WeRead Powered by ReaderPub
Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής cover

Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής

Chapter 29: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.
Open in WeRead

About This Book

The story follows a Roman nobleman who returns from war and becomes obsessed with a young Christian woman, setting love and personal desire against a backdrop of imperial excess and political intrigue in Nero's Rome. A cultured courtier offers wit and ironies while a network of Christians models charity, steadfast faith, and sacrificial courage as persecutions intensify after the great fire. The narrative interweaves sumptuous social scenes, spiritual conversions, legal and moral dilemmas, and the fates of public figures, presenting a contrast between decadent power and an emerging religious community whose beliefs reshape several lives.

ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Ζ'.

Κατ' ευθείαν ο Βινίκιος μετέβη εις την οικίαν όπου κατώκει η Μαριάμ.
Ο Τριβούνος την εχαιρέτησε μετ' ευπροσηγορίας.

Εν τη οικία, εκτός της Μαριάμ και του υιού της Ναζαρίου, εύρε τον Πέτρον, τον Γλαύκιον, τον Κρίσπον, καθώς και τον Παύλον τον Ταρσέα, προσφάτως επανελθόντα εκ Φριγγέλης.

Εις την θέαν του Βινικίου, η έκπληξις εζωγραφίσθη εις τα πρόσωπα όλων

— Σας χαιρετώ εις το όνομα του Χριστού, τον οποίον τιμάτε.

— Ας είναι δοξασμένον το όνομά του εις πάντας τους αιώνας!

 — Εγνώρισα τας αρετάς σας και εδοκίμασα την καλωσύνην σας· διά τούτο
έρχομαι ως φίλος.

 — Και ημείς θα σε δεχθώμεν ως φίλον, απεκρίθη ο Πέτρος. Κάθησε,
άρχων, και λάβε μέρος εις το δείπνόν μας· είσαι ξένος μας.

— Θα μετάσχω του δείπνου σας· αλλά προηγουμένως ακούσατέ με. Συ, Πέτρε, και συ Παύλε Ταρσεύ, θέλω να έχετε απόδειξιν της ειλικρινείας μου. Ειξεύρω πού είναι η Λίγεια· ήμην προ ολίγου έμπροσθεν της οικίας του Λίνου, εδώ πλησίον. Έχω επ' αυτής τα δικαιώματα τα οποία μου απένειμεν ο Καίσαρ, και έχω εις τας διαφόρους οικίας μου πεντακοσίους περίπου δούλους· θα ηδυνάμην λοιπόν να περικυκλώσω το άσυλόν της και να την αρπάσω, και όμως δεν το έπραξα ούτε θα πράξω τούτο.

— Και διά τούτο η ευλογία του Κυρίου θα απλωθή επί σου, και η καρδία σου θα καθαρισθή είπεν ο Πέτρος.

— Άλλοτε, πριν ευρεθώ μεταξύ υμών βεβαίως, θα την άρπαζα και θα την εκράτουν διά της βίας, αλλ' αι αρεταί σας, η διδασκαλία σας, αν και δεν την πρεσβεύω, ήλλαξαν κάτι εν τη ψυχή και δεν τολμώ πλέον να καταφύγω εις την βίαν. Αποτείνομαι λοιπόν προς σας, οίτινες αναπληρούτε τον πατέρα και την μητέρα της Λιγείας και σας λέγω: «Δώσατέ μου αυτήν ως σύζυγον και σας ορκίζομαι ότι όχι μόνον δεν θα της απαγορεύσω να πρεσβεύη τον Χριστόν, αλλ' ότι θα αρχίσω και εγώ να μελετώ το δόγμα της.

Ωμίλει με την κεφαλήν υψηλά και με φωνήν αποφασιστικήν.

Εν τούτοις ήτο συγκεκινημένος και αι κνήμαι του έτρεμον υπό τον μανδύαν του τον σφιγκτόν εις την οσφύν. Σιγή υπεδέχθη τους λόγους του· κατόπιν, ως διά να προλάβη απάντησιν δυσμενή, εξηκολούθησεν:

— Ηξεύρω ποία είναι τα εμπόδια, αλλά την αγαπώ ως την κόρην των οφθαλμών μου και μολονότι δεν είμαι ακόμη Χριστιανός, δεν είμαι εχθρός σας, ούτε εχθρός του Χριστού. Άλλος τις θα σας έλεγεν ίσως: «Βαπτίσατέ με!» Εγώ σας επαναλαμβάνω: «Διαφωτίσατέ με!» Πιστεύω ότι ο Χριστός ηγέρθη εκ νεκρών, διότι εκείνοι οίτινες βεβαιούν τούτο είναι άνθρωποι ζώντες εν αληθεία και οίτινες τον είδον ζώντα μετά θάνατον. Πιστεύω, επειδή το εδοκίμασα μόνος, ότι το κήρυγμά σας γεννά την αρετήν, την δικαιοσύνην, την ευσπλαγχνίαν και όχι τας κακουργίας, δι' ας σας κατηγορούν. Η διδασκαλία σας μετέβαλε κάτι τι εντός μου.

Αι οφρύς του συνεσπάσθησαν και ερύθημα ανήλθεν εις τας παρειάς του· έπειτα εξηκολούθησε ταχύτερον ομιλών μετ' αυξανούσης συγκινήσεως.

— Το βλέπετε! Βασανίζομαι και από τον έρωτά μου και από την αμφιβολίαν. Όταν σκέπτομαι ότι η Λίγεια είναι καθαρά ως η χιών των ορέων, την αγαπώ περισσότερον, και όταν σκέπτομαι ότι υπάρχει τοιαύτη χάρις εις την διδασκαλίαν σας, αγαπώ την διδασκαλίαν ταύτην και θέλω να την γνωρίσω! Μου είπαν ότι η θρησκεία σας εις ουδέν λογίζεται την ζωήν, ούτε τας ανθρωπίνους ηδονάς, ούτε την ευτυχίαν, ούτε τους νόμους ούτε την ρωμαϊκήν ισχύν. Είναι αληθές τούτο; Μου είπαν μάλιστα ότι είσθε μωροί . . .Ειπέτε μου τι κηρύττετε; Είνε αμαρτία να αγαπά κανείς ή να δοκιμάζη την χαράν ή να θέλη την ευτυχίαν; Είσθε εχθροί της ζωής; Πρέπει να παραιτηθώ της Λιγείας; Ποία είναι η αλήθειά σας; Αι πράξεις σας και οι λόγοι σας είναι καθαροί ως διαυγές ύδωρ, αλλά τι είναι εις το βάθος του ύδατος τούτου; Μου είπαν ακόμη ότι η Ελλάς εγέννησε την σοφίαν και το κάλλος, η Ρώμη παρήγαγε την ισχύν, αλλ' αυτοί τι κύπτουν; τότε, ειπέτε μοι, τι κηρύττετε; Εάν όπισθεν της θύρας σας ευρίσκεται το φως, ανοίξατέ μου!

Ο Πέτρος είπεν:

— Ημείς φέρομεν την αγάπην.

Και ο Παύλος ο Ταρσεύς προσέθηκεν:

— Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.

Η καρδία του γηραιού Πέτρου είχε συγκινηθή υπό της ψυχής ταύτης της βασανιζομένης, ήτις, ως πτηνόν κλεισμένον εν κλωβώ, εξώρμα προς τον ήλιον. Έτεινε τας χείρας προς τον Βινίκιον και είπεν:

— Κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν. Η χάρις του Κυρίου είναι μετά σου· σε ευλογώ λοιπόν, σε και την ψυχήν σου και την αγάπην σου, εν ονόματι του Λυτρωτού!

Ο Βινίκιος ακούσας τας λέξεις ταύτας της ευλογίας ώρμησε προς τον Πέτρον, και ο απόγονος αυτός των Κυριτών, όστις προσφάτως ακόμη δεν ήθελε να αναγνωρίζη πάντα ξένον ως άνθρωπον, έλαβε τας χείρας του γέροντος Γαλιλαίου και τας έθλιψεν ευγνωμόνως εις τα χείλη του.

