Ο Απόστολος έτεινε τας χείρας, ύψωσε τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν και έμεινεν ακίνητος. Το πρόσωπόν του έλαμψε. Παρετήρησεν εν εκστάσει. Κατόπιν είπε:
«Σας ευλογώ, τέκνα μου, διά τας βασάνους, διά τον θάνατον και διά την αιωνιότητα!»
Πάντες τον περιεστοίχισαν ικετεύοντες:
— Είμεθα έτοιμοι, διδάσκαλε· αλλά συ, σώσον την ιεράν κεφαλήν σου, όπως και άλλους διδάξης εν Χριστώ. Συ είσαι ο ιερεύς του Κυρίου.
Ο Απόστολος απεμακρύνθη εκείθεν υπό του Νηρέως, δούλου του Πουδέντου, όστις τον ωδήγησε διά μέσου της αμπέλου, από μίαν μυστικήν ατραπόν, εις την κατοικίαν του. Εις την νυκτερινήν λάμψιν, ο Βινίκιος τους ηκολούθει, και, όταν έφθασαν εις την καλύβην του Νηρέως, προσέπεσεν εις τους πόδας του Αποστόλου.
Αναγνωρίσας τον Βινίκιον ο Πέτρος τον ηρώτησε:
— Τι ζητείς, υιέ μου;
Αλλ' ο Βινίκιος, μεθ' όσα είχεν ακούσει εις την συνάθροισιν, δεν ετόλμα πλέον τίποτε να ζητήση. Κατεφίλει τους πόδας του Αποστόλου, εστήριξεν επ' αυτών το μέτωπον κλαίων και εζήτει οίκτον διά της σιωπής του.
— Ειξεύρω. Απήγαγον την παρθένον, την οποίαν αγαπάς. Δεήθητι δι' αυτήν, είπεν ο Απόστολος.
— Δέσποτα, εστέναξεν ο Βινίκιος, σφίγγων ισχυρότερον τους πόδας του Αποστόλου, δέσποτα, εγώ είμαι ένας ουτιδανός σκώληξ, αλλά συ, ο αυτόπτης του Χριστού, παρακάλεσέ τον δι' αυτήν.
Ο Πέτρος συνεκινήθη εκ του πόνου εκείνου.
Εις την λάμψιν των ατραπών, αίτινες διέσχιζον τον ουρανόν από καιρού εις καιρόν, ο Βινίκιος εθεώρει τα χείλη του Πέτρου, καραδοκών την απόφασιν της ζωής ή του θανάτου.
Εις την σιγήν, όρτυγες ετρύλλιζον διά μέσου της αμπέλου και ηκούετο ο υπόκωφος κρότος των μύλων της οδού Σαλαρίας.
— Βινίκιε, είπεν ο Πέτρος, έχεις πίστιν;
— Διδάσκαλε, εάν δεν είχον πίστιν θα ηρχόμην εδώ;
— Τότε, έχε πίστιν μέχρι τέλους, διότι η πίστις μετατοπίζει όρη. Και αν ακόμη έβλεπες την παιδίσκην εκείνην υπό την μάχαιραν του δημίου, ή εις το στόμα του λέοντος, έχε πίστιν ακόμη, διότι ο Χριστός δύναται να την σώση. Έχε πίστιν και ικέτευε αυτόν, και εγώ θα τον ικετεύσω μαζί σου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.
Ο Βινίκιος αφήκε τον Απόστολον και επέστρεψεν εις την Μαμερτίνην ειρκτήν.
Εκεί, οι πραιτωριανοί, οι οποίοι αντικαθίστων αλλήλους εις την φρούρησιν, τον εγνώριζον όλοι και συνήθως τον άφινον να εισέρχεται άνευ δυσκολίας τινός. Αλλά την φοράν αυτήν αι τάξεις των φρουρών δεν παρεμέρισαν προ αυτού και είς εκατόνταρχος τον επλησίασε και είπε:
— Συγγνώμην, ευγενή τριβούνε, σήμερον έχομεν διαταγήν να μη επιτρέπωμεν εις κανένα την δίοδον.
— Διαταγήν; επανέλαβεν ο Βινίκιος ωχριάσας.
Ο στρατιώτης τον παρετήρησε με συμπαθές ύφος και είπε:
— Ναι, του Καίσαρος, άρχον. Υπάρχουν πολλοί άρρωστοι εις την φυλακήν και ίσως φοβούνται μήπως οι επισκέπται μεταδώσωσι την επιδημίαν εις την πόλιν.
— Αλλά δεν είπες ότι η διαταγή ήτο διά σήμερον μόνον!
— Μας αντικαθιστούν την μεσημβρίαν.
Ο Βινίκιος εσιώπησε και απεκαλύφθη, διότι του εφαίνετο ότι ο μικρός πίλος, τον οποίον έφερεν επί της κεφαλής, τον επίεζεν ως να ήτο εκ μολύβδου.
Αλλ' ο εκατόνταρχος τον επλησίασε και του είπε χαμηλοφώνως:
— Μη φοβήσαι, άρχον. Οι δεσμοφύλακες και ο Ούρσος είνε πλησίον της.
Τούτο λέγων έκυψε και με το μακρόν γαλατικόν ξίφος του εχάραξε ταχέως επί πέτρας το σχήμα ιχθύος.
Ο Βινίκιος τω έρριψε βλέμμα περίεργον.
— . . . Και είσαι πραιτωριανός;
— Μέχρι της ημέρας, καθ' ην θα ευρίσκομαι εκεί — και ο στρατιώτης εδείκνυε την φυλακήν.
— Και εγώ λατρεύω τον Χριστόν!
— Ευλογητόν το όνομά του! Ναι, αυθέντα· ηξεύρω . . . Δεν δύναμαι να σε αφήσω να εισέλθης· αλλ' εάν μου δώσης επιστολήν, θα την στείλω εις τον προς όν όρον με τους φρουρούς.
— Σε ευχαριστώ, αδελφέ.
Έσφιγξε την χείρα του εκατοντάρχου και απήλθε μεταβαίνων εις του Πετρωνίου, τον οποίον εύρεν οίκαδε. Ούτος πιστός εις την συνήθειαν να διανυκτερεύη, μόλις προ ολίγου είχεν επιστρέψει, αλλ' είχε λάβει εν τω μεταξύ τον καιρόν να κάμη το λουτρόν του και να τον τρίψουν δι' ελαίου πριν κατακλιθή.
— Έχω νεώτερα, είπε προς τον νέον. Ήμην σήμερον εις του Τουλίου Σενεκίωνος, ήτο δε εκεί και ο Καίσαρ. Η Αυγούστα είχε φέρει μαζί της τον μικρόν Ρούφιον, όστις νυστάξας απεκοιμήθη, ενώ διήρκει η ανάγνωσις ενός ποιήματος του Καίσαρος. Θυμωθείς ο Καίσαρ εσφενδόνισε κρατήρα κατά της κεφαλής του και τον επλήγωσεν επικινδύνως. Η Ποππέα ελιποθύμησε και όλοι ήκουσαν τον Καίσαρα να λέγη: «Εβαρύνθην πλέον αυτό το έκτρωμα, το καταδικασμένον εις θάνατον». Και ούτω μεριμνώσα περί της ιδίας της δυστυχίας, θα εγκαταλείψη ίσως την κατά σου και της Λιγείας εκδίκησιν. Θα την ίδω απόψε και θα της ομιλήσω.
Ο Βινίκιος ηρώτησε:
— Έκαμαν λόγον περί της ημέρας των θηριομαχιών;
— Θα γίνουν εντός δέκα ημερών. Εις τον κατάλογον των θυμάτων δεν περιλαμβάνονται οι εν τη φυλακή της Μαμερτίνης εγκάθειρκτοι και συνεπώς έχε ελπίδας. Με τον Χαλκοπώγωνα μία λέξις λεγομένη επικαίρως δύναται να σώση ή να απολέση οιονδήποτε. Σήμερον θα ειπώ εις την Ποππέαν: «Σώσον την Λίγειαν και εγώ θα σώσω τον Ρούφιον.» Και έτσι τουλάχιστον θα κερδίσωμεν καιρόν, αν δεν επιτύχωμεν τίποτε άλλο.
