WeRead Powered by ReaderPub
Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής cover

Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής

Chapter 15: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
Open in WeRead

About This Book

The story follows a Roman nobleman who returns from war and becomes obsessed with a young Christian woman, setting love and personal desire against a backdrop of imperial excess and political intrigue in Nero's Rome. A cultured courtier offers wit and ironies while a network of Christians models charity, steadfast faith, and sacrificial courage as persecutions intensify after the great fire. The narrative interweaves sumptuous social scenes, spiritual conversions, legal and moral dilemmas, and the fates of public figures, presenting a contrast between decadent power and an emerging religious community whose beliefs reshape several lives.

— Φρονώ ότι θα ανεύρη την Λίγειαν, ανέκραξεν ο Βινίκιος περιχαρής, αλλά φρονώ προσέτι ότι εάν υπήρχε κάπου βασίλειον των αγυρτών, θα ηδύνατο να βασιλεύση εκεί.

— Χωρίς άλλο, φίλε μου. Πρέπει να κάμω καλλιτέραν γνωριμίαν με αυτόν τον στωικόν, αλλ' εν τω μεταξύ θα διατάξω να απολυμάνουν το άτριον.

Ο Χίλων Χιλωνίδης έπαιζεν εις την χείρα του υπό τας πτυχάς του μανδύου του το βαλάντιον το οποίον είχε λάβει από τον Βινίκιον, εθαύμαζε δε το βάρος του και ευαρέστως ήκουε τον ήχον του. Εβάδιζε βραδέως και έστρεφε προς τα οπίσω διά να ίδη μήπως τον κατεσκόπευε κανείς από τον οίκον του Πετρωνίου. Διέβη την στοάν της Λιβίας και φθάσας εις την γωνίαν του Κλίβου Βιμπρίου, διηυθύνθη προς την Σουββούρην.

«Πρέπει να υπάγω εις του Σπόρου, έλεγε καθ' εαυτόν, να πιώ ολίγο κρασάκι προς τιμήν της τύχης. Είναι εύρημα δι' εμέ ο Βινίκιος, είναι άνθρωπος τον οποίον ζητούσα από πολλού, εκμεταλλεύσιμος όσον παίρνει. . . . Α! Εχάραξε, λέγει, επί της άμμου ένα ιχθύν; Τι να σημαίνη άρα γε αυτό; Θα το μάθω! Ακόμη ένα βαλάντιον ως αυτό και θα δυνηθώ να αφήσω την βακτηρίαν μου την επαιτικήν και να αγοράσω ένα δούλον . . . Ε! Αλλά τι θα έλεγες, Χίλων, εάν σε εσυμβούλευα να αγοράσης όχι δούλον, αλλά δούλην; Σε γνωρίζω ότι δεν θα έλεγες όχι! Εάν ηδύνατο να είνε τόσον ευειδής, όσον η Ευνίκη, επί παραδείγματι, θα ανενεούσο πλησίον της και μάλιστα θα είχες αυτήν ως πηγήν κέρδους έντιμον και ακίνδυνον. Επώλησα εις την δυστυχισμένην Ευνίκην δύο κλωστές από τον παλαιόν μανδύαν μου. Είναι εύμορφη, και εάν μου την επρόσφερεν ο Πετρώνιος . . . Ναι, ναι, Χίλων Χιλωνίδη, είσαι ξένος και ορφανός, λάβε όπως ημπορέσης μίαν δούλην τουλάχιστον διά να σε παρηγορή. Αλλ' ιδού έφθασα εις του Σπόρου αυτού του κλέπτου. Το καπηλείον του είνε ο τόπος πού πληροφορείται κανείς ευκολώτερα».

Εισήλθεν εις το καπηλείον και παρήγγειλε να του φέρουν δοχείον πλήρες μαύρου οίνου. Επειδή ο κάπηλος έρριψε βλέμμα δυσπιστίας, εκείνος εβύθισε την χείρα εις το δισάκκιόν του, εξήγαγε νόμισμα χρυσούν και το απέθεσεν επί της τραπέζης.

— Σπόρε, είπε, σήμερον ειργάσθην με τον Σενέκαν από τα εξημερώματα έως το μεσημέρι, και ιδού τι μου έδωκεν ο φίλος μου ως εφόδιον.

Οι στρογγύλοι οφθαλμοί του Σπόρου έγιναν ακόμη στρογγυλώτεροι, και ο οίνος ευρέθη ενώπιον του Χίλωνος. Ούτος έβρεξε τον δάκτυλόν του εντός αυτού, εχάραξεν ένα ιχθύν επί της τραπέζης, και είπεν:

— Ειξεύρεις τι σημαίνει τούτο;

— Ψάρι! Μεγάλο πράγμα! . . . είναι ψάρι . . .

— Και συ είσαι ένας ηλίθιος, αν και βάζεις αρκετό νερό στο κρασί, που μας δίνεις, και ημπορεί κανείς να ευρίσκη μέσα σ' αυτό ψάρια. Μάθε λοιπόν ότι αυτό είναι σύμβολον, το οποίον εις την γλώσσαν των φιλοσόφων σημαίνει «Μειδίαμα της τύχης». Εάν εμάντευες, ίσως θα έκαμνες περιουσίαν. Τίμα τους φιλοσόφους, σου λέγω, άλλως δε θα αλλάξω ταβέρναν, όπως με συμβουλεύει προ πολλού ο αρχαίος φίλος Πετρώνιος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Επί τινας ημέρας μετά ταύτα ο Χίλων ουδαμού εφαίνετο. Ο Βινίκιος, όστις από της στιγμής καθ' ην τα αισθήματα της Λιγείας του έγιναν γνωστά, επεθύμει μανιωδέστερον ακόμη να την επανεύρη, ήρχισε να κάμη ερεύνας προσωπικώς, διότι δεν ήθελεν ούτε ηδύνατο να ζητήση συνδρομήν από τον Καίσαρα, τον οποίον κατέτρυχεν η κατάστασις της υγείας της μικράς Αυγούστας.

Ούτε αι θωπείαι, ούτε αι προσευχαί, αι ευχαί και η ιατρική επιστήμη, ούτε όλα τα είδη της μαγγανείας, των οποίων έκαμον χρήσιν μέχρι τέλους, ηδυνήθησαν να αποτρέψουν το δυστύχημα. Μετά οκτώ ημέρας η παιδίσκη απέθανεν.

Η αυλή και η πόλις επένθησαν. Ο Καίσαρ, όστις εις την γέννησιν της παιδίσκης είχε γίνει τρελλός από χαράν, τώρα κατέστη τρελλός από απελπισίαν.

Ο Πετρώνιος ήτο λίαν ανήσυχος. Όλη η πόλις εγνώριζεν ήδη ότι η Ποππέα απέδιδε τον θάνατον εις μαγείας. Οι ιατροί επανελάμβανον τούτο μεριμνώντες να κολάσουν την αποτυχίαν της τέχνης των, και μετ' αυτών οι ιερείς, των οποίων αι θυσίαι απεδείχθησαν ανίσχυροι, και οι μάγοι, οίτινες έτρεμον διά την ζωήν των, και ο λαός. Επί δύο ημέρας ο Καίσαρ δεν έλαβε τροφήν και αν και το Παλάτιον επολιορκείτο από πλήθη συγκλητικών και πατρικίων, οίτινες υπέβαλλον τα συλλυπητήριά των, εκείνος δεν ήθελε να ίδη κανένα.

Ο Πετρώνιος ήτο ευχαριστημένος, διότι είχε γείνει άφαντος η Λίγεια. Αλλ' επειδή δεν ήθελε να γίνη κακόν εις τους Αούλους, ούτε εις τον εαυτόν του, καθώς και εις τον Βινίκιον, ευθύς ως ήρθη η κυπάρισσος, ήτις είχε τοποθετηθή έμπροσθεν του Παλατινού εις ένδειξιν πένθους, μετέβη εις την υποδοχήν, ήτις θα εγίνετο διά τους συγκλητικούς και τους πατρικίους. Ήθελε, διά να ενεργήση εν γνώσει της υποθέσεως, να μάθη μέχρι τίνος σημείου η ιδέα των μαγειών ήτο εγκεχαραγμένη εις το πνεύμα του Νέρωνος.

