WeRead Powered by ReaderPub
Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής cover

Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής

Chapter 30: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Open in WeRead

About This Book

The story follows a Roman nobleman who returns from war and becomes obsessed with a young Christian woman, setting love and personal desire against a backdrop of imperial excess and political intrigue in Nero's Rome. A cultured courtier offers wit and ironies while a network of Christians models charity, steadfast faith, and sacrificial courage as persecutions intensify after the great fire. The narrative interweaves sumptuous social scenes, spiritual conversions, legal and moral dilemmas, and the fates of public figures, presenting a contrast between decadent power and an emerging religious community whose beliefs reshape several lives.

Η Λίγεια ήκουε τας φωνάς ταύτας με την καρδίαν περισφιγγομένην υπό παραλόγου τρόμου.

Ο Βινίκιος την περιέβαλε με τους βραχίονάς του.

 — Μη φοβήσαι τίποτε, αγαπητή. Οι αγώνες των θηριομαχιών εγγίζουν και
διά τούτο όλα τα θηριοτροφεία είναι πλήρη.

Εισήλθον πάλιν εις την μικράν οικίαν του Λίνου, συνοδευόμενοι ακόμη από τους βρυχηθμούς των θηρίων, οίτινες καθίσταντο φοβερώτεροι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Εις το Άντιον ο Πετρώνιος κατήγε νίκας σχεδόν καθημερινώς κατά των Αυγουστιανών, οι οποίοι επεδίωκον διά ραδιουργιών την εύνοιαν του Καίσαρος. Η επιρροή του Τιγγελίνου είχεν εκπέσει εντελώς. Εν Ρώμη, όταν έπρεπε να υποτάξη όσους εφαίνοντο επικίνδυνοι, να λεηλατήση τας περιουσίας των, να διαπραγματευθή πολιτικάς υποθέσεις, να μηχανευθή επιδείξεις ή να ικανοποιήση τας τερατώδεις ιδιοτροπίας του Καίσαρος, ο Τιγγελίνος ήτο ο απαραίτητος άνθρωπος.

Αλλ' εις το Άντιον ο Καίσαρ έζη βίον ελληνικόν. Από πρωίας μέχρις εσπέρας απήγγελλον στίχους και συνεζήτουν περί της κατασκευής των, ησχολούντο περί μουσικής, περί θεάτρου, περί παντός ό,τι εφεύρε το ελληνικόν πνεύμα προς εξωραϊσμόν της υπάρξεως.

Υπό τους όρους τούτους, ο Πετρώνιος, ασυγκρίτως μάλλον πεπαιδευμένος ή ο Τιγγελίνος και όλοι οι άλλοι Αυγουστιανοί, πνευματώδης, εύγλωττος, γόνιμος την φαντασίαν εις πανουργίας, ώφειλε να υπερισχύη. Ο Καίσαρ επεζήτει την συντροφίαν του, ανησυχεί διά τας γνώμας του, εζήτει την συμβουλήν του και τω εδείκνυε θερμήν φιλίαν. Εις όλους τους περιστοιχίζοντας αυτόν εφαίνετο ότι η υπεροχή του ήτο αναμφισβήτητος. Ο Πετρώνιος, με την συνήθη αδιαφορίαν του, εφαίνετο ότι δεν έδιδε καμμίαν σημασίαν εις την θέσιν του· έμενε πνευματώδης και σκεπτικός. Συνήθως εφαίνετο εις τους ανθρώπους ότι εχλεύαζεν αυτούς, τον εαυτόν του, τον Καίσαρα και όλον τον κόσμον.

Ενίοτε ετόλμα να επικρίνη τον Καίσαρα κατά πρόσωπον και ενώ τον εθεώρουν ήδη χαμένον, αίφνης εποίκιλλε την κριτικήν του με τοιούτον τρόπον, ώστε αύτη εστρέφετο προς όφελός του και εστερέωνε την θέσιν του.

Ο Καίσαρ ανεγίνωσκεν εις τους οικείους του απόσπασμα του ποιήματός του «Η πυρπόλησις της Τροίας». Όταν ετελείωσε και αντήχουν αι κραυγαί του ενθουσιασμού των ακροατών, ο Πετρώνιος ερωτηθείς διά του βλέμματος υπό του Καίσαρος είπε:

— Αυτοί οι στίχοι είναι καλοί διά την φωτιάν . . .

Οι ακροαταί έμειναν εμβρόντητοι. Έκαστος ησθάνθη την καρδίαν του περισφιγγομένην υπό τρόμου. Ο Νέρων πράγματι ποτέ δεν είχεν ακούσει τοιαύτην κρίσιν από το στόμα κανενός.

Ο Τιγγελίνος έχαιρεν, ο Βινίκιος ωχρίασε νομίσας ότι ο Πετρώνιος, όστις ουδέποτε εμεθύσκετο, είχε παραπίει την φοράν αυτήν.

Με φωνήν γλυκείαν, εις την οποίαν έπαλλεν η μνησικακία της τρωθείσης φιλαυτίας του, ο Καίσαρ ηρώτησε:

— Και τι άσχημον ευρίσκεις εις αυτούς;

Ο Πετρώνιος τότε:

— Μη τους πιστεύης αυτούς, είπε δεικνύων τους περιστοιχίζοντας αυτόν, δεν εννοούν τίποτε. Με ερωτάς τι άσχημον υπάρχει εις τους στίχους τούτους; Εάν θέλης την αλήθειαν, ιδού: οι στίχοι αυτοί είναι καλοί διά τον Βιργίλιον, καλοί διά τον Οβίδιον, καλοί επίσης διά τον Όμηρον όχι διά Σε. Δεν εδικαιούσο να τους γράψης. Η πυρκαϊά αυτή, την οποίαν περιγράφεις, δεν φλέγει αρκετά, το πυρ σου δεν καίει μετά σφοδρότητος. Μη ακούης τας κολακείας του Λουκιανού. Διά τοιούτους στίχους θα ανεγνώριζα εις αυτόν πνεύμα, όχι εις σε, διότι συ είσαι μεγαλείτερος από αυτούς. Δικαιούται κανείς να απαιτή περισσότερα από Σε, όστις έλαβες το παν από τους θεούς. Αλλά υπείκεις εις την οκνηρίαν. Λαμβάνεις τον μεταμεσημβρινόν ύπνον σου ευθύς μετά το πρόγευμα, ενώ έπρεπε να εργάζεσαι αδιακόπως. Εις Σε, όστις δύνασαι να παραγάγης έργον προ του οποίου όλα να αμαυρωθώσιν, απαντώ λοιπόν κατά πρόσωπον: «Κάμε καλλίτερους στίχους».

Ωμίλει χωρίς να φαίνεται ότι έδιδε σπουδαιότητα εις τους λόγους του, ειρωνευόμενος και επιπλήττων συγχρόνως, αλλ' οι οφθαλμοί του Καίσαρος ήσαν υγροί εκ χαράς.

— Οι θεοί μου έδωκαν μικρόν τάλαντον, αλλά μου έδωκαν κάτι περισσότερον, ένα αληθινόν γνώστην και ένα φίλον, όστις μόνος ηξεύρει να λέγη την αλήθειαν κατά πρόσωπον.

Ειπών ταύτα ο Καίσαρ έτεινε την πυρότριχα χείρα του προς χρυσήν τινα λυχνίαν, λείψανον της λεηλασίας των Δελφών, διά να καύση τους στίχους του.

Αλλ' ο Πετρώνιος τους απέσπασεν από των χειρών του πριν ή η φλοξ θίξη τον πάπυρον.

 — Όχι, όχι, είπε· αν και είναι ανάξιοι σου οι στίχοι ούτοι,
ανήκουσιν εις την ανθρωπότητα. Άφες τους εις εμέ.

