WeRead Powered by ReaderPub
Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής cover

Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής

Chapter 17: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'
Open in WeRead

About This Book

The story follows a Roman nobleman who returns from war and becomes obsessed with a young Christian woman, setting love and personal desire against a backdrop of imperial excess and political intrigue in Nero's Rome. A cultured courtier offers wit and ironies while a network of Christians models charity, steadfast faith, and sacrificial courage as persecutions intensify after the great fire. The narrative interweaves sumptuous social scenes, spiritual conversions, legal and moral dilemmas, and the fates of public figures, presenting a contrast between decadent power and an emerging religious community whose beliefs reshape several lives.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Την επομένην πρωίαν, μόλις ο Βινίκιος είχε συμπληρώσει την ανάγνωσιν της επιστολής του Πετρωνίου, ο Χίλων εισήγετο εις την βιβλιοθήκην του Βινικίου χωρίς να αναγγελθή, διότι οι υπηρέται είχον διαταχθή να τον αφήσουν να εισέλθη εις οιανδήποτε ώραν της ημέρας ή της νυκτός.

Είθε η θεία μήτηρ του Αινείου, του μεγαλοψύχου προγόνου σου να σοι είνε τόσον ευμενής όσον υπήρξε δι' εμέ ο θείος υιός της Μαίας!

— Τι σημαίνει τούτο;

— Εύρηκα! αυθέντα, εύρηκα!

— Την είδες; . . .

— Είδα τον Ούρσον, αυθέντα, και του ωμίλησα.

— Και ηξεύρεις πού είνε κρυμμένοι;

— Όχι, αυθέντα, αλλ' είνε εύκολον τώρα. Εις εμέ δέσποτα, αρκεί να γνωρίζω ότι ο Ούρσος, υπό το όνομα Ουρβανός, εργάζεται παρά το Εμπόριον, πλησίον ενός μυλωθρού, όστις καλείται Δημάς, ακριβώς όπως ο απελεύθερός σου· και αυτό με αρκεί, διότι δεν με ενδιαφέρει το ζήτημα περί του ποίος εκ των εμπίστων δύναται να τον ακολουθήση την πρωίαν και να ανακαλύψη το κρησφύγετον. Σου φέρω μόνον την βεβαιότητα, ότι και ο Ούρσος ευρίσκεται εδώ, και η θεσπεσία Λίγεια ευρίσκεται επίσης εν Ρώμη, προσέτι δε την είδησιν, ότι την νύκτα ταύτην θα είνε και αυτή κατά πάσαν πιθανότητα εις το Οστριανόν . . .

— Εις το Οστριανόν; Πού ευρίσκεται τούτο;

— Είνε αρχαίον υπόγειον μεταξύ της οδού Σαλαρίας και της οδού Νομεντάνης. Ο μέγας χριστιανός ποντίφηξ, περί του οποίου σας ωμίλησα, κύριε, τον οποίον επερίμενον πολύ αργότερα, αφίκετο ήδη, απόψε θα βαπτίση και θα κηρύξη εις το νεκροταφείον τούτο.

— Η γενναιοδωρία μου δεν θα διαψεύση τας προσδοκίας σου· εν τοσούτω θα έλθης απόψε μετ' εμού εις το Οστριανόν.

— Εις το Οστριανόν! επανέλαβεν ο Χίλων, όστις δεν είχε την ελαχίστην επιθυμίαν να υπάγη. Ευγενή τριβούνε, υπεσχέθην να σου υποδείξω πού είναι η Λίγεια, αλλά δεν υπεσχέθην να την αρπάσω. Αναλογίσθητι, κύριε, τι θα μου συνέβαινεν, αν εκείνη η Λιγειανή αρκούδα, ο Ούρσος, αφού κάμη κομμάτια τον Γλαύκον, ανακαλύψη τυχόν την πλάνην του.

Ο Βινίκιος έλαβεν έκ τινος κιβωτίου βαλάντιον και το έρριψεν εις τον
Χίλωνα:

 — Όταν η Λίγεια έλθη εις την οικίαν μου, θα λάβης έν βαλάντιον
ακόμη.

— Ω, αληθής Ζευς! ανέκραξεν ο Χίλων.

— Θα σου δώσουν να φάγης εδώ· κατόπιν θα δυνηθής να αναπαυθής. Μέχρι της εσπέρας δεν θα εξέλθης και, όταν νυκτώση, θα με συνοδεύσης εις το Οστριανόν.

Επί στιγμήν φόβος τις και δισταγμός εζωγραφήθησαν επί του προσώπου του φιλοσόφου.

— Τις δύναται να αντισταθή εις σε, ω δέσποτα; Όσον αφορά εμέ, διά το βαλάντιον τούτο αφ' ενός και χωριστά διά την τιμήν, την οποίαν θα έχω εις την συναναστροφήν σου, θα σε ακολουθήσω.

Ο Βινίκιος τον διέκοψε μετ' ανυπομονησίας και τον εξήτασε διά μακρών περί της συνομιλίας του με τον Ούρσον.

Προέκυπτε δε ότι την νύκτα εκείνην θα ανεκάλυπτε το άσυλον της νεανίδος, και θα την ήρπαζον καθ' οδόν, όταν θα επέστρεφον από το Οστριανόν.

Ο Βινίκιος, ακολουθών τας συμβουλάς του Πετρωνίου, διέταξε τους δούλους του να υπάγουν να του φέρουν τον Κρότωτα. Ο Χίλων, όστις εγνώριζε τους πάντας εν Ρώμη, μεγάλως καθυσήχασεν, όταν ήκουσε το όνομα του περιφήμου παλαιστού.

Με όρεξιν λοιπόν παρεκάθησεν εις την τράπεζαν, όταν ήλθε να τον καλέση ο επιστάτης του ατρίου.

Αφού ετελείωσε το δείπνον του, εξηπλώθη επί του ανακλίντρου, ετοποθέτησε τον μανδύαν του υπό την κεφαλήν του και απεκοιμήθη. Δεν αφυπνίσθη ή μάλλον δεν τον εξύπνισαν παρά όταν έφθασεν ο Κρότων, Τότε μετέβη εις το άτριον. Ο Κρότων είχεν ήδη συζητήσει διά την αμοιβήν της εκστρατείας και έλεγεν εις τον Βινίκιον:

— Αναλαμβάνω, ευγενή κύριε, να αρπάσω με αυτήν εδώ την χείρα όποιον μου υποδείξης και με αυτήν την άλλην να υπερασπισθώ κατά επτά Λιγείων, ως αυτός ο Ούρσος, και τέλος να φέρω την κόρην εις την οικίαν σου, ακόμη και αν όλοι οι χριστιανοί της Ρώμης επρόκειτο να με καταδιώξουν ως λύκοι της Καλαβρίας. Εάν δεν πράξω ούτω ας με μαστιγώσουν εις αυτό εδώ το μέσαυλον.

— Ας μη γίνη αυτό, αυθέντα, ανέκραξεν ο Χίλων, διότι θα μας λιθοβολήσουν και τότε εις τι θα μας χρησιμεύση η δύναμίς του; Δεν είναι καλλίτερον να συλλάβη την κόρην, όταν θα επιστρέψη εις την οικίαν της και να μη εκθέση μήτε αυτήν μήτε ημάς;

— Ούτω να γίνη Κρότων, είπεν ο Βινίκιος.

— Συ πληρώνεις, συ προστάζεις· απήντησεν ο Κρότων.

— Αυθέντα, είπεν ο Χίλων, σκέπτομαι ότι οι χριστιανοί έχουν ως σημεία τινα αναγνωρίσεως τέσσαρας λέξεις, άνευ των οποίων κανείς δεν θα δυνηθή να εισχωρήση εις το Οστριανόν.

Εις τους ευκτηρίους οίκους των ούτω γίνεται και επέτυχα μίαν φοράν από τον Ευρίκιον έν σημείον του είδους τούτου. Επίστρεψόν μου λοιπόν, αυθέντα, να υπάγω να τον εύρω, να τον ερωτήσω δι' όλα τα καθέκαστα και να μάθω τας λέξεις ταύτας.

