ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Τον Βινίκιον οι Χριστιανοί τον μετέφερον εις την οικίαν του υφαντουργού Μακρίνου. Εκεί ούτος τον έλουσε, του έδωσεν ενδύματα και του παρέθηκε και τροφήν. Αφού ανέλαβε τας δυνάμεις του, ο νέος τριβούνος εδήλωσεν ότι αμέσως θα ήρχιζε πάλιν τας ερεύνας του προς ανεύρεσιν του Λίνου. Ο Μακρίνος, όστις ήτο χριστιανός, επεβεβαίωσε τους λόγους του Χίλωνος, λέγων ότι ο Λίνος και ο Κλήμης, ο πρώτος των πρεσβυτέρων, είχον μεταβή εις το Οστριανόν, όπου ο Πέτρος έμελλε να βαπτίση πλήθος προσηλύτων. Οι Χριστιανοί της συνοικίας εγνώριζον ότι από δυο ημερών ο Λίνος είχεν εμπιστευθή την φύλαξιν της οικίας του εις κάποιον Γάιον.
Ο Χίλων επρότεινε να ακολουθήσουν τον Βατικανόν αγρόν μέχρι της Φλαμινιανής πόλης, όπου θα διήρχοντο τον ποταμόν και θα επροχώρουν έξω των τειχών, όπισθεν των κήπων του Ακιλίου προς την Σαλαρίαν πύλην. Μετά μικρόν δισταγμόν ο Βινίκιος εδέχθη το δρομολόγιον αυτό.
«Αναμφιβόλως, έλεγεν εν εαυτώ ο Βινίκιος, και ο Ούρσος θα ευρίσκεται εκεί.»
Εσκέπτετο ότι εις το Οστριανόν θα ανεύρισκε τον Λίνον και τον Πέτρον, θα τους έφερε μακράν, πολύ μακράν, εις έν εκ των κτημάτων του, εν Σικελία ίσως.
Εκεί κάτω, μεταξύ θεραπόντων πιστών, εις την γαλήνην την αγροτικήν, θα έζων ειρηνικώς υπό την σκέπην του Χριστού, με την ευλογίαν του Πέτρου.
Α! εάν τους εύρισκεν, εάν τους εύρισκε!
Τέλος, αφού έλαβε μεθ' εαυτού τον Χίλωνα, αμφότεροι επέβησαν ημιόνων, τους οποίους επρομήθευσεν εις αυτούς ο Μακρίνος και έφυγον διά της συντομωτέρας οδού, ίνα φθάσουν το ταχύτερον εκεί.
Ο Βινίκιος επτέρνιζε τον ημίονόν του λέγων:
— Φλέγεται, φλέγεται η πόλις! και μετ' ολίγον το τελευταίον λείψανόν της θα εκλίπη από προσώπου της γης.
Ο Χίλων τον ηκολούθει κατά πόδας μονολογών.
— Προχώρει λοιπόν! του έλεγεν ο Βινίκιος. Τι κάμνεις εκεί;
— Κλαίω την Ρώμην, αυθέντα, απεκρίθη ο Χίλων. Μίαν πόλιν τόσον θεσπεσίαν.
— Πού ήσο, όταν ήρχισεν η πυρκαϊά;
— Επήγαινα εις του φίλου μου Ευρικίου, δέσποτα, ο οποίος είχε κατάστημα εις τα περίχωρα του Μεγάλου Κίρκου, και ησχολούμην ακριβώς μελετών την διδασκαλίαν του Χριστού, όταν ήρχισαν να φωνάζουν αίφνης πυρ, πυρ! Όταν αι φλόγες κατέλαβον ολόκληρον τον Κίρκον και ήρχισαν να εκτείνωνται, έπρεπε να σκεφθώ να σώσω το τομάρι μου.
— Είδες ανθρώπους να ρίπτουν πυρσούς εις τας οικίας;
— Και τι δεν είδα, απόγονε του Αινείου; Είδα ανθρώπους να ανοίγουν διά της ρομφαίας δίοδον εν μέσω του συρφετού· είδα μάχας και ανθρώπινα εντόσθια καταπατούμενα διά των ποδών επί των λιθοστρώτων. Εάν έβλεπες όλα αυτά, θα εσκέπτεσο ότι οι βάρβαροι κατέλαβον την πόλιν εξ εφόδου και έσφαζον. Περί εμέ άνθρωποι ωρύοντο εξ απελπισίας. Αλλ' είδον και άλλους αλαλάζοντας εκ χαράς, διότι υπάρχουσι πολλοί κακοί άνθρωποι εις τον κόσμον, αυθέντα, οίτινες δεν δύνανται να εκτιμήσουν τας ευεργεσίας της επιεικούς κυριαρχίας σας και των δικαίων τούτων νόμων, δυνάμει των οποίων φροντίζετε να την εφαρμόσετε. Οι άνθρωποι δεν ηξεύρουν ποσώς να υποταχθώσιν εις την θέλησιν των θεών!
Ο Βινίκιος ήτο πολύ βυθισμένος εις τας σκέψεις ταύτας, ώστε δεν ηδύνατο να εννοήση την ειρωνείαν των λόγων τούτων. Καίτοι είχεν ερωτήσει τον Χίλωνα περί όλων όσα ούτος ηδύνατο να γνωρίζη, εστράφη και πάλιν προς αυτόν:
— Και είδες εις το Οστριανόν την Λίγειαν και τον Ούρσον με τους
ιδίους οφθαλμούς σου;
— Τους είδα. υιέ της Αφροδίτης· είδα την παρθένον, τον αγαθόν
Λιγειέα, τον άγιον Λίνον και τον απόστολον Πέτρον.
— Προ της πυρκαϊάς;
— Προ της πυρκαϊάς, ναι!
Αλλ' εν τη ψυχή του Βινικίου εγεννήθη μία υποψία.
Ο Χίλων ίσως εψεύδετο. Σταματήσας τον ημίονον ετόξευσε κατά του γηραιού Έλληνος βλέμμα απειλητικόν.
— Τι έκαμες εκεί;
Ο Χίλων εταράχθη.
— Αυθέντα, είπε, διατί δεν θέλεις να πιστεύσης ότι τους αγαπώ; Και όμως αυτό είνε η αλήθεια. Επήγα εις το Οστριανόν, επειδή είμαι ήδη κατά το ήμισυ χριστιανός.
— Και δεν ηξεύρεις πού κατέλυσεν ο Λίνος τας ημέρας ταύτας;
— Αυθέντα, επανέλαβεν ο Χίλων, χωρίς εμέ δεν θα ανεύρισκες την
κόρην. Εάν την επανεύρης δεν θα λησμονήσης ένα σοφόν πενόμενον!
— Θα σου δώσω μίαν οικίαν με άμπελον πλησίον της Αμηριόλης.
απήντησεν ο Βινίκιος.
— Α! ευχαριστώ, Ηράκλεις! με περιοχήν αμπελώνος; Ευχαριστώ!
Υπερέβαινον ήδη τους λόφους του Βατικανού, πάντας ερυθρούς από τας λάμψεις της πυρκαϊάς, και επλησίαζον εις τον ποταμόν διά να διαβώσιν. Όπισθεν της Ναυμαχίας, εστράφησαν δεξιά, διότι ήθελαν, μετά τον αγρόν του Βατικανού, να πλησιάσουν τον ποταμόν, να τον διαβώσι και να διευθυνθώσι προς την Φλαμινιανήν Πύλην. Αίφνης ο Χίλων εσταμάτησε τον ημίονόν του.
— Αυθέντα! Μου ήλθε μία ιδέα!
— Λέγε, είπεν ο Βινίκιος.
Δεν υπάρχει διάταγμα κατά των Χριστιανών, αλλ' οι Ιουδαίοι τους κατηγορούσιν εις τον πραίφεκτον της Πόλεως ότι σφάζουσι τα παιδία, ότι διαδίδουν θρήσκευμα μη ανεγνωρισμένον υπό της Συγκλήτου. Τους φονεύουν και λιθοβολούν τας οικίας των τόσον εμμανώς, ώστε οι χριστιανοί κρύπτονται προ αυτών.
— Λοιπόν, τι θέλεις να είπης;
— Λοιπόν, αι συναγωγαί υπάρχουν φανερά εις την Τρανστιβέρην, αλλ' οι χριστιανοί είνε ηναγκασμένοι να προσεύχωνται μυστικώς· συνέρχονται εις κατηρειπωμένα υπόστεγα εκτός της πόλεως ή εις κονίστρας. Λοιπόν, ακριβώς οι της Τρανστιβέρης εξέλεξαν τας κρύπτας, των οποίων τα υλικά εχρησίμευσαν διά την ανοικοδόμησιν του Κίρκου του Νέρωνος και των κατά μήκος του ποταμού οικιών. Η πόλις φλέγεται και οι πιστοί του Χριστού βεβαίως ασχολούνται εις προσευχάς. Θα εύρωμεν πολλούς εξ αυτών εις τα υπόγεια. Σε συμβουλεύω λοιπόν να εισέλθης εις αυτά τοσούτω μάλλον καθ' όσον ευρίσκονται εις τον δρόμον μας.
— Αλλά μου είχες είπη ότι ο Λίνος μετέβη εις το Οστριανόν! ανέκραξεν ανυπομόνως ο Βινίκιος.
— Αλλά συ μου υπεσχέθης οικίαν με άμπελον εις την Αμηριόλην, υπέλαβεν ο Χίλων. Θα αναζητήσω την κόρην παντού όπου υπάρχει πιθανότης να την εύρω. Θα τους εύρωμεν εις το υπόγειον προσευχομένους· και εις πάσαν μη ευνοϊκήν περίστασιν, θα μας δώσουν πληροφορίας περί αυτών.
— Ωδήγησέ με, διέταξεν ο Τριβούνος.
Επί μίαν στιγμήν η κλιτύς του λόφου τους έκρυψε την πυρκαϊάν και εβάδισαν εν τη σκιά, καίτοι τα περιβάλλοντα υψώματα εφωτίζοντο απλέτως.
Όταν υπερέβησαν τον Κίρκον, ετράπησαν προς τα αριστερά και πάλιν και εισήλθον εις στενήν πάροδον, όπου το σκότος ήτο ψηλαφητόν. Αλλ' εις το σκότος εκείνο ο Βινίκιος διέκρινε σμήνος φαναριών σπινθηροβολούντων.
— Ιδού αυτοί! είπεν ο Χίλων.
— Αλήθεια! Ακούω να ψάλλουν, είπεν ο Βινίκιος.
Τω όντι, ήχοι ψαλμωδίας ανεδίδοντο εκ σκοτεινής τίνος χαράδρας και τα φανάρια εξηφανίζοντο το έν μετά το άλλο. Αλλ' εκ πλαγίων παρόδων εξήρχοντο συνεχώς νέαι σκοτειναί μορφαί, ο Βινίκιος δε και ο Χίλων περιεκυκλώθησαν μετ' ολίγον από ολόκληρον ομάδα. Ο Χίλων κατήλθεν εκ του ημιόνου του και εκάλεσε διά νεύματος νεανίσκον τινά βαδίζοντα πλησίον των.
— Είμαι ιερεύς του Χριστού, επίσκοπος μάλιστα. Επιμελήθητι των ημιόνων μας, θα έχης την ευλογίαν μου, και αι αμαρτίαι σου θα σου αφεθώσι.
Μετά μίαν στιγμήν ευρέθησαν εις το υπόγειον και επροχώρουν δι' ενός διαδρόμου, υπό την αμυδράν λάμψιν των φαναρίων μέχρις ενός ευρυχώρου ορύγματος. Εκεί ήτο περισσότερον φως από τον διάδρομον, διότι, εκτός των φανών και των λυχνιών, έκαιον και δάδες. Ο Βινίκιος είδε πλήθος ανθρώπων γονυπετούντων εις προσευχήν, αλλά δεν είδεν ούτε την Λίγειαν, ούτε τον Απόστολον Πέτρον, ούτε τον Λίνον. Τα πρόσωπα των αντικατώπτριζον την προσδοκίαν, την φρίκην και την ελπίδα. Το φως αντενακλάτο εντός του λευκού των οφθαλμών, οίτινες είχον υψωθή προς τον ουρανόν.
Επί των ωχρών μετώπων των έρρεεν ο ιδρώς. Οι μεν έψαλλον ύμνους, οι δε επανελάμβανον πυρετωδώς το όνομα του Ιησού, άλλοι δε έτυπτον τα στήθη. Πάντες ανέμενον κάτι το άμεσον και υπερφυσικόν.
Αίφνης τα άσματα έπαυσαν και υπεράνω της ομηγύρεως εντός κόγχης τινός, σχηματισθείσης διά της εξαγωγής υπερμεγέθους λίθου, εφάνη ο Κρίσπος.
Το πρόσωπόν του ήτο πελιδνόν. Όλων οι οφθαλμοί εστράφησαν προς αυτόν, επί τη προσδοκία λόγων παραμυθίας και ελπίδος.
Αλλ' εκείνος ποιών επί της ομηγύρεως το σημείον του σταυρού, ήρχισε να ομιλή μετά παραφοράς, κραυγάζων:
— Μετανοήσατε από των αμαρτιών σας, διότι η ώρα ήγγικε, το τέλος επήλθεν. Επί την πόλιν της κακίας και της ακολασίας, επί την νέαν Βαβυλώνα, ο Κύριος απέλυσε την φλόγα την αδηφάγον. Εσήμανεν η ώρα της κρίσεως, της οργής και της καταστροφής. Ο Κύριος υπεσχέθη ότι θα έλθη, και άρτι όψεσθε αυτόν. Αλλά δεν θα είναι πλέον ο Αμνός ο προσενεγκών το αίμα του προς εξαγοράν ημών εκ της κατάρας . . . Θα είναι κριτής φοβερός, όστις εν τη δικαιοσύνη του θα ρίψη εις την άβυσσον τους αμαρτωλούς και τους απίστους. Ουαί του κόσμω και ουαί τοις αμαρτωλοίς, ότι ουκ έσται επ' αυτούς έλεος . . . Χριστέ! σε βλέπω . . . Αστέρες πίπτουσιν, ο ήλιος σκοτίζεται, η γη ανοίγεται εις κρημνούς και οι νεκροί εγείρονται . . . Και συ έρχεσαι εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού μετά δυνάμεως και δόξης των αγγέλων σου, εν λαίλαπι και αστραπή! Χριστέ! σε βλέπω, σε ακούω».
Αίφνης το άντρον αντήχησεν εξ υποκώφου βροντής, την οποίαν ηκολούθησε μετ' ολίγον δευτέρα και τρίτη . . . Εις την φλεγομένην πόλιν σειραί ολόκληροι οικιών αποτεφρωμέναι κατέρρεον.
Διά τους πλείστους χριστιανούς, αι βρονταί εκείναι εφαίνοντο το οριστικόν σημείον της φοβεράς κρίσεως. Τότε ο θείος τρόμος εκυρίευσε την ομήγυριν, πολυάριθμοι φωναί επανέλαβον: «Η ημέρα της κρίσεως! αληθώς, ιδού ήλθεν!»
— Ευσπλαγχνίσθητι, Λυτρωτά! έκραζον.
Μερικοί εξωμολογούντο μεγαλοφώνως τας αμαρτίας των. Άλλοι ερρίπτοντο εις τας αγκάλας των οικείων των, όπως αισθανθώσι κατά την τρομεράν στιγμήν καρδίαν φίλων πάλλουσαν πλησίον της ιδικής των.
