Από του Αγίου Γάλλου μετέβησαν εις Τίγυρον, την αρχαιοτάτην εν Ελβετία πόλιν, ονομαστήν διά την δύναμιν των κατοίκων και του ρακίου της, εκείθεν δε εις Λυκέρνην, όπου εισήλθον διά νυκτός, ίνα θαυμάσωσι το τεράστιον φανάριον, το οποίον κατά τους χρονογράφους τοσαύτην επέχεε λάμψιν, ώστε καθίστα αοράτους τους αστέρας και ορατούς τους λάκκους, εις ους έπιπτον πρότερον οι πλείστοι των Οδοιπόρων. Από Λυκέρνης διηυθύνθησαν εις Αυεντικόν, την πρωτεύουσαν των πάλαι Ελουητίων, ένθα είδον τα ίχνη των υποδημάτων του Αττίλα εγκεχαραγμένα επί σκληρού βράχου, ως τα του Ιησού εν τω όρει των Ελαιών, και εκείθεν εις Σέδουνον, όπου εύρον ακάτιον, δι'ου κατέπλευσαν τον Ροδανόν μέχρι Λουγδούνου.
Το πλοιάριον εκείνο ανήκεν εις Εβραίους εμπόρους μεταβαίνοντας εις Μασσαλίαν, ίνα πωλήσωσι χριστιανούς δούλους εις τους Σαρακηνούς της Ισπανίας. Κατά τους χρόνους εκείνους οι απόγονοι του Ισραήλ αντί να καταπιέζωνται ήσαν παντοδύναμοι κατά την μεσημβρινήν Γαλλίαν. Ο Αυτοκράτωρ δανειζόμενος καθ’ εκάστην παρά τούτων μεγάλα ποσά, επλήρωνε τους τόκους του χρέους του επιτρέπων αυτοίς να προσηλυτίζωσι τους υπηκόους του, ως ανεχόμεθα και ημείς τας αδελφάς του Ελέους, τας Γραφάς της Βιβλικής εταιρίας, τας Οπτασίας του Αγαθαγγέλου, των αγαθαγγελιστών τας χρυσάς προσδοκίας και άλλας των τριών Ε γ γ υ η τ ρ ι ώ ν μας εφευρέσεις. Οι δε Εβραίοι του Λουγδούνου μετεχειρίζοντο τα παρά του Αυτοκράτορος αγορασθέντα διατάγματα ως οδόντας, ίνα κατατρώγωσι δι' αυτών τους χριστιανούς, φονεύοντες τους χοίρους των, κλέπτοντες τα παιδία, αναγκάζοντες τους δούλους αυτών να αγιάζωσι το Σάββατον και να εργάζωνται την Κυριακήν, πωλούντες ως κτήνη τους απειθούντας ή βαπτίζοντας τα τέκνα των, και αυτάς ακόμη των αρχιερέων τας παλλακίδας επιχειρούντες ενίοτε να εβραΐσωσιν. Οι δυστυχείς Επίσκοποι έστελνον προς τον Αυτοκράτορα αναφοράς επί αναφοραίς, οι δε Εβραίοι σάκκους επί σάκκοις. Αλλ’ εις μεν τους πρώτους ουδ' απεκρίνετο ο μονάρχης, εις δε τους Ιουδαίους έπεμπε στρατιώτας ίνα φρουρώσι τους οίκους των και αναγκάζωσι τους χρεώστας εις απότιση της οφειλής, καθώς φυλακίζουσι και σήμερον χριστιανοί κλητήρες των Εβραίων τους οφειλέτας. Αδίκως λοιπόν κατηγορούμεν τον παρόντα αιώνα ως φιλοχρηματώτερον των παρελθόντων. Ο χρυσός υπήρξεν ανέκαθεν ο σεβαστότερος επί της γης θεός, προφήται δε αυτού οι Εβραίοι· κατ’ εκείνην δε μάλιστα την εποχήν και αυτό το Ευαγγέλιον εγράφετο διά χρυσών γραμμάτων, όπως εμπνέη σέβας εις τους πιστούς.
Μεταξύ των επιβατών του πλοιαρίου υπήρχε και γέρων τις Ραβίνος, ονόματι Ισαχάρ, όστις, ίνα διασκεδάση κατά τον διάπλουν, επεχείρησε να προσηλύτιση τους νέους εκείνους καλογήρους, ζητών να λάβη παρ’ αυτών ο ασυνείδητος τοκογλύφος την ψυχήν των αντί ναύλου. Ήρξατο λοιπόν διηγούμενος εις τους νεανίσκους τους ταλμουδικούς μύθους, καθ' ους ο Ιησούς ήτο επιτήδειος γόης, όστις δίδαχθείς την θαυματουργίαν υπό μάγου τινός, καλουμένου Ιωάννου Βαπτιστού, είχεν υποσχεθή εις την θυγατέρα του Αυτοκράτορας Τιβερίου να καταστήση αυτήν μητέρα άνευ ανδρικής μεσολαβήσεως, η δε νεάνις ακολουθήσασα τας συνταγάς αυτού έτεκε λίθον αντί παιδιού· διό θυμωθείς ο Αυτοκράτωρ παρήγγειλε τω Πιλάτω να σταυρώση τον θαυματοποιόν, του οποίου το σώμα ταφέν πλησίον του υδραγωγείου παρεσύρθη την νύκτα υπό του πλημμυρήσαντος ύδατος, και εκ τούτου προήλθεν η εις την ανάσταση πεποίθησις των Ναζωραίων. Αφού τοιαύτας και άλλας βλασφήμους φλυαρίας εξήμεσεν εκ του μιαρού αυτού στόματος ο βρωμολόγος εκείνος Εβραίος, ήρξατο έπειτα να πλέκη εις τον θεόν του Ισραήλ στέφανον ν ε φ ε λ ώ ν και α σ τ έ ρ ω ν. Παρέστησεν αυτόν καθήμενον επί άρματος συρομένου υπό τεσσάρων πανθήρων ως το του Βάκχου· κρατούντα εις την δεξιάν χιλιόπηχυν σύριγγα, δι' ης ενεφύσα τας εντολάς του εις το ους των Προφητών· τίκτοντα εκ της κεφαλής οπλοφόρους δαίμονας, ως ο Ζευς την πάνοπλον Αθηνάν· φιλικώς συναναστρεφόμενον μετά των γραμμάτων του αλφαβήτου, άτινα ήσαν άγγελοι πτερωτοί, και αλέθοντα διά τεραστίας μυλοπέτρας το μάννα, δι' ου κατεσκευάζετο ο διαφανής άρτος των κατοίκων του παραδείσου. Οι δύο νεανίσκοι οτέ μεν εγέλων ακροώμενοι τας Ταβινικάς εκείνας τερατολογίας, οτέ δε φοβούμενοι, μη αι βλασφημίαι εκείναι βυθίσωσι το πλοίον εις τους μυχούς των κυμάτων, εψιθύριζον ως αντιφάρμακον τροπάριόν τι εις τον Άγιον Μεδάρδον, όστις ως ο Ποσειδών παρά τοις προγόνοις ημών και ο Άγιος Νικόλαος παρ' ημίν εξήγειρε τότε και κατηύναζε τα κύματα των υδάτων.
Χάρις εις το τροπάριον εκείνο και την νηνεμίαν, το πλοιάριον προσωρμίσθη ευτυχώς την επιούσαν εις Λούγδουνον, όπου ήδρευε τότε ο Άγιος Αγοβάρδος, ο μόνος των τότε αγίων, του οποίου καγώ ήθελον ασπασθή μετά σεβασμού το κράσπεδον της εσθήτος. Ούτος εδόξαζεν ότι, αφού ο Ιησούς είναι αιώνιος και πανταχού παρών, πάντες οι τα παραγγέλματα αυτού ακολουθήσαντες, είτε προ της ενανθρωπήσεως αυτού εγεννήθησαν είτε μετ' αυτήν, είτε εγνώρισαν αυτόν είτε όχι, ήσαν χριστιανοί και νόμιμοι κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών απεστρέφετο την εις τας αγίας εικόνας αποδιδομένην λατρείαν νομίζων ασέβειαν την υπό ανθρωπίνην μορφήν παράστασιν αΰλου θεότητος και διδάσκων, ότι οι πρώτοι χριστιανοί διετήρουν τας εικόνας του Ιησού, των Αποστόλων και των Μαρτύρων ως τα ομοιώματα ανθρώπων, τους οποίους εγνώρισαν και ηγάπων, όπως ημείς σήμερον τας φωτογραφίας των απόντων φίλων, και ουχί ως αντικείμενα δεισιδαίμονος λατρείας. Πλην δε τούτων γελοίον ενόμιζεν ο καλός Επίσκοπος το να πιστεύωμεν ότι ο Ύψιστος υπηγόρευσεν εις τους προφήτας κατά λέξιν τας Γραφάς, ως ο Άγγελος τα αποφθέγματα εις την όνον του Βαλαάμ· απέτρεπε τους πιστούς από των προσκυνήσεων, τα δε ελέη αυτών διέταττε να δίδωνται εις τους πτωχούς, και ουχί εις τας εκκλησίας, αμαρτίαν νομίζων, ενώ τοσούτοι πένητες στερούνται οβολού προς αγοράν άρτου, να δίδεται χρυσός εις τους ιερείς, ίνα ανάπτωσι κηρία εν πλήρει μεσημβρία ή κοσμώσι δι' αυτού τα είδωλα των ναών (32) και των παλλακίδων των τα στήθη. Τοιαύτας χριστιανικάς ή μάλλον αιωνίους αληθείας εδίδασκεν ο καλός εκείνος ιερεύς του Υψίστου, τας οποίας αν είχε κηρύξει βραδύτερον, ήθελε καή ως ο Ούσιος ή ριφθή άκλαυστος και άταφος επί βράχου ως ο Καΐρης. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην οι ιερείς της Δύσεως, ασχολούμενοι αποκλειστικώς εις την κραιπάλην και αργυρολογίαν, δεν είχον ακόμη καταληφθή υπό της μανίας του να δικάζωσι και καίωσιν ανθρώπους. Αν δε εν μέσω της γενικής εκείνης αμαθείας και διαφθοράς επήρχετο είς τινα εξ αυτών η ιδιότροπος όρεξις να ζήση εναρέτως ή να ομιλήση λογικώς, έτρωγον εκείνοι την μερίδα του καλού τούτου ανθρώπου, γελώντες διά την ανοησίαν του και αφίνοντες μάλιστα εις αυτόν τον τίτλον του αγίου, όστις απενέμετο τότε αφειδώς εις τους ιερείς, ως σήμερον το ε ξ ο χ ώ τ α τ ο ς εις τους ιατρούς. Τοιούτος ήτο ο Αγοβάρδος, αδάμας εν μέσω χαλίκων, κύκνος εν μέσω κοράκων, στίλβων εν τω σκότει του ενάτου αιώνος ως μαργαρίτης εις την ρίνα χοίρου (33) . Απαντήσας αυτόν, ενώ μετά κόπου και αηδίας ανεκίνουν τον βόρβορον του ενάτου αιώνος, ηθέλησα ν' αναπαυθώ επί τινας στιγμάς πλησίον του, ως ο κεκμηκώς Άραψ παρά την πηγήν της ερήμου.