— Ευχαριστώ, είπεν ο Βινίκιος και οι δύο συνομιληταί εχωρίσθησαν. Ο
Βινίκιος μετέβη εις την βιβλιοθήκην και έγραψε προς την Λίγειαν.
Έφερε μόνος του την επιστολήν προς τον χριστιανόν εκατόνταρχον. Ούτος εισήλθεν εις την φυλακήν και μετ' ολίγον ενεφανίζετο προ του Βινικίου.
— Η Λίγεια, τω είπε, σε χαιρετά. Την απάντησιν θα σου την φέρω εντός της ημέρας.
Ο Βινίκιος δεν ήθελε να επιστρέψη εις την κατοικίαν του. Εκάθισεν επί τινος λίθου αναμένων την επιστολήν. Ο ήλιος είχεν ήδη ανέλθη πολύ υψηλά εις τον ουρανόν και η Αγορά επληρούτο κόσμου από του Αργεντινού Λόφου.
Θόρυβος ηγέρθη αιφνηδίως πλησίον του μέρους, εις ο είχε καθήσει ο Τριβούνος. Την στιγμήν εκείνην εφάνη διερχόμενον εκείθεν λαμπρόν φορείον, το οποίον εβάσταζον τέσσαρες γιγαντόσωμοι άραβες. Δύο δρομείς προηγούμενοι του φορείου παρεμέριζον το πλήθος με τας ράβδους των κραυγάζοντες και ανοίγοντες χώρον εις αυτό.
Εντός του φορείου ευρίσκετο είς λευκοενδεδυμένος άνθρωπος, του οποίου την μορφήν δεν ηδύνατό τις να διακρίνη, διότι είχε τους οφθαλμούς προσηλωμένους επί ενός παπυρίνου κυλίνδρου και εφαίνετο ότι ανεγίνωσκε κάτι μετά προσοχής.
— Τόπον εις τον ευγενή Αυγουστιανόν! έκραζον οι δρομείς.
Αλλ' η οδός ήτο τόσον κοσμοβριθής, ώστε εις μίαν στιγμήν το φορείον ηναγκάσθη να σταματήση. Τότε ο Αυγουστιανός αφήκε να πέση μετ' ανυπομονησίας ο κύλινδρός του και έκυψε την κεφαλήν.
— Διώξατε αυτούς τους αθλίους! Και προχωρείτε ταχύτερον.
Αίφνης διέκρινε τον Βινίκιον και ύψωσε ταχέως τον κύλινδρον μέχρι των οφθαλμών του.
Ο Βινίκιος έφερε την χείρα εις το μέτωπον νομίζων ότι ονειρεύεται. Εν τω φορείω εκαμάρωνεν ο γνωστός Χίλων Χιλωνίδης.
Οι δρομείς είχον καθαρίσει τον δρόμον, και οι Αιγύπτιοι έμελλον να εξακολουθήσουν την πορείαν των, οπότε ο νεαρός τριβούνος, όστις εν ριπή οφθαλμού είχε κατανοήσει τόσα πράγματα, μέχρι της χθες ακόμη ακατάληπτα δι' αυτόν, επλησίασε το φορείον και είπε «χαίρειν σοι, ω Χίλων».
— Νεανία, υπέλαβεν ο Έλλην με αξιοπρέπειαν και υπερηφάνειαν, προσπαθών να δώση εις το πρόσωπόν του έκφρασιν γαλήνης, η οποία δεν υπήρχεν εις την ψυχήν του, νεανία, σε χαιρετώ, αλλά μη με κρατής, επειδή σπεύδω να φθάσω το ταχύτερον εις του φίλου μου του ευγενούς Τιγγελίνου, όστις με περιμένει.
Ο Βινίκιος εστηρίχθη εις το άκρον του φορείου, έσκυψε προς τον Χίλωνα και προσβλέψας αυτόν εις τους οφθαλμούς, είπε με τρέμουσαν την φωνήν:
— Συ επίλυσες την Λίγειαν.
— Κολοσσέ του Μέμνονος! διεμαρτυρήθη ο άλλος έντρομος . . . .
Αλλ' εις τους οφθαλμούς του Βινικίου δεν υπήρχε τι το απειλητικόν, και ο φόβος του γηραιού Έλληνος διελύθη αμέσως. Εσκέφθη ότι ήτο υπό την προστασίαν του Τιγγελίνου και αυτού του Καίσαρος, δηλαδή των δύο δυνάμεων, προ των οποίων τα πάντα έτρεμον, ότι περιεστοιχίζετο από αθλητικούς δούλους και ότι ο Βινίκιος ευρίσκετο εκεί άοπλος, με πρόσωπον ισχνόν και με σώμα κυρτόν εκ της αγωνίας.
Με την σκέψιν ταύτην ανέκτησε την αυθάδειάν του. Προσήλωσεν επί του Βινικίου τους αιματοβαφείς οφθαλμούς του και εις απάντησιν εψιθύρισεν:
— Αλλά συ, ενώ απέθνησκον της πείνης, με εμαστίγωσες.
Επί μίαν στιγμήν και οι δύο εσιώπησαν, έπειτα με πνιγομένην φωνήν ο
Βινίκιος απήντησε:
— Υπήρξα άδικος, Χίλων . . .
Ο Έλλην ύψωσε την κεφαλήν και τρίζων τους οδόντας κακεντρεχώς απήντησε μεγαλοφώνως, ίνα ακούση όλος ο κόσμος:
— Φίλε, εάν έχης τι να μου ζητήσης, ελθέ εις την έπαυλίν μου, εις Εσκλίνον, την πρωίαν, διότι μετά το λουτρόν μου δέχομαι τους πελάτας μου.
Έκαμε νεύμα και οι Αιγύπτιοι εσήκωσαν το φορείον, ενώ οι δρομείς έκραζον, συστρέφοντες τας ράβδους των:
— Τόπον εις το φορείον του ευγενούς Χίλωνος Χιλωνίδου! Τόπον! Τόπον!
Η Λίγεια, διά μακροσκελούς επιστολής, γραφείσης εν σπουδή, έλεγε διά παντός το «χαίρε» εις τον Βινίκιον. Ήξευρεν ότι ουδείς πλέον είχε δικαίωμα να έλθη εις την φυλακήν, και ότι δεν θα έβλεπε τον Βινίκιον, ειμή εις τους αγώνας, και τον παρεκάλει να παρευρεθή διά να τον ίδη ακόμη μίαν φοράν.
«Είτε ο Χριστός με ελευθερώση, έγραφεν, είτε ο θάνατός μου, είναι το ίδιον διά σε· αυτό μου υπεσχέθη διά του στόματος του Αποστόλου, άρα είμαι ιδική του». Και τον εξώρκισε να μη λυπήται.
Όλη η επιστολή απέπνεε χαράν και ελπίδα. Δεν περιείχεν ειμή μίαν μόνην επιθυμίαν, ίνα ο Βινίκιος αποκομίση το σώμα της από του αμφιθεάτρου και την θάψη ως γυναίκα του εις τον τάφον, όπου αυτός έμελλε μίαν ημέραν να αναπαυθή.
Την επομένην, όταν ο Βινίκιος ήλθεν εις την φυλακήν, ο εκατόνταρχος του είπεν:
— Ο Χριστός σου επεδαψίλευσε σήμερον την χαράν του. Την νύκτα ταύτην ήλθον οι απελεύθεροι του Καίσαρος να εκλέξωσι μερικάς χριστιανάς παρθένους· εζήτησαν και την μνηστήν σου, αλλ' ο Κύριος της έστειλε πυρετόν, εκ του οποίου αποθνήσκουν οι δεσμώται της ειρκτής, και δεν την έλαβον. Η ασθένειά της την έσωσεν από την ατιμίαν. Είχον συλλάβει και τον Λίνον, αλλά βλέποντες ότι εψυχορράγει τον αφήκαν. Ίσως και εκείνην να σου την αποδώσουν τώρα. Και ο Χριστός θα της χαρίση την υγείαν της.