Έπειτα ηκούσθη και πάλιν η φωνή του Κρίσπου, όστις εκραύγαζε:
— Παραιτήσατε τα εγκόσμια αγαθά, διότι η γη θα εκλίπη υπό τους πόδας σας! Παραιτήσατε τους έρωτας τους γηίνους! Ουαί εις τον προκρίνοντα την κτίσιν υπέρ τον Κτίσαντα! Ουαί εις τους πλουσίους! Ουαί εις τους ακολάστους!
Μία βροντή ακόμη ισχυροτέρα εκλόνισε τας κατακόμβας· όλοι έπεσαν πρηνείς εις την γην με εσταυρωμένους βραχίονας, όπως αμυνθώσι διά του σημείου τούτου κατά των κακοποιών πνευμάτων.
Εν τη σιγή δεν ηκούοντο, ειμή εκφράσεις ασθματικαί και τρομασμέναι: «Ιησού γλυκύτατε! Ιησού μακρόθυμε!» Εδώ και εκεί μικρά παιδία έκλαιον. Αίφνης γαλήνιος φωνή ηκούσθη λέγουσα:
— Ειρήνη υμίν!
Ήτο ο απόστολος Πέτρος, όστις εκείνην την στιγμήν ήλθεν εις το
Άντρον.
Εις τους λόγους τούτους ο τρόμος διελύθη, όπως διαλύεται ο τρόμος του ποιμνίου, όταν εμφανίζεται ο ποιμήν. Ηγέρθησαν πάντες. Οι πλησιέστεροι προς αυτόν κατεφίλουν τα γόνατά του, ως εάν εζήτουν καταφύγιον υπό τας προστατευτικάς πτέρυγας.
Εκείνος έτεινε τας χείρας επί του αγωνιώντος πλήθους:
— Διατί ταράττεσθε εν ταις καρδίαις υμών; Τις εξ υμών θα μαντεύση τι το συμβησόμενον επ' αυτώ πριν έλθη η ώρα; Ο Κύριος ετιμώρησεν εν πυρί την Βαβυλώνα, ήτις εμέθυσε τον κόσμον με τον οίνον της εμμανούς πορνείας της, αλλ' εφ' υμάς, τους καθαρισθέντας διά του βαπτίσματος, ων αι αμαρτίαι εξηγοράσθησαν υπό του αμνού του αμώμου και ασπίλου, το έλεός Του θα εξαπλωθή. Και θα αποθάνετε με το όνομά Του εις τα χείλη σας. Ειρήνη υμίν!
Μετά τας απειλάς του Κρίσπου οι λόγοι του Πέτρου υπήρξαν βάλσαμον διά το πλήθος. Ο θείος έρως ανεπλήρωσε τον θείον τρόμον και εκυρίευσε τας ψυχάς. Πανταχόθεν εκραύγαζον: «Είμεθα τα πρόβατά σου». Πολλοί εγονυπέτουν εις τους πόδας του λέγοντες: «Μη εγκαταλίπης ημάς κατά την ημέραν της καταστροφής».
Ο Βινίκιος έψαυσε το κράσπεδον του ιματίου του Αποστόλου και χαμηλώσας την κεφαλήν παρεκάλεσεν ως εξής:
— Σώσον με, αυθέντα. Εζήτησα την Λίγειαν εν τω μέσω της πυρκαϊάς και του θορύβου. Ουδαμού την εύρον· αλλά πιστεύω ακραδάντως ότι συ δύνασαι να μου αποδώσης αυτήν.
Ο Πέτρος έθεσε την χείρα επί της κεφαλής του Βινικίου και είπεν:
— Έχε πίστιν! και ακολούθει με.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Η πόλις εξηκολούθει να καίηται. Ο άνεμος είχε τραπή και έπνεε τώρα από της θαλάσσης μετά δαιμονιώδους σφοδρότητος. Ο λαός είχε λάβει απειλητικήν στάσιν.
— Άρτον και στέγην, εκραύγαζεν.
Εις μάτην οι πραιτωριανοί προσεπάθουν να συγκρατήσωσι την τάξιν. Εδώ ανθίσταντο φανερά με τα όπλα εις τας χείρας· απωτέρω άνθρωποι άοπλοι ανέκραζον:
— Τολμήσατε να μας σφάξετε έμπροσθεν της πυρκαϊάς ταύτης!
Κατηρώντο τον Καίσαρα, κατηρώντο τους ευνοουμένους πατρικίους.
Όταν την νύκτα ο πρώτος επισιτισμός έφθασεν, ο όχλος κατηδάφισε την κυρίαν πύλην του Εμπορίου και διήρπασε τα τρόφιμα. Εις το φως της πυρκαϊάς εμάχοντο διά τους άρτους, των οποίων μεγάλη ποσότης κατεπατήθη υπό τους πόδας· το άλευρον των σχισθέντων σάκκων κατελεύκανε το έδαφος. Το σκάνδαλον έπαυσεν, όταν οι στρατιώται περικυκλώσαντες τας αποθήκας, ήρχισαν να κατατοξεύωσι το πλήθος.
Διηγούντο ότι, κατά προσταγήν του Καίσαρος, αι επαρχίαι της Ασίας και Αφρικής θα εγυμνούντο από όλα τα πλούτη των, τα οποία θα διενέμοντο μεταξύ των κατοίκων της Ρώμης, εις τρόπον ώστε να δύναται πάς τις να ανακτίση την οικίαν του.
Αλλά συγχρόνως διέσπειρον την είδησιν ότι το ύδωρ των υδραγωγείων είχε δηλητηριασθή και ότι ο Νέρων ήθελε να καταστρέψη την πόλιν και να εξολοθρεύση τους κάτοικους μέχρι του τελευταίου, διά να μεταβή εις την Ελλάδα και την Αίγυπτον, και εκείθεν να βασιλεύη της οικουμένης. Ερεθισμός σφοδρός επεκράτει.
Η πυρκαϊά επλησίαζε το Παλατίνον. Ο Τιγγελίνος συγκεντρώσας όλας τας δυνάμεις των Πραιτωριανών, έστελλε προς τον Καίσαρα ταχυδρόμους, τον ένα μετά τον άλλον, ικετεύων αυτόν να επανέλθη, όπως μη χάση τίποτε εκ του μεγαλείου του θεάματος, διότι η πυρκαϊά είχεν επεκταθή ακόμη. Αλλ' ο Νέρων, όστις είχεν εκκινήσει, ήθελε να φθάση την νύκτα, οπότε η πυρκαϊά θα έφθανεν εις τον κολοφώνα της καταστρεπτικής δυνάμεώς της.
Τέλος περί το μεσονύκτιον έφθασαν αντικρύ των τειχών αυτός και η πολυάριθμος ακολουθία του εκ συγκλητικών, ιπποτών απελευθέρων, δούλων, γυναικών και παιδίων. Δεκαέξ χιλιάδες πραιτωριανοί, κλιμακηδόν τεταγμένοι εις γραμμάς μάχης καθ' όλην την οδόν, επηγρύπνουν διά την ασφάλειαν της εισόδου του. Και ο λαός ετόξευε βλασφημίας, ωρύετο και εσύριζεν εις την θέαν της πομπής, αλλά καμμίαν βιαιοπραγίαν δεν ετόλμα. Από θέσεως εις θέσιν εξερρήγνυντο αι επευφημίαι εκείνων, οίτινες μη έχοντες περιουσίαν, ουδέν είχον απολέσει, και οίτινες προέβλεπον μίαν διανομήν σίτου, ελαίου, ενδυμάτων και χρημάτων πλέον γενναιόδωρον της συνήθους. Αλλ' αι κατακραυγαί και οι συριγμοί, ως και αι επευφημίαι, εκαλύφθησαν αίφνης υπό της θορυβώδους συναυλίας των κεράτων και των σαλπίγγων, την οποίαν διωργάνωσεν ο Τιγγελίνος. Ο Νέρων, αφού υπερέβη την Ωστίαν Πύλην, εστάθη προς στιγμήν και εφώναξε:
«Μονάρχης χωρίς κατοικίαν λαού αστέγων, πού λοιπόν θα κλίνω την νύκτα την κεφαλήν μου την τάλαιναν;» Έπειτα υπερβάς την Δελφινίαν Πέτραν, ανήλθε διά κλίμακος επίτηδες παρασκευασθείσης εις το Αππιανόν υδραγωγείον, ανήλθον δε επίσης οι αυγουστιανοί και ο χορός των ψαλτών μετά κιθαρών και βαρβίτων.