Ο Πέτρος εχάρη, εννοήσας ότι το αλιευτικόν του δίκτυον είχε συλλάβη μίαν ψυχήν επί πλέον, και οι παρεστώτες ανέκραξαν μια φωνή:

— Δόξα εν Υψίστοις Θεώ!

Ο Βινίκιος ύψωσεν ακτινοβόλον το πρόσωπον.

Βλέπω, είπεν, ότι η ευτυχία δύναται να παραμένη μεταξύ σας, επειδή αισθάνομαι εμαυτόν ευτυχή, και υποθέτω ότι θα με πείσετε να δεχθώ την διδασκαλίαν σας. Αλλ' ο Καίσαρ απέρχεται εις Άντιον, και οφείλω να τον ακολουθήσω. Ειξεύρετε ότι, αν παρακούση τις, κρίνεται άξιος θανάτου. Αλλ' εάν θέλετε, έλθετε μετ' εμού ίνα μου διδάξετε την αλήθειαν ταύτην. Εκεί θα είσθε εν ασφαλεία και θα δυνηθήτε να διαδώσετε την αλήθειαν και εις την αυλήν του Καίσαρος. Έχω μίαν έπαυλην εις Άντιον, όπου θα συνερχώμεθα μακράν του Καίσαρος διά να ακροώμεθα την διδασκαλίαν σας.

Εκείνοι ανελογίζοντο μετά χαράς την νίκην του κηρύγματός των και την απήχησιν, την οποίαν θα είχεν ανά τον εθνικόν κόσμον ο εκχριστιανισμός ενός άρχοντος, απογόνου μιας των αρχαιοτέρων οικογενειών της Ρώμης. Ο Πέτρος είχε μέγα στάδιον διά το κήρυγμά του εν Ρώμη, και δεν είχε καιρόν διά να αναχωρήση· διά τούτο ο Παύλος συγκατένευσε να συνοδεύση τον νεαρόν τριβούνον εις Άντιον.

Καίτοι ο Βινίκιος εθλίβη, διότι ο Πέτρος, προς τον οποίον ησθάνετο τόσην ευγνωμοσύνην, δεν ηδύνατο να έλθη μετ' αυτού, ηυχαρίστησεν εγκαρδίως, έπειτα δε εστράφη προς τον γηραιόν απόστολον διά να τω απευθύνη μίαν τελευταίαν αίτησιν.

— Αφού γνωρίζω την κατοικίαν της Λιγείας, είπε, θα ηδυνάμην να υπάγω μόνος μου να την εύρω και να την ερωτήσω, αν θα με δεχθή ως σύζυγον, όταν η ψυχή μου γίνη χριστιανή· αλλά προτιμώ να παρακαλέσω σε, απόστολε, να μου επιτρέψης να την ίδω, να με οδηγήσης συ αυτός προς εκείνην. Ας την ίδω πριν αναχωρήσω, ας μάθω από το στόμα της αν θα λησμονήση το κακόν, το οποίον της έκαμα, και αν θα θελήση να γίνη σύντροφος της ζωής μου.

Ο Πέτρος εμειδίασε μετ' αγαθότητος:

 — Και ποίος θα σου αρνηθή την λογικήν αυτήν ευχαρίστησιν, τέκνον
μου;

Έπειτα έστειλε την Μαριάμ να ζητήση την Λίγειαν, συστήσας εις αυτήν να μη είπη ποίος ευρίσκετο μεταξύ των.

Η απόστασις ήτο μικρά.

Μετ' ολίγον οι παριστάμενοι είδον εν μέσω των μυρσινών του μικρού κήπου την Μαριάμ, ήτις ωδήγει την Λίγειαν εκ της χειρός.

Ο Βινίκιος ηθέλησε να τρέξη εις προϋπάντησίν της, αλλ' εις την θέαν της μορφής εκείνης της τόσον αγαπητής, η ευτυχία παρέλυσε τας δυνάμεις του και έμεινεν ακίνητος με καρδίαν πάλλουσαν μέχρι διαρρήξεως και συγκεκινημένος πολύ περισσότερον Ή όσον ήτο όταν ήκουσε δια πρώτην φοράν τα βέλη των Πάρθων να συρίζουν εις τα ώτα του.

Τώρα εκείνη ήτο εκεί, ερυθριώσα, ωχριώσα, με έκπληξιν και φόβον εις τους οφθαλμούς οίτινες διηρώτων τι συμβαίνει.

Εκείνη δεν είδε παρά βλέμματα φωτεινά και πλήρη αγαθότητος.

— Ο απόστολος Πέτρος την επλησίασε και είπε:

— Λίγεια, τον αγαπάς ακόμη;

Επηκολούθησε στιγμή σιωπής. Τα χείλη της έτρεμον ως τα χείλη παιδίου, το οποίον μέλλει να κλαύση και το οποίον αισθανόμενον εαυτό ένοχον, αναγκάζεται να ομολογήση το σφάλμα του.

— Αποκρίθητι, είπεν ο απόστολος επιμένων.

Τότε με φωνήν χαμηλήν και φοβισμένην εκείνη εψιθύρισε γονατίσασα εις τους πόδας του Πέτρου.

— Μάλιστα.

Ήδη ο Βινίκιος ήτο γονυπετής εις το πλευρόν της. Ο Πέτρος έθηκε τας χείρας επί των κεφαλών των λέγων:

 — Αγαπάσθε εν Κυρίω και διά την δόξαν Αυτού, διότι δεν υπάρχει
αμάρτημα εις την αγάπην σας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Εις τον μικρόν κήπον ο Βινίκιος διηγείτο εις την νεάνιδα, με λέξεις προερχομένας από την καρδίαν, εκείνο το οποίον προ μιας στιγμής είχεν ομολογήσει εις τους Αποστόλους, την ταραχήν της ψυχής του, τας μεταμορφώσεις, τας οποίας αύτη είχεν υποστή και τέλος την άμετρον εκείνην θλίψιν, ήτις είχεν επισκιάσει την ζωήν του, αφ' ότου είχε καταλίπει την οικίαν της Μαριάμ. Την ηγάπα εις την οικίαν των Αούλων και εις το Παλατίνον, την ηγάπα όταν την είδεν εις το Οστριανόν, ακροωμένην τους λόγους του Πέτρου και ότε ηγρύπνει πλησίον της κλίνης του και ότε τον είχε καταλίπει. Τη είπε προσέτι ότι ο Χίλων είχεν ανακαλύψει την κατοικίαν της και τον είχε συμβουλεύσει να την αρπάση, αλλ' ούτος ετιμώρησε τον πανούργον, προτιμήσας να ζητήση από τους αποστόλους τον λόγον της αληθείας και αυτήν ως σύζυγον . . . Ευλογημένη να είναι η στιγμή οπότε του ήλθεν η έμπνευσις αύτη, αφού ευρίσκεται τώρα πλησίον της και αυτή δεν θα τον αποφύγη πλέον.

— Δεν απέφευγα σε, είπεν η Λίγεια.

— Αλλά διατί έφυγες;

Εκείνη ύψωσε προς αυτόν τους ωχρούς οφθαλμούς της, έπειτα χαμηλώσασα την κεφαλήν, απήντησε:

— Το ηξεύρεις . . .

Πνιγόμενος από την υπερχειλίζονταν ευτυχίαν ο Βινίκιος δεν κατώρθωνε να της εκφράση σαφώς τι ησθάνετο.

Αλλ' ούτε και αυτός ενόει τι ησθάνετο. Ησθάνετο όμως ότι μαζί με αυτήν ενεφανίζετο εις τον κόσμον μία νέα καλλονή, όχι μόνον έν άγαλμα, αλλά μία ψυχή.

Έπειτα την έλαβεν από την χείρα σιωπηλώς, την παρετήρει με θαυμασμόν και επανελάμβανε το όνομά της ως να ήθελε να βεβαιώση εαυτόν ότι την είχεν επανεύρει, ότι ευρίσκετο πλησίον της.

— Ω Λίγεια! Λίγεια!

Τέλος την ηρώτησε τι συνέβαινεν εις την ψυχήν της και εκείνη ωμολόγησεν ότι τον ηγάπα ήδη από την οικίαν των Αούλων ακόμη, και ότι εάν ο Βινίκιος από το Παλατίνον την έφερε πάλιν πλησίον αυτών, αυτή θα του εγνώριζε τον έρωτά της και θα προσεπάθει να καταπραΰνη την οργήν των.