— Επίτρεψόν μοι να σου τους αποστείλω εντός κυτίου της ιδίας μου κατασκευής, απεκρίθη ο Καίσαρ, θλίβων τον Πετρώνιον επί του στήθους του.

Και προσέθηκε:

— Ναι, έχεις δίκαιον. Η Τροία μου καίει με πυρ φειδωλόν. Είχα πιστεύσει εν τοσούτω ότι εάν εξισούμην με τον Όμηρον, τούτο θα ήρκει. Αλλά μου ήνοιξες τους οφθαλμούς. Και ηξεύρεις πόθεν προέρχεται εκείνο, διά το οποίον με κατηγορείς; Είς γλύπτης, όταν θέλη να πλάση άγαλμα Θεού τινος, ζητεί και ευρίσκει υπόδειγμα, και εγώ υπόδειγμα δεν είχον· δεν είδα ποτέ πόλιν πυρπολουμένην. Μάκαρες οι Αχαιοί οίτινες επρομήθευσαν εις τον Όμηρον την υπόθεσιν της Ιλιάδος. Και εγώ; Εγώ δεν είδα πόλιν πυρπολουμένην!

Έγινε σιωπή, την οποίαν διέκοψε τέλος ο Τιγγελίνος διά των λέξεων τούτων:

— Σοι το είπον ήδη, Καίσαρ, διάταξε το και καίω το Άντιον. Ή, εάν τυχόν λυπήσαι τας επαύλεις ταύτας και τα μέγαρα ταύτα, θα πυρπολήσω τα πλοία εις την Όστιαν, ή πάλιν, θα διατάξω να κατασκευάσουν επί των Αλβανικών ορέων μίαν ξυλίνην πόλιν, εις την οποίαν συ θα θέσης το πυρ. Θέλεις;

Ο Νέρων έρριψε προς αυτόν βλέμμα πλήρες περιφρονήσεως.

— Εγώ να γίνω θεατής ξυλίνων παραπηγμάτων καιομένων! Ο εγκέφαλος σου εσκληρύνθη, Τιγγελίνε. Εκτός τούτου, βλέπω ότι δεν εκτιμάς ποσώς το τάλαντόν μου και την Τροίαν μου, επειδή κρίνεις αυτά ανάξια μεγαλειτέρας θυσίας.

Ο Τιγγελίνος ωχρίασεν. Ο Νέρων, ως εάν ήθελε να αλλάξη ομιλίαν, προσέθηκεν:

 — Έρχεται το θέρος. Πώς θα πληρωθή δυσωδίας η Ρώμη! . . . Και όμως θα
είναι ανάγκη να επανέλθω διά τους αγώνας τους θέρους.

Αποτόμως ο Τιγγελίνος είπε:

 — Καίσαρ, όταν αποπέμψης τους Αυγουστιανούς, επίτρεψόν μοι να μείνω
μόνος μίαν στιγμήν μετά σου.

Μετά μίαν ώραν, ο Βινίκιος επέστρεφεν εκ της αυτοκρατορικής επαύλεως μετά του Πετρωνίου.

 — Μου επροξένησες στιγμήν τρόμου, είπε. Σε ενόμισα μεθυσμένον και
χαμένον χωρίς ελπίδα. Μη λησμονής, ότι παίζεις με τον θάνατον.

— Εκεί είναι η κονίστρα μου, απήντησε νωχελώς ο Πετρώνιος, και τέρπομαι παρατηρών ότι είμαι καλός θηριομάχος. Η επιρροή μου ηύξησε περισσότερον απόψε. Εάν επέμενον απολύτως, θα ηδυνάμην να εξολοθρεύσω τον Τιγγελίνον και να καταλάβω την θέσιν του ως αρχηγού των πραιτωριανών. Τότε θα είχα εις τας χείρας μου και αυτόν τον Αενόβαρβον· αλλ' αυτό θα ήτο δι' εμέ μεγάλη φροντίς και προτιμώ ακόμη την ζωήν, την οποίαν διάγω, μάλιστα και με τους στίχους του Καίσαρος.

— Οποία επιδεξιότης να μεταβάλης τον ψόγον εις κολακείαν!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Ο Νέρων μετά δύο ημέρας επαιάνιζε και έψαλλεν ένα ύμνον, τον οποίον είχε συνθέσει και τονίσει ο ίδιος προς τιμήν της Κύπριδος (Αφροδίτης). Έχων πολύ ανοικτήν την φωνήν του την ημέραν εκείνην ησθάνετο ότι η μουσική του εγοήτευε τους ακροατάς. Η πεποίθησις αύτη προσέδιδε τόσην έντασιν εις το όνομά του και ελίκνιζε τόσον ευχαρίστως την ψυχήν του, ώστε εφαίνετο εμπνευσμένος. Εις το τέλος, ωχρίασεν εξ ειλικρινούς συγκινήσεως. Διά πρώτην φοράν βεβαίως δεν ηθέλησε να ακούση τους επαίνους των ακροατών. Εις μίαν στιγμήν έμεινε καθήμενος, με τας χείρας στηριγμένας επί της κιθάρας και με την κεφαλήν σκυμμένην, έπειτα ηγέρθη αποτόμως και είπε:

— Εκουράσθην και έχω ανάγκην αέρος. Ας χορδίσουν την κιθάραν.

Και ετύλιξε τον λαιμόν του με μεταξωτόν μανδήλιον.

— Έλθετε μετ' εμού, είπε στραφείς προς τον Πετρώνιον και τον Βινίκιον, καθημένους εις τινα γωνίαν της αιθούσης. Συ, Βινίκιε, δος μου τον βραχίονά σου, διότι αι δυνάμεις μου λείπουν, ο δε Πετρώνιος θα μου ομιλήση περί μουσικής.

Ευρίσκοντο τώρα επί του δώματος του παλατιού του πλακοστρωμένου με αλάβαστρον και εστρωμένου με σαφράν.

— Εδώ αναπνέει τις καλλίτερα, είπεν ο Νέρων. Η ψυχή μου είναι τεταραγμένη και μελαγχολική, καίτοι αισθάνομαι ότι με εκείνο το οποίον έψαλα ως δοκίμιον, δύναμαι να εμφανισθώ εις το κοινόν και ότι θα καταγάγω θρίαμβον, οποίον ουδέποτε κατήγαγε Ρωμαίος.

— Δύνασαι να εμφανισθής εδώ, εις την Ρώμην και ανά την Αχαΐαν. Σε εθαύμασα με όλην την ψυχήν μου, θεσπέσιε, απήντησεν ο Πετρώνιος.

— Το ηξεύρω. Είσαι πολύ οκνηρός εις το να εκφράσης τον έπαινον. Αλλ' είσαι ειλικρινής, όπως ο Τούλλιος Σενεκίων αλλά συ είσαι ειδικώτερος αυτού. Διετύπωσες αυτήν την ιδέαν μου και διά τούτο λέγω πάντοτε ότι εις όλην την Ρώμην συ μόνος ηξεύρεις να με εννοής.

Εσιώπησαν, και, εις μίαν στιγμήν, η σιγή του περιπάτου των εταράχθη μόνον από τον ελαφρόν κρότον του σαφρά υπό τα βήματά των.

— Εγώ, ως βλέπεις, είπε τέλος ο Νέρων, είμαι καθ' όλα καλλιτέχνης, και επειδή η μουσική μου ανοίγει εις το άπειρον αρρήτους προσδοκίας, οφείλω εις τους θεούς το ότι εξερευνώ το άπειρον τούτο. Λοιπόν, διά να επιτραπή να πατήσω την χώραν της Ολυμπίας, δεν πρέπει να εκτελέσω θαυμασίαν πράξιν εξιλασμού; Απόψε είναι νυξ των εκμυστηρεύσεων· σου ανοίγω λοιπόν την ψυχήν μου, φίλε . . . Νομίζεις, πώς αγνοώ ότι εν Ρώμη αι επιγραφαί των τοίχων με υβρίζουσιν, ότι με αποκαλούσι μητροκτόνον, συζυγοκτόνον, ότι με παριστώσιν ως τέρας και δήμιον, επειδή ο Τιγγελίνος επέτυχε παρ' εμού αποφάσεις τινάς θανάτου κατά των εχθρών μου; Ναι, αγαπητέ μου, με θεωρούσιν ως τέρας και το ηξεύρω. .