Εις τα στήθη πάντων η πνοή εκρατείτο επί τη προσδοκία των σεπτών λόγων, τους οποίους θα επρόφερεν ο Νέρων. Αλλ' εκείνος ίστατο εκεί επίσημος και άφωνος με πορφυράν χλαμύδα επί των ώμων, με το βλέμμα προσηλωμένον εις την λύσσαν της πυρκαϊάς. Όταν ο Τέρπνος τω παρουσίασε την βάρβιτον, ύψωσε τους οφθαλμούς εις τον καιόμενον ουρανόν, αναμένων την έμπνευσίν του.
Μακρόθεν ο λαός εδείκνυε τον αυτοκράτορά του, τον οποίον περιέλουεν η αιματόχυτος λάμψις. Εις το βάθος εσύριζον και εκρότουν αι οφιοειδείς φλόγες και εκαίοντο τα προαιώνια και ιερά λείψανα. Διά μέσου των φλογίνων χαιτών διεφαίνετο ενίοτε το Καπιτώλιον. Το παρελθόν της Ρώμης εφλέγετο . . . .
Και εκείνος, ο Καίσαρ, έμενεν εκεί με βάρβιτον εις την χείρα, με το προσωπείον τραγικού υποκριτού. Η σκέψις του δεν εφέρετο προς την πατρίδα την καταρρέουσαν. Ανελογίζετο την στάσιν και τας απαγγελίας, δι' ων θα παρίστατο το μέγεθος της καταστροφής. Εμίσει την πόλιν ταύτην, εμίσει τον λαόν, δεν ηγάπα ειμή μόνον το άσμα το ιδικόν του, και τους στίχους του! Και εν τη καρδία του ευφραίνετο, διότι έβλεπε τέλος μίαν τραγωδίαν αυτούσιον. Τι να επιθυμήση περισσότερον; Η Ρώμη, η Πόλις, η κυρίαρχος Ρώμη καίεται εν πυρί!
Και αυτός, ο Καίσαρ, υψούται επί των αψίδων του υδραγωγείου, με χρυσήν βάρβιτον ανά χείρας, ορατός εξ όλων των περάτων του ορίζοντος, λουόμενος εκ πορφύρας, περιπαθής. Κάτω εις την σκιάν, τόσω μακράν, γογγύζει και συνταράσσεται ο λαός. Ας γογγύζη! Γενεαί θα παρέλθωσι, χιλιάδες ετών θα διαρρεύσωσιν εις την άβυσσον του χρόνου και οι αιώνες οι νέοι θα δοξάσωσιν ακόμη τον ποιητήν, όστις κατά την νύκτα ταύτην την θεσπεσίαν έψαλλε την πτώσιν και την πυρπόλησιν της Τροίας. Τι ήτο ο Όμηρος εν συγκρίσει προς τον Καίσαρα;
Ο Καίσαρ ύψωσε τας χείρας, και πλήξας τας χορδάς απήγγειλε τους λόγους του Πριάμου:
«Κοιτίς των πατέρων μου, λίκνον τόσον προσφιλές εις την ψυχήν μου. . .»
Εις το ύπαιθρον, εν μέσω των εκρήξεων της πυρκαϊάς, του γογγυσμού του πλήθους, η φωνή του εφαίνετο παραδόξως ισχνή, και αι χορδαί των βαρβίτων υπήχουν ως βόμβοι εντόμων. Αλλ' οι συγκλητικοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι αυγουστιανοί είχον ταπεινώσει την κεφαλήν και ήκουον εν αφώνω εκστάσει. Επί πολύ έψαλε και η φωνή του ολίγον κατ' ολίγον επληρώθη πικρίας. Όταν εσταμάτα όπως αναπνεύση, οι ψάλται επανελάμβανον εν χορώ τους τελευταίους στίχους· έπειτα ο Νέρων με μίαν κίνησιν ανέρριψεν επί των ώμων του την τραγικήν ποδήρη εσθήτά του, εχόρδισε μίαν συμφωνίαν και έψαλλεν. Όταν ετελείωσεν ο ύμνος, ήρχισε να αυτοσχεδιάζη, αναζητών μεγάλας μεταφοράς εις την εικόνα την ανελισσομένην ενώπιόν του. Και το πρόσωπόν του ολίγον κατ' ολίγον ήλλαξαν έκφρασιν. Η καταστροφή της γενεθλίου του πόλεως δεν τον είχε ποσώς συγκινήσει· αλλ' εμεθύσθη εις τοιούτον βαθμόν εκ του πάθους των ιδίων λόγων του, ώστε οι οφθαλμοί του επληρώθησαν δακρύων. Τότε αφήκε την βάρβιτον, ήτις εβόμβησεν εις τους πόδας του, και τυλιχθείς με την ποδήρη εσθήτά του έμεινεν ως απολιθωμένος, όμοιος με μίαν των Νιοβίδων, αι οποίαι εστόλιζον την αυλήν του Παλατινού.
Θύελλα επευφημιών διέκοψε την σιγήν. Αλλά μακρόθεν απήντησεν εις αυτόν η αγρία ωρυγή του πλήθους. Εκεί κάτω ουδείς πλέον αμφέβαλλεν, ότι ο Καίσαρ είχε διατάξει να καύσωσι την πόλιν, διά να απολαύση έν θέαμα και να ψάλλη ύμνους.
Εις την κραυγήν εκείνην, την εξερχομένην από εκατοντάδας χιλιάδων στηθών, ο Νέρων εστράφη προς τους αυγουστιανούς, με το μελαγχολικόν και καρτερικόν μειδίαμα ανθρώπου, διά τον οποίον οι άλλοι είνε άδικοι και κακοί.
— Ιδέτε, είπε, τον τρόπον κατά τον οποίον με εκτιμούν οι Κύρητες,
εμέ, και πώς απολαμβάνουσι την ποίησιν!
— Τα καθάρματα! απήντησεν ο Βατίνιος. Πρόσταξον, κύριε, την φρουράν
των πραιτωριανών να επιτεθή εναντίον των.
Ο Νέρων εστράφη προς τον Τιγγελίνον.
— Δύναμαι να βασίζωμαι εις την πίστιν των στρατιωτών:
— Ναι, θεσπέσιε, απήντησεν ο αρχηγός.
Αλλ' ο Πετρώνιος ύψωσε τους ώμους.
— Εις την πίστιν των, αλλ' όχι εις τον αριθμόν των. Μείνε εκεί όπου είσαι, διότι αυτό είναι ασφαλέστερον· αλλά πρέπει εξ άπαντος να πραϋνθή ο λαός ούτος.
Ο Σενέκας ετάχθη με την γνώμην ταύτην καθώς και ο ύπατος Λικίνιος.
Εν τούτοις ο αναβρασμός κάτω εγίνετο ορμητικώτερος. Ο λαός ωπλίζετο με λίθους, με πασσάλους σκηνών, με σανίδας αποσπωμένας από τα αμάξια και με παν σιδηρούν αντικείμενον. Αρχηγοί τινες λόχων ήλθον να δηλώσουν ότι οι πραιτωριανοί, υπό την πίεσιν του πλήθους, ησθάνοντο μεγίστην δυσκολίαν να παραμείνουν εις την γραμμήν της μάχης. Μη έχοντες διαταγήν να επιτεθώσι δεν ήξευρον τι να πράξωσι.
— Θεοί αθάνατοι! είπεν ο Νέρων, οποία νυξ! Από το έν μέρος η πυρκαϊά· από το άλλο τα απολελυμένα κύματα του όχλου!
