφασιν, επιείκειαν αδιακόπως προφυλαττομένην κατά της απάτης και του δόλου, σταθεράν βούλησιν, ήτις ποτέ δεν αλλοιούται, και ήτις αφαιρεί ως και την ελπίδα του να φανή μαλακιζομένη, ή μεταβαλλομένη. Θέλει δε είσθαι τοιαύτη, εάν φωτίζεται και υποστηρίζεται από την προς το αγαθόν αγάπην· και τότε η γνώμη του ηγεμόνος θέλει σχηματίσει την κοινήν γνώμην, το δε παράδειγμά του τον εθνικόν χαρακτήρα.
Να σε ομολογήσω, είπεν ο Τιβέριος, ανησυχίαν τινά, ήτις με μένει; Η αυλή αύτη, εκ της οποίας να εξορίσης θέλεις την εύνοιαν, την ραδιουργίαν και την πολυτέλειαν, θέλει είσθαι ίσως σοβαρά· και νέος ηγεμών . . . . . Καταλαμβάνω, φοβείσαι, μην αηδιάση· αλλά, φίλε μου, δεν σε είπον, ότι το βασιλεύειν ήτο τέρψις και διατριβή καιρού. Μ' όλον τούτο ίσως, εις το μέσον των μόχθων του, θέλει έχει στιγμάς γλυκυτάτας. Υπουργός τις, γεωργίας θέλει τον αναγγείλει τας προόδους της γεωργίας εις επαρχίας, αίτινες ήσαν ακαλλιέργητοι, και ούτος θέλει ειπεί καθ' εαυτόν· μία πράξις της θελήσεώς μου έκαμεν εκατόν χιλιάδας ευτυχείς. Οι άρχοντές του θέλουν τον γνωστοποιήσει, ότι είς των νόμων του θέλει σώσει την κληρονομίαν του ορφανού από τας χείρας του απλήστου άρπαγος· αυτός δε θέλει ειπεί· ευλογητός ο θεός! ο αδύνατος προστατεύεται από εμέ. Οι πολεμισταί του δεν θέλουν τον δώσει παραμυθίας τόσον καθαράς. Αλλ' όταν διηγηθώσι προς αυτόν, με ποίον ζήλον και προθυμίαν οι πιστοί του υπήκοοι θέλουν χύσει το αίμα των υπέρ του ηγεμόνος και της πατρίδος των, το έλεος, ο εκ της στερήσεως των πόθος θέλουν αναμιχθή με αγάπην και ευγνωμοσύνην, ήτις θέλει βρέξει τους οφθαλμούς του με δάκρυα. Τέλος αι ευχαί και οι έπαινοι του ευτυχούς αιώνος, επί του οποίου ζη, και η την οποίαν προαισθάνεται απόλαυσις των ευχών του μέλλοντος, τοιαύται είναι του μονάρχου αι ηδοναί. Εάν δε, διά να τον απαλλάξωσιν από την αηδίαν, δεν είναι ταύτα ικανά, θέλει περιέλθει, ως οι αρχαίοι της Περσίας βασιλείς, επισκεπτόμενος τας επαρχίας, διανέμων αμοιβάς εις εκείνον, όστις θέλει ενεργήσει καλήτερον ν' ανθήσωσιν η γεωργία και η βιομηχανία, η αφθονία και η πολυανθρωπία, καθαιρών εκείνους, των οποίων η υπερηφάνεια, η αμέλεια, ή η σκληρότης θέλουν προξενήσει τα εναντία κακά. Εις το Βυζάντιον, ως εις την Ρώμην, οι αυτοκράτορες ανεδέχθησαν να επισκέπτωνται τους δημοσίους σιτοβολώνας, Ήθελεν είσθαι τάχα αναξιώτερον αυτών να υπάγουν εις τας άγρας, διά να ιδούν, εάν ο υπό την ταπεινήν στέγην του γεωργός έχη άρτον διά τα τέκνα του; Ω! πόσον ολίγον γνωρίζει ο ηγεμών τα συμφέροντα και τα καθήκοντά του, αν συγχωρή να τον πλησιάζη η αηδία. Μ' όλον τούτο μη νομίσετε, ότι εις τας ολίγας ησύχους στιγμάς, τας οποίας το αξίωμά του ημπορεί να τον αφήση, η μεγαλειότης δεν δέχεται τας θελκτικάς μετ' οικειότητος συνομιλίας της εμπιστοσύνης και της φιλίας. Θέλει έχει φίλους. Ούτοι θέλουν κατορθώσει ν' απολαύση το θέλγητρον των ευαισθήτων ψυχών. Οι χρηστοί άνδρες, αρκούμενοι εις ολίγον, έχουν εις την ενάρετόν των συνομιλίαν γαλήνην φαιδράν, ήτις πηγάζει από την ειρήνην της ψυχής, και την οποίαν ο τύφος, στενοχωρημένος από χρείας, και η κακία, περιεστοιχισμένη από ελέγχους της συνειδήσεως δεν γνωρίζουσιν. Η εκπλήρωσις των καθηκόντων του εν τέλει τιμίου ανδρός ολίγον καιρόν αναμφιβόλως τον αφίνουν να έχη, αλλ' αι στιγμαί αυτού είναι ηδείαι. Ούτε η μέμψις, ούτε ο φόβος, ούτε η φιλοτιμία τας ταράττει· η δε αυλή ηγεμόνος, με τον οποίον η αθωότης, η ευθύτης, η αλήθεια, ο γενναίος υπέρ του καλού ζήλος δεν θέλουν έχει αιτίαν ν' αποφύγουν καμμίαν παγίδα, να προϊδούν καμμία έκπτωσίν των, να φοβηθούν καμμίαν μεταβολήν, αυτή δεν θέλει είσθαι η λαμπροτάτη αυλή, αλλ' η ευδαιμονεστάτη του κόσμου. Θέλει είσθαι ολιγάριθμος, είπεν ο αυτοκράτωρ. Διά τι; είπεν ο Βελισάριος. Τινές φιλόδοξοι, άνθρωποι αργοί, τινές άνανδροι ηδυπαθείς θέλουν απομακρυνθή. Αλλ' αντ' αυτών οι χρηστοί άνδρες, οι τίμιοι θέλουν προσέλθει εις αυτήν παμπληθεί. Λέγω, φίλτατε Τιβέριε, παμπληθεί, και το λέγω προς έπαινον της ανθρωπότητος. Όταν η αρετή τιμάται, τότε φύεται εις όλας τας ψυχάς. Η κοινή υπόληψις είναι, ως ο ήλιος, όστις την κάμνει ν' ανοίγη και να βλαστάνη με μεγαλωτάτην δύναμιν. Μη κρίνετε περί τούτου κατά την αδρανή και εκνενευρισμένην κατάστασιν, εις την οποίαν είναι αι ψυχαί. Πώς θέλετε, ο υιός, προς τον οποίον ο πατήρ του δεν επαίνεσε ποτέ άλλο παρά το αργύριον, ο οποίος ποτέ δεν ήκουσε να εγκωμιάζεται, και να ήναι επιθυμητόν άλλο παρά η ευπορία, όστις εις τας πόλεις και εις τους αγρούς ουδέν άλλο είδε παιδιόθεν καταφρονούμενον παρά την βιομηχανίαν και την εργασίαν, όστις ηξεύρει, ότι η μεγαλειότης ταπεινούται, ότι η αυστηρότης των νόμων κάμπτεται, ότι αι προς τας τιμάς φέρουσαι οδοί εξομαλύνονται, ότι αι θύραι της ευνοίας ανοίγονται έμπροσθεν του πλούτου, ότι δι' αυτού, και μόνον δι' αυτού αποφεύγει τις την βίαν, και την μεταχειρίζεται ατιμωρήτως, ότι ούτος στολίζει και αυτήν την κακίαν, ότι εξευγενίζει και αυτήν την χαμέρπειαν, ότι επέχει τόπον προτερημάτων, γνώσεων και αρετών· πώς θέλετε, ο άνθρωπος, ποτισμένος από τας ιδέας ταύτας, να διακρίνη το τίμιον από το ωφέλιμον; Αλλ' ας μεταβληθή η γνώμη, ας δώση το παράδειγμα ο κύριος των ηθών, ο ηγεμών, ας καταστήσωσιν η ανατροφή και η έξις πρώτην εις τον άνθρωπον χρείαν την ιδίαν εαυτού υπόληψιν και την των ομοίων του· ας συνηθίσουν την ψυχήν να εξορμά έξω εαυτής, διά να συνάγη τους επαίνους της παρούσης εποχής και της μελλούσης· ας ήναι δι' αυτόν η φήμη και η μνήμη του, μετά την αρετήν, το τιμαλφέστερον των αγαθών όλων· ας καταστήση εις αυτόν η ηθική του αύτη ύπαρξις την τιμήν προσφιλεστέραν της ζωής και το αίσχος τρομερώτερον, βδελυρώτερον παρά το μηδέν, και τότε θέλει φανή, πόσον ολίγην ισχύν θέλουν έχει επ' αυτού αι χαμερπείς επιθυμίαι. Αι! φίλοι, τι άλλο ήσαν οι Δέκιοι, οι Ρήγουλοι, και οι Κάτωνες, ειμή άνδρες, των οποίων η ενθουσιώσα ψυχή έζη εκ της δόξης και αρετής. Αλλ' αύτη η αγωγή απαιτεί ενισχύσεις πραγματικάς. Εις μάτην ήθελον προστάζει εις τους γονείς ν' ανατρέφωσι τους παίδας των εις την αρετήν, εάν η αρετή εγκατελείπετο εις λήθην, η δε κακία, μόνη τιμωμένη, είχε το δικαίωμα να την εξυβρίζη. Πρέπει λοιπόν, προς αποκατάστασιν της ευταξίας, να ενωθή το καλόν με το καλόν, το κακόν με το κακόν, το χρήσιμον με το δίκαιον και τίμιον. Αφού δε αποκατασταθή η ευταξία αύτη, προβλέπετε ευκόλως, πώς τα ήθη ήθελον βοηθεί τους νόμους, και πώς η κοινή γνώμη ήθελεν επικουφίζει την δύναμιν. Αι ελπίδες και οι φόβοι, αι αμοιβαί και αι ποιναί, αι απολαύσεις και αι στερήσεις, ταύτα είναι το βάρος, το οποίον η πολιτική πρέπει να ηξεύρη αρμοδίως να επιθέτη εις την στάθμην την ελευθερίας. Διά τούτου είναι βεβαία, ότι θέλει διοικεί κατ' αρέσκειάν της τον κόσμον. Αλλ' επανέρχομαι εις το προκείμενον. Τα αλαζονικά ήθη των μεγάλων καταστένουν αυτούς απλήστους και αδίκους· ήθη απλούστερα ήθελον τους καταστήσει μετριοπαθείς, φιλανθρώπους, γενναίους· του δε μεγαλητέρου συμφέροντος της κακίας μεταβάντος εις την αρετήν, η αυτή ροπή, ήτις τους έφερε προς το πρώτον, ήθελε τους επανάξει προς το άλλο. Ιδού ωραίον όνειρον! είπεν ο Ιουστινιανός. Δεν είναι όνειρον, είπεν ο Βελισάριος, το να θέλη τις να κυβερνά τους ανθρώπους διά της φιλαυτίας και του συμφέροντος. Ενθυμήσου, πώς εσχηματίσθη εις την γεννωμένην δημοκρατίαν, η γερουσία εκείνη, όπου τόση αρετή, τόσος ηρωισμός διέλαμπε. Τούτο δε, διότι εις την Ρώμην τότε τίποτε δεν ήτο ανώτερον της μεγαλοψυχίας· διότι η κοινή υπόληψις επροσκολλάτο εις τα χρηστά ήθη, το σέβας εις τα ενάρετα, η δόξα εις τα ηρωικά. Τοιαύτα υπήρξαν καθ' όλους τους χρόνους τα ισχυρά της ανθρωπίνης ψυχής ελατήρια.
Ηξεύρω, ότι η πολυχρόνιος έξις, και μάλιστα η του αυθαιρέτου, δεν υποχωρεί χωρίς αντίσταση και εις αυτάς τας ισχυροτάτας αιτίας. Αλλά δι' άνθρωπον άδικον και βίαιον, όστις ήθελε τραχύνεσθαι κατά του φόβου της δυσφημίας, της δυσμενείας, και της περιφρονήσεως, μυρίοι τοιούτοι είναι, τους οποίους ο χαλινός ούτος, συνδεόμενος με το κέντρον της δόξης, ήθελεν οδηγήσει εις την ευθείαν της τιμής και της αρετής ατραπόν. Εξακολουθών λοιπόν, υποθέτω άνδρας χρηστούς αρχηγούς των λαών. Τότε εγγυώμαι με την ζωήν μου διά την υποταγήν, την πίστιν, τον ζήλον του πλήθους των ανθρώπων, οι οποίοι δεν θέλουν πλέον καταδυναστεύεσθαι, οι οποίοι δεν θέλουν πλέον κακούσθαι, και των οποίων η ζωή, η ελευθερία, τα υπάρχοντα θέλουν προστατεύεσθαι από τους νόμους. Τότε η αυτοκρατορία ανεγείρεται, τα διεσπαρμένα της μέλη συνέρχονται πάλιν· το σχέδιον του Κωνσταντίνου, κτισθέν επί της άμμου, λαμβάνει θεμέλια στερεά· και εκ του μέσου της κοινής ευδαιμονίας βλέπω αναγεννωμένην την ευψυχίαν, την άμιλλαν, την δύναμιν, το φιλόπατρι, και μετ' αυτού την πρώην εκείνην της Ρώμης επιρροήν επί της οικουμένης.
