ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'
Ο Βινίκιος θεραπευθείς τελείως επανήλθεν εις τον οίκον του, όπου και έζη κλεισμένος χωρίς να εξέρχεται διόλου, έγραψε δε την ανωτέρω επιστολήν προς τον Πετρώνιον. Δεν έβλεπε κανένα, ειμή από καιρού εις καιρόν τον ιατρόν Γλαύκον. Αι επισκέψεις του αύται ήσαν προσφιλείς, διότι τότε ηδύνατο να ομιλή περί της Λιγείας. Ο Γλαύκος δεν ήξευρε πού εκείνη είχε καταφύγει, αλλ' εβεβαίωνε τον Βινίκιον ότι η μέριμνα των πρεσβυτέρων επέβλεπεν αυτήν.
Μιαν ημέραν, συγκινηθείς από την λύπην του Βινικίου, τω είπεν ότι ο απόστολος Πέτρος είχε μεμφθή τον Κρίσπον, διότι ούτος επέπληξε την Λίγειαν διά τον επίγειον έρωτά της. Ο νεαρός πατρίκιος ωχρίασεν εκ συγκινήσεως. Πολλάκις είχε πιστεύσει ότι δεν ήτο αδιάφορος προς αυτόν η Λίγεια, αλλ' επανέπιπτε πάντοτε εις αμφιβολίαν και αβεβαιότητα! Τώρα διά πρώτην φοράν ήκουε την επιβεβαίωσιν των πόθων και των ελπίδων του από το στόμα ενός ξένου, και ο ξένος ούτος ήτο χριστιανός!
Του εφαίνετο προσέτι ότι, εάν η Λίγεια τον ηγάπα, όλα τα προσκόμματα θα παρεκάμπτοντο, διότι αυτός ήτο πρόθυμος να πιστεύση εις τον Χριστόν.
Διά τούτο εζήτει να ίδη τον Παύλον τον Ταρσέα, του οποίου ο λόγος τον συνεκίνει. Αλλ' ο Παύλος είχεν αναχωρήσει δι' Αριαίαν, και επειδή αι επισκέψεις του Γλαύκου έγιναν αραιότεραι, ο Βινίκιος ευρέθη εις εντελή μοναξίαν και εκυριεύθη υπό ανυπομονησίας.
Τέλος ήλθε στιγμή, οπότε η αρχαία φύσις του επεκράτησε και πάλιν. Του εφάνη ότι ήτο πολύ μωρός να γεμίζη την κεφαλήν του από πράγματα, τα οποία λύπην μόνον του είχον προξενήσει. Απεφάσισε να λησμονήση την Λίγειαν και ερρίφθη εις τον ανεμοστρόβιλον και εις τας ηδονάς του ελαφρού βίου, με την συνήθη ορμητικότητά του.
Μίαν ημέραν εις τους αγώνας, εν μέσω των πολυτελών αρμάτων, ο Βινίκιος παρετήρησε το υπερήφανον τέθριππον της Χρυσοθέμιδος, της παλλακίδος του Πετρωνίου, του οποίου επροπορεύοντο δύο μολοσσοί, και όπερ περιεκυκλούτο με σύμπλεγμα, εις το οποίον ανεμιγνύοντο με τους νέους και γέροντας συγκλητικοί.
Η Χρυσόθεμις οδηγούσα μόνη της το όχημα συρόμενον από τέσσαρας μικρούς ίππους της Κύρνου, εσκόρπιζε παντού μειδιάματα. Ότε παρετήρησε τον Βινίκιον, εσταμάτησε τους ίππους της και τον έβαλε εις το τέθριππόν της να καθίση πλησίον της, είτα τον ωδήγησεν εις την οικίαν της και τον εκράτησεν εις το δείπνον το οποίον διήρκεσεν όλην την νύκτα. Ο Βινίκιος εμεθύσθη εις βαθμόν ώστε να μη ενθυμήται ούτε την στιγμήν, καθ' ήν τον επανέφερον εις την οικίαν του.
Ενεθυμείτο εν τούτοις ότι η Χρυσόθεμις τον είχεν ερωτήση περί της Λιγείας τι γίνεται, ότι αυτός προσεβλήθη εκ της ερωτήσεως ταύτης και ότι, ως ήτο μεθυσμένη, είχε περιχύση την κεφαλήν της με ποτήριον οίνου.
Όταν το εσκέπτετο, ακόμη ησθάνετο εξεγειρομένην την οργήν του. Αλλά την επομένην ημέραν η Χρυσόθεμις λησμονούσα την ύβριν, εζήτησε να τον ίδη και τον ωδήγησε πάλιν εις τον οίκον της.
Εδείπνησαν εις την οικίαν της και εκείνη ωμολόγησεν ότι από πολλού είχε βαρυνθή τον Πετρώνιον και ότι η καρδία της ήτο ελευθέρα.
Επί οκτώ ημέρας έμειναν ομού. Αι σχέσεις των εν τούτοις δεν εφαίνοντο ότι έμελλον να είναι διαρκείς. Καίτοι από το συμβάν της περιχύσεως οίνου, το όνομα της Λιγείας δεν επροφέρθη ποτέ από αυτήν, ο Βινίκιος δεν κατώρθωνε να την αποβάλη από τον νουν του. Πάντοτε αυτήν εσυλλογίζετο.
Εις την πρώτην σκηνήν ζηλοτυπίας την οποίαν του έκαμεν η Χρυσόθεμις, εξ αφορμής δύο νεανίδων της Συρίας, τας οποίας είχεν αγοράση, την εξεδίωξεν ανευλαβώς.
Ο τρόπος της ζωής του δεν ήλλαξεν εκ τούτου. Μάλιστα εχειροτέρευσεν, ως διά να απολαύση την τυραννικήν ανάμνησιν της Λιγείας.
Η επάνοδος του Καίσαρος δεν τον εξήγαγεν εκ του μαρασμού του και μόνον τότε μετέβη εις του Πετρωνίου, όταν ούτος έστειλε να τον ζητήση με το ίδιον φορείον του. Εκείνος τον υπεδέχθη μετά χαράς, πλην ο Βινίκιος δεν απήντησε κατ' αρχάς ειμή ακουσίως και μετ' αποστροφής εις τας ερωτήσεις του. Εις το τέλος όμως τα αισθήματά του και αι σκέψεις του, συγκρατηθέντα προς στιγμήν, εξέσπασαν εις χείμαρρον λόγων.
Επανέλαβε με περισσοτέρας λεπτομερείας την διήγησιν των συμβάντων, και παρεπονέθη ότι ενέπεσεν εις χάος, όπου έχασεν, εκτός της ησυχίας του, το χάρισμά του να διακρίνη τα πράγματα και να τα εκτιμά κατ' αξίαν. Τίποτε δεν τον ελκύει, δεν ευρίσκει τέρψιν εις τίποτε, δεν ηξεύρει ούτε τι να αποφασίση ούτε ποίαν μέθοδον να μεταχειρισθή.
Ο Πετρώνιος παρετήρει τα ηλλοιωμένα χαρακτηριστικά του Βινικίου, τας χείρας του τεινομένας ψηλαφητεί ως να εζήτει οδόν εν τω σκότει, και εσκέπτετο.
Αίφνης, ως να του ήλθε νέα ιδέα εις τον νουν του, είπε:
— Εδοκίμασες τουλάχιστον να αποσβέσης όλας τας λύπας ταύτας και να
ζήσης εις το εξής ζωήν υποφερτήν;
— Εδοκίμασα, απήντησεν ο Βινίκιος· ο Πετρώνιος εγέλα. Α! Προδότα!
