Η Ιωάννα ή μάλλον ο  π ά τ ε ρ  Ι ω ά ν ν η ς (διότι το θηλυκόν όνομά της φαίνεται ήδη αποτελούν κακοφωνίαν), εδαπάνησε τας πρώτας ημέρας περιτρέχων την  α ι ω ν ι ο ν  π ό λ ι ν. Αλλά τα τότε μνημεία της Ρώμης πολύ ήδη απελείποντο της αρχαίας λαμπρότητος. Ο διδάσκαλος του λόρδου Ελγίνου Κάρολος ο μέγας είχε ληστεύσει κατά την φραγκικήν συνήθειαν τους αρχαίους ναούς, ίνα στολίση διά των στηλών και αναγλύφων την μητρόπολιν του Ακυϊσγράνου· αι δε υπό των προκατόχων του Λέοντος οικοδομηθείσαι χριστιανικαί εκκλησίαι ήσαν άρρυθμα και τερατόμορφα κράματα ρωμαϊκής και ανατολικής τέχνης, πολύ ομοιάζοντα προς τον τότε εν τη Δύσει χριστιανισμόν, όντα ασυνάρτητον και βαρυστόμαχον μίγμα εβραϊσμού και ειδωλολατρείας. Αλλ' ουδείς τότε εφρόντιζεν ακόμη περί δογμάτων, οι δε αρχαίοι θεοί, όσοι τουλάχιστον εξ αυτών δεν μετεβλήθησαν εις χριστιανούς αγίους, εξορισθέντες εκ του Ολύμπου είχον μετοικήσει εις τον Άδην, κακεί έζων εν ειρήνη μετά του Διαβόλου των Χριστιανών και του Σατανά των Εβραίων, αναγνωριζόμενοι υπό των θεολόγων, εισακούοντες τας επικλήσεις των μάγων, ενίοτε δε μετοικούντες και εις τα σώματα των χριστιανών, οίτινες εκαλούντο τότε Δαιμονισμένοι. Κατ’ αυτήν την ημέραν της αφίξεως της Ιωάννας παράδοξός τις τελετή ετελείτο περί τας εκκλησίας της Ρώμης εις τιμήν των αρχαίων θεών. Χοροί μεθύσων χριστιανών εχόρευον ψάλλοντες βέβηλα άσματα, κράζοντες Ε ύ ο ί! Ε υ ο ί! και διώκοντες αλλήλους διά μαστιγών, ως κατά την εορτήν των Κρονίων, ενώ ιέρειαι της Αφροδίτης, μόνον ένδυμα έχουσαι φυλακτήρια περί τον τράχηλον και κωδωνίσκους εις τους πόδας, περιέτρεχον την ομήγυριν, προσφέρουσαι αντί ολίγων σολδίων οίνον και φιλήματα εις τους χορευτάς, προς μέγα σκάνδαλον των εν Ρώμη νεοφωτίστων ξένων, οίτινες ενόμιζον ότι πάντα ταύτα περιλαμβάνοντα εις την χριστιανικήν λειτουργίαν, ως υποθέτουσιν οι παρευρισκόμενοι εις θορυβώδη τινά συνεδρίασιν των αμερικανικών κοινοβουλίων, ότι και τα λακτίσματα αποτελούσι μέρος των δημοκρατικών ελευθεριών.

Τοιούτοι ήσαν οι άνθρωποι, τους οποίους επρόκειτο ν' αλατίση ο πάτερ Ιωάννης διά του άλατος της Αττικής. Κατά τας πρώτας ημέρας επειράθη να ομιλήση εις αυτούς περί Δογματικής, αλλ’ οι ακροαταί της εθεώρουν τας τοσούτον απασχολούσας τους Γραικούς συζητήσεις ταύτας περί της φυσιολογίας της αγίας Τριάδος περιττάς όσον και την κοσμούσαν την σιαγόνα των μακράν γενειάδα. Οι διάδοχοι του θείου Πλάτωνος συνεζήτουν ακόμη εν τη Ανατολή περί της φύσεως του θεού, αλλ' οι απόγονοι του Κάτωνος και Κιγκινάτου, πρακτικώτεροι όντες, εθεώρουν την θεολογίαν ως επάγγελμα σπουδαίον, παρ' ου επερίμενεν ο ιερεύς τον επιούσαν άρτον και πλην τούτου υπουργήματα, επισκοπάς, ίππους, παλλακίδας και άλλα καλά πράγματα, άτινα μόνον διά δραστηριότητος και πρακτικών γνώσεων αποκτώνται. Αντί λοιπόν να ερευνώσι τα μυστήρια του χριστιανικού ουρανού, κατεγίνοντο ως φρόνιμοι άνθρωποι να απλώσωσι την βασιλείαν του εφ' όλην την γην, εν ονόματι αυτού εισπράττοντες φόρους παρά πάντων των εθνών. Η δε Ιωάννα, αγχίνους ούσα και ευτράπελος γυνή, ταχέως εμάντευσε των μαθητών της τας ορέξεις. Αποτινάξασα τας βυζαντινάς ιδεολογίας έσπευσε να καταβή από του ουρανού εις την γην και από των νιφοβλήτων κορυφών της μεταφυσικής εις τας παχείας και πολυκόπρους πεδιάδας του Κανονικού δικαίου, ευγλώττως ομιλήσασα την επιούσαν περί της κοσμικής εξουσίας του Πάπα, της δωρεάς του Καρόλου, περί φόρων, δεκάτων, χρυσών στολών και άλλων ιερατικών ηδυσμάτων, δι’ ων οι ρασοφόροι προσπαθούσι να καταστήσωσιν ολιγώτερον ανυπόμονον την προσδοκίαν του Παραδείσου, ως διεσκέδαζον και οι μνηστήρες της Πηνελόπης μετά των θεραπαινίδων, περιμένοντες την απόλαυσιν της δεσποίνης. Τοιαύτα λέγουσα κατώρθωσε τέλος πάντων να ελκύση την εύνοιαν των ακροατών της, ως ηδυνήθη και ο Ορφεύς διά της λύρας του να συγκίνηση τους λίθους. Η δε παρομοίωση δεν είνε υπερβολική· διότι αν λίθοι δεν ήσαν, όνοι τουλάχιστον ωνομάζοντο οι τότε Ιταλοί παρά των άλλων εθνών και αι σύνοδοι αυτών ο ν ο σ υ ν έ δ ρ ι α· οι δε ολίγοι υπάρχοντες εκεί διδάσκαλοι εστέλλοντο εξ Ιρλανδίας, Σκωτίας και Γαλατίας εις τους δυστυχείς απογόνους του Κικέρωνος, ως σήμερον εις ημάς οι επιστήμονες εκ Γερμανίας. Αλλ’ ο Κλαύδιος, ο Δούνγαλλος, ο Βιγιντίμιλλος και οι άλλοι ξένοι σοφοί είχον ήδη αποθάνει ή γηράσει· εν μέσω δε της μεσαιωνικής σκοτίας υπερείχεν η Ιταλία τα περικυκλούντα αυτήν έθνη κατά την αμάθειαν, ως η Καλυψώ τας νύμφας της κατά το ανάστημα. Οι πλείστοι των ιερέων ηγνόουν την Ανάγνωσιν, αντί δε να κηρύττωσιν από του άμβωνος το Ευαγγέλιον διηγούντο παραμύθια εις τους πιστούς, πώς υπεστήριζεν η Παναγία διά των λευκών χειρών της τους πόδας των αγχονιζομένων κακούργων, οσάκις ούτοι είχον ανάψει κηρία προ των εικόνων της, και πως ίνα σώση από της αμαρτίας ευσεβή καλογραίαν ελάμβανε την μορφήν και την κλίνην της, εις ην εδέχετο αντ’ εκείνης τους εραστάς· πως οι απαρνούμενοι τον θεόν, αλλά μένοντες εις την Παρθένον πιστοί, εισήγοντο υπ’ αυτής κρυφίως εις τας μακαρίους μονάς και πως η ελεήμων Θεοτόκος παρείχεν εις τους ευσεβείς εραστάς φίλτρα και μαγικά ποτά, ίνα απολαύσωσι δι’ αυτών την ερωμένην των. Η σοφία της ημετέρας ηρωίδος έλαμπεν εις το πυκνόν εκείνο σκότος ως φάρος εν τη ομίχλη νεφελώδους νυκτός. Πλήθος ακροατών, πολλάκις δε και αυτός ο Πάπας Λέων, συνέρρεον εις το μοναστήριον του Αγ. Μαρτίνου, ίνα ακροασθώσι τον νέον εκείνον Αυγουστίνον, όστις, αντί να εγγίζη τα φοβερά της θρησκείας μυστήρια, μόνον περί τερπνών και χρησίμων πραγμάτων ωμίλει, ανυμνών του Ποντίφηκος τας αρετάς και διασύρων τους Βυζαντινούς, εξηγών τα θεωρήματα του Αριστοτέλους ή διηγούμενος των απογόνων του την αθλιότητα, τα σκόρδα, τα έλκη και τας νηστείας. Η παράδοσις της Ιωάννας ωμοίαζε τας φιλοξένους εκείνας οικίας του Αμβούργου, ένθα ευρίσκονται διά πάσαν γεύσιν κατάλληλα φαγητά, αρώματα διά πάσαν όσφρησιν και γυναίκες όλας ομιλούσαι τας γλώσσας και ευχαριστούσαι τας ορέξεις. Πολλάκις η ημετέρα ηρωίς ήρχιζεν από της θ ε ο δ ι κ ε ί α ς και ετελείονεν εις μαγειρικήν. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην τα προϊόντα του ανθρωπίνου εγκεφάλου δεν ήσαν ακόμη διατεταγμένα εις τακτικά χωρίσματα, ως τα ερπετά εις τας φιάλας μουσείου. Μόνη επιστήμη υπήρχεν η θεολογία, έχουσα εκατόν ως ο Βριάρεως χείρας, τα πάντα περισφίγγουσα εις τους κόλπους της και εν τούτοις ολόκληρος εις την ξανθοπλόκαμον κεφαλήν της ημετέρας ηρωίδος περιεχομένη.