 — Πρέπει να σε γνωρίση τις τόσον εγγύθεν όσον εγώ, είπεν ο
Πετρώνιος. Η Ρώμη δεν ηδυνήθη ποτέ να σε εκτιμήση.

Ο Καίσαρ εστηρίχθη ισχυρότερον εις τον βραχίονα του Βινικίου, ως εάν εκάμπτετο υπό το βάρος της αδικίας, και εξηκολούθησε:

 — Με κατηγορούν ότι είμαι τρελλός. Όχι, δεν είμαι τρελλός, ζητώ . . .
. .

Επλησίασε τα χείλη του εις το ους του Πετρωνίου, και χαμηλοφώνως, διά να μη δυνηθή να ακούση ο Βινίκιος:

— Εις τας πύλας του κόσμου του αγνώστου, ηθέλησα να κάμω την μεγίστην θυσίαν, την οποίαν ποτέ δεν ηδύνατο να κάμη άνθρωπος . . . . Η μήτηρ μου, η σύζυγός μου . . . δι' αυτό απωλέσθησαν . . . Αλλ' η θυσία μου δεν ήτο αρκετή. Διά να ανοιχθώσιν ολίγον αι πύλαι της κατοικίας των θεών, χρειάζεται μάλλον πανηγυρική θυσία. Ας πληρωθή η θέλησις των χρησμών!

— Ποίον είναι το σχέδιόν σου;

— Θα ίδης· θα ίδης και ταχύτερον ή όσον σκέπτεσαι. Εν τούτοις μάθε ότι υπάρχουσι δυο Νέρωνες· εκείνος ον γνωρίζουσιν οι άνθρωποι· ο άλλος, ο καλλιτέχνης, τον οποίον μόνον συ γνωρίζεις.

— Συμπαθώ εξ όλης καρδίας προς τους πόνους σου, ω Καίσαρ, και μετ' εμού συμπονούσι και η γη και αι θάλασσαι, χωρίς να συμπεριλάβω τον Βινίκιον, όστις έχει λατρείαν διά σε εις το βάθος της ψυχής του.

— Μου ήτο πάντοτε προσφιλής και ούτος, είπεν ο Νέρων, αν και υπηρετή τον Άρην και όχι τας Μούσας . . .

— Είναι κυρίως θεράπων της Αφροδίτης, υπέλαβεν ο Πετρώνιος:

Και αίφνης απεφάσισε να κανονίση την υπόθεσιν του ανεψιού του.

— Είναι ερωτευμένος όσον ερωτευμένος υπήρξεν ο Τρωίλος με την Κασσάνδραν. Επίτρεψον αυτώ, δέσποτα, να επιστρέψη εις Ρώμην· άλλως θα ετήκετο εδώ προ των οφθαλμών σου. Ηξεύρεις ότι η όμηρος Λίγεια, την οποίαν του είχες δώσει, ανευρέθη, και ότι ο Βινίκιος, αναχωρών εις Άντιον, την αφήκεν υπό την προστασίαν ενός Λίνου ονόματι. Δεν σου ωμίλησα περί αυτής, διότι συνέθετες τον ύμνον σου, όπερ ήτο το σπουδαιότερον όλων. Ο Βινίκιος εμαγεύθη με την αρετήν της και θέλει να νυμφευθή την ωραίαν κόρην. Αλλ' ως πιστός στρατιώτης, στενάζει, τήκεται, οιμώζει και περιμένει την έγκρισιν του αυτοκράτορός του.

— Ο αυτοκράτωρ δεν εκλέγει τας συζύγους των στρατιωτών του. Ποίαν ανάγκην έχει της εγκρίσεώς μου;

— Σου το είπον, αυθέντα, έχει λατρείαν προς σε.

— Λοιπόν, το εγκρίνω! Είναι ωραία κόρη, αλλά πολύ στενή εις τα ισχία. Η Αυγούστα Ποππέα μου έκαμε παράπονα, κατηγορούσα αυτήν ότι έκαμε μαγείαν κατά του θυγατρίου μας εις τους κήπους του Παλατινού.

— Αλλ' εγώ παρετήρησα εις τον Τιγγελίνον, ότι οι θεοί δεν υπόκεινται εις μαγείαν. Ενθυμείσαι, ω θείε άναξ, ότι εταράχθης, και συ αυτός έκραξες ότι είχον δίκαιον;

— Ενθυμούμαι.

Είτα στραφείς ο Καίσαρ προς τον Βινίκιον είπε:

— Την αγαπάς όσον λέγει ο Πετρώνιος;

— Ναι, την αγαπώ, άναξ.

— Λοιπόν! σε προστάττω να αναχωρήσης ευθύς αύριον εις Ρώμην, να την νυμφευθής και να μη εμφανισθής εκ νέου ενώπιόν μου, ειμή με τον δακτύλιον του γάμου.

 — Ευχαριστώ, άναξ, εκ βάθους της καρδίας και της ψυχής μου,
ευχαριστώ!

 — Πόσον ευχάριστον είναι να κάμη τις άλλους ευτυχείς! είπεν ο
Καίσαρ, θα ήθελα να μη έχω άλλο έργον.

Δαψίλευσόν μας ακόμη μίαν χάριν, θεσπέσιε, είπεν ο Πετρώνιος, και εκδήλωσον την θέλησίν σου ενώπιόν της Αυγούστας. Ο Βινίκιος δεν θα ετόλμα να νυμφευθή μίαν γυναίκα, κατά της οποίας η Αυγούστα θα είχε παράπονα. Αλλά συ, ω άναξ, θα διαλύσης με μίαν λέξιν πάσαν προκατάληψιν, διακηρύττων ότι ούτω διέταξες Συ.

 — Δεν δύναμαι τίποτε να σας αρνηθώ, ούτε εις σε ούτε εις τον
Βινίκιον, είπεν ο Καίσαρ.

Μεθ' ό εισήλθεν εις την έπαυλιν και εκείνοι τον ηκολούθησαν με την καρδίαν χαίρουσαν εκ της επιτυχίας.

Εις το Άτριον, ο νεαρός Νέρβας και ο Τούλιος Σενεκίων έτερπον την Αυγούσταν με τας φλυαρίας των. Ο Τέρπνος και ο Διόδωρος εχόρδιζον τας κιθάρας. Ο Καίσαρ, μόλις εισήλθεν, εκάθισεν επί έδρας κογχυλοκολλήτου και αφού εψιθύρισε λέξεις τινάς εις το ους νεαρού τινος ακολούθου Έλληνος, επερίμενεν.

Ο ακόλουθος επανήλθε μετ' ολίγον φέρων χρυσούν κάνιστρον. Ο Νέρων έλαβεν εκ του κανίστρου λαμπρόν περιδέραιον εκ χονδρών λίθων, το περιέφερεν επί τινα λεπτά εντός της χειρός του·

— Ιδού κοσμήματα άξια της εσπέρας ταύτης, είπε.

— Λάμπουν σαν την αυγήν, είπεν η Ποππέα, ούσα βεβαία ότι το περιδέραιον εκείνο προωρίζετο δι' αυτήν. Αλλ' ο Καίσαρ έπαιξεν ολίγον με τας ιριδώδεις πέτρας και έπειτα καλέσας πλησίον του τον Βινίκιον τω είπε:

— Λάβε αυτό, νεαρέ τριβούνε, είναι το γαμήλιον δώρον μου· με το περιδέραιον αυτό θα περιβάλης τον λαιμόν της μικράς Λιγειανής πριγκηπίσσης, της ομήρου μου, την οποίαν σε διατάσσω να νυμφευθής.

