WeRead Powered by ReaderPub
Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής cover

Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής

Chapter 24: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Open in WeRead

About This Book

The story follows a Roman nobleman who returns from war and becomes obsessed with a young Christian woman, setting love and personal desire against a backdrop of imperial excess and political intrigue in Nero's Rome. A cultured courtier offers wit and ironies while a network of Christians models charity, steadfast faith, and sacrificial courage as persecutions intensify after the great fire. The narrative interweaves sumptuous social scenes, spiritual conversions, legal and moral dilemmas, and the fates of public figures, presenting a contrast between decadent power and an emerging religious community whose beliefs reshape several lives.

«Ο άνθρωπος ούτος, όστις είναι ιατρός ή γνωρίζει να επιδένη πληγάς τουλάχιστον, ας είπη, αν είμαι εις θέσιν να μεταφερθώ. Ο σπασμένος βραχίων μου πρέπει να διατηρηθή ακίνητος επί τινας ημέρας τουλάχιστον· σας δηλώ λοιπόν ότι δεν θα κινηθώ απ' εδώ, εκτός αν με ρίψετε έξω.

 — Κανείς, κύριε, δεν θα μετέλθη βίαν κατά σου, είπεν ο Κρίσπος.
Ημείς μόνοι θα φύγωμεν διά να σώσωμεν τας κεφαλάς μας.

Ο Βινίκιος συνωφρυώθη, είτα δε εξηκολούθησε: Κανείς δεν μας είδεν, όταν εισήλθομεν εις την οικίαν αυτήν, εκτός ενός Έλληνος, όστις είχεν έλθει μαζί μας εις το Οστριανόν. Φέρετέ τον εδώ και θα τον διατάξω να σιωπήση διότι είναι μισθωτός μου. Θα γράψω εις τους οικείους μου ότι απέρχομαι εις Βενεβέντον. Εν περιπτώσει, καθ' ήν ο διοικητής της πόλεως επληροφορήθη ήδη υπό του Έλληνος τα διατρέξαντα, θα δηλώσω ότι εγώ εφόνευσα τον Κρότωνα διότι εκείνος μου έθραυσε τον βραχίονα. Ώστε δεν διατρέχετε κανένα κίνδυνον, και δύνασθε να μείνετε εδώ εν ασφαλεία. Φέρετέ μου ταχέως τον Έλληνα, όστις ονομάζεται Χίλων ο Χιλωνίδης».

Τότε, κύριε, ο Γλαύκος θα μείνη πλησίον σου, είπεν ο Κρίσπος, και θα σε νοσηλεύση.

— Γέρον, είπεν ο Βινίκιος, άκουσον καλώς τους λόγους μου. Σου οφείλω ευγνωμοσύνην και έχω εμπιστοσύνην εις σε· πλην δεν μου λέγεις τι σκέπτεσαι περί εμού κατά βάθος. Φοβείσαι, μήπως καλέσω τους δούλους μου και τους διατάξω να αρπάσουν την Λίγειαν.

— Μάλιστα, απήντησε σοβαρώς ο Κρίσπος.

— Πρόσεξε λοιπόν εις τούτο· θα ομιλήσω εις τον Χίλωνα ενώπιόν σας· ενώπιόν σας θα γράψω την επιστολήν, δι' ης θα αναγγέλλω εις τους οικείους μου, ότι αναχωρώ . . . . . Σκέψου καλά και μη με παροργίζης περισότερον.

Εδώ κατελήφθη υπό αδημονίας και με συνεσπασμένον υπό της οργής πρόσωπον είπεν: Εφαντάζεσο ότι έμελλα να αρνηθώ την επιθυμίαν μου διά να μένω εδώ και να την βλέπω; Αλλά δεν θέλω πλέον να την λάβω διά της βίας . . . Αν αύτη με εγκαταλείψη, με την χείρα αυτήν την υγιά θα αποσπάσω τους επιδέσμους από τον βραχίονά μου . . . Δεν θα λάβω τροφήν, διά να αποθάνω εκ της πείνης. Και ο θάνατός μου ας πέση επί σε και τους αδελφούς σου!».

Την στιγμήν εκείνην η Λίγεια εισήλθεν, επλησίασε προς τον Κρίσπον με πρόσωπον εμπνευσμένον, και ως ηχώ άλλης τινός φωνής, είπεν:

 — Κρίσπε! ας τον φυλάξωμεν μεταξύ μας και ας μη τον αφήσωμεν,
μέχρις ότου ο Χριστός του αποδώση την υγείαν.

— Ας γίνη, όπως επιθυμείς.

Εις τον Βινίκιον η ταχεία αύτη υποταγή του Κρίσπου έκαμε βαθείαν εντύπωσιν. Του εφάνη ότι μεταξύ των χριστιανών η Λίγεια ήτο είδος Συβίλλης ή ιερείας, εις την οποίαν υπακούουν και την οποίαν σέβονται.

Όταν μετ' ολίγον εκείνη του έφερε νερό, ούτος ηθέλησε να της λάβη την χείρα, αλλά δεν ετόλμησε . . . Δεν ετόλμησεν αυτός ο Βινίκιος, όστιν εις τα ανάκτορα του Νέρωνος την είχε φιλήσει διά της βίας, αυτός, όστις διενοήθη άλλοτε να διατάξη να την μαστιγώσουν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Ο Βινίκιος υπέδειξεν ακριβώς εις την Λίγειαν την κατοικίαν του Χίλωνος, και αφού εχάραξεν ολίγας λέξεις επί της πινακίδος, είπε στραφείς προς τον Κρίσπον:

 — Σας δίδω την πινακίδα ταύτην, επειδή ο Χίλων εκείνος είνε άνθρωπος
πανούργος και δύσπιστος.

 — Αρκεί να τον εύρω, θα τον οδηγήσω εκόντα άκοντα, απεκρίθη ο
Ούρσος.

— Και λαβών τον μανδύαν του, εξήλθε δρομαίως. Όταν ο Λιγειεύς ευρέθη ενώπιον του Χίλωνος, δεν τον ανεγνώρισε. Δεν τον είχεν ιδεί, ειμή άπαξ και μάλιστα νύκτα. Άλλως τε ο υψηλός γέρων ασφαλισθείς απ' αυτόν εκείνον, τον οποίον είχε παρακινήσει να φονεύση τον Γλαύκον, ωμοίαζε πολύ ολίγον προς τον Έλληνα εκείνον τον κυρτωμένον από τον φόβον· εφόρεσε λοιπόν άλλον μανδύαν φροντίσας συγχρόνως να ρίψη επί της κεφαλής του ευρύχωρον γαλατικήν κουκούλαν εκ φόβου μήπως ο Ούρσος ενεθυμείτο τα χαρακτηριστικά του, όταν και οι δύο θα ευρίσκοντο εις το φως.

— Πού θα με οδηγήσης; ηρώτησε καθ' οδόν.

— Εις Τρανστιβέρην.

— Δεν είναι πολύς καιρός που είμαι εις την Ρώμην και δεν επήγα ποτέ εκεί, βεβαίως θα ευρίσκονται και εκεί φίλοι ενάρετοι . . . . .