Ο Φρουμέντιος επορεύθη μετά της Ιωάννας ν' ασπασθή τας χείρας του καλού Επισκόπου. Οι τότε περιηγηταί, άμα έφθανον εις ξένην πόλιν, εζήτουν την κατοικίαν του Αρχιερέως, ως σήμερον το Προξενείον. Εκεί παρέδιδον τας συστατικάς επιστολάς των και εξητούντο Οδηγίας ή βοηθήματα προς εξακολούθησιν της οδοιπορίας, αντί των οποίων προσέφεραν συνήθως τω Επισκόπω ιερά τινα λείψανα Αγίων του τόπου των· καθότι ήκμαζε παρά τοις τότε χριστιανοίς η συνήθεια της συλλογής αγίων λειψάνων πάσης χώρας και εποχής, ως προ τίνων ετών εν Αθήναις η των γραμματοσήμων. Οι ημέτεροι οδοιπόροι, πολλά έχοντες να ζητήσωσι και ουδέν να προσφέρωσιν εις την αυτού Αγιότητα, επαρουσιάσθησαν προ αυτού, ερυθριώντες και συνεσταλμένοι, αλλ' ο Άγιος Αγοβάρδος, ειθισμένος ως οι πνευματικοί και ιατροί να ε τ ά ζ η ν ε φ ρ ο ύ ς και κ α ρ δ ί α ς εγνώριζε και να διακρίνη την υπό τα ράκη κεκρυμμένην αξίαν. Προσκαλέσας εις την λιτήν του τράπεζαν το πολυπαθές εκείνο ζεύγος εθαύμασε των νέων συνδαιτυμόνων το κάλλος, την σοφίαν και την αδελφικήν στοργήν, παρέβαλεν αυτούς προς τον Κάστορα και Πολυδεύκην και, ότε ανεχώρησαν, έδωκεν αυτοίς καλάς συμβουλάς, νέα υποδήματα, την ευχήν του και χρήματα προς εξακολούθησιν της οδοιπορίας.
Καταπλεύσαντες και πάλιν τον Ροδανόν έφθασαν οι οδοιπόροι μετά εξαήμερον πλουν εις Αρελατίαν, την κλεινήν ποτε καθέδραν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, νυν δε περιώνυμον διά τους αλλάντας και τας γυναίκας της, αίτινες οφείλουσιν ως και οι αγγλικοί ίπποι την καλλονήν των εις την μετά των Αράβων επιμιξίαν. Οι δύο περιηγηταί, αφού εθαύμασαν τα ερείπια του αυτοκρατορικού οίκου, την Μητρόπολιν, το αμφιθέατρον και τον οβελίσκον, ησθάνθησαν την ανάγκην να φροντίσωσι και περί του στομάχου των, όστις ήτο προ πολλού κενός ως ο ναός της Αθηνάς, προ του οποίου ευρίσκοντο κατ’ εκείνην την στιγμήν. Διηυθύνθησαν λοιπόν προς το εκεί γυναικείον μοναστήριον, το αρχαιότατον των εν Γαλλία, όπερ εσύστησεν ο Άγιος Καισάριος κατά τον έκτον αιώνα, γράψας ως λέγουσι, διά του αίματος αυτού τον όντως δρακόντιον κανονισμόν. Εις ουδέν ξένον είτε άνδρα είτε γυναίκα ήτο συγχωρητή η είσοδος του κοινοβίου, εις δε τας μοναχάς ουδέ την κεφαλήν να προβάλλωσιν επετρέπετο εις τας θυρίδας· όσαι δε εξ αυτών έλουον το σώμα, εκτένιζον τας τρίχας και εδείκνυον γελώσαι τους οδόντας ή βαδίζουσαι τους πόδας εμαστιγούντο διά βουνεύρων ή ερρίπτοντο αλυσόδετοι εις υπογείους φυλακάς. Αλλ’ εις τοιούτους νόμους αδύνατον ήτο να υποταχθώσιν επί πολύ αι φιλήδονοι κόραι της θερμής Προβιγγίας. Αι δύστηνοι παρθένοι εμαραίνοντο εν τω κοινοβίω ως φυτά εν τη θήκη βοτανικού, μέχρις ου καταπατήσασαι υπό τα σανδάλια των την γραίαν αυτών Ηγουμένην και τους θηριώδεις κανόνας του Αγίου Καισαρείου ανέκτησαν μετά της ελευθερίας το χρώμα και την ζωηρότητά των. Έκτοτε εκυβερνώντο συνταγματικώς, ανεγείρασαι θέατρον εν τη Μονή, εξερχόμεναι αυτής δις της εβδομάδος και νηστεύουσαι, οσάκις επόνουν τους οδόντας. Ότε δε επεχείρησεν ο ευσεβής Λουδοβίκος να επαναγάγη τας αποπλανηθείσας ταυτάς αμνάδας υπό τον ζυγόν του Αγίου Βενεδίκτου, εκείναι απεκρίθησαν εν πληθούση Συνόδω, ότι εις μόνην την Ηγουμένην των εχρεώστουν υπακοήν, τας δε νηστείας και την αγνότητα έμελλον μεν να φυλάττωσι κατά το δυνατόν, αλλ' ούτε δι' όρκου ούτε δι' υποσχέσεως οιασδήποτε έστεργον να υποχρεωθώσι, φοβούμεναι, ως έλεγον, μη εις το α μ ά ρ τ η μ α τ η ς σ α ρ κ ό ς π ρ ο σ θ έ σ ω σ ι κ α ι τ η ν ε π ι ο ρ κ ί α ν. Τοιαύτη ήτο η τότε κατάστασις των πλείστων εν Ευρώπη π α ρ θ ε ν ο τ ρ ο φ ε ί ω ν, άτινα παρθενοφθορεία ωνόμαζεν ο Άγιος Πέτρος Δαμιανός.
Ο ήλιος λησμονήσας, ως συμβαίνει πολλάκις εν Προβιγγία, ότι ήτο ακόμη χειμών, εθέρμαινε μεσουρανών τας πλάκας της αυλής του Μοναστηρίου, ότε επαρουσιάσθησαν προ της εισόδου αυτού οι δύο οδοιπόροι. Η θυρωρός έρρεγχε πλησίον της ανοικτής πύλης, ην υπερβάντες οι τυχοδιώκται και επί τινας στιγμάς πλανηθέντες υπό ερήμους στοάς και σιωπηλούς διαδρόμους, έφθασαν τέλος εις το υπνωτήριον, όπου κατά την συνήθειαν των θερμών τόπων, εμεσημβρίαζον αι μοναχαί παρθένοι. Ψιάθινα παραπετάσματα προεφύλαττον από του μεσημβρινού ηλίου τα βλέφαρα των κοιμωμένων, το δε ημίφως καθίστα έτι χαριεστέρας τας ρασοφόρους εκείνας Αφροδίτας. Μεταξύ των νυμφών τούτων του Ιησού υπήρχον, ως και εις τον γυναικώνα του Σουλτάνου, παντός έθνους και πάσης χροιάς παρθένοι· ερυθρόμαλλοι κόραι της Ελβετίας, λευκαί ως το γάλα των αιγών των και γαλήνιοι ως της πατρίδος των αι λίμναι, και νεοφώτιστοι Σαρακηναί, μελανότριχες ως ο άνθραξ και θερμαί ως εκείνος· φιλομειδείς Γαλάτιδες και ορεσίτροφοι ποιμενίδες των Πυρηναίων. Ο κοιτών του κοινοβίου ωμοίαζε τους βοτανικούς εκείνους κήπους, όπου άνθη παντοία, διαφέροντα κατά το χρώμα, την οσμήν και την πατρίδα, αλλ' αδελφά κατά το κάλλος, θάλλουσιν αιχμάλωτα εντός υαλίνης φυλακής. Η μεν των κοιμωμένων, κατεχομένη, υπό ηδυπαθούς ονείρου, εμειδία στηρίζουσα επί του βραχίονος την φλέγουσαν παρειάν, ενώ τα τεταραγμένα στήθη της διεφαίνοντο υπό τον λευκόν χιτώνα, ως η σελήνη όπισθεν νέφους, η δε, ωχρά και συνωφρυωμένη, ωμοίαζεν άγαλμα της κορωμένης Λύπης, βλέπουσα ίσως καθ’ ύπνους τας όχθας της πατρίδος ή της μητρός της τα χείλη. Ετέρα εφαίνετο τείνουσα τας χείρας εις ράβδον Ηγουμένης και άλλη ανοίγουσα τας αγκάλας εις τον ουράνιον αυτής μνηστήρα. Αι πλείσται όμως εκοιμώντο ησύχως και κοσμίως ως οι Φαραώ εντός της μεγάλης πυραμίδος, τινές δε μάλιστα και έρρενχον, αλλ’ αύται ήσαν γραίαι ονειρευόμεναι την μακαριότητα του παραδείσου.