Η Ποππέα έμεινεν ως κεραυνόπληκτος εις το άκουσμα τούτο και εξεμάνη δάκνουσα εξ οργής και μίσους τα χείλη της, έρριπτε δε βλέμματα πλήρη αγανακτήσεως πότε προς τον Βινίκιον και πότε προς τον Πετρώνιον. Αλλ' ούτος, σκυμμένος νωχελώς έφερε την χείρα του επί του ξύλου μίας άρπης, ως εάν ήθελε να μελετήση προσεκτικώς την κυρτότητα αυτής.

Ο Βινίκιος, αφού ηυχαρίστησε διά το περιδέραιον, επλησίασε τον
Πετρώνιον.

 — Πώς να σου αποδείξω την ευγνωμοσύνην μου δι' ό,τι έπραξες προς
χάριν μου σήμερον;

— Είθε η τύχη να σε ευνοή! Αλλ' άκουσον: ιδού ότι ο Καίσαρ αναλαμβάνει την φόρμιγγα του. Κράτησε την αναπνοήν σου, άκουσε και χύσε δάκρυα.

Πράγματι, ο Νέρων είχεν εγερθή με την φόρμιγγα ανά χείρας και με τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν. Εις την αίθουσαν αι συνομιλίαι είχον παύσει, όλοι οι ακροαταί ίσταντο ακίνητοι, ως απολιθωμένοι. Μόνον ο Τέρπνος και ο Διόδωρος, οίτινες έμελλον να συνοδεύσουν τον Καίσαρα εις το άσμα, έστρεφον την κεφαλήν οτέ μεν προς αλλήλους, οτέ δε προς τον Καίσαρα αναμένοντες τους πρώτους φθόγγους του άσματος.

Αίφνης εις το προαύλιον ηκούσθη θόρυβος ασυνήθης, φωναί και θόρυβος ανθρώπων, οίτινες έτρεχον. Το παραπέτασμα της θύρας ηνοίχθη αποτόμως και εφάνησαν ο απελεύθερος του αυτοκράτορος Φάων και όπισθεν αυτού ο ύπατος Λικίνιος.

Ο Νέρων συνωφρυώθη.

— Τι συμβαίνει; ηρώτησεν ανυπομονών.

— Συγγνώμην, θείε αυτοκράτωρ, είπεν ο Φάων με ασθμαίνουσαν φωνήν. Η Ρώμη καίεται. Το μεγαλείτερον μέρος της πόλεως ευρίσκεται εντός των φλογών.

Όλοι οι παρεστώτες έγιναν κάτωχροι και ηγέρθησαν αποτόμως. Ο Νέρων απέθεσε την φόρμιγγα και υψώσας τας χείρας προς τον ουρανόν με φωνήν ενθουσιώδη ανεφώνησε:

— Δίκαιοι θεοί! Σας ευχαριστώ διότι με ηξιώσατε να ίδω πόλιν καιομένην. Τώρα το ποιητικόν μου έργον «Η πυρπόλησις της Τροίας» θα γίνη αριστούργημα· έπειτα στραφείς προς τον ύπατον ηρώτησεν:

 — Εάν αναχωρήσω αμέσως, διά να φθάσω το ταχύτερον διά να ίδω την
Ρώμην καιομένην και να την απολαύσω εντός των φλογών;

— Καίσαρ, απήντησεν ο ύπατος κάτωχρος ως πανίον, η πόλις ολόκληρος είναι ωκεανός φλογών. Ο καπνός πνίγει τους κατοίκους οίτινες πίπτουν ασφυκτιώντες ή ορμούν εις το πυρ ως παράφρονες Η Ρώμη εχάθη, Καίσαρ!

Επήλθε σιγή. Ο Βινίκιος συνοφρυωθείς έφερε την χείρα του εις το μέτωπον και εν εξάλλω παραφορά ανεφώνησε:

— Άα! Αλλοίμονον εις εμέ, αλλοίμονον!

Και ο νεανίας απορρίψας την τήβεννόν του, επήδησεν έξω της αιθούσης.

Ο Νέρων ύψωσε τους βραχίονας εις τον ουρανόν και ανέκραξε:

— Δυστυχία σου, αγιωτάτη πόλις του Πριάμου! . . .

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Ο Βινίκιος μόλις επρόφθασε να διατάξη δούλους τινάς να τον ακολουθήσουν, και πηδήσας επί του ίππου, ώρμησεν εν μέσω του σκότους διά των ερημικών οδών του Αντίου διευθυνόμενος εις Λαυρέντον. Η τρομερά είδησις τον είχε ρίψει εις είδος τι τρέλλας. Με την ασκεπή κεφαλήν του σκυμμένην επί του αυχένος του ίππου του, επήγαινε φορών μόνον τον χιτώνα του, χωρίς να παρατηρή έμπροσθεν του, χωρίς να προσέχη εις τα εμπόδια.

Ο επιβήτωρ Ιδουμαίος έτρεχεν ως βέλος. Ο κρότος των πελμάτων του επί του πλακοστρώτου αφύπνιζεν εδώ και εκεί τους σκύλλους, οίτινες συνώδευον με τας υλακάς των την φαντασματώδη εμφάνισιν και κατόπιν ωρύοντο εις την σελήνην. Οι δούλοι, οίτινες εκάλπαζον όπισθεν του Βινικίου επί ίππων ολιγώτερον ταχέων είχον μείνει εις ικανήν απόστασιν. Διήλθε μόνος το Λαυρέντον, το οποίον εκοιμάτο, έστρεψε προς το μέρος της Αρδείας, όπου είχεν αφήσει εις τους σταθμούς ίππους, καθώς και εις την Αρίκειαν, την Μποβίλλαν και το Ούστρινον.

Πέραν της Αρδείας του εφάνη ότι ο ορίζων από βορρά ήτο ερυθρός. Ίσως ήτο το λυκαυγές της πρωίας, διότι η νυξ επλησίαζεν εις το τέρμα της, ήτο Ιούλιος μην. Αλλ' ο Βινίκιος δεν ηδυνήθη να κρατήση κραυγήν απελπισίας και λύσσης, διότι εσκέφθη ότι ήτο η λάμψις της πυρκαϊάς. Ενεθυμήθη τους λόγους του Λικινίου «Η πόλις είναι ωκεανός φλογών», και προς στιγμήν ησθάνθη ότι η παραφροσύνη τον ηπείλει, διότι απώλεσε πάσαν ελπίδα να σώση την Λίγειαν, και μάλιστα να φθάση εις τας πύλας πριν η Ρώμη μεταβληθή εις τέφραν. Αι σκέψεις του ίπταντο έμπροσθέν του, ως νέφος μαύρων κακοποιών ορνέων. Δεν ήξευρεν εις ποίαν συνοικίαν της πόλεως είχεν εκραγή το πυρ, αλλ' υπέθετεν ότι η Τρανστιβέρη με τας πυκνάς της οικίας, τας ξυλίνας αποθήκας της και τα εύθραυστα παραπήγματα, όπου επωλούντο δούλοι, θα είχε γίνει κατ' αρχάς παρανάλωμα των φλογών.

Ως αστραπή διήλθε της κεφαλής του Βινικίου η σκέψις του Ούρσου και της κολοσσιαίας δυνάμεως του. Αλλά τι ηδύνατο να πράξη είς άνθρωπος εναντίον της καταστρεπτικής δυνάμεως του πυρός; Από ετών, διηγούντο ότι κατά εκατοντάδας χιλιάδων οι δούλοι ωνειροπόλουν τους χρόνους του Σπαρτάκου και ανέμενον την ευκαιρίαν διά να λάβουν τα όπλα κατά των καταπιεστών των και της πόλεως. Και ιδού ότι η ευκαιρία αύτη παρουσιάζετο. Αι λάμψεις της πυρκαϊάς εφώτιζον ίσως την σφαγήν και τον εμφύλιον πόλεμον.