Μανθάνομεν ταχέως τα νέα από τους δούλους· μου πήρες την Χρυσόθεμιν!
Ο Βινίκιος ωμολόγησε τα πάντα.
— Όπως και αν έχη, σε ευχαριστώ, εξηκολούθησεν ο Πετρώνιος. Θέλω να την αφήσω όλως διόλου. Σου είμαι διττώς ευγνώμων πρώτον διότι δεν εδέχθης την Ευνίκην και δεύτερον διότι με απήλλαξες της Χρυσοθέμιδος. Άκουσέ με καλά, βλέπεις ενώπιον σου ένα άνθρωπον, όστις ηγείρετο λίαν πρωί, ελούετο, είχε την Χρυσόθεμιν, έγραφε σατύρας, αλλ' όμως υπέφερεν από αυτήν, όπως ο Καίσαρ, και πολλάκις δεν ήξευρε πώς να αποδιώξη τας θλιβεράς ιδέας του. Και ηξεύρεις διατί; Διότι επήγαινα να ζητήσω μακράν εκείνο το οποίον είχα προχειρότατον . . . Μία ωραία γυνή αξίζει πάντοτε όσον το βάρος της εις χρυσόν, αλλά μία γυνή, ήτις περιπλέον σε αγαπά, είναι πράγματι ανεκτίμητος. Ιδού λοιπόν τι λέγω τώρα: Πληρώ την ζωήν μου ευτυχίας, καθώς θα επλήρουν εκλεκτού οίνου έν ποτήριον, και πίνω έως ότου η χειρ μου καταστή αδρανής και πελιδνά τα χείλη μου, ας γείνη ό,τι γείνη· ιδού η νέα φιλοσοφία μου.
Αφού είπε ταύτα, έκραξε την Ευνίκην. Εκείνη εισήλθε λευκοφορούσα, μειδιώσα, χρυσόκομος.
Ο Πετρώνιος ήνοιξε τας αγκάλας του λέγων:
— Ελθέ.
Εκείνη έτρεξε και εκάθισεν επί των γονάτων του, έθεσε την κεφαλήν της επί του στήθους του.
Ο Πετρώνιος εξέτεινε την χείρα εις ένα δίσκον, έλαβε μίαν φούχταν βιολέττες και έρρανε την κεφαλήν, το στήθος και την εσθήτα της Ευνίκης· κατόπιν της απεγύμνωσε τους ώμους.
Τα χείλη του επλανώντο επί των ώμων και του λαιμού της Ευνίκης.
Εκείνη εφρικίασε· τα βλέφαρά της ήρχισαν να ανοιγοκλείουν.
— Και τώρα, σκέψου τι αξίζουν οι σκυθρωποί χριστιανοί σου και σύγκρινε! Εάν δεν βλέπης την διαφοράν, τότε ύπαγε να την εύρης! Αλλά το θέαμα τούτο θα σε θεραπεύση, είπεν ο Πετρώνιος, Ευνίκη, θεσπεσία μου, ειπέ να μας ετοιμάσουν το γεύμα και ας μας φέρουν τριαντάφυλλα.
Εκείνη ηγέρθη και περιεπάτει εντός της αιθούσης. Αυτός ήλθεν έμπροσθεν του Βινικίου και τω είπε:
— Λέγεις ότι η Λίγεια σε αγαπά· δυνατόν, αλλά τι ωφελεί έρως εν αποχή; Τούτο δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάτι τι ισχυρότερον τούτου; Όχι, αγαπητέ μου, η Λίγεια δεν είνε Ευνίκη.
— Όλα είναι μία βάσανος, απήντησεν ο Βινίκιος. Σε είδα να καλύπτης με φιλιά τους ώμους της Ευνίκης και εσκέφθην ότι εάν η Λίγεια μου είχεν αποκαλύψει ομοίως τους ώμους της, θα εθυσίαζα την ζωήν μου. Αλλ' εις την ιδέαν ταύτην κατελήφθην υπό τινος φόβου, ως να προσέβαλλα ή ως να ήθελα να μολύνω μίαν θεότητα . . . Η Λίγεια δεν είνε Ευνίκη. Αλλ' εγώ εννοώ την διαφοράν των άλλως ή όπως συ. Και με όλην την ταλαιπωρίαν και τον πόνον μου προτιμώ η Λίγεια να μη ομοιάζη με τας άλλας γυναίκας.
Ο Πετρώνιας έσεισε τους ώμους.
— Τότε δεν χάνεις τίποτε διά της αποχής σου. Αλλ' εγώ δεν εννοώ.
— Ναι! ναι! Δεν δυνάμεθα πλέον να εννοώμεθα, απήντησεν ο Βινίκιος.
— Ο Άδης να καταπίη όλους τους χριστιανούς! ανέκραξεν ο Πετρώνιος. Σε ενέπλησαν ανησυχιών και σου κατέστρεψαν την έννοιαν της ζωής. Λέγεις ότι η διδασκαλία των είναι αγαθοποιός; εκείνο μόνον είναι αγαθοποιόν, το οποίον μας δίδει την ευτυχίαν, τουτέστι το κάλλος, τον έρωτα και την ρώμην, και τα πράγματα ταύτα εκείνοι τα ονομάζουν μάταια. Πλανάσαι πιστεύων ότι είναι δίκαιοι· εάν αποδίδωμεν καλόν αντί κακού, τι θα αποδώσωμεν αντί του αγαθού; Και αν διά το έν και διά το άλλο η αμοιβή είναι η αυτή, διατί οι άνθρωποι να είναι αγαθοί;
— Όχι· η αμοιβή δεν είναι η αυτή, αλλά κατά την διδασκαλίαν των, αρχίζει εις την ζωήν την μέλλουσαν, ήτις είνε αιωνία.
— Δεν εισέρχομαι εις τας θεωρίας ταύτας.
— Η ζωή κατ' αυτούς αρχίζει την επιούσαν του θανάτου.
— Τέλος πάντων . . . είσαι ικανός να λησμονήσης την Λίγειαν;
— Όχι.
— Τότε αναχώρησε μακράν, κάμε ταξείδια.
Την στιγμήν εκείνην οι θεράποντες ανήγγειλαν, ότι το πρόγευμα ήτο έτοιμον και ο Πετρώνιος, ενώ μετέβαινεν εις το τρίκλινον εξηκολούθησε:
— Διέτρεξες επί της γης πολλά μέρη, πλην ως στρατιώτης, όστις σπεύδει προς το τέρμα της πορείας του και δεν ίσταται καθ' οδόν. Επεσκέφθης τους ελληνικούς ναούς, όπως έκαμα εγώ επί δύο έτη; Επήγες εις την Ρόδον, όπου εγείρεται ο Κολοσσός; ή εις τας Αθήνας; Είδες την Άλεξάνδρειαν, την Μέμφιδα, τας Πυραμίδας; Ο κόσμος είναι ευρύς, θα συνοδεύσω τον Καίσαρα και, κατά την επιστροφήν, θα τον αφήσω και θα αναχωρήσω διά την Κύπρον. Θέλεις, ξανθή μου και θεσπεσία Ευνίκη, να πάμε εις την Πάφον της Κύπρου διά να προσφέρωμεν θυσίας εις την Παφίαν Αφροδίτην; Πρέπει να ηξεύρης πώς ό,τι επιθυμείς θα γίνεται αμέσως.