— Ο Ούρσος, άνθρωπος απλοϊκός, όστις ήξευρεν ότι ο Έλλην είχε συνοδεύση τον Βινίκιον εις το Οστριανόν και είχεν εισδύσει μετά του Κρότωνος εις την οικίαν όπου κατώκει η Λίγεια, τον διέκοψεν αμέσως:

 — Γέρον, μη ψεύδεσαι. Σήμερον ακόμη ήσο μετά του Βινικίου εις το
Οστριανόν και μάλιστα εις την θύραν μας.

— Α! Τότε το σπίτι σας είναι εις Τρανστιβέρην; . . . . Ολίγον χρόνον είμαι εις Ρώμην και συγχέω τας ονομασίας των διαφόρων συνοικιών. Μάλιστα, φίλε μου, ήλθα μέχρι της θύρας σας, και εκεί, εν ονόματι της αρετής, εξώρκισα τον Βινίκιον να μη εισέλθη. Επήγα επίσης εις το Οστριανόν, και ειξεύρεις διατί; Διότι από τινος χρόνου εργάζομαι διά την μετάνοιαν του Βινικίου, ήθελα να ακούση τον πρεσβύτερον των Αποστόλων. Ο Βινίκιος είνε ισχυρός άρχων και φίλος του Καίσαρος. Συχνά υπακούει εις τας εισηγήσεις του πονηρού πνεύματος, αλλ' εάν έπιπτε τρίχα εκ της κεφαλής του, ο Καίσαρ θα εξεδικείτο καθ' όλων των χριστιανών. Είθε το φως να εισέλθη εις την ψυχήν του και εις την ιδικήν σου. Δεν είσαι χριστιανός και δεν επιθυμώ η αλήθεια να θριαμβεύση του ψεύδους!

— Ναι, απεκρίθη ταπεινώς ο Ούρσος.

Ο Χίλων ανέλαβεν εντελώς το θάρρος του.

Επιθυμών να μάθη πώς συνέβησαν τα γεγονότα μετά την απαγωγήν της
Λιγείας, εξηκολούθησε με αυστηράν φωνήν ως δικαστής:

— Τι εκάματε τον Κρότωνα; Λέγε και μη ψεύδεσαι.

Ο Ούρσος ανεστέναξε δις.

— Ο Βινίκιος θα σου το είπη.

— Δηλαδή τον εκτύπησες με μαχαίρι ή τον εφόνευσες με ράβδον;

— Ήμην άοπλος.

Ο Έλλην δεν ηδυνήθη να συγκρατήση τον θαυμασμόν του διά την υπεράνθρωπον δύναμιν του βαρβάρου.

 — Είθε ο Πλούτων . . . ήθελα να ειπώ . . . Είθε ο Χριστός να σε
συγχωρήση.

Εβάδισαν επί τινα χρόνον σιωπηλοί, μεθ' ό ο Χίλων είπεν:

 — Εγώ δεν θα προδώσω τίποτε, αλλά πρόσεχε τους διανυκτερεύοντας
φρουρούς.

 — Τον Χριστόν φοβούμαι και όχι τους διανυκτερεύοντας, απεκρίθη ο
Ούρσος.

Ο Χίλων, όστις ήθελε να εξασφαλισθή κατά πάσης λυπηράς συνεπείας, δεν έπαυσε να παριστά εις τον Ούρσον ότι ο φόνος είνε απαισία πράξις.

Συνομιλούντες τοιουτοτρόπως έφθασαν προ της οικίας. Η καρδία του Χίλωνος ήρχισε να πάλλη από ανησυχίαν. Εις το δωμάτιον επεκράτει σχεδόν σκότος, ήτο εσπέρα χειμώνος λίαν νεφελώδης, και η φλοξ των λυχνιών ατελώς διασκέδαζε το σκότος. Ο Χίλων, αφού διέκρινεν εις την γωνίαν του θαλάμου κλίνην, και επί της κλίνης ταύτης τον Βινίκιον, διηυθύνθη προς τον τριβούνον, χωρίς να παρατηρήση κανένα, πεπεισμένος ότι πλησίον εκείνου ήτο περισσότερον ασφαλής ή πλησίον άλλου.

— Ω! αυθέντα, διατί δεν ηκολούθησες τας συμβουλάς μου; ανέκραξε σταυρώσας τας χείρας.

— Σιώπα, είπεν ο Βινίκιος, και άκουσον.

Με τα διαπεραστικά βλέμματά του, προσηλωμένα επί του Χίλωνος, ήρχισε να ομιλή βραδέως τονίζων τας λέξεις, όπως εκάστη εξ αυτών κατανοηθή ως διαταγή και παραμείνη διά παντός εγκεχαραγμένη εις την μνήμην του Έλληνος. Ο Κρότων ερρίφθη επάνω, μου ήθελε να με δολοφονήση και να με ληστεύση. Εννοείς! Λοιπόν εγώ τον εφόνευσα, και αυτοί εδώ οι άνθρωποι επέδεσαν τας πληγάς, τας οποίας έλαβα εις την πάλην.

Ο Χίλων εμάντευσεν ευθύς, ότι ο Βινίκιος ωμίλει τοιουτοτρόπως, διότι θα είχε συνεννοηθή με τους χριστιανούς και επομένως ήθελε να τον πιστεύσουν.

Το είδε επίσης εις την φυσιογνωμίαν του Βινικίου· πάραυτα χωρίς να δείξη την ελαχίστην αμφιβολίαν ή την παραμικράν έκπληξιν ανέκραξεν:

— Α! ήτο διάσημος παληάνθρωπος! Αυθέντα, σε είχα μάλιστα συμβουλεύσει να μη εμπιστεύεσαι εις αυτόν· οι συχνοί εξορκισμοί μου δεν εχρησίμευσαν εις τίποτε.

 — Εάν δεν είχα την μάχαιραν μαζή μου, θα με είχε φονεύσει,
εξηκολούθησεν ο Βινίκιος.

 — Ευλογώ την στιγμήν, καθ' ην σου εσύστησα να εφοδιασθής τουλάχιστον
με μάχαιραν.

Αλλ' ο Βινίκιος έστρεψε προς αυτόν εταστικόν το βλέμμα και ηρώτησε:

— Τι έκαμες σήμερον;

— Πώς; Δεν σου είπα, αυθέντα, ότι έκαμα δεήσεις διά την υγείαν σου;

— Και τίποτε περισσότερον;

— Ητοιμαζόμην ευλόγως να έλθω εις επίσκεψίν σου, όταν ο καλός αυτός άνθρωπος ήλθε να με ζητήση εκ μέρους σου.

Ιδού, λάβε την πινακίδα αυτήν, θα υπάγης εις την οικίαν μου και θα την εγχειρίσης εις τον απελεύθερόν μου. Εν αυτή έχει γραφή ότι αναχωρώ εις Βενεβέντον. θα προσθέσης ότι ανεχώρησα σήμερον το πρωί, προσκληθείς δι' επειγούσης επιστολής του Πετρωνίου.

Και επανέλαβεν επιμόνως:

— Ανεχώρησα διά Βενεβέντον. Εννοείς;

— Ανεχώρησες, αυθέντα, και σε απεχαιρέτισα μάλιστα σήμερον το πρωί εις την Καπηνήν Πύλην, και μετά την αναχώρησίν σου τόση θλίψις με κατέλαβεν, ώστε, εάν η γενναιοδωρία σου δεν προνοήση, θα αποθάνω εκ των στεναγμών, όπως εστέναξεν η δυστυχής σύζυγος του Ζήθου μετά τον θάνατον του Ιτύλου.