— Καλά, ευγενή φιλόσοφε, απήντηοεν ο Βινίκιος· ομιλείς ως συνετός άνθρωπος. Πήγαινε λοιπόν εις τον Ευρίκιον, αλλά χάριν μεγαλειτέρας ασφαλείας άφησε εδώ το βαλάντιον, το οποίον σου έδωσα.

Ο Χίλων εμόρφασεν ολίγον, αφήκε το βαλάντιον και εξήλθεν.

Επέστρεψε πολύ προ της εσπέρας.

— Όταν ήρχισε να νυκτώνη, ετυλίχθησαν με γαλατικούς μανδύας φέροντας κουκούλας και ωπλίσθησαν με φανούς και μαχαίρας. Ο Χίλων εφόρεσε μίαν περρούκαν, την οποίαν είχε προμηθευθή, όταν επέστρεφεν από του Ευρικίου, και εξήλθον επιταχύνοντες το βήμα, όπως φθάσουν εις την Νομεντανήν Πύλην, πριν αύτη κλεισθή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'

Εβάδισαν τοιουτοτρόπως προς την κώμην «Πατρίκιος» κατά μήκος του Ουιμεναλίου λόφου. Διήλθον τα ερείπια του τείχους Σερείου Τουλλίου και δι' ερημικών οδών έφθασαν εις την οδόν Νομεντάνης. Τότε κάμψαντες αριστερά προς την Σαλαρίαν ευρέθησαν εν μέσω λόφων γεμάτων από αμμωρυχεία με κοιμητήρια εδώ και εκεί. Ήτο ήδη νυξ, η σελήνη δεν είχεν ανατείλει ακόμη, δυσκόλως θα εύρισκον τον δρόμον των, εάν καθώς είχε προΐδει ο Χίλων, αυτοί οι χριστιανοί δεν τους τον εδείκνυον. Πράγματι δεξιά, αριστερά και εμπρός, παντού έβλεπέ τις διαγραφομένας μαύρας μορφάς, διευθυνομένας μετά προφυλάξεως προς τας αμμώδεις χαράδρας. Διαβάται τινές και οι χωρικοί, οι επιστρέφοντες εκ της πόλεως, εξελάμβανον τους οδοιπόρους εκείνους ως εργάτας πορευομένους προς τα αμμόστρωτα στάδια ή ως μέλη επικινδύνου τινός εταιρείας μεταβαίνοντα εις νυκτερινά διαβούλια.

Μερικοί έψαλλον χαμηλοφώνως ύμνους, οίτινες εφαίνοντο εις τον Βινίκιον μελαγχολικοί. Ενίοτε τα ώτα του ήκουον μέρη φράσεων, εν αις επανελαμβάνετο το όνομα του Χριστού συχνάκις.

Εβάδισαν επ' ολίγον εν σιγή, είτα δε ο Χίλων, του οποίου ο τρόμος ηύξανε, καθ' όσον απεμακρύνοντο των πυλών, είπε:

— Με την περρούκαν μου δεν θα δυνηθούν να με αναγνωρίσουν. Δεν είναι κακοί άνθρωποι! Είναι μάλιστα λίαν χρηστοί άνθρωποι, τους οποίους αγαπώ και εκτιμώ, ώστε και αν με αναγνωρίσουν δεν θα με φονεύσουν.

 — Μη δοκιμάζης να τους δελεάσης διά κολακειών προώρων, απήντησεν ο
Βινίκιος.

Η οδός τω εφαίνετο μακρά. Τέλος κάτι ήρχισε να λάμπη μακρόθεν, ως πυραί καταυλισμού ή δάδες. Ο Βινίκιος έσκυψε προς τον Χίλωνα και τον ηρώτησεν, εάν εκεί ήτο το Οστριανόν.

Ο Χίλων, τον οποίον η νυξ, η απομάκρυνσις εκ της πόλεως και αι φαντασματοειδείς μορφαί εφόβιζον αρκετά, απήντησε με τρέμουσαν φωνήν:

 — Δεν ηξεύρω, αυθέντα, δεν επήγα ποτέ εις το Οστριανόν, Αλλ' έπρεπε
να υμνούν τον Θεόν πλησιέστερον προς την πόλιν.

Είχον εισέλθει εις στενήν χαράδραν, ύπερθεν της οποίας διήρχετο υδραγωγείον τι. Η σελήνη είχεν εξέλθει εκ των νεφών.

Παρετήρησαν εις το άκρον της κλεισωρείας ένα τοίχον καλυπτόμενον από άφθονον κισσόν. Ήσαν εις το Οστριανόν.

Εις την θύραν δύο θυρωροί εδείκυον τα σημεία της εισόδου. Μετ' ολίγον ο Βινίκιος και οι σύντροφοι του ευρέθησαν εις χώρον ευρύν, περιβαλλόμενον από τοίχους. Προ της θύρας κρύπτης τινός, ήτις ευρίσκετο εις το μέσον, επάφλαζον τα ύδατα μιας κρήνης.

Εδώ κ' εκεί ηγείροντο μνημεία νεκρικά και πανταχού εις τον περίβολον όμιλοι ανθρώπων κατέκλυζον τον χώρον υπό το αμυδρόν φως της σελήνης και των φανών. Είτε διότι εφοβούντο το ψύχος, είτε διά να φυλαχθούν από τους προδότας, όλοι σχεδόν εφόρουν κουκούλας εις την κεφαλήν, και ο νεαρός πατρίκιος εσκέπτετο μετά φρίκης ότι εάν δεν απεκαλύπτοντο, δεν θα του ήτο δυνατόν να αναγνωρίση την Λίγειαν.

Πλησίον του υπογείου, του κατέχοντος το κέντρον του περιβόλου, ήναψαν δάδας τινας, τας οποίας ήνωσαν εις μικράν πυράν. Μετ' ολίγον το πλήθος ήρχισε να ψάλλη κατ' αρχάς με χαμηλήν φωνήν, είτα επί μάλλον και μάλλον μεγαλοφώνως, ένα ύμνον παράδοξον.

Είχον ρίψει ακόμη δάδας τινας εις την πυράν, ήτις διέχυσεν εις όλον το κοιμητήριον ερυθράν λάμψιν, η οποία κατέστησεν ωχρόν το φως των φανών. Την ιδίαν στιγμήν από το υπόγειον εξήλθε γέρων τις ενδεδυμένος μανδύαν με κουκούλαν, αλλά με την κεφαλήν ασκεπή και ανήλθεν επί τινος λίθου ευρισκομένου πλησίον της πυράς.

Παρετηρήθη κάποια κίνησις εις το πλήθος, φωναί τινες πλησίον του Βινικίου εψιθύρισαν. Ο Πέτρος! ο Πέτρος! Μερικοί εγονάτισαν· άλλοι έτειναν τας χείρας προς αυτόν. Έπειτα επεκράτησε σιγή τόσον βαθεία, ώστε ηδύνατό τις να ακούη το τρίξιμον των δαδών και τον θόρυβον των αμαξών εις την οδόν Νομεντάνης και τον ψίθυμον του ανέμου εις τας γειτονικάς πίτυας του κοιμητηρίου.

Ο Χίλων έσκυψε προς τον Βινίκιον και εψιθύρισε:

— Αυτός είνε ο πρώτος μαθητής του Χριστού, είνε ο αλιεύς.

Ο γέρων ύψωσε την χείρα και διά του σημείου του σταυρού ηυλόγησε τους παρεστώτας, οίτινες την φοράν αυτήν εγονάτισαν. Ο Βινίκιος και οι σύντροφοί του, εκ φόβου μη προδοθώσιν, εμιμήθησαν το παράδειγμα των άλλων.

Εφάνη εις τον νέον τριβούνον ότι η μορφή αύτη, την οποίαν είχεν ενώπιόν του, ήτο συνάμα αρκετά κοινή, αλλά και έκτακτος, και ότι το έκτακτον, το οποίον υπήρχεν εν αυτή, προήρχετο από την απλότητά της. Ο γέρων δεν είχεν ούτε μίτραν επί της κεφαλής του, ούτε τιάραν ούτε φοίνικα εις τας χείρας, ούτε χρυσόν περιστήθιον ούτε ενδύματα λευκά ή αστερόεντα ουδέν εκ των συμβόλων όσα έφερον οι ιερείς της Ανατολής, της Αιγύπτου, της Ελλάδος ή οι ιεροφάνται της Ρώμης.