— Αναχωρώ με τον Καίσαρα εις το Άντιον, είπεν ο Βινίκιος, όπου θα έλθη και ο Παύλος ο Ταρσεύς. Όταν ούτος μου διδάξη την αλήθειάν σας, τότε θα βαπτισθώ και θα επιστρέψω εις την Ρώμην Χριστιανός πλέον, θα ανακτήσω την φιλίαν των Αούλων, οι οποίοι επανέρχονται εις την πόλιν μίαν των ημερών αυτών και δεν θα υπάρχουν πλέον εμπόδια. Τότε θα έλθω να σε λάβω και θα σε εγκαταστήσω εις τον οίκον μου. Ω! φιλτάτη! φιλτάτη!

Η Λίγεια ύψωσε προς αυτόν τους ακτινοβολούντας οφθαλμούς και απεκρίθη:

Τότε θα σοι είπω: «Όπου θα είσαι, Γάιε, θα είμαι και εγώ η Γαία».

Εστάθησαν υπό μίαν κυπάρισσον, εις την είσοδον του δωματίου, η Λίγεια εστηρίχθη εις τον κορμόν του δένδρου, ενώ ο Βινίκιος με φωνήν τρέμουσαν έλεγε προς αυτήν:

— Πρόσταξε τον Ούρσον να υπάγη εις των Αούλων να ζητήση τα έπιπλά σου και τα παιδικά σου αθύρματα και να τα μεταφέρη εις την οικίαν μου.

Και εκείνη, ερυθριώσα ως ρόδον ή ως αυγή, απεκρίθη:

— Η συνήθεια άλλως απαιτεί να γίνη . . .

— Ηξεύρω, η παράνυμφος συνήθως τα φέρει όπισθεν της μνηστής, αλλά κάμε τούτο προς χάριν μου. Θα τα πάρω μαζί μου εις την εν Αντίω έπαυλίν μου και θα ομιλούν διά σε.

Και με τας χείρας ηνωμένας επανελάμβανε:

Η Πομπωνία θα επανέλθη μίαν των ημερών αυτών. Κάμε τούτο προς χάριν μου, θεσπεσία, κάμε το, προσφιλεστάτη.

 — Ας κάμη η Πομπωνία ό,τι θελήση, απεκρίθη η Λίγεια επί μάλλον
ερυθριώσα, μόλις εσκέπτετο την παράνυμφον.

Αλλ' η Μαριάμ εφάνη εις την θύραν και τους προσεκάλεσε να έλθωσι να συγγευματίσωσιν. Εκείνοι εκάθησαν μεταξύ των αποστόλων, οίτινες τους παρετήρουν μετά θαυμασμού, βλέποντες εν αυτοίς την νέαν γενεάν, ήτις μετά τον θάνατον εκείνων θα εξηκολούθει να σπείρη τον σπόρον της διδασκαλίας των.

Ο Πέτρος έκοψε και ηυλόγησε τον άρτον· εις τα πρόσωπα πάντων εζωγραφίζετο η ψυχική ηρεμία· άπειρος ευδαιμονία επλήρου το δωμάτιον.

Επηκολούθησε σιγή και δεν ηκούοντο παρά οι ρυθμικοί παλμοί των καρδιών των. Ήσαν ενηγκαλισμένοι, ως μεθυσμένοι από άφατον χαράν.

Την στιγμήν εκείνην εφάνη ο Παύλος, όστις ιδών αυτούς ούτω συνηνωμένους και στραφείς προς τον Βινίκιον είπεν:

 — Ιδέ λοιπόν, Βινίκιε, αν ημείς είμεθα εχθροί της ζωής και της
χαράς . . .

Ο Βινίκιος απεκρίθη:

— Ουδέποτε υπήρξα τόσον ευτυχής, όσον μεταξύ σας.

Την αυτήν εσπέραν ο Βινίκιος επιστρέφων εις την οικίαν του, παρετήρησε καθ' οδόν το επίχρυσον φορείον του Πετρωνίου, βασταζόμενον υπό οκτώ Βιθυνών. Διά νεύματος τους εσταμάτησε και επλησίασεν εις τα παραπετάσματα.

— Σου εύχομαι όνειρον γλυκύ και αίσιον! ανέκραξε γελών, εις την θέαν του Πετρωνίου κοιμωμένου.

— Α! είσαι συ! είπεν ο Πετρώνιος.

— Ναι! Ενύσταζα· διήλθον την νύκτα εις το Παλατίνον.

— Τι νέα;

— Συ ήσο εις το Παλατίνον, εγώ λοιπόν θα σε ερωτήσω τι νέα; Ή μάλλον στείλε το φορείον σου και ελθέ πλησίον μου! θα ομιλήσωμεν περί του Αντίου και περί άλλων ακόμη.

 — Καλά, απήντησεν ο Πετρώνιος, εξερχόμενος του φορείου. Μεθαύριον
φεύγομεν διά το Άντιον. Έσο έτοιμος.

Συνομιλούντες έφθασαν τέλος εις του Βινικίου, όστις εζήτησεν εύθυμος το εσπερινόν δείπνον.

 — Ναι, αγαπητέ μου, είπεν ο Βινίκιος, ο κόσμος μέλλει να αναπλασθή,
να αναγεννηθή.

— Θα μοι επιτρέψης, είπεν ο Πετρώνιος, να στείλω τους δούλους σου με έν φορείον να φέρουν εδώ την Ευνίκην; ξενύσταξα πλέον και θέλω να διασκεδάσωμεν απόψε. Προσκάλεσε και τον κιθαρωδόν σου και κατόπιν ομιλούμεν διά το Άντιον.

Ο Βινίκιος παρήγγειλε να υπάγουν να ζητήσουν την Ευνίκην, αλλ' εδήλωσεν ότι δεν είχε διάθεσιν να κουράζη τον νουν του με το Άντιον. «Ο κόσμος, είπε, δεν περιορίζεται εις το Παλατίνον δι' εκείνους μάλιστα, οίτινες έχουν άλλο τι εις την καρδίαν και την ψυχήν. Άκουσε με τώρα, ενθυμείσαι την ημέραν οπού επήγαμεν μαζί εις του Αούλου Πλαυτίου; Εκεί είδες διά πρώτην φοράν μίαν θεάν κόρην, την οποίαν ωνόμαζες συ αυτός Ηώ και Έαρ. Ενθυμείσαι την ψυχήν εκείνην, την απαράμιλλον, την ωραιοτέραν των παρθένων και όλων των θεαινών σας;

— Τι λέγεις; Βεβαίως ενθυμούμαι την Λίγειαν.

— Η Λίγεια είναι μνηστή μου.

— Ε;

Ο Βινίκιος ανεπήδησεν από της έδρας του και εκάλεσε τον οικονόμον.

— Φέρε εδώ όλους τους δούλους· ανεξαιρέτως όλους αυτοστιγμεί.

— Είναι μνηστή σου; είπεν έκπληκτος ο Πετρώνιος.

Πριν συνέλθη εκ της εκπλήξεώς του, το αχανές μέλαθρον εγέμισεν από δούλους.

Ο Βινίκιος εστράφη προς τον Δημάν, τον απελεύθερον, και είπεν: «Όσοι έχουν υπηρετήσει εις την οικίαν μου επί είκοσιν έτη, ας παρουσιασθώσιν αύριον εις τον Πραίτορα, θα λάβουν την απελευθέρωσίν των. Οι άλλοι θα λάβουν έκαστος τρεις χρυσούς και διπλήν μερίδα τροφής επί μίαν εβδομάδα. Η ημέρα αύτη είναι ημέρα ευτυχίας δι' εμέ και θέλω η χαρά να βασιλεύση εις την οικίαν μου.

Εκείνοι έμειναν προς στιγμήν σιωπηλοί, ως να μη ηδύναντο να πιστεύσωσι τα ώτα των, έπειτα αι χείρες όλων υψώθησαν συνάμα και όλα τα στόματα ανέκραξαν:

— Ζήθι! ζήθι, αυθέντα! Ζήθι!