Με τα βλέμματα ατενώς προσηλωμένα εις έν σημείον του ορίζοντος, ο Νέρων ως απολιθωμένος ήκουε τους παρηγορητικούς λόγους τους οποίους αφθόνως τω παρείχον οι συγκλητικοί και οι ιππόται. Ήτο προφανές ότι, καίτοι έπασχεν, ανελογίζετο προ πάντων το αποτέλεσμα, το οποίον η οδύνη του επέφερεν επί τους παρεστώτας. Ιδών τον Πετρώνιον εσκίρτησε και με τραγικήν φωνήν:

— Ουαί! . . . Και συ είσαι αίτιος του θανάτου! Εξ αιτίας σου εισήλθεν εις τα τείχη ταύτα το κακόν πνεύμα, το οποίον δι' ενός βλέμματος απεμύζησε την ζωήν από την καρδίαν της . . . . Συμφορά μου! Ήθελα οι οφθαλμοί μου να μη έβλεπον ποτέ το φως του ηλίου! . . Δυστυχία μου! . . Ουαί! Ουαί!

Υψώσας την φωνήν εξέπεμπε σπαρακτικάς κραυγάς. Αλλ' ο Πετρώνιος αιφνιδίως απεφάσισε να ρίψη τον κύβον και να παίξη την τύχην του διά μιας. Τείνας την χείρα, απέσπασε ταχέως το μανδήλιον, το οποίον ο Νέρων είχε περί τον λαιμόν του, και το έθεσεν επί του στόματός του.

— Δέσποτα, είπε με βαθείαν κατάνυξιν, βάλε πυρ εις την Ρώμην και εις το σύμπαν, εν τη λύπη σου, αλλά διατήρησον δι' ημάς την φωνήν σου!

Οι παρεστώτες έμειναν εμβρόντητοι. Και ο ίδιος ο Νέρων εξεπλάγη. Μόνος ο Πετρώνιος έμεινεν απαθής. Εγνώριζε καλώς τι έπραττεν, εγνώριζεν ότι ο Τέρπνος και ο Διόδωρος είχον ρητήν διαταγήν να κλείσωσι το στόμα του Καίσαρος, μόλις ούτος εκβάλλων άμετρον φωνήν, εξέθετε τον λαιμόν του εις κίνδυνον.

— Καίσαρ, εξηκολούθησε μετά της αυτής θλιβεράς αξιοπρεπείας, υπέστημεν μεγάλην απώλειαν. Ας μας μείνη τουλάχιστον ως παρηγορία ο θησαυρός ούτος της φωνής σου!

Το πρόσωπον του Νέρωνος έτρεμε, και μετά μίαν στιγμήν, άφθονα δάκρυα έρρεον από των οφθαλμών του. Εστηρίχθη με τας δύο χείρας επί των βραχιόνων του Πετρωνίου, έθεσε την κεφαλήν επί του στήθους του και επανέλαβε μετά λυγμών:

— Είσαι ο μόνος, ο μόνος όστις εσκέφθης αυτό. Συ μόνος, Πετρώτριε· συ μόνος!

Ο Τιγελλίνος ωχρίασεν εκ πείσματος. Ο Πετρώνιος εξηκολούθησε:

— Αναχώρησον εις το Άντιον! Εκεί η μακαρίτις είδε το φως, εκεί εγνώρισες την χαράν, εκεί θα σου έλθη η γαλήνη. Ο αήρ της θαλάσσης θα δροσίση τον λάρυγγά σου τον θείον, οι πνεύμονές σου θα εισπνεύσωσι την άλμην την υγράν. Ημείς, οι πιστοί σου, θα σε ακολουθώμεν παντού και ενώ θα προσπαθώμεν να μετριάζωμεν την λύπην σου διά της φιλίας, συ θα μας παρηγορής διά του άσματός σου.

— Ναι, είπεν ο Νέρων με περίλυπον φωνήν, θα κάμω ύμνον προς τιμήν της, και θα συνθέσω την μουσικήν.

— Και έπειτα θα υπάγης να ζητήσης τον ήλιον εις τας Βαΐας.

— Και έπειτα θα ζητήσω την λήθην εις την Ελλάδα.

— Εις την χώραν της ποιήσεως και του άσματος!

Όταν απήλθε του Παλατιού ο Πετρώνιος μετέβη εις του Βινικίου και του διηγήθη το συμβάν.

— Όχι μόνον απέτρεψα τον κίνδυνον από τον Πλαύτιον και την Πομπωνίαν, αλλά τον απεσόβησα και από ημάς τους δύο και από την Λίγειαν αυτήν, την οποίαν δεν θα καταδιώξουν· υπέβαλα την ιδέαν εις αυτόν τον ξανθοπώγωνα πίθηκον να αναχωρήση διά το Άντιον και εκείθεν διά την Νεάπολιν και τας Βαΐας. Ονειροπολεί να απέλθη εις την Ελλάδα, όπου επιθυμεί να ψάλη εις όλας τας πόλεις τας οπωσούν σημαντικάς, και ύστερον, με τους στεφάνους τους οποίους θα του προσφέρουν οι «Γραικοί», θα κάμη θριαμβευτικήν είσοδον εις την Ρώμην. Εν τω μεταξύ θα δυνηθώμεν να αναζητήσωμεν την Λίγειαν εν πάση ελευθερία, και να την θέσωμεν εις τόπον ασφαλή. Ό,τι και αν ανακαλύψης να μου το αναγγείλης εις το Άντιον, όπου θα μεταβώ με τον Καίσαρα.

— Καλά!

Ητοιμάζοντο να αποχαιρετίσουν αλλήλους, όταν είς δούλος ανήγγειλεν ότι ο Χίλων Χιλωνίδης ανέμενεν εις τον προθάλαμον και εζήτει να εισαχθή πλησίον του οικοδεσπότου.

Ο Βινίκιος διέταξε να τον εισαγάγωσιν αμέσως.

— Χαρά και ευδαιμονία εις τον ευγενή χιλίαρχον και εις σε, δέσποτα, είπεν εισερχόμενος ο Χίλων.

— Χαίρε, νομοθέτα της αρετής και της σοφίας, απήντησεν ο Πετρώνιος.

Ο Βινίκιος ηρώτησε με προσποιητήν αταραξίαν:

— Τι νέα φέρεις;

— Την πρώτην φοράν, αυθέντα, σου έφερα την ελπίδα· τώρα κομίζω την βεβαιότητα, ότι η κόρη θα ανευρεθή.

— Όπερ σημαίνει ότι δεν την ανεύρες μέχρι τούδε;

— Ναι, αυθέντα, αλλ' ανεκάλυψα την έννοιαν του σημείου το οποίον είχε χαράξει έμπροσθέν σου· γνωρίζω τίνες είναι οι άνθρωποι, οίτινες την ήρπασαν και γνωρίζω ποίαν θεότητα λατρεύουσιν.

Ο Βινίκιος ηθέλησε να αναπηδήση από του σκίμποδος, εφ' ου εκάθητο, αλλ' ο Πετρώνιος του έθεσε την χείρα επί του ώμου και είπεν:

— Εξακολούθει.

— Είσαι απολύτως βέβαιος, κύριε, ότι η κόρη εχάραξεν ιχθύν επί της άμμου;

— Μάλιστα.

— Τότε η Λίγεια είναι χριστιανή. Και εκείνοι που την ήρπασαν είναι οι χριστιανοί.

Επηκολούθησε κατάπληξις και σιωπή.

— Άκουσε, Χίλων, είπε τέλος ο Πετρώνιος. Ο ανεψιός μου σου υπεσχέθη γενναίον χρηματικόν ποσόν, εάν ανεύρισκες την κόρην, αλλ' όχι ολιγώτερον ποσόν μαστιγώσεων εάν ζητής να τον απατήσης.