— Είδεν εις το πρόσωπον του αλιέως εκείνου όχι αρχιερέα, επιτήδειον εις τας τελετάς των τύπων, αλλ' απλούν μάρτυρα, πρεσβύτην λίαν αξιοσέβαστον, όστις ήρχετο μακρόθεν διά να κηρύξη μίαν αλήθειαν. Ο Βινίκιος ησθάνθη πυρετώδη περιέργειαν ν' ακούση ό,τι θα εξήρχετο από το στόμα του συντρόφου εκείνου του μυστηριώδους Χριστού και να γνωρίση το δόγμα, το οποίον επρέσβευον η Λίγεια και η Πομπωνία Γραικίνα.

Ο Πέτρος ωμίλησε κατ' αρχάς ως πατήρ, όστις δίδει συμβουλάς εις τα τέκνα του και τα διδάσκει πως πρέπει να ζώσιν. Αι κεφαλαί υψωμέναι προς τον ουρανόν ως να βλέπουν κάποιον εκεί επάνω, πολύ υψηλά, και οι βραχίονες οι ανακινούμενοι εφαίνοντο ως να επεκαλούντο την βοήθειάν του. Συνίστα εις αυτούς να αποφεύγουν τας καταχρήσεις και τας ηδονάς, να αγαπώσι την πτωχείαν, την χρηστότητα των ηθών και την αλήθειαν, να υποφέρωσιν υπομονητικώς τας αδικίας, τους διωγμούς, να υπακούωσιν εις τους ανωτέρους των και εις τας αρχάς, να αποφεύγωσι το έγκλημα της προδοσίας, την υποκρισίαν, την κακολογίαν, τέλος να δίδουν το καλόν παράδειγμα και εις αυτούς τους εθνικούς.

Ο Βινίκιος, διά τον οποίον δεν υπήρχεν αγαθόν, ειμή, ό,τι ηδύνατο να του αποδώση την Λίγειαν, ωργίσθη εναντίον τινών εκ των συμβουλών τούτων.

Εξαίρων την αγνότητα και την αποχήν από των σαρκικών επιθυμιών ο γέρων δεν κατεδίκαζε τον έρωτά του; Δεν παρώξυνε την Λίγειαν εναντίον του; Ο θυμός κατέλαβε τον τριβούνον.

«Τι το κακόν υπάρχει εις τούτο; διενοήθη. Αυτή λοιπόν είνε η διδασκαλία η άγνωστος;»

Εκτός της οργής ησθάνετο και απογοήτευσιν. Επερίμενε να του αποκαλύψουν τρομακτικά μυστήρια· ήλπιζε τουλάχιστον να ακούση έντεχνον ρητορικήν· πλην δεν ήκουεν ειμή λόγους απλούς, και ηπόρει διά την ευλαβή προσοχήν, με την οποίαν το πλήθος τον ήκουεν.

Ο γέρων έλεγε τώρα εις τους παρισταμένους ότι ώφειλον να είναι αγαθοί, ειρηνικοί, ευθείς την καρδίαν, αγνοί και να περιφρονώσι τον πλούτον, όχι διά να έχουν ησυχίαν εις αυτόν τον κόσμον, αλλά διά να ζήσωσι μετά θάνατον ενδόξως και αιωνίως εν Χριστώ.

Όσον προκατειλημμένος και αν ήτο ο Βινίκιος, δεν ηδυνήθη να μη παρατηρήση μίαν διαφοράν μεταξύ της διδασκαλίας του γέροντος και της των κυνικών, των στωικών και άλλων φιλοσόφων. Εμάνθανε τώρα ότι ο Θεός ούτος είνε η αλήθεια· και εσκέφθη ακουσίως ότι ενώπιον ενός τοιούτου δημιουργού ο Ζευς, ο Απόλλων, ο Κρόνος, η Ήρα, η Εστία και η Αφροδίτη εφαίνοντο ως συμμορία γελωτοποιών.

Ήκουσε προσέτι τον γέροντα να λέγη, ότι ο Θεός είναι η αιωνία αγάπη και επομένως, όστις αγαπά τους ανθρώπους εκτελεί την υψηλοτέραν των εντολών του. Και δεν αρκεί να αγαπά τις τους ανθρώπους, αλλά και να τους συγχωρή, διότι ο Χριστός εσυγχώρησε τους Εβραίους, οίτινες τον εκάρφωσαν επί του σταυρού, πρέπει δε όχι μόνον να συγχωρώμεν τους αδικούντας ημάς, αλλά και να τους αγαπώμεν και να αποδίδωμεν αυτοίς καλόν αντί κακού.

Ακούσας την διδασκαλίαν ταύτην ο Χίλων ενόμισεν ότι ο Ούρσος δεν θα απεφάσιζε να φονεύση τον Γλαύκον. Αφ' ετέρου όμως παρηγορήθη εκ του ότι και ο Γλαύκος δεν θα τον εφόνευε, και αν τον ανεγνώριζεν ακόμη, κατόπιν της διδασκαλίας αυτής.

Ο Βινίκιος δεν προσηλούτο πλέον εις την διδασκαλίαν του γέροντος, ήτις δεν περιείχε καινόν τι· αλλά διηπόρει εν εαυτώ έκθαμβος: «Ποίος Θεός είναι λοιπόν αυτός; Ποίον το δόγμα και ποίος ο λαός ούτος; Το κοιμητήριον εκείνο του εφάνη άσυλον τρελλών και το σύνολον μυστηριώδους τόπου. Είχεν έναυλον εις τα ώτα παν ό,τι ο γέρων είχεν ειπεί περί της ζωής, της αληθείας και της αγάπης του Θεού.

Ο γέρων είπεν ακόμη ότι πρέπει να αγαπώσι την αρετήν και την αλήθειαν δι' αυτάς και μόνον, διότι το κύριον αγαθόν και η αιωνία αλήθεια είνε ο Θεός, όθεν όστις αγαπά αυτάς αγαπά τον Θεόν και καθίσταται τέκνον αυτού.

Είχον ρίψει ακόμη δάδας τινας εις την πυράν, ο συριγμός του ανέμου εσίγησεν εις τας πίτυας, ο φλοξ ανήρχετο κατ' ευθείαν προς τα άστρα, τα οποία εσπινθηροβόλουν, και ο γέρων, υπομνήσας τον θάνατον επί του Γολγοθά, ωμίλει πλέον μόνον περί του Χριστού.

Ο άνθρωπος ούτος ήτο αυτόπτης! Έλεγε πώς, αφού απεμακρύνθη από του σταυρού, είχε διέλθει δύο ημέρας και δύο νύκτας μετά του Ιωάννου, χωρίς να κοιμηθή, χωρίς να φάγη, καταπεπονημένος, τεθλιμμένος εν φόβω και αμφιβολία, επαναλαμβάνων ότι εκείνος απέθανεν! Ανέτειλεν η τρίτη ημέρα και εθρήνουν ακόμη, οπότε η Μαρία η Μαγδαληνή έτρεξε πνευστιώσα, με την κόμην άτακτον, κράζουσα. «Ήραν τον Κύριον!»

«Εκείνοι, ακούσαντες τας λέξεις ταύτας, έτρεξαν προς τον τόπον της ταφής. Ο Ιωάννης, ων νεώτερος, έφθασε πρώτος· ο τάφος ήτο κενός και δεν ετόλμησε να εισέλθη. Όταν ηνώθησαν και οι τρεις, αυτός, όστις τους ωμίλει εκεί, εισήλθεν εις τον τάφον και επί του λίθου είδε τα σουδάριον και τα οθόνια· αλλά δεν εύρε το σώμα . . . Υπέθεσαν ότι οι ιερείς είχον αρπάσει τον Χριστόν και επέστρεψαν εις την οικίαν, ακόμη αθυμότεροι. Έπειτα έφθασαν άλλοι μαθηταί και εθρήνησαν, άλλοτε μεν όλοι ομού, όπως ο Θεός των ουρανίων στρατιών τους ακούση ευκολώτερον, άλλοτε δε οι μεν μετά τους δε.

