189. Άπουν λέγομεν ζώον τι ίνα δηλώσωμεν και ότι έχει κακούς πόδας. Ομοίως π.χ. απύρηνος λέγεται και χώρα παράγουσα ολίγα σπέρματα.

190. Του θερμού ή ψυχρού κλπ.

191. Ούτως η σαρξ αποτελεί περί το αισθητήριον της αφής κυκλικόν σκέπασμα.

192. Η γεύσις αισθάνεται τα απτά όπως και τους χυμούς. Αλλ' η αφή δεν αισθάνεται αντιστρόφως τους χυμούς όπως τα απτά.

193. Αι διαστάσεις είναι μήκος, πλάτος, βάθος.

194. Το ρευστόν είναι ο αήρ, όστις κατά τον Αριστ. συνίσταται εξ ύδατος.

195. Το όργανον (πρώτον) της γεύσεως και της αφής είναι η καρδία, το διάμεσον δε είναι η γλώσσα και η σαρξ.

196. Ούτω και το αισθητόν μεταδίδον την ποιότητά του εις την αίσθησιν, την κάμνει ομοίαν προς εαυτό, διότι αύτη έχει ήδη την φύσιν του πράγματος.

197. Διότι τότε είμεθα ενεργεία ό,τι είναι το αντικείμενον, το οποίον μας /εκ παροράματος λείπει η συνέχεια της φράσης/

198. O κηρός δέχεται τον τύπον του χρυσού, αλλά δεν γίνεται διά τούτο χρυσούς· ούτω και η αίσθησις.

199. Κατά την λειτουργίαν εκάστου αισθητηρίου.

200. λ.χ. το ύδωρ, ίνα δεχθή σταγόνα μέλιτος, πρέπει να δεχθή υλικώς το μέλι.

201. Αίσθησίς τις δεν δύναται να αντιλαμβάνηται τα ειδικά αισθήματα άλλης, λ.χ. η όψις τους ήχους· ούτω δεν δύνανται να οσφραίνωνται αι άλλαι αισθήσεις και εκείνα τα όντα, άτινα δεν έχουσιν όσφρησιν.

202. Όσφρησις είναι η ενέργεια, οσμή η δύναμις.

203. Δεν έχουσι μορφάς ακριβείς απτάς ή ορατάς.

204. Ο αήρ όζει, αλλά δεν οσφραίνεται.

205. O Έγελος (Ιστορία της Φιλοσ.) παρατηρεί ότι παρενοήθη πολλάκις η εν αρχή του κεφαλαίου τούτου ομοίωσις του Αριστ. λέγοντος, ότι η αίσθησις δέχεται τα αισθητά είδη άνευ ύλης, ως ο κηρός δέχεται το σημείον του (σφραγιστικού) δακτυλίου άνευ του μετάλλου. Εκ της παρανοήσεως ταύτης εγεννήθησαν πολλαί άτοποι θεωρίαι. Αλλά το είδος είναι το αισθητόν αντικείμενον θεωρούμενον ως καθολικόν· εν τη θεωρία εξυψούμεθα υπεράνω του ατομικού και αισθητού εις το καθολικόν (το άυλον και νοητόν). Διάφορος είναι η θέσις ημών εις τας πρακτικάς σχέσεις, καθ' ας ως υλικά μεμονωμένα άτομα σχετιζόμεθα ολικώς προς υλικά πράγματα και η ολική ημών ύπαρξις τίθεται εις ενέργειαν. Ούτω λέγει ο Αριστ. περί της φυτικής ψυχής, ότι με υλικόν τρόπον μόνον σχετίζεται προς την ύλην (καθώς ημείς όταν τρώγωμεν και πίνωμεν), και διά τούτο δεν δύναται να δεχθή τα είδη των αισθητών. Όταν όμως η ψυχή δέχηται είδη (τους αισθητούς διορισμούς ή ποιότητας του πράγματος, χρώματα, σχήματα κλπ.), τότε αφανίζεται η ύλη, ήτις δεν είναι θετικόν τι παρέχον αντίστασιν προς την ψυχήν.

Τω όντι η ψυχή αισθάνεται, διότι είναι φύσις καθολική, ήτις αναφέρεται μεν είς τι εξωτερικόν πράγμα και έχει εν εαυτή διορισμόν τινα, αλλά μένει πάντοτε μεθ' εαυτής και δύναται να αισθάνηται και άλλο τι και πάντα χωρίς να ταυτίζηται με ουδέν αποκλειστικώς. Το άψυχον όμως ον απορροφάται όλως εις τον διορισμόν του. Το έγχρωμον ύδωρ λ.χ. μόνον υφ' ημών διακρίνεται ως έγχρωμον και άχρωμον ύδωρ. Αν όμως το εν γένει ύδωρ και το ειδικόν, το έγχρωμον ύδωρ, ήσαν έν και το αυτό ύδωρ, η ειδοποιός αύτη διαφορά θα ήτο προς αυτό το ύδωρ και το ύδωρ θα ησθάνετο. Και αν και εγώ δεν ηδυνάμην να βλέπω ειμή μόνον το κυανούν, ο περιορισμός ούτος θα ήτο ποιότης, ήτις θα εταυτίζετο με εμέ, θα απερρόφα το είναι μου. Αλλ' επειδή είμαι ον καθολικόν, δύναμαι να βλέπω το χρώμα εν γένει, ή κάλλιον ειπείν τα χρώματα πάντα.