Οι δύο οδοιπόροι ελησμόνουν την πείναν των, θαυμάζοντες τας ποικίλας εκείνας προσωποποιήσεις του Μορφέως, ότε ήχησεν αίφνης η φωνή του αργυρού αλέκτορος, δι' ου εκοσμείτο το ωρολόγιον του κοιτώνος, αριστούργημα αραβικής τέχνης, δωρηθέν υπό Σαρακηνού ηγεμόνος φιλοξενηθέντος εν τη Μονή, όπου εύρε, κατά τας κακάς γλώσσας, πάσας των ανακτόρων του τας απολαύσεις. Εις τον ήχον εκείνον πλήθος οφθαλμών μαύρων, κυανών, φαιών ή καστανοχρόων αποτινάξαντες τον ύπνον, ήστραψαν ως αστέρες εις το ημίφως του θαλάμου, προσηλούμενοι μετά περιεργείας επί των δύο απροσδοκήτων ξένων. Αι μοναχαί των χρόνων εκείνων ούτε σεμνότυφοι ήσαν ούτε δειλαί, άλλως δε των ημετέρων ηρώων η όψις ουδέν είχε το φοβερόν απ' εναντίας ο μεν αδελφός Φρουμέντιος ήτον εύχρους και ακμαίος ως λείριον της Ολλανδίας, ο δε Ιωάννης ως ίον λειμώνος εύχαρις και τρυφερός. Αι μονάζουσαι παρθένοι, περιβεβλημέναι τους νυκτικούς αυτών πέπλους, συνωθούντο λευκαί και θορυβώδεις, ως τα κύματα της θαλάσσης, περί τους νέους μοναχούς, ερωτώσαι τίνες ήσαν και πως εφύτρωσαν εις τον κοιτώνα των. Αφού δε ηυχαρίστησαν την περιέργειάν των, εφρόντισαν να κορέσωσι και των ξένων την πείναν, προσκαλούσαι αυτούς να συγκαθίσωσιν εις την τράπεζαν του δειλινού, όπου κατά πρώτον εγεύθησαν τα τέκνα εκείνα της Άρκτου τους γλυκείς της μεσημβρίας καρπούς, τα σύκα και τας σταφίδας εκείνας, περί ων ηρώτα η σοφή Ιωάννα, λείχουσα τα χείλη και τους δακτύλους, αν ταύτα ήσαν ο γλυκύς του λωτού καρπός.
Τρεις μήνας ανεπαύθησαν οι δύο ερασταί μεταξύ των φιλοξένων παρθένων, εις τας οποίας συνεχώρουν οι κανόνες να έχωσι παρ' αυταίς κηπουρούς και πνευματικούς, ίνα κ υ β ε ρ ν ώ σ ι τ α ς ψ υ χ ά ς τ ω ν κ α ι π ο τ ί ζ ω σ ι τ ο υ ς μ ο ν α σ τ ι κ ο ύ ς κ ή π ο υ ς τ ω ν, ως έλεγον οι καλοί χρονογράφοι, οίτινες βεβαίως δεν εμάντευαν πόσων παρεξηγήσεων και ρυπαρών λογοπαιγνίων αφορμήν έμελλε να δώση εις τους εχθρούς της θρησκείας η φράσις αύτη, ήτις χ ι α σ τ ο ύ μόνον σχήματος ύλην παρέχει εις τον άκακον κάλαμόν μου. Τα πάντα εβάδιζον εν αρχή κατ' ευχήν· αμφότεροι επάχυνον και ελησμόνουν την πατρίδα των υπό τον γλυκύν ουρανόν της Προβιγγίας, υφ' ον λησμονούσι σήμερον και οι Χίοι την μοσχοβόλον νήσον των. Όπου καλόν, εκεί πατρίς, έλεγεν ο Ευριπίδης (34) . Πανταχού φύεται του λωτού ο μελιηδής καρπός, υπό παντοίας προσφερόμενος μορφάς εις των θνητών τα ακόρεστα χείλη, ως θρόνος εις τους βασιλείς και ως καλή παρθένος εις τους εραστάς, ως χρυσός εις τους εμπόρους και ως επευφημήσεις εις τους τεχνίτας. Και εις αυτάς ακόμη των βουνών τας χιονοσκεπείς κορυφάς και τας άμμους της ερήμου εβλάστανε πρότερον ο λωτός, ότε οι ερημίται εζήτουν εκεί αγιότητα και οι αρματολοί ελευθερίαν αλλά σήμερον κατήντησε φυτόν κηπαίον ως το πράσον, και διά τούτο ίσως εξώρισαν αυτόν του Ελικώνος οι ποιηταί.
Ελέγομεν λοιπόν, ότι οι δύο μοναχοί, ευρόντες και πάλιν τας αναπαύσεις των, επάχυνον και έζων ευχαριστημένοι εν τη γυναικεία μάνδρα. Αλλά μετ' ου πολύ κατελήφθη η Ιωάννα υπό αγνώστου τινός και φοβεράς ασθενείας. Αι παρειαί αυτής καθίσταντο κοίλαι, οι δε οφθαλμοί θολοί και αλαμπείς, ως οι αστέρες την πρωίαν· αντί τροφής έτρωγε τους όνυχας της και αντί να κοιμάται εστέναζεν όλην την νύκτα. Ο σύντροφός της δεν έπαυεν ερωτών αυτήν τι έχει, αλλ' αύτη διά δακρύων μόνον και γογγυσμών απεκρίνετο, οσάκις δε επλησίαζε να την ασπασθή, αντί της παρειάς, έστρεφεν εις αυτόν την ράχιν, και οτέ μεν την αδελφήν Μάρθαν, οτέ δε την oσίαν Βαθίλδην η άλλην τινά παρθένον τον έστελλεν οργίλως να φιλήση. Ο καλός Φρουμέντιος ειθισμένος να υπακούη εις πάσας της φίλης του τας προσταγάς, έτρεχε να εκτελέση την παραγγελίαν αλλ' ότε επέστρεφε να ζητήση την αμοιβήν της προθύμου υπακοής, ύβρεις αντί ευχαριστιών και όνυχας αντί χειλέων εύρισκε παρ' αυτή ο δυστυχής νεανίας.
Περιγράψας τα συμπτώματα περιττόν νομίζω να ονομάσω την νόσον. Η θέσις της πτωχής ηρωίδος μου ήτο τοσούτον μάλλον οικτρά, καθ' όσον τηκομένη υπό ακοιμήτου ζηλείας δεν ηδύνατο καν ν' αποδώση τα ίσα εις τον εραστήν αλλ' άφινεν τας Μοναχάς να συσσωρεύωσιν εικασίας επί εικασιών ζητούσας να μαντεύσωσιν υπό τίνος αλλοκότου μανίας κατείχετο ο ξανθός και ωραίος εκείνος καλόγηρος όστις ου μόνον απέφευγε τας θωπείας των, αλλά και κατά του συντρόφου του ωργίζετο, οσάκις τον έβλεπε μετ' αυτών συνομιλούντα.
Κατά τας αρχάς του παρόντος αιώνος πάσαι αι νόσοι απεδίδοντο εις ερεθισμόν του στομάχου και υπό το όνομα γ α σ τ ρ ί τ ι δ ο ς εθεραπεύοντο ανεξαιρέτως διά βδελλών υπό του αιμοβόρου Βρουσσαίου, κατά δε τον ένατον αιώνα πάντα τα τε ψυχικά και σωματικά πάθη απεδίδοντο εις την επιφοίτησιν των δαιμόνων, καθ' ων μόνον φάρμακον υπήρχον oι εξορκισμοί και τα λείψανα των αγίων. Η θεολογία και ιατρική, εκ των οποίων περιμένομεν της ψυχής και του σώματος ημών την σωτηρίαν, είναι αι μόναι επιστήμαι αι υποκείμεναι ως τα ενδύματα εις τον συρμόν. Όσα οι πρόγονοι ημών επίστευον ονομάζομεν σήμερον μυθολογίαν, και αυτοί δε οι ιατροκουρείς εμπαίζουσι του Γαλινού και του Παρακέλσου τας συνταγάς. Κύριος οίδε τι και οι απόγονοι ημών θέλουσι λέγει, αναγινώσκοντες τα περί Χ ρ ω μ ι δ ρ ώ σ ε ω ς (35) υπομνήματα της ιατρικής ακαδημίας των Παρισίων ή το περί ασπίλου συλλήψεως της Αγίας Άννης δίπλωμα του Πάπα Πίου, τι δε και περί των θαυμάτων της Π ε ψ ί ν η ς και της εν Τήνω θαυματουργού εικόνος.