Η ανάμνησις των φρικαλέων εκείνων στιγμών απέσπα ακόμη δάκρυα από τους οφθαλμούς του γέροντος.

Ο Βινίκιος διενοήθη: «Ο άνθρωπος ούτος λέγει την αλήθειαν.»

Οι πιστοί είχον ακούσει ήδη πολλάκις την αφήγησιν του πάθους του
Χριστού, αλλά δεν εχόρταινον να την ακούσουν και πάλιν. Ήξευραν, ότι
η χαρά έμελλε να διαδεχθή την λύπην, αλλ' επειδή ο λαλών ήτο
Απόστολος αυτόπτης, ησθάνοντο βαθυτέραν την εντύπωσιν.

Ο γέρων έκλεισε τους οφθαλμούς, ως διά να διίδη καλλίτερον εν τη ψυχή του το μεμακρυσμένον παρελθόν, και έπειτα εξηκολούθησεν:

«Ενώ εθρήνουν ούτω, Μαρία η Μαγδαληνή προσέδραμεν εκ νέου κραυγάζουσα ότι είδε τον Κύριον. Επειδή δεν ηδύνατο να τον διακρίνη εις το άπλετον φως, είχεν υποθέσει ότι ήτο κηπουρός· πλην εκείνος είπε: «Μαρία!» Τότε αύτη εφώναξε: «Ραββουνί!» και έπεσεν εις τους πόδας του. Εκείνος της παρήγγειλε να υπάγη να είπη εις τους «αδελφούς του», ότι αναβαίνει προς τον Πατέρα του και ιδικόν των Πατέρα και Θεόν του και ιδικόν των Θεόν. Είτα έγινεν άφαντος. Οι «αδελφοί του», οι μαθηταί, δεν επίστευον τους λόγους της γυναικός και επειδή εκείνη έκλαιεν εκ χαράς, άλλοι μεν την επέπληττον, άλλοι δε εσκέπτοντο ότι η θλίψις είχε ταράξει τας αισθήσεις της, διότι έλεγε προς τούτοις ότι είχεν ιδεί τους αγγέλους, εκείνοι δε προσελθόντες εις τον τάφον εύρον αυτόν κενόν. Έπειτα προς την εσπέραν ήλθεν ο Κλεόπας, όστις είχε μεταβή μετά τινος άλλου εις Εμμαούς, οπόθεν επέστρεψαν εν σπουδή λέγοντες: «Πράγματι ανέστη ο Κύριος!» Και όλοι ήρχισαν να λογομαχούν, αφού προηγουμένως έκλεισαν την θύραν διά τον φόβον των Ιουδαίων.

Αίφνης εκείνος ενεφανίσθη εις το μέσον, χωρίς η θύρα να τρίξη, και είπεν αυτοίς: «Ειρήνη υμίν!» Είδα Εκείνον όπως όλοι τον είδαν, και αι καρδίαι μας επλήσθησαν φωτός, διότι επιστεύσαμεν ότι ανέστη και η δόξα του θα είναι αιωνία. Οκτώ ημέρας ύστερον Θωμάς ο Δίδυμος έβαλε τους δακτύλους του εις τα τραύματα του Κυρίου, εψηλάφησε την πλευράν του και είτα έπεσεν εις τους πόδας του λέγων: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» Και εκείνος απεκρίθη: «Ότι με είδες, Θωμά, και επίστευσας; Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».

Ο Βινίκιος ήκουε. Δεν απεφάσιζε να πιστεύση ό,τι είχεν ειπεί ο γέρων, και όμως ησθάνετο ότι έπρεπε να είνε τις τυφλός ή να αρνηθή το ίδιον λογικόν του διά να υποθέση ότι ο άνθρωπος εκείνος εψεύδετο, όταν έλεγεν «Είδα». Κατά τινας στιγμάς ο Βινίκιος ενόμιζεν ότι ωνειρεύετο. Αλλ' έβλεπε πέριξ αυτού το πλήθος σιωπηλόν. Ο καπνός των φανών έφθανε μέχρι των ρωθώνων του, ολίγον απωτέρω έκαιον αι δάδες, και πλησίον εκεί, όρθιος επί μιας πέτρας ίστατο ανήρ γηραιός, προσεγγίζων εις τον θάνατον, με την κεφαλήν ολίγον τρέμουσαν, όστις εμαρτύρει και έλεγεν: «Είδα». Και ο Απόστολος εξηκολούθησε την αφήγησίν του μέχρι της Αναλήψεως.

Εκείνοι, οίτινες τον ήκουαν, εμεθύσκοντο εκ των λόγων του, εφαντάζοντο ότι υπεράνθρωπος δύναμις τους μετέφερεν εις την Γαλιλαίαν. Εις τα πρόσωπα πάντων ανεγινώσκοντο άρρητος έκστασις και γοητεία, η λήθη του κόσμου τούτου, μακαριότης και αγάπη άμετρος. Και όταν ο Πέτρος ήρχισε να διηγήται ότι κατά την Ανάληψιν αι νεφέλαι υπεστρώθησαν ακουσίως υπό τους πόδας του Κυρίου κρύπτουσαι αυτόν από τους οφθαλμούς των Αποστόλων, όλων αι κεφαλαί υψώθησαν ακουσίως προς τον ουρανόν και επήλθε στιγμή προσδοκίας. Δι' όλον εκείνο το πλήθος δεν υπήρχε πλέον Ρώμη, δεν υπήρχε Καίσαρ παραφρονών, δεν υπήρχον πλέον ναοί των ειδώλων των εθνικών υπήρχε μόνον ο Χριστός, ο πληρών την γην, την θάλασσαν, τον ουρανόν, την κτίσιν σύμπασαν.

Εις τας μεμακρυσμένας οικίας τας εγκατεσπαρμένας κατά μήκος της οδού Νομεντάνης οι αλέκτορες ήρχισαν ήδη να λαλώσιν αγγέλλοντες το μεσονύκτιον. Την στιγμήν εκείνην ο Χίλων έσυρε τον Βινίκιον από το κράσπεδον του μανδύου και εψιθύρισεν:

 — Αυθέντα, εκεί, όχι μακράν του γέροντος, βλέπω τον Ούρσον και
πλησίον του μίαν νεάνιδα.

Ο Βινίκιος ανεσκίρτησεν ως να αφυπνίσθη αιφνιδίως και εστράφη προς το μέρος, το οποίον τω εδείκνυεν ο Χίλων, και είδε την Λίγειαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

Είδε την Λίγειαν και δεν είδεν ειμή αυτήν και μόνην. Τέλος πάντων! μεθ' όλας τας προσπαθείας του, μετά τόσας ημέρας ανησυχίας, πάλης, λύπης, την επανεύρεν! Ηθέλησε κατ' αρχάς να βεβαιωθή, ότι δεν ονειρεύεται. Αλλ' όχι· έβλεπε την Λίγειαν και δεν απείχεν αυτής ειμή δεκαπέντε βήματα.

Εκείνη ίστατο εν πλήρει φωτί. Η κουκούλα της ολισθήσασα είχε φέρει εις αταξίαν την κόμην της· είχε το στόμα ημιάνοικτον, τα βλέμματα προς τον Απόστολον, όλον το πρόσωπόν της ήτο προσηλωμένον εις αυτόν εν εκστάσει.

Ήτο ενδεδυμένη με μανδύαν εξ αμαυρού ερίου, ως κόρη του λαού· αλλ' όμως ο Βινίκιος δεν την είχεν ιδεί ποτέ ωραιοτέραν, και παρ' όλην την ταραχήν του αντελήφθη την αντίθεσιν, την οποίαν παρουσίαζε το ένδυμα εκείνο το σχεδόν δουλικόν με την ευγένειαν της πατρικίας εκείνης κεφαλής.

Όλον το σώμα του εσκίρτησεν εξ έρωτος. Παραπλεύρως της Λιγείας ο κολοσσός Ούρσος του εφάνη μικρότερος, σχεδόν παιδίον. Παρετήρησε προσέτι, ότι η Λίγεια είχε γίνει ισχνή. Ησθάνετο ότι δι' αυτήν θα εθυσίαζεν όλας τας γυναίκας και την Ρώμην ολόκληρον. Θα έμενεν αφωσιωμένος εις την θέαν εκείνην.