Ο Βινίκιος έμεινε μέχρι της εσπέρας υπό τα τείχη της ειρκτής, επανήλθεν έπειτα εις τον οίκον του και είπεν εις τους ανθρώπους του να υπάγωσι να ζητήσωσι τον Λίνον και να τον φέρωσιν εις μίαν των επαύλεων του εις τα περίχωρα.
Ο Πετρώνιος εξ άλλου δεν έχανε τον καιρόν του αδίκως. Έσπευσε να ίδη την Αυγούσταν. Την εύρε παρά το προσκεφάλαιον του μικρού Ρουφίου. Το παιδίον είχε πυρετόν και παρελήρει, με το κρανίον σπασμένον.
Η Ποππέα, αφωσιωμένη εις τον πόνον της, ουδέ να ακούση ήθελε περί της
Λιγείας. Αλλ' ο Πετρώνιος την εφόβισεν ειπών:
— Συ, Αυγούστα, λατρεύεις, ως φαίνεται, τον Ιεχωβά· αλλ' οι χριστιανοί διατείνονται ότι ο Χριστός είναι υιός Εκείνου. Εννοείς να μη σε καταδιώξη με την οργήν του ο Πατήρ; Μη τυχόν η αγανάκτησίς του σε τιμωρεί και η ζωή του Ρουφίου μη εξαρτάται από τας μελλούσας πράξεις σου;
— Τι θέλεις να κάμω;
— Να εξιλεώσης τας εξωργισμένας θεότητας.
— Πώς;
— Η Λίγεια είναι ασθενής. Μεσολάβησον λοιπόν πλησίον του Καίσαρος
και του Τιγγελίνου διά να την αποδώσουν εις τον Βινίκιον.
— Πιστεύεις λοιπόν ότι δύναμαι να κατορθώσω τούτο; ηρώτησεν εν
απελπισία.
— Οι χριστιανοί βεβαιούν ότι ο Χριστός είναι εκδικητής, αλλά
δίκαιος.
— Θα υπάγω, είπεν η Ποππέα, με συντετριμμένην φωνήν.
Η Ποππέα, ήτις διά να σώση τον Ρούφιον, ήτο προθυμοτάτη να προσφέρη εκατόμβας εις όλους τους θεούς, μετέβη την εσπέραν προς τας Εστιάδας, αφού ενεπιστεύθη την φύλαξιν του παιδίου εις την πιστήν Συλβίαν.
Αλλ' εις το Παλατίνον η τύχη του παιδίου είχεν αποφασισθή ήδη.
Μόλις το φορείον της αυτοκράτειρας είχεν υπερβή την μεγάλην θύραν, δύο απελεύθεροι του Καίσαρος εισήλθον εις τον θάλαμον, όπου έκειτο ο μικρός Ρούφιος και εφόνευσαν την γραίαν Συλβίαν και τον μικρόν, του οποίου το σώμα το έρριψαν εις τον ποταμόν.
Όταν η Ποππέα επέστρεψεν εις το Παλατίνον και είδε το λίκνον κενόν, και το πτώμα της Συλβίας, ελιποθύμησε.
Συνελθούσα εις εαυτήν, ήρχισε να κραυγάζη και να οιμώζη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Καθ' ην ημέραν έμελλον να αρχίσωσιν οι αγώνες των θηριομαχιών, πλήθη αέργων περιέμενον από της αυγής το άνοιγμα των πυλών, ακούοντες μετά βαθείας χαράς τους βρυχηθμούς των λεόντων, τον βραχνόν ρογχασμόν των πανθήρων και το ούρλιασμα των υαινών, των τίγρεων και των κυνών.
Τα θηρία είχον μείνει νηστικά επί δύο ημέρας. Προ των κλωβών των επεδεικνύοντο υπό των φυλάκων ολόκληρα τεμάχια αιμοσταγούς κρέατος όπως εξάπτεται εν αυτοίς η μανία και η πείνα. Από καιρού εις καιρόν, αι κραυγαί των θηρίων εξερρήγνυντο εις μίαν θύελλαν τόσον τρομακτικήν, ώστε οι άνθρωποι, οι οποίοι ίσταντο προ του ιπποδρομίου, δεν ηκούοντο πλέον όταν ωμίλουν.
Άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούοντο εν αυτώ τω περιβόλω του ιπποδρόμου βαρύτονοι και ήπιοι ύμνοι: πάντες ήκουον μετά καταπλήξεως επαναλαμβάνοντες: «Οι χριστιανοί! Οι χριστιανοί!»
Πράγματι οι χριστιανοί είχον μετακομισθή εις το αμφιθέατρον εις μεγάλας ομάδας, κατά την νύκτα, παραληφθέντες εξ όλων των φυλακών. Αι φωναί των ανδρών, γυναικών και παιδίων, έψαλλον τον εωθινόν ύμνον, οι ειδήμονες ισχυρίζοντο ότι τα θηρία θα εκουράζοντο, θα εχόρταινον και δεν θα ηδύναντο να κατακερματίσωσιν όλον εκείνο το πλήθος. Την πρωίαν, αποσπάσματα θηριομάχων οδηγουμένων υπό των κυρίων των και οι γυμνασταί ήρχισαν να συρρέουν εις το αμφιθέατρον.
Μη θέλοντες να κουρασθώσι προ της ώρας εβάδιζον άοπλοι, συνήθως μάλιστα ολόγυμνοι, στεφανωμένοι με άνθη και κρατούντες χλοερούς κλάδους, νέοι, ωραίοι ως το φως της πρωίας, πλήρεις ζωής. Τα σώματά των, στίλβοντα εξ ελαίου, φοβερά και όμοια με γρανιτώδη πέτραν κατεγοήτευον τον λαόν, πρόθυμον θαυμαστήν της σωματικής καλλονής.
Τα ονόματά των είνε γνωστά εις το πλήθος. Χαίρε, Φούρνιε! εκραύγαζον, χαίρε Λέων! χαίρε Μάξιμε! χαίρε Διομήδη! Έπειτα εξηφανίζοντο όπισθεν των πυλών, οπόθεν πλέον δεν έμελλον να εξέλθωσι.
Κατά πάσαν στιγμήν, νέα θεάματα προσείλκυον την προσοχήν του πλήθους. Όπισθεν των θηριομάχων προέβαινον οι μαστιγοφόροι, των οποίων έργον ήτο να μαστιγώνωσι και να παροξύνωσι τους αντιπάλους.
Κατόπιν διήλθον ημίονοι σύροντες προς το σκυλευτήριον (3) σειράς αμαξίων, επί των οποίων ήσαν συσωρευμένα φέρετρα. Ο λαός έχαιρεν επί τη θέα όλων εκείνων των προετοιμασιών, συμπεραίνων εκ του αριθμού των φερέτρων περί του μεγέθους του θεάματος, Έπειτα ήρχοντο ενδεδυμένοι ως ηθοποιοί, παριστάνοντες τον Χάρωνα ή τον Ερμήν, οι άνδρες, οι οποίοι απετελείωναν τους τραυματίας, και τέλος οι πραιτωριανοί, τους οποίους έκαστος αυτοκράτωρ είχε πάντοτε εις την διάθεσίν του εν τω αμφιθεάτρω.
Ήνοιξαν τας εισόδους και ο λαός εισέρρευσεν. Αλλά το πλήθος ήτο τόσον μέγα, ώστε συνέρρεεν ανεξάντλητον επί ώρας ολοκλήρους. Οι βρυχηθμοί των θηρίων, τα οποία ωσφραίνοντο την απόπνοιαν των ανθρωπίνων σωμάτων, ηύξανον ακόμη εις την είσοδον των πυλών, Ο λαός λαμβάνων θέσιν εις το εσωτερικόν του ιπποδρόμου, εμυκάτο όπως τα κύματα κατά την τρικυμίαν.