Μοναχικού συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη να σταλή προς ίασιν ο αδελφός Ιωάννης εις το εν Αγία Βώμη σπήλαιον της Αγίας Μαγδαληνής, όπου είχε βλαστήσει δένδρον του οποίου η οσμή εδίωκε τότε τους δαίμονας και εθεράπευε τους τυφλούς τους τε ανθρώπους και τας γυναίκας, ως η κνίσσα των ιχθύων κατά τους χρόνους του Τωβίτ (36) . Ο καλός Φρουμέντιος, αναβιβάσας επί του πιστού υποζυγίου του την δαιμονιζομένην φίλην του, διηυθύνθη μετά βαρυθυμίας προς το άγιον σπήλαιον, στρέφων πολλάκις την κεφαλήν προς τα οπίσω και καταρώμενος τους ευνούχους και τους δαίμονας, οίτινες εξωθούν αυτόν εις νέας καθ' εκάστην παραλίας, ως η αρά του Ιησού τον Ιουδαίον σανδαλοποιόν.
Η ζηλεία, όταν δεν είναι νόσος ιδιοπαθής ή σ υ ν τ α γ μ α τ ι κ ή (37) ως η θεσιθηρία εν Ελλάδι, είναι μεν πάντοτε κακή και οχληρά ασθένεια, αλλ' έχει και τούτο το καλόν, ότι ευθύς παύει, άμα εκλείψωσι τα υποθάλποντα αυτήν αίτια, ως η ναυτία των επιβατών, άμα σταματήση το πλοίον. Ούτως ησύχασε και ο βασανίζων την ημετέραν ηρωίδα κακότροπος δαίμων, άμα η παρουσία των αντιζήλων της έπαυσεν ν' ακονίζη τους όνυχας και τους οδόντες του. Πριν φθάσωσιν εις το ήμισυ του δρόμου, είχεν ήδη αναλάβει η Ιωάννα την όρεξιν και την ευθυμίαν της, ώστε ολίγον έμενε να πράξη προς εντελή αυτής ίασιν η Αγία.
Πεζεύσαντες μετά τριήμερον πορείαν εις τους προπόδας του όρους, επί της κορυφής του οποίου ηνοίγετο το σπήλαιον, ήρξαντο οι Μοναχοί ν' αναβαίνωσιν επιπόνως την απότομον ανωφέρειαν ακολουθούμενοι υπό του όνου των, όστις νηστεύων και τρέχων από της προτεραίας έσειε μελαγχολικώς την κεφαλήν του, ως ει εβαρύνετο την αθλίαν του ζωήν. Οι πρώτοι γονείς του δυστυχούς τούτου ζώου· έφαγον ίσως κακείνοι στάχεις τινας απηγορευμένης κριθής εις τινα γωνίαν του παραδείσου, οι δε απόγονοι αυτών αποτίουσιν ίσως, ως και ημείς του προγονικού αμαρτήματος τον φόρον. Μετά δίωρον ανάβασιν επάτησαν τέλος πάντων οι τρεις προσκυνηταί επί δένδροφύτου Οροπεδίου, εις ου το κέντρον ηνοίγετο το σκιερόν σπήλαιον, όπου η ξανθή θυγάτηρ της Γεννησαρέθ έκλαυσεν επί τριάκοντα έτη τας αμαρτίας της. Εν μέσω του σπηλαίου τούτου εφαίνετο λάκκος σκαφείς εις τον βράχον υπό των δακρύων της Αγίας, ευθύς μεταμορφουμένων εις μαργαρίτας, ους διένεμεν η ερημίτις εις τους πτωχούς. Εγγύς δε αυτού ανεπαύετο το σώμα, εναποτεθέν εκεί υπό των αγίων Λαζάρου, Τροφίμου και Μαξιμίνου, ελθόντων κακείνων εις Γαλλίαν, όπου κατέφευγον τότε οι προγεγραμμένοι μαθηταί του Ιησού, ως σήμερον οι οπαδοί του Μαζίνη εις την μεγάλην Βρετανίαν. Εύοσμον και αειθαλές δενδρύλλιον εσκίαζε τον τάφον, σημαίνον εις τους προσκυνητάς πού έπρεπε να γονατίσωσι. Προ αυτού κλίναντες το γόνυ οι ερασταί ήρξαντο ταπεινή τη φωνή και τη καρδία να ψάλλωσι το τροπάριόν της αγνισθείσης εκείνης εταίρας, της οποίας τα αμαρτήματα κατέστησαν πλείονας γυναίκας αμαρτωλάς παρ' όσας η μετάνοια της αγίας. Πάντες φιλοτιμούμεθα να ομοιάσωμεν κατά τι τους μεγάλους άνδρας, μιμούμενοι τα ελαττώματα αυτών, οσάκις αδυνατούμεν να μιμηθώμεν τας αρετάς. Πολλοί έγειναν μέθυσοι, ίνα έχωσί τι κοινόν μετά του Αλεξάνδρου, οι δε αυλικοί του μεγάλου Λουδοβίκου αφήρουν τους οδόντας των, ίνα έχωσί τι όμοιον τω μονάρχη. Αλλά της ωραίας Μαγδαληνής τα παραπτώματα και η αγιότης μυριάκις πλείονας είλκυσαν μιμητάς. Αι ολίγαι απομείνασαι καλαί χριστιαναί ταύτην κατέστησαν είδωλον και πρότυπον της ζωής των, δάκνουσαι τον απηγορευμένον καρπόν, ενόσω έχουσιν αληθείς οδόντας, και έπειτα, προσφέρουσαι τω Θεώ τας οδοντοστοιχίας και τας φενάκας των, ως αντίτιμον του Παραδείσου.
Ενώ επεκαλούντο οι δύο προσκυνηταί τας χάριτας της Αγίας, ο όνος, όστις είχεν ακολουθήσει αυτούς εις το σπήλαιον, ζητών άσυλον κατά του ηλίου, ωσφραίνετο το επί του αγίου τάφου δένδρύλιον μετ' αυξούσης επιθυμίας. Το δυστυχές ζώον προ πολλού δεν είχε γευθή χλωράς τροφής· αλλά λαβόν μοναστηριακήν ανατροφήν εγνώριζε να σέβεται τα άγια, δεινή δε συνεκροτείτο εν τη καρδία του πάλη μεταξύ πείνης και ευσεβείας. Οι οφθαλμοί αυτού υγραίνοντο, οι ρώθωνες διεστέλλοντο, ήνοιγε και πάλιν έκλειε το στόμα, λείχων ελαφρώς τα εύοσμα εκείνα φύλλα διά του άκρου της γλώσσης, ως εραστής τας χείρας της κοιμωμένης φίλης του, φοβούμενος μη την εξυπνίση. Αλλά τελευταίον παντός άλλου αισθήματος υπερίσχυσεν η πείνα· κλίνας τα μακρά αυτού ώτα κατά την συνήθειαν των ομοίων του, οσάκις ετοιμάζονται να πράξωσιν ανοησίαν, τόσω σφοδρώς έσεισε διά των οδόντων το θαυματουργών εκείνο δενδρύλλιον, ώστε εκριζωθέν έμεινεν εις το βέβηλον αυτού στόμα ανηρτημένον. Οι ερασταί βλέποντες αναρπαζόμενον τον βωμόν, προ του οποίου προσηύχοντο, ηγέρθησαν μετά φρίκης, προσηλούντες έντρομα βλέμματα επί του ιεροσύλου υποζυγίου και έτι εντρομώτερα εις το άφθονον αίμα, το αποίον απέσταζεν εκ της ρίζης του φυτού, ενώ εκ της ανοιχθείσης οπής ηκούοντο στεναγμοί γοεροί και μέσω αυτών πένθιμος γυναικεία φωνή, τοιαύτα εις το λαίμαργον ζώον καταρωμένη. «Εκ της καρδίας μου και ουχί εξ αναισθήτου κορμού ρέει το αίμα τούτο. Επικατάρατος συ ο σπαράξας αυτήν θέλεις κύπτει υπό βαρύ φορτίον και τρώγει ξύλον πάσας τας ημέρας της ζωής σου». Από της ημέρας εκείνης υπόκεινται οι όνοι εις διπλήν ως οι Ιουδαίοι αράν. Αμφότεροι διεσπαρμένοι ανά πάσαν την γην, υβριζόμενοι, ραπιζόμενοι και περιφρονούμενοι πληρόνουσι, πλην του επιβαρύνοντος πάντας ημάς προγονικού και δευτέρου αμαρτήματος την δίκην, οι μεν της θεοκτονίας, οι δε της ιεροσύλου λαιμαργίας. Ο δε παραίτιος της δευτέρας ταύτης πτώσεως όνος, δυστυχέστερος γενόμενος και αυτού του Αδάμ ουδέ να χωνεύση επρόφθασε τον απηγορευμένον καρπόν, αλλά καταληφθείς υπό φοβερών σπασμών απέδωκεν ευθύς το πονηρόν του πνεύμα. Έκτοτε οι τυφλοί, χωλοί, δαιμονιζόμενοι και παραλυτικοί της Προβιγγίας, όσοι εθεραπεύοντο πρότερον υπό του δένδρου της Μαγδαληνής, προσέρχονται κατ' έτος εις το μέρος, ο που κείνται τα άταφα οστά του αφανίσαντος το θαυματουργόν αυτών φάρμακον, και εκεί μυρίας σωρεύουσι κατά της μνήμης του κατάρας και μυρίας επί της ράχεως των απογόνων του πληγάς.