Αλλ' ο Χίλων τον έσυρεν από το κράσπεδον του μανδύου του εκ φόβου μήπως υποπέση είς τινα απερισκεψίαν. Εν τοσούτω οι χριστιανοί είχον αρχίσει να προσεύχονται και να ψάλλωσιν.

Εψάλη είς ύμνος, έπειτα δε ο μέγας Απόστολος εβάπτισε με το ύδωρ της κρήνης εκείνους, τους οποίους οι πρεσβύτεροι του παρουσίασαν ως προητοιμασμένους διά το βάπτισμα. Εφαίνετο είς τον Βινίκιον ότι η νυξ εκείνη δεν θα είχε τέλος. Ήτο ανυπόμονος ν' ακολουθήση την Λίγειαν, να την απαγάγη . . . .

Τέλος τινές των χριστιανών εξήλθον του κοιμητηρίου. Ο Χίλων εψιθύρισεν.

 — Ας εξέλθωμεν και ας σταθώμεν έμπροσθεν της θύρας, αυθέντα, επειδή
δεν έχομεν ανασηκώσει τας κουκούλας μας και μας παρατηρούν.

Και ούτως έπραξαν.

Από το μέρος, όπου ετοποθετήθησαν, θα ηδύναντο να εξετάζουν όλους τους εξερχομένους και δεν ήτο δύσκολον να αναγνωρίσουν τον Ούρσον από το ανάστημά του.

— Θα τους ακολουθήσωμεν, είπεν ο Χίλων, θα ίδωμεν πού εισέρχονται και αύριον ή καλλίτερα σήμερον, αυθέντα με τους δούλους σου θα καταλάβης όλας τας εξόδους της οικίας και θα την αρπάσης.

— Όχι, είπεν ο Βινίκιος.

— Τι θέλεις να κάμης, αυθέντα;

 — Θα εισέλθωμεν κατόπιν της εις την οικίαν και θα την αρπάσωμεν
πάραυτα. Ειξεύρεις τι θα κάμης, Κρότων, ή όχι;

 — Ναι· και δέχομαι να γίνω δούλος σου, αν δεν του σπάσω τα πλευρά
αυτού του βουβάλου, ο οποίος την φυλάττει.

Ο Χίλων τον απέτρεψε να πράξη τούτο. Τον Κρότωνα τον είχον φέρει μόνον διά να τους υπερασπίση, εν περιπτώσει καθ' ην θα ανεγνωρίζοντο, και όχι διά να αρπάση την κόρην.

Εάν απεπειρώντο να απαγάγωσιν αυτήν οι δύο των εξετίθεντο εις τον θάνατον, και εκτός τούτου, εκείνη ηδύνατο να τους διαφύγη· τότε θα εκρύπτετο αλλού ή θα έφευγεν εκ Ρώμης. Τι θα έκαμνον τότε; Διατί να μη ενεργήσουν με τρόπον ασφαλή; Διατί να εκτεθώσιν εκθέτοντες συνάμα και την τύχην της επιχειρήσεως;

— Ο Λιγειεύς ούτος, εγόγγυσεν ο Χίλων, μου φαίνεται τρομερά δυνατός.

 — Σε δεν σε επιφορτίζουν να του κρατήσης τας χείρας, απήντησεν ο
Κρότων.

Εδέησε να περιμένουν ακόμη επί πολύ, και οι αλέκτορες είχον λαλήσει ήδη αγγέλλοντες την χαραυγήν, όταν εξήλθον ο Ούρσος και η Λίγεια. Άλλοι τινές τους συνώδευον.

Ο Χίλων ενόμισεν ότι ανεγνώρισε μεταξύ αυτών τον μέγαν Απόστολον, πλησίον του οποίου εβάδιζεν είς άλλος γέρων αναστήματος πολύ βραχυτέρου, δύο ηλικιωμέναι γυναίκες και είς νέος, όστις τους εφώτιζε με φανόν. Όπισθεν της μικράς ταύτης ομάδος εβάδιζε πλήθος διακοσίων περίπου χριστιανών, μετά των οποίων ανεμίχθησαν ο Βινίκιος, ο Κρότων και ο Χίλων.

 — Αυθέντα, είπεν ο Χίλων η κόρη ευρίσκεται υπό ισχυράν προστασίαν.
Είναι αυτή, και ο μέγας Απόστολος μαζή της!

Ήρχιζε να εξημερώνη. Το λυκαυγές εχρωμάτιζε δι' ωχρού χρώματος τας επάλξεις των τειχών.

Ο Βινίκιος δεν έπαυε να παρακολουθή διά των οφθαλμών το εύκαμπτον ανάστημα της Λιγείας.

— Αυθέντα, έλεγεν ο Χίλων, σε συμβουλεύω και πάλιν άμα μάθης πού κατοικεί η Λίγεια να προσλάβης τους δούλους σου και να μη ακούσης τον Κρότωνα, μήπως αποτύχωμεν του σκοπού μας.

Εν τοσούτω επλησίαζον εις την πόλιν. Εκεί παράδοξον θέαμα εξετυλίχθη προ των οφθαλμών του. Διότι στρατιώται εγονάτισαν παρά τους πόδας του Αποστόλου· εκείνος επέθηκε τας χείρας εις τας σιδηράς περικεφαλαίας των και έπειτα έκαμε το σημείον του σταυρού. Ποτέ άλλοτε δεν είχεν επέλθει εις τον νουν του νεαρού πατρικίου, ότι ηδύναντο να υπάρχωσι χριστιανοί μεταξύ των στρατιωτών. Ανελογίσθη την καταπληκτικήν δύναμιν της εξαπλώσεως του δόγματος τούτου.

Αφού διήλθον τα ακαλλιέργητα εδάφη τα συνεχόμενα μετά των τειχών της πόλεως, αι μικραί ομάδες των χριστιανών ήρχισαν να διασκορπίζωνται. Τώρα έπρεπε να ακολουθήσουν την Λίγειαν από μακράν και με περισσοτέρας προφυλάξεις. Εβάδισαν τοιουτοτρόπως μέχρι της Τρανστιβέρης και ο ήλιος επλησίαζε να ανατείλη, οπότε η ομάς, εν τη οποία ευρίσκετο η Λίγεια διεσπάσθη. Ο Απόστολος, η γραία και ο νεανίσκος επορεύθησαν κατά μήκος του ποταμού, ενώ ο μικρόσωμος γέρων, ο Ούρσος και η Λίγεια εισήρχοντο εις στενόν δρομίσκον, εισήρχοντο εις το προαύλιον οικίας, της οποίας το ισόγειον κατείχετο από τα καταστήματα ενός ελαιοπώλου και ενός ορνιθοπώλου.

Ο Χίλων, όστις ηκολούθει τον Βινίκιον και τον Κρότωνα από πεντήκοντα βημάτων, εστάθη ευθύς· εστηρίχθη εις ένα τοίχον, και τους εκάλεσε να επανέλθωσι προς αυτόν. Ωπισθοχώρησαν, διότι επρόκειτο να συσκεφθώσιν.

— Ύπαγε να ίδης, διέταξεν ο Βινίκιος, αν αυτή η οικία δεν έχει δευτέραν έξοδον προς άλλην οδόν.

Ο Χίλων, ο οποίος παρεπονείτο ότι είχε τραυματισθή εις τους πόδας, έτρεξε τόσον ταχέως, ως εάν είχε λάβει πτέρυγας Ερμού και μετ' ολίγον επέστρεψεν.

— Όχι, είπεν, η θύρα αυτή είνε η μόνη. Είτα συνάψας τας χείρας: Εις το όνομα του Διός και όλων των θεών, σε εξορκίζω, είπεν, αυθέντα, άφες το σχέδιον τούτο . . . . Άκουσέ με . . . . Αλλ' ιδών τους οφθαλμούς του Βινικίου σπινθηρίζοντας ως οφθαλμούς λύκου ενόησεν ότι τίποτε δεν τον ανέκοπτεν από την απόφασίν του.