Υλικών σχέσεων εκφράσεις δύνανται βεβαίως να χρησιμεύσωσι προς διασάφησιν πνευματικών σχέσεων. Αλλά δεν έπεται, ότι παν ό,τι εμπεριέχεται εις τας αισθητάς σχέσεις αληθεύει και εις τας πνευματικάς. Η ψυχή δεν είναι πίναξ, εφ' ου τα αισθητά χαράττουσι τας μορφάς των ως επί του κηρού. Ο δε Αριστοτέλης διά της παρομοιώσεως του κηρού ηθέλησε να δηλώση μόνον την παθητικότητα του αισθητικού, όπερ δέχεται μόνον το είδος. Αλλ' εξ άλλου η αίσθησις δεν μένει ως προς το είδος εις την σχέσιν, την οποίαν έχει το είδος με τον κηρόν. O κηρός δεν δέχεται εντός εαυτού το είδος. Η εντύπωσις του δακτυλίου μένει όλως εξωτερική και επιπολαία χωρίς να γίνηται μορφή του πραγματικού όντος του κηρού. Άλλως θα έπαυεν ούτος να είναι κηρός. Η ψυχή όμως αφομοιοί το είδος εις ιδίαν αυτής ουσίαν, ούτως ώστε αύτη είναι εν εαυτή τρόπον τινά πάντα τα αισθητά. Και ως ανωτέρω είπομεν (σελ. 52 /δηλ. Βιβλίο Δεύτερο - τέλος κεφαλαίου Α’/, αν ο πέλεκυς είχε το είδος αυτού διωρισμένον ως ουσίαν του, το είδος τούτο θα ήτο η ψυχή αυτού. Η ψυχή όμως δεν είναι παθητική ως ο κηρός, ούτε δέχεται τους προσδιορισμούς της έξωθεν. Η ψυχή είναι το είδος, η μορφή, ήτις είναι το καθολικόν. Η ψυχή, ως λέγει κατωτέρω ο Αριστοτέλης αναπτύσσων έτι μάλλον ταύτα, απωθεί αφ' εαυτής (αντιφράττει) την ύλην και διατηρεί εαυτήν κατά της ύλης ούτως ώστε δεχομένη το είδος ε ν ε ρ γ ε ί συνάμα, διότι αναιρεί την παθητικότητα και ούτω μένει ελευθέρα. Η ψυχή μεταβάλλει την μορφήν (τας ποιότητας) των εξωτερικών σωμάτων εις ιδία αυτής στοιχεία και συνταυτίζεται μετ' αυτών (ελευθερούται), διότι αυτή είναι το καθολικόν, είναι είδος ειδών. (Όρα και I. Caird. Φιλοσ. της θρησκείας. Μετάφρασις Π. Γρατσιάτου, σελ. 73-74 «Φιλοσοφ. και Κοινωνιολ. Βιβλιοθήκη Φέξη»).

206. Τα επιχειρήματα του Αριστ. είναι σκοτεινά. Εν ολίγοις, ισχυρίζεται ότι τα ζώα έχουσι μόνας τας συνήθεις 5 αισθήσεις, διότι 5 αισθήσεις έχει το τελειότατον ζώον, ο άνθρωπος.

207. Το ον, όπερ αισθάνεται διά μέσου του αέρος, πρέπει να δύναται να αισθάνηται και τους ήχους και τα χρώματα, ων αναγκαίον διάμεσον είναι ο αήρ.

208. Η θερμότης είναι απαραιτήτως αναγκαία εις την πέψιν και την θρέψιν.

209. Δύνανται δήλα δή ταύτα να αισθάνωνται διά δύο διαμέσων σωμάτων, του αέρος και του ύδατος.

210. Διάφορον των δύο, αέρος και ύδατος, ή, κατ' άλλους σχολιαστάς, διάφορον των 5 στοιχείων αέρος, πυρός, ύδατος, γης και αιθέρος.

211. Η κίνησις αντιληπτή ούσα υπό πασών των αισθήσεων χρησιμεύει ως μέσον προς αντίληψιν πάντων των κοινών.

212. Αισθάνεται την μονάδα και επομένως τον αριθμόν, ο οποίος είναι ένωσις μονάδων.

213. Τα κοινά θα ήσαν αισθητά υπό εκάστης των αισθήσεων. Ούτως η όψις, ήτις, καίπερ ειδική ούσα, αντιλαμβάνεται αλλότρια. Βλέποντες σώμα ξανθόν (όπερ διά της αισθήσεως γνωρίζομεν ότι είναι μέλι) γνωρίζομεν και ότι είναι γλυκύ. Ούτω δε βλέπομεν την γεύσιν αυτού, όπως το χρώμα του. Αλλά την γεύσιν μόνον κατά συμβεβηκός γνωρίζομεν. Ούτω, και αν τα κοινά ήσαν αισθητά δι' ειδικής αισθήσεως, τότε κατά συμβεβηκός μόνον θα εγνωρίζομεν αυτά διά των άλλων αισθήσεων.

214. Ούτω βλέποντές τινα ενδεδυμένον λευκά ενθυμούμεθα, ότι είναι υιός του Κλέωνος. Η παρούσα αίσθησις γνωρίζει ημίν άνθρωπον ενδεδυμένον λευκά και αφυπνίζει την μνήμην, ήτις πληροφορεί, ότι ούτος είναι υιός του Κλέωνος.

215. Αισθητήν υπό των 5 αισθήσεων, και η ενότης των 5 αισθήσεων αποτελεί την ενότητα της αντιλήψεως των κοινών.

216. Ούτε η όψις δύναται να είπη ότι η χολή είναι ξανθή, ουδέ ότι αι δύο ιδιότητες ανήκουσιν εις το αυτό αντικείμενον.

217. Τα όντα και αι ιδιότητες, ας αισθανόμεθα δι' εκάστης των άλλων αισθήσεων.