Δύο έτη εξηκολούθησε διδάσκουσα η Ιωάννα· όλην δ’ αυτής την υπόληψιν εχρεώστει εις την ευγλωττίαν της, διότι ουδείς εν Ρώμη υπώπτευεν οποίοι θησαυροί εκρύπτοντο υπό το ράσον της. Πάντων εκεί τα πρόσωπα ήσαν εξυρισμένα, των δε καλογήρων μόνον η μύτη προέκυπτεν εκ του κουκουλίου. Βαθμηδόν δε εν τη μέθη της φιλαυτίας κατήντησε σχεδόν και η ιδία να πιστεύη ότι μετεβλήθη εις άνδρα, ως ο Τειρεσίας εις γυναίκα. Ο Φρουμέντιος είχε λησμονηθή προ πολλού, διάδοχον δε αυτού δεν έσπευδε να εκλέξη η φιλόδοξος ρασοφόρος, εις υψηλότερα πράγματα έχουσα τον νουν. Μανδύας Ηγουμένου, ημιόνους Ληγάτου, μίτρας Επισκόπου, ενίοτε δε και Πάπα χρυσάς εμβάδας ωνειρεύετο ήδη η ξανθή ημών ηρωίς, τους δε εραστάς ετοποθέτει ως φρόνιμος γυνή εις το βάθος της σκηνής, ως φυλάττονται και τα γλυκύσματα διά το τέλος του συμποσίου. Αλλ' αντί να παραδίδεται εις ματαίας μόνον ονειροπολήσεις, ειργάζετο νυχθημερόν υπέρ της ανυψώσεώς της, κολακεύουσα τους ισχυρούς, διδάσκουσα, συγγράφουσα και στιχουργούσα ύμνους εις τον Χριστόν και τον Πάπαν διά ρυθμικών ομοιοκαταλήκτων στίχων, τους οποίους πρώτη εκείνη εισήγαγεν εις Ιταλίαν. Αλλά και την ιατρικήν επηγγέλλετο, κατά δε τας κακάς γλώσσας και την μαγείαν, αναγκάζουσα τα πονηρά πνεύματα, ήτοι τους πρώην θεούς, τον Βάκχον, την Ήραν, τον Πάνα και την Αφροδίτην, ν' αφίνωσι τας πύλας του σκότους τρέχοντες ως πιστοί θεράποντες εις τας επικλήσεις της.

Εν τούτοις ο πανεύφημος Πάπας Λέων, γηράσας ήδη και πάσχων ρευματισμούς, αφ' ότου θελήσας να βαδίση ως ο Άγ. Πέτρος επί της θαλάσσης έλαβεν εκούσιον λουτρόν και έχασε την μίτραν και μέρος της υπολήψεώς του, κατέστησε τον   Π ά τ ε ρ  Ι ω ά ν ν η ν  μ υ σ τ ι κ ό ν του γραμματέα. Από της εποχής εκείνης υπήρχον εις την Αυλήν του Πάπα πλην των επισήμων και μυστικοί, ου μόνον αξιωματικοί αλλά και ευτελέστατοι υπηρέται, μυστικοί μάγειροι, αιθίοπες, θαλαμηπόλοι και σαρωταί των κλιμάκων. Αλλά και κλίμακες και θύραι και δωμάτια μυστικά ευρίσκοντο εν τω Βατικανώ· πολλάκις δε ο επί της γης αντιπρόσωπος του Ιησού ετέλει εκεί και δείπνα μυστικά, αλλ' αγνοώ αν είχεν ομοτραπέζους Αποστόλους. Η ημετέρα ηρωίς, ότε κατά πρώτον εισήχθη είς τα ιδιαίτερα δώματα της αυτού Αγιότητος, μόλις ετόλμα να θέση τον πόδα επί των παχυχνόων εκείνων ταπήτων της Ανατολής, εφ' ων ήθελε τις επιθυμήσει να ολισθήση ως οι ίπποι του Εριχθονίου, των οποίων τα πέταλα, ότε έτρεχον, μόλις ήγγιζον τας άκρας των ανθέων. Όταν δε έφθασεν ενώπιον του αρχηγού της Χριστιανοσύνης, καθημένου επί ελεφαντοχρύσου θρόνου, εν μέσω αργυρών κανίστρων, ολόχρυσων γαβαθών (60) , σμαραγδοστολίστων θυμιατηρίων και άλλων κειμηλίων, τοσούτον υπό της λάμψεως εκείνης εθαμβώθη, ώστε ηναγκάσθη προς στιγμήν να κλείση τους οφθαλμούς. Κλίνασα έπειτα τα γόνατα ησπάσθη ευλαβώς του Λέοντος τα σανδάλια, όστις ανεγείρας μετά πατρικής φιλοστοργίας τον   Π ά τ ε ρ  Ι ω ά ν ν η ν,  συνειργάσθη μετ' αυτού μέχρις εσπέρας, και τοσούτον ηυχαριστήθη, ώστε από της ημέρας εκείνης ηγάπησεν ως τέκνον τον μυστικόν γραμματέα.

Οι περικυκλούντες τον Λέοντα Κ ο υ β ι κ ο υ λ ά ρ ι ο ι, δ α π ί φ ε ρ ο ι, ο τ ι ά ρ ι ο ι, σ κ ρ ί π τ ο ρ ε ς, α ρ κ ά ν ι ο ι (61) και άλλοι αυλικοί, οίτινες εμεγαλαύχουν προσφέροντες εις την αυτού Αγιότητα τας υπηρεσίας, όσαι υπό ανδραπόδων απεδίδοντο εις τους Αυτοκράτορας της Ρώμης, εψιθύριζον εν αρχή κατά του νέου ευνοουμένου, ως οι σωματοφύλακες της σεμνής Αικατερίνης, οσάκις νέος υποψήφιος έκρουε του κοιτώνος της την θύραν. Αλλά τόσω ευπροσήγοροι και γλυκείς ήσαν οι τρόποι του   Π ά τ ε ρ   Ι ω ά ν ν ο υ   και τοσαύτη η αφιλοκέρδειά του, ώστε μετ' ου πολύ πάσας κατέκτησε τας καρδίας και πάντες εις αυτόν απετείνοντο, οσάκις είχον τι να ζητήσωσι παρά του Αγίου Πατρός. Η δε Ιωάννα, ξένη ούσα εν Ρώμη και ούτε ανεψιών ούτε παλλακίδων τη απληστίαν έχουσα να χορτάση, έσπευδε προθύμως να καθυποβάλη εις τον Πάπαν τας αιτήσεις των φίλων της, ων καθ' εκάστην ηύξανεν ο αριθμός και η ευγνωμοσύνη. Ούτω κατέστη μετ' ολίγον αληθής κομματάρχης ο μυστικός γραμματεύς, περικυκλούμενος υπό σμήνους απλήστων θεσιθήρων, οίτινες συνωθούντο περί αυτόν ως τα ορνίθια περί αγροκόμον, τινάσσουσαν περί δυσμάς ήλιου την πλήρη σταχυών ποδεάν της.