Και εξηκολούθησε να ζητή λέξεις διά να εκφράση λαμπρώς όλον τον κίνδυνον της παρούσης ώρας. Αλλά βλέπων πέριξ του ωχρά πρόσωπα και ανησύχους οφθαλμούς εφοβήθη και αυτός επίσης.
— Δώσατέ μου τον αμαυρόν μανδύαν μου, με μίαν κουκούλαν! διέταξεν ούτος. Άρα γε θα απολήξη το πράγμα εις μάχην;
— Κύριε, είπεν ο Τιγγελίνος με φωνήν διστακτικήν, έπραξα ό,τι εξηρτάτο από εμέ, αλλ' ο κίνδυνος απειλεί . . . Ομίλησε εις αυτούς, αυθέντα, ομίλησε προς τον λαόν σου, και δος αυτώ υποσχέσεις!
— Ο Καίσαρ να ομιλήση προς τον όχλον; ας ομιλήση άλλος εξ ονόματός μου. Ποίος αναλαμβάνει;
— Εγώ, απήντησεν ο Πετρώνιος λίαν ατάραχος.
— Εμπρός, φίλε μου! είσαι ο πιστότερος εις όλας τας δυσχερείας . . .
Εμπρός και μη φείδου υποσχέσεων.
Ο Πετρώνιος έστρεψε προς την συνοδείαν πρόσωπον αμέριμνον και ειρηνικόν.
— Οι παρόντες συγκλητικοί, είπε, θα με ακολουθήσουν . . . . καθώς και
ο Πίσων, ο Σενεκίων και ο Νέρβας.
— Κατήλθε βραδέως την κλίμακα του υδραγωγείου. Εκείνοι, τους οποίους είχεν ονομάσει, εδίστασαν, κατόπιν τον ηκολούθησαν εμψυχωθέντες εκ της αταραξίας του.
Σταθείς παρά τας αψίδας ο Πετρώνιος εζήτησε να του δώσουν ίππον λευκόν, ανήλθεν επ' αυτού και ακολουθούμενος υπό των συντρόφων του διηυθύνθη διά μέσου των βαθέων στοίχων των πραιτωριανών, προς το μαύρον πλήθος, το ωρυόμενον· ήτο άοπλος, έχων μόνον εις χείρας το λεπτόν ελεφάντινον ραβδίον του, το οποίον έφερε συνήθως, και όταν έφθασεν, εισήλθε με τον ίππον του εντός του πλήθους.
Αι κραυγαί εγίνοντο ακόμη εντονώτεραι και συνεχωνεύθησαν εις ένα απάνθρωπον βρυχηθμόν. Οι πάσσαλοι, αι ράβδοι, αι μάχαιραι διεσταυρώθησαν υπέρ την κεφαλήν του Πετρωνίου. Βίαιαι χείρες εξετάθησαν προς τους χαλινούς του ίππου του και προς αυτόν. Αλλ' εκείνος εξηκολούθει να προχωρή πράος και αγέρωχος.
Ενίοτε έπληττε διά της ράβδου τους τολμηροτέρους, ως εάν επρόκειτο να διανοίξη δίοδον διά μέσου ειρηνικού πλήθους· και η ψυχραιμία του έκαμεν εντύπωσιν εις τον όχλον.
Τέλος τον ανεγνώρισαν και πλήθος φωνών ανέκραξαν:
— Ο Πετρώνιος! Ο Κριτής της φιλοκαλίας!
— Ο Πετρώνιος! επανέλαβον πανταχόθεν.
Και καθόσον το όνομά του διεδίδετο, τα πρόσωπά των εγίνοντο ολιγώτερον αγριωπά, αι ωρυγαί των ολιγώτερον θηριώδεις.
Ο Πετρώνιος αφήρεσε την λευκήν τήβεννόν του την ερυθροϋφή, την εσήκωσεν εις τον αέρα και την περιέστρεψε, σημαίνων ότι ήθελε να ομιλήση.
— Σιωπή! Σιωπή! εφώναξαν εις το πλήθος.
Αμέσως έγινε σιγή. Τότε εγερθείς επί του ίππου του ωμίλησε με βροντώδη φωνήν:
— Πολίται! Όσοι με ακούσωσιν, ας επαναλάβωσι τους λόγους μου προς τους γείτονάς των και όλοι ας φερθώσιν ως άνθρωποι, όχι ως θηρία εις την κονίστραν.
— Μάλιστα! Μάλιστα! απήντησαν αι φωναί.
— Ακούσατε! Η πόλις θα ανακτισθή. Οι κήποι του Λουκούλλου, του Μαικήνα, του Καίσαρος και της Αγριππίνης θα σας ανοιχθώσιν. Αύριον θα αρχίση η διανομή σίτου, οίνου και ελαίου, ώστε έκαστος να δυνηθή να γεμίση την κοιλίαν του μέχρι του φάρυγγος. Κατόπιν ο Καίσαρ θα σας δώση αγώνας, ομοίους των οποίων ουδέποτε θα έχετε ιδή· κατά τους αγώνας θα σας παραθέση συμπόσια και θα σας κάμη γενναιοδωρίας. Θα είσθε πλουσιώτεροι ή προ της πυρκαϊάς!
Είς ψίθυρος απήντησεν εις τον Πετρώνιον. Οι πλησιέστεροι μετέδιδον τους λόγους του εις εκείνους οίτινες ευρίσκοντο απωτέρω. Και αι κραυγαί της οργής ή της επιδοκιμασίας, αίτινες ηγείροντο εδώ και εκεί, συνεχωνεύθησαν μετ' ολίγον εις την άπειρον ομόθυμον κραυγήν:
— Άρτον και ιπποδρομίας!
Και αφού επέβαλε σιγήν διά της χειρός, πάλιν με φωνήν ηχηράν επανέλαβεν ο Πετρώνιος.
— Σας υπόσχομαι άρτον και αγώνας. Και τώρα ανευφημήσατε τον Καίσαρα, όστις σας τρέφει και σας ενδύει . . . Κατόπιν, ύπαγε να κοιμηθής, αγαπητέ λαέ, επειδή πλησιάζει να εξημερώση.
Ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον, και πλήττων ελαφρώς εις την κεφαλήν ή το πρόσωπον εκείνους οίτινες τω απέκλειον την οδόν, επέστρεψε βραδέως εις τας τάξεις των πραιτοριανών. Εκ του ύψους των υδραγωγείων δεν είχον εννοήσει την κραυγήν: «Άρτον και ιπποδρομίας!» και ενόμιζον ότι επρόκειτο περί νέας εκρήξεως μανίας. Δεν ανέμενον μάλιστα να ίδωσι τον Πετρώνιον επανερχόμενον ποτέ πλέον.
Ο Νέρων, όταν τον είδεν επιστρέφοντα, έτρεξε μέχρι των βαθμίδων.
— Πώς; τι συμβαίνει εκεί κάτω; Μάχονται;
Ο Πετρώνιος ανέπνευσε βαθέως.
— Μα τον Πολυδεύκην! είπε, το ένα βρωμά και το άλλο μυρίζει: Ας μου δώση κάποιος ολίγον αναψυκτικόν! θα λιποθυμήσω!
Έπειτα, στραφείς προς τον Καίσαρα:
— Τους υπεσχέθην σίτον, έλαιον, αγώνας και ελευθέραν είσοδον εις τους κήπους. Σε λατρεύουν και πάλιν και αλαλάζουν προς τιμήν σου με τα σκασμένα χείλη των. Αθάνατοι θεοί, πόσον δυσάρεστον οσμήν έχει ο όχλος αυτός!
— Οι πραιτωριανοί ήσαν έτοιμοι, ανέκραξεν ο Τιγγελίνος και οι φωνασκοί, εάν δεν τους κατεπράυνες, θα εσιώπων διά παντός. Τι κρίμα, Καίσαρ, να μη επιτρέψης να γίνη χρήσις της βίας!