Ο Βινίκιος ανεπόλει τας προσφάτους συνδιαλέξεις, τας οποίας ο Καίσαρ μετ' αλλοκότου επιμονής έκαμνε να περιστρέφωνται εις τας πυρποληθείσας πόλεις.

Ναι! Αυτός ο Καίσαρ πρέπει να είχε διατάξει όπως καύσωσι την πόλιν. Και αν η Ρώμη εκαίετο κατά την διαταγήν του, τις άρα γε ηδύνατο να εγγυηθή ότι η αυτή διαταγή δεν θα εξαπέλυε και τους πραιτωριανούς εναντίον του πλήθους;

Ο ίππος ήσθμαινεν απελπιστικώς επί της ελικοειδούς οδού της αγούσης εις την Αρικίαν.

Την στιγμήν εκείνην είς ιππεύς ερχόμενος εκ Ρώμης και τρέχων και εκείνος ως λαίλαψ έκραξε συναντών τον Βινίκιον:

— Η Ρώμη εχάθη! Οι θεοί . . . και διήλθε.

Η λέξις θεοί τον έκαμε να συνέλθη ολίγον εκ της ταραχής και ανυψώσας τας χείρας εις τον ουρανόν ανεφώνησε:

— Δεν επικαλούμαι σας, των οποίων τα ιερά καταρρέουν εις τας φλόγας, αλλά Σε! . . . . Συ είσαι ο μόνος εύσπλαγχνος. Συ ήλθες επί της γης ίνα διδάξης τους ανθρώπους το έλεος. Ευσπλαγχνίσθητι! Σώσον την Λίγειάν μου.

Διερχόμενος διά μέσου της Αρικίας, ήτις έκειτο εις το μέσον της εις Ρώμην αγούσης οδού, συνήντησε πλήθος δούλων, οίτινες μετέβαινον εις το Άντιον, κομίζοντες ειδήσεις και τους ηρώτησε:

— Ποίον μέρος της πόλεως καίεται;

— Η πυρκαϊά, αυθέντα, ήρχισε μεταξύ των οικίσκων, πλησίον του μεγάλου Κίρκου.

— Και η Τρανστιβέρη;

 — Μέχρι τούδε δεν την έφθασεν· αλλά μεταδίδεται αδιακόπως εις νέας
συνοικίας με δύναμιν ακαταμάχητον.

Ο Βινίκιος εκέντησε δυνατώτερα τον ίππον του. Τα λευκά τείχη της
Αρικίας έλαμπον όπισθέν του υπό τας ακτίνας της σελήνης.

Η μετά την Αρικίαν οδός ανήρχετο ανηφορικώς και αποτόμως. Αλλ ο Βινίκιος εγνώριζεν ότι, όταν έφθανεν εις την κορυφήν, όπισθεν της οποίας εκρύπτετο το Άλβανον, θα έβλεπεν όχι μόνον την Μποβίλλαν και το Ούστρινον, όπου τον ανέμενον ίπποι, αλλά και την Ρώμην· εκείθεν του Αλβάνου ήρχιζεν εκατέρωθεν της Αππιανής οδού η επίπεδος Καμπανία.

— Από εκεί επάνω θα διακρίνω τας φλόγας, διενοείτο, και εκ νέου εκέντριζε τον ίππον του.

— Η πυρκαϊά! διενοήθη ο Βινίκιος. Ήτο τρομερόν εκείνο το θέαμα της καιομένης βασιλίδος των πόλεων. Μακρόθεν η πυρκαϊά δεν ελάμβανε το σχήμα μιας πυρίνης στήλης, ως συμβαίνει, οσάκις καίεται μεμονωμένως έν κτίριον. Ήτο μάλλον μία μακρά και πλατεία ταινία. Δεν εφαίνετο άλλο τι ειμή φλόγες, φλόγες και καπνοί, απαίσιον εν ταυτώ και μεγαλοπρεπέστατον θέαμα.

Εκ πρώτης όψεως εφάνη εις τον Βινίκιον ότι, όχι μόνον η πόλις κατεβιβρώσκετο από τας φλόγας, αλλ' ο κόσμος ολόκληρος, και ότι τίποτε δεν θα διέφευγεν από τον ωκεανόν εκείνον του πυρός και του καπνού.

Είχεν ήδη εξημερώσει και ο ήλιος εφώτιζε τας κορυφάς των πλησίον λόφων.

Ο Βινίκιος δεν ηδύνατο να συγκρατηθή επί του ίππου του, εκέντριζε και εκτύπα αυτόν διά να φθάση όσον το δυνατόν ενωρίτερον. Έβλεπε την καιομένην πόλιν, εις την οποίαν δεν εφαίνετο να εγλύτωσε πλέον τίποτε. Ήρχισε να προσεύχεται και να επικαλήται τον Χριστόν.

Αφού υπερέβη το Άλβανον, του οποίου σχεδόν όλος ο πληθυσμός ίστατο επί των στεγών και επί των δένδρων, διά να βλέπη καλλίτερον την καιομένην Ρώμην, ανέλαβε την ψυχραιμίαν του. Εκτός του Ούρσου και του Λίνου, ο απόστολος Πέτρος θα επέβλεπεν επί της Λιγείας. Αφ' ης στιγμής ο Πέτρος είχεν ευλογήσει τον έρωτά του και του είχεν υποσχεθή την Λίγειαν, αύτη δεν ήτο δυνατόν να απολεσθή εις τας φλόγας.

Πριν φθάση εις το Οστριανόν ηναγκάσθη να βραδύνη τον δρόμον του ένεκα του συνωστισμού και των προσκομμάτων της οδού. Πλησίον ανθρώπων πεζών, φερόντων τα σκεύη των επί της ράχεως, έβλεπεν ίππους και ημιόνους φορτωμένους αποσκευάς, οχήματα και φορεία. Εις την οχλαγωγίαν εκείνην ήτο δύσκολον να λάβη τις πληροφορίαν. Εκείνοι εις τους οποίους απηυθύνετο ο Βινίκιος, δεν τω απήντων τίποτε, ή μάλλον, υψώνοντες επ' αυτού βλέμματα περίτρομα, έλεγον ότι η πόλις έμελλε να απολεσθή και ο κόσμος μετ' αυτής. Από την Ρώμην συνέρρεον από στιγμής εις στιγμήν νέαι μάζαι ανδρών, γυναικών και παιδίων, αίτινες ηύξανον την σύγχυσιν και τον θόρυβον.

Ήδη δούλοι πάσης φυλής και θηριομάχοι ήρχιζον να λεηλατώσι τας οικίας και να συμπλέκωνται με τους στρατιώτας, οίτινες ανελάμβανον την υπεράσπισιν των κατοίκων.

Ο συγκλητικός Ιουλιανός, τον οποίον παρετήρησεν ο Βινίκιος πλησίον πανδοχείου τινός, υπήρξεν ο πρώτος, όστις του έδωκε σαφείς τινας λεπτομερείας περί της πυρκαϊάς.

Το πυρ είχεν εκραγή, τω είπε, πλησίον του μεγάλου Κίρκου, εις μέρος γειτνιάζον με το Παλατίνον και με το Καίλιον όρος, αλλ' είχε διαδοθή με πρωτοφανή ταχύτητα, ώστε κατέλαβεν όλον το κέντρον.

Ποτέ, από της εποχής του Βρέννου, τόσον φοβερά καταστροφή δεν είχε πλήξει την πόλιν.