Ενώ περί πάντων των φίλων της εφρόντιζεν, ουδενός ωρέγετο υπέρ εαυτής η Ιωάννα ή, μάλλον, ό,τι ωρέγετο μόνον παρά της Παναγίας ετόλμα να ζητήση, ικετεύουσα την ελεήμονα Παντάνασσαν να βραβεύση όσον τάχιστα τας αρετάς του αγίου Πάπα Λέοντος, μεταθέτουσα αυτόν εις καλυτέραν ζωήν. Αχάριστος και ασεβής η ευχή εις την θεοτόκον αποτεινομένη! Αλλ’ εν Ρώμη τοσαύτην έχουσιν οι πιστοί προς την Παναγίαν οικειότητα, ώστε ου μόνον πλούτη, ίππους, θέσεις και τιμάς ζητούσι παρ’ αυτής, αλλά και τον θάνατον εχθρού, πλουσίου συγγενούς, αντεραστού, ή άλλου τοιούτου οχληρού πλάσματος, και άλλα ακόμη πράγματα, τα οποία και παρά προαγωγού ζητών τις ήθελεν ερυθριάσει. Οι δολοφόνοι αναθέτουσι την μάχαιραν επί των βωμών της, πριν ή βυθίσωσιν αυτήν εις του θύματος τα σπλάγχνα, αι εταίραι προ των εικόνων της αναρτώσι γυμνούμεναι την ζώνην των και οι μέθυσοι εις την υγείαν της κενούσι φιάλας και σταμνία· ώστε η Ιωάννα ηκολούθει τα έθιμα του τόπου, εις εκείνην αποτείνουσα τας φιλόδοξους αιτήσεις της. Αλλ’ ούτε του διαβόλου απαξιούσα την προστασίαν κατέφευγε πολλάκις εις τας απαισίους της μεσαιωνικής μαγείας τελετάς. Αποσυρομένη εις τα ερείπια αρχαίου ναού επεκαλείτο τα πνεύματα της αβύσσου, βυθίζουσα οξείαν βελόνην εις τα στήθη κηρίνης εικόνος του Λέοντος, ενώ εκάπνιζον επί των τριπόδων χόρτα φαρμακερά και έμενεν ακίνητος η σελήνη, ήτις υπήκουε τότε εις τας επικλήσεις των μάγων, μεθ' όσης ο ήλιος προθυμίας εις τον Ιησούν του Ναυή.

Αγνοώ αν η Παναγία ή ο Διάβολος εισήκουσε της ημετέρας ηρωίνης τας ευχάς, και ουδ’ εκείνη πιθανώς εγνώριζε τίνα εκ των δύο να ευχαριστήση, αλλ' οπωσδήποτε ο Λέων ησθένησε μετ' ολίγον, η δε ασθένεια αυτού καθίστατο καθ' ημέραν βαρυτέρα· ώστε αφού εξήντλησαν οι ιατροί τα βότανα και οι καλόγηροι τας εις τον αρχάγγελον Μιχαήλ, τον διάδοχον του Ασκληπιού, επικλήσεις των, αφού μάτην μετήλθαν οι Ιουδαίοι γόητες και οι Άραβες αστρολόγοι τα απόκρυφα της τέχνης των, απεφασίσθη υπό γενικού συμβουλίου Επισκόπων να μετακομισθή ο αρχηγός της Χριστιανοσύνης εις τον υπόγειον ναόν του Αγ. Τιβουρκίου, ίνα περιμείνη εκεί το όνειρον, δι' ου ο άγιος ήθελε φανερώσει αυτώ το κατάλληλον προς θεραπείαν του ιατρικόν. Οι πιστοί κατέφευγον τότε εν τη αμηχανία των εις τα ουρανόπεμπτα όνειρα, η δε Εκκλησία, καίτοι καίουσα τους μάντεις, παρεδέχετο την ονειρομαντίαν, ως σήμερον ιατροί τίνες καταδιώκουσι τους μαγνητιστάς καίτοι μεταχειριζόμενοι τον μαγνητισμόν.

Ο δυστυχής Πάπας, μετατεθείς από της κλίνης του εις μαύρον φορείον, μετεκομίσθη υπό τεσσάρων ευρώστων καλογήρων εις την υπόγειον εκκλησίαν, όπου εναπετέθη έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, περικυκλούμενος υπό φλεγουσών λαμπάδων, απηλπισμένων ιατρών και ψαλμωδούντων ιερέων. Ο ένδοξος εκείνος Ποντίφηξ, καίτοι άγιος ων, ουδέποτε υπήρξεν υπέρ το δέον ευλαβής, τον δε βίον του εδαπάνησε καλλωπίζων την Ρώμην, σωρεύων θησαυρούς, ανεγείρων περισσοτέρους προμαχώνας ή ναούς και τα κράτη του υπερασπίζων κατά των Σαρακηνών μάλλον ή κατά του Διαβόλου, ουδένα καίων αιρετικόν, αλλά πολλούς κατακόπτων εχθρούς και κατά πάντα αξιώτερος του τίτλου μεγάλου βασιλέως, ή του αγίου, ως αυτός ο Βολταίρος ομολογεί. Αν δε ηναγκάσθη ενίοτε και να θαυματουργήση, έπραξε τούτο χαριζόμενος εις τους ηλιθίους υπηκόους του, ως ο Ιησούς εις τους ολιγοπίστους Εβραίους. Αλλ' η ασθένεια και αυτούς τους λ έ ο ν τ α ς εις λαγωούς και τον σκεπτικώτατον άνθρωπον εις ευσεβή χριστιανόν μεταμορφόνει. Ο μέγιστος του αιώνος ποιητής, ο Βύρων, του οποίου ο μυελός εζύγιζεν εξακόσια τριάκοντα και οκτώ δράμια, ομολογεί απερικαλύπτως ότι ασθενήσας μετά την πρώτην φλεβοτομίαν επίστευσεν εις τα θαύματα του Μωυσέος, μετά την δευτέραν εις την ενσάρκωσιν, μετά την τρίτην εις την άχραντον σύλληψιν, μετά δε την τετάρτην ελυπείτο ότι δεν υπήρχον και άλλα τοιαύτα να πιστεύση. Ούτω και ο καλός Λέων, ο φρονιμώτερος ίσως του αιώνος του ανήρ, επερίμενε την ίασίν του παρά του Αγ. Τιβουρκίου. Τρεις ολοκλήρους ημέρας έμεινε νήστις και ακίνητος ο Ποντίφηξ περιμένων την έλευσιν του θείου ονείρου. Αλλ' ούτε ύπνον ν' απολαύση ούτε όνειρα να ίδη άφινον αυτόν οι πόνοι· μέχρις ου μετά τριήμερον αγωνίαν έκλεισε τέλος πάντων τους οφθαλμούς εις αιώνιον άνευ ονείρων ύπνον.

Αφού μετά των συνήθων τελετών το σώμα του πανευφήμου Λέοντος, πλυθέν δι’ οίνου και ελαίου παρετέθη εις τους σκώληκας προς ευωχίαν, αφού εσιώπησαν οι κώδωνες και εξηράνθησαν οι οφθαλμοί, οι Αρχιερείς, ο κατώτερος κλήρος, οι πρέσβεις του Αυτοκράτορος, οι προύχοντες και άπας ο λαός συνηθροίσθησαν εις την πλατείαν του Αγ. Πέτρου, ίνα σκεφθώσι περί της εκλογής του μέλλοντος να ζωσθή τας κλείδας του Παραδείσου. Κατά τον ένατον αιώνα δεν εξελέγετο ακόμη ο Ποντίφηξ εις τα απόκρυφα σκότη ιερατικού συνεδρίου· ούτε Κογκλάβα υπήρχεν ούτε Καρδινάλιοι κεκλεισμένοι εις ζοφερά κελλία και έκαστος υπέρ εαυτού ψηφοφορούντες, μέχρις ου ηναγκάζοντο υπό της πείνης να συμβιβάσωσι τας απαιτήσεις των (62) , αλλ' οι Πάπαι εξελέγοντο εν πληθούση αγορά, μεσουρανούντος του ηλίου, ρέοντος αφθόνως του οίνου και του αίματος πολλάκις, των δε κομμάτων παλαιόντων διά ράβδων και λίθων μάλλον ή διά ραδιουργιών. Οι Ποντίφηκες αντιπροσώπευον τότε τον λαόν, ως οι δήμαρχοι παρά τοις αρχαίοις Ρωμαίοις, και εις τον λαόν ανετίθετο κατά μέγα μέρος του αντιπροσώπου του η εκλογή. Αι δε ψήφοι αυτού ηγοράζοντο αναφανδόν αντί υποσχέσεων, χρυσού, οίνου ή γυναικών, αίτινες περιέτρεχον λυσίζωνοι την αγοράν, ανταλλάσσουσαι φιλήματα αντί ψήφων (63) . Ο θάνατος λοιπόν του Πάπα ήτο αληθής χαρά διά τους υπηκόους του, οίτινες, ως σήμερον οι συνταγματικοί λαοί, έν μόνον είχον κτήμα, την ψήφον των, παρέχουσαν κατά πάσαν νέαν εκλογήν και εις αυτούς τους αχθοφόρους την τιμήν να σφίγξωσι την χείρα καταχρύσου άρχοντος, πίνοντες φαλέρνειον οίνον εις το χρυσούν αυτού ποτήριον και εις της μοσχοβόλου εταίρας του εντρυφώντες τας θωπείας. Κατά τον Αγιον Προυδέντιον υπάρχουσιν εις τον Άδην ημέραι, καθ' ας σβύνεται το αιώνιον πυρ και διακόπτονται τα βάσανα των κολασμένων. Τοιαύται και επί της γης ήσαν και είναι ακόμη διά τον λαόν αι ημέραι των εκλογών, αι μόναι καθ' ας ενθυμείται ότι ο δούλος και ο αυθέντης, το πήλινον και το πορφυρούν αγγείον, είναι σκεύη αδελφά, εκ του αυτού πηλού και υπό του αυτού πηλοπλάστου ζυμωθέντα.