218. Η ενέργεια της αισθητικής αντιλήψεως δεν τελειούται εν τοις εξωτερικοίς αισθητηρίοις, αλλ' εν τη κοινή αισθήσει. Εκάστη ατομική αίσθησις αντιλαμβάνεται ίδιον αισθητόν, χρώμα η όρασις, ήχον η ακοή, οσμήν η όσφρησις κτλ.· αλλά ταύτα είναι αισθηταί ποιότητες, ουχί αντιλήψεις. Διά της όψεως λ.χ. έχομεν το αίσθημα του πρασίνου, αλλ' ουχί την παράστασιν μήλου, ήτις αποτελείται εκ διαφόρων διορισμών χρώματος, σκληρότητος, γεύσεως, μεγέθους κλπ. Οι διορισμοί όμως ούτοι ενούνται είτα εις έν και αποτελούσι συγκεκριμένον τι αντικείμενον, το μήλον. Την λειτουργίαν ταύτην της ενώσεως των διαφόρων ποιοτήτων εκτελεί η κ ο ι ν ή α ί σ θ η σ ι ς . Επομένως μία των λειτουργιών ταύτης είναι, ο σχηματισμός αντιλήψεων ή παραστάσεων. Δι' αυτής πάλιν αναγνωρίζομεν ότι μερικά αισθήματα ανήκουσιν εις ημάς, δι' αυτής γινώσκομεν ό,τι βλέπομεν, ακούομεν κτλ. Ούτως η συνείδησις είναι άλλη λειτουργία της κοινής αισθήσεως. Αυτή πάλιν αντιλαμβάνεται τα κοινά αισθητά αντικείμενα, ήτοι στάσιν, κίνησιν, αριθμόν, σχήμα και μέγεθος, τα οποία καλούνται κοινά, διότι είναι αντιληπτά αμέσως υπό της κοινής αισθήσεως και εμμέσως υπό των ατομικών αισθήσεων. Πάλιν αι ατομικαί αισθήσεις δίδουσιν ημίν χρώμα, ήχον κλπ., αλλά δεν διακρίνουσι μεταξύ ηδέος λ.χ. και λευκού, ούτε διαστέλλουσι διαφόρους βαθμούς πικρίας. Τούτο είναι έργον κρίσεως και αποδίδεται υπό του Αριστοτέλους εις την κοινήν αίσθησιν. Η διάκρισις μεταξύ αληθούς και ψευδούς, μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού εις τας αντιλήψεις ημών γίνεται υπό της κοινής αισθήσεως. Το αίσθημα, επειδή είναι γεγονός μόνον και ως αισθητική κίνησις δεν ποιεί κρίσιν, είναι πάντοτε αληθές, αλλά όταν η αισθητή ποιότης κατηγορήται κατά τινος και σχηματίζηται κρίσις, τότε είναι δυνατή η πλάνη.— Της κοινής αισθήσεως το διάμεσον είναι το αίμα και τα μερικά αισθητήρια, όργανον δε είναι η καρδία.

219. Τα χρώμα θα βλέπη 1ον η συνήθης όψις και 2ον η όψις της όψεως.

220. Υποτιθεμένου ότι η νέα αίσθησις η βλέπουσα την όψιν θα βλέπηται και αυτή από την άλλην. Άλλως η νέα αίσθησις, εκείνη ήτις ορά την όψιν, δεν θα οράται υπό άλλης, αλλά θα ορά αύτη εαυτήν.

221. Ότι δηλ. η συνήθης όψις ορά και εαυτήν και το χρώμα.

222. Ούτως, η όψις δεν έχει ανάγκην να βλέπη ως συνήθως, διά να ίδη πράγματά τινα, λ.χ. εαυτήν.

223. Επειδή η ενέργεια του αισθητικού είναι η αυτή και του αισθητού, διότι, αν η αίσθησις αντιληφθή το αισθητόν τούτο, δέον να αντιληφθή και εαυτήν.

224. Διότι είναι διάφορα αυτά τα πράγματα, εις α αι ενέργειαι ανήκουσιν· εκατέρα δε είναι όρος της ετέρας.

225. λ.χ. ο κώδων δεν ηχεί, ειμή ότε κρούεται.

226. Εν δυναμική καταστάσει.

227. Η ενέργεια γίνεται επί όρου τινός εν δυνάμει όντος.

228. Δυνάμει και ενεργεία.

229. Η ενέργεια.

230. Η δύναμις του ενός δεν είναι αναγκαίως συνδεδεμένη με την του άλλου. Το έν δύναται να διατηρή την δύναμιν του και το άλλο όχι. Αλλ' η ε ν έ ρ γ ε ι α του ενός είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με την του άλλου.

231. Ίσως ο Εμπεδοκλής, ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας.

232. Ενεργεία όντα είναι έν, δυνάμει όμως όντα είναι διάφορα.

233. Και τι άλλο είναι η αίσθησις ειμή αναφορά και σχέσις του αισθητού και της αισθήσεως, εάν δε ο είς των όρων τούτων πάθη ή εκλείψη, συμπάσχει ή συνεκλείπει το όλον, η αναφορά.

234. Κρίνει ομοειδή, ήτοι χρώματα, όπως και η γεύσις πάλιν ομοειδή, ήτοι χυμούς.

235. Ταύτα είναι ετεροειδή. Το λευκόν γνωρίζει η όψις, ουχί η γεύσις, ήτις πάλιν μόνον το γλυκύ γνωρίζει. Απαιτείται λοιπόν άλλο τι, ίνα συγκρίνη και διακρίνη τας ετεροειδείς αντιλήψεις. Τούτο δε το κρίνον είναι η κοινή εσωτερική αίσθησις κατ' Αριστοτέλην.

236. Αι αναφοραί όπως και αι διαφοραί των αισθητών δεν είναι αισθηταί και μόνον το πνεύμα συλλαμβάνει αυτάς. Αν λ.χ. πολλαί αντιλήψεις αποτελώσιν ενότητα, αν η μία είναι αίτιον και η άλλη αποτέλεσμα, η ενότης και η σχέσις της αιτιότητος είναι μόνον προς την συνείδησιν, η δε αίσθησις είναι όλως ξένη προς αυτάς.

237. Αλλά πώς να κρίνη η αφή το χρώμα και τον ήχον; Αλλά ούτε και τα άλλα όργανα είναι τα έσχατα αισθητήρια. Ταύτα μεσολαβούσιν. Έσχατον μόνον είναι η εσωτερική αίσθησις.

238. Η κρίνουσα αίσθησις ή δύναμις.

239. λ.χ. περί του λευκού και του γλυκέος.