Οι δύο προσκυνηταί, των οποίων αι τρίχες ήσαν ορθαί υπό φρίκης, οι δε οδόντες συνεκρούοντο ως κροταλία Ισπανής χορευτρίας, κατεκυλίσθησαν τρέχοντες εκ του όρους, ουδ' εσταμάτησαν μέχρις ου διέκριναν μακρόθεν τα γλαυκά ύδατα της Μεσογείου. Αναπαυθέντες τότε επί τινας ώρας υπό την σκιάν πεύκης εβάδισαν και πάλιν δι’ όλης της νυκτός, το δε πρωί απήλθον εις Τουλώνα, εναύλους έτι έχοντες εις τα ώτα της Μαγδαληνής την ονοκτόνον αράν και του δυστυχούς υποζυγίου των τους επιθανατίους ογκηθμούς.
Ο λιμήν της Τουλώνος ήτο έρημος, πλην μόνης ενετικής τινος τριήρεως, ήτις, μετακομίσασα εξ Αλεξανδρείας εις Ενετίαν το σώμα και το ιδιόχειρον Ευαγγέλιον του Αγίου Μάρκου, έπλευσεν έπειτα εις τας ακτάς της Προβιγγίας προς αγοράν ανδραπόδων, μελλόντων ν' ανταλλαγώσιν εις τους λιμένας της Ανατολής αντί λιβάνου, βάμβακος και αγίων λειψάνων. Οι χρόνοι εκείνοι ήσαν ο χρυσούς της σωματεμπορίας αιών. Ενετοί, Αμαλφίται, Πισανοί και Γενουήνσιοι περιέτρεχον ως καρχαρίαι την Μεσόγειον, αμιλλώμενοι τις πρό τίνος περισσοτέρους ν' αγοράση ανθρώπους παρά των οπλαρχηγών και ληστών, οίτινες μετά τον θάνατον του Καρόλου ελυμαίνοντο την Γαλατίαν και Ιταλίαν, μετερχόμενοι το επάγγελμα των ελευθέρως και ανενοχλήτως, ως πρό τινων ετών εν Αττική. Αλλ' εκείνοι τουλάχιστον, αντί να ληστεύωσι και τους συγγενείς ακόμη ζητούντες λύτρα, ήναπτον πυράν παρά την όχθην της θαλάσσης, ίνα ειδοποιήσωσι τους παραπλέοντας αγοραστάς, εις ους επώλουν αυθημερόν τον αιχμάλωτον, ωφελούντες ούτω αντί να βλάπτωσι τους κληρονόμους. Οι ιερείς ανεθεμάτιζον μεν ενίοτε τους μετερχομένους το τοιούτον εμπόριον, αλλά και εδέχοντο παρ’ αυτών χρυσοκεντήτους στολάς, πολύτιμα αρώματα, λιθοστολίστους σταυρούς και άλλα της βιομηχανίας των προϊόντα· κακαί δε τίνες γλώσσαι διεθρύλουν μάλιστα, ότι πολλοί των αξιωματικών της παπικής αυλής, εν οις και ο μέγας κ η ρ ι μ ο ν ά ρ ι ο ς, ήτοι Αυλάρχης, συνέδεον μυστικάς μετά των αρχιληστών σχέσεις, συντεινούσας εις πλουτισμόν και διακόσμησιν της Εκκλησίας.
Το πλοίον ήτο έτοιμον προς απόπλουν, εις δε την παραλίαν ευρίσκετο προσδεδεμένον ακάτιον, αναμένον την επιστροφήν του πλοιάρχου, πορευθέντος εις αντάμωσιν του ανταποκριτού αυτού Ιουδαίου, ίνα συμπληρώση το φορτίον. Μετ' ου πολύ εφάνη ο τίμιος ούτος θαλασσινός ακολουθούμενος υπό οκτώ ναυτών, κρατούντων μάστιγα εν τη δεξιοί, διά δε της αριστεράς σχοινίον, εις του οποίου την άκραν ήσαν δεδεμένοι ανά ζεύγος ως τρυγόνες οι νεωστί αγορασθέντες δούλοι δεκαέξ τον αριθμόν, εννέα άνθρωποι και επτά γυναίκες. Είπον δε άνθρωποι και ουχί άνδρες, διότι κατ’ εκείνην την εποχήν ημφισβητείτο ακόμη αν ανήκουσιν εις το ανθρώπινον γένος αι γυναίκες, οι δε αρνούμενοι αυταίς την ανθρωπότητα επρότεινον τους τ ρ α γ ι κ ο ύ ς αυτών έρωτας εν Αιγύπτω και τους ι π π ι κ ο ύ ς εν Θεσσαλία, την γνώμην του Αριστοτέλους, την κακίαν των, την θυγατέρα του Αριστοξένου, ήτις είχε πόδας όνου, και το εδάφιον του Τωβίτ. (38) Ο πλοίαρχος ήτο Ραγουζαίος αλιεύς και ειδωλολάτρης κατά την νεότητά του, όστις μυηθείς της πίστεως τα μυστήρια ηθέλησε να μιμηθή τον Απόστολον, γενόμενος ως εκείνος α λ ι ε ύ ς α ν θ ρ ώ π ω ν, ους ηγκίστρωνε και επώλει ως πρότερον τους ιχθύας. Παρατηρήσας τους δύο εραστάς, οίτινες περιεσφιγμένοι εις τα ράσα των εκάθηντο μελαγχολικώς επί των βαθμίδων της αποβάθρας, εσκέφθη ότι καλόν ήθελεν είναι να παραλάβη επί του πλοίου τους δύο εκείνους οπαδούς του Αγίου Βενεδίκτου, ίνα βοηθώσι τον δήμιον εις διατήρησιν της ευταξίας μεταξύ των δεσμίων, επισείοντες εις τους μεμψιμοιρούντας τας φλόγας της Κολάσεως, ως εκείνος την αγχόνην. Ο πολύπειρος εκείνος ναύτης ήτο συγχρόνως και βαθύς πολιτικός, εννοήσας, ότι διά μόνον των ιερέων και δημίων καθίστανται οι άνθρωποι ευάγωγος αγέλη, προσφέρουσα ευπειθή ράχιν εις την ψαλίδα του κουρέως. Οι δυστυχείς νεανίσκοι, γευθέντες πασών των πικριών, όσαι επί της ξηράς βλαστάνουσιν, εδέχθησαν προθύμως του ανδροκαπήλου τας προτάσεις, ελπίζοντες να εύρωσι τέλος ανάπαυσιν μεταξύ των κυμάτων, ως ο Νώε εν τη Κιβωτώ, εις ην ουδέν πονηρόν επετράπη να εισέλθη πλην μόνων των τίγρεων, όφεων, σκορπιών και των φθειρών, όσοι ευρέθησαν εις του Πατριάρχου την γενειάδα. Εν τούτοις αι κώπαι έσχιζον το κύμα και μετ' ου πολύ ναύται, ανδράποδα, πλοίαρχος και επιβάται επάτουν τας σανίδας του Αγίου Πορκαρίου, διότι τοιούτον έφερεν όνομα το ευσεβές εκείνο σκάφος.
Οι ερασταί εκάθισαν επί σωρού σχολίων παρά την πρώραν, θεωρούντες τα φεύγοντα παράλια της χλοεράς Προβιγγίας. Η ζηλεία είχεν αναζωπυρήσει τον έρωτα της Ιωάννας, αι δε ιδιοτροπίαι αυτής τον του Φρουμεντίου· ώστε συνεσφίγγοντο προς αλλήλους, απολαύοντες των ηδονών της συμφιλιώσεως και μυρία πλάττοντες σχέδια περί του μέλλοντος βίου. Το πλοίον έμελλε να πλεύση εις Αλεξάνδρειαν, αλλ’ εκείνοι εσκόπουν ν’ αποβώσιν εις Αθήνας και εκεί, μεταξύ των στηλών του Παρθενώνος και των δαφνών του Ιλισσού, να πλέξωσι την νέαν φωλεάν των. Ο θετός πατήρ της Ιωάννας, καταγόμενος, ως είπομεν, εξ Ελλήνων είχε διδάξει της συζύγου του την θυγατέρα των προγόνων αυτού την γλώσσαν και ιστορίαν, ώστε οι μικροί πόδες της ημετέρας ηρωίδος ανεσκίρτων υπό της χαράς, μέλλοντες μετ' ολίγον να πατήσωσι το χώμα, όπερ εκάλυπτε του Περικλέους και της Ασπασίας την κόνιν.
Εν τούτοις το πλοίον παρέπλεεν ήδη τας μοσχοβόλους ακτάς της Αγ. Μαργαρίτας. Η ημέρα ήτο οπόθερμος, η θάλασσα ακύμων, ο ήλιος έλαμπεν όπισθεν νεφών γαλακτοχρόων, ως το πρόσωπον νέας Τουρκίσσης υπό τας πτυχάς του γ ι α σ μ α κ ί ο υ, και λευκοί γερανοί εταξείδευον κακείνοι εις τον ουρανόν. Ουδέν γλυκύτερον, όταν ο καιρός είναι τοιούτος, ή να ευρίσκεται τις επί του καταστρώματος ω κ υ π ό ρ ο υ ν η ό ς, π ε ρ ι μ έ ν ω ν μετά το πρόγευμα του γεύματος την ώραν, στηρίζων την κεφαλήν επί των γονάτων της ερωμένης του και μετ’ εκείνης θαυμάζων του ουρανού, της γης και των υδάτων το κάλλος. Ο στόμαχος και η καρδία πρέπει να είναι ευχαριστημένα, ίνα ηδυνώμεθα θαυμάζοντες την φύσιν· άλλως ο ήλιος φαίνεται ημίν, εμοί τουλάχιστον, μηχανή προς ωρίμανσιν των πεπόνων, η σελήνη φανάριον των κλεπτών, τα δένδρα καύσιμος ύλη, η θάλασσα αλμυρόν ρευστόν και η ζωή ανούσιος, ως νερόβραστος κολοκύνθη.