— Είμαι δούλη σου, υπέλαβεν η Ευνίκη.
— Τότε είμαι δούλος μιας δούλης, απεκρίθη ο Πετρώνιος.
Έπειτα απευθυνθείς προς τον Βινίκιον:
— Ελθέ μαζί μας εις την Κύπρον και άφησε κατά μέρος τους Χριστιανούς. Σου είπα και άλλοτε ότι είναι μωροί άνθρωποι, αυτό άλλως τε το αισθάνεσαι και συ καλλίτερον εμού και προ παντός ο χαρακτήρ σου δεν είναι δυνατόν να συμμορφωθή με την διδασκαλίαν των.
Ο Βινίκιος επανήλθεν εις τον οίκον του και ήρχισε να σκέπτεται ότι πράγματι η χρηστότης εκείνη και η ευσπλαγχνία είνε ίσως μόνον απόδειξις της ασθενείας των ψυχών των.
Του εφάνη ότι άνθρωποι ισχυροί και καλώς πεπλασμένοι δεν θα ηδύναντο να συγχωρώσι κατ' αυτόν τον τρόπον.
Εντεύθεν η αντιπάθεια της ρωμαϊκής ψυχής του προς το δόγμα των.
«Ημείς θα ηξεύρωμεν να ζώμεν και θα ηξεύρωμεν να αποθνήσκωμεν», είχεν ειπή ο Πετρώνιος.
Και αυτοί;
Δεν ηξεύρουν ειμή να συγχωρούν, αλλά, δεν εννοούν ούτε τον αληθή έρωτα, ούτε το πραγματικόν μίσος.
Ο Καίσαρ δεν ήτο ευχαριστημένος, ότε επέστρεψεν από το Άντιον εις Ρώμην· διά τούτο μετά τινας ημέρας ήρχισε να διακαίεται υπό της επιθυμίας να αναχωρήση δι' Αχαΐαν. Αλλ' εις μίαν επίσκεψίν του εις το ιερόν της Εστίας, επήλθε συμβεβηκός τι, όπερ ανέτρεψε τα σχέδιά του.
Ο Νέρων δεν επίστευεν εις τους θεούς, αλλά τους εφοβείτο.
Η μυστηριώδης Εστία προ πάντων τον εφόβιζε με κάποιον ιδιαίτερον τρόπον.
Εις την θέαν του ειδώλου της και του ιερού πυρός, αι τρίχες του ανωρθώθησαν αιφνιδίως, όλα τα μέλη του παρέλυσαν και κατέπεσεν εις τους βραχίονας του Βινικίου, όστις κατά τύχην ίστατο όπισθέν του. Τον μετέφερον αμέσως έξω του ναού, και επανήλθεν εις το Παλατίνον, όπου έμεινε κλινήρης δι' όλης της ημέρας. Προς μεγάλην έκπληξιν όλων των παρεστώτων ανήγγειλεν ότι αναβάλλει οριστικώς το ταξείδιόν του, καθότι οι θεοί τον ενουθέτησαν μυστικώς να φυλάττεται από πάσης σπουδής.
Μίαν ώραν ύστερον, εκηρύσσετο δημοσία ανά την Ρώμην, ότι ο Καίσαρ βλέπων τας τεθλιμμένας όψεις των πολιτών και αγόμενος υπό πατρικής φιλοστοργίας, θα μείνη εν Ρώμη, διά να συμμετέχη πάσης χαράς και πάσης λύπης των.
Ο λαός, περιχαρής εκ της αποφάσεως ταύτης, η οποία ήτο σημείον αγώνων και διανομών σίτου, συνηθροίσθη όλος έμπροσθεν του Παλατίνου, ζητωκραυγάζων υπέρ του θείου Καίσαρος, όστις έπαιζε την στιγμήν εκείνην τους κύβους με τους αυλικούς του.
— Ναι, εδέησε να αναβάλω το ταξείδιόν μου, έλεγεν. Οι οφθαλμοί σας οι θνητοί ουδέν είδον, επειδή το θείον μένει αόρατον εις βεβήλους οφθαλμούς. Μάθετε όμως ότι εν τω ναώ η Εστία αυτή ηνωρθώθη πλησίον ρου και μου είπε μυστικώς: «Ανάβαλε την αποδημίαν σου».
Τούτο συνέβη τόσον έξαφνα, ώστε ετρόμαξα προς στιγμήν αλλά τώρα ευγνωμονώ τους θεούς διά την τόσον καταφανή προστασίαν των. Γνωρίζετε διατί οι άνθρωποι φοβούνται την Εστίαν περισσότερον από τας άλλας θεότητας; Εκυριεύθην από φόβον, εγώ ο ύπατος άρχιερεύς, ενθυμούμαι δε μόνον ότι ελιποψύχησα και θα έπιπτον κατά γης, εάν δε με υπεβάσταζε κάποιος. Ποίος ήτο;
— Εγώ, απήντησεν ο Βινίκιος.
— Α, συ; Διατί δεν ήλθες εις Βενεβέντον; Μοι είπον ότι ήσο ασθενής, και πράγματι είσαι καταβεβλημένος! Ήκουσα ότι ο Κρότων ήθελε να σε δολοφονήση. Είναι αληθές;
— Ναι, και μου έθραυσε τον ένα βραχίονα, αλλ' ημύνθην.
— Με τον βραχίονά σου τον θραυσμένον;
— Έτυχον βοηθείας παρά τίνος βαρβάρου ρωμαλαιοτέρου από τον Κρότωνα.
Ο Νέρων εφάνη έκπληκτος εις το άκουσμα τούτο.
— Ρωμαλαιοτέρου από τον Κρότωνα; Αστεΐζεσαι ίσως; Ο Κρότων ήτο ο ισχυρότερος πάντων και τώρα είναι ο Στύφαξ ο Αιθίοψ.
Σου λέγω, Καίσαρ, ότι τον είδα με τα μάτια μου.
— Πού άρα γε ευρίσκεται ο εξαίρετος ούτος άνθρωπος;
— Δεν ηξεύρω, Καίσαρ· τον έχασα.
— Αγνοείς και ποίας εθνικότητος είναι;
— Είχα τον βραχίονα σπασμένον και δεν εσκέφθην να τον ερωτήσω.
— Ζήτησέ μου τον.
— Θα φροντίσω εγώ περί αυτού, είπεν ο Τιγγελίνος.
Αλλ' ο Νέρων εξηκολούθει να ομιλή προς τον Βινίκιον:
— Σε ευχαριστώ που με υπεβάστασες· άνευ σου θα έπιπτον και θα εκτύπων άσχημα. Άλλοτε ήσο καλός εταίρος, αλλ' από του πολέμου, αφ' ότου υπηρέτησες υπό τον Κορβύλωνα, έγινες άγριος και σπανίως σε βλέπω πλέον.
Μετά βραχείαν σιωπήν επανέλαβε:
— Τι γίνεται εκείνη η κόρη . . . εκείνη η λιγνή . . . την οποίαν ηρωτεύεσο, και εγώ την αφήρεσα από τους Αούλους διά σε;
Ο Βινίκιος εταράχθη, αλλ' ο Πετρώνιος ευθύς τον εβοήθησε.
— Στοιχηματίζω, είπεν, άναξ, ότι την ελησμόνησε. Βλέπεις την ταραχήν του; Ερώτησέ τον πόσας άλλας είχεν έκτοτε και αμφιβάλλω αν θα δυνηθή να απαντήση εις την ερώτησίν σου. Οι Βινίκιοι είναι καλοί στρατιώται, αλλά ακόμη καλλίτεροι . . . . πετεινοί.