Η κόρη είνε Χριστιανή, αυθέντα, ανέκραξεν ο Έλλην.

— Σκέψου, Χίλων, δεν είσαι ανόητος.

— Ειξεύρομεν ότι κατηγόρησαν την Πομπωνίαν, ότι είναι προσήλυτος των χριστιανικών δεισιδαιμονιών, αλλ' ηξεύρομεν προσέτι, ότι το οικογενειακόν δικαστήριον την απέπλυνεν από της κατηγορίας ταύτης, την οποίαν συ επαναλαμβάνεις τώρα, ως φαίνεται. Μήπως θέλεις να μας πείσης, ότι η Πομπωνία, και μετ' αυτής η Λίγεια ανήκουσιν εις την αίρεσιν των εχθρών του ανθρωπίνου γένους, των φαρμακευτών των κρηνών και φρεάτων, των λατρευόντων μίαν κεφαλήν όνου, των ανθρώπων, οίτινες σφάζουσι τα παιδία και παραδίδονται εις τα ατιμότερα όργια; Σκέψου, Χίλων· η θέσις αύτη, την οποίαν υποστηρίζεις ενώπιόν μας, μήπως είνε κίνδυνος να αντηχήση ως αντίθεσις επί της ράχεώς σου;

Ο Χίλων εξέτεινε τας χείρας του, θέλων να είπη ότι τούτο δεν ήτο σφάλμα του. Και έπειτα προσέθηκε:

Γιέζους Χρίστους, Ντέι Φίλιους, Σαλβάτωρ. Πρόφερε, αυθέντα, ελληνιστί την φράσιν αυτήν.

— Καλά!.,. Ιησούς Χριστός, Θεού Υιός, Σωτήρ. Και έπειτα;

— Τώρα, λάβε το αρχικόν γράμμα εκάστης των λέξεων τούτων και ένωσον τα γράμματα ταύτα διά να σχηματίσουν μίαν νέαν λέξιν.

— ΙΧΘΥΣ! είπε μετ' εκπλήξεως ο Πετρώνιος.

 — Ιδού διατί ο ιχθύς έγεινε το σύμβολον των χριστιανών, απήντησεν
υπερηφάνως ο Χίλων.

Εσιώπησαν. Εις τον συλλογισμόν του Έλληνος ενυπήρχε τι το αναντίρρητον· οι δύο φίλοι δεν ηδύναντο να κρύψωσι την έκπληξίν των.

— Όπερ σημαίνει, είπεν ο Πετρώνιος, ότι η Πομπωνία και η Λίγεια φαρμακώνονν τα φρέατα, σφάζουν τα παιδία τα αρπαζόμενα από τους δρόμους, και παραδίδονται εις την ακολασίαν, όπως όλοι οι χριστιανοί.

— Είναι βλακεία! Συ, Βινίκιε, διέτριψες επί περισσότερον χρόνον εις την οικίαν των. Εγώ γνωρίζω αρκετά τον Άουλον και την Πομπωνίαν, και την Λίγειαν αυτήν, ώστε να ημπορώ να είπω: Είναι συκοφαντία και μωρία!

Βινίκιε, ηρώτησεν έπειτα ο Πετρώνιος, μήπως απατάσαι; Η Λίγεια πράγματι εχάραξεν ιχθύν;

 — Μα όλους τους καταχθόνιους θεούς είναι να τρελλαθώ, ανέκραξεν ο
νεανίας με μανίαν· εάν μου εχάρασσε πτηνόν, θα έλεγα ότι ήτο πτηνόν.

— Λοιπόν είναι χριστιανή, επανέλαβεν ο Χίλων.

— Εάν ο ιχθύς είναι το χριστιανικόν σύμβολον, όπερ μου φαίνεται αναντίρρητον, και αν αυταί είναι χριστιαναί, τότε, μα την Περσεφόνην, οι χριστιανοί δεν είναι οποίοι τους φανταζόμεθα.

— Ομιλείς όπως ο Σωκράτης, αυθέντα, απεκρίθη ο Χίλων. Και ποίος ηρώτησεν ένα χριστιανόν; Τις γνωρίζει το δόγμα των; Προ τριών ετών κατά το ταξείδιόν μου από Νεαπόλεως εις Ρώμην (διατί να μη μείνω εκεί!) είχα συνοδοιπόρον ένα ιατρόν, ονόματι Γλαύκον, τον οποίον έλεγαν χριστιανόν, και όστις με όλον τούτο, έχω πεποίθησιν, ότι ήτο ανήρ χρηστός και ενάρετος.

— Μήπως από τον ενάρετον εκείνον άνδρα έμαθες τι σημαίνει ιχθύς;

— Φευ! όχι, αυθέντα! Κατά το ταξείδιόν εκείνο εις έν ξενοδοχείον ο ενάρετος γέρων επληγώθη διά μαχαίρας, η δε σύζυγός του και το τέκνον του απήχθησαν ως δούλοι υπό εμπόρων. Εγώ υποστηρίζων αυτούς έχασα τα δύο δάκτυλά μου, αλλ' επειδή οι χριστιανοί, ως λέγουσιν ευνοούνται από τα θαύματα, ελπίζω ότι τα δάκτυλά μου θα γίνουν.

— Πώς; Έγινες χριστιανός;

— Από χθες, κύριε, από χθες! Αυτός ο ιχθύς είναι η αιτία. Ακούσατέ με, μεγάλοι αυθένται. Η ανακάλυψις την οποίαν έκαμα είναι σπουδαιοτάτη· δεν ευρήκα ακόμη την νεαράν κόρην, αλλά γνωρίζω την οδόν επί της οποίας πρέπει να την ζητήσω. Εστείλατε τους δούλους σας εις όλην την πόλιν. Σας έφεραν την ελαχίστην ένδειξιν; Όχι! Εγώ μόνος σας έδωσα μίαν. Επί πλέον θα είπω τα εξής: Μεταξύ των δούλων σας δυνατόν να υπάρχουν, εν αγνοία σας, χριστιανοί, επειδή η θρησκεία αύτη εξηπλώθη ήδη πανταχού. Εκείνοι αντί να σας υπηρετούν θα σας προδίδουν. Έχετε μικράν υπομονήν. Τας ημέρας αυτάς δεν έπαυσα να εισέρχωμαι εις τα καπηλεία, όπου η γλώσσα των ανθρώπων λύεται, ούτε εις τα αρτοπωλεία. Διέτρεξα όλας τας οδούς και τα αδιέξοδα. Επεσκέφθην τας κρύπτας των φυγάδων δούλων, έχασα εκατόν περίπου ασσάρια εις αυτό το διάστημα, εισήλθα εις τα πλυντήρια, τα στεγνωτήρια και τα μαγειρεία, είδα ημιονηλάτας και γλύπτας· είδα επίσης ανθρώπους οίτινες θεραπεύουν τας ασθενείας της κύστεως και εξάγουν τους οδόντας· ωμίλησα με εμπόρους ξηρών σύκων, επεσκέφθην τα νεκροταφεία· και ηξεύρετε διατί; Διά να χαράξω παντού τον ιχθύν τούτον, να παρατηρήσω τους ανθρώπους κατάματα και να ίδω τι θα απεκρίνοντο εις το σημείον αυτό. Επί πολύ δεν παρετήρησα τίποτε, μίαν ημέραν όμως πλησίον κρήνης, είδα ένα δούλον, όστις ήντλει ύδωρ και έκλαιεν. Επλησίασα και τον ηρώτησα διατί κλαίει. Εκαθήσαμεν εις τας βαθμίδας της κρήνης εκείνης και μου απήντησεν, ότι εις όλην του την ζωήν είχε συνάξει ολίγον κατ' ολίγον τα απαιτούμενα χρήματα διά να εξαγοράση τον αγαπητόν του υιόν, όστις ήτο δούλος, αλλ' ότι ο αυθέντης του, καλούμενος Πάνσας, του αφήρεσε τα χρήματα ταύτα, κρατήσας πάλιν τον υιόν του ως όμηρον. «Και κλαίω ούτω, είπεν ο γέρων, διότι ματαιοπονώ, λέγων καθ' εαυτόν: ας γίνη το θέλημα του Θεού! δεν δύναμαι, πτωχός αλιεύς, όπου, είμαι να κρατήσω τα δάκρυά μου». Τότε, καταληφθείς υπό τινος προαισθήματος έβρεξα τον δάχτυλόν μου εις τον κάδον και εχάραξα τον ιχθύν· ο χρηστός γέρων, άμα είδε τούτον, είπε: «Και η ιδική μου ελπίς εις τον Χριστόν». Τον ηρώτησα:

«Με ανεγνώρισες από το σημείον τούτο; Ναι· μοι απεκρίθη, «η ειρήνη μετά σου!» Ήρχισα να μανθάνω το μυστικόν και ο αγαθός γέρων μοι διηγήθη τα πάντα. Ο Πάνσας είναι και αυτός απελεύθερος του ενδόξου Πάνσα και μεταφέρει εις την Ρώμην διά του Τιβέρεως τους λίθους τους οποίους δούλοι και εργάται εκφορτώνουν από τας σχεδίας και φέρουν την νύκτα εις τας νεοκατασκευαζομένας οικίας. Μεταξύ αυτών υπάρχουν πολλοί χριστιανοί, εν οις και ο υιός του. Επειδή η εργασία αύτη υπερβαίνει τας δυνάμεις του νεανίου, ο πατήρ του ήθελε να τον εξαγοράση. Ο Πάνσας όμως επροτίμησε να κρατήση και τα χρήματα και τον δούλον. Ανέμιξα τα δάκρυά μου με τα ιδικά του, πράγμα εύκολον, λόγω της αγαθότητος της καρδίας μου και των πόνων τους οποίους μοι προυξένει η υπερβολική οδοιπορία. Παρεπονέθην, διότι φθάσας εκ Νεαπόλεως πρό τινων ημερών, δεν εγνώριζα κανένα από τους αδελφούς μας και δεν ήξευρα πού συνήρχοντο διά να προσευχηθούν. Ηπόρησε, διατί οι εν Νεαπόλει χριστιανοί δεν μου είχον δώσει επιστολάς προς τους εν Ρώμη αδελφούς των, εγώ δε απήντησα, ότι μου τας έκλεψαν καθ' οδόν, Μου είπε τότε να έλθω την νύκτα παρά τον ποταμόν· θα με παρουσίαζεν εις τους αδελφούς, οίτινες θα με ωδήγουν εις τους οίκους της προσευχής και εις τους πρεσβυτέρους τους διευθύνοντας την χριστιανικήν κοινότητα. Εις τους λόγους τούτους εχάρην τόσον πολύ, ώστε του έδωκα τα αναγκαία χρήματα προς απολύτρωσιν του υιού του, ελπίζων ότι ο γενναιόδωρος Βινίκιος θα μου τα αποδώση διπλάσια.

— Χίλων, διέκοψεν ο Πετρώνιος, εις την διήγησίν σου το ψεύδος, καθώς το έλαιον, επιπλέει εις την επιφάνειαν της αληθείας. Είμαι βέβαιος ότι κατά το στάδιον των ερευνών σου έκαμες αποφασιστικόν βήμα, αλλ' είνε περιττόν να περιβάλλης τας ειδήσεις σου με στρώμα δολοπλοκιών. Πώς ονομάζεται ο γέρων, από τον οποίον έμαθες ότι οι χριστιανοί αναγνωρίζονται διά του σημείου του ιχθύος;

— Ευρίκιος, αυθέντα. Ο πτωχός, ο δυστυχής γέρων!

— Πιστεύω ότι πράγματι εγνώρισες αυτόν και ότι θα δυνηθής να επωφεληθής από την συνάντησιν ταύτην, αλλά δεν του έδωκες χρήματα. Δεν του έδωκες ούτε οβολόν, με εννοείς; Δεν του έδωσες τίποτε.

— Αλλά τον εβοήθησα να αντλήση ύδωρ με τους κάδους και ωμίλησα περί του υιού του μετά της μεγαλειτέρας συμπαθείας. Είνε αληθές, κύριε, ότι τίποτε δεν ημπορεί να διαφύγη την οξυδέρκειάν σου. Δεν του έδωσα χρήματα ή μάλλον του έδωσα κατά διάνοιαν και με όλην την ενδόμυχον καλήν θέλησιν, και τούτο έπρεπε να είνε αρκετόν, εάν ήτο αληθής φιλόσοφος.

Ο Πετρώνιος εστράφη προς τον Βινίκιον:

— Μέτρησέ του πέντε χιλιάδες σεστέρτια, αλλά κατά διάνοιαν και ενδομύχως.

Ο Βινίκιος είπε:

— Θα σου δώσω ένα υπηρέτην, όστις θα φέρη μαζή του το απαιτούμενον ποσόν συ θα είπης εις τον Ευρίκιον, ότι είναι δούλος σου, και θα εγχειρίσης εις τον γέροντα τα χρήματα επί παρουσία του υπηρέτου. Εν τοσούτω, επειδή μου έφερες μίαν είδησιν αξιόλογον, θα λάβης ίσον ποσόν και διά τον εαυτόν σου. Ελθέ να ζητήσης απόψε τον υπηρέτην και τα χρήματα.

ΚΕΦΑΛΛΙΟΝ ΙΒ'.

&«Μάρκος Βινίκιος Πετρωνίω χαίρειν»,&

_«Ουδαμού Λίγεια έως τώρα. Η νέα αύτη είναι ανεύρετος. Ηθέλησα να εξακριβώσω αν ο Χίλων με ηπάτα, και την νύκτα, καθ' ην ήλθε να ζητήση τα χρήματα διά τον Ευρίκιον, ετυλίχθην χλαμύδα στρατιωτικήν και τον ηκολούθησα, εν αγνοία, αυτού και του νέου θεράποντος, τον οποίον του είχα δώση. Όταν έφθασαν εις το υποδειχθέν μέρος, τους κατεσκόπευσα μακρόθεν και επείσθην ότι ο Ευρίκιος δεν ήτο μύθος.

«Προς τα κάτω, παρά τον ποταμόν, περί τα πεντήκοντα άτομα εξεφόρτωναν λίθους από μίαν μακράν σχεδίαν. Είδα τον Χίλωνα να πλησιάζη εις αυτούς και να αρχίζη σννδιάλεξιν με ένα γέροντα· ούτος ερρίφθη εις να γόνατά του· οι άλλοι τους περιεκύκλωναν, εκπέμποντες κραυγάς εκπλήξεως. Προ των οφαλμών μου, ο νέος θεράπων μου ενεχείρισε τον σάκκον των χρημάτων εις τον Ευρίκιον, όστις ήρχισε να προσεύχηται ανατείνων εις τον ουρανόν τας χείρας· πλησίον αυτού εγονυπέτησεν είς νέος, ο υιός τον ίσως.

«Ο Χίλων επρόφερεν ακόμη λέξεις τινάς και ηυλόγησε τους δύο γονυπετείς ανθρώπους, ως και τους άλλους, ποιών σημεία σταυρού· όλοι έκλιναν τα γόνατα.

«Εάν ο Χίλων δεν κατώρθωσε να εύρη την Λίγειαν, ο λόγος είναι ότι υπάρχει ήδη αναρίθμητον πλήθος χριστιανών εν Ρώμη και επομένως δεν γνωρίζουσιν αλλήλους όλοι και δεν δύνανται να ηξεύρουν παν ό,τι γίνεται εις την κοινότητα. Αλλά με βεβαιοί ότι άμα φθάση μέχρι των ιερέων, τους οποίους καλούσι πρεσβυτέρους, θα κατορθώση να αποσπάση απ' αυτών όλα τα μυστικά. Έμαθε προσέτι ότι, δια τας κοινάς προσευχάς των, έχουσι τόπους συνελεύσεων, πολλάκις έξω των πυλών της πόλεως ή εις οικίας ερήμους ή και εις τα στάδια. Εκεί λατρεύουσι τον Χριστόν, ψάλλουσιν ύμνους και κάμνουν συμπόσια.