Ο Βινίκιος τους απέπεμψε διά νεύματος. Εκείνοι δε εξήλθον εν σπουδή ψάλλοντες φαιδρά άσματα.

— Αύριον, είπεν ο Βινίκιος εις τον οικονόμον του, θα τους συναθροίσης εις τον κήπον και θα τους προστάξης να χαράξουν εμπρός των ό,τι σημείον θελήσουν. Όσοι χαράξουν ιχθύν, θα απελευθερωθούν υπό της Λιγείας.

Αλλ' ο Πετρώνιος, όστις επί μακρόν δεν εξεπλήσσετο διά τίποτε, είχεν ανακτήσει ήδη την ψυχραιμίαν του.

— Ιχθύν; . . . είπεν. Α! ενθυμούμαι τι έλεγεν ο Χίλων· είναι σημείον των χριστιανών. Η ευδαιμονία είναι πάντοτε εκεί όπου έκαστος την βλέπει. Είθε επί μακρά έτη να είναι γεμάτος από τριαντάφυλλα ο δρόμος σας. Σου εύχομαι παν ό,τι επιθυμείς!

 — Σε ευχαριστώ· ενόμιζα ότι θα με εμέμφεσο, και βλέπεις ότι θα ήτο
ματαιοπονία.

 — Εγώ να σε μεμφθώ; Τουναντίον σου λέγω ότι καλώς πράττεις, θα σου
κάμω και μίαν ερώτησιν· είσαι χριστιανός;

— Όχι ακόμη, αλλ' ο απόστολος Παύλος έρχεται μαζί μου διά να μου διδάξη την διδασκαλίαν του Χριστού. Ακολούθως θα δεχθώ το βάπτισμα . . . Διότι είναι ψεύδος, ότι εκείνοι είναι εχθροί της ζωής και της χαράς, όπως έλεγες.

— Τόσον το καλλίτερον διά σε και διά την Λίγειαν!

Έπειτα σείων τους ώμους, είπεν:

— Η ικανότης των ανθρώπων τούτων εις το να ελκύωσι προσηλύτους είναι μοναδική. Και πόσον διαδίδεται η αίρεσις αύτη! Ναι! είναι χιλιάδες και μυριάδες εν Ρώμη, εις τας πόλεις της Ιταλίας, ανά την Ελλάδα και την Ασίαν. Υπάρχουν χριστιανοί και μεταξύ των πραιτωριανών, υπάρχουν και εις αυτό το Παλάτιον του Καίσαρος. Δούλοι και πολίται, πτωχοί και πλούσιοι, όχλος καθώς και πατρίκιοι ασπάζονται το θρήσκευμα.

— Μη κινής τους ώμους, διότι ποίος ηξεύρει εάν μετά ένα μήνα ή μετά έν έτος το πολύ δεν θα γίνης και συ ο ίδιος . . . χριστιανός;

— Εγώ; είπεν ο Πετρώνιος. Όχι δεν θα ασπασθώ το θρήσκευμα αυτό και αν εγκλείη την αλήθειαν και την σοφίαν, την ανθρωπίνην άμα και την θείαν . . . Τούτο θα απήτει κόπον και εγώ δεν αγαπώ να κοπιάζω.

Και εκάγχασε θορυβωδώς εις μόνην την σκέψιν, ότι θα ήτο δυνατόν να ασπασθή το κήρυγμα των αλιέων της Γαλιλαίας.

Ο θεράπων ανήγγειλε την Ευνίκην και ευθύς παρετέθη το δείπνον.

Ο Βινίκιος εις την τράπεζαν διηγήθη εις τον Πετρώνιον την επίσκεψιν του Χίλωνος.

— Η ιδέα ήτο καλή, είπεν ο Πετρώνιος, κρινομένη εκ των υστέρων. Όσον αφορά τον Χίλωνα, εγώ θα του έδιδα πέντε χρυσά· πλην αφού άπαξ διέταξες να τον μαστιγώσουν, έπρεπε να τον θανατώσουν διά της μάστιγος, διότι τις οίδεν αν μίαν ημέραν δεν γίνη και αυτός επίφοβος, αλλά νυστάζω και καλόν είναι να φεύγωμεν «καλήν νύκτα λοιπόν».

Ο Πετρώνιος και η Ευνίκη απήλθον.

Μετά την αναχώρησίν των ο Βινίκιος μετέβη εις την βιβλιοθήκην του και έγραψε προς την Λίγειαν την εξής επιστολήν:

«Θέλω, ανοίγουσα τους ωραίους σου οφθαλμούς, θεσπεσία μου, να εύρης μίαν καλημέραν εις την επιστολήν ταύτην. Διά τούτο σου γράφω απόψε, πριν κοιμηθώ, αν και θα σε ίδω αύριον. Ο Καίσαρ αναχωρεί εντός δύο ημερών εις Άντιον, και εγώ, φευ! είμαι ηναγκασμένος να τον συνοδεύσω. Ως σοι είπον ήδη, εάν δεν υπακούσω, θα εκθέσω την ζωήν μου και δεν θα είχον το θάρρος να αποθάνω.

»Εν τούτοις, εάν δεν θέλης να αναχωρήσω, απάντησον με μίαν λέξιν, και μένω· ας φροντίση τότε ο Πετρώνιος να αποτρέψη τον κίνδυνον απ' εμού. Την ημέραν ταύτην της χαράς έδωσα αμοιβάς εις όλους τους δούλους μου και όσοι υπηρέτησαν παρ' εμοί επί είκοσιν έτη θα μεταβώσιν αύριον εις τον πραίτωρα διά να απελευθερωθώσι. Συ, πολυαγαπημένη μου, θα με συγχαρής δι' αυτό, διότι νομίζω, ότι τούτο είναι σύμφωνον με το δόγμα το οποίον πρεσβεύεις· το έπραξα προς χάριν σου: θα τους είπω ότι εις σε οφείλουν την ελευθερίαν των διά να δοξάζουν το όνομά σου.

»Εγώ όμως, απ' εναντίας, θέλω να γίνω ο δούλος της ευτυχίας και δούλος ιδικός σου, και εύχομαι να μη ελευθερωθώ ποτέ. Κατηραμένον να είναι το Άντιον, το οποίον θα μας χωρίση προσωρινώς, κατηραμένα τα ταξείδια του Αενοβάρβου! Τρισμακάριστος διότι δεν είμαι τόσον πολυμαθής όσον ο Πετρώνιος, διότι τότε θα ήμην ίσως υποχρεωμένος να υπάγω εις την Ελλάδα. Αλλ' η ανάμνησίς σου θα γλυκάνη δι' εμέ τας ώρας του χωρισμού. Οσάκις θα δύναμαι να είμαι ελεύθερος, θα ιππεύω και θα έρχωμαι μέχρι της Ρώμης, διά να καταθέλγω τους οφθαλμούς μου με το να σε βλέπουν και τα ώτα μου με την γλυκύτητα της φωνής σου. Όταν θα μου είναι δυνατόν να έλθω, θα στέλλω ένα δούλον με επιστολήν να πληροφορήται περί σου.

» Σε ασπάζομαι, θεσπεσία μου, και πίπτω εις τους πόδας σου. Μη οργίζου, αν σε αποκαλώ θεσπεσίαν μου: εάν μου το απαγορεύσης, θα υπακούσω εις σε, αλλά σήμερον δεν ηξεύρω ακόμη να σε αποκαλέσω άλλως. Σε ασπάζομαι από το κατώφλιον της μελλούσης κατοικίας σου.

» Σε ασπάζομαι εξ όλης της ψυχής μου.»
                                                              Βινίκιος

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Ήτο γνωστόν εις την Ρώμην ότι ο Καίσαρ θα επεσκέπτετο κατά την διέλευσίν του την Ώστιαν, όπου είχε καταπλεύσει εξ Αλεξανδρείας το μέγιστον πλοίον του κόσμου με φορτίον σίτου και ότι εκείθεν διά της παραλιακής οδού θα μετέβαινεν εις το Άντιον. Ολίγας ημέρας πρότερον είχον δοθή διαταγαί· επίσης από πρωίας πλησίον της πύλης της Ωστίας, είχε συναθροισθή πλήθος περιέργων, εν τω οποίω ο ρωμαϊκός όχλος ανεμιγνύετο με αντιπροσώπους όλων των εθνών του κόσμου.