240. Η εσωτερική αίσθησις είναι μία και αδιαίρετος σχετικώς προς τας ειδικάς αισθήσεις και προς τον χρόνον. Εν μια και αδιαιρέτω στιγμή διακρίνει και κρίνει τας διαφόρους αντιλήψεις.

241. Η ουσία δέχεται τα εναντία δυνάμει, ουχί όμως συγχρόνως (ενεργεία).

242. Διότι το πικρόν είναι εναντίον του γλυκέος, ενώ το λευκόν είναι απλώς διάφορον.

243. Είναι δηλ. έν.

244. Είναι διαιρετόν, καθ' όσον δύναται να γινώσκη συγχρόνως πολλάς αντιλήψεις, ας συγκρίνει μεταξύ των.

245. Τας διαφόρους αντιλήψεις.

246. Καθ' ην στιγμήν τας ενώνει.

247. Η καθό ύλη.

248. Το σημείον είναι δύο και άρα διαιρετόν, διότι ον εν τω άκρω μιας γραμμής δύναται να θεωρηθή και ως αρχή άλλης' ή άλλως το σημείον, ως κέντρον κύκλου, είναι αρχή και τέλος πασών των ακτίνων, αίτινες άγονται από του κέντρου εις την περιφέρειαν και τανάπαλιν.

249. Η κυρία και πρώτη αίσθησις, ενιαίον κέντρον πάντων των αισθημάτων, δέχεται τας διαφόρους αντιλήψεις διά των 5 αισθητηρίων και συγκρίνει και διακρίνει αυτάς. Διά ταύτης λοιπόν αισθανόμεθα και ότι ορώμεν διά της όψεως και ότι ακούομεν διά της ακοής, διότι διά της δυνάμεως, δι' ης αισθανόμεθα τας διαφοράς των ενεργειών, διά ταύτης αισθανόμεθα και αυτάς τας ενεργείας.

250. Καθ' όσον η ψυχή θεωρεί το ενιαίον τούτο πράγμα εκ δυο απόψεων, ως αρχήν και τέλος, ενεργεί κατά τρόπον διάφορον της αντιλήψεως, αλλά καθ' όσον το θεωρεί ως έν αντικείμενον, άνευ διαφορών, συμπίπτει με την ενέργειαν της αντιλήψεως.

251. Το αίσθημα λοιπόν είναι και αποτελείται καθ' όσον η ενέργεια του αισθητικού και του αισθητού τίθενται ως έν. Το οράν, ακούειν κλπ. είναι μ ί α ενέργεια, αλλά κατά την άμεσον ύπαρξιν είναι διαφορά δύο στοιχείων. Υπάρχει έν σώμα, όπερ λ.χ. ηχεί, και εν υποκείμενον, όπερ ακούει· η ύπαρξις λοιπόν είναι διπλή, αλλά η ακοή είναι έν και είναι μία μόνη ενέργεια αμφοτέρων. Ομοίως έχω το αίσθημα του σκληρού, του ερυθρού τ. έ. το αίσθημα μου είναι σκληρόν ερυθρόν. Ευρίσκω εμαυτόν ούτω διωρισμένον. Καίτοι η σκέψις λέγει ορθώς ότι εκτός εμού υπάρχει ερυθρόν σκληρόν πράγμα και ότι τούτο και ο δάκτυλός μου είναι δύο διάφορα, αλλ' είναι και έν· ο οφθαλμός μου, η όρασίς μου είναι ερυθρά και το πράγμα. Την διαφοράν και την ταυτότητα ταύτην αποδεικνύει ο Αριστ. και επιμένει εις αυτήν. Τω όντι η αίσθησις είναι μορφή ταυτότητος, είναι η κατάλυσις της διακρίσεως, του χωρισμού του υποκειμενικού και του αντικειμενικού. Το απλούν, η ατομική ψυχή ή το εγώ αισθανόμενον είναι ενότης διαφορών ή εν ταις διαφοραίς. (Εγέλου Ιστορία της Φιλοσ. σελ. 382 έκδ. 1833.)

252. Ώφειλον να μη είπωσι μόνον πως η ψυχή γινώσκει, θίγουσα το όμοιον, αλλά και πως εξαπατάται.

253. Επειδή τα εναντία είναι αχώριστα, ο γινώσκων το έν αυτών γινώσκει και το άλλο, και ο απατώμενος περί του ενός απατάται και περί του άλλου.

254. Οι άνθρωποι μόνοι και εκ τούτων ουχί πάντες έχουσι νόησιν.

255. Του νοείν είδη είναι α') φρόνησις, όταν έχη αντικείμενον πρακτικόν σκοπόν· β') επιστήμη, όταν η νόησις είναι θεωρητική και το συμπέρασμα αποδεικτόν· γ') δόξα αληθής, όταν το συμπέρασμα (η κρίσις) είναι αληθές, αλλά δεν προκύπτει δι' επιστημονικής πορείας ή δεν είναι αποδεικτόν.

256. Υπόληψιν λέγει ο Αριστοτέλης. Είδη της υπολήψεως είναι επιστήμη, δόξα, φρόνησις και τα εναντία αυτών.

257. Να φέρωμεν κρίσιν επί αντιλήψεως.

258. Η φαντασία είναι ελευθέρα εις την μόρφωσιν εικόνων, η κρίσις όμως δεν είναι αυθαίρετος. Δι' ο η κρίσις είναι αναγκαίως αληθής ή ψευδής, οφείλει δε να είναι αληθής.

259. Δεν υπάρχει δύναμις, διότι βλέπομεν υπνώττοντες την εικόνα, αλλ' ούτε και ενεργεία όψις υπάρχει, διότι κοιμώμεθα.

260. Αναιρεί την διδασκαλίαν του Πλάτωνος, λέγοντος ότι, όταν αισθανώμεθά τι και προσέτι έχωμεν την δόξαν ότι τούτο ούτως έχει, τότε αυτό είναι η φαντασία.