Μετά τριήμερον πλουν προσωρμίσθη το πλοίον εις τον λιμένα της Αλερίας, πρωτευούσης της νήσου Κόρνου, όπου απέβη το πλήρωμα, ίνα υδρεύση, συναπέβησαν δε και οι μοναχοί, ίνα πορευθώσιν εις προσκύνημα των εν τη νήσω πανσέπτων και καθ' όλην την οικουμένην ονομαστών λειψάνων. Εκεί τωόντι φυλάττεται η ράβδος του Μωϋσέως, βώλοι τίνες της γης, δι' ης επλάσθη ο Αδάμ, η πλευρά του αποστόλου Βαρνάβα, φιάλη περιέχουσα σταγόνας τινάς γάλακτος της Θεοτόκου, τεμάχιον πανιού υπό των αγίων αυτής χειρών εξυφασμένον και άλλαι τινές ουχ ήττον ιεραί και γνησίοι αρχαιότητες, τας οποίας έτι και σήμερον δύναται να προσκυνήση ο ευσεβής περιηγητής. Την επιούσαν, πνεύσαντος σφοδροτέρου του ανέμου, υπερέβησαν την νήσον Σαρδώ, την κατά τους ποιητάς περίφημον διά τους τυρούς και την απιστίαν των κατοίκων, την δε τρίτην ημέραν καταπεσόντος αυτού . . ... Αλλ’ εγώ, μέτριος ων κολυμβητής, δεν δύναμαι να παρακολουθήσω τα ίχνη του φέροντος την ηρωίδα μου πλοίου, ως το βήμα του μακαρίτου όνου της. Άλλως δε αι ναυτικαί περιγραφαί, τα κύματα, τα σχοινία, η πίσσα και τα ναυάγια κατήντησαν ούτω τετριμμένα, ώστε προξενούσι ναυτίαν εις τον αναγνώστην, ως η κίνησις του πλοίου εις τον θαλασσοπόρον, εκτός μόνον αν παρεισαχθώσι χαρίεντά τινα επεισόδια πείνης ή ανθρωποφαγίας. Διό παραπέμποντες τους ορεγομένους τοιούτων προς τιμωρίαν των εις τας γαλακτώδεις περιγραφάς του Κου Π. Σούτσου, εν αις ουδ' η ελαχίστη ποιητική πνοή ταράσσει τον
σιγαλόν αιγιαλόν, γελώντα γάλα όλον,
θέλομεν πληροφορήσει τους λοιπούς αναγνώστας, ότι οι ημέτεροι ήρωες χασμηθέντες, εμέσαντες, βαυκαληθέντες υπό των κυμάτων και όσα άλλα εις τους ταξειδεύοντας συμβαίνουσι παθόντες, έφθασαν ευτυχώς μετά δίμηνον πλουν εις Κόρινθον, κακεί αποβάντες διευθύνθησαν διά Μεγάρων εις Αθήνας υπό την οδηγίαν νέου τινός Έλληνος δούλου, ονόματι Θεωνά, φιλοδωρηθέντος αυτοίς υπό του πλοιάρχου.
Ο ήλιος ανέτελλεν οπόθεν του Υμηττού στιλπνός και ανέφελος ως ο ωριμάσας τα μήλα της Εδέμ, ότε οι τρεις οδοιπόροι παραλείψαντες το Ποικίλον εισήλθον εις την πόλιν του Αδριανού. Πλήθος Αθηναίων συνέρρεον πανταχόθεν εις τας εκκλησίας, ίνα πανηγυρίσωσι την Κ υ ρι α κ ή ν τ η ς Ο ρ θ ο δ ο ξ ί α ς, ήτοι της αναστηλώσεως των αγίων εικόνων. Υπό τούτων φερόμενοι εισήλθον οι τρεις οδοιπόροι εις το Θησείον, όπερ ήτο τότε χριστιανική εκκλησία, αφιερωμένη τω Αγίω Γεωργίω. Ο χριστιανισμός κατέπνιξε την ειδωλολατρείαν, και εν τούτοις το άκακον τούτο θύμα κατέστησε τον φονέα του γενικόν κληρονόμον, κληροδοτήσαν αυτώ τους ναούς, τας τελετάς, τας θυσίας, τους μάντεις, τους ιερείς και τους ονειροκρίτας. Ταύτα πάντα παραλαβόντες οι χριστιανοί μετεσχημάτισαν οπωσούν προς χρήσιν των, ως οι λογοκλόποι τας ξένας ιδέας, ονομάσαντες εκκλησίας τους ναούς, τους βωμούς θυσιαστήρια, τας πομπάς λιτανείας και τους θεούς Αγίους· Άγιον Νικόλαον τον Ποσειδώνα, τον Πάνα Άγιον Δημήτριον και τον Απόλλωνα Άγιον Ηλίαν αλλ' εις τούτους προσήρτησαν οι ιερείς, ίνα τους καταστήσωσι σεβαστοτέρους, και μακράν γενειάδα, ως αι προαγωγοί της Ρώμης ξανθήν φενάκην εις τας υποτρόφους των, ίνα ελκύωσι πλείονας πελάτας. Αλλ’ επανέλθωμεν εις Αθήνας.
Μετά τον θάνατον του μιαρού Θεοφίλου, όστις έκοπτε τας χείρας των ζωγράφων και ήλειφε δι’ ασβέστου τας αγίας εικόνας, ως αι τροφοί τους μαστούς των δι'αλόης, ίνα αηδιάζωσιν αυτούς τα θηλάζοντα βρέφη, οι δυστυχείς ανατολίται, στερούμενοι από ένδεκα ήδη ετών εικονισμάτων, ησθάνοντο εκ της μακράς εκείνης στερήσεως τον προς αυτά πόθον διπλασιασθέντα. Πανταχόθεν κατέβαινον εκ των ορέων οι προγραφέντες υπό του τυράννου ορθόδοξοι μοναχοί και ζωγράφοι κατά τινας μάλιστα αγιογράφους ου μόνον οι ζώντες συνέρρεον αθρόοι εις τας εκκλησίας, αλλά και πολλοί των νεκρών Μαρτύρων ηγέρθησαν εκ τών μνημείων, ίνα παρευρεθώσιν είς τήν χαρμόσυνον εκείνην τελετήν, καθ ην ωμίλουν αι εικόνες και εσκίρτων οι άνθρακες εκ της χαράς εν τοις θυμιατηρίοις. Αλλά και αυτοί οι αγριώτατοι των εικονοκλαστών μετετράπησαν αίφνης εις θερμούς εικονολάτρας, άμα τον θ ε ο μ ί σ η τ ο ν Θ ε ό φ ι λ ο ν διεδέχθη η θ ε ο δ ώ ρ η τ ο ς Θ ε ο δ ώ ρ α (39) . Οι γονείς εκόλλων τας τρίχας των τέκνων των εις τα ομοιώματα της Παναγίας, οι μοναχοί προσέφεραν αυτοίς την κόμην των θυσίαν, αι δε γυναίκες αποξέουσαι τα χρώματα των εικόνων ανεμίγνυον αυτάς εις το ύδωρ και έπινον και αυτοί δε οι ιερείς ετόλμησαν πολλάκις διά τοιούτων βαφών να νοθεύσωσι τον ιερόν οίνον της μετουσιώσεως. Εις δε τας Αθήνας, την κλασσικήν ταύτην καθέδραν των ειδώλων, τοιούτος κατήντησεν ο ζήλος των πιστών, ώστε ο Επίσκοπος ηναγκάσθη να σκεπάση δι' υέλων τας εικόνας, ίνα μη εξαλείφωνται εκ των πολλών φιλημάτων, καταντώσαι μετ' ολίγας ημέρας ωχραί και αφανείς, ως επί του ρινομάκτρου της Προυνίκης εικών του Σωτήρος. Κατά τους νομικούς εκάστη κατάχρησις γεννά νέον τινά νόμον, εν δε τη Εκκλησία του Χριστού γεννάται πάντοτε ορθόδοξον δόγμα εξ εκάστης αιρέσεως. Η παραφορά των Εικονομάχων εγέννησε την Ε ι κ ο ν ο λ α τ ρ ε ί α ν, ο Γιός κατέστη Ο μ ο ο ύ σ ι ο ς τ ω Π α τ ρ ί εις πείσμα των Αρειανών, η Παναγία ωνομάσθη Θ ε ο τ ό κ ο ς προς αναίρεσιν των βλασφημιών του Νεστορίου, ο δε Πάπας Πίος ο Θ', ίνα τιμωρήση τους περί της αχράντου συλλήψεως της Θεοτόκου ασεβείς δισταγμούς των ολιγοπίστων υπηκόων του, επέβαλεν αυτοίς ως άρθρον πίστεως και της μητρός αυτής, της θεοπρομήτορος Άννης, την αμόλυντον εγκυμοσύνην. Τις οίδε ποία νέα καλά θέλουσι βλαστήσει και εκ της βλασφήμου βίβλου του Τενάν, ήτις κατά τον πανοσιώτατον αββάν Κρελιέρον π ο λ ύ ή δ η ω φ έ λ η σ ε τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν, δ ο ύ σ α α φ ο ρ μ ή ν εις αυτόν και τους συντρόφους του ν' αποδείξωσι φ α ε ι ν ή ν α λ ή θ ε ι α ν ως το φως του η λ ί ο υ.