— Αχ, τι στενοχώρια! είπεν ο Νέρων. Η θέλησις της θεάς με έκαμε να μείνω εις Ρώμην, και δεν υποφέρω διόλου την Ρώμην μας. Θα αναχωρήσω εις Άντιον. Πνίγομαι εις τας στενάς αυτάς συνοικίας, εν μέσω των ετοιμορρόπων οικιών, εις τους δρομίσκους τους ρυπαρούς. Βρωμερός αέρας έρχεται έως εδώ και εις τους κήπους μου. Α! εάν σεισμός κατέστρεφε την Ρώμην, εάν Θεός τις εν τη οργή του την κατέρριπτεν εις κόνιν, θα σας εδείκνυον τότε πώς πρέπει να κτισθή μία πόλις, κεφαλή του κόσμου και καθέδρα μου.
— Καίσαρ, υπέλαβεν ο Τιγγελίνος, λέγεις: «Εάν Θεός τις εν τη οργή του κατέστρεφε την πόλιν», αυτό δεν είπες;
— Ναι. . Και έπειτα;
— Δεν είσαι Συ λοιπόν Θεός;
Ο Νέρων έσεισε τους ώμους με ύφος βεβαρυμένον, έπειτα εχασμουρήθη θέλων να δείξη ότι είχεν ανάγκην αναπαύσεως· οι αυλικοί τον απεχαιρέτισαν, ο είς μετά τον άλλον, και ο Πετρώνιος εξήλθε μετά του Βινικίου.
— Ιδού προσεκλήθης και συ εις την εορτήν, του είπεν. Ημείς, φίλε
μου, αφού υπετάξαμεν τον κόσμον δικαιούμεθα και να διασκεδάζωμεν.
— Απορώ δι' έν μόνον πράγμα, ότι όλα αυτά δεν σε κουράζουν ακόμη,
απήντησεν ο Βινίκιος.
— Ειξεύρεις πόθεν προέρχεται τούτο; Είμαι κουρασμένος από πολλού, αλλά δεν έχω την ηλικίαν σου. Άλλως τε έχω άλλας κλίσεις, αι οποίαι λείπουν από σε. Αγαπώ τα βιβλία, τα οποία συ δεν αγαπάς· αγαπώ την ποίησιν, την σκηνήν, τα αγγεία, τους τιμίους λίθους, έχω πόνους των νεφρών, τους οποίους συ δεν έχεις και τέλος έχω την Ευνίκην και συ ουδέν τοιούτον έχεις, θέλω να ζήσω μέχρι τελευτής του βίου μου φαιδρός και διασκεδάζων. Ενώ συ φαίνεται πώς θέλεις να αποστραφής από αυτά και . . .
— Θα έλεγε κανείς ότι φοβείσαι μη γίνω χριστιανός;
— Τέλος άφησέ τα τώρα αυτά και καλήν αντάμωσιν, χαίρε.
Ο Τιγγελίνος διά να αποζημιώση τον Νέρωνα διά το αναβληθέν ταξείδιόν του και να υπερισχύση όλων εκείνων, οίτινες μέχρι τούδε είχον οργανώση πανηγύρεις προς τιμήν του Καίσαρος, κατέβαλεν εξαιρετικάς προσπαθείας και φροντίδας όπως μεγαλοπρεπέστερον και πολυτελέστερον εορτασθώσιν αι διοργανωθησόμεναι εορταί.
Προς τον σκοπόν τούτον είχε πέμψει διαταγάς ίνα εκ των περάτων του κόσμου κομισθώσι ζώα, ιχθύες σπάνιοι, πτηνά και φυτά. Αι πρόσοδοι ολοκλήρων επαρχιών κατετρώγοντο εις τας προετοιμασίας ταύτας, αλλ' όσον δι' αυτό ολίγον τον έμελε.
Ο Τιγγελίνος δεν ηγαπάτο ίσως υπό του Νέρωνος τόσον όσον οι άλλοι αυλικοί, αλλά καθίστατο ημέρα τη ημέρα πλέον απαραίτητος.
Ο Τιγγελίνος βλέπων ότι δεν ηδύνατο να αμιλλάται ούτε με τον Πετρώνιον ούτε με τον Λουκιανόν ούτε με εκείνους, οίτινες διέπρεπον κατά την καταγωγήν των, ήθελε να τους υπερακοντίζη διά της δουλοπρεπείας και της αναπτύξεως μυθώδους πολυτελείας. Είχε στήση τας τραπέζας του συμποσίου εντός της λίμνης, επί σχεδίων γιγαντιαίων, κατασκευασμένων με επιχρύσους δοκούς. Ήτο ως μία φαντασμαγορική νησίς. Αι άκραι ήσαν κεκοσμημέναι με κογχύλας μεγαλοπρεπείς, ηλιευμένας εις την Ερυθράν θάλασσαν και εις τον Ινδικόν Ωκεανόν, με λόχμας εκ φοινίκων, λωτών και ρόδων, μεταξύ των οποίων είχον τοποθετήση αγάλματα θεών, κλωβούς χρυσούς ή αργυρούς πλήρεις πτηνών λαμπροτάτων και κρήνας εξ ων ανέβλυζον αρώματα.
Εις το κέντρον ηγείρετο σκηνή εκ πορφύρας, υποβασταζομένη υπό κιονίσκων αργυρών· υπό την σκιάδα ταύτην αι τράπεζαι αι ητοιμασμέναι διά τους συνδαιτυμόνας απέστιλβον εξ υαλικών της Αλεξανδρείας, εκ κρυστάλων και αγγείων, προϊόντων διαρπαγέντων εν Ιταλία, εν Ελλάδι και εν Μικρά Ασία. Η τεχνητή νήσος κατάμεστος από άνθη ήτο συνδεδεμένη διά πλεγμάτων χρυσών και πορφυρών, με ακάτια εν σχήματι ιχθύων και κύκνων εις τα οποία εκάθηντο ημίγυμνοι κωπηλάτριαι με σώματα εύγραμμα και μετέφερον εις την σχεδίαν τους κεκλημένους.
Όταν ο Νέρων μετά της Ποππέας και των Αυγουστιανών επέβη εις την κυρίως σχεδίαν και εκάθησεν υπό την σκιάδα την πορφυράν, τα ακάτια διωλίσθησαν, αι κώπαι έπληξαν το ύδωρ, και η σχεδία φέρουσα το συμπόσιον και τους κεκλημένους έπλευσε περιγράψασα κύκλον εις την επιφάνειαν της λίμνης. Μικρότεραι σχεδίαι την συνώδευον φέρουσαι κιθαρωδούς και αυλητρίας.
Ο Καίσαρ έχων εκ δεξιών την Ποππέαν, αριστερά δε τον Πυθαγόραν, εθαύμαζε και, όταν μεταξύ των ακατίων εκολύμβησαν φανταστικαί Σειρήνες, τότε εδαψίλευσεν επαίνους εις τον Τιγγελίνον.
Τέλος ήρχισαν να παραθέτωνται τα φαγητά και οι οίνοι εν αμυθήτω αφθονία.
Η ωραιότης του Βινικίου διεκρίνετο μεταξύ όλων των συνδαιτυμόνων. Αν και οι πόλεμοι και τελευταίως αι λύπαι και αι θλίψεις, με τας οποίας εποτίσθη εξ αφορμής του προς την Λίγειαν έρωτός του, τον κατέβαλον ολίγον, ήτο εν τούτοις συμπαθέστατος και όλων των γυναικών τα βλέμματα, μηδέ της Ποππέας εξαιρουμένης, προσηλούντο επάνω του.