261. Πρέπει άρα η αίσθησις και η δόξα να συμφωνώσι και να μη αντιμάχωνται, ίνα ενωθώσι και αποτελέσωσι την φαντασίαν, αλλ' αν η μία αληθεύη και η άλλη ψεύδηται, ως εν τω παρατιθεμένω παραδείγματι του ηλίου, αδύνατον να συμπλακώσιν εις μίαν φαντασίαν.

262. Όπερ αδύνατον.

263. Ανάγκη ή να αποβάλη τις την αληθινήν δόξαν περί ηλίου, ή φυλάττων αυτήν να αμελή της αισθήσεως. Αλλά είναι αδύνατον να αποβάλη την δόξαν, ενώ και το πράγμα δεν μετεβλήθη, αλλά διατηρείται και αυτό ομοίως, ως και ο δοξάζων· ούτε πάλιν φυλάττων την δόξαν δύναται να πιστεύη εις την φαντασίαν, ότι είναι ποδιαίος ο ήλιος.

264. Το να είναι αληθής ή ψευδής η φαντασία.

265. Της αντιλήψεως των ιδιαζόντων εις έκαστον, ως λ.χ. το φως είναι ίδιον της όψεως.

266. Τα στάδια της γνώσεως είναι τρία: Πρώτον είναι η αίσθησις, δεύτερον η φαντασία, η δύναμις της χρήσεως εικόνων απόντων αντικειμένων, και τρίτον ο νους. Η φαντασία προϋποθέτει αναγκαίως την αίσθησιν και ο νους την φαντασίαν. Η αίσθησις χορηγεί εις την ψυχήν πληθύν εντυπώσεων και εικόνων του εξωτερικού κόσμου, και αναφέρεται εις παρόν αντικείμενον. Η φαντασία είναι η δύναμις του φυλάττειν και αναπλάττειν τας εντυπώσεις και τας εικόνας, όταν τα αντικείμενα δεν είναι παρόντα. Είναι δε φανερόν, ότι άνευ της φαντασίας ούτε μνήμη ούτε νόησις δύνανται να λειτουργήσωσιν. Η λέξις φαντασία δηλοί και την δύναμιν και το φάντασμα, ήτοι την εσωτερικήν εικόνα απόντος αισθητού αντικειμένου. Προσέτι δηλοί και την εμφάνειαν και το ψευδές φάσμα. Η πιστή εικών του πραγματικού είναι τόσον αληθής, όσον και το αίσθημα. Ούτως η φαντασία παρέχει εικόνα και φως εντός της ψυχής. Είναι δε διττή, φαντασία αισθητική, ήτοι αναπλαστική των εικόνων του πραγματικού κόσμου, και φαντασία λογιστική, ήτοι πλαστική ή δημιουργική, ήτις ανήκει μόνον εις τον άνθρωπον, ενώ την πρώτην έχουσι και τα κτήνη.
Η φαντασία, ως δύναμις δεχόμενη ή τηρούσα τας εικόνας, είναι η πηγή της μνήμης και της αναμνήσεως. — Φαντασία και μνήμη διαφέρουσι κατά δύο τινά· α') η μνήμη θεωρεί το φάντασμα ως εικόνα, ως αντίτυπον πράγματίς τινος, ενώ η φαντασία θεωρεί αυτό απλώς ως εικόνα, β') η μνήμη θεωρεί ότι το πράγμα, ου αντίτυπον είναι το φάντασμα, έχομεν ίδει ή μάθει, αναγνωρίζομεν αυτό ως μέρος παρελθούσης εμπειρίας.— Ανάμνησις είναι η βεβουλευμένη και συνειδητή αναπόλησις της εικόνος, εξαρτάται δε εκ του αρχικού συνειρμού των κινήσεων ή των στοιχείων. Δυνάμει του συνειρμού τούτου μία εικών αναπλάττεται υπ' άλλης πρότερον συνδεθείσης μετ' αυτής. Οι νόμοι αυτού είναι 1) ο του ομοίου, 2) ο του εναντίου, 3) ο του σύνεγγυς ή συνεχομένου. Η δημιουργική φαντασία πλάττει εικόνας, αίτινες δεν αντιστοιχούσι προς παρελθούσας εμπειρίας ή αισθήσεις, αλλ' έχουσι μόνον ιδανικήν ή υποκειμενικήν ύπαρξιν. Τοιαύται εικόνες είναι και αι φαντασίαι καθ' ύπνους και εν παραφροσύνη, αλλά και αι της καλλιτεχνίας κλπ. Η φαντασία αύτη χορηγεί εις τον νουν γενικάς εικόνας προς σχηματισμόν γενικών εννοιών.

267. Το παρόν κεφάλαιον είναι το σπουδαιότερον της όλης συγγραφής.

268. Κατά τόπον.

269. Από των άλλων μερών της ψυχής.

270. Ουχί κυρίως πάθημα, αλλά προαγωγή εκ δυνάμεως εις ενέργειαν και τελείωσιν.

271. Ούτε να υφίσταται κυριολεκτικώς πάθος, ούτε να έχη ίδιον είδος, αλλά να είναι δυνάμει πάντα τα είδη.

272. Ο νους μόνον αφού νοήση γίνεται ως τα πράγματα α νοεί, όπως και η αίσθησις γίνεται ως τα αισθητά, όταν αισθανθή αυτά.

273. Μόνον σώμα μίγνυται με σώμα.

274. O Πλάτων και η Ακαδημία.

275. Μεταφορικώς λέγεται η ψυχή τόπος ειδών, ουχί όλη, αλλά μόνον η αισθητική και η νοητική δύναμις αυτής, και ουχί διότι η ψυχή περιέχει, αλλά διότι γίνεται τα νοητά και τα αισθητά. Ο νους όμως είναι δυνάμει τα νοητά (αι ιδέαι), ενεργεία δε νοών ταύτα νοεί εαυτόν.

276. Δεν έχει όργανα ειδικά ως η αίσθησις, αλλά λειτουργεί ανεξάρτητος από του σώματος.