— Καίτοι ασθενής ο Βινίκιος δεν ηδυνήθη να συγκρατήση τον γέλωτα. Ευχαριστηθείς άλλως τε, διότι ο Χίλων τον είχεν εννοήσει με ολίγας λέξεις, είπε:

 — Λοιπόν! θα προσθέσω ολίγας γραμμάς διά να σφογγίσουν τα δάκρυά
σου. Φέρε μου την λυχνίαν.

Ο Χίλων καθησυχάσας ήδη εντελώς, ηγέρθη και εξεκρέμασεν από τον τοίχον μίαν από τας ανημμένας λυχνίας.

Αλλ' η κίνησις αύτη έκαμε να πέση εις τα οπίσω η κουκούλα, ήτις εκάλυπτε την κεφαλήν του, και όλον το φως έπεσεν επί του προσώπου του. Ο Γλαύκος, όστις εκάθητο εκεί πλησίον, ιδών την μορφήν του Χίλωνος, ανεπήδησεν από το κάθισμά του και εστάθη έμπροσθεν αυτού.

— Δεν με αναγνωρίζεις, Κήφισσε; ηρώτησεν.

Η φωνή του είχε τι τόσω το τρομερόν, ώστε ρίγος διέτρεξεν όλους τους παρεστώτας . . .

Ο Χίλων ύψωσε την λυχνίαν και ευθύς σχεδόν την αφήκε να πέση· έπειτα έκυψεν έως κάτω και ήρχισε να οιμώζη . . .

— Δεν είμαι ο Κήφισσος . . . δεν είμ' εγώ! Έλεος!

 — Ιδού ο άνθρωπος όστις με επώλησεν, είπεν ο Γλαύκος· εκείνος, όστις
κατέστρεψεν εμέ και την οικογένειάν μου!

Ο Βινίκιος ενόησε τότε, ότι ο ιατρός, όστις του είχεν επιδέσει τα τραύματα, ήτο ο Γλαύκος, του οποίου και αυτός εγνώριζε την ιστορίαν.

Όσον αφορά τον Ούρσον, αι ολίγαι αυταί στιγμαί και οι λόγοι του Γλαύκου ήσαν ως αστραπή εν σκότει· ανεγνώρισε τον Χίλωνα. Αρπάσας τους δύο βραχίονάς του τους έφερεν οπίσω.

— Είνε αυτός, ανέκραξεν, όστις με έπεισε να φονεύσω τον Γλαύκον.

 — Έλεος! οίμωζεν ο Χίλων . . . Αυθέντα, έκραξε στρεφόμενος προς τον
Βινίκιον, σώσε με! Ενεπιστεύθην εις σε . . . . . Μεσίτευσον δι' εμέ.
. . Την επιστολήν σου . . . θα την εγχειρίσω . . . . Αυθέντα! Αυθέντα!

Αλλ' ο Βινίκιος ήτο αδιάφορος εις όσα συνέβαινον, πρώτον διότι όλα τα τεχνάσματα του Χίλωνος τω ήσαν γνωστά, και έπειτα, διότι η καρδία του δεν ησθάνετο ποτέ οίκτον. Και είπε:

— Θάψατέ τον εις τον κήπον. Άλλος ας φέρη την επιστολήν μου εις τον οίκον μου.

Εφάνη εις τον Χίλωνα, ότι οι λόγοι ούτοι ήσαν η εσχάτη απόφασις. Υπό το φοβερόν σφίξιμον του Ούρσου τα οστά του ήρχισαν να τρίζουν, οι οφθαλμοί του ήσαν πλήρεις δακρύων.

— Δι' όνομα του Θεού σας, έλεος! εφώναξεν. Είμαι χριστιανός! . . . Ειρήνη υμίν! Είμαι χριστιανός, και αν δεν πιστεύετε, βαπτίσατέ με ακόμη μίαν φοράν, δύο φοράς, δέκα φοράς. Γλαύκε, κάμνεις λάθος. Αφήσατέ με να εξηγηθώ! Κάμετέ με δούλον σας! . . . Μη με φονεύετε! έλεος!

Και η φωνή του πνιγομένη από τον πόνον εξησθένει περισσότερον, οπότε από το άλλο μέρος της τραπέζης ο Απόστολος Πέτρος ηγέρθη και είπεν εν μέσω σιγής:

— Ο Σωτήρ μας παρήγγειλεν: «Ει ο αδελφός σου ήμαρτε προς σε, τιμώρησέ τον· αλλ' εάν μετανοήση, συγχώρησέ τον. Και εάν επτάκις ήμαρτε προς σε εντός της ημέρας και επτάκις επιστραφή προς σε λέγων σοι: «Μετανοώ», άφες αυτώ.

Η σιωπή έγεινε βαθυτέρα ακόμη.

Ο Γλαύκος έμεινεν επί τινα ώραν έχων το πρόσωπον κρυμμένον εντός των χειρών του. Τέλος είπε:

 — Κήφισσε, ο Θεός να σε συγχωρήση δι' όσα κακά έπραξες προς εμέ,
καθώς εγώ σε συγχωρώ εις το όνομα του Χριστού!

Και ο Ούρσος, αφήσας τους βραχίονας του Χίλωνος, είπε:

— Ο Σωτήρ να με συγχωρήση, όπως εγώ σε συγχωρώ!

Ο Χίλων είχεν εξαπλωθή κατά γης. Στηριζόμενος επί των χειρών του, έστρεφε την κεφαλήν ως ζώον το οποίον έχει συλληφθή εις τα δίκτυα, και έρριπτε παράφρονα βλέμματα ζητών να ίδη πόθεν θα επήρχετο ο θάνατος·

Δεν επίστευεν ακόμη ούτε τους οφθαλμούς του ούτε τα ώτα του, και δεν ετόλμα να ελπίση ότι θα του έδιδον χάριν.

Ολίγον κατ' ολίγον συνήλθεν εις εαυτόν. Τα χείλη του μελανιασμένα έτρεμον ακόμη από φόβον. Ο Απόστολος τω είπεν:

— Υπάγε εν ειρήνη.

Ο Χίλων ηγέρθη, αλλ' ήτο ανίκανος να ομιλήση. Ως εξ ενστίκτου επλησίασε την κλίνην του Βινικίου, διά να ζητήση την βοήθειαν του χιλιάρχου. Μόλις αντελήφθη επί τέλους ότι τον άφινον ελεύθερον να αποσυρθή σώος και αβλαβής εκ των χειρών των ακατανοήτων εκείνων ανθρώπων, των οποίων η αγαθότης τον εξέπληττεν, όπως τον είχε τρομάξει η δύναμις των.

— Δος μου την επιστολήν! Αυθέντα. Δος μου την επιστολήν! Έλαβε την πινακίδα, την οποίαν τω έτεινεν ο Βινίκιος απηύθυνε χαιρετισμόν προς τους χριστιανούς και άλλον προς τον ασθενή, και κυρτωμένος ωλίσθησε κατά μήκος του τοίχου μέχρι της θύρας· μεθ' ο ώρμησε έξω. Εξερχόμενος εφοβείτο μήπως τον ακολουθήση ο Ούρσος και τον φονεύση και ηθέλησε να τρέξη, αλλ' οι πόδες του είχον παραλύση.