Ο Καίσαρ εσυνήθιζε να συναποκομίζη εις το ταξίδιον όλα τα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων ηρέσκετο να ζη, και εις τον παραμικρόν σταθμόν ηδύνατο να παραγγείλη να του εγκαθιστούν ένα προσφιλή διάκοσμον από αγάλματα και μωσαϊκά. Κατά τας μετατοπίσεις του ο Καίσαρ συνωδεύετο από ολόκληρον στρατόν υπηρετών, εκτός των ταγμάτων των πραιτωριανών, εκτός των αυγουστιανών και των συνοδειών του.

Από της αυγής, οι βοσκοί της Καμπανίας είχον οδηγήσει πεντακοσίους όνους, όπως την επιούσαν, άμα τη αφίξει της εις Άντιον, η Ποππέα λάβη το καθημερινόν εξ ονείου γάλακτος λουτρόν της. Το πλήθος ηυχαριστείτο να βλέπη εις την στροβιλιζομένην σκόνην κινουμένους τους απειραρίθμους μεγιστάνας, να ακούη τον κρότον των μαστιγίων και τας αγρίας κραυγάς των βοσκών. Μετά την διέλευσιν των όνων, μία ομάς νεαρών δούλων ετέρπετο εις την οδόν, την οποίαν εσκούπιζον και έστρωνον με άνθη και κλάδους πεύκης. Η πρωία επροχώρει και το πλήθος εγένετο πυκνότερον.

Διήλθον οι Νουμηδοί ιππείς της πρωταιριανής φρουράς. Το μαύρον πρόσωπόν των εχρυσίζετο από την λάμψιν των κρανών, αι αιχμαί των δοράτων των έλαμπον ως σπινθήρες . . . Και η παρέλασις ήρχισεν.

Ο κόσμος παρηκολούθει την παρέλασιν της συνοδείας.

Πρώτον προέβαινον οχήματα με σκηνάς ερυθράς, κυανάς και λευκάς, με τάπητας της Ανατολής, έπιπλα και μαγειρικά σκεύη, κλωβία με παντοειδή πτηνά, των οποίων οι μυελοί και τα εντόσθια θα παρετίθεντο εις την αυτοκρατορικήν τράπεζαν, αμφορείς οίνου και κάνιστρα οπωρικών. Αλλά τα αντικείμενα, τα οποία εκινδύνευον να υποστώσι βλάβην επάνω εις τα αμάξια, εφέροντο πεζή: υπήρχον όμιλοι αχθοφόρων διά τα εκ κορινθιακού ορειχάλκου αγαλμάτια, έτερος όμιλος διά τα τυρηννικά, άλλος διά τα ελληνικά αγγεία, άλλος διά τα χρυσά, τα αργυρά δοχεία και τα κατεσκευασμένα από ύελον της Αλεξανδρείας. Μικρά αποσπάσματα πραιτοριανών, πεζών ή ιππέων, εχώριζον τους ομίλους των αχθοφόρων και έκαστον όμιλον επέβλεπον φύλακες με μαστίγια φέροντα εις το άκρον μόλυβδον ή σίδηρον. Η συνοδεία εκείνη των δούλων, φερόντων μετ' επισημότητος τα πολύτιμα αντικείμενα, ωμοίαζε με πάνδημόν τινα θρησκευτικήν λιτανείαν και η αναλογία κατέστη ακόμη πλέον αισθητή, όταν εφάνησαν τα μουσικά όργανα, άρπαι, βάρειτοι ελληνικαί, βάρειτοι εβραϊκαί ή αιγυπτιακαί, λύραι, φόρμιγγες, κιθάραι, αυλοί, σύριγγες, κύμβαλα.

Έπειτα ήρχοντο επί λαμπρών αρμάτων οι σχοινοβάται, οι ορχησταί και αι ορχηστρίδες. Κατόπιν επί αρμάτων ηκολούθουν οι δούλοι, οι προωρισμένοι διά τους αγώνας, νεανίσκοι και νεάνιδες συλλεχθέντες εν Ελλάδι και Μικρά Ασία με μακράς βοστρυχώδεις κόμας αναδεδεμένας με ταινίας χρυσάς.

Λέοντες και τίγρεις τιθασσευμένοι από επιτηδείους δαμαστάς και χρησιμεύοντες εις τον Νέρωνα ως υποζύγια κτήνη, όταν όμως ήθελε να μιμηθή τον Διόνυσον, ηκολούθουν επί των επομένων αρμάτων.

Ινδοί και Άραβες εκράτουν το ζώα ταύτα διά χαλυβδίνων κρίκων καλυπτομένων εντελώς υπό τα άνθη. Και τα θηρία με τα άτονα γλαυκά βλέμματά των παρετήρουν εγείροντα ενίοτε τας κολοσσιαίας κεφαλάς των και ωσφραίνοντο την οσμήν του λαού.

Και πάλιν αυτοκρατορικά οχήματα, φορεία, μία σπείρα πραιτωριανών αποτελουμένη από εθελοντάς εξ Ιταλίας, πολυπληθές άθροισμα κομψοπρεπών δούλων και νεανίσκων και κατόπιν ο Καίσαρ.

Ο Απόστολος Πέτρος, θέλων να ίδη τον Νέρωνα, ήτο μεταξύ του πλήθους μετά της Λιγείας, καλυπτούσης το πρόσωπον διά πέπλου πυκνού, και του Ούρσου, του οποίου η ρωμαλαιότης παρείχεν εις την νεάνιδα προστασίαν ασφαλή.

Ο Λιγειεύς έλαβεν ογκώδη λίθον, προωρισμένον διά την κατασκευήν του ιερού της Δήμητρας, και τον έφερε προς τον Απόστολον, όστις ανέβη επ' αυτού διά να ίδη καλλίτερον την παρέλασιν.

Το πλήθος εψιθύριζε κατ' αρχάς εναντίον του Ούρσου, όστις, διέσχιζε τα κύματα εκείνα του λαού ως πλοίον, αλλ' όταν μόνος ανήγειρε τον λίθον, τον οποίον τέσσαρες εκ των ισχυροτέρων μεταξύ των ανδρών εκείνων δεν θα ηδύναντο να μετακινήσουν, τον επευφήμησαν.

Και ιδού επί άρματος ανοικτού, συρομένου υπό τεσσάρων ίππων της Ιουδαίας και άνευ ουδενός άλλου, ειμή δύο τερατωδών πυγμαίων παρά τους πόδας του, ο Καίσαρ.

Εφόρει λευκόν χιτώνα και τήβεννον χρώματος αμεθύστου, όστις καθίστα το πρόσωπόν του υποκύανον. Από της αναχωρήσεώς του εκ Νεαπόλεως είχε παχυνθή απαισθητώς. Ο διπλούς πώγων του καθίστα το πρόσωπόν του πλατύτερον, ούτως ώστε τα χείλη του, ήδη πολύ πλησίον της ρινός, εφαίνοντο ότι ηνοίγοντο υπό τους ρώθωνας. Ο μέγας λαιμός του ήτο περιτετυλιγμένος εις μεταξωτόν μανδύλιον, το οποίον ανά πάσαν στιγμήν διηυθέτει με χείρα ευτραφή, της οποίας το ερυθρόχρουν τρίχωμα εσχημάτιζεν υπό τας παλάμας είδος αιματοβαφούς παρδαλώματος· δεν απεψίλωνε τας χείρας του, διότι τω είχον ειπή ότι τούτο δυνατόν να είχεν ως συνέπειαν τρόμον των δακτύλων, όστις θα τον ημπόδιζεν από του να παίζη βάρειτον.

Άπειρος κενοδοξία εικονίζετο επί του προσώπου του μετά κοπώσεως και ανίας. Το όλον του προσώπου του ήτο φρικώδες και βάναυσον.

Ο όχλος εκραύγαζε: Χαίρε, θεσπέσιε! χαίρε, νικηφόρε! χαίρε, ασύγκριτε! υιέ του Απόλλωνος! Άπολλον, χαίρε!