Τέλος έφθασεν ο πραίφεκτος της Ρώμης μετά των φρουρών του· έπειτα τα φορεία των συγκλητικών, των υπάτων, των πραιτόρων, των αγορανόμων, των ανακτορικών υπαλλήλων, των αρχηγών της πραιτωριανής φρουράς, των πατρικίων και των κομψοπρεπών γυναίων.
Διά να αρχίσουν τα θεάματα δεν ανεμένετο πλέον παρά μόνον ο Καίσαρ, Και ο Νέρων, μη θέλων να καταχρασθή της υπομονής του λαού και επιθυμών να κατακτήση την εύνοιάν του διά της προθυμίας του, εφάνη μετ' ολίγον συνοδευόμενος υπό της Ποππέας και των Αυγουστιανών, μεταξύ των οποίων, εντός του αυτού φορείου, ήσαν ο Πετρώνιος και ο Βινίκιος.
Οι φύλακες του αμφιθεάτρου και όλον το υπηρετικόν προσωπικόν ήσαν μισθοφόροι του Βινικίου και είχε συμφωνηθή ότι οι θηριομάχοι θα έκρυπτον την Λίγειαν εις σκοτεινήν γωνίαν των υπονόμων μέχρι της νυκτός, και έπειτα θα την παρέδιδον εις ένα άνθρωπον του τριβούνου, όστις θα ανεχώρει αμέσως μετ' αυτής εις το Αλβανόν όρος. Ο Πετρώνιος, εις τον οποίον είχον εμπιστευθή το μυστικόν, εσυμβούλευσε τον Βινίκιον να μεταβή φανερά εις το αμφιθέατρον μετ' αυτού, κατόπιν δε να φύγη εν μέσω της οχλοβοής: θα κατήρχετο εσπευσμένως εις τα υπόγεια, όπου, διά να αποφύγη ενδεχόμενον λάθος, θα εδείκνυεν αυτός την Λίγειαν εις τους φύλακας.
Οι φύλακες τον εισήγαγον διά μικράς θύρας της υπηρεσίας και είς εξ αυτών, ονόματι Σύρος, τον ωδήγησεν αμέσως πλησίον των χριστιανών.
Καθ' οδόν ο φύλαξ έλεγεν:
— Αυθέντα, εζητήσαμεν μίαν κόρην καλουμένην Λίγειαν, αλλά κανείς δεν μας απεκρίθη. Εν τούτοις δυνατόν να δυσπιστώσιν εις ημάς.
Ο Σύρος ήνοιξε θύραν τινά και εισήλθον εις μεγάλην αίθουσαν σκοτεινονάτην, διότι το φως εισήρχετο διά κιγκλιδωτών παραθύρων, τα οποία έκειντο προς το μέρος της κονίστρας. Κατ' αρχάς ο Βινίκιος ουδέ ηδυνήθη να διακρίνη· ήκουσε μόνον τον συγκεχυμένον ψίθυρον των φωνών εν αύτη τη αιθούση και τας κραυγάς του λαού τας εξερχομένας από το αμφιθέατρον. Μετά τινα στιγμήν, οι οφθαλμοί του, εξοικειωθέντες εις το σκότος, είδον συμπλέγματα αλλοκότων όντων ομοίων με λύκους και άρκτους . . . Ήσαν οι χριστιανοί, τους οποίους είχον ράψει εις δέρματα θηρίων. Άλλοι ήσαν όρθιοι, άλλοι προσηύχοντο γονυπετείς.
Ο Βινίκιος εβάδιζε παρά το πλευρόν του Σύρου, παρετήρει τα πρόσωπα, ανηρεύνα, ηρώτα· ενίοτε προσέκρουεν επί των σωμάτων εκείνων, οίτινες είχον λιποθυμήσει εις την αποπνικτικήν ατμόσφαιραν. Σκεπτόμενος ότι πάσαν στιγμήν ήτο δυνατόν να ανοιχθώσι τα κιγκλιδώματα, ήρχισε να κράζη μεγαλοφώνως την Λίγειαν και τον Ούρσον, με την ελπίδα ότι, εν απουσία αυτών, κάποιος, όστις θα τους εγνώριζε, θα του απεκρίνετο.
Τω όντι άνθρωπός τις, ενδεδυμένος με δέρμα άρκτου, τον έσυρεν από την τήβεννον και του είπεν;
— Αυθέντα, έμειναν εις την φυλακήν. Με εξήγαγον τελευταίον και την
είδα ασθενή εις την στρωμνήν της.
— Ποίος είσαι; ηρώτησεν ο Βινίκιος.
— Ο λατόμος, εις την καλύβην του οποίου ο απόστολος Πέτρος σε εβάπτισεν, αυθέντα. Με εφυλάκισαν προ τριών ημερών και θα αποθάνω σήμερον.
Ο Βινίκιος εξήλθεν εκ του υπογείου και επέστρεψεν εις το αμφιθέατρον καθήσας παραπλεύρως του Πετρωνίου, μεταξύ των Αυγουστιανών.
— Είναι εκεί; ηρώτησεν ο Πετρώνιος.
— Όχι Έμεινεν εις την φυλακήν.
— Άκουσον τι μου ήλθεν εις τον νουν: αλλ' ακούων παρατήρει, παραδείγματος χάριν, προς το μέρος της Νιγιδίας διά να νομίση ο κόσμος ότι ομιλούμεν διά την κόμωσίν της . . . Ο Τιγγελίνος και ο Χίλων μας παρατηρούν . . . Ειπέ να θέσουν την Λίγειαν εις φέρετρον, την νύκτα, και να την μεταφέρουν από την φυλακήν ως νεκράν. Συμπεραίνεις τα λοιπά.
— Ναι απήντησεν ο Βινίκιος.
Ο λαός εποδοκρότει και εθορύβει διά να επισπευθή το θέαμα. Τότε ο διοικητής της πόλεως έδωκε διά του μανδηλίου του έν σημείον, εις το οποίον απήντησεν ο λαός δι' ενός «Ααά»!
Το θέαμα ήρχιζε συνήθως διά καταδιώξεως αγρίων ζώων, εις ην διέπρεπον διάφοροι βάρβαροι εκ των βορείων και μεσημβρινών χωρών. Αλλά την φοράν αυτήν ήρχισαν διά τυφλομάχων, οίτινες ήσαν παλαισταί, φέροντες περικεφαλαίας κλειστάς, μέλλοντες να πολεμήσωσιν εις τα τυφλά.
Μία δωδεκάς εκ των τυφλομάχων τούτων εφάνησαν συγχρόνως εις την κονίστραν, ήρχισαν να κτυπώσι με τα ξίφη των το κενόν, ενώ οι μαστιγοφόροι τους ώθουν κατ' αλλήλων δι' υπερμεγεθών δικράνων.
Το κομψευόμενον κοινόν εθεάτο αταράχως το θέαμα εκείνο το πράγματι αξιοκαταφρόνητον. Άνθρωποι τινες είχον συμπλακή και η πάλη ήρχισε να γίνεται αιματηρά. Οι λυσσωδέστεροι εκ των παλαιστών απέρριπτον τας ασπίδας των και σφίγγοντες τους αντιπάλους των διά της αριστερής χειρός, εμάχοντο μέχρι θανάτου με την δεξιάν. Όσοι έπιπτον, ύψωναν τους δακτύλους διά να ζητήσουν τον οίκτον, αλλ' εις την αρχήν του θεάματος ο λαός απήτει συνήθως τον θάνατον των τραυματιών, κυρίως όταν επρόκετο περί των τυφλομάχων, οίτινες, έχοντες το πρόσωπον εντελώς σκεπασμένον, παρέμενον διά τους θεατάς άγνωστοι.