277. O αμαθής είναι δυνάμει επιστήμων, έχει την δύναμιν να γείνη επιστήμων. Όταν όμως μάθη την επιστήμην, κατέχει (έξις) αυτήν, και είναι μεν και τότε δυνάμει, αλλ' όχι όπως πριν να μάθη. Όταν δε ενεργοποιή την επιστήμην ην έχει (λ.χ. ο ιατρός την ιατρικήν), τότε είναι ενεργεία ή εντελέχεια επιστήμων.

278. Τότε δεν έχει ανάγκην διδασκαλίας, αλλ' εξ ιδίας ενεργείας νοεί τα πράγματα και εαυτόν.

279. Πρότερον ήτο απλή δύναμις, πριν να νοήση ήτο μηδέν. Πριν να μάθη= διδαχθή. Πριν να εύρη=ανακαλύψη τι εξ ιδίας ενεργείας.

280. Ο νους νοήσας ήδη έγεινεν αυτά τα πράγματα, τα οποία νοεί, και τώρα νοών αυτά νοεί εαυτόν.

281. Μία δύναμις διαφόρως διατιθεμένη, ήτοι υπό διαφόρους όρους δρώσα, δύναται να γινώσκη ότε μεν το αισθητόν, λ.χ. τούτο το ύδωρ, ότε δε το καθόλου, την ουσίαν και το είδος των πραγμάτων, το ύδωρ εν γένει. Αλλ' εις μεν τα φυσικά πράγματα η ύπαρξις του πράγματος και το είδος ή η έννοια αυτού είναι χωριστά, ενώ εις τα άυλα, τα νοητά, λ. χ. εις το άπειρον, τα δύο στοιχεία, είναι αχώριστα.

282. Η σαρξ αύτη ην βλέπομεν ή εγγίζομεν, είναι αισθητή, καθ' όσον σύγκειται εξ υλικών στοιχείων.

283. Η σιμότης δεν είναι άνευ της ρινός, διότι είναι μορφή αυτής.

284. Λογικώς χωριστή, ο νους.

285. λ.χ. η ευθεία γραμμή.

286. Το κοινόν των δύο όρων είναι η αναφορά η ενούσα αυτούς, των οποίων ο πρώτος είναι ικανός να δρα επί του δευτέρου, ούτος δε να δέχηται την ενέργειαν του πρώτου, ων δυνάμει ό,τι είναι ο πρώτος ενεργεία.

287. Τα νοητά. Ο νους νοών εαυτόν νοεί ή δι' εαυτού ή δι' άλλου. Εάν νοή δι' εαυτού, τότε νοών άλλα νοητά ανευρίσκει εαυτόν εις ταύτα, άτινα τότε γίνονται αυτά νωούντα άμα και νοητά.

288. Εν η το έν είναι το νοούν και το άλλο είναι το νοούμενον.

289. Τα οποία δεν είναι ο νους, αλλά νοούνται μόνον υπ' αυτού.

290. Καθ' ην ο νους είναι δυνάμει ό,τι τα νοητά είναι ενεργεία.

291. Αι τοιαύται μεταφοραί υλικών σχέσεων εις τα όλως νοητά δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά γράμμα, άλλως γίνονται παραίτιαι παρεξηγήσεων. Ο νους είναι δύναμις άμα και ενέργεια, είναι μορφή άμα και περιεχόμενον.

292. Αι έννοιαι του νου, τα καθ' όλου, και αι μαθηματικαί αφαιρέσεις.

293. Ήτοι η νόησις, ήτις θεωρεί τα όλως νοητά και απηλλαγμένα παντός υλικού στοιχείου.

294. Δεν νοεί συνεχώς (πάντοτε) ως ων απλή δύναμις.

295. Το νοητόν υπάρχει μόνον δυνάμει εις τα υλικά όντα, ενεργεία δε υπάρχει μόνον εν τω νω.

296. Δεν είναι υλικός ο νους.

297. Η διάνοια λοιπόν είναι δυνάμει το περιεχόμενον του νοητού αντικειμένου, και ενεργούσα ταυτίζεται προς εαυτήν· αλλ' ο αυτοσυνειδώς νους είναι ουσιωδώς ενεργεία τοιούτος, αφού είναι πάντα εν εαυτώ. Ούτως ο Αριστοτέλης είναι καθαρός ιδεοκρατικός και ουχί εμπειρικός. Κακώς δε ενοήθη η παρομοίωσις του νου προς βιβλίον, εις το οποίον ουδέν ακόμη έχει γραφή. Η παθητικότης του νου σημαίνει μόνον την δύναμιν προ της ενεργείας. Ο νους δεν είναι βέβαια πράγμα τι αισθητόν, δεν έχει την παθητικότητα γραμματείου ή χάρτου αγράφου. Ο νους είναι α υ τ ή - η - ε ν έ ρ γ ε ι α, ήτις άρα δεν είναι εξωτερική προς αυτόν, ως συμβαίνει προς τον χάρτην. Η παρομοίωσις λοιπόν περιορίζεται μόνον εις τούτο: ότι η ψυχή περιεχόμενον έχει μόνον καθ' όσον πραγματικώς ενεργεί η νόησις. Η ψυχή είναι το άγραφον τούτο βιβλίον· τ. έ. Η ψυχή είναι δυνάμει πάντα, αλλά δεν είναι εν εαυτή η ολότης αύτη· είναι ως βιβλίον, όπερ περιέχει δυνάμει πάντα, αλλ' ουδέν ακόμη ενεργεία πριν ή ενεργηθή γραφή επ' αυτού. Προ της πραγματικής ενεργείας ουδέν αληθώς υπάρχει· αλλ' αυτός ο νους είναι νοητός, όπως τα νοητά εν γένει αντικείμενα, διότι εις το μη έχον ύλην (εις τον νουν) το νοούν (υποκείμενον) και το νοούμενον (αντικείμενον) είναι το αυτό. Η θεωρητική επιστήμη και το αντικείμενον αυτής, το επιστητόν, είναι το αυτό. Αλλ' εις το έχον ύλην η νόησις είναι μόνον δυνάμει, ούτως ώστε ο νους δεν ανήκει εις αυτό, διότι ο νους είναι δύναμις άνευ ύλης, αλλά το νοητόν υπάρχει εν αυτώ. Ο νους είναι πάντα τα νοητά εν εαυτώ· εν ω η φύσις περιέχει μεν την ιδέαν, είναι ν ο υ ς, αλλά μόνον εν δυνάμει, εν αυτή ο νους δεν γίνεται προς εαυτόν, δεν γινώσκει εαυτόν. O νους όμως δεν είναι υλικόν, αλλά το καθολικόν, η καθολική δύναμις άνευ ύλης και είναι ενεργεία μόνον όταν νοή. Εκ τούτων είναι φανερόν, ότι η παρομοίωση εξηγήθη όλως αντιθέτως προς τον νουν του Αριστοτέλους. (Έγελος Ιστορ. Φιλοσοφ. σελ. 387).