— Η Τρανστιβέρη άρα γε εκάη;

— Τι σε ενδιαφέρει η πέραν του Τιβέρεως συνοικία;

— Αυτή με μέλει πολύ περισσότερον! ανέκραξεν ο Βινίκιος μετά παραφοράς.

— Τότε δεν θα δυνηθής να φθάσης εκεί ειμή διά της λιμενικής οδού, διότι παρά το Αδεντίνον το πυρ θα σε έπνιγε . . . Μετά τινα δισταγμόν, ταπεινώσας την φωνήν, ο Ιουλιανός εξηκολούθησεν:

— Ηξεύρω ότι δεν θα με προδώσης· θα σου είπω λοιπόν ότι δεν είναι πυρκαϊά συνήθης. Δεν άφησαν να δοθή βοήθεια εις τον Κίρκον. Όταν αι οικίαι ήρχισαν να καίωνται, ήκουσα με τα ίδια ώτα μου χιλιάδας φωνών να ορύωνται: «Θάνατος εις τους σβύνοντας την πυρκαϊάν».

»Άνθρωποι διατρέχουν την πόλιν ρίπτοντες εις τας οικίας αναμμένας δάδας . . . Αφ' ετέρου ο λαός στασιάζει, φωνάζει ότι καίουν την πόλιν κατά διαταγήν. Περισσότερα δεν λέγω. Δυστυχία εις όλους μας! . . . Είναι το τέλος της Ρώμης . . . .

Αλλ' ήδη ο Βινίκιος διηύθυνε τον ίππον του προς την Τρανστιβέρην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Το Οστριανόν, με όλην την αταξίαν του, παρείχεν αμυδράν ιδέαν του τι συνέβαινεν υπό τα τείχη αυτής της πόλεως.

Τίποτε δεν ελαμβάνετο πλέον υπ' όψιν ούτε το μεγαλείον του νομού, ούτε το γόητρον των δημοσίων λειτουργιών, ούτε οι οικογενειακοί δεσμοί, ούτε η διάκρισις των τάξεων.

Δούλοι ερράβδιζον πολίτας· συμμορίαι θηριοπαλαιστών μεθυσμένων με οίνον κλεμμένον από τα καπηλεία ετρομοκράτουν τας τριόδους, ανατρέποντες τους Κιρίτας, ποδοπατούντες και ληστεύοντες αυτούς. Μετ' αυτών είχεν ενωθή μία μάζα αθλίων εχόντων αντί παντός ενδύματος ράκη περί την οσφύν. Πλήθος βαρβάρων, οίτινες έμελλον να πωληθώσιν, εδραπέτευσαν εκ των παραπηγμάτων των. Δι' αυτούς η πυρκαϊά της πόλεως εσήμαινε το τέλος της δουλείας και την ώραν της εκδικήσεως· και ενώ ο λαός ακίνητος έτεινε με απελπισίαν τους βραχίονας προς τους θεούς, εκείνοι ερρίπτοντο κατ' αυτού ληστεύοντες τους άνδρας και βιάζοντες τας θυγατέρας των πατρικίων. Το πλήθος τούτο, αποτελούμενον από Ασιάτας, Αφρικανούς, Έλληνας, Θράκας, Γερμανούς και Βρεττανούς εξεδικείτο διά την δουλείαν τόσων ετών και εξεδήλου την μανίαν του διά φωνών εις όλας τας γλώσσας του κόσμου.

Ο Βινίκιος έφθασε τέλος μέχρι της Ωστίας πύλης. Αλλ' ενόησεν ότι έπρεπε να επανέλθη εις την διεύθυνσιν του Ουστρίνου, να διαβή τον ποταμόν και να φθάση εις την Λιμενίαν οδόν, την άγουσαν κατ' ευθείαν εις Τρανστιβέρην. Δεν ήτο εύκολον και τούτο, ένεκα του συνωστισμού. Θα εχρειάζετο να ανοίξη δρόμον με το ξίφος εις την χείρα· αλλά δεν είχεν όπλον.

Πλησίον της κρήνης του Ερμού διέκρινεν ένα εκατόνταρχον, όστις επί κεφαλής δεκάδων τινών πραιτωριανών, υπερήσπιζε την είσοδον του περιβόλου του ναού. Ο Βινίκιος τον διέταξε να τον ακολουθήση και ο εκατόνταρχος, αναγνωρίσας τον τριβούνον και τον αυγουστιανόν, δεν ετόλμησε να αρνηθή.

Κατά τινας στιγμάς, το πλήθος ελάμβανεν εχθρικήν στάσιν. Δημόσιοι αγορηταί και φωνασκοί κατηγόρουν ως εμπρηστήν τον Νέρωνα, ηπόρουν με την υπομονήν των Ρωμαίων, έλεγον ότι εβαρύνθησαν πλέον και υπέσχοντο ως θύματα εις τον Τίβεριν τον Αυτοκράτορα και την Αυγούσταν.

Πανταχόθεν αντήχουν κραυγαί:

— Κωμωδός! Φρενόπληκτος! Μητροκτόνος!

Μετά πολλάς συγκρούσεις και υπερδιασκελίζοντες οδοφράγματα εκ κιβωτίων, βαρελλίων, πολυτίμων σκευών, μαγειρικών τοιούτων, φορείων, αμαξών, ο Βινίκιος και οι πραιτωριανοί του κατώρθωσαν να εκφύγουν της οχλοβοής. Από τους φυγάδας έμαθεν ότι μόνον μικραί τινες οδοί της Τρανστιβέρης είχον καταληφθή υπό του πυρός, αλλ' ότι όμως τίποτε δεν θα διέφευγε την ορμήν της πυρκαϊάς, διότι άνθρωποι την μετέδιδον επίτηδες, λέγοντες ότι είχον διαταγήν προς τούτο. Ο νεαρός τριβούνος δεν είχε πλέον την ελαχίστην αμφιβολίαν ότι ο Καίσαρ είχε διατάξει να πυρπολήσουν την Ρώμην. Εν τούτοις είχεν ακολουθήσει την Λιμενίαν οδόν, ήτις οδηγεί κατ' ευθείαν εις την Τρανστιβέρην.

Η Τρανστιβέρη ήτο πλήρης καπνού και πλήθους, εν μέσω του οποίου ήτο δυσκολώτατον να διανοιχθή δίοδος, διότι έχοντες περισσότερον χρόνον εις την διάθεσίν των οι άνθρωποι απήγαγον και έσωζον περισσότερα πράγματα. Οι πραιτωριανοί, οίτινες ηκολούθουν τον Βινίκιον, είχον μείνει όπισθεν. Εις την συμπλοκήν εκείνην, ο ίππος του, τραυματισθείς εις την κεφαλήν διά σφύρας ανωρθούτο επί των ποδών του, αρνούμενος να υπακούση.

Έφθασε τέλος εις την συνοικίαν Αλεξάνδρου. Ο συνωστισμός ήτο ολιγώτερος και ο καπνός αραιότερος. Αλλ' οι σπινθήρες έπιπταν άφθονοι επί της κεφαλής του, έτρεχεν, έτρεχε, μη σκεπτόμενος άλλο τι ειμή πώς να σώση την Λίγειάν του.

Το πλήθος ανεγνώρισε τον Αυγουστιανόν εκ του πλουσίου χιτώνας του και πάραυτα κραυγαί αντήχησαν: «Θάνατος εις τον Νέρωνα και εις τους εμπρηστάς του!»