Ενώ δε ο Βελισάριος ωμίλει ούτω, ο Ιουστινιανός εθαύμαζε, σιωπών, τον ενθουσιασμόν του γηραιού εκείνου, όστις, λησμονήσας την ηλικίαν, την αθλιότητά του, και την σκληροτάτην κατάστασιν, εις την οποίαν κατήντησεν, ήτον εν θριάμβω, διανοούμενος μόνον το να αποκαταστήση την πατρίδα ευδαίμονα και ακμάζουσαν. Ωραίον πράγμα, τον είπεν, είναι να φροντίζη τις τόσον σπουδαίως περί αχαρίστων. Φίλοι, είπεν ο ήρως, η ευδαιμονεστάτη την ζωής μου ημέρα ήθελεν είσθαι εκείνη, εις την οποίαν ήθελον με ειπεί· Βελισάριε, μέλλουν να σε ανοίξωσι τας φλέβας, και διά την χύσεως του αίματός σου αι ευχαί σου θέλουσι πληρωθή.
Ταύτα ειπόντος, η επέραστος αυτού θυγάτηρ Ευδοξία ήλθε να αναγγείλει, ότι το δείπνον ήτον έτοιμον. Εμβήκε λοιπόν και εκάθησεν εις την τράπεζαν. Η Ευδοξία, χαριτόβρυτος και κοσμιότητα ευγενή έχουσα, έφερε φαγητόν όσπρια, και εκάθησεν εις το πλάγιόν του. Τι! τούτο είναι το δείπνον σας; είπεν ο αυτοκράτωρ τεταραγμένος από αισχύνην. Μάλιστα, είπεν ο Βελισάριος, Τούτο ήτο το δείπνον του Φαβρικίου, και ο Φαβρίκιος ήτο πολύ ανώτερός μου. Ας υπάγωμεν, είπεν ο Ιουστινιανός προς τον Τιβέριον· ο άνθρωπος ούτος με καταισχύνει.
Η αυλή του ελπίζουσα να τον διασκεδάση, ητοίμασε πανήγυριν· αλλ' ούτος δεν κατεδέχθη να υπάγη. Εις την τράπεζαν μόνον περί του δείπνου του Βελισαρίου ωμίλει. Εμβάς δε εις το ταμείον του, είπε καθ' εαυτόν είναι ολιγώτερον δυστυχής παρ' εμέ, διότι εκοιμήθη μη ελεγχόμενος υπό της συνειδήσεως.
Κεφάλαιον ΙΔ'.
Μακράν αυτού δεν δύναμαι να ζήσω πλέον, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον
Τιβέριον, την επαύριον επανερχόμενος προς τον ήρωα. Η γαλήνη και η ησυχία της
ψυχής του μεταδίδονται εις την ιδικήν μου. Αλλ' αμ' απέλθω απ' αυτού, τα νέφη,
τα οποία διεσκέδασε, συναθροίζονται πάλιν, και τα πάντα σκοτίζονται εκ νέου.
Χθες ενόμιζον, ότι έβλεπα εις το σχέδιόν του την εικόνα της δημοσίου ευημερίας·
τώρα δε έμπροσθεν των οφθαλμών μου μόνον πλήθος δυσκολιών είναι. Πώς, π. χ.,
να δυνηθή τις με τας απείρους δαπάνας, από τας οποίας η αυτοκρατορία αύτη
είναι επιφορτισμένη, να επικουφίση τους υπηκόους! Πώς ν' ανανεώση τις τα
στρατεύματα, τα οποία πολυχρόνιοι πόλεμοι εμφάνισαν, και να περιστείλη όλας
τας εισφοράς εις απλούν και ελαφρόν φόρον! Όλα τα προείδεν, είπεν ο Τιβέριος·
και όλα θέλει τα ευκολύνει. Πρόβαλέ τον τους διαλογισμούς σου. Εντεύθεν λοιπόν
ήρχισαν την ομιλίαν των.
Ήξευρα, είπεν ο γέρων, αφού τον ήκουσεν, ότι ήθελα σας αφήσει απορίας· αλλ' ελπίζω να τας διαλύσω.
Αι δαπάναι της αυλής ηλαττώθησαν· εξωρίσαμεν απ' αυτήν την πολυτέλειαν και τας προς τους ευνοουμένους χάριτας. Ας έλθωμεν εις την πόλιν, και ειπέτε με, διά τι λαός αργός και πολυάριθμος επιβαρύνει την πολιτείαν; Ο εις αυτόν διανεμόμενος σίτος (11) ήθελε θρέψει πολλούς λεγεώνας. Ο Κωνσταντίνος επεφορτίσθη την ολεθρίαν ταύτην δαπάνην μόνον διά να κάμη πολυάνθρωπον την πόλιν του, και διά να μιμηθή την Ρώμην. Αλλά με ποίον δίκαιον λαός αργός, όστις δεν είναι ούτε βασιλεύς, ούτε στρατιώτης, είναι εις βάρος του κοινού; Ο Ρωμαϊκός λαός, όλος στρατιωτικός, είχε το δίκαιον να τρέφεται και εις τελειοτάτην ειρήνην από τους καρπούς των κατακτήσεών του. Και ακόμη εις τας λαμπροτέρας ημέρας της δόξης του, δεν εζήτει άλλο ειμή γαίας διά να γεωργή. Όταν δε η πολιτεία τας εχορήγει, ηξεύρετε, με τόσην χαράν διεσπείρετο εις τους αγρούς. Ενταύθα δε εις τι μεταχειριζόμεθα ημείς τον πεινώντα τούτον λαόν τον περικυκλούντα τας πύλας των ανακτόρων; Με τούτον τάχα εδίωξα τους Ούνους λεηλατούντας την Θράκην; Ας κρατήσωσιν εξ αυτών μόνον, όσους η βιομηχανία ημπορεί να ενασχολή και να τρέφη, από τους λοιπούς δε ας συστήσωσιν ευδαίμονας αποικίας· αύται πάλιν θέλουν κατοικίσει την επικράτειαν, και θέλουν ζη από τον καρπόν των κόπων των. Η γεωργία είναι μήτηρ της στρατιωτικής. Και οι καλοί στρατιώται σχηματίζονται όχι εις τας αγκάλας της αργίας και ακηδίας.