Ο Ούρσος ήτο τωόντι πλησίον του.

Ο Χίλων έπεσε πρηνής και ήρχισε να οιμώζη: «Ούρσε! . . . Διά το όνομα του Χριστού! . . .

 — Μη φοβείσαι τίποτε, τω είπεν. Ο Απόστολος με διέταξε να σε
προπέμψω έως την θύραν.

Ο Χίλων ανεσήκωσε την κεφαλήν. «Τι λέγεις; Πώς; Δεν θα με φονεύσης;»

 — Όχι· δεν θα σε φονεύσω, και αν σε έπιασα πολύ βιαίως και σου
έβλαψα τα κόκκαλα, συγχώρησέ με!

 — Βοήθησέ με να σηκωθώ! είπε. Δεν θέλεις να με φονεύσης αληθινά;
Συνόδευσέ με έως την θύραν· έπειτα θα υπάγω μόνος.

Ο Ούρσος τον εσήκωσεν ως πτερόν, και έπειτα τον ωδήγησε προς την έξοδον.

Όταν ο Χίλων έμεινε πλέον μόνος του εις τον δρόμον έψαυσε τα πλευρά του, ως διά να βεβαιωθή ότι έζη ακόμη· έπειτα ήρχισε να βαδίζη.

Όταν είχεν απομακρυνθή πεντήκοντα βήματα εσταμάτησε λέγων: Αλλά διατί δεν με εφόνευσαν άρα γε;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Ούτε ο Βινίκιος ηδύνατο να κατανοήση το συμβάν, δεν ήτο ολιγώτερον κατάπληκτος από τον Χίλωνα. Το ότι οι άνθρωποι εκείνοι, αντί να εκδικηθώσι κατά της επιδρομής του επεμελήθησαν φιλανθρώπως τας πληγάς του, το απέδιδεν εν μέρει εις το δόγμα, το οποίον επρέσβευον, κατά μέγα δε μέρος εις την Λίγειαν και έπειτα εις την αξίαν του ιδίου του ατόμου. Αλλ' η συμπεριφορά των προς τον Χίλωνα υπερέβαινε πάσαν σκέψιν, και χωρίς να θέλη διηρωτάτο μόνος του.

— Διατί δεν εφόνευσαν τον Έλληνα; «Διατί ο Απόστολος διδάσκει ότι εάν τις αμαρτάνει επτάκις, πρέπει να τον συγχωρούν επτά φοράς, και διατί ο Γλαύκος είπεν εις τον Χίλωνα: Ο Θεός να σε συγχωρήση, όπως εγώ σε συγχωρώ!»

Ναι μεν είχεν ακούσει εις το Οστριανόν, ότι οφείλει τις να αγαπά και τους εχθρούς του, πλην τούτο ήτο δι' αυτόν θεωρία ανεφάρμοστος εις τον πρακτικόν βίον.

Ούτως εκτός του θάμβους και της απορίας ενυπήρχεν οίκτος και μικρά δόσις περιφρονήσεως εις παν ότι εσκέπτετο περί των χριστιανών. Έβλεπεν αυτούς ως πρόβατα πραωρισμένα θάττον ή βράδιον να γίνουν βορά των λύκων και ο ρωμαϊκός χαρακτήρ του δεν παρεδέχετο να ανέχεται να καταφαγωθή. Εν τοσούτω έν πράγμα τον εξέπληξεν, το ότι μετά την αναχώρησιν του Χίλωνος μία χαρά βαθεία ηκτινοβόλει εις όλων τα πρόσωπα. Ο απόστολος επλησίασε τον Γλαύκον, επέθηκεν επ' αυτού τας χείρας και είπεν:

— Ο Χριστός να σε ευνοήση!

Ο Κρίσπος εκήρυξεν ότι η ημέρα αύτη ήτο ημέρα μεγάλης νίκης.

Εις την λέξιν ταύτην «νίκη», ο Βινίκιος έχασεν εξ ολοκλήρου το νήμα των σκέψεών του.

Αλλ' ότε η Λίγεια του παρουσίασε πάλιν έν δροσιστικόν ποτόν, της εκράτησε προς στιγμήν την χείρα και εψιθύρισε:

— Τότε και συ με εσυγχώρησες;

 — Είμεθα χριστιανοί· μας είναι απηγορευμένον να διατηρώμεν
μνησικακίαν εις τας καρδίας μας.

 — Λίγεια, είπε τότε ο Βινίκιος, οποιοςδήποτε και αν είνε ο Θεός σου,
θα του προσφέρω εκατόν βους θυσίαν, μόνον διότι είναι Θεός σου.

Εκείνη υπέλαβε:

— Θα τον τιμάς με την καρδίαν σου, όταν μάθης να τον αγαπάς.

— Μόνον διότι είνε Θεός σου επανέλαβεν ο Βινίκιος με πνιγμένην φωνήν.

Έκλεισε τους οφθαλμούς του, διότι είχε καταληφθή και πάλιν υπό ατονίας. Η Λίγεια εξήλθεν, αλλά μετ' ολίγον επέστρεψε και επλησίασε διά να βεβαιωθή εάν εκείνος εκοιμάτο. Ο Βινίκιος αισθανθείς αυτήν πλησίον του ήνοιξε τους οφθαλμούς και εμειδίασεν· εκείνη του εχαμήλωσεν ελαφρώς τα βλέφαρα διά της χειρός της, ως εάν ήθελε να τον υποχρεώση να κοιμηθή. Τότε ησθάνθη ότι κατελαμβάνετο από μεγάλην ευχαρίστησιν, ενώ συγχρόνως η αδυναμία του ηύξανεν. Όταν ενύκτωσε πλέον εντελώς, ο Βινίκιος κατελήφθη υπό ισχυρού πυρετού και ωνειρεύθη. Του εφαίνετο ότι ηγείρετο ναός εν σχήματι πύργου· η Λίγεια ήτο ιέρεια του ναού αυτού. Την έβλεπεν επί της κορυφής του πύργου, κρατούσαν βάρβιτον εις την χείρα, εντός αφθόνου φωτός, ομοίαν με τας ιερείας εκείνας, αίτινες την νύκτα ψάλλουν ύμνους προς τιμήν της σελήνης. Όπισθέν του ήτο ο Χίλων κροτών τους οδόντας εκ τρόμου, και επαναλαμβάνων:

«Μη κάμης τούτο, αυθέντα, είναι ιέρεια και Εκείνος θα την εκδικήση . . Ο Βινίκιος ηγνόει τις ήτο αυτός ο Εκείνος, πλην ενόει ότι ήθελε πράξη ιεροσυλίαν και ησθάνετο άμετρον τρόμον.

Του εφαίνετο ότι έβλεπε τον Απόστολον με την αργυρότριχα γενειάδα του, όστις έλεγε: «Μη βάλης χείρα επ' αυτής, διότι μου ανήκει». Και ο απόστολος παρέσυρε την Λίγειαν επί των ακτίνων της σελήνης, ως επί οδού αγούσης εις τον ουρανόν, ενώ ο Βινίκιος έτεινε προς αυτούς τους βραχίονας, ικετεύων να τον λάβωσι μεθ' εαυτών.