«Όταν ο Χίλων μάθη έν των μερών τούτων θα υπάγω μαζή του, και αν θελήσωσιν οι θεοί να ίδω την Λίγειαν, σου ομνύω εις τον Δία, ότι την φοράν αυτήν δεν θα διαφύγη των χειρών μου. Λέγεις ότι πρέπει να ηξεύρη τις να αγαπά· και εγώ ήξευρα να ομιλήσω περί έρωτος εις την Λίγειαν, αλλά τώρα αποθνήσκω εκ λύπης. Περιμένω ανυπομόνως τον Χίλωνα και η οικία μου είναι ανυπόφορος. Υγίαινε»._

Ο Χίλων επί πολύν χρόνον δεν εφάνη, ούτως ώστε ο Βινίκιος δεν ήξευρε πλέον τι να υποθέση. Τέλος μίαν ημέραν έφθασε με πρόσωπον τόσον σκυθρωπόν, ώστε ο πτωχός Βινίκιος ωχρίασεν ως τον είδε και έσπευσε προς αυτόν μόλις έχων την δύναμιν να ερωτήση:

— Η Λίγεια δεν ευρίσκεται μεταξύ των Χριστιανών;

 — Ναι, αυθέντα, απεκρίθη ο Χίλων· αλλά εύρον μεταξύ αυτών και τον
Γλαύκον, τον ιατρόν.

— Τι λέγεις; ποίος είναι αυτός;

— Ελησμόνησες λοιπόν, αυθέντα, την ιστορίαν του γέροντος, μετά του οποίου ωδοιπόρησα από Νεαπόλεως μέχρι Ρώμης, και των δύο δακτύλων, τους οποίους έχασα υπερασπίζων εκείνον; Οι λησταί, οίτινες τον εκτύπησαν δια μαχαίρας, τον είχον αφήσει εκπνέοντα και τον έκλαυσα επί πολύ, Φευ! επείσθην ότι ζη ακόμη και ότι αποτελεί μέρος της χριστιανικής κοινότητος εν Ρώμη.

— Αφού τον υπερησπίσθης πρέπει να σε ευγνωμονή και να σε βοηθήση!

— Α! ευγενή Τριβούνε! και οι θεοί αυτοί δεν είναι πάντοτε ευγνώμονες, πόσω μάλλον οι άνθρωποι! Ναι έπρεπε να είναι ευγνώμων. Δυστυχώς, είναι γέρων του οποίου το πνεύμα εξησθένησε και εσκοτίσθη από την ηλικίαν και τας δυστυχίας, και δι' αυτό όχι μόνον δεν με ευγνωμονεί, αλλά με κατηγορεί, όπως έμαθα από τους ομοθρήσκους του, ότι είχα συνενοηθή με τους ληστάς και έγεινα ο αίτιος των δυστυχιών του. Ιδού πώς με ανταμείβει διά τους δύο κομμένους δακτύλους μου.

 — Είμαι βέβαιος ότι τω όντι αυτό συνέβη όπως το διηγείσαι, είπεν ο
Βινίκιος.

— Τότε συ ηξεύρεις περισσότερα από εκείνον, απήντησε μετά αξιοπρεπείας ο Χίλων, διότι εκείνος υποθέτει μόνον, ότι ούτω συνέβη πράγμα, το οποίον δεν θα τον ημπόδιζε να επικαλεσθή εις βοήθειαν τους χριστιανούς και να εκδικηθή σκληρώς.

— Τι με μέλλει δι' όλα αυτά! Ειπέ μου τι είδες εις τον οίκον εκείνον των προσευχών;

— Αυτό πράγματι ολίγον σε ενδιαφέρει, αυθέντα· αλλά επειδή πρόκειται περί εμού, προτιμώ μάλλον να παραιτηθώ από την υποσχεθείσαν αμοιβήν παρά να ριψοκινδυνεύσω την ζωήν μου. Ως αληθής φιλόσοφος δύναμαι να ζήσω και να αναζητήσω την θείαν αλήθειαν.

Αλλ' ο Βινίκιος επλησίασεν εις αυτόν με πρόσωπον απειλητικόν και με φωνήν πνιγμένην είπε:

 — Τις σου λέγει ότι θα αποθάνης εκ της χειρός του Γλαύκου μάλλον ή
εκ της ιδικής μου;

Ο θρασύδειλος Χίλων, εν ριπή οφθαλμού, αντιληφθείς ότι, φερόμενος ούτως απερισκέπτως, δεν θα εσώζετο από τας χείρας του Βινικίου, ανέκραξεν εν σπουδή:

— Θα την ζητήσω, δέσποτα, και θα την εύρω, δεν είπα ότι παραιτούμαι από του να ζητήσω την κόρην· ήθελα μόνον να σου αποδείξω ότι τα διαβήματά μου ταύτα συνεπιφέρουσι σήμερον μέγαν κίνδυνον δι' εμέ. Ο Γλαύκος ζη, αυθέντα, και αν άπαξ με ίδη, συ δεν θα με ίδης πλέον ποτέ! Και τότε ποίος θα σου ανεύρη την κόρην;

— Τι να κάμωμεν; ποίον μέσον θεραπείας υπάρχει; τι θέλεις να επιχειρήσωμεν; ηρώτησεν ο Βινίκιος.

— Ο Αριστοτέλης μας διδάσκει ότι πρέπει να θυσιάζωμεν τα μικρά διά τα μεγάλα. Λοιπόν το φορτίον του γήρατος και των δυστυχιών καταβάλλει τον Γλαύκον από πολλού, εις βαθμόν ώστε ο θάνατος θα ήτο ευεργεσία δι' αυτόν. Τι είναι ο θάνατος κατά τον Σενέκαν, ειμή απελευθέρωσις; Προτείνω, αυθέντα, να απομακρύνωμεν τον Γλαύκον.

— Μίσθωσον ανθρώπους, οι οποίοι θα τον φονεύσουν διά ροπάλων. Θα τους πληρώσω. Πόσα σου χρειάζονται;

— Μου χρειάζονται χίλια σεστέρτια· μη λησμονής, κύριε, ότι πρέπει να εύρω αλήτας εντίμους, οίτινες, αφού ενθυλακώσουν το τίμημα, δεν θα γείνουν άφαντοι χωρίς να δώσουν ειδήσεις. Διά καλόν έργον χρειάζεται καλός μισθός, θα χρειασθή επίσης κάτι τι δι' εμέ, διά να σπογγίσω τα δάκρυα, τα οποία θα χύσω διά τον Γλαύκον. Θα λάβω τους άνδρας εντός της ημέρας και θα τους ειδοποιήσω ότι από το εσπέρας της αύριον δι' εκάστην ημέραν κατά την οποίαν θα ζη ακόμη ο Γλαύκος, θα ελαττώνω τα σεστέρτιά των. Ο Βινίκιος υπεσχέθη ακόμη μίαν φοράν εις τον Χίλωνα το ζητηθέν ποσόν, έπειτα δε τον ηρώτησε ποίας ειδήσεις φέρει, πού επήγεν εν τω μεταξύ, και τι ανεκάλυψεν.

Ο Χίλων όμως δεν ηδύνατο να τω αναγγείλη πολλά πράγματα άξια λόγου. Του είπε μόνον ότι έμαθε παρά των χριστιανών ότι είς μέγας νομοθέτης, κάποιος Παύλος Ταρσεύς, ευρίσκεται εις Ρώμην, φυλακισμένος συνεπεία καταγγελίας γενομένης υπό των Ιουδαίων, και απεφάσισε να τον γνωρίση. Αλλά και άλλη είδησις μεγάλως τον ηυχαρίστησεν, ότι ο έχων τα πρωτεία της τιμής και της αρχαιότητος μεταξύ των μαθητών του Χριστού, ο ισότιμος και οιονεί πρεσβύτερος αδελφός του Παύλου Πέτρος, εις τον οποίον ο διδάσκαλός των έδωκεν εντολήν να αλιεύη ανθρώπους και να ποιμαίνη τα λογικά του πρόβατα, μέλλει από ημέρας εις ημέραν να έλθη εις Ρώμην.