Τα παγωμένα κρασιά πολύ γρήγορα εζέσταναν τας κεφαλάς των συνδαιτυμόνων. Η ημέρα εκείνη του Μαΐου ήτο εκτάκτως θερμή, καυστική μάλιστα.
Η λίμνη εκυμάτιζεν υπό την ρυθμικήν κίνησιν των κωπών. Ουδέ πνοή ανέμου ηκούετο, τα φύλλα ήσαν ακίνητα.
Η σχεδία έπλεε πάντοτε με το φορτίον της το αποτελούμενον εκ των συμποτών, οίτινες επί μάλλον και μάλλον εμεθύοντο και εθορύβουν.
Ήδη δεν διετηρείτο πλέον η τάξις, μεθ' ης είχον παρακαθήσει εις την τράπεζαν. Το παράδειγμα είχε δώσει αυτός ο Καίσαρ, όστις εγερθείς έλαβε την θέσιν του Βινικίου, ενώ ο Βινίκιος ευρέθη παραπλεύρως της Ποππέας, ήτις μετ' ολίγον έτεινε τον βραχίονα, παρακαλούσα αυτόν να τακτοποιήση τον πέπλον της. Η χειρ του τριβούνου έτρεμεν ολίγον· η Ποππέα έρριψε προς αυτόν βλέμμα ημιεντροπαλόν και ανέσεισε την κόμην την χρυσήν ως σημείον αρνήσεως.
Εν τω μεταξύ ο ήλιος ερυθρός κατήρχετο όπισθεν των τόξων των δένδρων και έδυεν. Οι πλείστοι των συνδαιτυμόνων ήσαν πλέον ζαλισμένοι. Όμιλοι ανθρώπων μετημφιεσμένων εις σατύρους έπαιζον εις την όχθην αυλούς Πανός, νεάνιδες δε προέκυπταν ενδεδυμέναι ως νύμφαι. Η εσπέρα εχαιρετίσθη με κραυγάς προς τιμήν της Σελήνης και αποτόμως χιλιάδες λύχνοι εφώτισαν τα άλση. Από τους γυναικωνίτας τους υψουμένους κατά μήκος της όχθης εξήλθε σμήνος φώτων, και αι σύζυγοι και αι θυγατέρες των πρώτων οικογενειών της Ρώμης περιέφεραν εν θριάμβω την γυμνότητά των. Διά φωνών και χειρονομιών εκάλουν τους συμπότας.
Η σχεδία επλησίασε τέλος εις την ξηράν. Ο Καίσαρ και οι αυγουστιανοί ώρμησαν εις τα άλση, κατέλαβαν τα νυμφεία, και επηκολούθησε παραφροσύνη γενική!
Κανείς δεν ήξευρε πλέον τι είχε γίνει ο Καίσαρ· κανείς δεν ήξευρε τις ήτο ο συγκλητικός, ο πολεμιστής, ο σχοινοβάτης ή ο μουσικός, όλοι εξισώθησαν. Οι σάτυροι κατεδίωκον μετά κραυγών τας νύμφας και έπληττον τας λυχνίας διά να τας σβύσουν. Μέρη τινά των αλσών εβυθίσθησαν εις το σκότος. Αλλ' ηκούοντο παντού κραυγαί διαπεραστικαί, γέλωτες· εδώ ψιθυρισμοί, εκεί πνοαί ασθματικαί και έκφυλοι.
Μόνος ο Βινίκιος δεν εμεθύσθη αρκετά, αλλά παν ό,τι συνέβαινε τον είχε θαμβώση. Ο πυρετός της ηδονής τον έκαιεν.
Ώρμησεν εις το δάσος, και έτρεξε μετά των άλλων, διά να εκλέξη μεταξύ των νυμφών, ότε παρετήρησε πομπήν τινα παρθένων οδηγουμένην υπό μιας Αρτέμιδος· έτρεξε προς το μέρος των διά να ίδη πλησιέστερον την θεάν, αλλ' η καρδία του έπαυσεν αποτόμως να πάλλη. Του εφάνη ότι εγνώρισε την Λίγειαν εις την μορφήν της θεάς εκείνης της εικονιζούσης την Αρτέμιδα.
Εκείναι τον περιεκύκλωσαν χοροπηδούσαι, έπειτα δε έφυγον, ως αγέλη αιγών.
Και μ' όλον ότι η Άρτεμις εκείνη δεν ήτο η Λίγεια, ούτε καν της ωμοίαζεν, αυτός έμεινεν εκεί, πνιγόμενος υπό της συγκινήσεως. Ησθάνθη αιφνιδίως άπειρον θλίψιν διότι ευρίσκετο μακράν της Λιγείας. Ησθάνετο προς τα όργια εκείνα αποστροφήν και αηδίαν. Η αισχύνη τον έπνιγεν· εχρειάζετο αήρ εις το στήθος του.
Εδοκίμασε να προχωρήση ολίγα βήματα και είδε να ορθούται ενώπιόν του γυναικεία βαθύπεπλος μορφή. Δύο χείρες έψαυσαν τους ώμους του και διάπυρος φωνή εψιθύρισε:
— Σε αγαπώ!. . Έλα! Κανείς δεν θα μας ιδή· σπεύσε.
Ο Βινίκιος εξύπνησεν ως εξ ονείρου.
— Ποία είσαι;
Αλλ' εκείνη συνθλιβομένη επάνω του επέμενε:
— Μάντευσε.
Περιέβαλε με τους βραχίονάς της τον λαιμόν του Βινικίου και διά μέσου του πέπλου της εκόλλησαν τα χείλη της επί των χειλέων του. «Νυξ έρωτος! Νυξ τρέλλας!» είπε πνευστιώσα. «Απόψε όλα επιτρέπονται· είμαι ιδική σου».
Αλλά το φίλημα εκείνο υπήρξε δι' αυτόν νέα αηδία.
Η ψυχή του και η καρδία του ήσαν αλλού και εις τον κόσμον τίποτε άλλο δι' αυτόν δεν υπήρχεν ειμή η αγνή Λίγεια.
Την απώθησε και της είπε:
— Όποια και αν είσαι, αγαπώ άλλην και δεν σε θέλω.
Αλλ' εκείνη κλίνουσα προς αυτόν την κεφαλήν είπε:
— Σήκωσε τον πέπλον μου . . .
Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη θόρυβος πλησιάζοντος ανθρώπου η πεπλοφόρος έφυγεν, αλλ' ηκούσθη μεμακρυσμένος ο γέλως της, ο αλλόκοτος και μοχθηρός.
Ο Πετρώνιος εφάνη.
— Ήκουσα και είδα, είπεν.
— Ας φύγωμεν απ' εδώ, του είπεν ο Βινίκιος.
Υπερέβησαν τα νυμφεία τα περίλαμπρα, το άλσος, την ζώνην των εφίππων πραιτοριανών και έφθασαν εις τα φορεία των.
— Θα σε συνοδεύσω εις την οικίαν σου, είπεν ο Πετρώνιος.
Ανέβησαν εις το φορείον και εσιώπων καθ' οδόν μέχρις ότου έφθασαν εις τον οίκον του Βινικίου.
— Εξεύρεις ποία ήτο; ηρώτησεν ο Πετρώνιος.
— Η Ρουβρία;
— Όχι.