Ο Κρότων ήρχισε να αναπνέη αέρα εις το ηράκλειον στήθος του και να κινή δεξιά και αριστερά το περιωρισμένον κρανίον του, όπως κάμνουν αι άρκτοι αι κλεισμέναι εις κλωβόν. Εις τα χαρακτηριστικά του όμως ουδεμία ανησυχία διεκρίνετο.

— Θα εισέλθω πρώτος! είπεν.

— θα με ακολουθήσης, απήντησεν ο Βινίκιος με προστακτικόν τόνον.

Και εξηφανίσθησαν εις τον σκοτεινόν διάδρομον.

Ο Χίλων επήδησε μέχρι της καμπής του πλησιεστέρου δρομίσκου· εκείθεν έκυπτε παραμονεύων και ανήσυχος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'

Αφού εισήλθον εις τον διάδρομον της εισόδου, ο Βινίκιος ενόησεν όλην την δυσκολίαν της επιχειρήσεως. Η οικία ήτο πολυώροφος, κακοκτισμένη, κακοδιηρημένη, πολύ υψηλή, και στενή, πλήρης κελλίων και τρωγλών, όπου κατώκουν πτωχοί άνθρωποι.

Ακολουθούντες τον διάδρομον ο Βινίκιος και ο Κρότων έφθασαν εις στενήν αυλήν, περιβαλλομένην από κτίρια. Η αυλή, αύτη απετέλει είδος ατρίου κοινού εις όλην την οικίαν, έχοντος εις το κέντρον μίαν κρήνην, της οποίας το ύδωρ έπιπτεν εις μίαν χονδροκαμωμένην λεκάνην. Κατά μήκος των τειχών ανήρχοντο εξωτερικαί κλίμακες, εν μέρει ξύλιναι και εν μέρει λίθιναι, άγουσαι εις διαδρόμους, από τους οποίους εισήρχετό τις εις τα διαμερίσματα. Κάτω υπήρχον πάλιν διαμερίσματα, τινά εκ των οποίων είχον θύρας εκ ξύλου, τα άλλα εχωρίζοντο της αυλής μόνον διά μαλλίνων παραπετασμάτων, ως επί το πλείστον ξεφτισμένων, σχισμένων ή εμβαλωμένων.

Ήτο πρωΐα και εις την αυλήν δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Προφανώς όλοι εκοιμώντο ακόμη εκτός εκείνων, οίτινες είχον επανέλθει από το Οστριανόν.

— Τι θα κάμωμεν, αυθέντα; ηρώτησε σταθείς ο Κρότων.

 — Ας περιμένωμεν εδώ, απήντησεν ο Βινίκιος. Κάποιος θα φανή ίσως.
Δεν πρέπει να μας ίδωσιν εις την αυλήν.

Εάν είχον εις την διάθεσίν των πεντήκοντα δούλους περίπου, θα ηδύναντο να φρουρήσουν την θύραν, ήτις εφαίνετο ότι ήτο η μοναδική έξοδος, και να ερευνήσουν όλα τα δωμάτια· αλλά τώρα έπρεπε να διευθυνθώσι κατ' ευθείαν εις το δωμάτιον της Λιγείας, εκτός εάν οι Χριστιανοί, οίτινες δεν θα έλειπον εκ της οικίας εκείνης, έδιδον το σύνθημα της εξεγέρσεως. Και υπό την έποψιν ταύτην ήτο επικίνδυνον να ερωτήσουν ξένους. Ο Βινίκιος εσκέπτετο, εάν ήτο ορθότερον να αναζητήση δούλους, όποτε όπισθεν ενός εκ των παραπετασμάτων, τα οποία έκλειον τα μάλλον μεμακρυσμένα δωμάτια, εξήλθεν είς άνθρωπος, όστις κρατών στραγγιστήριον εις την χείρα επλησίασεν εις την κρήνην.

— Είνε ο Λιγειεύς! εμουρμούρισεν ο Βινίκιος.

— Πρέπει να του σπάσω τα κόκκαλα ευθύς; είπεν ο Κρότων.

— Περίμενε.

Ο Ούρσος δεν τους είδε, διότι ίσταντο εις την σκιάν του διαδρόμου, και ήρχισεν ησύχως να πλύνη τα λάχανα, τα οποία υπήρχον εις το στραγγιστήριον. Αφού ετελείωσε το έργον του, απήλθε και το παραπέτασμα έκλεισεν όπισθεν του. Ο Κρότων και ο Βινίκιος τον ηκολούθησαν σκεπτόμενοι ότι θα εύρισκον αμέσως το οίκημα της Λιγείας.

Η έκπληξίς των υπήρξε μεγάλη, όταν παρετήρησαν ότι το παραπέτασμα δεν εχώριζεν από της αυλής αυτό το οίκημα, αλλά δεύτερον διάδρομον σκοτεινόν, εις τα άκρον του οποίου εφαίνετο κήπος μέ τινας κυπαρίσσους, πλεκτούς θάμνους μυρσίνης και μικρόν οικίσκον στηριζόμενον εις τον τοίχον του βάθους. Ουδεμία απέμενεν αμφιβολία.

Ενόησαν ότι δι' αυτούς ήτο η περίστασις ευνοϊκή. Εις την αυλήν δυνατόν να ελάμβανε χώραν συγκέντρωσις όλων των ενοίκων, αλλά εν τη παρούση περιστάσει, η απομόνωσις του οικίσκου διηυκόλυνε την επιχείρησιν.

Ο Ούρσος επρόκειτο να επιστρέψη εις τον οικίσκον, οπότε ο κρότος των βημάτων επέσυρε την προσοχήν του· εστάθη και, μόλις είδε τους δύο άνδρας, απέθεσε τα στραγγιστήριόν του επί του κιγκλιδώματος και εστράφη προς αυτούς.

— Τι ζητείτε; ηρώτησε.

— Σε! απήντησεν ο Βινίκιος.

Έπειτα στραφείς προς τον Κρότωνα:

— Φόνευσε.

Ο Κρότων ώρμησεν ως τίγρις και εις μίαν στιγμήν, χωρίς να δώση εις τον Λιγειέα τον καιρόν να φυλαχθή ή να αναγνωρίση τους εχθρούς του, τον έδραξε με τους χαλύβδινους βραχίονάς του. Ο Βινίκιος ήτο βεβαιότατος περί της υπερανθρώπου δυνάμεως του Κρότωνος, ώστε δεν επερίμενε το τέλος της πάλης· τους αφήκε λοιπόν και ώρμησε προς την μικράν οικίαν, ώθησε την θύραν και ευρέθη εις θάλαμον ολίγον σκοτεινόν, αλλά φωτιζόμενον από το πυρ, το οποίον έκαιεν επί εστίας. Η λάμψις της φλογός έπιπτεν όλη επί του προσώπου της Λιγείας. Έν άλλο πρόσωπον εκάθητο πλησίον της εστίας· ήτο ο γέρων, όστις είχε συνοδεύσει την κόρην και τον Ούρσον επιστρέφοντας από το Οστριανόν.

Ήδη ο Βινίκιος είχεν αρπάσει την Λίγειαν από το μέσον του σώματος και έτρεχε προς την θύραν. Σφίγγων με τον ένα βραχίονα την νεάνιδα επί του στήθους του, διά της άλλης χειρός απώθησε βιαίως τον γέροντα, όστις του έφραττε τον δρόμον· αλλ' εις το κίνημα τούτο η κουκούλα του κατέπεσε και η Λίγεια εις την θέαν της μορφής ταύτης, την οποίαν εγνώριζε καλά και ήτις την στιγμήν εκείνην ήτο τρομερά, ησθάνθη το αίμα της να παγώνη. Ηθέλησε να φωνάξη βοήθειαν και δεν ηδυνήθη. Ηθέλησε να προσκολληθή εις την θύραν, οι δάκτυλοί της ωλίσθησαν επί του λίθου και θα ελιποθύμει, εάν φρικώδες θέαμα δεν ετάρασσε τα νεύρα της, όταν ο Βινίκιος ώρμησε μετ' αυτής εις τον κήπον.