Ενώ σύμπασα η Ρώμη συνεκινείτο επί της πλατείας, η ημετέρα ηρωίνη, τα πάντα προς επιτυχίαν των φιλοδόξων σκοπών της ετοιμάσασα προ πολλού, ίστατο επί υψηλού δώματος της Μονής του Αγ. Μαρτίνου, σταυρόνουσα ως ο Ναπολέων τας χείρας επί του στήθους και δι'ανησύχου βλέμματος επερχομένη τας περιπετείας του εκλογικού αγώνος. Πολλοί ήσαν κατά το έτος εκείνο οι περί της τιάρας διαγωνιζόμενοι· αλλ' οι τετρακόσιοι της Ιωάννας μαθηταί, οι ομοιόσχημοι μοναχοί, οι παρ' αυτής ευεργετηθέντες αυλικοί, αι γυναίκες αι θαυμάζουσαι του νέου Βενεδικτίνου το κάλλος και την ευγλωττίαν, οι αρχαίοι του Λέοντος θεράποντες, πάντες ούτοι υπέρ μόνου του Π ά τ ε ρ  Ι ω ά ν ν ο υ   ειργάζοντο, υμνούντες εις το πλήθος την σοφίαν, την αφιλοκερδείαν και τας αρετάς του υποψηφίου των, όστις ξένος ων και ούτε ανεψιούς ούτε γυναικώνα έχων έμελλε να μοιράση εις τους πτωχούς τα εισοδήματα του Αγ. Πέτρου. Τέσσαρας ολόκληρους ώρας διήρκεσεν η πάλη, κατά τας οποίας το πρόσωπον της Ιωάννας ήλλαξεν όλα τα χρώματα, ως αι χείρες των Συριανών βαφέων, αλλ' ήδη νικηθείσα υπό της συγκινήσεως είχε καταπέσει επί μαρμαρίνου καθίσματος και κλείσασα τους οφθαλμούς επερίμενε το πεπρωμένον, ότε αι εύθυμοι των φίλων της κραυγαί, χαιρετώντων τον Πάπαν ΙΩΑΝΝΗΝ ΤΟΝ ΟΓΔΟΟΝ! απέσπασαν αυτήν του εναγωνίου εκείνου ληθάργου.

Ο νέος Ποντίφηξ κλονούμενος υπό της χαράς, έρριψεν επί των ώμων την πορφύραν και υπεδέθη τα σταυροφόρα σανδάλια, άτινα όμως είτε διότι απεστρέφοντο τους γυναικείους πόδας είτε διότι ήσαν πολύ μεγάλα, τρις εγκατέλιπον τους πόδας της, ενώ κατέβαινε την κλίμακα του μοναστηρίου. Πλήθος ενθουσιώντος λαού και χρυσοστόλιστος ημίονος επερίμενε παρά την θύραν τον νεοκήρυκτον Πάπαν, όστις ιππεύσας μετέβη παραχρήμα εις Λατεράνον, όπου εκάθισεν επί του χρυσού θρόνου και έθεσεν επί της κεφαλής το τριπλούν της Ρώμης, της όλης οικουμένης και του ουρανού στέμμα, ενώ οι γραμματείς συνέταττον το διάταγμα της εκλογής και αντήχουν του πλήθους αι ζητωκραυγαί. Κατ’ εκείνην την στιγμήν, ίνα λαμπρότερος καταστή ο θρίαμβος της ημετέρας ηρωίνης, εισήρχετο εις Ρώμην προσκυνητής ο βασιλεύς της Αγγλίας Εθελούλφος, όστις εζήτησε πρώτος εκείνος ν' ασπασθή του νέου Πάπα τους πόδας, καταστήσας διά του φιλήματος εκείνου τα κράτη του υποτελή της αγίας Έδρας· συγχρόνως δε επαρουσιάζοντο οι πρέσβεις της Κωνσταντινουπόλεως, κομίζοντες παρά του αυτοκράτορος Μιχαήλ πολύτιμα δώρα και την παραχώρησιν των Συρακουσών. Η Ιωάννα έβλεπε τέλος πάντων εκπληρούμενον το όνειρον της νεότητός της (64) . Ίστατο επί θρόνου υψηλού και περί αυτήν συνεπυκνούντο εύοσμα θυμιάματος νέφη. Υπό αδιηγήτου κατεχομένη χαράς έστρεφεν ακτινοβόλα βλέμματα επί το γονυπετές εκείνο πλήθος, είτα δε ανυψώσασα εις ουρανόν τους οφθλαμούς «Λιόββα, Λιόββα», ανέκραξεν, «ευχαριστώ!»

Ο τελετάρχης διέκοψε την έκστασιν εκείνην τού νεοκηρύκτου Πάπα, προσκαλέσας αυτόν να καθίση επί χαμηλής τινος έδρας, καλουμένης κοπρανικής, εφ' ης ετοποθετείτο μετά την αναγόρευσίν του ο Ποντίφηξ, ίνα ενθυμηθή ότι καίτοι τριπλούν φέρων στέμμα, υπέκειτο όμως, ως και ο έσχατος των υπηκόων του, εις τας ευτελεστέρας της φύσεως υποχρεώσεις (65) . Ενώ δε εκάθητο εκεί η αυτού Αγιότης, οι ιερείς έψαλλον το   «Κ ύ ρ ι ο ς  α π ό   κ ο π ρ ι ά ς», καίοντες συγχρόνως άχυρα και στυπίον, ίνα ενθυμίσουν αυτώ ότι, καθώς η φλοξ εκείνη, ούτω σβέννυται και παρέρχεται εν τω κόσμω τούτω η δόξα.

Οκτώ όλας ημέρας διήρκεσαν αι τελεταί, τα ποδοφιλήματα και αι φωτοχυσίαι. Αλλ’ ενώ οι τυφλώττοντες ιερείς έτριβον τα χείλη των εις της ηρωίδος ημών τα σανδάλια, η φύσις απάσα εξανίστατο κατά της τοιαύτης βεβηλώσεως. Την επιούσαν της στέψεως, καίτοι μεσούντος του θέρους, πάσαι της Ρώμης αι αγυιαί εσκεπάζοντο υπό χιονώδους σινδόνος, ως ει ήθελεν η αγία πόλις να κηρύξη το πένθος της, ενδυομένη ως νεκρικόν σάβανον την πένθιμον του χειμώνος στολήν. Αλλά και εις Γαλλίαν και Γερμανίαν ηκολούθησαν τέρατα και σημεία· σεισμοί εκλόνισαν σύμπασαν την αυτοκρατορίαν, ενώ εν Βρεσέννη έπιπτε βροχή αίματος και εν Νορμανδία χάλαζα νεκρών ακριδών, ων η σήψις προυξένησε μυριόνεκρον πανώλη. Και αυτοί δε οι εμφωλεύοντες εις τας οροφάς του Βατικανού σκώπες και νυκτικόρακες ωλόλυζον επί τρεις νύκτας απαισίως, ως αι χήνες του Καπιτωλίου, ότε ηπείλουν την Ρώμην οι Γαλάται. Πάντα δε τα σημεία ταύτα, παρ' αξιοπίστων μνημονευόμενα χρονογράφων παρέθεσα προς δικαιολογίαν του Αγίου Πέτρου, αδίκως υπό των αιρετικών κατηγορηθέντος ότι δεν έσπευσε να υπερασπίση διά θαυμάτων την βεβηλουμένην έδραν του. Άλλα δε σημεία πλην κοράκων, πανώλους, αίματος και σεισμών δεν ηδύνατο ο Απόστολος να μεταχειρισθή κατά της Ιωάννας, διότι κατά τον Σειράχ. «Ο υ κ   έ σ τ ι  κ α λ ό ν  σ η μ ε ί ο ν  ε π ί  γ υ ν α ι κ ί (66) ».