Αφού όλοι οι νόμοι γίνωσιν απλοί, ιδίως δε ο του φόρου, το παλατίνον τάγμα πίπτει αφ' εαυτού, ως εκ της ιδίας αυτού αχρηστίας· και ηξεύρετε από πόσας απείρους δαπάνας επικουφιζόμεθα διά τούτου. Η τρομερωτέρα δαπάνη, ήτις μας μένει, είναι η των στρατευμάτων· αλλ' αύτη περιορίζεται εις μόνους τους λεγεώνας. Αι αποικίαι των απομάχων στρατιωτών, αι κατοικισθείσαι επί των συνόρων, ζώσιν από τους κόπους των· η δε ατέλειαι αυτών είναι αντί μισθού. Αι αποικίαι αύται, το αριστούργημα της μεγαλοφυίας του Κωνσταντίνου, εισέτι δεν εξέλιπον, και διά να τας ιδή τις αναζωογονουμένας, αρκεί να θελήση· τοσούτοι ανδρείοι στρατιώται, τους οποίους αφίνετε εκνευριζομένους εις την ταλαιπωρίαν και την αργίαν, δεν ζητούν άλλο παρά να υπάγωσι να γεωργούν και να φυλάττουν το πεδίον της νίκης των. Το αυτό συμβαίνει και, εις τα στρατεύματα τα διεσκορπισμένα εις τας όχθας των ποταμών (12) αι όχθαι αύται, τας οποίας κάμνουν καρποφόρους, τρέφουν τους γεωργούς των.
Σμήνη βαρβάρων προσέρχονται ζητούντες να τους δεχθώμεν εις τας επαρχίας μας. Τους εδέχθημεν ενίοτε με ολιγωτάτην προφύλαξιν (13)· αλλ' ο κίνδυνος είναι μόνον εις τον αριθμόν. Ας τους διασκορπίζωσι, και ας τους δίδωσι γαίας ακατοικήτους και αγεωργήτους, οποίας έχετε πολλάς, φευ! και διοίκησις ήμερος και σταθερά ήθελε κάμει τούτους υπηκόους πιστούς και στρατιώτας πειθαρχικούς.
Μόνον λοιπόν οι λεγεώνες μένουν να ήναι υπομίσθιοι του ηγεμόνος, και ο φόρος μόνος της Αιγύπτου, της Αφρικής και της Σικελίας ήθελε θρέψει τριπλασίους, όσων ποτέ η αυτοκρατορία είχεν (14). Οικονομία λοιπόν πρέπει να γίνη όχι εις αυτούς, και η πολιτεία χρεωστεί να μεριμνά όχι διά την συντήρησιν αυτών, αλλά διά την είσαξίν των (15). Ήτο ποτε καιρός, καθ' όν η τιμή του να εισαχθή τις εις αυτούς, απέκειτο εις τους πολίτας (16)· και οι εκλεκτότεροι νέοι διημιλλώντο περί της απολαύσεώς του. Ο καιρός εκείνος δεν υπάρχει πλέον· πρέπει να τον επαναγάγωμεν πάλιν. Τι δε δεν κατασταίνει τις τους ανθρώπους έχων τιμήν και άρτον!
Οι άνθρωποι δεν είναι πλέον οι αυτοί, είπεν ο αυτοκράτωρ. Τίποτε δεν μετεβλήθη, είπεν ο Βελισάριος, πλην της διοικούσης τα ήθη γνώμης· και δεν χρειάζεται άλλο, ειμή η ψυχή ενός μόνου, ειμή το πνεύμα, και το παράδειγμά του, διά να ελκύση προς εαυτόν όλα τα πνεύματα. Εκ μυρίων πράξεων, αι οποίαι με το αποδεικνύουσιν, ιδού μία, την οποίαν νομίζω αξίαν των λαμπροτέρων της δημοκρατίας ημερών, και η οποία δεικνύει, ότι καθ' όλους τους καιρούς οι άνθρωποι αξίζουν ό,τι τους κάμνει τις ν' αξίζουν. Η Ρώμη εκυριεύθη από τον Τοτίλαν. Είς των ανδρείων στρατηγών, Παύλος ονομαζόμενος, ταξίαρχος μικρού στίφους ανδρών, διέφυγεν από την πόλιν, και ωχυρώθη εις ύψωμα, όπου ο εχθρός τον περιεκύκλωσε. Δεν αμφίβαλλαν, ότι η πείνα θέλει τον καταναγκάσει να παραδοθή· και τωόντι εστερείτο όλα. Καταντήσας εις την εσχάτην έλλειψιν, ωμίλησε προς τον στρατόν του τα εξής. «Φίλοι, πρέπει ν' αποθάνωμεν, ή να υποδουλωθώμεν. Αναμφιβόλως δεν θέλετε διστάσει· αλλά το παν δεν είναι ν' αποθάνωμεν, πρέπει ν' αποθάνωμεν, ως άνδρες. Των ανάνδρων μόνον είναι ίδιον να καταφθείρωνται υπό της πείνας, και να κατατήκωνται, αναμένοντες θάνατον οδυνηρόν και βραδύν. Ημείς, οίτινες, ανατραφέντες εις τας μάχας, ηξεύρομεν να μεταχειριζώμεθα τα όπλα μας, ας ζητήσωμεν θάνατον ένδοξον. Ας αποθάνωμεν, αλλ' όχι ανεκδικήτως, ας αποθάνωμεν καταβρεγμένοι από των εχθρών μας το αίμα· αντί εξυβριστικού μειδιάματος, ας προξενήση εις αυτούς ο θάνατός μας δάκρυα. Τι ήθελε μας ωφελήσει το ν' ατιμάσωμεν εαυτούς, διά να ζήσωμεν ολίγα ακόμη έτη; διότι και ούτως εντός ολίγου έπρεπε ν' αποθάνωμεν. Η δόξα δύναται να εκτείνη τα όρια της ζωής· η φύσις όμως όχι».
Ταύτα είπεν ο Παύλος, οι δε στρατιώται του, αποκρίνονται, ότι είναι έτοιμοι να τον ακολουθήσωσιν· εξορμώσι λοιπόν, ο εχθρός κρίνει από το ήθος των, ότι έρχονται εις συμπλοκήν με τόλμην απελπισίας· και, χωρίς να τους περιμένη, προσφέρει εις αυτούς την σωτηρίαν και την ελευθερίαν.