— Τότε ποία;
Ο Πετρώνιος χαμηλοφώνως είπε:
— Το πυρ της Εστίας εβεβηλώθη· η Ρουβρία ήτο μετά του Καίσαρος.
— Αλλ' εκείνη που μου εφορτώθη ποία ήτο;
— Ήτο η θεία Αυγούστα.
Βραχεία σιωπή επηκολούθησεν.
— Ο Καίσαρ, είπεν ο Πετρώνιος, δεν ηδυνήθη να κρύψη ενώπιόν της την σφοδράν επιθυμίαν του να λάβη την Ρουβρίαν και ίσως αύτη ηθέλησε να εκδικηθή. Ευτυχώς δεν την ανεγνώρισες την Αυγούσταν, διότι αν αναγνωρίζων αυτήν την απώθεις, θα εχάνεσο αφεύκτως και συ και η Λίγεια και εγώ ίσως.
Ο Βινίκιος εξέσπασεν:
— Εβαρύνθην πλέον την Ρώμην, τον Καίσαρα, τας εορτάς, την Αυγούσταν, τον Τιγγελίνον και σας όλους! Πνίγομαι!
— Χάνεις τον νουν σου· χάνεις πάσαν κρίσιν και παν μέτρον, Βινίκιε!
— Μόνον την Λίγειαν αγαπώ εις τον κόσμον, δεν θέλω άλλην αγάπην· δεν θέλω τον ιδικόν σας τρόπον του ζην, τα συμπόσιά σας, τα όργιά σας και τας κακουργίας σας!
— Τι έχεις τέλος; Είσαι λοιπόν χριστιανός;
— Όχι ακόμη, φευ! Όχι δεν είμαι άξιος ακόμη.
Ο Πετρώνιος επέστρεψεν εις την οικίαν του, υψών τους ώμους και λίαν δύσθυμος, συλλογιζόμενος τα του Βινικίου. Ο πεπειραμένος αυτός σκεπτικιστής είδεν ότι είχε χάση την κλείδα της ψυχής εκείνης του ανεψιού του. Εσκέπτετο ότι εάν επετύγχανε παρά του Καίσαρος διάταγμα απελαύνον εκ Ρώμης τους χριστιανούς, η Λίγεια θα έφευγεν από την πόλιν μαζί με τους άλλους λάτρεις του Χριστού και ο Βινίκιος θα εσώζετο. Ήτο δυνατόν όμως το πράγμα τούτο;
Τέλος, τρείς ημέρας μετά το συμπόσιον ο Νέρων απεφάσισε να αναχωρήση εις το Άντιον και ο Πετρώνιος έπρεπε να τον ακολουθήση. Έσπευσεν αμέσως να πληροφορήση τον Βινίκιον περί τούτου, του έδειξε δε και τον κατάλογον των κεκλημένων εις Άντιον, τον οποίον απελεύθερός τις του Καίσαρος τω είχε κομίση την πρωίαν.
— Το όνομά μου είνε εδώ μέσα γραμμένον, είπε· και το ιδικόν σου επίσης.
— Εάν δεν ήμην μεταξύ των κεκλημένων, απήντησεν ο Πετρώνιος, έπρεπε να περιμένω την θανατικήν καταδίκην μου και δεν την περιμένω προ της αποδημίας εις την Αχαΐαν. Θα είμαι εκεί πάρα πολύ ωφέλιμος εις τον Νέρωνα. Η πρόσκλησις αύτη είναι διαταγή.
— Και αν κανείς παρήκουε;
— Θα ελάμβανε πρόσκλησιν άλλου είδους, να εκκινήση εις δρόμον πολύ μακρότερον, διά ταξείδιον από το οποίον δεν επιστρέφουν ποτέ· ιδού λοιπόν, είσαι ηναγκασμένος να έλθης εις Άντιον.
— Είμαι ηναγκασμένος να υπάγω εις Άντιον . . . Βλέπεις εις ποίους καιρούς ζώμεν . . . είμεθα αγενείς δούλοι!
— Αργά το ενόησες, Βινίκιε.
— Όχι, αλλά, βλέπεις, εζήτησες να μου αποδείξης ότι η διδασκαλία η χριστιανική ήτο εχθρά της ζωής, ότι εδέσμευε τους ανθρώπους. Δύνανται να υπάρχουν βαρύτεραι αλύσεις από αυτάς, τας οποίας ημείς φέρομεν; Αλλ' ας ομιλήσωμεν περί σοβαρωτέρων πραγμάτων. Διηγήθην εις το Παλατίνον ότι ήσο ασθενής· εν τοσούτω το όνομά σου ευρίσκεται εις τον κατάλογον, όπερ αποδεικνύει ότι υπάρχει τις όστις δεν με επίστευε και όστις εχρησιμοποίησε την επιρροήν του διά να σε εγγράψη. Διά τον Νέρωνα δεν είσαι ειμή στρατιωτικός, με τον οποίον δύναταί τις να ομιλή περί ιπποδρομιών το πολύ και όστις δεν έχει καμμίαν ιδέαν περί ποιήσεως και μουσικής. Εάν το όνομά σου είναι γραμμένον εις τον κατάλογον, εις την Ποππέαν οφείλεις αυτήν την τιμήν και τούτο σημαίνει ότι το πάθος της δεν είναι ιδιοτροπία παροδική· θέλει να σε κατακτήση.
— Είναι τολμηρά η Αυγούστα!
— Τολμηρά βεβαίως. Είθε η Αφροδίτη να της εμπνεύση άλλον έρωτα το ταχύτερον! Αλλ' εν όσω σε ποθεί, οφείλεις να είσαι συνετός. Ο Χαλκοπώγων αρχίζει να βαρύνεται την Ποππέαν, αλλά και μόνον αν υπωπτεύετό τι και συ και εκείνη είσθε χαμένοι.
— Εις το άλσος δεν ήξευρα ότι ήτο αυτή· ήκουσες δε τι της απεκρίθην, ότι άλλην αγαπώ και δεν ήθελα αυτήν.
— Τι θα χάσης πάλιν συ; Θα σε εμποδίση τούτο να αγαπάς την Λίγειάν σου; Ενθυμήσου επί πλέον ότι η Ποππέα την είχεν ιδεί εις το Παλατίνον και ότι δεν θα της είναι δύσκολον να υποπτεύση προς χάριν τίνος περιφρονείς τόσον ανεκτίμητον εύνοιαν. Και τότε διά να εκδικηθή θα την ανεύρη όπου και αν είναι κρυμμένη και θα προξενήσης όχι μόνον τον όλεθρόν σου, αλλά και της Λιγείας τον όλεθρον· καταλαμβάνεις;
Ο Βινίκιος ήκουεν ως να ήτο αλλού ο νους του. Τέλος είπεν:
— Ανάγκη να την ίδω.
— Ποίαν; Την Λίγειαν: Ηξεύρεις πού είναι;
— Όχι.
— Τότε θα ξαναρχίσης να την ζητής εις τα παλαιά νεκροταφεία και εις την Τραντισβέρην;
— Δεν ηξεύρω, αλλά πρέπει να την ίδω.
— Καίτοι χριστιανή, θα φανή ίσως λογικωτέρα από σε και μάλιστα εάν δεν θέλη να σου προξενήση κακόν.
— Εκείνη δεν με έσωσεν από τα χέρια του Ούρσου;
— Εάν ούτως έχη, σπεύσον· διότι ο Χαλκοπώγων δεν θα βραδύνη να αναχωρήση. Από το Άντιον δύναταί τις να εκδώση αποφάσεις εις θάνατον, όπως και απ' εδώ.