Ότε μετά τοσαύτας συγκινήσεις έμεινε τέλος μόνη η Ιωάννα εις τον απέραντον παπικόν κοιτώνα, τον τοσούτον ήρεμον, μεγαλοπρεπή και ευώδη, μάτην εζήτησεν ύπνον επί της πορφυράς αυτής κλίνης, ήτις ωμοίαζε βωμόν ανεγερθέντα εις τον Μορφέα. Η λύπη, η χαρά και ο καφφές την αυτήν έχουσιν επί των βλεφάρων ενέργειαν. Ο μέγας Αλέξανδρος, ο τοσούτον βαθέως κοιμώμενος την προτεραίαν, δεν ενθυμούμαι τίνος μάχης, αμφιβάλλω αν την επιούσαν της νίκης εκοιμήθη. Αλλά προς τι να ζητώμεν ύπνον και όνειρα, οπόταν αυτή η αλήθεια ή η  π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η ς,   ως λέγομεν σήμερον, είναι παντός ονείρου γλυκυτέρα; Τις άνευ πόθου και συγκινήσεως ενθυμείται την άγρυπνον νύκτα, ην διήλθεν, αφού απήλαυσε μυριάδας εκ λαχείου, δάφνην εκ ποιήματος ή το πρώτον φίλημα της πρώτης ερωμένης; Η Ιωάννα αποτινάξασα τα χρυσοκέντητα εφαπλώματα της αποστολικής κλίνης περιέτρεχε γυμνόπους την νέαν αυτής κατοικίαν. Πανταχού εις κρύσταλλον, χρυσόν, κυανόλιθον και πορφυρίτην κατωπτρίζετο το φως της λαμπάδος. Το παπικόν δωμάτιον ωμοίαζε τον παράδεισον του Αγ. Ιωάννου, όστις ως γνήσιος Εβραίος ηρέθηζε των συμπατριωτών του την πλεονεξίαν, περιγράφων την κατοικίαν των μακάρων διά χρυσού και αδαμάντων εστρωμένην. Και τούτο ουκ ολίγον συνέτεινε προς εξάπλωσιν της χριστιανικής πίστεως· καθότι πάντες επροτίμων τον πολυτάλαντον εβραϊκόν Παράδεισον μάλλον ή τα πτωχά Ηλύσια των αρχαίων, όπου αντί σαπφείρων και μαργαριτών άλλο δεν υπήρχεν ειμή μόνον άλση μυρσινών, διαυγείς ρύακες και ελεφαντίνη πύλη.

Η Ιωάννα περιήρχετο τον θάλαμον μη δυναμένη να χορτασθή της θέας τοσούτων θησαυρών, ζυγίζουσα εις τας λευκάς χείρας της κύλικας λιθοστολίστους, αριθμούσα τους κοσμούντας το άγαλμα της Παναγίας αδάμαντας και σμαράγδους και εξετάζουσα του αραβικού ωρολογίου τα κοσμήματα και τους τροχούς. Πλησιάσασα έπειτα εις μικράν παρά την κλινών τράπεζαν, εφ' ης παρετίθετο ελαφρόν δείπνον, ίνα χρησιμεύση εις την αυτού Αγιότητα, αν, τυχόν, εξύπνει την νύκτα, έπιε ποτήριον ηδυτάτου τινός νέκταρος του Βεζουβίου, Δ α κ ρ ύ ο υ  τ ο υ  Χ ρ ι σ τ ο ύ (67) , ως εβάπτισαν τον οίνον εκείνον οι ευσεβείς Ιταλοί, δι' εκάστην του οποίου σταγόνα ήθελε δώσει πας γνήσιος οινοπότης μίαν του αίματος του ρανίδα. Οι ατμοί του οίνου ενωθέντες μετά των ατμών της φιλοδοξίας εκορύφωσαν την μέθην της ημετέρας ηρωίδος. Αν κατ' εκείνην την στιγμήν ενεφανίζετο ο αυλάρχης προσκαλών αυτήν να καθίση επί της κοπρανικής έδρας, ή ο υπηρέτης του Φίλιππου κράζων το «Μ έ μ ν η σ ο  ά ν θ ρ ω π ο ς  ω ν», ήθελεν αποκριθή εις αμφοτέρους ότι ήσαν ζώα. Ευρίσκουσα το απέραντον εκείνο δωμάτιον στενόχωρον διά το τόσον μεγαλείον της ήνοιξε και το παράθυρον, εφ' ου κύψασα ήρξατο να θεωρή υπό το σεληνιαίον φως την κοιμωμένην Ρώμην, μάτην αναζητούσα εις την ιστορίαν ηρωίδα αξίαν να παραβληθή προς εαυτήν. Πολλαί προ αυτής γυναίκες εζώσθησαν το ξίφος ή έθεσαν στέμμα επί της κεφαλής· αλλά τι είναι ευμάραντοι πολεμικαί δάφναι ή πρόσκαιρος επί γης βασιλεία, παραβαλλόμεναι προς την Παπικήν εξουσίαν, την θείω δικαιώματι άρχουσαν ψυχών και σωμάτων και υποτελή έχουσαν την Οικουμένην, τον Παράδεισον και τον Άδην; Τις δε θέλει τολμήσει να παραβάλλη την Σεμίραμιν, την Μοργάνην, την Αδρηλιανήν Παρθένον ή άλλην οιανδήποτε ηρωίνην προς την ημετέραν Ιωάνναν; Αλλ' ουδ' ημείς έχομεν πρόχειρον όρον συγκρίσεως· καθότι οσάκις άνθρωπος υπερέχει τους ομοίους του καθ' οιονδήποτε προτέρημα, μόνον προς ζώον δύναται τότε να παραβληθή, προς βουν, αν υπήρξε μεγάλος βασιλεύς, προς όνον, αν ήτο ανδρείος (68) , προς αλώπεκα, αν διεκρίθη ως διπλωμάτης, αλλ' αγνοώ προς ποίον ζώον, αν κατώρθωσε να γείνη Πάπας.

Το ψύχος της πρωίας και οι ογκηθμοί των όνων, κομιζόντων τα επιούσια λάχανα εις τους υπηκόους της, διέκοψαν της Ιωάννας τους φιλοδόξους ρεμβασμούς, ήτις κλείσασα το παράθυρον επέστρεψεν εις την κλίνην. Την δε επιούσαν εγερθείσα κατά την παπικήν συνήθειαν περί την δεκάτην, έπλυνε τας χείρας και έσπευσε ν' αναλάβη του κράτους της τας ηνίας. Ολίγαι ημέραι ήρκεσαν εις αυτήν να μάθη την τέχνην του παπεύειν. Μόλις προ μιας εβδομάδος εκάθητο επί του αποστολικού θρόνου και πας τις ηδύνατο ν' αναγνώση καθαρώς γεγραμμένον επί του μετώπου της το « ο υ κ  έ σ ο ν τ α ι  σ ο ι  π λ η ν  ε μ ο ύ  έ τ ε ρ ο ι  Θ ε ο ί». Ουδείς προ αυτής Ποντίφηξ έτεινε μετά πλείονος χριστιανικής ταπεινότητος τους πόδας του προς ασπασμόν αλλ' η Ιωάννα ήτο και ως γυνή προ πολλού εις τούτο συνειθισμένη. Αξιοθαύμαστος δε υπήρχε και η επιτηδειότης, μεθ' ης ήξευρε να συνδυάζη την κοσμικήν εξουσίαν μετά της πνευματικής, εν ονόματι του Ιησού φορολογούσα διά του εισπράκτορος και σφάζουσα διά του δημίου, και πλην τούτων δημεύουσα, φυλακίζουσα και όσα άλλα ανάγονται εις την τέχνην του κυβερνάν ενεργούσα. Και μη νομίσης, αναγνώστα, ότι προς κατηγορίαν της αναφέρω ταύτα, αλλ' απλώς ως λυπηράς της θέσεως της ανάγκας, εις τας οποίας άλλως υπετάσσετο η Ιωάννα μετά χριστιανικής υπομονής. Αι γυναίκες, τα ενσαρκωμένα ταύτα κράματα αγάπης, αφοσιώσεως, ευσπλαγχνίας και όλων των άλλων τρυφερών αρετών, οσάκις η χρεία το καλέση, βυθίζονται εις το αίμα ως εις ευώδες λουτρόν. Αι Εστιάδες, ήτοι αι καλογραίαι της αρχαίας Ρώμης έκλινον πολλάκις τον αντίχειρα, ίνα σφαγή ο νικηθείς μονομάχος· η Αγία Ειρήνη εθανάτωσε χιλιάδας ανθρώπων και ετύφλωσε και τον υιόν της, αι δε σεμναί βασιλίδες Ελισάβετ της Αγγλίας και Αικατερίνη της Ρωσσίας μετεχειρίζοντο τον πέλεκυν και το  κ ν ο ύ τ ο ν  μετά της αυτής ελαφρότητος, μεθ' ης και το ριπίδιόν των. Αλλ' οι πάπαι θείω δικαιώματι ή μάλλον θεία διαταγή πράττουσι ταύτα. Ο άγιος Πέτρος πεινασμένος ων ημέραν τινά έπεσεν εις έκστασιν και είδεν οθόνην, επί της οποίας υπήρχον πάντα τα τετράποδα, ερπετά και δίποδα ζώα, συγχρόνως δε ήκουσε φωνήν λέγουσαν προς αυτόν: «Α ν α σ τ ά ς, Π έ τ ρ ε, θ ύ σ ε  κ α ι  φ ά γ ε» (69) . Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη αποκάλυψις της κοσμικής εξουσίας των παπών, οίτινες έκτοτε έθυον και έτρωγον ίνα δε κατά πάντα μιμηθώσι τον Απόστολον, παρά του οποίου τους πόδας έθετον οι πλούσιοι την τιμήν των πωληθέντων κτημάτων των (70) καθίστων κακείνοι τον κόσμον όλον πτωχόν επί τη προφάσει του να δώσωσι τα πάντα εις τους πτωχούς (71) . Αν δε και εφόνευον ενίοτε κατά τον μεσαιώνα, έπραττον τούτο διότι κατά την εποχήν εκείνην η πίστις εις την αθάνατον ζωήν καθίστα μικρού λόγου αξίαν την παρούσαν, ουδέ ησθάνοντο, καίοντες ανθρώπους, συνειδότος τύψιν, βέβαιοι όντες ότι και οι Απόστολοι, αν είχον δημίους και ξύλα, ήθελον πράξει ως εκείνοι.