Ο Ούρσος εκράτει εις τους βραχίονας του ένα άνθρωπον εντελώς κυρτωμένον προς τα οπίσω, με την κεφαλήν κρεμασμένην, με το στόμα αιματωμένον. Άμα τους είδεν εκείνος κατέφερε τελευταίον γρονθοκόπημα κατά της κεφαλής εκείνης και εν ριπή οφθαλμού επέπεσε κατά του Βινικίου ως άγριον θηρίον.

— Εχάθηκα! εσκέφθη ο νεαρός Πατρίκιος.

Κατόπιν ήκουσεν ως εν ονείρω την κραυγήν της Λιγείας:

«Ου φονεύσεις!» Και ησθάνθη ότι κάτι τι ως κεραυνός είχεν αποσπάσει από τα χέρια του το σώμα της κόρης· το παν περιεστρέφετο εμπρός του και το φως της ημέρας έσβυνεν.

Εν τοσούτω ο Χίλων, κρυμμένος όπισθεν της γωνίας του τοίχου, ανέμενε τα συμβησόμενα· η περιέργεια επάλαιεν εντός του με τον φόβον. Αλλ' ο χρόνος του εφαίνεται μακρός· ανησύχει από την σιωπήν εκείνην και δεν απέσπα τους οφθαλμούς του από τον διάδρομον. Αίφνης μία κεφαλή είχε προκύψει κατά το ήμισυ και εξήταζεν όλα τα πέριξ.

— Είναι ο Βινίκιος ή ο Κρότων; διενοήθη ο Χίλων. Αλλ' εάν συνέλαβον την κόρην, διατί αύτη την φωνάζει; Και διατί επιθεωρούν την οδόν; Πάντοτε θα συναντήσουν κόσμον πριν φθάσουν. Τι είνε λοιπόν;

Και αίφνης αι τρίχες του ανεσηκώθησαν.

Εις το άνοιγμα της θύρας εφάνη ο Ούρσος, φέρων επί του ώμου του το αδρανές σώμα του Κρότωνος· έπειτα αφού παρατήρησε προς όλα τα μέρη, έτρεξε προς τον ποταμόν.

Ο Χίλων εκόλλησεν εις τον τοίχον ως πηλός. «Εάν με ίδη, είμαι χαμένος», διενοήθη.

Αλλ' ο Ούρσος επροσπέρασε και έγεινεν άφαντος όπισθεν της παρακειμένης οικίας. Ο Χίλων χωρίς να χρονοτριβήση πλέον, εβάδισε ταχέως μέχρι του βάθους μιας εγκαρσίας οδού με ευκινησίαν, ήτις θα εξέπληττεν, εάν συνηντάτο εις νεανίαν ακόμη.

Ο Λιγειεύς εκείνος, όστις είχε φονεύσει τον Κρότωνα, τω εφαίνετο ως υπερφυσικόν όν· ήτο βεβαίως Θεός υπό την μορφήν βαρβάρου. Τώρα επίστευεν εις όλας τας θεότητας του κόσμου. Εσκέπτετο προς τούτοις ότι ο Κρότων δυνατόν να εφονεύθη από τον Θεόν των χριστιανών και αμέσως ετράπη εις φυγήν.

Αφού διήλθε πολλούς δρομίσκους και είδεν εργάτας, βαδίζοντας προς την ιδίαν διεύθυνσιν καθησύχασεν ολίγον. Δεν ανέπνεεν.

Εκάθησεν επί του κατωφλίου οικίας τινός και εσπόγγισε το κάθιδρον μέτωπόν του. Αφού ανεπαύθη ολίγον, ηγέρθη και βεβαιωθείς ότι δεν έχασε το μαρσίπιον, το οποίον είχε λάβει από τον Βινίκιον, διηυθύνθη με βήμα βραδύτερον προς τον ποταμόν. Εσκέπτετο τι απέγεινεν ο Βινίκιος. Είχεν ιδεί τον Λιγειέα να φέρη προς τον ποταμόν το σώμα του Κρότωνος· αλλά τίποτε περισσότερον. Ο Βινίκιος δυνατόν να εφονεύθη, αλλά αδύνατο να είνε μόνον πληγωμένος ή αιχμάλωτος. «Αναμφιβόλως», εσκέφθη, «οι χριστιανοί δεν θα ετόλμων να φονεύσουν άνθρωπον τόσον ισχυρόν, καθότι το έγκλημα θα ηδύνατο να προκαλέση κατ' αυτών γενικόν διωγμόν. Ήτο πιθανώτερον ότι θα τον εκράτησαν διά της βίας διά να δώσουν εις τον Λιγεία καιρόν να κρυφθή εις άλλο μέρος. Εάν ο τρομερός Λιγειεύς δεν τον κατεκερμάτισεν εις την πρώτην ορμήν του, ζη, και εάν ζη, θα μαρτυρήση μόνος του ότι δεν τον επρόδωσα και τότε όχι μόνον δεν έχω τίποτε να φοβηθώ, αλλά . . . νέον στάδιον ανοίγεται προ εμού. θα γνωστοποιήσω εις ένα των απελεύθερων που είνε ο κύριός του και ας υπάγη να τον ζητήση· αυτό είνε υπόθεσις ιδική του . . . Δύναμαι ομοίως να υπάγω προς τον Πετρώνιον και να του πάρω νέαν αμοιβήν . . . Ανεζήτησα την Λίγειαν· θα αναζητήσω τον Βινίκιον· ακολούθως θ' αναζητήσω και πάλιν την Λίγειαν . . . . Αλλά προ πάντων, πρέπει να μάθω, αν είνε ζων ή νεκρός.

Εν τω μεταξύ είχεν ανάγκην να φάγη και να αναπαυθή. Η νυξ εκείνη της αϋπνίας, η οδοιπορία εις το Οστριανόν, η ταχεία φυγή του τον είχε καταβάλει. Είχε προ πάντων ανάγκην ύπνου και η αγρυπνία τον είχεν εξασθενίσει. Η πόλις εκοιμάτο ακόμη. Ο Χίλων ησθάνθη μετ' ολίγον την δρόσον να τον διαπερά· ύστερον ηγέρθη και διηυθύνθη με βήμα βραδύτερον προς την κατοικίαν του, εις την Σουβούρην, όπου τον ανέμενεν η δούλη, η αγορασθείσα διά των χρημάτων του Βινικίου.

Εκεί συρθείς μέχρι του κοιτώνος του, ερρίφθη επί της στρωμνής και εκοιμήθη.

Εξύπνησε μόλις την εσπέραν ή μάλλον αφυπνίσθη υπό της δούλης του, ήτις τον προέτρεπε να εγερθή, επειδή κάποιος τον εζήτει διά κατεπείγουσαν υπόθεσιν.

Ο άγρυπνος Χίλων εζαλίσθη αμέσως, έρριψε ταχέως μανδύαν με κουκούλαν επί των ώμων του έπειτα παρετήρησε διά της θύρας του κοιτώνος με βλέμμα ύποπτον και διέκρινε την γιγάντιον κατατομήν του Ούρσου.

Ησθάνθη ότι αι κνήμαι του και κατόπιν η κεφαλή του καθίσταντο ψυχραί, ως πάγος, ότι η καρδία του έπαυε να πάλλη και φοβερά μυρμηκίασις διεχύθη εις την ράχιν του.

 — Σύρα! εχάθηκα . . . δεν γνωρίζω . . . αυτόν . . . αυτόν τον ανδρείον
άνθρωπον.

 — Τω είπον ότι ήσο εδώ και ότι εκοιμάσο, αυθέντα, επανέλαβεν η
νεάνις, και απήτησε να σε αφυπνίσω . . .

— Ω! Θεοί! . . . . Θα σου κάμω! . . . .

Αλλ' ο Ούρσος ανυπομονών βεβαίως με όλας αυτάς τας βραδύτητας επλησίασεν εις την θύραν του κοιτώνος και σκύψας προέβαλε την κεφαλήν του εις το εσωτερικόν.

— Χίλων Χιλωνίδη! είπεν.

— Ειρήνη σοι! ειρήνη! ειρήνη! απήντησεν ο Χίλων, Ω άριστε των χριστιανών! Ναι! είμαι ο Χίλων, αλλά κάμνεις λάθος . . . Δεν σε γνωρίζω!