298. Δεν εννοεί την αισθητήν και εξωτερικήν ύλην. Παν ον έχει δύο στοιχεία, την ύλην (δύναμιν) και το είδος (ενέργεια), όπερ είναι και το αίτιον (ειδικόν, και ποιητικόν και τελικόν). Και ο νους είναι νους παθητικός ως ύλη, και νους ποιητικός είναι ως αίτιον.

299. Τη νοητική ψυχή.

300. O δυνάμει νου γίνεται ενεργεία πάντα, όσα νοεί.

301. Βλέπε Βιβλίον Δεύτερον 71./δεν βρίσκω την αντιστοιχηση - ίσως παράγραφοι 5 και 6/

302. Ουχί υλικώς. Αλλά νοητώς.

303. Ο ποιητικός νους είναι υπέρτερος του παθητικού και λόγω χρονικής προτερότητος. Η ενέργεια είναι προτέρα της δυνάμεως, διότι η δύναμις δεν γίνεται ενεργεία τι ειμή δι' αιτίου ενεργεία υπάρχοντος, οίον είναι η τέχνη ή η φύσις (άνθρωπος γεννά άνθρωπον).

304. Τούτο συμβαίνει μόνον εις τον παθητικόν νουν.

305. Η μνήμη είναι μνήμη εικόνων ή άλλων παθημάτων προτεροχρόνων. Αλλ' ο ποιητικός νους είναι απαθής και αΐδιος, δεν έχει λοιπόν πρότερον και ύστερον χρονικώς.

306. O παθητικός νους διαλύεται και δεν υφίσταται εν τη νέα ζωή, εις ην εισέρχεται η νοούσα ψυχή.

307. Πάσα γνώσις είναι κατά πρώτον γνώσις άμεσος, δεδομένη, εμπειρική, και ως τοιαύτη είναι ατελεστάτη, ίνα δε μεταβληθή εις επιστημονικήν γνώσιν, απαιτείται η ενέργεια του ποιητικού νου ή του λόγου, όστις τας εποπτείας και παραστάσεις του παθητικού νου μετατρέπει εις καθαρά νοήματα. Ούτω προέρχεται νέος κόσμος, όλως νοερός. O ποιητικός λοιπόν νους είναι προς τον παθητικόν ως είδος προς ύλην. Ο νους, ως παθητικός μεν, γίνεται ή δέχεται πάσαν πραγματικότητα, ως ποιητικός δε δημιουργεί πάσαν πραγματικότητα, παρέχων αυτή είδος λογικόν, νοητόν (διακοσμών την ύλην). Η νόησις και η αισθητική αντίληψις δεν είναι το αυτό, αλλά δεν είναι όλως κεχωρισμέναι. Εν τη νοήσει νοούμεν ό,τι δίδοται δυνάμει εν τη αντιλήψει, αλλά το αντικείμενον τούτο της νοήσεως πρέπει πρώτον να γείνη νοητόν διά δημιουργικής ενεργείας του νου. Ο νους δημιουργεί, τον κόσμον του εις όρους ιδικούς του (τ. έ. νοητόν κόσμον), και επειδή τα υλικά του είναι νοήματα, νοεί εαυτόν, και ούτως υποκείμενον και αντικείμενον είναι ταύτα. O Αριστοτέλης ενιαχού φαίνεται δοξάζων, ότι πάσα η γνώσις ημών είναι εκ των υστέρων. Εν τοις Αναλυτικοίς όμως θεωρεί τας υψίστας αρχάς της γνώσεως ως αμέσους και ως προϋποθέσεις της εμμέσου και παραγωγού γνώσεως. Αι έσχατοι αύται αρχαί είναι προτάσεις, ων τα κατηγορούμενα είναι δεδομένα εν τω υποκειμένω, και είναι αναγκαίως αληθείς. O αποδεικτικός συλλογισμός ως προκειμένας έχει τας εσχάτας ταύτας αρχάς του νου. Της επαγωγής υπερτέρα είναι η εξαγωγή, διότι είναι η ερμηνεία των φαινομένων διά των εσχάτων αρχών της γνώσεως και της υπάρξεως, ήτοι διά καθολικών νόμων και αιτίων.

Αι αρχαί και τα νοητά είδη είναι και εν τω νω και εν τοις πράγμασιν, ανακαλύπτονται δε υπό του νου εν τω φαινομενικώ κόσμω. Ούτως ο νους ανευρίσκει εαυτόν εν τω κόσμω, και νοών το αντικείμενον νοεί εαυτόν. Όπως δε το φως ποιεί ορατά τα χρώματα, ούτως ο νους ποιεί νοητά τα καθόλου είδη. Το υλικόν αυτού, όπερ διαπλάσσει ως καλλιτέχνης, είναι τα περιεχόμενον της παραστατικής συνειδήσεως. Αντίληψις και νόησις συμπληρούσιν αλλήλας· η μεν νόησις απαιτεί την φαντασίαν, η δε αντίληψις μένει τυφλή, εάν δεν φωτίζηται και δεν ανυψούται εις έννοιαν υπό του νου.