Νομίζω μετά πληροφορίας, φίλοι μου, ότι εντός της αυτοκρατορίας ευρίσκονται διακόσιαι χιλιάδες ανδρών ικανών να κάμωσι το αυτό, εάν είχαν στρατηγόν τον Παύλον· και τοιούτους αξίους στρατηγούς έχετε ακόμη· η νίκη σας τους έδειξε. Μη νομίζετε λοιπόν, ότι τα πάντα απωλέσθησαν, ενώ υπάρχουσι τοιαύτα βοηθήματα· αγνοείτε, εις ποίον βαθμόν η ευημερία, η αφθονία, η πολυανθρωπία δύνανται ν' αυξήσωσι της πολιτείας τας δυνάμεις· Ενθυμηθήτε μόνον, τι ήσαν ποτε δεν λέγω αι Γαλλίαι, τας οποίας εστερήθημεν και ανάνδρως παρητήσαμεν· (17) αλλ' η Ισπανία, η Ελλάς, η Ιταλία, η δημοκρατία της Καρχηδόνος, και όλα εκείνα της Ασίας τα βασίλεια, από του Νείλου μέχρι του Ευξείνου Πόντου. Ανακαλέσατε εις την μνήμην σας, ότι ο Ρωμύλος, όστις κατ' αρχάς είχεν ένα μόνον λεγεώνα (18), άφησε μετά θάνατον τεσσαράκοντα επτά χιλιάδας πολιτών ενόπλων, και κρίνατε, τι δύναται η βασιλεία ανδρός εμπείρου, δραστηρίου και αγρύπνου. Η πολιτεία ηφανίσθη, λέγεται. Πώς! μήπως η Εσπερία και η Σικελία, η Ισπανία, η Λιβύα και η Αίγυπτος, η Βοιωτία και η Μακεδονία, και αι ωραίαι εκείναι της Ασίας πεδιάδες, αίτινες εσύστεναν τον πλούτον του Δαρείου και του Αλεξάνδρου, έγιναν άφοροι; Πάσχουσιν έλλειψιν ανθρώπων! Αι! ας ήναι εκεί ευτυχείς, και θέλουν υπάγει παμπληθεί. Τότε δε, φίλοι, θέλω τολμήσει να σας προβάλλω το μέγα σχέδιον, το οποίον μελετώ και το οποίον μόνον ήθελε καταστήσει την αυτοκρατορίαν ταύτην υπεράλλοτε δυνατωτέραν. Ποίον λοιπόν είναι το σχέδιον τούτο; ηρώτησεν ο αυτοκράτωρ· Ιδέ, είπεν ο Βελισάριος.
Ο πόλεμος, καθώς ημείς τον κάμνομεν, κατακόπτει τα στρατεύματα διά των μακρών οδοιποριών και των υπερβολικών κόπων. Δίδει εις τους εχθρούς μας καιρόν να επιπίπτωσιν εναντίον μας δι' αιφνιδίων εισβολών, και αι οροφύλακες τάξεις των απομάχων και των γεωργών στρατιωτών, από τους οποίους είναι περικυκλωμένα τα σύνορά μας, δεν δύνανται να τας αποκρούσωσι· πριν δε οι λεγεώνες πετάξωσιν εις το μέρος της προσβολής, ο τρόμος, η θλίψις, η φθορά έκαμαν ταχείας προόδους (19) Διά ν' αντιταχθή εις τους χειμάρρους τούτους πρόχωμα παντοτεινόν ήθελον ζητήσει να κάμουν όλην αυτήν την αυτοκρατορίαν πολεμικήν, ώστε πας άνθρωπος ελεύθερος να ήθελεν είσθαι στρατιώτης, αλλά μόνον προς υπεράσπισιν της πατρίδος· ούτως εκάστη επαρχία ήθελε συγκροτήσει στρατόν, του οποίου αι πόλεις ήθελον σχηματίσει τα στίφη, τα δε θέματα τους λεγεώνας, με διωρισμένα μέρη, όπου ο στρατιώτης, άμ' ακούση την σάλπιγγα, να προστρέχη εις τας σημαίας του.
Τα στρατεύματα ταύτα ήθελον έχει το προτέρημα του να ήναι προσκολλημένα εις την πάτριόν των χώραν, την οποίαν ήθελον γεωργεί, την οποίαν ήθελον καταστένει ακμάζουσαν, την οποίαν ήθελον πολυανθρωπεί αυτά εκείνα. Σεις δε προβλέπετε, με πόσην ζέσιν ήθελον υπερασπίζει τας εστίας των (20) Εις μεγάλον βασίλειον το δυσκολώτερον είναι να στερεωθή η γνώμη του κοινού συμφέροντος. Λαοί, αποχωρισμένοι από θαλάσσας, ολίγον φροντίζουν ο είς περί των συμφερόντων του άλλου. Η μεσημβρία δεν μετέχει από τους επαπειλούντας την άρκτον κινδύνους. Ο Δαλμάτης, ο Ιλλυριός δε ηξεύρει, διά τι τον στέλλουν πέραν εις την Ασίαν. Δι' αυτόν είναι αδιάφορον, αν ρέη ο Τίγρης, εξουσιαζόμενος από ημάς ή από τους Πέρσας. Η πειθαρχία τον κατακρατεί, η της λείας ελπίς τον ενθαρρύνει· αλλ' η σκέψις, ο κόπος, η αηδία, η πρώτη αίσθησις της ανυπομονησίας και του τρόμου τον κάμνουν να εγκαταλείψη το συμφέρον, το οποίον δεν είναι ιδικόν του. Οπότε, κατά το σχέδιόν μου, η πατρίς δεν είναι όνομα αόριστον και ανύπαρκτον διά τον στρατιώτην· είναι τι παρόν και προσφιλές, εις το οποίον έκαστος είναι προεκολλημένος διά των νόμων της φύσεως. «Πολίται, εδύνατο να τους είπη, άγων αυτούς κατά τους εχθρού, τον αγρόν, όστις σας έθρεψε, την στέγην, υπό την οποίαν εγεννήθητε, τον τάφον τον πατέρων σας την κοίτην των παίδων, την κλίνην των γυναικών σας ήδη υπερασπίζεσθε». Ιδού συμφέροντα ψηλαφητά και ισχυρά. Ταύτα ανέδειξαν περισσοτέρους ήρωας, παρά η φιλοδοξία αύτη. Κρίνατε, πόσον αυτά ενεργούσιν εις ψυχάς παιδιόθεν συνειθισμένας εις τας αυστηρότητας της πειθαρχίας και εις των μαχών την θέαν.