Ο Βινίκιος εσκέπτετο με τι μέσον θα ίδη την Λίγειαν.
Εν τω μεταξύ τούτω, ο Χίλων έφθασεν όλως απροόπτως. Ενεφανίσθη άθλιος και ρακένδυτος, αλλ' επειδή οι δούλοι είχον άλλοτε διαταχθή να τον αφίνουν να εισέρχεται εις πάσαν ώραν της ημέρας και της νυκτός, δεν ετόλμησαν να του εμποδίσουν την δίοδον. Εκείνος εισήλθε κατ' ευθείαν εις το άτριον και σταθείς ενώπιον του Βινικίου είπε:
— Οι θεοί να σου δώσουν την αθανασίαν και να μοιράσουν μαζί σου την κυριαρχίαν του κόσμου!
Κατ' αρχάς ο Βινίκιος ηθέλησε να τον εκδιώξη. Αλλ' ίσως ο Έλλην εγνώριζε κάτι περί της Λιγείας, και η περιέργεια κατενίκησε την αηδίαν.
— Συ είσαι, Χίλων; τι γίνεσαι και πόθεν έρχεσαι; ηρώτησεν ο
Βινίκιος.
— Δεν πάνε καλά η δουλιές μου, απήντησεν ο Χίλων· Αυθέντα, όσα μου έδωκες τα εδαπάνησα αγοράσας βιβλία. Έπειτα με έκλεψαν, με κατέστρεψαν, η γυνή ήτις αντέγραψε τα μαθήματά μου έφυγεν αποκομίζουσα και τα χρήματα τα οποία μου είχαν μείνει. Είμαι δυστυχής, αυθέντα, και εις ποίον να καταφύγω ειμή εις σε, τον οποίον αγαπώ και λατρεύω και διά τον οποίον εκινδύνευσα την ζωήν μου!
— Τι ήλθες να ζητήσης και τι φέρεις;
— Επικαλούμαι την βοήθειάν σου, Βάαλ, και σου φέρω την αθλιότητά μου, τα δάκρυά μου, την αγάπην μου, — επίσης φέρω και νέα τα οποία περισυνέλεξα προς χάριν σου. Γνωρίζω πού μένει η θεία Λίγεια, θα σου δείξω, αυθέντα, τον δρομίσκον και την οικίαν . . . .
— Πού;
— Εις του Λίνου, του πρεσβυτέρου των χριστιανών ιερέως. Εκεί ευρίσκεται μαζί με τον Ούρσον, όστις πηγαίνει, όπως και άλλοτε, εις ενός μυλωθρού, Δημά . . . ναι, του Δημά! . . . Ο Ούρσος εργάζεται την νύκτα· επομένως εάν πολιορκήσωμεν την οικίαν εν καιρώ νυκτός, δεν θα τον συναντήσωμεν εκεί . . . . Ο Λίνος είναι γέρων . . . Και εκτός αυτού δεν υπάρχουν ειμή δύο γραίαι εις την οικίαν. Ω κύριε! κύριε! από σε και μόνον εξαρτάται ίνα την νύκτα ταύτην ευρίσκεται εδώ μία μεγαλόψυχος βασίλισσα.
Το αίμα ανέβη εις την κεφαλήν του Βινικίου, και ο πειρασμός τον συνεκλόνιζεν ολόκληρον. Η επιθυμία του να την αποκτήση εκορυφώθη και εσκέπτετο: «Αν η Λίγεια έλθη εις την οικίαν μου, τις θα μου την αρπάση; Αν η Λίγεια εγίνετο παλλακίς μου, τι άλλο θα πράξη, ειμή να μείνη διά πάντοτε; Ας χαθούν όλα τα δόγματα! Τι με μέλλει διά τους χριστιανούς με την ευσπλαγχνίαν των και με την πίστιν των; Δεν είναι καιρός να ξαναρχίσω να ζω όπως όλος ο κόσμος; Όσον αφορά το τι θα πράξη κατόπιν η Λίγεια, πώς θα συμβιβάση την νέαν τύχην της με το δόγμα της, είναι πράγμα δευτερεύον και άνευ σημασίας. Προ παντός θα γίνη ιδική μου, και σήμερον μάλιστα. Τι υπήρξεν η ζωή μου; μία αλγηδών, έν πάθος ακόρεστον και μία συνήχεια ζητημάτων άλυτων. Όταν αποκτήσω την Λίγειαν, όλα θα διακοπούν και όλα θα τελειώσουν».
Αλλά κατόπιν ενεθυμήθη ότι της ωρκίσθη πώς δεν θα κινήση πλέον την χείρα κατ' αυτής.
Αλλ' εις τι είχεν ορκισθή; Άλλως τε εάν εκείνη ησθάνετο προσβεβλημένην εαυτήν, θα την ενυμφεύετο και εξήλειφεν ούτω το αδίκημά του.
Ναι, ησθάνετο ότι είχεν υποχρέωσιν εις τούτο, επειδή εις εκείνην ώφειλε την ζωήν του! Και τότε ενεθυμήθη την ημέραν όποτε, μετά του Κρότωνος, είχεν εισχωρήσει εις το άσυλον εκείνο, ανεπόλησε την πυγμήν του Ούρσου την υψωθείσαν κατά της κεφαλής του και παν ότι επηκολούθησεν. Την είδε κύπτουσαν επί της κλίνης του, ενδεδυμένην ως δούλην ωραίαν, ως θεάν επουράνιον: Οι οφθαλμοί του εστράφησαν ακουσίως προς το λάβαρον και προς τον μικρόν εκείνον σταυρόν, τον οποίον του είχε δώσει όταν τον εγκατέλιπε. Θα ανταμείψη λοιπόν πάντα ταύτα διά νέας αρπαγής; Και ησθάνθη αιφνιδίως ότι δεν ήρκει να την έχη πλησίον του. Ευλογημένη θα είνε η κατοικία εκείνη εάν η Λίγεια εισέλθη εις αυτήν εκουσίως. Ευλογημένη η στιγμή εκείνη, ευλογημένη η ζωή; Αλλά να την αρπάση διά της βίας θα ήτο το ίδιον ως να την εφόνευε διά παντός την ευτυχίαν εκείνην και συγχρόνως ως να κατέστρεφε και καθίστα μισητόν παν ό,τι πολύτιμον και προσφιλέστερον υπάρχει εις την ζωήν.
Επί μόνη τη σκέψει ταύτη είχεν ήδη καταληφθή υπό φρίκης. Προσέβλεψε τον Χίλωνα, όστις, εξετάζων αυτόν διά του βλέμματος, είχε περάσει την χείρα υπό τα ράκη του και εξύετο ανησύχως.
Ησθάνθη ακατανίκητον αηδίαν και την επιθυμίαν να καταπατήση τον πάλαι συνένοχόν του, όπως καταπατεί τις όφιν φαρμακερόν. Και επειδή δεν ηδύνατο να συγκρατηθή, ηκολούθησε την ώθησιν της τρομεράς ρωμαϊκής του φύσεως και στραφείς προς τον Χίλωνα:
— Δεν θα πράξω εκείνο, το οποίον με συμβουλεύεις, αλλά διά να μη φύγης χωρίς να λάβης την αμοιβήν, της οποίας είσαι άξιος, θα διατάξω να σου δώσουν τριακόσιους ραβδισμούς εις τα εργαστήρια των δούλων μου.