Βεβαίως όλοι οι χριστιανοί θα θελήσουν να τον ιδούν και να ακούσουν την διδασκαλίαν του. θα γείνουν μεγάλαι συναθροίσεις εις τας οποίας και αυτός θα παρευρεθή και περιπλέον, επειδή είνε εύκολον να κρυβή κανείς μεταξύ του πλήθους, θα παρεισάξη και τον Βινίκιον. Τότε ασφαλώς εκεί θα ανεύρουν την Λίγειαν. «Ευθύς ως γείνη εκποδών ο Γλαύκος δεν θα συναντήσωμεν πλέον εμπόδια», είπε:

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

Ενδιέφερε πράγματι τον Χίλωνα να θέση εκποδών τον Γλαύκον, όστις, καίτοι ηλικιωμένος, δεν ήτο ποσώς γέρων παρηκμακώς. Η αφήγησις, την οποίαν ο Χίλων είχε κάμει εις τον Βινίκιον, εμπεριείχε μέγα μέρος αληθείας. Ο Έλλην είχεν ήδη γνωρίσει τον Γλαύκον, τον οποίον επρόδωσε, παρέδωσεν εις κακοποιούς, απέσπασεν από της οικογενείας του, έκλεψε, και του οποίου την δολοφονίαν αυτός προεκάλεσεν.

Η ανάμνησις των συμβάντων τούτων τω ήτο αμυδρά, διότι ο άθλιος είχεν εγκαταλείψει τον Γλαύκον αγωνιώντα, όχι εις πανδοχείον, αλλ' εις αγρόν, παρά τας Μεντούρνας. Είχε προΐδει τα πάντα, εκτός του ότι ο Γλαύκος θα εθεραπεύετο από τας πληγάς και θα έφθανεν εις την Ρώμην.

Σήμερον επρόκειτο να απαλλαγή απ' αυτόν, και προς τούτο έπρεπε να εκλέξη ανθρώπους καταλλήλους.

Με τοιαύτην πρόθεσιν μετέβη το εσπέρας εις τον Ευρίκιον. Ο γέρων Ευρίκιος, αφού απελύτρωσε τον υιόν του, είχεν ενοικιάσει έν από τα μικρά εκείνα παραπήγματα, τα οποία επλήρουν τον πέριξ του Μεγάλου ιπποδρομίου χώρον, διά να πωλή ελαίας, κουκιά, άρτον και υδρόμελι εις τους θεατάς των αγώνων. Ο Χίλων τον εύρεν εκεί τακτοποιούντα τα εμπορεύματά του· τον εχαιρέτισε με το όνομα του Χριστού και ήρχισε να του ομιλή περί της υποθέσεως, διά την οποίαν ήρχετο· είπεν εις αυτόν, ότι επειδή τοις είχε παράσχει εκδούλευσιν, βασίζεται επί της ευγνωμοσύνης των, διότι έχει ανάγκην δύο ή τριών ανδρών ρωμαλέων και ανδρείων, διά να αποσοβήση κίνδυνον απειλούντα και αυτόν και όλους τους χριστιανούς.

— Είπεν εις τον Ευρίκιον ότι είνε πτωχός πράγματι· εν τούτοις θα πληρώση την υπηρεσίαν ταύτην, υπό τον όρον ότι οι άνθρωποι θα έχουν εμπιστοσύνην εις αυτόν και θα εκτελέσουν πιστώς ό,τι τους διατάξη.

Ο Ευρίκιος και ο υιός του Κουάρτος εδήλωσαν ότι αυτοί οι ίδιοι είνε έτοιμοι να εκτελέσωσιν ό,τι τους προστάξη, βέβαιοι όντες, ότι άγιος άνθρωπος, όπως αυτός, δεν ηδύνατο να απαιτήση πράξεις, αίτινες δεν θα ήσαν σύμφωνοι προς τας εντολάς του Χριστού.

Ο Ευρίκιος ήτο γέρων όχι τόσον καταβεβλημένος από την ηλικίαν, όσον εξηντλημένος από τας λύπας και τας νόσους. Ο υιός του ήτο δεκαεξαετής. Πλην αυτός είχεν ανάγκην ανθρώπων ταχέων εις την εκτέλεσιν και προ πάντων στιβαρών.

— Κύριε, είπε τότε ο Κουάρτος, γνωρίζω τον αρτοποιόν Δημάν, εις τον μύλον του οποίου εργάζονται δούλοι και έμμισθοι. Ο είς εκ των μισθωτών τούτων είνε τόσον δυνατός, ώστε θα ηδύνατο να αναπληρώση όχι δύο, αλλά τέσσαρας. Τον είδα εγώ να σηκώνη λίθους τους οποίους δεν ηδύναντο να κινήσουν τέσσαρες ομού.

— Εάν είνε πιστός, φοβούμενος τον Θεόν, και ικανός να θυσιασθή διά τους αδελφούς του, γνώρισέ μου τον, είπεν ο Χίλων.

— Είναι χριστιανός, κύριε, απεκρίθη ο Κουάρτος, διότι εκείνοι οίτινες εργάζονται εις του Δημά, είνε ως επί το πλείστον χριστιανοί. Υπάρχουν εργάται της ημέρας και εργάται της νυκτός. Εάν επηγαίνομεν τώρα, θα τους ευρίσκομεν εις το εσπερινόν δείπνον των, και θα ηδύνασο να ομιλήσης μετ' αυτού. Ο Δημάς κατοικεί πλησίον του Εμπορίου.

— Ο Χίλων συνήνεσε και απήλθον αμέσως. Το Εμπόριον ευρίσκετο παρά τους πρόποδας του όρους Αβεντίνου και συνεπώς όχι πολύ μακράν του Μεγάλου Ιπποδρομίου. Ηδύνατο κανείς, χωρίς να κάμη τον γύρον των λόφων, να ακολουθήση τον ποταμόν κατά μήκος, να διέλθη την στοάν Αιμιλίων, πράγμα το οποίον καθίστα τον δρόμον συντομώτερον.

— Είμαι γέρων, είπεν ο Χίλων καθ' οδόν, και ενίοτε πάσχω διασάλευσιν της μνήμης. Ο Χριστός μας παρεδόθη από ένα των μαθητών του, πλην την στιγμήν ταύτην δεν δύναμαι να ενθυμηθώ του προδότου το όνομα.

 — Κύριε, αυτός ήτο ο Ιούδας, όστις και εκρεμάσθη μόνος του,
απήντησεν ο νέος, εκπλαγείς διότι ο γέρων ηγνόει το όνομα του Ιούδα.

 — Α! ναι, ο Ιούδας! είπεν ο Χίλων. Έπειτα εβάδισαν σιωπηλοί.
Εσταμάτησαν έμπροσθεν ενός ξυλίνου καταστήματος, εκ του οποίου
έφθανεν ο κρότος του συντριβομένου σίτου εντός των μυλοπετρών. Ο
Κουάρτος εισήλθεν, ενώ ο συνετός Χίλων έμεινεν έξω.

— Είμαι περίεργος να ιδώ αυτόν τον μυλωθρόν Ηρακλή, είπε καθ' εαυτόν. Εάν είναι κανείς φαύλος και πονηρός, θα μου κοστίση ακριβά· εάν τουναντίον είναι ενάρετος χριστιανός και ηλίθιος, θα κάμη δωρεάν ό,τι του ζητήσω.