Τίποτε δεν μ' αρέσκει τόσον, ομολογώ, όσον η θέα της φιλοπόνου εκείνης και πολεμικής νεολαίας, της διεσπαρμένης περί τας σημαίας εις τας πόλεις και εις τας πεδιάδας, της προφυλαττομένης διά της εργασίας από της αργίας τα ελαττώματα, της σκληραγωγημένης διά της έξεως εις γυμνάσεις επιπόνους, της ωφελίμου εις καιρόν ειρήνης, και προθύμως εξοπλιζομένης εις το πρώτον του πολέμου σημείον. Μεταξύ των στρατευμάτων τούτων η λειποταξία ήθελεν είσθαι έγκλημα παρά φύσιν. Παν ό,τι ιερώτατον εις τον κόσμον ήθελεν εγγυάσθαι περί της ανδρίας και της πιστότητός των. Η δε πολιτεία ήθελεν έχει επίσης τους αυτοκρατορικούς λεγεώνας της, οίτινες, ως άλλα κινητά φρούρια, ήθελον μεταφέρεσθαι από τόπου εις τόπον, όπου ο κίνδυνος ήθελε τους καλεί. Αφού η προς τον πόλεμον έφεσις στερεωθή, η δε άμιλλα διεγερθή, τότε μένει, ποίος να φανή αξιώτερος εις το να καταγραφθή εις τα περίδοξα ταύτα τάγματα. Αντί δε τούτων των κατεσπευσμένων στρατολογιών, τας οποίας η χάρις, η συγκακουργία, ο δόλος, ή η αμέλεια ενεργούν να γίνωνται ανεξετάστως, ηθέλαμεν έχει τους εκλεκτούς του λαού. Τότε οποία σύγκρισις των δυνάμεων της αυτοκρατορίας προς όσας είχε ποτέ επί της άκρας ευδαιμονίας της (21). Ποίοι δε λαοί της μεσημβρίας, ή της Άρκτου, ήθελον αποτολμήσει να έλθουν, διά να μας ταράξωσιν, ημάς, οίτινες τοσάκις τους απεκρούσαμεν με στρατεύματα, πειθαρχίας άμοιρα, σχεδόν χωρίς όπλα και χωρίς ζωοτροφίαν; Και ποίος σ' εγγυάται, τον είπεν ο Ιουστινιανός, ότι εις βασίλειον, όλως στρατιωτικόν, οι υπήκοοι θέλουν εντελώς υποτάσσεσθαι; Ποίος μ' εγγυάται; Το συμφέρον των, είπεν ο γέρων· η ευθύτης των νόμων σας, η επιείκεια κυβερνήσεως πράου, αγρύπνου και έμφρονος. Λησμονήσατε, ότι εγώ εζήτησα, οι υπήκοοι να ήναι ευτυχείς; Όχι, είπεν ο Ιουστινιανός· αλλ' εγώ τους νομίζω φιλοκαίνους, επιρρεπείς εις την μεταβολήν, ανησύχους, ταραχοποιούς, ευκολοπίστους εις τον πρώτον θρασύν, όστις τους υπεσχέθη τύχην ηδυτέραν. Θεωρείς τον λαόν, είπεν ο Βελισάριος, εις την παρούσαν κατάστασιν, εις την θλιβεράν κατάστασιν, και τοιούτον, οποίον τον εθεώρουν εις την Ρώμην, όταν ήτο δυστυχής. Αλλά πιστεύσατε, ότι οι άνθρωποι ηξεύρουν, τι τους λείπει και τι ανήκει εις αυτούς· ότι δεν ήθελον είσθαι ολοτελώς απαθείς προς τας οποίας φροντίδας ο αγαθοποιός ηγεμών ήθελε καταβάλει προς ανακούφισιν των κόπων των, και ότι η αγάπη, την οποίαν ήθελε δείξει προς αυτούς, ήθελεν ανταποδίδεσθαι εις αυτούς. Ας δοκιμάση να ήναι προς αυτούς δίκαιος, εύσπλαχνος, βοηθητικός, ας μεταχειρίζεται, εις το βασιλεύειν επ' αυτού, μόνον άνδρας αξίους να τον βοηθούν, ας επαγρυπνή ως πατήρ επί των τέκνων του· και τον εγγυώμαι, ότι θέλουν είσθαι ευπειθείς. Και διά τίνος γοητεύματος θέλεις, ώστε ολίγοι δυσαρεστημένοι, ολίγοι στασιασταί να καταστήσωσι λαόν παράνομον και στασιώδη τον πρώην ευδαίμονα; Ο ηγεμών, όστις αφίνει τους υπηκόους του να στενάζουν υπό της τυραννίας, πρέπει να φοβήται μη τον εγκαταλείψωσιν· αλλ' εκείνος, όστις είναι γνωστός, ότι φροντίζει περί της ησυχίας και της ευδαιμονίας των υπηκόων του, δεν έχει να φοβήται κανένα άρπαγα του θρόνου του. Ακούοντες δε υμνουμένας τας αρετάς του, διαλαλυμένας τας ευεργεσίας του, θέλουν άραγε τολμήσει να ταράξουν την βασιλείαν του; Εις τους αγρούς των άραγε, όπου θέλει επικρατεί η ευπορία, η ησυχία και η ελευθερία; ή εις τας πόλεις, όπου η βιομηχανία και η περιουσία των πολιτών, το επάγγελμά των, τα δίκαιά των και η ζωή των θέλουν είθαι υπό την φυλακήν των νόμων, εις τας οικογενείας, εις τας οποίας η αθωότης, η τιμή, η ειρήνη, η ιερότης των δεσμών του υμεναίου και της φύσεως θέλουν έχει ιερόν άσυλον εκεί άραγε θέλουν οι αποστάται ζητήσει οπαδούς; Όχι· εάν η δύναμις της δικαιοσύνης δεν ήναι ακλόνητος, τότε τίποτε επί της γης δεν είναι βέβαιον. Μόλον τούτο υποθέτω κατά την γνώμην σας, ότι είναι κίνδυνος και τόλμη και εις το να καταστήση τις τους υπηκόους του δυνατούς, διά να τους καταστήση ευδαίμονας και ησύχους. Ταύτην την τόλμην ήθελα τολμήσει, και αν αύτη ήθελεν επιφέρει τον όλεθρόν μου, και ήθελον φανερά τους ειπεί. Σας δίδω όλους τα όπλα εις τας χείρας, διά να με υπηρετήσετε, εάν ήμαι δίκαιος και να μ' αντισταθήτε, εάν δεν ήμαι. Με βλέπετε πολλά θρασύν! Αλλ' ήθελα νομίσει εμαυτόν πολλά φρόνιμον, εάν αποκτούσα βεβαίως δι' εμέ αυτόν και τους ιδικούς μου χαλινόν τινα κατά των παθών μας, προπάντων πρόχωμα κατά των παθών των άλλων. Ομού με το διάδημα, και υπέρ αυτό, ήθελα μεταβιβάσει εις τους διαδόχους μου την ανάγκη του να ήναι δίκαιοι, τούτο δε ήθελεν είσθαι μετά θάνατον το ενδοξότατον δι' εμέ μνημείον, το οποίον μονάρχης ήθελε ποτέ αφήσει. Ηξεύρω, φίλοι μου, ότι η αρετή δεν έχει χρείαν από τον χαλινόν του φόβου· αλλά ποίος άνθρωπος είναι βέβαιος, ότι θέλει είσθαι ενάρετος εις όλας την ζωής του τας στιγμάς; Ο ηγεμών είναι ανώτερος των νόμων· οι νόμοι σας το λέγουν, και ούτω πρέπει να ήναι· αλλά τούτο ήθελεν είσθαι το πρώτον, το οποίον ήθελα λησμονήσει, άμα ανέβαινα τον θρόνον· και αλλοίμονον εις τον αισχρόν κόλακα, όστις ήθελε με το ενθυμίσει! Υγιαίνετε, φίλοι μου. Είναι έργον επίμοχθον μεταμόρφωσις βασιλείου· είναι ώρα ν' αναπαυθώμεν. Με μένει όμως έτι να σας ομιλήσω περί δυστυχίας τινός, ήτις πολύ με θλίβει, και εις συμπάθειαν αυτής θέλω αύριον να κινήσω τον αγαπητόν μου Τιβέριον.