— Χίλων Χιλωνίδη, επανέλαβεν ο Ούρσος, ο αυθέντης σου Βινίκιος σε ζητεί, και θέλει να σε οδηγήσω πλησίον του.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

Ο Βινίκιος εξύπνησεν από πόνον δριμύτατον. Τρεις άνθρωποι έσκυπτον επάνω του. Ανεγνώρισε τους δύο εξ αυτών, τον Ούρσον και τον γέροντα, τον οποίον είχεν ανατρέψει, όταν μετέφερε την Λίγειαν. Ευρίσκετο εις τας χείρας τρίτου, όστις του έτριβε τον αριστερόν βραχίονα. Ο πόνος ήτο τόσον δυνατός, ώστε ο Βινίκιος νομίζων ότι εξετέλουν επ' αυτού εκδίκησιν, είπε με σφιγμένους οδόντας:

— Φονεύσατέ με . . .

Αλλ' εκείνοι δεν εφαίνοντο ότι έδιδον καμμίαν προσοχήν εις τους λόγους του, αλλ' εξηκολούθουν να τον περιποιούνται. Ο τρομερός Ούρσος, το βαρβαρικόν πρόσωπον, εξέφραζε θλίψιν την στιγμήν εκείνην, εκράτει επιδέσμους, ενώ ο γέρων έλεγεν εις τον άνθρωπον, όστις έτριβε τον βραχίονα του Βινικίου:

— Γλαύκε, είσαι βέβαιος ότι το τραύμα τούτο της κεφαλής δεν είναι θανάσιμον;

— Ναι, άξιε Κρίσπε.

Ο γίγας — και εδείκνυε τον Ούρσον — διά να ελευθερώση την κόρην έρριψε τον επιδρομέα κατά του τοίχου· πίπτων ο άνθρωπος αυτός επροφυλάχθη διά του βραχίονός του· ο βραχίων εθραύσθη, αλλά το τραύμα της κεφαλής είναι ελαφρόν.

— Επεμελήθης τόσους και τόσας εκ των αδελφών μας, είπεν ο Κρίσπος, έχεις φήμην επιτηδείου ιατρού . . . Διά τούτο έστειλα τον Ούρσον να σε ζητήση.

— Και μου ωμολόγησε καθ' οδόν ότι ακόμη ήτο έτοιμος να με φονεύση.

— Μοι είχεν ανακοινώσει το σχέδιόν του και εγώ, όστις σε γνωρίζω και ηξεύρω την προς τον Χριστόν αγάπην σου, του έδωκα να εννοήση, ότι ο προδότης δεν ήσο συ, αλλά μάλλον ο άγνωστος εκείνος, όστις ήθελε να τον ωθήση εις τον φόνον.

 — Είναι το πονηρόν πνεύμα και εγώ τον εξέλαβα ως άγγελον, είπε
στενάζων ο Ούρσος.

 — Θα μου διηγηθής τούτο άλλοτε, είπεν ο Γλαύκος, προς το παρόν
πρέπει να φροντίσωμεν διά τον τραυματίαν μας.

Μετά την επίδεσιν των τραυμάτων του ο Βινίκιος, όστις είχε πάλιν λιποθυμήσει, συνήλθεν.

Η Λίγεια ευρίσκετο παρά την κλίνην του και εκράτει με τας δύο χείρας μίαν λεκάνην, όπου από καιρού εις καιρόν ο Γλαύκος έβρεχε τον σπόγγον, διά του οποίου εδρόσιζε την κεφαλήν του τραυματίου.

— Λίγεια, εψιθύριζεν ο Βινίκιος.

Η λεκάνη έτρεμεν εις τας χείρας της κόρης, ήτις έστρεψε προς αυτόν μελαγχολικά βλέμματα.

— Ειρήνη σοι! είπεν αύτη χαμηλή φωνή.

— Λίγεια συ τους εμπόδισες να με φονεύσουν; . . .

— Εκείνη απήντησε μετά πραότητος:

— Ο Θεός να σοι αποδώση την υγείαν.

Έν είδος απείρου και γλυκείας εξαντλήσεως τον κατέλαβεν.

Ησθάνετο ότι έπιπτεν εις μίαν άβυσσον, αλλά συγχρόνως εδοκίμαζε μεγάλην ευεξίαν και ενόμιζεν εαυτόν ευτυχή. Τω εφαίνετο ότι κάποια θεότης επλανάτο επ' αυτού.

Εν τούτοις ο Γλαύκος είχε τελειώσει το πλύσιμον του επί της κεφαλής τραύματος και επέθετεν επ' αυτού αλοιφήν. Η Λίγεια προσήγγισεν εις τα χείλη του τραυματίου κύπελλον ύδατος και οίνου. Εκείνος έπιεν απλήστως. Αφού ετελείωσεν η επίδεσις του τραύματος, ο πόνος είχε σχεδόν εντελώς εξαλειφθή.

— Δος μοι ακόμη να πιώ, ικέτευσεν εκείνος.

Η Λίγεια μετέβη εις το δεύτερον δωμάτιον διά να γεμίση και πάλιν το κύπελλον και ο Κρίσπος, αφού αντήλλαξε λέξεις τινάς μετά του Γλαύκου, επλησίασεν εις την κλίνην.

— Βινίκιε, είπεν, ο Θεός δεν επέτρεψε να εκτελέσης κακήν πράξιν. Σε διατηρεί εις την ζωήν διά να μετανοήσης και φρονηματισθής. Εκείνος, ενώπιον του οποίου ο άνθρωπος δεν είναι παρά κόνις, σε παρέδωκεν ανυπεράσπιστον εις τας χείρας μας· αλλ' ο Χριστός, εις ον πιστεύομεν, μας παραγγέλλει να αγαπώμεν τους εχθρούς μας. Επεδέσαμεν λοιπόν τας πληγάς σου και θα σου αποδώσωμεν την υγείαν· αλλά δεν ειμπορούμεν να επαγρυπνώμεν επί σου περισσότερον χρόνον. Όταν θα είσαι μόνος, σκέφθητι, εάν θα εξακολουθήσης να καταδιώκης την Λίγειαν, στερηθείσαν εξ αιτίας σου των προστατών της και της στέγης της, και ημάς τους ιδίους, οι οποίοι σοι απεδώσαμεν το καλόν αντί του κακού.

— Θέλετε να με εγκαταλείψετε; ηρώτησεν ο Βινίκιος.

— Θέλομεν να καταλίπωμεν την οικίαν ταύτην, όπου ο διωγμός δύναται να μας φθάση εκ μέρους του διοικητού της πόλεως. Ο σύντροφός σου εφονεύθη και συ επληγώθης. Ημείς δεν πταίομεν, αλλά θα μας πατάξουν οι νόμοι με την αυστηρότητά των.

— Μη φοβείσθε διωγμούς, απήντησεν ο Βινίκιος. Εγώ θα σας προστατεύσω.

Ο Κρίσπος δεν ήθελε να του είπη ότι εδυσπίστει προς αυτόν.

— Αυθέντα, εξηκολούθησεν ο Κρίσπος, η δεξιά σου χειρ είναι υγιής. Ιδού πινακίδες και κάλαμος! Γράψον εις τους υπηρέτας σου να έλθουν απόψε με έν φορείον διά να σε μεταφέρουν εις την οικίαν σου. Εδώ ευρίσκεσαι εις τον οίκον πτωχής χήρας, ήτις δεν θα βραδύνη να επανέλθη με τον υιόν της. Αυτός θα φέρη την επιστολήν σου· ημείς πρέπει να ζητήσωμεν άλλο καταφύγιον. Ο Βινίκιος ωχρίασεν. Εάν έχανεν εκ νέου την Λίγειαν, δεν θα την επανέβλεπε πλέον ποτέ. Επεθύμει απεγνωσμένως να συμφιλιωθή μαζί της, αλλά του εχρειάζετο καιρός.

— Ακούσατέ με, Χριστιανοί, είπε. Χθες ήμην μαζί σας εις το Οστριανόν και ήκουσα την διδασκαλίαν του Αποστόλου, και αν δεν την εγνώριζα, αι πράξεις σας μόνον θα με έπειθον, ότι είσθε έντιμοι και χρηστοί. «Μείνατε εδώ σεις, επιτρέψατε δε και εις εμέ να μείνω.