Εκατοντάδες βραχιόνων ετείνοντο απειλητικαί κατά του Βινικίου. Αλλ' ο ίππος του φοβισμένος έτρεχε μακρύτερα, ποδοπατών τους εφορμώντας και νέον κύμα καπνού εβύθισε την οδόν εις το σκότος. Ο Βινίκιος, βεβαιωθείς ότι δεν ηδύνατο να διέλθη έφιππος, κατήλθε του ίππου του αψηφών τους κινδύνους. Έτρεξεν. Ωλίσθαινε κατά μήκος των τειχών και ενίοτε ανέμενεν ίνα το πλήθος των φυγάδων τον αντιπαρέλθη. Εσκέπτετο ότι αι προσπάθειαί του ήσαν φανταστικαί. Η Λίγεια ίσως δεν ήτο πλέον εις την πόλιν, δυνατόν να είχε φύγει. Εν τούτοις ήθελε και με θυσίαν της ζωής του να φθάση εις την οικίαν του Λίνου. Από καιρού εις καιρόν ίστατο και έτριβε τους οφθαλμούς του. Αποσπάσας μίαν άκραν εκ του χιτώνος του εκάλυψε δι' αυτής την ρίνα και το στόμα και επανέλαβε τον δρόμον του. Ενώ επλησίαζε τον ποταμόν, η θερμότης καθίστατο τρομερωτέρα.

Κάμπτων προς την οδόν των Ιουδαίων, όπου ευρίσκετο η οικία του Λίνου, ο Βινίκιος παρετήρησε τας φλόγας εν τω μέσω νέφους καπνού· και η Τρανστιβέρη, εκεί όπου κατώκει η Λίγεια, εκαίετο.

Ο Βινίκιος ενεθυμήθη ότι η οικία του Λίνου ήτο περιβεβλημένη με κήπον, όπισθεν του οποίου, προς το μέρος του Τιβέρεως, ευρίσκετο μικρός αγρός χωρίς οικίαν. Η σκέψις αύτη του έδωσε θάρρος.

Αι φλόγες θα ανεκόπησαν ίσως προ του κενού διαστήματος.

Με την ελπίδα ταύτην ήρχισε να τρέχη, καίτοι εκάστη πνοή ανέμου έφερεν όχι μόνον καπνόν, αλλά χιλιάδας σπινθήρων, οι οποίοι ηδύναντο να φέρουν το πυρ εις το άλλο άκρον της ατραπού και να του αποκόψουν την υποχώρησιν.

Διέκρινε τέλος διά μέσου πέπλου εκ καπνού τας κυπαρίσσους του κήπου του Λίνου. Αι οικίαι αι κείμεναι όπισθεν του ανοικτού γηπέδου εφλέγοντο ήδη ως σωροί ξύλων, αλλ' η μικρά περιοχή του Λίνου ήτο ακόμη άθικτος.

Ο Βινίκιος ύψωσε προς τον ουρανόν βλέμμα ευγνωμοσύνης και ώρμησε προς την θύραν, αν και ο αήρ ήρχισε να τον καίη. Ήτο μισοανοιγμένη· την ώθησε και ώρμησεν εντός.

Εις τον μικρόν κήπον ουδεμία ψυχή ζώσα, και η οικία εφαίνετο εντελώς έρημος.

— Λίγεια, Λίγεια.

Άκρα σιγή! Εν τη ερημία εκείνη δεν ηκούετο παρά μόνον ο μακρυνός θόρυβος της πυρκαϊάς.

— Λίγεια!

Αίφνης ήλθεν εις τα ώτα του η πένθιμος εκείνη φωνή, την οποίαν είχεν ακούσει άλλοτε εις τον κήπον τούτον.

Εις την γειτονικήν συνοικίαν το πυρ είχε μεταδοθή εις το θηριοτροφείον το εγγύς του ναού του Ασκληπιού και τα θηρία ήρχισαν να βρυχώνται.

Ο Βινίκιος εφρικίασεν από κεφαλής μέχρι ποδών.

Δευτέραν ήδη φοράν, καθ' όν χρόνον όλοι οι συλλογισμοί του ήσαν συγκεντρωμένοι περί την Λίγειαν, αντήχουν αι φοβεραί αύται φωναί των λεόντων, ως οιωνός συμφοράς.

Ο Βινίκιος ώρμησεν εις το εσωτερικόν της οικίας. Το μικρόν άτριον ήτο έρημον. Ζητών διά των χειρών την θύραν την άγουσαν εις τους κοιτώνας διέκρινε το τρεμοσβύνον φως μιας λυχνίας, και πλησιάσας, είδε το ιερόν των εφεστείων, όπου αντί των θεών υπήρχε σταυρός· υπό τον σταυρόν εκείνον έκαιε κηρίον. Μία σκέψις διήλθεν αστραπιαίως διά του πνεύματος του νέου κατηχουμένου: ο σταυρός τω έστελλε το φως εκείνο, το οποίον θα τον εβοήθει εις την ανεύρεσιν της Λιγείας. Έλαβε λοιπόν το κηρίον και έτρεξεν εις τους κοιτώνας. Εις τον πρώτον ήνοιξε το παραπέτασμα της θύρας και φωτιζόμενος υπό του κηρίου παρετήρησε.

Και εκεί ουδείς ήτο. Εν τούτοις ο Βινίκιος ήτο βέβαιος ότι είχεν ανεύρει τον κοιτώνα της Λιγείας, διότι από ήλους καρφωμένους εις τον τοίχον εκρέμαντο τα ενδύματά της, και επί της κλίνης εκείτο η στηθοδεσμίς, ήτοι η στενή εσθής, την οποίαν αι γυναίκες φορούσιν εσωτερικώς. Ο Βινίκιος την ήρπασεν, επέθηκεν επ' αυτής τα χείλη του και ρίψας αυτήν επί του ώμου του εξηκολούθησε τας ερεύνας του. Η οικία ήτο μικρά· ταχέως επεσκέφθη όλα τα δωμάτια και μάλιστα τα υπόγεια.

Κανείς ούτ' εκεί. Η Λίγεια, ο Λίνος και ο Ούρσος με άλλους κατοίκους της συνοικίας θα εζήτησαν να σωθώσι διά της φυγής.

«Πρέπει να τους ζητήσω εις το πλήθος έξω της πόλεως», εσκέφθη ο
Βινίκιος. Όπως και αν είχε, θα ήσαν έξω των φλογών.

Είχε φθάσει η κρισιμωτάτη στιγμή, καθ' ην ήτο υποχρεωμένος να σκεφθή περί της σωτηρίας του, διότι το κύμα των φλογών επλησίαζε και οι στρόβιλοι του καπνού απέκλειον σχεδόν εξ ολοκλήρου την ατραπόν. Ρεύμα αέρος έσβυσε το κηρίον, το οποίον είχε μεταχειρισθή εις την οικίαν. Ο Βινίκιος ώρμησεν εις την οδόν και ήρχισε να τρέχη με όλας του τας δυνάμεις προς την Λιμενίαν οδόν, προς το μέρος, εκ του οποίου είχεν έλθει. Αι φλόγες εφαίνοντο να τον καταδιώκουν, άλλοτε περικυκλούσαι αυτόν με νέφη καπνού, άλλοτε καλύπτουσαι αυτόν με σπινθήρας, αίτινες έπιπτον επί της κεφαλής, του λαιμού και των ενδυμάτων του.

Ο χιτών του ήρχισε να καίεται εις πολλά μέρη, αλλά δεν επρόσεχεν εις τούτο και εξηκολούθει τον δρόμον του. Εις το στόμα ησθάνετο γεύσιν καπνού και αιθάλης, ο λαιμός του και οι πνεύμονες του κατεκαίοντο. Το αίμα συνέρρεεν εις την κεφαλήν του και από στιγμής εις στιγμήν τα πάντα τω εφαίνοντο κόκκινα, και αυτός μάλιστα ο καπνός. Τότε εσκέπτετο: «είναι πυρ ρέον, είναι καλλίτερον να πέσω και να απολεσθώ εντός αυτού!» Ο δρόμος τον είχεν εξαντλήσει. Η κεφαλή του, ο λαιμός του και οι ώμοι του είχον πλημμυρήσει από ιδρώτα, ο οποίος τον κατέκαιεν ως ζέον ύδωρ. Εάν δεν επρόφερε κατά διάνοιαν το όνομα της Λιγείας και δεν εκάλυπτε το στόμα του με την εσθήτά της, θα είχε πέσει. Δεν ηδύνατο να αναγνωρίση την ατραπόν, εις την οποίαν ευρίσκετο.