Η Ιωάννα, κατά την μαρτυρίαν πάντων των ιστορικών υπήρξεν κατ' αρχάς τουλάχιστον, καλός Πάπας, πάσας φυλάττουσα των προκατόχων της τας παραδόσεις και ακαμάτως υφαίνουσα το δογματικόν εκείνο δίκτυον, το προωρισμένον ν' αποκρύπτη τον ουρανόν εις τα όμματα των ευσεβών χριστιανών. Αλλ' ουδείς τότε εφρόντιζε να ερευνήση αν το παπικόν εκείνο ύφασμα ήτο τω όντι ο ουράνιος θόλος. Άρτον και θεάματα εζήτουν παρά των αυτοκρατόρων των οι πάλαι Ρωμαίοι, ταύτα και οι απόγονοι αυτών εζήτουν παρά του Πάπα· αλλά την θέσιν των θεαμάτων κατείχεν εν Ρώμη η θρησκεία, η δε ημετέρα ηρωίς ή μάλλον ο αγιώτατος Πάπας Ιωάννης ο Η’, νέος ων, φιλόκαλος και επιδεικτικός ουδενός παρημέλει ίνα καταστήση λαμπροτέρας τας θρησκευτικάς παραστάσεις. Νυχθημερόν εκάπνιζε το θυμίαμα, εκαίοντο κηρία και αντήχουν οι κώδωνες και του πλήθους αι ζητωκραυγαί. Μόνον αι Ρωμαΐδες δέσποιναι παρεπονούντο ενίοτε κατά του Ποντίφηκος, ως μη τηρούντος όσα παρά της νεότητος και του κάλλους αυτού επερίμενον, αλλά κακείναι ήλπιζον ότι ταχέως ήθελε γνωρίσει και διορθώσει το σφάλμα του, ακολουθών και κατά τούτο το παράδειγμα των προκατόχων του και παραδίδων αυταίς της καρδίας και του ταμείου του τας κλείδας.

Δύο σχεδόν έτη διήρκεσε της ημετέρας ηρωίδος η φιλόδοξος μέθη και η απαράμιλλος δραστηριότης, εις διάστημα των οποίων εχειροτόνησε δεκατέσσαρας επισκόπους, ανήγειρε πέντε εκκλησίας, προσέθεσε νέον δόγμα εις το  Π ι σ τ ε ύ ω (72) , έγραψε τρία κατά των εικονομάχων βιβλία, εκούρευσε τον Αυτοκράτορα Λοθάριον, έστεφε τον διάδοχον αυτού Λουδοβίκον και πολλά άλλα αξιομνημόνευτα έπραξε, τα οποία μετά θαυμασμού μνημονεύουσιν οι Χρονογράφοι, οι δε μη θέλοντες να παραδεχθώσι την Ιωάνναν ως Πάπαν αποδίδουσι τα μεν εις τον προκάτοχον, τα δε εις τον διάδοχον αυτής ή και εξαλείφουσιν εκ της παπικής ιστορίας. Ούτω εχρονολόγουν και οι βουρβονισταί την βασιλείαν Λουδοβίκου ΙΗ’ από της ημέρας του θανάτου του αδελφού του, παρατρέχοντες ως μικρού λόγου αξία του Ναπολέοντος τας δάφνας και την κοσμοκρατορίαν. Αν δε μέχρι τέλους υπερίσχυαν οι απόγονοι του Αγ. Λουδοβίκου, εάν κατώρθουν όλα του Κορσικανού τα αγάλματα να κρημνίσωσι και εκ πάντων των βιβλίων να εξαλείψωσι το όνομά του, ως επεχείρησαν οι καθολικοί κατά της Ιωάννας, τις οίδεν αν, π ε ρ ι π λ ο μ έ ν ω ν  ε ν ι α υ τ ώ ν, δεν ήθελε και ο γίγας εκείνος καταντήσει ουχ' ήττον αμφίβολος και μυθώδης των προ αυτού γιγάντων, οίτινες συνεσώρευσαν όρη επί ορέων, ίνα πολιορκήσωσι τον ουρανόν; Μετά δε χίλια ή δισχίλια έτη, αφού ως η Ελλάς καταντήση και η Γαλλία χώρα των αναμνήσεων, ήθελεν ίσως επέλθει περίεργός τις αρχαιολόγος, εξετάζων τα περί Βοναπάρτου ως σήμερον ημείς τα περί Ιωάννας και, πληροφορών τους αναγνώστας του, ότι εις τους σκοτεινούς της ιστορίας χρόνους έζησε τολμηρός τις ανήρ, ον άλλοι μεν καλούσι Ναπολέοντα και, άλλοι Προμηθέα, επιχειρήσας να αρπάση την εξουσίαν των βασιλέων και υπό τούτων προσηλωθείς εις έρημον κατά τα πέρατα της γης βράχον, όπου αχόρταγος γυψ ονόματι Ούδσων (73) κατέτρωγε τα σπλάγχνα του. Αλλ' επανέλθωμεν εις την Ιωάνναν.

Αι υψηλαί της κοινωνίας θέσεις ομοιάζουσι βουνά, τα μακρόθεν τοσούτον αρμονικά το σχήμα και την όψιν φαιδρά, οτέ μεν παρθενικήν εκ νεφελών εσθήτα ενδεδυμένα, οτέ δε ενθυμίζοντα διά της χροιάς των τον χρυσόν εις τους εμπόρους ή την πορφύραν εις τους φιλοδόξους· αλλ' άμα τις αναβή εις την κορυφήν, υπό τριβόλων, ακάνθων και θηρίων, εν Αττική δε και υπό ληστών περικυκλούται (74) . Τοιούτος υπήρξε και διά την ημετέραν ηρωίδα ο θρόνος του Αγ. Πέτρου. Νυχθημερόν πολιορκουμένη υπό γραμματέων, κολάκων, αυλοδούλων και άλλων τοιούτων αδηφάγων επαιτών, οίτινες περικυκλούσι τους θρόνους, ως οι κόρακες τα θνησιμαία, ταχέως εβαρύνθη να τείνη τους πόδας εις τους χαμερπείς αυτών ασπασμούς, ενθυμουμένη μετά πόθου τας χρυσάς ημέρας, ότε αντί των σανδαλίων έτεινε τα χείλη της εις τα θερμά φιλήματα του Φρουμεντίου. Η Ιωάννα ήρχιζεν ήδη ν' αηδιάζη την οσμήν του θυμιάματος, ως οι μάγειροι την κνίσσαν των ορτύγων. Πολλάκις εχασμήθη, ενώ ολόχρυσος ιερούργει προ του θυσιαστηρίου του αγίου Πέτρου, πολλάκις δε και ενώ από του ύψους του Βατικανού ηυλόγει την Ρώμην και όλην την οικουμένην.

Αλλ’ ενώ διεσκεδάζοντο οι ατμοί της φιλοδοξίας, εξύπνουν και πάλιν αι αρχαίαι επιθυμίαι. Η πλήξις απαλύνει τας ψυχάς των γυναικών, η δε αργία και η καλή τράπεζα έχουσιν επί των παθών την αυτήν ενέργειαν, ην και το έλαιον επί του πυρός. Τούτο γνωρίζοντες οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εμέτρουν μετά φειδωλίας εις τους βασιλείς των τον άρτον, το κρέας, τα στρώματα της κλίνης και του ύπνου των τας ώρας, υποβάλλοντες αυτούς, ίνα μένωσι κατάλληλοι να βασιλεύωσιν, εις την αυτήν περίπου δίαιταν, εις ην και οι Άγγλοι τους Ιπποδρομικούς των ίππους. Άλλως όμως έζων οι διάδοχοι του Πέτρου, αναπαυόμενοι επί κυκνείων πτερών και τρώγοντες περδίκων πυραμίδας και ελάφων εκατόμβας, κατά δε τας νηστησίμους ημέρας πτερωτούς ιχθύας, ήτοι χήνας και νήσσας, και πλην τούτων ωοτάριχα, βολβούς, οστρείδια, αμανίτας και άλλα καλά πράγματα, αναπληρούντα τα μήλα εκείνα της Εδέμ, άτινα κατά τους Ραβίνους αντί πυρήνων περιείχον κανθαρίδας. Ταύτα πάντα κατέστησαν την ημετέραν ηρωίδα πρότυπον συνταγματικού βασιλέως, οίτινες ως οι θεοί του Επικούρου ρέγχουσιν επί του υψηλού θρόνου των, παραδίδοντες την ράχιν των κυβερνωμένων εις τας ψαλίδας των υπουργών, ως παρέδωκε κατά τους Μανιχαίους και ο Πλάστης τον κόσμον εις την διάκρισιν του Διαβόλου.