Τώρα εγένετο μάχη σοβαρωτέρα, ήτις διήγειρε το ενδιαφέρον των ευγενών και όχι μόνον του όχλου — μάχη κατά την οποίαν οι νεαροί πατρίκιοι συχνά έθετον μεγάλα στοιχήματα και έχανον και το τελευταίον σεστέρτιον.
Ολίγον κατ' ολίγον ο αριθμός των μαχομένων ηλαττούτο· τέλος έμειναν δύο· τους ώθησαν τον ένα προς τον άλλον· έπεσαν επί της άμμου και αμοιβαίως εμαχαιρώθησαν. Τότε οι θεράποντες εσήκωσαν τα πτώματα, έπλυναν την παλαίστραν και διέσπειραν επί της άμμου φύλλα αρωματικών φυτών.
Όταν ήρχισεν ο διαπεραστικός ήχος των σαλπίγγων, βαθεία σιγή αγωνίας διεχύθη εις το αμφιθέατρον. Χιλιάδες οφθαλμών προσηλώθησαν εις την μεγάλην πόλην· άνθρωπός τις επλησίασεν ενδεδυμένος ως Χάρων και εν μέσω της γενικής σιγής έκρουσε την θύραν τρις διά σφύρας, ως διά να συγκαλέση εις τον θάνατον τους ανθρώπους τους κρυπτομένους όπισθεν. Έπειτα τα δύο θυρόφυλλα ηνοίχθησαν βραδέως, αποκαλύψαντα έν σκοτεινόν στόμιον οπόθεν μετ' ολίγον οι μαχηταί κατά σμήνη συνέρρευσαν εις την φωτεινήν κονίστραν, ήσαν δε ούτοι πάνοπλοι.
Επευφημίαι εξερράγησαν από τινων εδωλίων.
Οι παλαισταί περιήλθον κύκλω την κονίστραν με βήμα κανονικόν και ελαστικόν και εστάθησαν ενώπιον του αυτοκράτορος. Έπειτα έτειναν την δεξιάν χείρα και υψώσαντες την κεφαλήν και τα βλέμματα προς τον Καίσαρα, έψαλαν με φωνήν ηχηράν:
«Χαίρε, Καίσαρ αυτοκράτωρ·
Οι μελλοθάνατοι σε προσαγορεύουν!»
Έπειτα διεσκορπίσθησαν εν ριπή οφθαλμού και ετοποθετήθησαν χωριστά επί του περιβόλου της κονίστρας.
Έμελλον να επιτεθώσι κατ' αποσπάσματα ολόκληρα. Εις τας μάχας εκείνας, ο λαός ήτο αφωσιωμένος με την ψυχήν, το σώμα και τους οφθαλμούς: ωρύετο, εβρυχάτο, εσύριζεν, εχειροκρότει, εγέλα, εξηρέθιζε τους μαχομένους και εμαίνετο εκ χαράς. Εις την παλαίστραν, οι μονομάχοι εις δύο ομάδας επάλαιον με λύσσαν θηρίων: οι θώρακες προσέκρουον επί των θωράκων, τα σώματα συνεπλέκοντο εις θανάσιμα σφιγξίματα, τα φοβερά μέλη έτριζον εις τας αρθρώσεις των, αι μάχαιραι εβυθίζοντο εις τα στήθη και τας κοιλίας, τα κάτωχρα χείλη εξετόξευον χειμάρρους αίματος. Αρχάριοί τινες κατελήφθησαν περί το τέλος από φόβον τόσον ζωηρόν, ώστε αποσπασθέντες του κυκεώνος εκείνου ετράπησαν εις φυγήν, αλλ' οι μαστιγοφόροι με τα μαστίγιά των τα καταλήγοντα εις μόλυβδον τους κατεδίωκον άκοντας εις το αγριώτερον σημείον της πάλης. Η άμμος εποικίλλετο ανά πάσαν στιγμήν, σώματα γυμνά και με θώρακας ορειχαλκίνους ήρχοντο να αυξήσουν τους σωρούς, εξηπλωμένους ως δέσμας χόρτου.
Αφού και ούτοι αλληλοεσπαράχθησαν, μετεφέρθησαν έξω της κονίστρας υπό τας επευφημίας του πλήθους.
Τέλος, οι ηττηθέντες έκειντο σχεδόν πάντες νεκροί· μόνον μερικοί τραυματίαι εγονυπέτησαν κλονιζόμενοι εν μέσω της κονίστρας και έτειναν προς τους θεατάς χείρας ζητούσας χάριν. Εις τους νικητάς διένειμον βραβεία, στρέμματα, κλάδους ελαίας. Έπειτα επικολούθησε στιγμή ανακωχής, ήτις τη διαταγή του παντοδυνάμου Καίσαρος μετεβλήθη εις συμπόσιον. Ήναψαν τα πύραυνα των αρωμάτων. Οι ψεκαστήρες έρριπτον επί του πλήθους λεπτήν βροχήν σαφρά και ίων.
Προσέφεραν αναψυκτικά, οπτά κρέατα, γλυκέα πλακούντια, ελαίας και οπώρας. Ο όχλος κατεβίβρωσκεν, εφλυάρει και ανευφήμει τον Καίσαρα, διά να τον ελκύση εις μεγαλυτέραν ακόμη γενναιοδωρίαν.
Το πρώτον μέρος του θεάματος είχε λήξει. Οι θεαταί εγκατέλειπον τας θέσεις και μετέβαινον εις τας διόδους, όπως απαλλαχθώσι της νάρκης των ποδών και συνομιλήσωσι.
Οι Αυγουστιανοί ετέρποντο εις το θέαμα του Χίλωνος και έσκωπτον τας ανωφελείς προσπαθείας του θέλοντος να αποδείξη ότι ήτο ικανός να βλέπη το αίμα, αν και δεν υπέφερε τοιαύτα θεάματα η ελληνική καρδία του. Οι Αυγουστιανοί όμως εξηκολούθουν να τον πειράζουν. Τούτο ηυχαρίστει τον Καίσαρα, όστις τους παρώτρυνε προς τούτο.
Ο γέρων τους παρετήρει με τους ερυθρούς οφθαλμούς του, αλλ' εσιώπα, μη δυνάμενος να αντεπεξέλθη κατ' αυτών.
Ο ήχος των σαλπίγγων ανήγγειλε το τέλος του διαλείμματος. Εις την κονίστραν εφάνησαν θεράποντες, οίτινες εκαθάριζαν και επιπέδωναν εδώ και εκεί τους μικρούς σωρούς της άμμου, τους συγκεκολλημένους ακόμη με το αίμα.
Τώρα ήτο η σειρά των χριστιανών.
Το θέαμα ήτο καινοφανές διά το πλήθος. Ήλπιζον εκτάκτους σκηνάς. Εις το μίσος του λαού και αι φρικωδέστεραι τιμωρίαι εφαίνοντο ανεπαρκείς.
Ο πραίφεκτος έκαμε νεύμα και ο ίδιος γέρων, ο ενδεδυμένος ως Χάρων, ενεφανίσθη επί της κονίστρας, διέτρεξεν αυτήν βραδέως και, εν μέσω βαθείας σιγής, έκρουσε την θύραν τρις με την σφύραν του.
Εις το αμφιθέατρον μία βοή ηγέρθη:
— Οι χριστιανοί! . . . οι χριστιανοί! . . . .
Αι σιδηραί κιγκλίδες έτριξαν, ανά τους διαδρόμους τους σκοτεινούς ήχησεν η συνήθης κραυγή των μαστιγοφόρων: «Εις την άμμον!» και εν ριπή οφθαλμού η κονίστρα εγέμισεν από χριστιανούς, οι οποίοι έτρεχον με πυρετώδη ταχύτητα και φθάσαντες εις το κέντρον εγονάτισαν πλησίον αλλήλων ανατείνοντες τας χείρας εις τον ουρανόν.