Εκείνος εμειδία. Πλην ενίοτε άνθρωποι οίτινες δεν εγνώριζον την προφητικήν αυτών αστειότητα, κρυμμένοι όπισθεν σωρών λίθων και όπισθεν των θεμελίων του ναού, ωρύοντο: Μητροκτόνε! Ορέστα! Αλκμαίων! Άλλοι πάλιν εφώναζον: Τέρας, θηρίον! Πού είναι η Οκταβία; Δος τον πορφυρούν μανδύαν σου!

Το οξύ ους του Νέρωνος αντελαμβάνετο τας ύβρεις ταύτας, και τότε επλησίαζεν εις το όμμα του τον κατειργασμένον σμάραγδόν του, ως διά να αναζητήση και να σημειώση τους υβριστάς. Ούτως είδε τον απόστολον μεταξύ του πλήθους, ιστάμενον επί του ογκώδους λίθου.

Τα βλέμματα των δύο εκείνων ανδρών διεσταυρώθησαν.

Κατά την ζοφεράν εκείνην στιγμήν ευρέθησαν αντιμέτωποι οι δύο κύριοι του σύμπαντος· ο είς αντιπρόσωπος του σκοτεινού παρελθόντος, όστις έμελλε να εκλίπη ως όνειρον αιματηρόν, και ο έτερος αντιπρόσωπος του φαεινού μέλλοντος, ο γέρων εκείνος, ο φέρων ταπεινόν χιτώνα, όστις διά της διδασκαλίας την οποίαν εκήρυττεν, έμελλε να υποτάξη πνευματικώς τον κόσμον ολόκληρον και την πόλιν εκείνην εις τους αιώνας των αιώνων.

Ο Καίσαρ είχε διέλθει. Αμέσως όπισθέν του εφάνησαν οκτώ Αφρικανοί φέροντες φορείον μεγαλοπρεπές, όπου εκάθητο η Ποππέα, εκείνη την οποίαν απηχθάνετο ο λαός, ενδεδυμένη ως ο Νέρων, εις χρώμα αμεθύστου, εψιμμυθιωμένη, σκεπτική και ακίνητος.

Ο ήλιος είχε προ πολλού αρχίσει να κλίνη, όταν ήρχισεν η παρέλασις των πιστών φίλων του Καίσαρος, των αυγουστιανών, πομπή εκτυλισσομένη ως μαρμαίρων όφις. Το πλήθος εμειδία μετ' ευμενείας εις την διέλευσιν του Πετρωνίου, καθημένου εν τω φορείω μετά της ευνοουμένης δούλης του. Ο Τιγγελίνος από καιρού εις καιρόν ανεσηκώνετο επάνω εις το άρμα του και ετέντωνε τον λαιμόν του διά να ίδη αν ο Καίσαρ τον εκάλει διά νεύματος. Το πλήθος εχαιρέτα τον Μηνιόν Πιπίνα δι' επευφημιών, τον Βιτέλλιον διά γελώτων, και τον Βατίνον διά συριγμών. Δεν έλειπον μεταξύ του πλήθους άνθρωποι άθλιοι με κενάς γαστέρας, και όμως το θέαμα εκείνο υπεδαύλιζε την επιθυμίαν των, παρέσχεν εις αυτούς αγέρωχον αίσθημα της ρωμαϊκής ισχύος και ατρωσίας, ως επρέσβευε το σύμπαν.

Ο Βινίκιος ήτο μετά των τελευταίων της πομπής. Εις την θέαν του Αποστόλου και της Λιγείας, την οποίαν δεν ήλπιζε να συναντήση, επήδησεν από το άρμα του.

— Ήλθες; Δεν ηξεύρω πώς να σε ευχαριστήσω, ω Λίγεια! Ο Θεός δεν ηδύνατο να μου στείλη καλλίτερον οιωνόν. Έσο ευλογημένη. Σε αποχαιρετώ, αλλά δι' ολίγον χρόνον. Εις τον δρόμον μου θα εγκαταστήσω σταθμούς παρθικών ίππων και θα διέρχωμαι πλησίον σου πάσαν ημέραν, κατά την οποίαν θα είμαι ελεύθερος, μέχρις ότου επιτύχω άδειαν διά να επανέλθω. Καλήν αντάμωσιν!

— Καλήν αντάμωσιν, Μάρκε, απήντησεν η Λίγεια. Είθε ο Χριστός να σε οδηγή και είθε να ανοίξη την ψυχήν σου εις τους λόγους του αποστόλου Παύλου!

— Θησαυρέ μου, ας γίνη ως λέγεις! Ο Παύλος προτιμά να συμπορεύεται μεταξύ των ανθρώπων μου, και να είναι μαζί μου και να είναι διδάσκαλός μου και σύντροφός μου. Χαίρε. Αφαίρεσε αυτόν τον πέπλον, συ, η μόνη μου χαρά, διά να σε θαυμάσω ακόμη προ της αναχωρήσεώς μου. Διατί είσαι κατ' αυτόν τον τρόπον κρυμμένη;

Εκείνη ανεσήκωσε τον πέπλον της, και' αφού έδειξε το ακτινοβολούν πρόσωπόν της και την λάμψιν των θαυμασίων οφθαλμών της, ηρώτησε:

— Είναι άσχημον;

Το μειδίαμά της ενείχε μικράν δόσιν νεανικής πονηρίας· ο Βινίκιος την παρετήρησε με θαυμασμόν και απεκρίθη:

 — Είναι άσχημον διά τους οφθαλμούς μου, οι όποιοι θα ήθελον να
βλέπουν μόνον σε μέχρι θανάτου.

Και προς μεγάλην έκπληξιν του όχλου, ο ευγενής Αυγουστιανός έθεσε τα χείλη του επί των χειρών της ταπεινής νεάνιδος:

— Χαίρε . . . .

Ανεχώρησε ταχέως, επειδή η αυτοκρατορική πομπή είχε προχωρήσει ήδη. Ο Απόστολος Παύλος τον ηυλόγησε δι' αοράτου σημείου του Σταυρού και κατόπιν μετά της Λιγείας διηυθύνθη προς την Τρανστιβέρην.

Καθ' οδόν έκαμε μυρίας σκέψεις: Η πόλις αύτη, διενοείτο, η διεφθαρμένη μέχρι μυελού οστέων και όμως αδιάσειστος· ο Καίσαρ εκείνος, ο φονεύς του αδελφού του, όπισθεν του οποίου συνέρρεε πολυάριθμος συνοδεία φασμάτων, όπως και η αυλή του· ο ακόλαστος, εκείνος και γελωτοποιός δεσπότης τριάκοντα λεγεωνών και δι' αυτών της οικουμένης όλης!

Και η αφελής καρδία του εξεπλάγη ότι ο Θεός είχεν εμπιστευθή την γην εις το τέρας εκείνο. «Ραβδί, είπεν εν τη ψυχή του, τι θα κάμω εντός της πόλεως ταύτης, εις την οποίαν με έστειλες; Εις αυτήν ανήκουν ήπειροι και θάλασσαι, εις αυτήν όλα τα βασίλεια και αι πόλεις. Ραββί, είμαι αλιεύς λίμνης και βυθίζομαι. Τι θα κάμω; Και πώς θα δυνηθώ να νικήσω το κακόν;»

Βινίκιος Λιγεία, χαίρειν.

_«Σου γράφω εκ Λαυρέντου, όπου εσταθμεύσαμεν ένεκα του καύσωνος. Ο Καίσαρ ξενίζεται ενταύθα υπό της Ποππέας, ήτις είχε προετοιμάσει κρυφίως μεγαλοπρεπή δεξίωσιν. Μεταξύ των συνδαιτυμόνων ευρίσκονται ολίγοι αυλικοί, αλλ' ο Πετρώνιος και εγώ είμεθα προσκεκλημένοι. Μετά το δείπνον περιεπλεύσαμεν εντός επιχρύσων ακατίων επί της θαλάσσης της κυανής, ως οι οφθαλμοί σου, θεσπεσία μου! Εκωπηλατούμεν ημείς οι ίδιοι.