Ο Πετρώνιος τον παρετήρησε προς στιγμήν, ύψωσε τους ώμους και είπε:
— Τίποτε δεν εχάθη. Θα λάβης ίσως την ευκαιρίαν να μεταχειρισθής βίαν αύριον.
— Όχι, όχι! ανέκραξεν ο Καίσαρ, θα τους ανοίξω τους κήπους, θα τους διανείμω άρτον. Ευχαριστώ, Πετρώνιε. Θα δώσω αγώνας. Και τον ύμνον αυτόν, τον οποίον σας έψαλα απόψε, θα τον ψάλω δημοσία.
Ειπών αυτά, έθηκε την χείρα επί του ώμου του Πετρωνίου και, μετά τινα σιγήν, ηρώτησεν
— Έσο ειλικρινής· πώς σου εφάνη;
— Ήσο άξιος του θεάματος, όπως το θέαμα ήτο άξιον σου! απεκρίθη ο
Πετρώνιος. Έπειτα στραφείς προς την πυρκαϊάν:
— Ας την θεωρήσωμεν ακόμη μίαν φοράν και ας είπωμεν το χαίρε εις την
αρχαίαν Ρώμην.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Οι λόγοι του Αποστόλου είχον επαναφέρει την εμπιστοσύνην εις τας ψυχάς των χριστιανών. Κατέλιπον ο είς μετά τον άλλον τας κατακόμβας και επανήλθον εις τας προσωρινάς κατοικίας των. Τινές μάλιστα εβάδιζον προς την Τρανστιβέρην, διότι εκυκλοφόρει η είδησις ότι επειδή ο άνεμος έπνεε προς το μέρος του ποταμού, το πυρ είχεν εντοπισθή. Ο Πέτρος συνοδευόμενος υπό του Βινικίου και του Χίλωνος, εξήλθε και αυτός του υπογείου. Άνθρωποι ήρχοντο να ασπασθούν τας χείρας και το κράσπεδον του ιματίου του Αποστόλου· μητέρες έτεινον προς αυτόν τα τέκνα των· άλλοι εγονάτιζον εις τον σκοτεινόν δρόμον και, υψούντες προς αυτόν τους φανούς των, επεκαλούντο την ευλογίαν του· άλλοι τον ηκολούθουν ψάλλοντες. Όταν έφθασαν εις ελεύθερον χώρον, οπόθεν εφαίνετο ήδη η φλεγομένη πόλις, ο Απόστολος, αφού έκαμε τρις το σημείον του σταυρού επί της Ρώμης, εστράφη προς τον Βινίκιον και είπε:
— Μη φοβού. Η καλύβη του λατόμου είναι πλησίον εδώ. Θα εύρωμεν εκεί την Λίγειαν μετά του Λίνου και του πιστού υπηρέτου της. Ο Χριστός, όστις σου την προώρισε, την έσωσε προς χάριν σου.
Ο Βινίκιος κατελήφθη υπό τοιούτης αδυναμίας, ώστε έπεσεν εις τους πόδας του Αποστόλου και, ασπαζόμενος τα γόνατά του, έμεινεν εις την θέσιν εκείνην αδρανής, ανίκανος να προφέρη λεξιν.
Ο Απόστολος, προφυλασσόμενος από την ευγνωμοσύνην και τα εγκώμια εκείνα έλεγεν:
— Όχι εις εμέ· εις τον Χριστόν!
— Οποία λαμπρά θεότης! ανέκραξεν όπισθεν των ο Χίλων.
Έγειρε και ακολούθει μοι, είπεν ο Πέτρος, λαμβάνων διά της χειρός τον νέον τριβούνον, και εξηκολούθησαν τον δρόμον των.
Καθ' οδόν ο Βινίκιος ικέτευσε τον Πέτρον:
— Διδάσκαλε, πλύνον με εις το ύδωρ του βαπτίσματος, διά να δύναμαι να λέγωμαι αληθής λάτρης του Χριστού, διότι τον αγαπώ με όλην την δύναμιν της ψυχής μου. Βάπτισόν με τάχιστα, καθότι είμαι ήδη έτοιμος εν τη καρδία μου. Πάν ό,τι με διατάξης θα το πράξω: συ δε ειπέ μοι, τι δύναμαι να πράξω ακόμη.
— Να αγαπάς τους ανθρώπους ως αδελφούς, απήντησεν ο Απόστολος, διότι διά της αγάπης δύνασαι να τον υπηρετήσης, εκείνος δε θα σε ευλογή, σε και τον οίκον σου.
Η καλύβη του λατόμου ήτο είδος άντρου ωρυγμένου εις το κοίλωμα του βράχου του κλεισμένου εκ του ενός μέρους διά τοίχου από χώματα και σχοίνους. Η θύρα ήτο κλειστή, αλλά διά του ανοίγματος, όπερ εχρησίμευεν ως παράθυρον, διέκρινέ τις το εσωτερικόν, φωτιζόμενον υπό της εστίας. Γιγαντιαία μορφή ηγέρθη εις προϋπάντησιν των νεοερχομένων και ηρώτησε:
— Τίνες είσθε;
— Δούλοι του Χριστού! απήντησεν ο Πέτρος. Ειρήνη σοι, Ουρβανέ!
Ο Ούρσος έκλινε μέχρι των ποδών του Αποστόλου, έπειτα αναγνωρίσας τον
Βινίκιον, έλαβε την χείρα του και την έφερεν εις τα χείλη του.
— Ήλθες, αυθέντα! Ευλογητόν το όνομα του Χριστού διά την χαράν, την
οποίαν θα λάβη η Γαλλίνα!
Ήνοιξε την θύραν και εισήλθον. Ο Λίνος ασθενών έκειτο επί αχυρίνης στρωμνής με το πρόσωπον κάτισχνον και το μέτωπον κάτωχρον. Πλησίον της εστίας εκάθητο η Λίγεια, κρατούσα εις τας χείρας βούρλον μικρών ιχθύων προωρισμένων διά το δείπνον. Αφωσιωμένη εις το να εξαγάγη τους ιχθύς εκ του βούρλου και με την βεβαιότητα ότι θα ήτο ο Ούρσος δεν εκινήθη ποσώς. Ο Βινίκιος επλησίασε και καλέσας αυτήν έτεινε τους βραχίονας. Εκείνη ηγέρθη ζωηρά, λάμψις εκπλήξεως και χαράς διήλθε διά του μετώπου της και χωρίς να είπη λέξιν ερρίφθη εις τας αγκάλας του Βινικίου. Εκείνος την έθλιψεν επί του στήθους του μετά ζέσεως, έπειτα έλαβε τους κροτάφους της διά των δύο χειρών και την κατεφίλει εις το μέτωπον και τους οφθαλμούς· τέλος της διηγήθη την αναχώρησίν του, την άφιξη του, και πώς την είχε ζητήσει εντός των τειχών και εις την οικίαν του Λίνου, και πόσον είχεν υποφέρει, έως ότου ο Απόστολος του υπέδειξε το άσυλόν της.
— Αλλά τώρα, έλεγε, τώρα, αφού σε επανεύρον, δεν θα σε αφήσω εδώ. Θα σε σώσω, θα σας σώσω όλους, φιλτάτη μου! Θέλετε να έλθετε μαζί μου εις το Άντιον; Απ' εκεί θα επιβιβασθώμεν πλοίου διά Σικελίαν. Τα κτήματά μου είναι κτήματά σας, αι οικίαι μου είναι οικίαι σας. Εις την Σικελίαν θα ανεύρωμεν τους Αούλους, θα σε αποδώσω εις την Πομπωνίαν και θα σε παραλάβω κατόπιν από των χειρών της. Δεν είναι αληθές, παμφιλτάτη μου, ότι δεν έχεις πλέον φόβον από εμέ; Δεν ελούσθην ακόμη εις το ύδωρ του βαπτίσματος, αλλά δύνασαι να ερωτήσης τον Πέτρον αν δεν τον παρεκάλεσα να με βαπτίση. Έχε εμπιστοσύνην εις εμέ. Σεις όλοι, έχετε εμπιστοσύνην.