Ο όχλος νομίσας ότι επεκαλούντο το έλεος του Καίσαρος, κατελήφθη υπό μανίας εις το θέαμα τόσης ανανδρίας· ήρχισαν να ποδοκροτώσι, να συρίζωσι, να ρίπτουν εις την κονίστραν κενά δοχεία, οστά περιφαγωμένα και να ανακράζωσι: «Τα θηρία! Απολύσατε τα θηρία!. .»
Αλλ' αίφνης ανήκουστον πράγμα, συνέβη. Εκ του κέντρου του πλήθους των θυμάτων ανήλθον φωναί, αίτινες έψαλλον, και αντήχησεν ο ύμνος, τον οποίον διά πρώτην φοράν ήκουον εις τον ρωμαϊκόν ιππόδρομον.
«Κρίστους Ρέγνατ! . . .» (=ο Χριστός βασιλεύει).
Ο λαός έμεινε κατάπληκτος. Οι κατάδικοι έψαλλον με τους οφθαλμούς εστραμμένους προς το καταπέτασμα. Τα πρόσωπά των ήσαν ωχρά, αλλ' εφαίνοντο εμπνευσμένα.
Όλοι ενόησαν ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν εζήτησαν ποσώς χάριν και ότι δεν έβλεπον ούτε το θέατρον, ούτε τον λαόν, ούτε την Σύγκλητον, ούτε τον Καίσαρα, αλλά προσηύχοντο. Ο ύμνος των: «Ο Χριστός βασιλεύει εις τους αιώνας!» αντήχει επί μάλλον εύηχος.
Αλλ' ηνοίχθη άλλη κιγκλίς· και εις την κονίστραν εχύθησαν εν αγρία ορμή αγέλαι ολόκληροι κυνών αγρίων, γιγάντιοι κοκκινότριχες μολοσσοί της Πελοποννήσου, ραβδωτοί κύνες των Πυρρηναίων και αρπακτικοί της Ιβερνίας, όμοιοι προς λύκους, όλοι πειναλέοι με πλευρά κοίλα και αιμοδιψείς οφθαλμούς. Οι ωρυγμοί και αι υλακαί ενέπλησαν όλον το αμφιθέατρον οι χριστιανοί, αφού ετελείωσαν τον ύμνον των, έμειναν γονυπετείς, ακίνητοι και ως απολιθωμένοι, στενάζοντες μια φωνή:
«Προ Κρίστο! Προ Κρίστο!» (υπέρ Χριστού!).
Οσφρανθέντες ανθρώπους υπό τας δοράς θηρίων και εκπεπληγμένοι εκ της ακινησίας των, οι κύνες δεν ετόλμησαν να ριφθώσιν αμέσως κατ' αυτών. Οι μεν εζήτουν να αναρριχηθώσιν εις τους φραγμούς των θεωρείων, άλλοι έτρεχον πέριξ της κονίστρας υλακτούντες ως εάν κατεδίωκον αόρατον θήραμα. Ο λαός δυσηρεστήθη. Χιλιάδες φωνών προεκάλουν θόρυβον, θεαταί τινες εμιμούντο τους βρυχηθμούς των θηρίων, άλλοι εγαύγιζον ως κύνες, άλλοι τέλος εξηρέθιζον τα κτήνη εις όλας τας γλώσσας. Το αμφιθέατρον εδονείτο εκ των κραυγών. Οι κύνες ερεθισθέντες ώρμων προς τους ανθρώπους τους γονυπετείς, και έπειτα ωπισθοχώρουν πάλιν κροτούντες τας σιαγόνας των. Τέλος είς μολοσσός εβύθισε τους οδόντας εις τον ώμον γυναικός τινος γονυπετούς και την συνέτριψε διά του όγκου του.
Τότε δεκάδες κυνών εφώρμησαν κατά του σωρού. Το πλήθος έπαυσε να ωρύεται διά να παρατηρή μετά περισσοτέρας προσοχής· μεταξύ των ωρυγών και των ψυχορραγημάτων ηγείροντο ακόμη θρηνώδεις φωναί ανδρών και γυναικών: «Προ Κρίστο! Προ Κρίστο!»
Το αίμα έρρεεν ως χείμαρρος από τα διαμελιζόμενα σώματα. Οι κύνες εξέσχιζον μεταξύ των αιμοσταγή μέλη. Η οσμή του αίματος και των τεμαχισμένων εντοσθίων είχε καλύψει τα αρώματα της Αραβίας και επλήρου όλον τον ιππόδρομον.
Τέλος, δεν εφαίνοντο πλέον ειμή εδώ και εκεί άνθρωποι γονυπετείς.
Μετ' ολίγον και αυτοί κατεσπαράχθησαν εν κρότω αδηφάγων σιαγόνων και εν μέσω ολολυγμών.
Την στιγμήν, καθ' ην οι χριστιανοί εισήρχοντο εις την κονίστριαν, ο Βινίκιος είχεν εγερθή διά να διευθυνθή, καθώς είχεν υποσχεθή εις τον σταδιοφύλακα, προς το μέρος όπου μεταξύ των δούλων του Πετρωνίου εκρύπτετο ο Απόστολος.
Την πρώτην στιγμήν, η σκέψις ότι ίσως ο σταδιοφύλαξ να ηπατήθη, ότι η Λίγεια πιθανόν να ευρίσκετο μεταξύ των θυμάτων, τον είχε παραλύσει εντελώς.
Αλλ' όταν ήκουσε τας φωνάς: «Προ Κρίστο!» όταν είδε την βάσανον απειραρίθμων θυμάτων, άτινα θνήσκοντα ωμολόγουν την πίστιν και εδόξαζον τον Θεόν, κατενόησεν ότι ήτο αμάρτημα και να ζητή τις χάριν!
Εν τοσούτω παρεκάλει ακόμη, προσηύχετο με τα χείλη στεγνά: »Χριστέ! Χριστέ! λυπήσου την και ο Απόστολός σου δέεται δι' εκείνην! » Έπειτα έχασε τας αισθήσεις του και ελησμόνησε πού ευρίσκετο. Του εφάνη μόνον ότι το αίμα εφούσκωνεν ως πλήμμυρα ανερχομένη, και έμελλε να εκχειλίση από τον περίβολον του φονικού θεάτρου και να καταπλημμυρήση την Ρώμην ολόκληρον.
Δεν ήκουε πλέον ούτε τας ωρυγάς των κυνών, ούτε τας φωνάς των αυγουστιανών, οίτινες αίφνης έκραξαν:
— Ο Χίλων ελιποθύμησε!
Ούτος τω όντι, λευκός ως σινδών, εκάθητο με υπτίαν την κεφαλήν, με το στόμα χάσκον και εφαίνετο ως νεκρός.
Την στιγμήν εκείνην ώθησαν εις το στάδιον νέα πλήθη θυμάτων, περιβεβλημένα δοράς θηρίων. Όπως και τα προηγούμενα, εγονυπέτησαν και αυτά αμέσως. Αλλ' οι κύνες, εξαντληθέντες, ηρνούντο να τα ξεσχίσουν.
Ολίγα μόνον θηρία ερρίφθησαν κατά των πλησιεστέρων θυμάτων, τα άλλα κατεκλίθησαν, ύψωσαν τα ρύγχη, εξ ων εστάλαζε το αίμα και ήρχισαν να ασθμαίνωσι βαρέως με σπασμούς των φουσκωμένων πλευρών.
Τότε ο λαός ανήσυχος μέχρι βάθους ψυχής, αλλά και μεθυσμένος εκ της αιματοχυσίας και παραφερόμενος υπό φρενοβλαβούς μανίας, έρριψε διατόρους κραυγάς:
— Τους λέοντας! τους λέοντας! Απολύσατε τους λέοντας.