Εν τούτοις τα πράγματα (εννοώ τα ρωμαϊκά) εβάδιζον κακήν κακώς· οι παρά του Λέοντος συσσωρευθέντες θησαυροί είχον μεταβληθή εις ίππους, λιτανείας, συμπόσια και συντάξεις. Οι κλειδούχοι του παπικού ταμείου, καίτοι προ πολλού κενώσαντες αυτό, δεν έσπευδον ν’ αποσυρθώσι, μιμούμενοι τον Διογένη, όστις αφού έπιε τον οίνον εκλείσθη εις το βαρέλιον. Ο δε Αγιώτατος Ιωάννης Η’, και υποθέσεις και υπηκόους και βούλλας και αφορισμούς και άλλα παπικά αθύρματα βαρυνθείς, είχεν αποσυρθή εις Οστίαν, ήτις ήτο η Κέρκυρα των τότε παπών, κακεί εν μέσω φαιδρού ομίλου αγενείων ιερέων διήγεν αφρόντιδας ημέρας, βαυκαλώμενος υπό των γλαυκών κυμάτων της Μεσογείου και της μελωδίας των αυλών, βαρβίτων, τριχόρδων (75) και ευνούχων, οίτινες ηκολούθουν την αυτού Αγιότητα πανταχού. Η Ιωάννα ευρίσκετο τότε εις τον ήμισυ δρόμον του βίου, ως ο Δάντης ότε απήντησεν εις το δάσος τον λέοντα, την πάρδαλιν και τον λύκον· εκείνη δε ησθάνετο πλησιάζοντα άλλα θηρία, ουχ' ήττον των λύκων και λεόντων εις τας γυναίκας φοβερά, τας λευκάς τρίχας και τας ρυτίδας. Το κάλλος της έψαλλεν ούτως ειπείν το κύκνειόν του άσμα. Αλλά, καίτοι φαγούσα τοσούτους απηγορευμένους καρπούς, διετήρει ακόμη λευκούς και ακεραίους όλους της τους οδόντας, η δε όρεξις αυτής, η χάριν της φιλοδοξίας επί τοσούτον λησμονηθείσα, ήρχισε και πάλιν να ταράσση τα στήθη της, άτινα ήσαν κακείνα ουχ’ ήττον των οδόντων στερεά και καλώς διατηρημένα. Πολλάκις συναθροίζουσα εις πολυτελές συμπόσιον πάντας τους ευπροσώπους αυλικούς της, περιήρχετο μετά το γεύμα τας τάξεις των ρασοφόρων εκείνων Αδωνίδων, ως η σεμνή Αικατερίνη τας των σωματοφυλάκων της, διστάζουσα προς ποίον εξ αυτών ήθελε δώσει το μήλον και πολύ μάλλον τίνι τρόπω ηδύνατο ευσχήμως να το προσφέρη. Άλλοτε πάλιν κατανοούσα το μέγεθος του τολμήματος ωπισθοδρόμει μετά τρόμου, ως συνταγματικός βασιλεύς έμπροσθεν αυθαιρεσίας, ήτις είναι των συνταγματικών Ενδυμιόνων ο απηγορευμένος καρπός. Η Ιωάννα ολίγον εφρόντιζε περί του μεγέθους της ασεβείας και έτι ολιγώτερον εφοβείτο την ετυμηγορίαν του ουρανίου δικαστηρίου, το οποίον τιμωρεί στιγμιαίαν αδυναμίαν δι' αιωνίου πυρός, βράζον εις την αυτήν χύτραν τον προξενήσαντα λύπην ή ηδονήν τινα εις τον πλησίον του. Πολύπειρος δε ούσα και έξυπνος γυνή δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι έθεσεν ο θεός επί της γης τοσαύτα αγαθά, ίνα απέχωμεν αυτών, ως παρατίθενται εις τα αγγλικά συμπόσια αι σταφυλαί, ίνα μη τρώγωνται αλλ' εφοβείτο το σκάνδαλον, την εγκυμοσύνην και τας κακάς γλώσσας, τους τρεις τούτους αγρύπνους φρουρούς της γυναικείας σωφροσύνης· αν δε οι άνδρες ήσαν στείροι ως οι ημίονοι και βωβοί ως οι ιχθύες, ουχί να στενάζωσιν, αλλ’ ουδέ ν' αναπνεύσωσι, νομίζω, ήθελαν αφίνει αυτούς αι απόγονοι της Εύας.

Επί δύο ολοκλήρους μήνας επάλαισε κατά του Δαίμονος η Ιωάννα, σκορπίζουσα φύλλα αγνού επί της κλίνης της, ως αι Αθηναίαι κατά τας εορτάς της Δήμητρος, πίνουσα αφεψήματα νυμφαίας, κατά την συμβουλήν του Πλινίου, τρώγουσα θριδάκων κορυφάς κατά την συνταγήν του Αγ. Ιωάννου του νηστευτού, και ουδέν παραλειπούσα των μεσαιωνικών φαρμάκων, ίνα καταπνίξη τους νεανικούς πόθους, οίτινες ανεβλάστανον εις τα τεσσαρακονταετή στήθη της ως τα άνθη επί των ερειπίων. Αλλ’ οι τοιούτοι πόθοι ομοιάζουσι την άσβεστον, ήτις, όσω περισσότερον βρέχεται, τόσω μάλλον ανάπτει. Μετά πάσαν κατά της σαρκός νίκην αντί να ψάλλη επινίκια έκλαιεν η Ιωάννα την απολεσθείσαν ευκαιρίαν. « Μ ί α  α κ ό μ η  τ ο ι α ύ τ η  ν ί κ η  κ α ι  ε χ ά θ η ν» έκραζεν ο Πύρρος, αριθμών τους πεσόντας στρατιώτας του, ταύτα έλεγε και η Ιωάννα, αποσπώσα μετά άγρυπνον νύκτα τρεις λευκανθείσας τρίχας της. Βεβαίαν ήδη προβλέπουσα την ήτταν περιττόν, ενόμισε να παρατείνη την πάλην· τον δε νικητήν αυτής προ πολλού είχεν εκλέξει. Ολίγας στιγμάς πριν αποθάνη είχε κληροδοτήσει εις αυτήν ο άγιος Λέων τον μονογενή υιόν ή μάλλον ανεψιόν του, (διότι ανεψιοί καλούνται εν Ρώμη τα τέκνα των παπών, όταν μάλιστα ούτοι τύχωσι και άγιοι), εικοσαετή τότε νεανίαν, ξανθόν ως σκύλον της Λακωνίας (76) και αφοσιωμένον ως εκείνοι εις την Ιωάνναν, ήτις είχε χειροτονήσει αυτόν μυστικόν θαλαμηπόλον, μέγα και επίζηλον αξίωμα κατά την εποχήν εκείνην.

Ο παπικός εκείνος βλαστός εκαλείτο Φλώρος και εκοιμάτο πάντοτε εις παρακείμενον του αποστολικού κοιτώνος δωμάτιον, έτοιμος ων να τρέξη εις τας προσκλήσεις του παπικού κωδωνίσκου. Η ημετέρα Ιωάννα συνείθιζεν ως οι αρχαίοι Αθηναίοι να εκτελή όσα απεφάσιζεν άνευ αναβολής· αλλά τότε ευρέθη κατά πρώτην φοράν εις μεγάλην αμηχανίαν, μάτην ζητούσα να εύρη πως ηδύνατο, Πάπας ούσα, να τείνη εις τους ασπασμούς του αθώου εκείνου νεανίσκου άλλο τι πλην των σανδαλίων της. Πολλάκις εν ώρα μεσονυκτίου φεύγουσα γυμνόπους την άυπνον κοίτην της εισέδυεν ακροποδητεί εις τον θάλαμον, όπου εκοιμάτο ο υποψήφιος διάδοχος του Φρουμεντίου, και σκιάζουσα διά των δακτύλων το φως της λυχνίας, ως η Σελήνη τας ακτίνας της διά νεφελών, ότε επεσκέπτετο τον Λάτμιον ποιμένα, έμενεν ολοκλήρους ώρας θεωρούσα τον υπνώττοντα νεανίαν. Εσπέραν δέ τινα ετόλμησε και να επιψαύση διά του άκρου των χειλέων το μέτωπον του κοιμωμένου, φυγούσα μετά τρόμου, άμα είδε κινούμενα τα βλέφαρά του. ο δε καλός Φλώρος διηγήθη την επιούσαν εις τους συντρόφους του πως νυκτερινή οπτασία εις κεντητόν υποκάμισον περιτυλιγμένη επεσκέφθη αυτόν καθ' ύπνους. Αλλ' αι οπτασίαι, τα όνειρα και τα φαντάσματα ήσαν τοσούτον κατά την εποχήν εκείνην συνήθη, ώστε αντί να εκπλήττωνται οι πλείστοι εχασμώντο ακούοντες τας διηγήσεις του νέου θαλαμηπόλου. Αλλ' εκείνος, βέβαιος ων ότι το φάντασμά του δεν ήτο εκ των συνήθων, έτρεμε την επιούσαν επί της κλίνης του μη δυνάμενος να κλείση τους οφθαλμούς.