Έτρεχεν ως άνθρωπος μεθυσμένος, παραπαίων από την μίαν πλευράν της οδού εις την άλλην . . . .

Νέφος εκάλυπτε την έξοδον της οδού. «Εάν είναι καπνός, εσκέφθη, δεν θα δυνηθώ να περάσω». Μετεχειρίσθη όλας τας δυνάμεις, αίτινες τω απέμειναν.

Καθ' οδόν απέρριψε τον χιτώνα του, όστις ήρχιζε να τον καίη και έτρεχε γυμνός σχεδόν, φέρων μόνον επί της κεφαλής και του στόματος την στηθοδεσμίδα της Λιγείας. Όταν επλησίασε περισσότερον, ανεγνώρισεν ότι εκείνο το οποίον είχεν εκλάβει ως καπνόν ήτο νέφος κονιορτού, εκ του οποίου εξήρχοντο φωναί και κραυγαί ανθρώπων.

Εν τούτοις έτρεξεν ακόμη προς την διεύθυνσιν των φωνών εκείνων. Υπήρχον όμως και άνθρωποι, οι οποίοι θα ηδύναντο να τω παράσχωσι βοήθειαν.

Με την ελπίδα ταύτην, ήρχισε να κραυγάζη δι' όλων των δυνάμεων, αλλ' αυτή ήτο η εσχάτη προσπάθειά του. Ο κόκκινος πέπλος έγινεν ερυθρότερος ακόμη προ των οφθαλμών του, οι πνεύμονες του εστερούντο αέρος. Έπεσε.

Εν τούτοις τον ήκουσαν, ή μάλλον τον διέκριναν, και δύο άνθρωποι προσέτρεξαν με φλασκιά ύδατος. Ο Βινίκιος ήρπασε έν εξ αυτών και έπιε το ήμισυ του περιεχομένου.

 — Ευχαριστώ, είπε· σηκώσατέ με εις τους πόδας μου· θα υπάγω
μακρύτερα μόνος μου.

Ο είς εκ των εργατών τω επέχυσεν ύδωρ επί της κεφαλής και αι δύο τον έφερον προς τους συντρόφους των.

Τον περιεστοίχισαν ερωτώντες αυτόν αν ήτο τραυματισμένος σοβαρώτερον.

Η προθυμία αύτη εξέπληξε τον Βινίκιον.

— Τίνες είσθε; ηρώτησε.

 — Κατεδαφίζομεν τας οικίας διά να μη φθάση η πυρκαϊά εις την
Λιμενίαν οδόν, απεκρίθη είς εκ των εργατών.

— Με εβοηθήσατε. Σας ευχαριστώ.

— Οφείλει τις να βοηθή τον πλησίον του, απήντησαν φωναί.

Τότε ο Βινίκιος, όστις από πρωίας έβλεπε μόνον όχλους αγρίους, ρήξεις και διαρπαγάς, παρετήρησε προσεκτικώς τα πρόσωπα, τα οποία τον περιεστοίχιζον και είπε:

— Να σας ανταμείψη . . . ο Χριστός!

— Δόξα εις το όνομά του! έκραξε χορός φωνών.

— Ο Λίνος;

Αλλά δεν ήκουσε την απάντησιν, διότι ελιποθύμησεν εξηντλημένος εκ των αγώνων. Όταν συνήλθεν, ευρίσκετο εις ένα κήπον του Κοδετάνου, περιστοιχούμενος υπό γυναικών και ανδρών, και αι πρώται λέξεις, τας όποιας ηδυνήθη να προφέρη υπήρξαν:

— Πού είναι ο Λίνος;

Κατ' αρχάς ουδεμία απάντησις· έπειτα μία φωνή, την οποίαν ο Βινίκιος ανεγνώρισεν, είπε:

 — Είναι έξω της Νομεντιανής Πύλης, ανεχώρησε διά το Οστριανόν . . .
Ειρήνη σοι, βασιλεύ των Περσών.

Ο Βινίκιος ανεσηκώθη, έπειτα επανεκάθησεν, εκπλαγείς ιδών τον Χίλωνα, όστις τω είπε:

Η οικία σου, δέσποτα, ίσως είνε αποτεφρωμένη, αλλά συ θα είσαι πάντοτε πλούσιος, ως Κροίσος. Οποία συμφορά. Οι χριστιανοί προέλεγον από πολλού, ότι το πυρ θα κατέστρεφε την πόλιν ταύτην . . . Και ο Λίνος είνε εις το Οστριανόν μετά της θυγατρός του Διός . . . Οποία συμφορά έπληξε την πόλιν ταύτην!. .

— Τους είδες; ηρώτησεν ο Βινίκιος.

— Τους είδα, αυθέντα! . . . Δόξα εις τον Χριστόν και εις όλους τους θεούς, εάν ηδυνήθην να ανταμείψω τας ευεργεσίας σου με μίαν καλήν είδησιν. Αλλά θείε Όσιρι, θα τοις ανταποδώσω τα ίσα, σου το ορκίζομαι, μα τας φλόγας, αι οποίαι κατατρώγουν την πόλιν.

Έξω είχε νυκτώσει. Ο φωτοστέφανος της φλεγομένης πόλεως είχε πορφυρώσει τους ουρανούς μέχρι του άκρου του ορίζοντος. Παμμεγίστη ανέτειλεν η πανσέληνος. Η καιομένη Ρώμη εφώτιζεν όλην την Καμπανίαν.

Από των λόφων, επί των οποίων είχεν οικοδομηθή η πόλις, αι φλόγες, ως κύματα θαλάσσης, διεσπείροντο ανά τα κοιλώματα, όπου ήσαν πολυάριθμοι αι πολυώροφοι οικίαι, τα εμπορεία και εργαστήρια, τα παραπήγματα, τα αμφιθέατρα, τα οθονοπωλεία, ξυλοπωλεία, ελαιοπωλεία, σιτεμπορεία, καρυοπωλεία και οινοπωλεία.

Η πυρκαϊά, αφθόνως τρεφομένη δι' ευφλέκτων υλικών, προέβαινε τώρα διά σειράς εκρήξεων. Πάσα βοήθεια εφαίνετο αδύνατος.

Αι τερατωδέστεραι φήμαι εκυκλοφόρουν εις τον λαόν. Άλλοι έλεγον ότι η Εστία ετιμώρει την ύβριν την γενομένην εις την Ρουβρίαν. Κατ' άλλους, ο Καίσαρ είχε διατάξει να θέσωσι πυρ εις την πόλιν, διά να ανοίξη ελεύθερον χώρον προς ίδρυσιν νέας πόλεως, ήτις θα εκαλείτο Νερωνία.

Άλλοι πάλιν εκήρυττον, ότι ο Καίσαρ είχε τρελλαθή, ότι εκάλεσε τους πραιτωριανούς και τους θηριομάχους να κτυπήσουν τον λαόν και ότι επέκειτο η γενική σφαγή.

Εδώ και εκεί ηκούοντο ψαλμοί αδόμενοι υπό ανδρών νέων, γερόντων, γυναικών και παιδίων· ύμνοι των οποίων η έννοια έμενε σκοτεινή και εν οις επανελαμβάνοντο πάντοτε αι λέξεις: «Ιδού έρχεται, ο κρίνων την γην, εν ημέρα οργής και θλίψεως».

Το κακόν ολοέν ηύξανεν, ήτο κάτι τρομερόν, και αυτός ακόμη ο Τίβερις έρρεεν ως νάματα πυρός.