Η Λίγεια ήκουε με το πρόσωπον ακτινοβόλον. Η αναχώρησις διά την ειρηνικήν Σικελίαν θα ήνοιγε νέαν εποχήν ευτυχίας εις την ζωήν των. Εάν ο Βινίκιος δεν επρότεινε να παραλάβη ειμή μόνον αυτήν, εκείνη πιθανώς θα ανθίστατο εις τον πειρασμόν, μη θέλουσα ποσώς να καταλίπη τον Απόστολον και τον Λίνον. Αλλ' ο Βινίκιος είπεν:
«Έλθετε μαζί μου, τα κτήματά μου είναι κτήματά σας, αι οικίαι μου, οικίαι σας!»
Και η Λίγεια έκυψε διά να ασπασθή την χείρα του και εψιθύρισεν:
— Η εστία σου θα είναι εστία μου.
Έπειτα, συσταλείσα διότι επρόφερε την φράσιν των νεονύμφων, ηρυθρίασεν υπερβολικά και έμεινεν ακίνητος εις το φέγγος της εστίας.
Ο Βινίκιος εστράφη προς τον Πέτρον:
— Η Ρώμη καίεται κατά προσταγήν του Καίσαρος, είπε. Τις είδεν αν δεν διατάξη να σφάξη όλους τους κατοίκους διά του στρατού του; Τις οίδεν εάν, μετά την πυρκαϊάν, δεν έλθουν άλλαι πληγαί, — ο εμφύλιος πόλεμος, ο λιμός, αι προγραφαί, αι δολοφονίαι; Λοιπόν κρυφθήτε, και ας κρύψωμεν την Λίγειαν. Εν Σικελία θα περιμείνετε εν ειρήνη το τέλος της λαίλαπος και θα επανέλθετε κατόπιν διά να σπείρετε τον καλόν σπόρον.
Την ιδίαν στιγμήν, είς εργάτης, ο φύλαξ του σταδίου, εισήλθεν ασθμαίνων και έκραξε κλείων την θύραν:
— Σφάζουν γύρω εις τον Κίρκον του Νέρωνος. Οι δούλοι και οι
θηριομάχοι ώρμησαν κατά των πολιτών.
— Ακούετε! είπεν ο Βινίκιος.
— Το ποτήριον επλήσθη, είπεν ο Απόστολος, και αι καταστροφαί θα είναι, ως η θάλασσα, απύθμενος, χωρίς όρια . . . .
Έπειτα στραφείς προς τον Βινίκιον και δεικνύων αυτώ την Λίγειαν:
— Λάβε την παιδίσκην ταύτην, την οποίαν ο Θεός σου προώρισε, και
σώσε την. Ο Λίνος, όστις ασθενεί, και ο Ούρσος θα σας ακολουθήσουν.
Αλλ' ο Βινίκιος, όστις είχεν αρχίσει να αγαπά τον Απόστολον με όλην την δύναμιν της ορμητικής ψυχής του, ανέκραξε:
— Σου ορκίζομαι, διδάσκαλε, ότι δεν θα σε αφήσω εδώ διά να
απολεσθής!
— Και ο Κύριος θα σε ευλογήση διά την προαίρεσίν σου, απεκρίθη ο Πέτρος· αλλά δεν ηξεύρεις ότι ο Χριστός μου είπε τρις παρά την λίμνην της Τιβεριάδος: «Ποίμαινε τα πρόβατά μου!» Λοιπόν, εάν συ, εις τον οποίον ουδείς με ενεπιστεύθη, λέγεις ότι δεν θα με αφήσης εδώ διά να απολεσθώ, πώς θέλεις ίνα εγώ εγκαταλίπω το ποίμνιόν μου κατά την ημέραν του κινδύνου; Όταν τρικυμία ετάραττε την λίμνην και ημείς ετρομάξαμεν, εκείνος δεν μας εγκατέλειψε. Και εγώ, ο δούλος, πώς να μη ακολουθήσω το παράδειγμα του Κυρίου μου;
Ο Λίνος ήγειρε το ισχνόν πρόσωπόν του.
— Εφημέριε του Κυρίου, πώς να μη ακολουθήσω και εγώ το παράδειγμά σου;
Ο Βινίκιος έφερε την χείρα εις το μέτωπον, παλαίων με τους ιδίους λογισμούς του· αίφνης έδραξε την χείρα της Λιγείας, και με φωνήν, εν τη οποία έπαλλεν η δραστηριότης του Ρωμαίου στρατιώτου, είπεν:
— Ακούσατέ με, Πέτρε, Λίνε και συ Λίγεια! Εγώ έλεγον ό,τι με συνεβούλευε το λογικόν των ανθρώπων. Το λογικόν, το οποίον κατοικεί εις την ψυχήν την ιδικήν σας, εκπηγάζει από τας εντολάς του Σωτήρος. Ναι! δεν ενόησα· ναι! επλανήθην, διότι από τους οφθαλμούς μου τα λέπυρα δεν έπεσαν και ο παλαιός χαρακτήρ μου δεν απέθανεν εντελώς παρ' εμοί. Αλλ' αγαπώ τον Χριστόν και θέλω να είμαι θεράπων του, και επειδή εδώ πρόκειται περί πράγματος πολυτιμοτέρου από την ζωήν μου, γονυπετώ ενώπιόν σας και ομνύω ότι και εγώ θα εκτελέσω την εντολήν της αγάπης και δεν θα εγκαταλείψω ποσώς τους αδελφούς μου κατά την ημέραν της συμφοράς!
Ταύτα ειπών, εγονυπέτησεν, έτεινε τους βραχίονας και με οίστρον ενθουσιασμού:
— Ω Χριστέ! σε ενόησα τέλος; Είμαι άξιος σου;
Αι χείρες του έτρεμον· οι οφθαλμοί του έλαμπον εκ δακρύων, το σώμα του έφρισσεν εξ αγάπης και πίστεως . . . Ο Πέτρος ένευσεν εις τον Ούρσον να γεμίση την κολυμβήθραν ύδατος. Εν ακαρεί ο Ούρσος εξετέλεσε την διαταγήν του Αποστόλου.
Ο Πέτρος έλαβεν από του ώμου και της μασχάλης τον Βινίκιον και του υπέδειξε να κατέλθη εις την κολυμβήθραν, λέγων:
— Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Μάρκος, εις το όνομα του Πατρός, και
του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν!
Τότε η θρησκευτική έκστασις κατέλαβε πάντας. Η καλύβη δι' αυτούς έλαμψεν εκ θαυμασίας αίγλης· ήκουσαν θείας μελωδίας· οι βράχοι του σπηλαίου ηνοίχθησαν υπεράνω των κεφαλών των· εξ ουρανού κατήλθον προς αυτούς πτερυγισμοί αγγέλων. Και εκεί υψηλά, εις το αχανές, είδον ένα σταυρόν και δύο διατρήτους χείρας ευλογούσας.
Έξω, αντήχει ο θόρυβος απηλπισμένων κραυγών και καταρρεουσών οικιών εν μέσω των φλογών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Ο λαός κατηυλίζετο εις τους λαμπρούς κήπους της Δομιτίας και της Αγριππίνης, εις το πεδίον του Άρεως και εις τους κήπους του Πομπηίου, του Σαλουστίου και του Μαικήνα. Είχε ζητήσει καταφύγιον εις τας επαύλεις, εις τα παραπήγματα και τα άντρα τα προωρισμένα διά τα θηρία. Οι ταώνες, οι κύκνοι, αι στρουθοκάμηλοι, αι έλαφοι και δορκάδες, οι αίγαγροι, οίτινες απετέλουν τον στολισμόν των κήπων, είχον θυσιασθή υπό την μάχαιραν του όχλου. Από την Όστιαν τα τρόφιμα έφθανον τόσον άφθονα, ώστε ηδύνατό τις να περιπατή επί των σχεδίων και των λέμβων, όπως θα περιεπάτει επί γεφύρας, από της μιας όχθης του Τιβέρεως εις την άλλην. Είχον επιταχθή μεγάλαι παρακαταθήκαι οίνου, ελαίου και καστάνων. Από του όρους έφθανον καθ' εκάστην ποίμνια βοών και προβάτων.