Οι λέοντες ήσαν εφεδρεία διά την επομένην ημέραν. Αλλ' εις τα αμφιθέατρα ο λαός επέβαλλε την θέλησίν του εις πάντας και εις αυτόν τον Καίσαρα!
Ο Νέρων έκαμε νεύμα να ανοίξωσι το υπόγειον θηριοτροφείον, όπερ ιδών ο λαός κατεπραΰνθη αμέσως. Ήκουσαν τον τριγμόν των κιγκλίδων, όπισθεν των οποίων ευρίσκοντο οι λέοντες. Εις την θέαν των οι σκύλλοι εμαζεύθησαν εις το απέναντι μέρος με υλακάς πνιγμένας. Εκείνοι εξώρμησαν ανά είς επί της κονίστρας πυρροχαίται και τεράστιοι, με μεγάλας κεφαλάς βαθυτρίχους. Και αυτός ο Καίσαρ έστρεψε προς αυτούς τα λυπημένον πρόσωπόν του και επλησίασε τον σμάραγδον εις τον οφθαλμόν του να τους ίδη καλλίτερον. Οι Αυγουστιανοί εχαιρέτισαν τους λέοντας διά χειροκροτημάτων, το πλήθος τους ηρίθμει με τα δάκτυλα, κατασκοπεύον με άπληστον όμμα την εντύπωσιν, την οποίαν επροξένουν εις τους χριστιανούς τους γονυπετείς εις το κέντρον, οι οποίοι πάλιν επανελάμβανον την κραυγήν των: &υπέρ Χριστού! υπέρ Χριστού!& κενήν εννοίας διά πολλούς και ενοχλητικήν διά πάντας.
Οι λέοντες, καίτοι πειναλέοι, δεν έσπευσαν ποσώς προς τα θύματα. Αι υπέρυθροι αντανακλάσεις, αίτινες επλημμύριζον την άμμον, ετάρασσον την όρασίν των και εκείνοι υπέκλειον τα βλέφαρα θαμβωμένοι. Τινές εξέτεινον οκνηρώς τα υποκίτρινα μέλη των, άλλοι ήνοιγον το ρύγχος και εχασμώντο, ως να ήθελον να δείξουν τους οδόντας των, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον η οσμή του αίματος των διαμελισμένων σωμάτων, τα οποία έκειντο εις σωρούς επί της κονίστρας, επενήργησαν επ' αυτών. Μετ' ολίγον αι κινήσεις των έγιναν ανήσυχοι, αι χαίται των ωρθώθησαν, οι μυκτήρες των εκρότησαν θορυβωδώς· είς λέων εφώρμησεν αίφνης κατά του πτώματος γυναικός εχούσης το πρόσωπον κατεσπαρμένον και, θέσας επί του σώματος τους εμπροσθίους πόδας, ήρχισε με την αρπακτικήν του γλώσσαν να λείχη το αίμα το πηκτόν. Είς άλλος επλησίασεν ένα χριστιανόν, όστις εκράτει εις τας αγκάλας του παιδίον ραμμένον εντός δέρματος δορκάδος. Το παιδίον έντρομον με θρήνους και με κραυγάς προσεκολλάτο σπασμωδικώς εις τον πατέρα του, όστις θέλων να διατηρήση την ζωήν του τέκνου του, εις μίαν στιγμήν, προσεπάθησε να το αποσπάση από του τραχήλου του διά να το δώση είς τους όπισθεν ευρισκομένους. Αλλ' αι κραυγαί και αι προσπάθειαι εξώργισαν τον λέοντα· ούτος εξέβαλε βραχνόν και σύντομον βρυχηθμόν, συνέτριψε το παιδίον δι' ενός κτυπήματος του ποδός και ήρπασε διά του στόματός του το κρανίον του πατρός, το οποίον συνέτριψε.
Τότε όλα τα θηρία εξεχύθησαν κατά των χριστιανών. Γυναίκες τινες δεν ηδυνήθησαν να κρατήσωσι κραυγάς τρόμου, τας οποίας έπνιξαν αι επευφημίαι του λαού, παύσασαι και αυταί μετ' ολίγον χάριν της επιθυμίας των θεατών όπως ίδωσι τα πάντα. Και είδον πράγματα φρικιαστικά· κεφαλάς καταπινομένας εις στόματα χαίνοντα ως βάραθρα, στήθη σπαρασσόμενα δι' ενός μόνου κτύπου οδόντος, καρδίας και πνεύμονας αποσπωμένους και ήκουον τα οστά τρίζοντα μετά κρότου υπό τας σιαγόνας. Λέοντες αρπάζοντες τα θύματά των από τα πλευρά ή από την ράχιν έτρεχον με μανιώδη άλματα διά της κονίστρας ως να εζήτουν όπως τα καταβροχθίσουν εις σκοτεινόν μέρος· άλλοι εμάχοντο προς αλλήλους ανορθούμενοι και περισφίγγοντες ο είς τον άλλον, ως παλαισταί, και επλήρουν το αμφιθέατρον με βροντώδεις κραυγάς. Οι θεαταί ηγείροντο από τας θέσεις των, τινές άφινον τα καθίσματά των και κατήρχοντο εις τας κατωτέρας σειράς διά να ίδωσι καλλίτερον και συνωθούντο και συνεθλίβοντο μέχρι θανάτου.
Από καιρού εις καιρόν ηκούοντο απάνθρωποι φωναί· άλλοτε ανευφημίαι· άλλοτε βρυχηθμαί, γρυλλισμοί και κρότοι σιαγόνων και ουρλιάσματα κυνών· ενίοτε πάλιν ηκούοντο οιμωγαί και θρήνοι . . . .
Ο Καίσαρ με τον σμάραγδον εις το ύψος του οφθαλμού του παρετήρει μετά προσοχής. Το πρόσωπον του Πετρωνίου εξέφραζεν αηδίαν και περιφρόνησιν.
Ο Χίλων, λιπόθυμος, είχεν ήδη αποκομισθή εκείθεν, αλλά το υπόγειον εξήμει πάντοτε νέα θύματα εις την κονίστραν.
Ιστάμενος όρθιος εις την τελευταίαν σειράν του αμφιθεάτρου, ο απόστολος Πέτρος εθεώρει τους αγωνιώντας. Κανείς δεν τον έβλεπε, διότι όλαι αι κεφαλαί ήσαν εστραμμέναι προς την παλαίστραν. Ηγέρθη, και, όπως πριν είχεν ευλογήσει εντός της αμπέλου του Κορνηλίου, διά τον θάνατον και την αιωνιότητα, εκείνους οι οποίοι επρόκειτο να φυλακισθώσιν, ούτω και τώρα ο Πέτρος ηυλόγει διά του Σταυρού τα λογικά σφάγια τα ψυχορραγούντα υπό τους οδόντας των θηρίων, — ηυλόγει το αίμα των και την βάσανόν των, — ηυλόγει τους νεκρούς, τους μεταβεβλημένους εις όγκους αμόρφους, και τας ψυχάς τας αφιπταμένας μακράν της αιματοβαφούς άμμου και της πόλεως των αιματηρών οργίων και με σπαραγμόν ψυχής προσηύχετο:
Κύριε! έλεγε, γεννηθήτω το θέλημά Σου! Διά την δόξαν σου, ως μαρτύριον της αληθείας, θανατούνται τα πρόβατα ταύτα της ποίμνης Σου. Συ μοι είπας: «Ποίμαινε τα πρόβατά μου!». Και τώρα Σου τα αποδίδω, Κύριε και Συ ο Θεός μου, παράλαβέ τα πλησίον σου, ίασαι τας πληγάς των, πράυνον τους πόνους των και απόδος εις αυτούς εκατονταπλασίονα την αμοιβήν των βασάνων, όσας υπέστησαν διά το όνομά Σου. Και οι μάρτυρες ύψωνον προς αυτόν τους οφθαλμούς. Τότε τα πρόσωπά των ηκτινοβόλουν, προσεμειδίων βλέποντα υπεράνω των κεφαλών των, εκεί υψηλά, το σημείον του Σταυρού.