Εξύπνησε και εκύτταξεν έμπροσθέν του. Εκάθηντο όλοι προ του πυρός και εθερμαίνοντο, επειδή η νυξ ήτο παγερά και εντός του θαλάμου έκαμνε ψύχος.

Εν μέσω του συμπλέγματος ήτο ο Απόστολος και παρά τους πόδας του η Λίγεια. Η Λίγεια ήκουε, ύψωνε τους οφθαλμούς προς τον Απόστολον· όλων τα πρόσωπα ήσαν προς εκείνον εστραμμένα.

Ούτος ωμίλει με ταπεινήν φωνήν.

Ο Βινίκιος ήρχισε να τον εξετάζη διά του βλέμματος, με είδος τι δυσειδαίμονος φόβου, ομοίου σχεδόν με εκείνον, τον οποίον ειχεν αισθανθή εις το όνειρόν του.

Ηκροάσθη τι έλεγεν ο Πέτρος.

Ο απόστολος επρόφερε το όνομα του Χριστού. Μόνον με αυτό το όνομα ζη, διενοήθη ο Βινίκιος.

Ο γέρων διηγείτο την σύλληψιν του διδασκάλου.

Μετά την διήγησιν ταύτην απεκοιμήθησαν σχεδόν όλοι και μόνον η Λίγεια ηγρύπνει πλησίον του.

Ο Βινίκιος την παρετήρει μέσα στα μάτια ως αφηρημένος.

— Είμαι κοντά σου, του είπεν εκείνη.

— Είδα την ψυχήν σου εις το όνειρόν μου, απεκρίθη ο Βινίκιος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Την επιούσαν εξύπνησε πολύ αδύνατος ακόμη, αλλά χωρίς πυρετόν. Του εφαίνετο, ότι είχεν ακούσει τον θόρυβον συνδιαλέξεως, αλλ' όταν ήνοιξε τους οφθαλμούς, η Λίγεια δεν ήτο πλέον πλησίον του.

Ο Ούρσος σκυμμένος προ της εστίας ανεκίνει την φαιάν τέφραν αναζητών ανημμένην ανθρακιάν, έπειτα υπεδαύλισε τα κάρβουνα και το φύσημα των πνευμόνων του είχε την δύναμιν φυσητήρος.

Ο Βινίκιος του εφώναξεν:

— Ε, δούλε!

Ο Ούρσος απέστρεψε την κεφαλήν εκ της εστίας και απήντησε μειδιών, σχεδόν φιλικώς:

 — Ο Θεός να σου δώση, κύριε, καλήν ημέραν και καλήν υγείαν· αλλ'
είμαι άνθρωπος ελεύθερος και όχι δούλος.

— Δεν είσαι λοιπόν εκ των ανθρώπων του Αούλου; ηρώτησεν.

— Όχι, αυθέντα· υπηρετώ την Γαλλίναν, όπως υπηρέτησα και την μητέρα της, αλλ' οικειοθελώς. Εις την πατρίδα μας δούλοι δεν υπάρχουν.

Εισήγαγε πάλιν την κεφαλήν του εις την εστίαν διά να υποδαυλίση τους άνθρακας, επί των οποίων είχε ρίψει προηγουμένως ξύλα, έπειτα εξήγαγεν αυτήν και είπε:

Μεταξύ μας δεν υπάρχουν δούλοι.

Ο Βινίκιος ηρώτησε:

— Πού είνε η Λίγεια;

— Μόλις εξήλθεν· εγώ θα βράσω το πρόγευμά σου. Εκείνη ηγρύπνησεν όλην την νύκτα πλησίον του.

— Διατί δεν την αντικατέστησες συ;

— Διότι ούτως ηθέλησεν· ώφειλα να υπακούσω.

Οι οφθαλμοί του εσκυθρώπασαν ολίγον και μετά τινας στιγμάς προσέθηκε:

— Εάν δεν υπήκουον εις αυτήν, δεν θα εζούσες τώρα.

— Μεταμελείσαι λοιπόν, διότι δεν με εφόνευσες;

— Όχι, αυθέντα· ο Χριστός διέταξε να μη φονεύωμεν.

— Και τον Ατακίνον; Και τον Κρότωνα;

— Δεν ηδυνήθην να πράξω άλλως! εμουρμούρισεν ο Ούρσος.

Έπειτα έθεσε χύτραν εις την πυράν και εκάθισε παρά την εστίαν σκεπτικός.

 — Είνε σφάλμα σου, αυθέντα, είπε τέλος· διατί να βάλης χείρα επ'
αυτής, θυγατρός βασιλέως;

— Προς στιγμήν ο Βινίκιος έφριξεν, ακούων ένα βάρβαρον να του ομιλή μετά τόσης οικειότητος και να τολμά να τον ψέγη. Αλλ' η επιθυμία του να μάθη λεπτομερείας τινάς περί του βίου της Λιγείας του κατεπράυνε τον θυμόν.

Ο Βινίκιος ήρχισε να απευθύνη προς τον γίγαντα ερωτήσεις περί του πολέμου των Λιγειέων κατά του Βινικίου και των Σουήβων. Ο Ούρσος ενέδωσε χωρίς παρακλήσεις.

— Όταν ο Καίσαρ έστειλε να αρπάσουν την Γαλλίναν, είπεν ο Ούρσος, ηθέλησα να επιστρέψω εις τα δάση μας, να καλέσω τους Λιγειείς εις βοήθειαν της θυγατρός του βασιλέως. Και οι Λιγειείς θα εβάδιζον προς τον Δούναβειν, διότι είναι αγαθός λαός, καίτοι εθνικός. Προς δε θα έφερα προς αυτούς το Ευαγγέλιον. Αλλά τούτο θα το κάμω αργότερα· όταν η Γαλλίνα επανέλθη πλησίον της Πομπωνίας, θα την παρακαλέσω να μου επιτρέψη να υπάγω να τους εύρω, επειδή ο Χριστός εγεννήθη πολύ μακράν και ούτε καν ήκουσα να γίνεται λόγος περί αυτού.

Επλησίασεν εις το πυρ την χύτραν, εν τη οποία έβραζεν ο ζωμός, ο προωρισμένος διά τον Βινίκιον, και εσιώπησεν.

Οι λογισμοί του επλανώντο εν μέσω των δρυμώνων της πατρίδος του.

Όταν ο ζωμός χυθείς εις μίαν βαθείαν λοπάδα εκρύωσεν αρκετά, ο γίγας επανέλαβεν:

— Ο Γλαύκος είπεν, ότι δεν πρέπει να κινήσαι όσον είνε δυνατόν, ότι πρέπει μάλιστα να αποφεύγης να κινής και τον υγιά βραχίονά σου και η Γαλλίνα με διέταξε να σου δώσω να φάγης.

Καθίσας πλησίον της κλίνης ο Ούρσος ελάμβανεν εκ της λοπάδος ζωμόν με μικρόν κύπελλον, το οποίον παρουσίαζεν εις τα χείλη του ασθενούς. Και εδείκνυε τόσην επιμέλειαν εις το έργον τούτο, τόσω δε αγαθόν μειδίαμα υπήρχεν εις τους γλαυκούς οφθαλμούς του, ώστε ο Βινίκιος δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι αυτός ήτο ο τρομερός άνθρωπος της προτεραίας. Διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του ο νεαρός πατρίκιος ήρχισε να σκέπτεται τι να συνέβαινε τάχα εις το στήθος ενός αγροίκου, ενός θεράποντος και βαρβάρου.