Ο Χίλων διεκόπη εις τας σκέψεις του από τον Κουάρτον, όστις επέστρεψε μετ' ολίγον συνοδευόμενος από άνθρωπον, φέροντα μόνον ένα από τους χιτώνας εκείνους των εργατών, οίτινες άφιναν γυμνόν τον δεξιόν βραχίονα καθώς και την δεξιάν πλευράν του στήθους. Εις την θέαν του νεωστί ελθόντος ο Χίλων εστέναξεν εξ ευχαριστήσεως. Ποτέ δεν είχεν ιδή τοιούτον βραχίονα ούτε τοιούτο στήθος.

— Ιδού, κύριε, είπεν ο Κουάρτος, είναι ο αδελφός, τον οποίον επιθυμείς να ίδης.

— Η ειρήνη του Χριστού ας είναι μαζή του, είπεν ο Χίλων· και συ, Κουάρτε, ειπέ εις αυτόν τον αδελφόν, αν είμαι άξιος πίστεως, και έπειτα επίστρεψον εις την οικίαν σου διά την αγάπην του Θεού, διότι δεν πρέπει να αφίνης ολομόναχον τον γέροντα πατέρα σου.

— Είναι άγιος άνθρωπος, είπεν ο Κουάρτος. Εθυσίασεν όλην την περιουσίαν του διά να με λυτρώση εκ της δουλείας, χωρίς να με γνωρίζη. Είθε ο Κύριος ημών ο Λυτρωτής να του παρασκευάση εις αντάλλαγμα ουρανίαν αμοιβήν!

Ο γιγαντόσωμος εργάτης ακούσας τας λέξεις ταύτας, υπεκλίθη και ησπάσθη την χείρα του Χίλωνος.

— Πώς ονομάζεσαι, αδελφέ μου; ηρώτησεν ο Έλλην.

— Πάτερ, εις το άγιον βάπτισμα έλαβον το όνομα Ουρβανός.

— Ουρβανέ, αδελφέ μου, έχεις καιρόν να ομιλήσης μετ' εμού ελευθέρως;

— Το έργον μας αρχίζει το μεσονύκτιον.

— Έχομεν λοιπόν όλον τον απαιτούμενον χρόνον. Υπάγωμεν παρά την όχθην του ποταμού και εκεί θα ακούσης ό,τι έχω να σου είπω.

Απήλθον και εκάθησαν επί τινος λίθου της όχθης, εν μέσω ησυχίας διακοπτομένης μόνον από τον μεμακρυσμένον κρότον των μυλοπετρών και από τον φλοίσβον του ποταμού. Ο Χίλων εξήτασε το πρόσωπον του εργάτου, το οποίον με όλην την έκφρασιν την ολίγον σκληράν και μελαγχολικήν, την συχνά απαντώσαν παρά τοις βαρβάροις, όσοι κατώκουν εν Ρώμη, τω εφάνη ότι αντηνάκλα την αγαθότητα και την ειλικρίνειαν.

— Ναι! εσκέφθη, είναι άνθρωπος αγαθός και ευήθης, όστις θα φονεύση τον Γλαύκον δωρεάν, και υψώσας τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν ήρχισε να τω ομιλή περί του θανάτου του Χριστού.

Ο εργάτης έκλαιε, και, όταν ο Χίλων ήρχισε να θρηνή, διότι κατά την στιγμήν του θανάτου του Σωτήρος, δεν ευρέθη κανείς διά να τον υπερασπίση κατά των ύβρεων των στρατιωτών και των Ιουδαίων, αι πελώριαι πυγμαί του βαρβάρου συνεσφίγχθησαν εκ λύσσης και οργής.

Ο Χίλων αποτόμως τον ηρώτησεν:

— Ουρβανέ, ηξεύρεις τις ήτο ο Ιούδας;

— Το ηξεύρω! Το ηξεύρω! εκρεμάσθη όμως! και η φωνή του επρόδιδε λύπην, διότι ο προδότης εφήρμοσε δικαιοσύνην μόνος του εις τον εαυτόν του.

Ο Χίλων εξηκολούθησεν:

— Εάν όμως δεν είχε κρεμασθή, και αν χριστιανός τις τον συνήντα, είτε εις την ξηράν είτε εις την θάλασσαν, δεν έπρεπε να εκδικηθή τας βασάνους, το αίμα και τον θάνατον του Σωτήρος;

— Και ποίος δεν θα τα εξεδίκει, πάτερ μου!

— Η ειρήνη ας είνε μαζή σου, πιστέ δούλε του Αμνού! Ναι! Δύναται κανείς να συγχωρή τα ιδικά του αδικήματα, αλλά ποίος έχει το δικαίωμα να συγχωρήση τας ύβρεις τας γενομένας εις τον Θεόν; Όπως ο όφις γεννά τον όφιν, όπως η κακία γεννά την κακίαν, και η προδοσία την προδοσίαν, ούτω εκ του δηλητηρίου του Ιούδα εγεννήθη άλλος προδότης· όπως ο είς παρέδωσε τον Σωτήρα εις τους Ιουδαίους και εις τους Ρωμαίους στρατιώτας, ο άλλος, όστις ζη εν τω μέσω ημών θέλει να παραδώση εις τους λύκους τα πρόβατα του Κυρίου! και αν κανείς δεν προλάβη την προδοσίαν ταύτην, εάν κανείς δεν συντρίψη εγκαίρως την κεφαλήν του όφεως, όλοι μας θα χαθώμεν, και μαζή μας θα χαθή η δόξα του αμνού του Θεού.

Ο εργάτης τον παρετήρει με μεγάλην ανησυχίαν, ως να μη ελάμβανεν υπ' όψιν όσα ήκουεν.

Ο Έλλην, καλύψας την κεφαλήν με την άκραν του μανδύου του επανέλαβε με λαρυγγώδη φωνήν.

«Δυστυχία σας, Χριστιανοί και Χριστιαναί! Δυστυχία σας, δούλοι του αληθινού Θεού!»

Επηκολούθησε σιωπή και δεν ηκούετο ειμή ο τριγμός των μυλοπετρών, το υπόκωφον άσμα των μυλωθρών και ο φλοίσβος του ποταμού.

— Πάτερ μου, ηρώτησε τέλος ο εργάτης, ποίος είναι αυτός ο προδότης;

Ο Χίλων εχαμήλωσε την κεφαλήν.

«Ποίος ήτο εκείνος ο προδότης! Γιος του Ιούδα γεννηθείς εκ του δηλητηρίου εκείνου, όστις προσεποιείτο τον χριστιανόν και εσύχναζεν εις τους οίκους των προσευχών προς μόνον τον σκοπόν, ίνα κατηγορήση τους αδελφούς εις τον Καίσαρα, λέγων, ότι ούτοι δεν τον αναγνωρίζουν ως Θεόν, ότι φαρμακεύουν τας κρήνας, ότι σφάζουν τα παιδία και ότι θέλουν να καταστρέψουν αυτήν την πόλιν, ώστε να μη μείνη λίθος επί λίθου. Εντός ολίγων ημερών θα δώσουν εις τους πραιτωριανούς την διαταγήν να αλυσοδέσουν τους γέροντας, τας γυναίκας και τα παιδία και να τους οδηγήσουν εις τον θάνατον.

Αυτό ήτο το έργον του δευτέρου τούτου Ιούδα. Αλλ' εάν κανείς δεν ετιμώρησε τον πρώτον, εάν κανείς δεν ανέλαβε την υπεράσπισιν του Χριστού κατά την ώραν του πάθους του, ποίος λοιπόν θα θελήση να τιμωρήση τούτον εδώ, ποίος λοιπόν θα συντρίψη την κεφαλήν του όφεως τούτου, ποίος θα τον εξαφανίση πριν ομιλήση εις τον Καίσαρα;

Ο Ουρβανός, όστις μέχρι της στιγμής ταύτης εκάθητο επί του λίθου, ηγέρθη αιφνιδίως και είπεν:

— Εγώ, πάτερ μου!