Οι ερασταί εισελθόντες μετά του υπηρέτου εις το Θησείον μόλις ηδυνήθησαν να τοποθετηθώσιν εις στενόχωρόν τινα γωνίαν του πλήθοντος ναού. Κατ' εκείνην την πρωίαν ελειτούργει αυτός ο Επίσκοπος Αθηνών Νικήτας, στίλβων ως νεόκοπον φλωρίον υπό την κατάχρυσον αυτού ενδυμασίαν. Τα δύο ταύτα τέκνα της Άρκτου εθαύμαζον την πολυτέλειαν του θεράποντος του θεού εκείνου, όστις εδίδασκε την πτωχίαν, υποσχόμενος αντ' αυτής μετά θάνατον εις τους πιστούς παράδεισον εστρωμένον διά χρυσίου, σαπφείρων, σμαράγδων και αμεθύστων. Αλλ' οι τότε αρχιερείς επροτίμων ήδη το σήμερον ωόν μάλλον της αύριον όρνιθος, αφίνοντες εις τους διαδόχους των κυνικών ασκητάς τα εσχισμένα ράσα, τους φθείρας και τους σμαράγδους του Παραδείσου, εκείνοι δε ιερουργούντες κατάχρυσοι εντός των αυτών εκείνων ναών, όπου κατά Πλούταρχον ουδείς ειδωλολάτρης ετόλμα να εισέλθη φέρων χρυσίον. Εν τούτοις ο Θεωνάς, όστις είχε χρηματίσει κ α ν δ η λ ά π τ η ς, έκυπτε προς το ωτίον της Ιωάννας, εξηγών αυτή της παρ' ημίν λειτουργίας τας τελετάς· ότι δηλ. ποιούσιν οι ανατολίται το σημείον του Σταυρού διά των τριών δακτύλων, δηλούντων την Αγίαν Τριάδα, φέρουσι δε πρώτον αυτούς προς το μέτωπον, εις ανάμνησιν της εν τω ουρανώ οικούσης θεότητος, είτα δε προς την κοιλίαν, ίνα δηλώσωσιν ότι ο Ιησούς κατέβη εις τον Άδην, προς τον δεξιόν ώμον, διότι εκ δεξιών του Πατρός εκάθισεν ο Υιός, και τέλος προς αριστεράν, ίνα απομακρύνωσιν από της καρδίας των τον Σατανάν. Μετά ταύτα εξήγησεν αυτή το όνομα και την χρήσιν εκάστου μέρους της ιεράς πανοπλίας του λειτουργούντος, της ζώνης, ήτις ζ ώ ν ν υ σ ι ν α υ τ ό ν ι σ χ ύ ι, του επιγονατίου, όπερ είναι ως ρομφαία επί τον μηρόν του (40) , του φελονίου, του οποίου τα τρίγωνα σημαίνουσι τον Ιησούν Χριστόν, τον ακρογωνιαίον της Εκκλησίας λίθον, και της λόγχης, ην ενέπηγε πλαγίως ο ιερεύς εις τον άρτον της προθέσεως, εις ανάμνησιν της βυθισθείσης υπό του Ρωμαίου στρατιώτου εις την πλευράν του Σωτήρος.
Ενώ εξήγει ταύτα ο Θεωνάς, ο λειτουργών έκοπτε και δεύτερον άρτον, ον μετέβαλεν εις σ ώ μ α τ η ς Π α ρ θ έ ν ο υ (41) , της οποίας την π ρ α γ μ α τ ι κ ή ν π α ρ ο υ σ ί α ν εν τοις μυστηρίοις επίστευον οι τότε ορθόδοξοι, αφού μάλιστα ημέραν τινά, ενώ εξεφώνει ο ιερεύς το «Ε ξ α ι ρ έ τ ω ς τ η ς Π α ν α γ ί α ς Α χ ρ ά ν τ ο υ» μετεμορφώθη αίφνης ο άρτος της προθέσεως εις ορατήν Παρθένον, κρατούσαν τον Υιόν εις τας αγκάλας. Οι δε λοιποί άρτοι καθιερώθησαν εις τον Άγιον Ιωάννην Βαπτιστήν, τους προφήτας, τους Μάρτυρας και τους άλλους αγίους· μετά τούτους εγένετο μνεία και των ζώντων, ήτοι του Αρχιεπισκόπου, των ιερέων, των ευεργετών της Εκκλησίας και άλλων· αφού δε πάντες έλαβον την ανήκουσαν μερίδα του θύματος, ως πρότερον εν τω αυτώ ναώ κατά την εορτήν του Θησέως, εθυμίασεν ο Διάκονος την αγίαν Τράπεζαν και τον Α σ τ ε ρ ί σ κ ο ν, μετά δε ταύτα εψάλη το ε κ β α θ έ ω ν και έπειτα . . .. Αλλά περιττόν νομίζω να ακροασθώμεν μέχρι τέλους την λειτουργίαν, ήτις άλλως ήτο ως και σήμερον βυζαντινή, και τοιαύτη κατά τους Καθολικούς θέλει διαμένει προς τιμωρίαν του σχίσματος εις άπαντας τους αιώνας, ανεπίδεκτος εκπολιτίσεως και προσκολλημένη εις τους τύπους του μεσαιώνος, ως το οστρείδιον εις τον βράχον.
Οι δύο Γερμανοί εθαύμαζον το μήκος της ατελευτήτου εκείνης ιερουργίας, ήτις ήτο εν τούτοις επιτομή της επιτομής της Συνάξεως του Αγίου Ιακώβου· αλλά και οι απόγονοι του Περικλέους εθεώρουν μετ' απορίας τους δύο εκείνους ξένους, ως ο φυσιολόγος περίεργόν τι του ζωικού βασιλείου προϊόν, μη δυνάμενοι να συμβιβάσωσι το καλογηρικόν ράσον των μετά του αγενείου προσώπου και της βραχείας κόμης. Άμα δε ετελείωσεν η τελετή και έλαβεν έκαστος το αντίδωρον, εσχηματίσθη περί τα δύο τέκνα της Δύσεως πολυκέφαλος κύκλος περιέργων, εξεταζόντων αυτούς από κορυφής μέχρι ποδών και πάντων ερωτώντων, πόθεν ήσαν και πώς μοναχοί όντες δεν ησχύνοντο να κόπτωσι τα γένεια των και, το αποτροπαιότατον, να φορώσιν εσώβρακον, όπερ εθεωρείτο υπό των ανατολιτών καλογήρων ως ασυγχώρητος μαλθακότης. Η Ιωάννα και ο Θεωνάς μόλις επρόφθανον αποκρινόμενοι εις τας παντοίας ταύτας ερωτήσεις, ενώ η περισφίγγουσα αυτούς ανθρωπίνη άλυσος καθίστατο τοσούτω στενή, ώστε και η αναπνοή αυτών ήρχιζε να στενοχωρήται, ο δε Φρουμέντιος, όστις ούτε ελληνικά ενόει ούτε είχε πολλήν υπομονήν, επειράτο ήδη ν' ανοίξη δίοδον διά των γρόνθων, ότε καλή τύχη προφθάσας ο Επίσκοπος ηλευθέρωσεν αυτούς, επιπλήξας το ποίμνιον διά την αδιακρισίαν του. Παραλαβών έπειτα τους δύο ξένους επί του αρχιερατικού φορείου του, βασταζομένου υπό οκτώ νεοφωτίστων Βουλγάρων, οίτινες υπηρετούν ως ίπποι την Αυτού Μακαριότητα, μετέφερεν αυτούς εις την παρά τους πρόποδας της Ακροπόλεως Επισκοπήν, όπου πολύοψον συμπόσιον είχεν ετοιμασθή προς πανηγυρισμόν της αναστηλώσεως των Εικόνων.
Η τράπεζα ήτο εστρωμένη εις τον κήπον υπό την σκιάν γηραιάς πλατάνου και έκυπτεν υπό το βάρος των σταμνίων και κρεάτων, ων αι αναθυμιάσεις ανεμιγνύοντο μετά της οσμής των ανθέων. Μετ' ου πολύ δε ήρχισαν να φθάνωσι και οι συνδαιτυμόνες. Οι πλείστοι τούτων ήσαν ορθόδοξοι καλόγηροι, καταφυγόντες εις τα σπήλαια και τα όρη επί της Εικονομαχίας, ίνα μη αναγκασθώσιν από του Θεοφίλου να πτύσωσιν επί των ιερών εικόνων ή να νυμφευθώσι καλογραίαν εν μέση αγορά. Οι καλοί ούτοι ερημίται είχον καταντήσει άγριοι και φοβεροί την όψιν εκ της μακράς αυτών μετά των θηρίων συνοικήσεις. Εν αυτοίς δίεκρίνοντο ο Πάτερ Ματθαίος, εκ του στόματος του οποίου εξήρχοντο σκώληκες διά την υπερβολικήν νηστείαν· ο Αθανάσιος, όστις ουδέποτε ένιψε το πρόσωπον ή τους πόδας του ουδ’ έφαγε μαγειρευμένον φαγητόν, διότι οσάκις έβλεπε το πρόσκαιρον πυρ του μαγειρείου ενθυμείτο το άσβεστον πυρ της Κολάσεως, και ο Μελέτιος του οποίου το σώμα εκαλύπτετο από έλκους πονηρού ως του Ιώβ. Αλλ’ ο μεν Ιώβ εξέετο προς ανακούφισιν δι’ οστράκου, ο δε όσιος Μελέτιος, οσάκις έπιπτε κατά γης σκώληξ εκ των πληγών του, ελάμβανεν αυτόν και τον έθετε πάλιν εις τον τόπον του, ίνα έχη τους πόνους της σαρκός περισσοτέρους και τας αμοιβάς εις την ψυχήν του παρομοίως.