Εν τούτοις ο Ούρσος εφαίνετο τροφός τόσον ανεπιτήδιος, όσον και πλήρης περιποιήσεων. Το κύπελλον εχάνετο μέσα εις τα ηράκλεια δάκτυλά του, εις βαθμόν ώστε δεν έμενε πλέον τόπος διά τα χείλη του Βινικίου. Μετά τινας ματαίας δοκιμάς, ο γίγας λίαν αμήχανος είπε:

— Θα μου ήτο ευκολώτερον να σύρω ένα βόνασον εκτός της φωλεάς του.

Παρουσίασε και πάλιν τον ζωμόν εις τον Βινίκιον.

— Πρέπει να προσκαλέσω την Μαριάμ ή τον Ναζάριον.

Μία ωχρά κεφαλή ανοίγουσα το παραπέτασμα εφάνη. Ήτο η Λίγεια.

— Έρχομαι να σας βοηθήσω, είπεν.

Και η κόρη εξήλθεν επί μίαν στιγμήν εκ του κοιτώνος, όπου προφανώς ητοιμάζετο να κοιμηθή, διότι η κόμη της ήτο λυτή και ως μόνον ένδυμα είχεν, ένα στηθόδεσμον.

Ο Βινίκιος του οποίου η καρδία ήρχισε να πάλλη ταχύτερον, ευθύς ως την είδε, την επέπληξε, διότι δεν εφρόντισεν ακόμη να αναπαυθή, αλλ' εκείνη απήντησε φαιδρά:

 — Ήθελα ακριβώς να κοιμηθώ, αλλ' έρχομαι να αντικαταστήσω τον
Ούρσον.

Έλαβε το κύπελον, εκάθησεν εις την άκραν της κλίνης και ήρχισε να δίδη τροφήν εις τον Βινίκιον, όστις ήτο συγκεχυμένος και ευτυχής συνάμα. Καθώς έκυπτε προς αυτόν, ούτος ησθάνθη την θερμότητα του σώματός της, τα κύματα της κόμης της του έκαυσαν το στήθος και εκείνος ωχρίασεν εκ συγκινήσεως· αλλ' εν τη ταραχή και τη παραφορά του πάθους ενόει επίσης ότι ουδεμία κεφαλή εις τον κόσμον τω ήτο τόσον προσφιλής και ότι όλος ο κόσμος ήτο μηδέν δι' αυτόν. Άλλοτε ωρέγετο την Λίγειαν, τώρα την ηγάπα εξ όλης της καρδίας του.

Άλλοτε, εις τας συνηθείας της ζωής του και εις τα αισθήματά του, εδεικνύετο τυφλός και αυστηρός εγωιστής, σήμερον εσκέπτετο και αυτήν.

Έπαυσε μετ' ολίγον να τρώγη και μ' όλον ότι ησθάνετο χαράν μεγίστην να την βλέπη και να την αισθάνεται πλησίον του, είπεν.

— Αρκεί· ύπαγε να κοιμηθής, θεσπεσία μου.

— Μη με ονομάζης ούτω, απήντησεν εκείνη· δεν είναι πρέπον να σε ακούω να μου ομιλής τοιουτοτρόπως.

Εν τούτοις τω εμειδίασεν, έπειτα επροφασίσθη, ότι δεν ενύσταζεν, ότι δεν ησθάνετο πλέον κούρασιν και ότι δεν θα επήγαινε να αναπαυθή, ειμή αφού ήρχετο ο Γλαύκος. Εκείνος ήκουε τους λόγους της ως μουσικήν, με την καρδίαν γεμάτην από συγκίνησιν, ευγνωμοσύνην και αυξάνοντα θαυμασμόν, και εβασάνιζε τον νουν του διά να εύρη μέσον όπως της εκδηλώση την ευγνωμοσύνην του.

— Λίγεια είπε μετά βραχείαν σιωπήν, δεν σε εγνώριζα πρότερον. Τώρα ηξεύρω, ότι έλαβα κακόν δρόμον διά να φθάσω μέχρι σου. Σου λέγω λοιπόν: Επίστρεψον εις της Πομπωνίας Γραικίνας και έσο πεπεισμένη ότι εις το μέλλον κανείς δεν θα σηκώση χείρα εναντίον σου.

Το πρόσωπον της Λιγείας εσκυθρώπασεν αίφνης.

— Θα ήμην ευτυχής, απήντησε, να την ίδω και μακρόθεν ακόμη, αλλά δεν δύναμαι πλέον να επιστρέψω πλησίον της.

— Διατί; ηρώτησε μετ' εκπλήξεως ο Βινίκιος.

— Ημείς οι χριστιανοί, μανθάνομεν διά της Ακτής τι γίνεται εις το Παλατίνον. Ολίγας ημέρας μετά την φυγήν μου, ο Καίσαρ είχε καλέσει τον Άουλον και την Πομπωνίαν και τους ηπείλησε νομίζων ότι ούτοι με είχον βοηθήσει να φύγω. Ευτυχώς ο Άουλος του απεκρίθη: «Γνωρίζεις, δέσποτα, ότι ουδέποτε ψεύδος εξήλθε του στόματός μου· σου ομνύω ότι ημείς δεν την εβοηθήσαμεν να φύγη και ότι, όπως και συ, αγνοούμεν τι απέγινε».

Ο Καίσαρ τον επίστευσεν, έπειτα ελησμόνησε τα πάντα· και εγώ δεν έγραψα ποτέ προς αυτήν, διά να ημπορή να λέγη πάντοτε ότι δεν γνωρίζει περί εμού τίποτε.

Εις την ανάμνησιν της Πομπωνίας οι οφθαλμοί της εγέμισαν από δάκρυα· αλλά μετ' ολίγον καθησύχασε και είπεν:

 — Ειξεύρω ότι η Πομπωνία λυπείται πολύ διά την απουσίαν μου, αλλ'
έχομεν παραμυθίας αγνώστους ημείς οι χριστιανοί.

— Ναι, απήντησεν ο Βινίκιος· η παρηγορία σας είνε ο Χριστός. Και τώρα καθημένη εδώ κοντά, Εκείνον σκέπτεσαι. Δι' εμέ η μόνη θεότης είσαι συ· Ήθελα να περιπτυχθώ τους πόδας σου, να σου δώσω όλην την λατρείαν μου . . . Εις σε, ω τρις θεσπεσία! δεν ηξεύρεις, δεν δύνασαι να ηξεύρης μέχρι ποίου βαθμού σε αγαπώ . . .

Οι λόγοι ούτοι εφάνησαν εις την Λίγειαν ως βλασφημία και όμως δεν ηδύνατο να μη έχη οίκτον προς αυτόν και τους πόνους του. Ησθάνετο, ότι ηγαπάτο και ελατρεύετο αμέτρως, ότι ο άνθρωπος ούτος ο άκαμπτος ανήκεν εις αυτήν ως δούλος, και βλέπουσα αυτόν τόσω ταπεινόν, ήτο ευτυχής διά την δύναμιν, την οποίαν εξήσκει επ' αυτού.