— Τότε ύπαγε μεταξύ των χριστιανών, ύπαγε εις τους οίκους της προσευχής και ερώτησον τους αδελφούς μας πού είνε ο Γλαύκος ο ιατρός, και όταν σου τον δείξουν, εν ονόματι του Χριστού, φόνευσέ τον!

— Γλαύκος; . . . επανέλαβεν ο εργάτης, ως να ήθελε να εγχαράξη το όνομα τούτο εις την μνήμην του.

— Τον γνωρίζεις;

— Όχι δεν τον γνωρίζω. Υπάρχουν χιλιάδες χριστιανών εις Ρώμην και δεν γνωρίζονται όλοι μεταξύ των. Αλλ' αύριον την νύκτα, όλοι μέχρι του τελευταίου, αδελφοί και αδελφαί θα συνέλθωσιν εις το Οστριανόν, διότι ο μέγας Απόστολος του Χριστού αφίκετο και θα κηρύξη εκεί· οι αδελφοί μας θα μου δείξουν εκεί τον Γλαύκον.

— Εις το Οστριανόν; ηρώτησεν ο Χίλων· αλλ' αυτό είναι έξω των πυλών. Όλοι οι αδελφοί και όλαι αι αδελφαί; Την νύκτα εκτός της πόλεως εις το Οστριανόν;

— Ναι, πάτερ μου! είναι το νεκροταφείον μας μεταξύ των οδών Σαλαρίας και Νομεντάνης. Δεν ηξεύρεις ότι ο μέγας Απόστολος θα κηρύξη εκεί:

— Απουσίαζον δύο ημέρας εκ της οικίας μου και διά τούτο δεν έλαβον επιστολήν, δεν ηξεύρω δε που είναι το Οστριανόν, διότι έφθασα προ ολίγου εκ Κορίνθου, όπου διευθύνω την χριστιανικήν κοινότητα. Αφού ο Χριστός σου έπεμψεν αυτήν την έμπνευσιν, ύπαγε εις το Οστριανόν, παιδί μου, θα εύρης εκεί τον Γλαύκον, εν μέσω των αδελφών μας, θα τον φονεύσης κατά την επιστροφήν του εις την πόλιν, και εις ανταμοιβήν, όλα τα αμαρτήματά σου θα συγχωρηθούν. Τώρα, ύπαγε εις την ειρήνην.

— Θα τον φονεύσω ενώπιον όλων των αδελφών, όσοι θα είναι αύριον εις το Οστριανόν. Το να φονεύση κανείς ένα προδότην είναι ευχαρίστησις, αλλ' εάν ο Γλαύκος δεν ήτο ένοχος; Δεν θα ήτο καλλίτερον αν κατεδικάζετο εις θάνατον υπό των αρχηγών μας, δηλαδή του επισκόπου μας και του Αποστόλου;

— Δεν έχομεν καιρόν διά να γείνη κρίσις και απόφασις, αδελφέ μου, απήντησεν ο Χίλων, διότι από το Οστριανόν ο προδότης θα υπάγη κατ' ευθείαν πλησίον του Καίσαρος εις το Άντιον, ή θα καταφύγη εις την οικίαν ενός πατρικίου, του οποίου διατελεί θεράπων.

— Πάτερ, είπεν ο εργάτης με φωνήν κάπως ικετευτικήν, λαμβάνεις την πράξιν ταύτην εις την συνείδησίν σου; Ήκουσες με τα αυτιά σου τον Γλαύκον να προδίδη τους αδελφούς μας;

Ο Χίλων ενόησεν ότι έπρεπε να δώση μερικάς αποδείξεις και να αναφέρη ονόματα.

— Άκουσον, Ουρβανέ. Διαμένω εν Κορίνθω, αλλά κατάγομαι εκ της Κω, και εδώ εις την Ρώμην διδάσκω το δόγμα του Χριστού εις μίαν συμπατριώτισσάν μου νεαράν υπηρέτριαν καλουμένην Ευνίκην, ήτις υπηρετεί ως ιματιοφύλαξ εις την οικίαν Πετρωνίου τινός, φίλου του Καίσαρος. Λοιπόν! Εις την οικίαν αυτήν ήκουσα τον Γλαύκον να αναλαμβάνη να παραδώση όλους τους χριστιανούς και να υπόσχεται, επί πλέον, εις ένα άλλον έμπιστον του Καίσαρος, Βινίκιον, να κατορθώση όπως ανεύρη μεταξύ των χριστιανών μίαν νέαν παρθένον . . .

Εσταμάτησε και παρετήρησε με έκπληξιν τον δούλον, του οποίου τα βλέμματα είχον σπινθηροβολήσει αιφνιδίως, ως οι οφθαλμοί αγρίου θηρίου.

— Τι έχεις; ηρώτησε σχεδόν έντρομος.

— Τίποτε, Πάτερ. Αύριον θα φονεύσω τον Γλαύκον.

***

Πετρώνιος Βινικίω. Χαίρειν.

«Κακώς βαίνεις, φίλτατε! Είναι φανερόν ότι η Αφροδίτη σου ετάραξε το πνεύμα, σε έκαμε να χάσης το λογικόν, την μνήμην, την δύναμιν του να εννοής ό,τι δήποτε άλλο εκτός του έρωτος. Εάν αναγνώσης ποτέ την επιστολήν μου, θα αναγνωρίσης πόσον το πνεύμά σου έγεινεν αδιάφορον προς παν ό,τι δεν είναι η Λίγεια, μέχρι τίνος βαθμού περί αυτής και μόνης μεριμνάς, πώς αυτήν μόνην σκέπτεσαι αδιαλείπτως, πώς ο νους σου περιίπταται περί αυτήν, όπως ο ιέραξ περί την λείαν, την οποίαν εποφθαλμιά.

»Ναι. Την εσπέραν περιέτρεχε την πόλιν μετημφιεσμένος, σύχναζε μάλιστα εις τους ευκτήριους οίκους των χριστιανών μετά του φιλοσόφου σου.

»Παν ό,τι γεννά ελπίδα και παρέλκει τον χρόνον είνε επαινετόν. Αλλά, διά την αγάπην μου, ακολούθησε την εξής συμβουλήν μου: Επειδή ο Ούρσος εκείνος, ο δούλος της Λιγείας, είναι άνθρωπος με ρώμην ηράκλειον, λάβε εις την υπηρεσίαν σου τον Κρότωνα τον παλαιστήν, όπως επιχειρήσετε την εκδρομήν οι τρεις σας.

»Θα είνε ολιγώτερον επικίνδυνον και περισσότερον λογικόν. Αφού η Πομπωνία Γραικίνα και η Λίγεια είνε χριστιαναί, σημαίνει ότι οι χριστιανοί δεν είνε κακοποιοί, εν τούτοις απέδειξαν διά της αρπαγής της Λιγείας, ότι δεν παίζουν, όταν πρόκειται περί μικράς τίνος αμνάδος εκ της ποίμνης των. Όταν ίδης την αγαπητήν σου, ηξεύρω ότι θα θελήσης να την αρπάσης εν ακαρεί. Πώς θα το κατορθώσης με τον Χιλωνίδην και μόνον; Ενώ ο Κρότων θα φέρη αποτέλεσμα, και αν εκείνη υπερασπίζεται υπό δέκα Λιγείων, ως ο Ούρσος.

»Όταν ο Χίλων παύση να σου είναι χρήσιμος, στείλε τον προς εμέ, όπου και αν είμαι. Ίσως θα τον αναδείξω δεύτερον Βατίνιον, και ίσως οι υπατικοί άνδρες και οι συγκλητικοί θα τρέμωσιν ενώπιόν του.

»Όταν ανακτήσης την Λίγειαν, γράψε μου το: Είδα εν ονείρω την Λίγειαν επί των γονάτων σου, επιζητούσαν τους ασπασμούς σου. Κατόρθωσον όπως τούτο αποδειχθή πραγματικόν όνειρον. Είθε να μη υπάρχουν νέφη εις τον ουρανόν σου, και αν υπάρχουν, ας έχουν τα χρώμα και το άρωμα των ρόδων!»