Έχει αναμφιβόλως μεγάλους σκοπούς, είπεν ο αυτοκράτωρ αναχωρών. Αλλ' εάν η εκτέλεσις αυτών είναι δυνατή, τοιαύτη θέλει είσθαι εις νέον μόνον ηγεμόνα, όστις θέλει αναβή επί του θρόνου, έχων αρρενωπόν ήθος, ψυχήν δικαίαν, ανδρίαν και αρετήν. Και ακόμη, κατά δυστυχίαν, θέλει έχει ανάγκην πολυχρονίου βασιλείας, διά να φέρη εις πέρας μεγάλην μεταρρύθμισιν. Δεν ηξεύρω, είπεν ο Τιβέριος, με φαίνεται όμως, ότι είδα εις το σχέδιον του ήρωος τούτου πολλά πράγματα, μη απαιτούντα άλλο τι, ειμή μίαν μόνην πράξιν σταθεράς βουλήσεως. Εάν δε τα λοιπά χρειάζωνται καιρόν, ο καιρός ούτος τουλάχιστον δεν απέχει τόσον, ώστε να μη δύναταί τις να ελπίση, ότι θέλει τον φθάσει εις πάσαν ηλικίαν. Φίλτατε Τιβέριε, είπεν ο αυτοκράτωρ, βλέπεις τας δυσκολίας με όμμα νεανικόν. Η δραστηριότης σου τας υπερνικά, αλλ' η αδυναμία μου καταπλήττεται απ' αυτάς. Εάν θέλη τις να κάμη μεγάλα έργα, επρόσθεσε στενάζων, πρέπει ν' αρχίση σύγκαιρα. Δεν είναι καιρός ν' αρχίζη τις να ζη, ότε δεν έχει πλέον άλλα ανάγκην, ειμή να μάθη ν' αποθάνη. Θέλω μόλον τούτο να ιδώ πάλιν τον δίκαιον τούτον άνθρωπον. Με λυπεί τωόντι· προτιμώ όμως να συνθλίβωμαι μετ' αυτού, παρά να συγχαίρω υβριστικώς μετά πάντα τούτων των ψυχρών και σκληρών ανθρώπων, από τας οποίους περικυκλούμαι.
Κεφάλαιον ΙΕ'.
Την επαύριον ο αυτοκράτωρ και ο Τιβέριος, φθάσαντες κατά την συνήθη ώραν,
εύρον τον ήρωα καθήμενον εις τον κήπον του έμπροσθεν του δύοντος ηλίου. Δεν
με φωτίζει πλέον, αλλά με θερμαίνει έτι, τους είπε με ιλαρόν πρόσωπον, και εν
αυτώ λατρεύω την μεγαλοπρέπειαν και την αγαθότητα του ποιήσαντος αυτόν.
Πόσον ηδύνομαι βλέπων, είπεν ο Ιουστινιανός, ταύτα τα φρονήματα εις ήρωα!
Τούτο είναι θρίαμβος της θρησκείας. Ο θρίαμβός της, είπεν ο Βελισάριος, είναι να
παρηγορή τις τον άνθρωπον εις την δυστυχίαν, να συγκιρνά γλυκύτητα θεσπεσίαν
μετά των πικριών της ζωής. Ποίος δε το δοκιμάζει καλήτερα παρά εμέ!
Φορτισμένος τα βάρη του γήρατος, στερημένος της οράσεως, χωρίς φίλους,
απομονωμένος καθ' εαυτόν, και έχων έμπροσθέν μου μόνον το έσχατον γήρας, την
λύπην, και τον τάφον, οποίος ήθελε μ' αφαιρέσει την ιδέαν του ουρανού, ήθελε με
φέρει ίσως εις απελπισίαν. Ο χρηστός ανήρ είναι μετά του Θεού. είναι βέβαιος, ότι
ο Θεός τον αγαπά. Τότε ισχυροποιεί και χαροποιεί αυτόν εν τω μέσω των θλίψεων·
ενθυμούμαι, ότι εις στιγμάς στενοχωρίας, ότε το παν μ' εγκατέλειπεν, ότε το παν
ώμνυε τον όλεθρόν μου, εγώ έλεγα κατ' εμαυτόν. Θάρρει, Βελισάριε, είσαι
άμεμπτος, και ο Θεός το βλέπει. Ο στοχασμός ούτος μ' εύφραινε την υπό της λύπης
κατατεθλιμμένην καρδίαν, εζωογόνει δε και ισχυροποίει την ψυχήν μου. Εισέτι
ομιλώ ούτως προς εμαυτόν, και όταν η κόρη μου συμπαρευρίσκεται και λυπήται,
και αισθάνωμαι τα δάκρυά της βρέχοντα το πρόσωπόν μου. Τι! την λέγω, φοβείσαι,
μήπως εκείνος, ο οποίος, μας έπλασε, μας εγκαταλείψη και μας λησμονήση; Η
καρδία σου είναι καθαρά, συμπαθής και χρηστή, ο πατήρ σου δεν είναι χειρότερός
σου· πώς θέλεις, ουδέ αυτή η αγαθότης να μη φροντίζη διά τους αγαθούς; Άφες,
κόρη μου, άφες να έλθη η στιγμή, καθ' ήν ο διά μόνης πνοής δημιουργήσας την
ψυχήν μου θέλει την περιλάβει εις τον κόλπον του· και θέλομεν ιδεί, εάν οι κακοί
θέλουν εκεί ταράξει την ησυχίαν μου. Η κόρη μου, την οποίαν αύτη η ομιλία
φωτίζει και πείθει, κλαίει ακούουσά με, αλλά γλυκύτατα δάκρυα, και κατ' ολίγον
την συνειθίζω να θεωρή την ζωήν, ως βραχύν πλουν, καθ' όν ευρίσκεταί τις εις
σκάφος πολλά στενοχωρημένος, αλλά ο λιμήν του είναι τερπνότατος.