Ο Χίλων είχε γίνη πελιδνός. Εις τα ωραία χαρακτηριστικά του Βινικίου είχεν αποτυπωθή μία ψυχρά οργή. Ο Έλλην έπεσε γονυκλινής και κυρτωθείς ήρχισε να οιμώζη με φωνήν διάκοπτομένην:
— Πώς; Διατί; . . . Αυθέντα! Διατί! . . . Πυραμίς χάριτος! Κολοσσέ ελέους! διατί; . . . Είμαι γέρων πειναλέος, άθλιος . . . Σε υπηρέτησα . . . Ούτως ευγνωμονείς προς εμέ;
— Όπως συ προς τους χριστιανούς, απήντησεν ο Βινίκιος.
Και εκάλεσε τον επιστάτην.
Ο Χίλων έδραξε σπασμωδικώς τα γόνατα του Βινικίου και με το πρόσωπον κάτωχρον.
— Δέσποτα! δέσποτα! .. Είμαι γέρων . . . Πεντήκοντα ραβδισμοί αρκούν
. . . Εκατόν, όχι τριακοσίους! Έλεος! Έλεος!
Ο Βινίκιος τον απώθησε και έδωκε την διαταγήν. Εν ριπή οφθαλμού δύο ρωμαλέοι δούλοι ήρπασαν τον Χίλωνα από τα μαλλιά, τα οποία του απέμεναν, του περιεκάλυψαν την κεφαλήν με τα ίδια ράκη του και τον έσυραν εις το εργαστήριον.
— Δι' όνομα του Χριστού! εκραύγασεν ο Χίλων εκ της θύρας του διαδρόμου.
Ο Βινίκιος έμεινε μόνος. Η διαταγή, την οποίαν είχε δώσει, τον είχεν ερεθίσει και εμψυχώσει. Προσεπάθει τώρα να συνενώση και ταξινομήση τας συγκεχυμένας ιδέας του. Ησθάνετο ανακούφισιν και η νίκη, την οποίαν είχε καταγάγει καθ' εαυτού, τον επλήρου θάρρος. Του εφαίνετο ότι είχε κάμη μέγα βήμα διά να προσεγγίση εις την Λίγειαν και ότι θα αντημείβετο ούτως ή άλλως.
— Όχι δεν θα του αποδώσω κακόν αντί καλού και αργότερα, όταν μάθη πώς εφέρθην προς εκείνον, όστις με παρώτρυνε να φέρω χείρα εναντίον της, θα με ευγνωμονή.
Εν τούτοις εσκέπτετο, εάν η Λίγεια επεδοκίμαζε την προς τον Χίλωνα διαγωγήν του. Το δόγμα, το οποίον επρέσβευεν εκείνη, δεν διέτασσε την συγγνώμην; Οι χριστιανοί είχον συγχωρήση τον άθλιον, και είχον πολύ σοβαρωτέρας αφορμάς διά να τον εκδικηθούν. Η κραυγή του Χίλωνος, «δι' όνομα του Χριστού!» αντήχησεν εις την ψυχήν του.
Ενεθυμήθη ότι δι' ομοίας κραυγής ο Χίλων είχεν απαλλαγή από τας χείρας του Λιγειέως, και απεφάσισε να του χαρίση το υπόλοιπον της ποινής.
Με την σκέψιν ταύτην ητοιμάζετο να καλέση τον επιστάτην, οπότε ούτος παρουσιάσθη μόνος λέγων:
— Αυθέντα, ο γέρων ελιποθύμησε και ίσως είναι νεκρός. Πρέπει να
εξακολουθήσω την μαστίγωσιν;
— Ας τον επαναφέρουν εις τας αισθήσεις του και ας τον φέρουν εδώ.
Ο Αρχιτρίκλινος εξηφανίσθη όπισθεν του παραπετάσματος της θύρας, αλλά θα ήτο πολύ δύσκολον να εμψυχωθή ο Έλλην, και ο Βινίκιος ήρχισε να αδημονή, οπότε οι δούλοι εισήγαγον τον Χίλωνα, και εις έν νεύμα απεσύρθησαν.
Ο Χίλων ήτο λευκός ως πανίον, και κατά μήκος των κνημών του ρανίδες αίματος έρρεον μέχρι του μωσαϊκού του ατρίου. Και πεσών εις τα γόνατα:
— Σε ευχαριστώ, αυθέντα! είσαι ελεήμων και μέγας.
— Σκύλλε, είπεν ο Βινίκιος, μάθε ότι σε εσυγχώρησα χάριν του
Χριστού, εις τον οποίον και εγώ οφείλω την ζωήν.
— Αυθέντα! θα τον υπερετήσω, Εκείνον και σε.
— Σιώπα και άκουσον. Σήκω! θα έλθης μαζί μου και θα μου δείξης την οικίαν όπου μένει η Λίγεια.
— Αυθέντα, πεινώ πολύ, θα έλθω! Αυθέντα, αι δυνάμεις μου λείπουν. Διάταξε να μου δώσουν τουλάχιστον τα υπολείμματα του πιάτου του σκύλλου σου και θα έλθω! . . .
Ο Βινίκιος διέταξε να του δώσουν να φάγη και του εδώρησε χρυσούν νόμισμα, και μανδύαν. Αλλ' ο Χίλων, τον οποίον οι ραβδισμοί και η πείνα είχον εξασθενίσει, δεν ηδυνήθη να βαδίση και μετά το γεύμα εκείνο, αν και εφοβείτο μήπως ο Βινίκιος εξελάμβανε την αδυναμίαν του ως αντίστασιν.
— Μόνον ο οίνος ας με αναθερμάνη, επανελάμβανε κροτών τους οδόντας, και πάραυτα θα δυνηθώ να βαδίσω, θα υπάγω μάλιστα μέχρι του κέντρου της Ελλάδος.
Ότε ανέλαβε τας δυνάμεις του, εξήλθεν.
Η οδός ήτο μακρά.
Ο Λίνος κατώκει, όπως οι πλείστοι των χριστιανών, εις την Τρανστιβέρην, όχι μακράν της οικίας της Μαριάμ. Ο Χίλων έδειξε τέλος εις τον Βινίκιον μικράν μεμονομένην οικίαν, περιβαλομένην υπό τοίχου κισσοφυούς.
— Εκεί, αυθέντα.
— Καλά, είπεν ο Βινίκιος. Τώρα πήγαινε, αλλά πρώτον άκουσον του· λησμόνησε ότι με υπηρέτησες· λησμόνησε πού κατοικούν η Μαριάμ ο Πέτρος και ο Γλαύκος· λησμόνησε επίσης την οικίαν αυτήν και όλους τους χριστιανούς, θα έρχεσαι κάθε μήνα να βλέπης τον απελεύθερόν μου Δημάν, ο οποίος θα σου δίδη δύο χρυσά νομίσματα. Αλλ' εάν εξακολουθήσης να κατασκοπεύης τους χριστιανούς, θα διατάξω να σε μαστιγώσουν μέχρι θανάτου ή θα σε παραδώσω εις τον πραίτωρα της πόλεως.
Ο Χίλων υπεκλίθη και είπε:
— Θα λησμονήσω.
Αλλά ότε ο Βινίκιος έγεινεν άφαντος εις την καμπήν της μικράς οδού, εκείνος έτεινε τον γρόνθον προς το μέρος εκείνο και ανέκραξε:
— Μα την Άτην και όλας τας Εριννύας! δεν θα λησμονήσω!