»Ο Καίσαρ, ιστάμενος παρά το πηδάλιον, έψαλλε προς τιμήν της θαλάσσης ύμνον συντεθέντα και τονισθέντα υπ' αυτού και του Διοδώρου. Και εγώ, δεν ηξεύρεις τι έκαμα; Εσκεπτόμην σε, εστέναζα διά σε και θα ήθελα να λάβω την θάλασσαν εκείνην, και όλα και να τα δώσω εις σε. Θέλεις μίαν ημέραν να υπάγωμεν να κατοικήσωμεν εις ακροθαλασσιάν, αγάπη μου, μακράν της Ρώμης; Έχω εις την Σικελίαν έν κτήμα μετά δάσους αμυγδαλεών, αι οποίαι την άνοιξιν καλύπτονται από ασπροκόκκινα άνθη. Εκεί θα σε αγαπώ, εκεί θα πρεσβεύω την θρησκείαν εκείνην, την οποίαν ο Παύλος θα με διδάξη.

» Γνωρίζω ήδη ότι δεν εναντιούται εις τον έρωτα και εις την ευτυχίαν. Θέλεις; Αλλά πριν ακούσω την απάντησίν σου από τα χείλη σου τα λατρευτά, εξακολουθώ να σου διηγούμαι ό,τι συνέβη εντός των ακατίων. Ηγέρθη συζήτησις περί έρωτος και η Ποππέα με ηρώτησεν αν ηγάπων και εγώ καμμίαν και ποίαν; Εγώ απήντησα αρνητικώς, αλλ' αυτή επρόφερε το όνομά σου, θέλουσα να μοι δείξη ότι γνωρίζει τον έρωτά μας. Ο Πετρώνιος μου είπεν επανειλημμένως να μη ερεθίσω την φιλαυτίαν της Αυγούστας. Αλλ' αυτός δεν καταλαμβάνει και δεν ηξεύρει ότι εκτός της Λιγείας μου δεν υπάρχει δι' εμέ ούτε ευχαρίστησις ούτε καλλονή ούτε έρως και ότι η Ποππέα δεν μου εμπνέει ειμή αποστροφήν και περιφρόνησιν. Πλην μη φοβήσαι δι' εμέ. Η Ποππέα δεν με αγαπά· είναι ανίκανος να αγαπήση τινά και αι ιδιοτροπίαι της προέρχονται μόνον από την οργήν της κατά του Καίσαρος.

»Την στιγμήν της αναχωρήσεώς μου, ο Πέτρος μου είχεν είπη να μη φοβούμαι τον Καίσαρα, διότι ούτε μία τρίχα εκ της κεφαλής μου δεν θα πέση, και έχω πίστιν εις αυτόν. Αφού αυτός ηυλόγησε τον έρωτά μας, ούτε ο Καίσαρ, ούτε όλαι αι δυνάμεις του Άδου δεν είναι ικαναί να σε αποσπάσουν απ' εμού, ω Λίγειά μου! Αλλ' ιδού ότι τα άστρα τρεμοσβύνουν ήδη, Λίγειά μου, και ο Εωσφόρος λάμπει περισσότερον. Μετ' ολίγον η ηώς θα βάψη με ρόδα τα κύματα της θαλάσσης. Όλα κοιμώνται γύρω μου· μόνος εγώ αγρυπνώ· σε συλλογίζομαι και σε αγαπώ. Σε χαιρετίζω συγχρόνως, ενώ χαιρετίζω την αυγήν, ω μνηστή μου.»

Βινίκιος.

Βινίκιος Λιγεία, χαίρειν.

«Αγαπητή μου, επήγες ποτέ εις Άντιον με τους Αούλους; Εάν όχι, θα είμαι, ευτυχής να σου δείξω αργότερα την πόλιν ταύτην. Ήδη από του Λαυρέντου κατά μήκος της ακτής υπάρχουν επαύλεις. Το Άντιον είναι μία αδιάκοπος σειρά μεγάρων και προπυλαίων. Έχω μίαν οικίαν εις την ακρογιαλιάν μετά ελαιών και δάσους κυπαρίσσων, εκτεινομένων όπισθεν της επαύλεως, και όταν συλλογίζωμαι ότι η κατοικία αύτη θα είναι μίαν ημέραν εδική σου, τα μάρμαρα της μου φαίνονται λευκότερα, οι κήποι της δροσερώτεροι και η θάλασσα κυανωτέρα· ω Λίγεια, πόσον είναι καλόν να ζη τις και να αγαπά! Από της αφίξεώς μας συνομιλούμεν πάντοτε ο Παύλος και εγώ. Ωμιλούσαμεν πρώτον περί σου, έπειτα ήρχισε να με κατηχή, και αν ακόμη ήξευρα να γράφω όπως ο Πετρώνιος, δεν θα ηδυνάμην να σου εκφράσω ό,τι εσκέπτετο το πνεύμά μου ή ό,τι ησθάνετο η καρδία μου.

» Ειπέ μου, πώς δύναται ο κόσμος να περικλείη συνάμα τον Παύλον Ταρσέα και τον Καίσαρα; Σε ερωτώ τούτο, διότι αφού ήκουσα την διδασκαλίαν του Παύλου και διήλθον την εσπέραν εις του Νέρωνος, κατ' αρχάς μας ανέγνωσε το ποίημά του «η Πυρπόλησις της Τροίας» και παρεπονέθη διατί να μη ίδη ποτέ πόλιν καιομένην. Τότε ο Τίγγελίνος είπεν εις αυτόν:

» — Ειπέ μίαν λέξιν, δαιμόνιε, και προ του τέλους της νυκτός θα ίδης το Άντιον εις τας φλόγας.

» Ο Καίσαρ τον απεκάλεσεν ηλίθιον και προσέθεσε:

» — Πού θα πηγαίνω να αναπνέω την αύραν της θαλάσσης και να επιμελούμαι την φωνήν ταύτην, την οποίαν οι θεοί μου εχάρισαν διά την ευδαιμονίαν της ανθρωπότητος; Και η Ρώμη εις τας φλόγας δεν θα παρείχε θέαμα οπωσούν μεγαλοπρεπέστερον και τραγικώτερον από το Άντιον;

»Όλοι ήκουσαν εν εκστάσει την δικαιολογίαν ταύτην και μεθυσμένοι εφώναζαν:

»— Κάμε το! Κάμε το!

»Εκείνος απήντησε:

»— Θα μου εχρειάζοντο φίλοι πιστότεροι και πλέον αφοσιωμένοι.

»Ανησύχησα κατ' αρχάς ακούων τους λόγους τούτους, επειδή είσαι εις την Ρώμην, συ, φιλτάτη μου. Τώρα γελώ με τον φόβον μου εκείνον. Ο Καίσαρ και οι Αυγουστιανοί, όσον άφρονες και αν είναι, δεν θα πράξουν ποτέ τοιαύτην μωρίαν. Αλλ' ελπίζω ότι πριν η Ρώμη επανίδη τον Καίσαρα, συ, θεσπεσία μου, θα κατοικής εις την ιδίαν οικίαν μου εν Καρίναις.

»Ευλογημένη να είναι η ημέρα, η ώρα, η στιγμή, οπότε θα έλθης εις τον οίκον μου, και αν ο Χριστός, τον οποίον μανθάνω να γνωρίζω, με εισακούση, ευλογημένον το όνομά του! Σε αγαπώ και σε ασπάζομαι εξ όλης της ψυχής μου.»_

Βινίκιος

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.

Ο Ούρσος ήντλει ύδωρ από την στέρναν και ενώ έσυρε τους διπλούς αμφορείς τους προσδεδεμένους εις το σχοινίον, έψαλλε χαμηλή τη φωνή ένα τραγούδι της πατρίδος του. Οι οφθαλμοί του ακτινοβολούντες εκ χαράς εθεώρουν τας σιλουέτας της Λιγείας και του Βινικίου μεταξύ των κυπαρίσσων του κήπου του Λίνου. Μία λάμψις χρυσή και κρινόχρους εκάλυπτεν ολίγον κατ' ολίγον τον ουρανόν. Ο Ούρσος ήτο ευτυχής βλέπων τους δύο αρραβωνιασμένους.