Εν μια στιγμή ανέζησεν όλον το παρελθόν. Επανέβλεπε τον λαμπρόν εκείνον Βινίκιον, ωραίον ως ημίθεον των εθνικών, όστις της είχεν ομιλήσει περί έρωτος εις την οικίαν των Αούλων και όστις είχεν εξεγείρει την καρδίαν της. Εφοβείτο ότι ηδύνατο να έλθη στιγμή, καθ' ην ο έρως του ανδρός τούτου θα την εκυρίευε και θα την συνήρπαζεν ως λαίλαψ. Η Λίγεια εφαντάζετο ότι μόνη η ιδέα άλλου έρωτος εκτός του Χριστού ήτο αμάρτημα κατ' Εκείνου και της διδασκαλίας Του.

Ενώ έκαμεν αυτάς τας σκέψεις, έβλεπεν ότι ο Βινίκιος την παρηκολούθει με το βλέμμα πλήρες ικεσιών.

Τότε η καρδία της επλημμύρει εξ οίκτου, όταν τον επλησίαζε και τον έβλεπεν, όλα ηκτινοβόλουν εις την θέαν του, και ησθάνετο την καρδίαν της πλημμυρούσαν από χαράν.

Μίαν ημέραν παρετήρησεν ίχνη δακρύων εις τας βλεφαρίδας του, και διά πρώτην φοράν της ήλθεν εις τον νουν, ότι αυτή θα ηδύνατο να τα στεγνώση διά των ασπασμών της. Πλήρης περιφρονήσεως προς εαυτήν διήλθε την επομένην νύκτα κλαίουσα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Ο Βινίκιος τώρα εδείκνυε πολύ ολιγωτέραν υπερηφάνειαν εις τας συνδιαλέξεις του με τον Γλαύκον. Του ήρχετο συχνά εις τον νουν ότι αυτός ο πτωχός δούλος ιατρός και η γραία Μαριάμ και ο Κρίσπος ήσαν και αυτοί ανθρώπινα πλάσματα. Επί τέλους κατέληξεν εις το να αγαπήση τον Ούρσον. Εφ' όσον ο Βινίκιος κατενίκα τα ελαττώματά του, επί τοσούτον η Λίγεια προσεκολλάτο εις αυτόν. Εν τοσούτω, όσον αφορά το να υποτάξη την βιαιότητά του εις την χριστιανικήν πειθαρχίαν, ο νεαρός τριβούνος ηδύνατο να το πράξη χωρίς μεγάλας προσπαθείας. Αλλά να κλίνη το πνεύμα του εις το να συμπαθήση αυτό το δόγμα, ήτο πολύ δύσκολον πράγμα. Δεν ετόλμα να θέση εν αμφιβόλω την υπερφυσικήν καταγωγήν του Χριστού, ούτε την ανάστασίν του, ούτε όλα τα άλλα θαύματα. Αλλ' η νέα θρησκεία θα κατέστρεφε πάσαν τάξιν, πάσαν υπεροχήν και θα εξηφάνιζεν όλας τας κοινωνικάς διαφοράς. Τι θα εγίνετο τότε η ρωμαϊκή κυριαρχία και δύναμις;

Ηδύναντο οι Ρωμαίοι να παραιτήσωσι την αυτοκρατορίαν του κόσμου, να αναγνωρίσουν ως ίσας των όλας τας αγέλας εκείνας των ηττημένων λαών;

Όχι· τούτο δεν ηδύνατο να χωρέση εις κεφαλήν πατρικίου.

Η Λίγεια εμάντευσε ποίαι σκέψεις διήρχοντο του νου του. Έβλεπε και τους αγώνας του και την αποστροφήν του χαρακτήρος του προς το δόγμα εκείνο το Χριστιανικόν και εθλίβετο θανασίμως. Αλλά το σιωπηλόν σέβας, το οποίον εκείνος εδείκνυε διά τον Χριστόν, ήγειρε την συμπάθειάν της, τον οίκτον της και την ευγνωμοσύνην της και την είλκυε προς τον νεανίαν.

Μίαν ημέραν, οπότε καθημένη πλησίον του έλεγεν ότι, εκτός της χριστιανικής διδασκαλίας ζωή δεν υπάρχει, εκείνος, αρχίζων να αναλαμβάνη τας δυνάμεις του, ανεσηκώθη επί του υγιούς βραχίονός του, έπειτα αποτόμως έθεσε την κεφαλήν του επί των γονάτων της κόρης και είπε:

— Η ζωή είσαι συ!

Τότε η αναπνοή εκόπη εις το στήθος της Λιγείας, το λογικόν την εγκατέλειψε και εσκίρτησεν όλη εξ ηδονής. Με τας χείρας της τον έλαβεν από τους κροτάφους, προσεπάθησε να τον ανασηκώση, αλλ' εις την προσπάθειαν ταύτην έκυψε προς αυτόν, ώστε τα χείλη της έψαυσαν την κόμην του Βινικίου. Προς στιγμήν επάλαισαν καθ' εαυτών και κατά του έρωτος, όστις τους ώθει τον ένα προς τον άλλον. Τέλος η Λίγεια εσηκώθη και έφυγεν.

Ο Βινίκιος δεν εφαντάζετο αντί ποίου τιμήματος θα ηδύνατο να πληρώση την ευχάριστον εκείνην ευτυχίαν, Η Λίγεια είχεν εννοήσει ότι και αυτή τώρα είχεν ανάγκην βοηθείας. Την επιούσαν εξήλθε λίαν πρωί του κοιτώνος, εκάλεσε τον Κρίσπον εις τον κήπον και υπό την σκιάδα του κισσού και της ξηράς κληματίδος του ήνοιξεν όλην την καρδίαν της και τον παρεκάλεσε να τη επιτρέψη όπως απέλθη εκ της οικίας της Μαριάμ διότι δεν είχε πλέον εμπιστοσύνην εις εαυτήν και δεν ηδύνατο εν τη καρδία της να κατανικήση τον έρωτά της προς τον Βινίκιον.

Ο Κρίσπος ενέκρινε το σχέδιον της αναχωρήσεως, αλλά δεν εύρε λέξιν συγγνώμης διά τον έρωτα τούτον, τον οποίον εθεώρει ως αμάρτημα.

Η καρδία του εξεχείλισεν εξ αγανακτήσεως εις μόνην την ιδέαν ότι αυτή η Λίγεια, η πρόσφυξ, την οποίαν είχεν αναλάβει υπό την προστασίαν του, την οποίαν ηγάπα και την οποίαν είχε στερεώσει εις την πίστιν της χριστιανικής διδασκαλίας, ηδυνήθη να εύρη εις την ψυχήν της χώρον δι' έρωτα άλλον παρά τον προς τον Χριστόν έρωτα.

Η απογοήτευσις αύτη τον εξέπληττε και τον ελύπει.

— Ύπαγε και ζήτησον παρά του Θεού συγχώρησιν των πταισμάτων σου, της είπε με ύφος σκυθρωπόν, φύγε πριν το πονηρόν πνεύμα, το οποίον σε εμάγευσε, σε οδηγήση εις τελείαν κατάπτωσιν και πριν αρνηθής τον Σωτήρα. Είθε να αποθάνης . . .