Η γενναιοδωρία του Καίσαρος δεν εσταμάτησε τας μομφάς. Μόνη η τάξις των νυκτοκλεπτών, των λωποδυτών και αλητών ήτο ευχαριστημένη· οι άλλοι, όσοι είχον προσφιλείς υπάρξεις, εκείνοι, των οποίων η περιουσία είχε καταστραφή, δεν εκολακεύθησαν, ούτε εκ της διανομής του σίτου, ούτε εκ της προσδοκίας αγώνων και γενναιοδωριών.
Πλησίον της Μυγιανής Πύλης εγίνοντο συμπλοκαί, όπου εχάνοντο κατά εκατοντάδας οι άνθρωποι. Αι όχθαι του Τιβέρεως ήσαν πλήρεις ανθρώπων πνιγμένων, τους οποίους κανείς δεν έθαπτε και οίτινες επλήρουν τον αέρα λοιμωδών αναθυμιάσεων.
Περί την έκτην ημέραν η πυρκαϊά φθάσασα εις ανοικτούς τόπους εξησθένισε. Πολλοί πλανώμενοι με θλιμμένην την όψιν παρεμέριζον περίλυποι τα καπνίζοντα ερείπια, αναζητούντες εντός αυτών αντικείμενα προσφιλή ή τα οστά αγαπητών υπάρξεων.
Ο Καίσαρ, παρ' όλην την ελευθεριότητά του, παρ' όλα τα δωρεάν διανεμηθέντα υπ' αυτού τρόφιμα, με τρόμον ανελογίζετο τας συνεπείας της καταστροφής και της οργής του λαού. Και αυτοί οι Αυγουστιανοί δεν ήσαν ολιγώτερον ανήσυχοι. Ο Τιγγελίνος εσκέπτετο να μετακαλέση λεγεώνας τινας εκ της Μικράς Ασίας. Ο Βατίνιος, όστις μέχρι τούδε εγέλα όταν ερραπίζετο, είχε χάσει την ευθυμίαν του. Ο Βιτέλλιος δεν είχε πλέον όρεξιν.
Ο Τιγγελίνος συνεβουλεύθη τον Δομίτιον Άφερ και αυτόν τον Σενέκαν, τον οποίον εμίσει. Η Ποππέα, ήτις ενόει πολύ καλά, ότι η καταστροφή του Νέρωνος θα ήτο απόφασις θανάτου δι' αυτήν, συνεβουλεύθη τους οικείους της και τους Ιουδαίους ιερείς (ήτο γενικώς γνωστόν ότι από τινων ετών αύτη επρέσβευε την θρησκείαν του Ιεχωβά). Ο Νέρων αφ' ετέρου επρότεινε μέσα της εμπνεύσεώς του τα οποία ήσαν πολλάκις φρικαλέα και ως επί το πλείστον παράλογα.
Έκαμαν συμβούλιον εν τη οικία του Τιβερίου. Ο Πετρώνιος ήτο της γνώμης να αφήσωσι τας φροντίδας οπίσω των και να μεταβώσιν εις την Ελλάδα, έπειτα εις την Αίγυπτον και εις την Μικράν Ασίαν. Το ταξείδιον είχε προταθή προ πολλού· διατί λοιπόν να αναβληθή ακόμη;
Η πρότασις αύτη ενεθουσίασεν αμέσως τον Καίσαρα. Αλλ' ο Σενέκας αντέτεινε ειπών:
— Είνε εύκολον να αναχωρήση κανείς. Αλλά να επιστρέψη θα είναι
δυσκολώτατον.
— Μα τον Ηρακλή! απήντησεν ο Πετρώνιος, θα επιστρέψωμεν, εάν είναι
ανάγκη, επί κεφαλής των λεγεώνων της Ασίας.
— Ούτω θα πράξω! ανεφώνησεν ο Νέρων.
Ο Πετρώνιος θα ήτο και πάλιν ο άνθρωπος των περιστάσεων.
— Άκουσόν με, Καίσαρ! υπέλαβεν ο Τιγγελίνος, η συμβουλή είνε κινδυνώδης. Πριν φθάσης εις Όστιαν θα εκραγή ο εμφύλιος πόλεμος και τις ηξεύρει αν κανείς μακρυνός απόγονος του θείου Αυγούστου δεν αναγορευθή αυτοκράτωρ;
— Λοιπόν! εφώνησεν ο Νέρων, θα προσποιηθώμεν ότι οι απόγονοι του Αυγούστου δεν υπάρχουν εις την αγοράν. Οι ολίγοι ζώντες ακόμη είνε εύκολον να παραιτηθώσι.
— Πράγματι είνε ευκολώτατον, αλλά και άλλοι ακόμη δύνανται να είνε επικίνδυνοι. Χθες οι στρατιώται μου ήκουον να λέγεται μεταξύ του πλήθους, ότι πρέπει να αναγορευθή αυτοκράτωρ είς άνθρωπος ως ο Θραπεύς.
Ο Νέρων εδάγκασε τα χείλη του.
— Λαός ακόρεστος και αγνώμων! Έχουν αρκετόν σίτον και αρκετήν θερμήν τέφραν διά να ψήσουν τους πλακούντας των τι τους χρειάζεται ακόμη;
— Η εκδίκησις!! απήντησεν ο Τιγγελίνος.
Πάντες εσιώπησαν. Αίφνης ο Καίσαρ ωρθώθη, ανέτεινε την χείρα και απήγγειλεν:
«Εκδίκησιν διψώσιν αι καρδίαι, θύματα δε η εκδίκησις διψά» . . . .
Έπειτα λησμονήσας το παν ανέκραξε, με ακτινοβόλον όψιν:
— Δόσατέ μου τας πινακίδας μου και κάλαμον, ίνα σημειώσω τους στίχους τούτους! Ποτέ ο Λουκιανός δεν έγραψε παρομοίους. Παρατηρήσατε ότι τους εύρον εν ριπή οφθαλμού.
— Ω ποιητά απαράμιλλε! ηκούσθησαν φωναί.
Ο Νέρων εσημείωσε τους στίχους και περιφέρων το βλέμμα του επί τους παρεστώτας:
— Ναι, η εκδίκησις θέλει θύματα! Εάν εσφενδονίζομεν την είδησιν, ότι ο Βατίνιος επυρπόλησε την πόλιν ή άλλος τις σημαντικώτερος, και αν τον εθυσιάζομεν διά να δυνηθώμεν να κορέσωμεν την μανίαν του λαού;
— Τι είμαι λοιπόν εγώ, ω θεότης; ανέκραξεν ο Βατίνιος.
— Είνε αληθές: είς από τους σπουδαιοτέρους . . . και ο Βιτέλλιος;
Ο Βιτέλλιος ωχρίασεν, αλλ' ήρχισε να γελά.
— Το πάχος μου, είπε, θα επροκάλει νέαν πυρκαϊάν.
Εν τούτοις ο Νέρων εζήτει έν θύμα, το οποίον θα ηδύνατο αληθώς να κορέση την οργήν του λαού, και το εύρε:
— Τιγγελίνε, είπε, συ έκαυσες την Ρώμην!
Οι παρεστώτες εφρικίασαν. Ενόουν ότι ο Καίσαρ έπαυσε να αστεΐζεται και ότι η στιγμή ήτο πλήρης γεγονότων.
Το πρόσωπον του Τιγγελίνου συνεσπάσθη ως το ρύγχος κυνός, ο οποίος είνε έτοιμος να δαγκάση.