Εις την γαλήνην της εσπέρας εκείνης συνωμίλουν κρατούμενοι εκ της χειρός.

 — Δεν δύναται να σου συμβή τίποτε το δυσάρεστον, Μάρκε, αφού
ανεχώρησες από το Άντιον εν αγνοία του Καίσαρος; ηρώτησεν η Λίγεια.

— Τίποτε, αγάπη μου, απήντησεν ο Βινίκιος. Ο Καίσαρ ανήγγειλεν ότι θα μείνη κλεισμένος δύο ημέρας μετά του Τέρπνου διά να συνθέση νέας ωδάς. Άλλως τε τι με ενδιαφέρει ο Καίσαρ, όταν ευρίσκωμαι πλησίον σου και όταν σε θεωρώ, λατρευτή μου, θησαυρέ μου;

— Ήξευρα ότι θα ήρχεσο. Δύο φοράς ο Ούρσος τη παρακλήσει μου έδραμεν εις τας Καρίνας διά να ζητήση πληροφορίας περί σου. Ο Λίνος με εχλεύασε, και αυτός ο Ούρσος.

Πράγματι, ήτο φανερόν ότι η Λίγεια τον ανέμενε, διότι, αντί φαιού ενδύματος, το οποίον έφερε συνήθως, είχε φορέσει λευκήν εσθήτα εκ λεπτού υφάσματος, εκ του οποίου οι ωμοί της και η κεφαλή της ανεδύοντο ως ηράνθεμα εκ της χιόνος. Ολίγαι ροδόχροες ανεμώναι εστόλιζον την κόμην της.

Ο Βινίκιος έθλιψεν εις τα χείλη του την χείρα της λατρευτής του.

Εκάθησαν επί λιθίνου βάθρου εν μέσω των ανθισμένων λευκακανθών.

— Οποία γαλήνη και πόσον ωραίος είναι ο κόσμος! είπε χαμηλοφώνως ο Βινίκιος. Αισθάνομαι τον εαυτόν μου ευτυχή όσον ουδέποτε τον ησθάνθην καθ' όλην την ζωήν μου. Ποτέ δεν είχα υποθέσει ότι δύναται να υπάρξη έρως του είδους τούτου. Ειπέ μοι, Λίγεια, πόθεν προέρχεται τούτο;

— Ναι! Η ευτυχία αυτή είναι δώρον του Χριστού.

Εστήριξε το χαριτωμένον πρόσωπόν της επί του ώμου του νεανίου.

— Μάρκε, αγαπητέ μου!

Δεν ηδυνήθη να είπη περισσότερα. Η χαρά, η ευγνωμοσύνη και η βεβαιότης ότι τώρα εκείνη είχε το δικαίωμα να αγαπά, είχον πληρώσει δακρύων τους οφθαλμούς της. Ο Βινίκιος την έθλιψεν επάνω του.

Εκείνη είπε χαμηλοφώνως:

— Σε αγαπώ, Μάρκε.

Έμειναν πάλιν σιωπηλοί. Ο κήπος ήρχισε να επαργυρούται με τας ακτίνας της ανατελλούσης σελήνης. Τέλος ο Βινίκιος ωμίλησεν:

— Ειξεύρω . . . μόλις εισήλθον, μόλις ησπάσθην τας αγαπητάς χείρας σου, ανέγνωσα εις τους οφθαλμούς σου την εξής ερώτησιν· «Εισέδυσες εις το θείον δόγμα, το οποίον πρεσβεύω, εβαπτίσθης;» Όχι· δεν εβαπτίσθην ακόμη και ιδού διατί, άνθος μου! ο Παύλος μου είπε· «Σε έπεισα ότι ο Θεός ήλθεν εις τον κόσμον και εκουσίως εσταυρώθη διά την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους, αλλά μάλλον εις τον Πέτρον αρμόζει να σε καθαρίση εις την πηγήν της χάριτος, διότι αυτός πρώτος σε ηυλόγησε». Και έπειτα, θέλω, συ, ω θησαυρέ μου, να παραστής εις την βάπτισίν μου, και η Πομπωνία να μου χρησιμεύση ως ανάδοχος. Διά τούτο δεν εβαπτίσθην ακόμη, καίτοι πιστεύω εις τον Σωτήρα μας και εις την γλυκείαν διδασκαλίαν του.

Η Λίγεια είχε βυθίσει εις τους ιδικούς του τους γαλανούς οφθαλμούς της, οίτινες υπό τας ακτίνας της σελήνης ωμοίαζον με μυστικά άνθη, με άνθη υγρά από την δρόσον.

— Ναι, Μάρκε! Είναι αληθές!

Και μετά τινας στιγμάς σιωπής:

— Θα είσαι η ψυχή της ψυχής μου, θα είσαι το πολυτιμότερόν μου αγαθόν, είπεν ο Βινίκιος με φωνήν πνιγμένην και τρέμουσαν. Αι καρδίαι μας θα πάλλουν ηνωμέναι, θα ζώμεν ομού, θα λατρεύωμεν ομού τον Ιησούν. Ειπέ λέξιν και θα εγκαταλείπωμεν την Ρώμην διά να κατοικήσωμεν μακράν.

Και εκείνη, στηρίζουσα την κεφαλήν επί του ώμου του μνηστήρος της, απεκρίθη:

 — Καλά, Μάρκε. Μου ωμίλησες περί της Σικελίας. Εις την Σικελίαν
θέλουν και οι Άουλοι να διέλθουν το γήρας των.

— Ναι, αγαπητή μου. Τα κτήματά μας είναι πλησίον. Είναι μία θαυμασία παραλία, όπου το κλίμα είναι ηπιώτερον και αι νύκτες γαληνιώτεραι παρά εις την Ρώμην . . . Εκεί η ζωή και η ευτυχία είναι ηνωμέναι.

Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί προβλέποντες το μέλλον. Εκείνος την έθλιψεν επί του στήθους του. Εις την συνοικίαν, κατοικουμένην υπό πτωχών εργατών, το παν εκοιμάτο ήδη.

— Και θα βλέπω την Πομπωνίαν; επανέλαβεν η Λίγεια.

— Ναι, αγαπητή μου. Θα τους προσκαλέσωμεν να έλθουν εις την έπαυλίν μας ή ημείς θα υπάγωμεν εις την οικίαν των. Θέλεις να πάρωμεν μαζί μας τον Απόστολον Πέτρον; Τον βαρύνει η ηλικία και είναι κατάκοπος, θα έρχεται και ο Παύλος να μας βλέπη. Θα εκχριστιανίση και τον Άουλον Πλαύτιον, και ως στρατιώται θα ιδρύσωμεν μίαν αποικίαν, αποικίαν χριστιανικήν.

— Σε αγαπώ, έλεγεν η Λίγεια.

Εκείνος είχε στηρίξει τα χείλη του επί των χειρών της νεάνιδος. Προς στιγμήν δεν ήκουον ειμή τους παλμούς της καρδίας των. Ουδ' ο παραμικρός άνεμος ηκούετο, και αι κυπάρισσοι ήσαν ακίνητοι. Αίφνης η σιγή αύτη διεκόπη από βαρείαν βροντήν, ως να εξήρχετο εκ των υποχθονίων. Η Λίγεια εφρικίασεν.

— Είναι λέοντες βρυχώμενοι εις τα θηριοτροφεία, είπεν ο Βινίκιος.

Ενέτειναν την προσοχήν των. τον πρώτον βρυχηθμόν επηκολούθησε δεύτερος, είτα τρίτος, δέκατος . . . . Υπήρχον ενίοτε εις την πόλιν πολλαί χιλιάδες λεόντων εις τα δεσμωτήρια των διαφόρων παλαιστρών και συχνά ήρχοντο να στηρίζουν τα μελαγχολικά ρύγχη των εις τας κιγκλίδας. Την στιγμήν εκείνην κατελαμβάνοντο από την νοσταλγίαν της ερήμου και της ελευθερίας και αι φωναί των επαναλαμβανόμεναι εν μέσω της σιωπηλής νυκτός επλήρουν διά βρυχηθμών την πόλιν.