Μετά τούτους προσήλθεν ο Πάτερ Παφνούτιος, όστις βυθισμένος αείποτε εις ουρανίους εκστάσεις τόσω ολίγον εφρόντιζε περί των επιγείων, ώστε διψήσας έτυχε πολλάκις να πίη αντί ύδατος το έλαιον της κανδήλας του· ο όσιος Τρύφων, ουδέποτε φορέσας καθαρόν υποκάμισον, αλλά πάντοτε τα άπλυτα του ηγουμένου του· ο ερημίτης Νίκων, ο υποπεσών εις την αμαρτίαν της σαρκός και κλεισθείς προς μετάνοιαν εις νεκροταφείον, όπου έμεινε τριάκοντα έτη, κοιμώμενος όρθιος, ως οι ίπποι, και τρώγων μόνον τα χόρτα, άτινα εβλάστανον εκ της γης ποτιζομένης διά των δακρύων του. Κατόπιν τούτων ήλθον και άλλοι ορεινοί καλόγηροι, στηρίζοντες διά μακράς ράβδου το βραδύ και κλονούμενον βήμα των. Τινές τούτων ήσαν ως αρχαία αγάλματα ηκρωτηριασμένοι, πάντες δ’ ανεξαιρέτως ρυπαροί, φθειραλέοι και ανυπόφορον οσμήν νηστείας, αγιότητος και σκόρδων αποπνέοντες.
Η ταλαίπωρος Ιωάννα ωπισθοδρόμει μετά φρίκης ενώπιον των βδελυρών εκείνων προϊόντων του ανατολικού φανατισμού, οτέ μεν την ρίνα της φράσσουσα, οτέ δε κλείουσα τους οφθαλμούς, διστάζουσα αν ήσαν εκείνοι ανθρώπινα όντα και ακουσίως αναπολούσα όσα ανέγνωσε παρά τοις αρχαίοις περί των κυνοκεφάλων και πιθηκανθρώπων ή εν τοις Συναξαρίοις περί των Σατύρων, οίτινες συνέζων μετά του Αγίου Αντωνίου εις τας ερήμους της Θηβαΐδος, διαλεγόμενοι μετ' αυτού περί θεολογίας. Αλλ' οι δυσώδεις και σκωληκόβρωτοι εκείνοι σκελετοί, δι’ ους απόλαυσις και απώλεια, Κόλαση και καθαριότης ήσαν λέξεις συνώνυμοι, οι μοναχοί, λέγω, αναχωρηταί, ερημίται και ασκηταί εκείνοι, ων μόνη η ανάμνησις διεγείρει σήμερον τον οίκτον ή την φρίκην, είχον μεγάλην υπόληψιν επί της βασιλείας της Ευσεβούς Θεοδώρας, ως οι αμαξηλάται επί Μιχαήλ του Γ', και οι πίθηκοι επί του Πάπα Ιουλίου, ο δε φιλόδοξος και αυλικός επίσκοπος Νικήτας ηναγκάζετο να περιποιήται αυτούς, ως οι παρ’ ημίν υποψήφιοι να δίδωσι την χείρα εις τα περικαθάρματα της αγοράς και τους κακούργους των Ορέων. Πλην δε τούτων, των καλογήρων δηλ., ήσαν προσκεκλημένοι εις την τράπεζαν του Επισκόπου δύο διδάσκαλοι ελληνικών γραμμάτων, είς αστρολόγος και τρεις ευνούχοι της βυζαντινής αυλής, κομίσαντες εις Αθήνας το αυτοκρατορικόν διάταγμα της αναστηλώσεως των εικόνων.
Αφού πάντες ούτοι έλαβον θέσιν και απηγγέλθη το «Φ ά γ ο ν τ α ι π έ ν η τ ε ς», κόψας ο Νικήτας τεμάχιον άρτου προσέφερεν αυτό εντός αργυρού δίσκου εις την εικόνα της Παναγίας, ήτις κατά τα συμπόσια των τότε ευσεβών χριστιανών ελάμβανε πάντοτε την πρώτην μερίδα, ως η θυγάτηρ της Ρέας (42) παρά τοις αρχαίοις. Μετά ταύτα εφρόντισεν ο Επίσκοπος και περί των συνδαιτυμόνων του, βυθίσας την μάχαιραν εις την κοιλίαν παχέος εριφίου, εξ ης ανοιχθείσης διεχύθη αμέσως ευφρόσυνος σκορόδων, κρομμυδίων και πράσων οσμή, δι’ ων το ζώον εκείνο ήτο μετά θαυμαστής τέχνης ωνθυλευμένον. Μετά το ερίφιον παρετέθησαν ιχθύες διά χαβιαρίου ηρτυμένοι και έπειτα πρόβατον μετά μέλιτος και κυδωνίων. Η Ιωάννα συνειθισμένη εις τα απλά και ακαρύκευτα φαγητά της τότε Γερμανίας, όπου και αυτά τα συμπόσια ήρχιζον και ετελείωνον, ως εν τη Ιλιάδι, δι' οπτών κρεάτων, εβύθιζε το πηρούνιον μετά δισταγμού και δυσπιστίας εις τα πολύπλοκα εκείνα προϊόντα της βυζαντινής μαγειρικής. Ότε δε εγεύθη τον μετά πίσσης, γύψου και ρητίνης συγκερασμένον οίνον της Αττικής, απέστρεψε μετά τρόμου τα χείλη, φοβηθείσα μη οι Αθηναίοι εκείνοι επότισαν αυτήν κώνειον, ως τον Σωκράτην. Ο γείτων της μοναχός τη προσέφερεν ως αποζημίωσιν έτερον ποτήριον· αλλά και τούτο προυξένησεν έτι μείζονα εις την ημετέραν Γερμανίδα αηδίαν, πλήρες ον καλογηρικού τίνος ποτού, καλουμένου β α λ α ν ί ο υ (43) , όπερ εφεύρε πιθανώς ο Άγιος Αντώνης, βράσας του χοίρου του τας βαλάνους, και το οποίον σώζεται ακόμη εν τοις Σχολείοις της Ελλάδος, παρατιθέμενον αντί κ α φ έ εις τους δυστυχείς υποτρόφους. Ενί λόγω η τε Ιωάννα και ο Φρουμέντιος εκάθηντο εις την πολύοψον εκείνην τράπεζαν νήστεις και διψαλέοι, ως οι φράγκοι πρέσβεις εις τα συμπόσια του Νικηφόρου, μέχρις ου ευσπλαγχνισθείς αυτούς ο φιλόξενος Νικήτας διέταξε να παρατεθούν οπταί τρυγόνες, μέλι του Υμηττού και άδολος οίνος της Χίου. Εις την θέαν του περιέχοντος το θείον εκείνο ποτόν ερυθρού σταμνίου αι ζοφεραί όψεις των καλών ασκητών ήστραψαν υπό της χαράς ως ο Άδης, ότε κατέβη εις αυτόν ο Σωτήρ, πάντες δε έτειναν μετά προθυμίας το ποτήριον εις το πορφορούν νέκταρ της πατρίδος του Ομήρου, αποδεικνύοντες ούτω ότι η ανθρωπίνη φύσις υπόκειται μεν, ως και αι εγκυμονούσαι γυναίκες, εις ιδιοτρόπους ορέξεις, δυναμένη ν’ αγαπήση το βαλάνιον, την ρυπαρότητα, τους χοίρους και τον ρητινίτην, αλλ’ άμα το αληθές και άδολον καλόν υφ’ οιανδήποτε μορφήν επιλάμψη, ευθύς στρέφεται προς εκείνο, ως η μαγνήτις προς τον πόλον και οι δαιτυμόνες του Νικήτα προς το σταμνίον της Χίου. Σοφισταί μοι φαίνονται, οι ισχυριζόμενοι ότι έκαστος λαός ή και άνθρωπος έχει ίδιον τίνα τύπον του καλού και ψευδής η παροιμία π ε ρ ί ο ρ έ ξ ε ω ν ο υ δ ε ί ς λ ό γ ο ς (44) . Εκ της αυτής ζύμης είναι πεπλασμένα πάντων των απογόνων του Αδάμ τα όμματα, τα ώτα και τα χείλη· ε ί ς ά ρ τ ο ς κ α ι έ ν σ ώ μ α ο ι π ο λ λ ο ί ε σ μ έ ν (45) και εις πάντας αρέσκουσιν αι παρθένοι της Κιρκασίας, οι αδάμαντες των Ινδιών, οι ίπποι των αράβων, αι στήλαι του Παρθενώνος, αι σταφυλαί της Κωνσταντινουπόλεως, οι πόδες των Ισπανίδων, ο πάγος εν ώρα θέρους, τα ιταλικά άσματα και οι οίνοι της Γαλλίας· και αυτοί δε οι μαύροι της Αφρικής προτιμώσι τας λευκάς γυναίκας μάλλον ή τας Αιθιοπίδας. Αν είς τινα των ημετέρων εκκλησιών ενεφανίζετο Π α ν α γ ί α τις του Κορεγίου ή αντήχει αίφνης ιερά τις του Ροσσίνη η Μοζάρτου μελωδία, προς ταύτας, νομίζω, ήθελον στραφή τα αληθώς ορθόδοξα όμματα και τα ώτα, άξιοι δε του ονόματος σχισματικών ήθελον είναι οι προτιμήσαντες τας βυζαντινάς μαυρογραφίας και ρινοφωνίας.