Πλάττεις θρησκείαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, τωόντι πραείαν! Αύτη δε είναι η ορθή, επανέλαβεν ο Βελισάριος· Δεν θέλετε να φαντάζωμαι τον υιόν, τον οποίον χρεωστώ να λατρεύω ως τύραννον σκυθρωπόν και άγριον, του οποίου η μόνη ευχαρίστησις είναι να κολάζη; Ηξεύρω βεβαίως, ότι, όταν άνθρωποι ζηλότυποι, υπερήφανοι, μελαγχολικοί μας τον εικονίζουσι, τότε τον παραστένουν οργίλον και βίαιον, οποίοι είναι αυτοί· αλλά ματαίως προσάπτουσιν εις αυτόν τα ελαττώματά των, εγώ προσπαθώ να βλέπω εν αυτώ μόνον ό,τι χρεωστώ να μιμώμαι. Εάν απατώμαι, τουλάχιστον είμαι βέβαιος, ότι η πλάνη μου είναι αθώα! Ο Θεός μ' έπλασεν ασθενή, θέλει είσθαι επιεικής· ηξεύρει, ότι δεν είμαι ούτε ανόητος ούτε κακός τόσον, ώστε να θέλω να τον παροργίσω, το οποίον είναι μανία αδύνατος και άλογος, την οποίαν ουδέ εννοώ. Είμαι προς αυτόν έτι πιστότερος και μυριάκις πλέον αφοσιωμένος παρ' ό,τι ποτέ ήμην προς τον αυτοκράτορα· και είμαι βεβαιότατος, ότι ο αυτοκράτωρ, όστις δεν είναι ανώτερος θνητού, δεν ήθελε με κάμει κανέν κακόν, εάν ήθελε δυνηθή να εμβλέψη ως αυτός, εις την ψυχήν μου. Φευ! απεκρίθη ο Ιουστινιανός· ο Θεός ούτος είναι μ' όλον τούτο επίσης τρομερός Θεός. Τρομερός προς τους κακούς, το πιστεύω, είπεν ο Βελισάριος· αλλ' εγώ είμαι καλός· καθόσον η του κακούργου ψυχή είναι ασυμβίβαστος με την Θείαν ταύτην ουσίαν, τοσούτον εγώ ηδέως φαντάζομαι, ότι η ψυχή του δικαίου είναι προς αυτήν ανάλογος. Αι! ποίος από ημάς είναι δίκαιος είπεν ο αυτοκράτωρ. Όστις αγωνίζεται με όλας τας δυνάμεις του να γίνη δίκαιος, είπεν ο Βελισάριος. διότι η ευθύτης υφίσταται εις την βούλησιν.
Δεν θαυμάζω, είπεν ο νέος Τιβέριος, εάν η διάνοιά σου αγαπά να υψούται έως εις αυτόν, τον βλέπεις τόσον εύνουν! φευ! είπεν ο γέρων, αισθάνομαι πολύ, ότι αγωνιζόμενος να τον κατανοήσω, καταπονώ ματαίως την ασθενή διάνοιάν μου εις το να συνάψω παν ό,τι ηξεύρω κάλλιστον και ωραιότατον, ότι δεν προκύπτει εκ τούτου τι άλλο παρά ιδέα ατελεστάτη. Αλλά τι θέλετε να κάμνη άνθρωπος, προσπαθών να γνωρίση Θεόν; Εάν δε τούτο το ακατάληπτον ον αρέσκεται είς τι, βέβαια τούτο είναι η προς τα τέκνα του φιλοστοργία. Ό,τι δε με τον εικονίζει πραότατον, τούτο λαμβάνω με πλειοτέραν προθυμίαν διά να συνθέσω την εικόνα του.
Δεν αρκεί, είπεν ο αυτοκράτωρ, να τον φαντάζεται τις ευεργετικόν, πρέπει να προσθέση, ότι είναι και δίκαιος. Τούτο είναι το αυτό, είπεν ο γέρων· να αρέσκεταί τις εις το αγαθόν, να μισή το κακόν, να ανταμείβη το μεν, να κολάζη τον άλλο, ταύτα χαρακτηρίζουσι τον αγαθόν· αυτά δοξάζω. Δεν επαρουσιάσθητε ποτέ, ως εγώ, νοερώς εις την έγερσιν του Τίτου, του Τραϊανού, και των Αντωνίνων; Αυτό είναι μία από τας ηδίστας μου ονειροπολήσεις. Νομίζω, ότι είμαι εις το μέσον της αυλής, ήτις όλη συνίσταται από αληθείς του ηγεμόνας φίλους· τον βλέπω προσμειδιώντα ευνοϊκώς προς το πλήθος εκείνο των χρηστών ανδρών, επιχέοντα επ' αυτών τας ακτίνας της δόξης του, κοινολογούμενον εις αυτούς με σεμνοπρέπειαν πραοτάτην, και πληρούντα τας ψυχάς των από την καθαράν εκείνην χαράν την οποίαν και αυτός εκείνος αισθάνεται κάμνων άλλους ευτυχείς· έστω. Η αυλή λοιπόν εκείνου, όστις με περιμένει, θέλει είναι απειράκις σεβαστοτέρα και ωραιοτέρα· θέλει συγκροτείσθαι από τους Τίτους, από τους Τραϊανούς, από τους Αντωνίνους, οίτινες υπήρξαν η χαρά του κόσμου. Με τούτους και με τους αγαθούς άνδρας παντός τόπου και παντός χρόνου ο δυστυχής τυφλός Βελισάριος θέλει παρίστασθαι ενώπιον του δικαίου και αγαθού Θεού. Οι δε πονηροί, τον είπεν ο Τιβέριος, τι θέλουν γίνει; Ούτοι δεν θέλουν παρίστασθαι εκεί. Ελπίζω να ίδω εκεί, επρόσθεσε, τον σεβαστόν και δυστυχή γέροντα, όστις με αφαίρεσε το φως, διότι έκαμε καλόν και το έκαμεν από κλίσιν· εάν δε έκαμε κακόν, το έκαμεν εξ απάτης. Θέλει χαρή, νομίζω, εάν μ' εύρη τότε έχοντα και τους δυο μου οφθαλμούς. Ενώ ωμίλει τοιουτοτρόπως, το πρόσωπόν του ηκτινοβόλει από χαράν. Ο δε αυτοκράτωρ κατεβρέχετο με δάκρυα, στηριζόμενος εις τας αγκάλας του Τιβερίου.