Διέκοψεν αποτόμως τον λόγον του παρατηρήσας ότι δεν ήσαν μόνοι.

Διά μέσου των απεξηραμένων φύλλων της κληματίδος και του χλοερού κισσού είδε δύο άνδρας, εκ των οποίων ο είς ήτο ο απόστολος Πέτρος. Δεν ηδυνήθη ευθύς να αναγνωρίση τον δεύτερον, του οποίου το πρόσωπον ήτο εν μέρει κεκρυμμένον υπό μανδύαν και του εφάνη προς στιγμήν ότι ήτο ο Έλλην.

Ακούσαντες τας φωνάς του Κρίσπου είχον εισέλθει υπό το λίκνον εκείνο και είχον καθίσει επί βάθρου. Όταν ο σύντροφος του Αποστόλου άφησε να φαίνεται η ασκητική μορφή του και το φαλακρόν κρανίον του, μόλις είδε την εμπνευσμένην εκείνην κεφαλήν με τα κόκκινα βλέφαρα και την γαμψήν ρίνα, ο Κρίσπος ανεγνώρισε τον Παύλον τον Ταρσέα.

Η Λίγεια έπεσε γονυκλινής παρά τους πόδας των δύο αποστόλων και έκρυπτε το μικρόν δακρυσμένον πρόσωπόν της εις τας πτυχάς του μανδύου του Αποστόλου σιωπώσα. Και ο Πέτρος είπεν:

— Ειρήνη εις τας ψυχάς υμών! Και επέθεσε την ερρυτιδωμένην χείρα του επί της κεφαλής της Λιγείας, έπειτα επάρας τους οφθαλμούς προς τον γηραιόν ιερέα:

— Κρίσπε, δεν ήκουσες να λέγεται ότι ο Κύριος ημών, εις τον γάμον της Κανά, ηυλόγησε τον έρωτα της νύμφης και του νυμφίου; Κρίσπε, νομίζεις ότι ο Χριστός, όστις επέτρεψεν εις την Μαρίαν την Μαγδαληνήν να προσπέση εις τους πόδας του, και όστις εσυγχώρησε τας αμαρτίας της, θα απέστρεφε το πρόσωπον από της κόρης ταύτης, της αγνής ως το κρίνον των αγρών; Συ Λίγεια, εν όσω οι οφθαλμοί εκείνου, τον οποίον αγαπάς, δεν θα ανοιχθούν εις το φως της αληθείας, απόφευγέ τον, διά να μη σε ελκύση εις αμαρτίαν, αλλά δέου υπέρ αυτού, και μάθε ότι ο έρως σου δεν είναι ένοχος.

Επέθηκε τας δύο του χείρας επί της κόμης της Λιγείας και την ηυλόγησε. Το πρόσωπόν του ήστραπτεν εκ θείας αγαθότητος.

&Βινίκιος Πετρωνίω, Χαίρειν.&

_«Σου έγραψα και προηγουμένως περί της διατριβής μου μεταξύ χριστιανών, περί της προς τους εχθρούς συμπεριφοράς των, εις τον κατάλογον των οποίων είχον το δικαίωμα να μας συγκαταταριθμώσιν, εμέ και τον Χίλωνα, τέλος περί της αγαθότητος, μεθ' ης με επεριποιήθησαν και περί της εξαφανίσεως της Λιγείας.

«Η Λίγεια εάν ήτο και αδελφή μου ή σύζυγός μου, δεν θα ηδύνατο να με περιποιηθή τρυφερώτερον ή όσον με επεμελήθη. Πολλάκις εσκέφθην ότι μόνον ο έρως θα ηδύνατο να εμπνεύση τόσην μέριμναν.

»Πολλάκις ανέγνωσα τον έρωτα τούτον εις το πρόσωπον και εις τους οφθαλμούς της. Και λοιπόν θα το πιστεύσης; εν μέσω των απλών εκείνων ανθρώπων, εντός τον πενιχρού εκείνου θαλάμου, ησθάνθην τον εαυτόν μου αφάτως ευδαίμονα. Όχι! δεν ήμην αδιάφορος.

»Και όμως αύτη η Λίγεια έφυγε κρυφίως, χωρίς να το ηξεύρω, από την οικίαν εκείνην.

»Τώρα διέρχομαι ολοκλήρους ημέρας κρατών την κεφαλήν μου με τας δύο χείρας, σκεπτόμενος εκείνην.

»Σοι έγραψα ότι της είχον προτείνει να την αποδώσω εις τους Αούλους;
Αλλά δεν ήτο πλέον δυνατόν· οι Άουλοι είχον αναχωρήση εις Σικελίαν.

»Εν πάση περιπτώσει αύτη ήξευρεν ότι εγώ δεν θα την κατεδίωκον πλέον, ότι έπαυον την βίαν και ότι επειδή δεν ηδυνάμην ούτε να παύσω να την αγαπώ, ούτε να ζήσω χωρίς αυτήν, η ευτυχία μου θα ήτο να την λάβω σύζυγον. Και όμως έφυγε! Διατί; Δεν διέτρεχε πλέον κίνδυνον.

»Εάν δεν με ηγάπα, ηδύνατο να με απωθήση. Αλλ' αν με ηγάπα και εκείνη; Εάν ούτω έχη, έφευγε προ του έρωτος. Δεν θα ηρνούμην να πιστεύσω εις τον Χριστόν της. Τι μου στοιχίζει ένας Θεός περισσότερον και διατί δεν θα επίστευα εις αυτόν, εγώ όστις δεν πολυπιστεύω εις τους άλλους;

»Αλλά φαίνεται ότι τούτο δεν αρκεί εις τους χριστιανούς. Δεν αρκεί να σέβεταί τις και να τιμά τον Χριστόν· πρέπει να εφαρμόζη και την διδασκαλίαν του. Και αν τους υπεσχόμην να εφαρμόσω την διδασκαλίαν ταύτην δεν θα επείθοντο. Γνωρίζω ότι εν τη διδασκαλία των δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ πλουσίου και πτωχού, μεταξύ δεσπότου και δούλου.

»Σου ομολογώ ότι η Λίγεια με ενδιαφέρει περισσότερον ή όσον η Ρώμη ολόκληρος και η κυριαρχία της· και ο κόσμος ας ανατραπή, αρκεί να έχω αυτήν εις την οικίαν μου.

»Αλλά δεν πρόκειται περί τούτον. Εις τους χριστιανούς δεν αρκεί να συμφωνή τις προς αυτούς με λόγους. Σου έγραψα, αλήθεια, ότι η Λίγεια ανεχώρησεν εν αγνοία μου. Αλλ' αναχωρούσα μου αφήκεν ένα σταυρόν, τον οποίον μόνη της κατεσκεύασεν εκ μικρών κλάδων. Εξυπνήσας εύρον τον σταυρόν τούτον παρά την κλίνην μου. Τον φυλάττω μεταξύ των θεών μου και χωρίς να δύναμαι να εννοήσω διατί, τον πλησιάζω μετά φόβου και σεβασμού, ως να είναι θείον τι πράγμα. Τον σταυρόν τούτον τον αγαπώ, επειδή με τας χείρας της συνέδεσε τους κλάδους, αλλά και τον μισώ συγχρόνως, επειδή ο σταυρός αυτός μας χωρίζει»._