Τα πάντα είχον ήδη σιωπήσει εις το παπικόν οίκημα πλην των γλαυκών και των ωρολογίων, ότε κρότος ελαφρός, ως πτήσις νυκτίου πτηνού ή βάδισμα νέας δεσποινίδος, σπευδούσης εις την πρώτην αυτής συνέντευξιν και φοβουμένης την παρθενικήν ηχώ των υποδηματίων της, ηκούσθη εις το παράθυρον του θαλάμου. Η θύρα ηνοίχθη αθορύβως ως υπό άυλου ωθουμένη φυσίματος και το φάσμα διηυθύνθη προς την κλίνην, βαδίζον επί της άκρας των γυμνών ποδών του. Ο Φλώρος ησθάνθη το υποκάμισόν του βρεχόμενον υπό ιδρώτος ψυχρού ως ύδατος Στυγός, (του Αρκαδικού εννοώ ποταμού και όχι του καταχθονίου, όστις ήτο ζεστός), το δε σκότος επηύξανε τον τρόμον του· καθότι ούτε αυτόφωτον ως τα άλλα φαντάσματα ήτο το φάσμα ούτε έφερε λυχνίαν την νύκτα εκείνην, αλλά μόλις διεκρίνετο υπό το σπινθήρισμα της σβυνομένης θερμάστρας ως λευκόν τι και αμφίβολον νέφος, βραδέως προς την κλίνην προχωρούν. Το νέφος, το φάσμα, ο βρυκόλαξ, η Ιωάννα τέλος πάντων, εστάθη παρά την κλίνην και, ενθαρρυνομένη υπό της ακινησίας του νεανίσκου, ήρχισε να λείχη διά του άκρου των χειλέων τας παρειάς του απηγορευμένου εκείνου καρπού, ον δεν ετόλμα να δαγκάση. Η θερμή αύτη πρόσψαυσις διεσκέδασεν εν ακαρεί το εις τας φλέβας του νεανίσκου κυκλοφορούν ρίγος· άμα δε συνελθών εξέτεινεν αμφοτέρους τους βραχίονας, ίνα συλλάβη το φάσμα, όπερ μόλις επρόφθασε να διαφύγη, αφίνον εις χείρας του το ήμισυ του υποκαμίσου και πέντε της κεφαλής του τρίχας. Αλλ’ ο καλός Φλώρος δεν ηδύνατο εις τοιαύτα λάφυρα να αρκεσθή· το αίμα αυτού έβραζεν ήδη εκ της συγκινήσεως και περιεργείας, οι δε πόδες εδίωκον την νυκτερινήν οπτασίαν, ήτις έφευγεν ωκύπους. Δις και τρις περιέδραμαν ούτω τον θάλαμον, μέχρις ου περιπλεχθέν το φάσμα εις τας πτυχάς του σχισθέντος χιτώνος ή σαβάνου του κατέπεσεν επί του τάπητος υποκάτω ανοικτού παραθύρου. Ο Φλώρος εξέτεινε τότε και πάλιν την χείρα· αλλ’ αντί να απαντήση οστά, σκώληκας, σαπρίαν ή άλλα τοιαύτα κλασικά κοσμήματα των βρυκολάκων, η χειρ αυτού ανεπαύθη επί θερμής και λίας επιδερμίδος, ήτις εφαίνετο χρησιμεύουσα ως θήκη εις ζώσαν και πάλλουσαν καρδίαν· ήδη δε ήπλωνε και την άλλην χείρα, αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν προκύψασα, όπισθεν νέφους η σελήνη έλαμψε πασιφαής επί του προσώπου και του γυμνού στήθους του αγιωτάτου Πάπα Ιωάννου του ογδόου.

Ενταύθα, αναγνώστα μου, ηδυνάμην, αν ήθελον, να δανεισθώ παρά του αββά Κάστη, του πανοσιωτάτου Πούλκη, του αιδεσιμωτάτου Ραβελαί ή άλλου σεμνού ιερέως ολίγην αισχρολογίαν, ίνα δι' αυτής λιπάνω οπωσούν την διήγησίν μου, ήτις κινδυνεύει να καταντήση ξηρά ως η συκή του Ευαγγελίου· αλλ' ούτε θεολόγος ούτε ιερεύς ουδέ καν διάκονος ων ακόμη αμφιβάλλω αν έχω δικαίωμα να ρυπάνω τας χείρας μου και τας ακοάς σου. Εις την αυτήν αμηχανίαν ευρέθη και ο ποιητής του  Δ ο ν  Ζ ο υ ά ν, ότε μετά μακράν καταδίωξιν η χειρ του ήρωός του ανεπαύθη τέλος πάντων επί του γυμνού στήθους της τρίτης ή τετάρτης ηρωίδος του, ως η κιβωτός επί του όρους Αραράτ. Μη γνωρίζων δε τίνι τρόπω ηδύνατο να παραστήση κοσμίως τα μετέπειτα παρήτησεν ο Βύρων το ποίημα και την ποίησιν και γενόμενος μισάνθρωπος και φιλέλλην εκ της απελπισίας έτρεξε να ταφή εις τους βούρκους του Μεσολογγίου. Αλλ' εγώ γράφων αληθή ιστορίαν αναγκάζομαι, εκών άκων να ομολογήσω, ότι μεταξύ της Ιωάννης και του Φλώρου τοσούτον επροχώρησαν τα πράγματα, μετά τας αναγκαίας εξηγήσεις, ώστε αι παρειαί της Παναγίας, ην ελησμόνησαν να σκεπάσωσιν, έγειναν ερυθραί εκ της αισχύνης, αι του Αγ. Πέτρου κίτριναι υπό της οργής, η εικών του Εσταυρωμένου κατέπεσε και εθραύσθη, ο δε προστάτης Άγγελος του Πάπα Ιωάννου Η', όστις δεν είχεν ακόμη εννοήσει ότι ο κλειδούχος του παραδείσου ήτο γυνή, απέπτη εις ουρανόν σκιάζων το πρόσωπον διά των πτερύγων. Αν ήτο ημέρα, ότε διεπράττετο το ανοσιούργημα εκείνο, ήθελε συμβή αναμφιβόλως και έκλειψις ηλίου· αλλ' επειδή ήτο νυξ βαθεία, μόνην την σελήνην ηδυνήθησαν να παραστήσωσιν ημίν οι φιλαλήθεις Χρονογράφοι σκιαζομένην υπό αιμοδαφούς νεφέλης. Κατ’ άλλους πάλιν το θαύμα ανεβλήθη μέχρι της επιούσης πρωίας, καθ' ην μάτην επερίμενον οι κάτοικοι της αιωνίου πόλεως το άστρον της ημέρας· ώστε η νυξ εκείνη υπήρξε τριπλή, ως ότε ο Ζευς εφύτευσε τον Ηρακλήν αλλ' αμφιβάλλω αν εύρεν αυτήν μακράν η Ιωάννα, διότι κατά τον Σολομώντα: «Ά δ η ς  κ α ι  π υ ρ  κ α ι  έ ρ ω ς  γ υ ν α ι κ ό ς  ο ύ  μ η  ε ί π ω σ ι ν  α ρ κ ε ί».

Την επιούσαν της τριπλής εκείνης νυκτός, ότε ο Πάπας Ιωάννης επαρουσιάσθη εις τους αυλικούς του, το πρόσωπον της αυτού Αγιότητος ηκτινοβόλει, τα χείλη και αι χείρες εμοίραζον αφειδώς ευχάς, χάριτας και ευλογίας, και όλη εκείνη η παπική χαρά αντανεκλάτο επί του προσώπου των αυλικών, οίτινες ανήγειρον φαιδρώς την κεφαλήν, ως στάχεις ποτισθέντες μετά μακράν ανομβρίαν. Ο αρχηγός της χριστιανοσύνης διένειμε την ημέραν εκείνην τέσσαρας επισκοπάς, εχειροτόνησεν ιερείς δεκαέξ διακόνους, προσέθεσε δύο αγίους εις το Συναξάριον, απήλλαξεν από της αγχόνης πέντε κακούργους και από της πυρράς είκοσιν αιρετικούς, λυπούμενος ότι δεν είχεν εκατόν ως ο Βριάρεως χείρας, ίνα περισσοτέρας χάριτας διανείμη. Μετά ταύτα μετέβη η Ιωάννα εις την εκκλησίαν και είτα υπεδέχθη τους πρέσβεις του πρίγκηπος Ανσιγίζου, ζητούντος βοήθειαν κατά των Σαρακηνών. Αλλ' ενώ ταύτα πάντα έπραττε μηχανικώς, ο οφθαλμός αυτής πανταχού ανεζήτει τον Φλώρον, και το πνεύμα επτερύγιζε περί την κλίνην της ως μέλισσα περί άνθος, πολλάκις δε εις το διάστημα της ημέρας εκείνης εψιθύρισεν ως Προφητάναξ «Τις δώσεί μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω! (77) »