Αίφνης ο Καίσαρ, εκ λύσσης ή και εκ της επιθυμίας να υπερβάλη παν ό,τι η Ρώμη είχεν ιδή έως τότε, εψιθύρισε λέξεις τινάς εις τον πραίφεκτον. Ούτος κατήλθε της εξέδρας και μετέβη εν σπουδή εις τα υπόγεια. Και αυτό το πλήθος έμεινε κατάπληκτον, όταν είδε τας κιγκλίδας να ανοίγωνται εκ νέου. Τότε ερρίφθησαν θηρία ποικιλώτατα· τίγρεις του Ευφράτου, πάνθηρες της Νουμηδίας, άρκτοι, λύκοι, ύαιναι και θώες. Το στάδιον ολόκληρον κατεπλημμύρησεν από αεικίνητον κύμα δερμάτων ποικιλοχρώμων ή ξανθοχρόων. Εδημιουργήθη κυκεών, όπου οφθαλμός δεν διέκρινε πλέον παρά μίαν φοβεράν και αεικίνητον δίνην ράχεων θηρίων. Το θέαμα απώλεσε την εντύπωσιν της πραγματικότητος. Ήτο υπερβολικόν!
Εν τω μέσω των βρυχηθμών, των ωρυγών, των γρυλλισμών, ανήρχετο εδώ και εκεί από των βάθρων των θεατών, ο οξύς και σπασμωδικός γέλως των γυναικών, των οποίων αι δυνάμεις πλέον εξηντλήθησαν. Πολλοί εφοβήθησαν. Τα πρόσωπα εσκυθρώπασαν.
Πλείσται φωναί έκραξαν:
«Αρκεί! Αρκεί!».
Αλλ' ήτο ευκολώτερον να απολύσωσι τα θηρία παρά να τα διώξωσι από την κονίστραν. Ο Καίσαρ εν τούτοις εύρε, διά να καθαρίση τον στίβον, μέσον το οποίον ήτο συγχρόνως νέα διασκέδασις διά τον λαόν. Εις όλας τας παρόδους, μεταξύ των βάθρων, εφάνησαν με τόξα εις τας χείρας ομάδες αιθιόπων της Νουμηδίας με ενώτια και με πτερά εις τας κόμας. Ο λαός εμάντευσε τι έμελλε να επακολουθήση και τους εχαιρέτισε διά κραυγών ευχαριστήσεως. Οι Νουμήδαι επλησίασαν εις τον γύρον της κονίστρας και ήρχισαν να κατατοξεύωσι τα θηρία. Ήτο πράγματι θέαμα νέον. Τα εβενώδη σώματα με τα ευλύγιστα μέλη έκλινον προς τα οπίσω και τα βέλη έπιπτον ως βροχή επί των θηρίων. Η βοή των χορδών και ο συριγμός των πτερωτών βελών ηνούντο με τα ουρλιάσματα των ζώων και τας κραυγάς του θαυμασμού των θεατών. Οι λύκοι, οι πάνθηρες, αι άρκτοι εξηπλούντο νεκραί παρά τα πτώματα των κατεσπαραγμένων χριστιανών. Εδώ και εκεί είς λέων, αισθανόμενος εις την πλευράν του νυγμόν βέλους, έστρεφε με απότομον κίνημα το ρύγχος το ερρυτιδωμένον από λύσσαν, διά να αρπάση και κατασυντρίψη το ξύλον. Άλλοι οίμωζον εκ του πόνου. Τα μικρά κτήνη εν φοβερώ πανικώ διέτρεχον τυφλώς την κονίστραν ή εκτύπων τας κεφαλάς των κατά των κιγκλιδωμάτων.
Εν τοσούτω τα βέλη εσύριζον αδιακόπως και μετ' ολίγον παν ό,τι έζη κατέπεσε με τους τελευταίους σφαδασμούς της αγωνίας.
Τότε εις το στάδιον ώρμησαν εκατοντάδες δούλων ωπλισμένων με αξίνας, με πτυάρια, με σάρωθρα, με χειραμάξια με κάνιστρα διά να συλλέξουν και αποκομίσουν τα πτώματα και σπλάγχνα. Έφερον δε και σάκκους πλήρεις άμμου. Εντός ολίγου ολόκληρος ο στίβος εσείετο από την πυρετώδη εργασίαν των. Εν ριπή οφθαλμού μετέφεραν τα πτώματα, εκαθάρισαν το αίμα και τας ακαθαρσίας, ηυλάκωσαν, ισοπέδωσαν και εκάλυψαν την κονίστραν με άφθονον στρώμα ξηράς άμμου. Τούτου γενομένου, ερωτιδείς έτρεξαν και εσκόρπισαν πέταλα ρόδων και κρίνων, Ήναψαν και πάλιν τα θυμιατήρια και αφήρεσαν το καταπέτασμα, διότι ο ήλιος είχεν ήδη κατέλθει αρκετά.
Το πλήθος των θεατών παρετήρουν αλλήλους εν εκπλήξει, σκεπτόμενοι καθ' εαυτούς ποίον θέαμα τους επερίμενεν ακόμη την ημέραν εκείνην. Τους ανέμενε θέαμα, εις το οποίον κανείς δεν είχε προπαρασκευασθή. Ο Καίσαρ, όστις από τινος είχεν εγκαταλείψει τον εξώστην, εφάνη αιφνιδίως επί της ανθοσπαρμένης κονίστρας, ενδεδυμένος πορφύραν και με χρυσούν στέφανον.
Δώδεκα αοιδοί τον ηκολούθουν ωπλισμένοι με κιθάρας. Εκείνος με αργυράν βάρβιτον εις την χείρα, εγερθείς επροχώρησε με βήμα επίσημον μέχρι του κέντρου, εχαιρέτισεν επανειλημμένως και ύψωσε τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν. Επί μίαν στιγμήν έμεινεν ακίνητος, ως να ανέμενε να εμπνευσθή, έπειτα πλήξας τας χορδάς ήρχισε:
_«Με την φωνήν της θείας λύρας, εκάλυψες τας προσευχάς, τας κραυγάς, τους στεναγμούς, αναίσθητε Σμινθεύ! (4) Αλλά και σήμερον ακόμη ο οφθαλμός, ως άνθος, το οποίον εκάλυψαν σταγόνες δρόσου, πληρούται δακρύων· ω θλίψις!
Ότε, εις την απήχησιν του ύμνου μου, ανέτειλεν αίφνης εκ του πενθίμου σαβάνου των αρχαίων ερειπίων της η ημέρα του τρόμου, η ημέρα της πυρκαϊάς . . .
»Σμινθεύ! — πού ήσο, Σμινθεύ την ημέραν εκείνην;»_
Η φωνή του Νέρωνος διερράγη και οι οφθαλμοί του υγράνθησαν. Εις τα βλέφαρα των Εστιάδων ελαμπύριζαν δάκρυα. Ο λαός, ο οποίος ήκουεν άφωνος, εξερράγη αίφνης εις ατελεύτητον λαίλαπα επευφημιών:
Και ο Απόστολος Πέτρος έψαυσε με τας δύο χείρας την κεφαλήν του την πολιάν και τρέμουσαν και έκραξεν εν τη ψυχή του:
— Κύριε! Κύριε! Εις ποίον άνθρωπον παρέδωκες την αυτοκρατορίαν του κόσμου! . . . Και ανάγκη να νικήσωμεν εν τω ονόματί Σου, ημείς, οι άοπλοι!
Εν τοσούτω, έξωθεν, από τας εξόδους τας ανοικτάς διά τον αερισμόν του αμφιθεάτρου, ήρχετο ο κρότος των κάρρων, εις τα οποία απέθετον τα αιματωμένα λείψανα των χριστιανών, ανδρών, γυναικών και παιδίων, όπως τα μεταφέρωσιν εις τους φοβερούς Δυσώδεις Λάκκους.