Ο ποιητικός νους είναι το θείον εν τω ανθρώπω, είναι χωριστός από της οργανικής ζωής και τρόπον τινά εισέρχεται εις το σώμα έξωθεν. Μη ανήκων δε εις τον φυσικόν οργανισμόν, δεν απόλλυται μετ' αυτού και δεν είναι ατομικός, αλλ' είναι απαθής και αμιγής, αναλλοίωτος και αθάνατος.

308. Τοιαύτη είναι η πρότασις, ήτις καίτοι έχει διάφορα στοιχεία είναι μία ενότης.

309. Διάμετρος νοείται η διαγώνιος του τετραγώνου ή και η διάμετρος του κύκλου. Διότι και εκείνη είναι ασύμμετρος προς την πλευράν του ορθογωνίου τριγώνου και η διάμετρος προς την περιφέρειαν. Ούτως: η διάμετρος είναι ασύμμετρος είναι πρότασις αληθής. Η διάμετρος δεν είναι ασύμμετρος: είναι ψεύδος.

310. Είτε εις το παρελθόν είτε εις το μέλλον αναφέρεται νυν.

311. Η έκτασις δύναται να διαιρήται, αλλ' εφ' όσον δεν διαιρείται, η συνέχεια αυτής δύναται να παριστάνηται ως αδιαίρετος και ως ολότης εις τα όμματα της διανοίας.

312. Μη διηρημένη.

313. O νους νοεί το μήκος ως αδιαίρετον υλικώς και χρονικώς.

314. Το μήκος, καίτοι αδιαίρετον ενεργεία, είναι όμως διαιρετόν δυνάμει.

315. Ο νους νοεί το μήκος (την γραμμήν) ως έν και νοεί ουχί τούτο μεν εις τον ήμισυν χρόνον, τούτο δε εις άλλον ήμισυν χρόνον, διότι ούτω θα είναι δύο μήκη και ουχί έν μήκος, διαιρών δε το μήκος εις μήκη θα διήρει και τον χρόνον.

316. Το υλικόν ον είναι διαιρετόν ποσοτικώς ουχί κατά το είδος του, όπερ είναι έν και αδιαίρετον.

317. Ενεργείας ή δυνάμεως.

318. Το είδος εις το υλικόν ον, και η συνέχεια εις τον χρόνον.

319. Οία η γραμμή, ην ορίζει: μήκος άνευ πλάτους, και η επιφάνεια, ην επίσης στερητικώς ορίζει: μήκος και πλάτος άνευ βάθους.

320. Όπως η στιγμή, ήτις είναι αδιαίρετος δυνάμει και ενεργεία.

321. Η μεν στιγμή δεν έχει μήκος ούτε πλάτος ούτε βάθος, η γραμμή δεν έχει μήκος και βάθος, αλλά κλπ.

322. Το κακόν γινώσκεται διά του εναντίου του, του αγαθού, το μέλαν διά του λευκού, ούτω δε και τα απλά και αδιαίρετα.

323. Εις το οποίον δεν λείπει έν των εναντίων, ίνα νοή το έτερον (επομένως) όπερ νοεί και γινώσκει τα δύο εναντία συνάμα.

324. Τοιούτος είναι ο νους του ανθρώπου.

325. Διότι ούτω γίνεται συμπλοκή, εις ην δύναται να συμβή απάτη.

326. Ομοίως βλέπομεν την αλήθειαν εις πάντα τα άυλα, τα είδη δηλ. και τα νοητά.

327. Το κεφάλαιον τούτο έχει πολλά τα ασυνάρτητα, φαίνεται δε ότι συγκρίνει τον θεωρητικόν και τον πρακτικόν νουν.

328. Ούτως η επιστήμη έρχεται τω μαθητή εκ διδασκάλου κατέχοντος και διδάσκοντος ή εφαρμόζοντος αυτήν.

329. Το τετελεσμένον δεν χρήζει πλέον κινήσεως, ίνα φθάση εις τα τέλος του, εις την τελειότητα του, αλλ' ενεργεί άλλως.

330. Χωρίς να καταφάσκωμεν ή να αρνώμεθα την ύπαρξιν ή τα προσόντα αυτών (απλούν αίσθημα).

331. Δεύτερος βαθμός του αισθητικού (συναίσθημα).

332. Τρίτος βαθμός του αισθητικού (ορμή προς ενέργειαν), ότε η απλή έννοια μεταβάλλεται εις κρίσιν, λαμβάνει θεωρητικώς την μορφήν καταφάσεως ή αρνήσεως, πρακτικώς δε την της διώξεως ή φυγής. Εκεί έχομεν αλήθειαν ή ψεύδος, εδώ δε αγαθόν ή κακόν.

333. Εξακολουθεί την σύγκρισιν νου και αισθήσεως.

334. Ουχί πλέον εξωτερικόν τι, αλλ' εικών την οποίαν η ψυχή έχει εν εαυτή.

335. Αι εικόνες είναι προς τον νουν ό,τι αι μεταβολαί της κόρης είναι προς την όρασιν, και ό,τι αι του ωτός είναι προς την ακοήν. Αι εικόνες μεσολαβούσιν ως διάμεσα, όπως η κόρη ή το ους.

336. Είναι η κοινή αίσθησις, η συνενούσα απάσας τας αντιλήψεις και δρώσα επί των αισθημάτων ως ο νους επί των εικόνων.

337. Όπως η κοινή αίσθησις είναι ως κέντρον ή όριον, ένθα συγχέονται αι διάφοροι αισθήσεις, ούτω και ο νους είναι το όριον, ένθα συνενούνται αι διάφοροι εικόνες ή παραστάσεις.

338. Διά τούτων ο Αριστοτέλης φαίνεται εξηγών, ότι, όπως αι ποιότητες συμπλέκονται έν τινι πράγματι και αποτελούσιν ενιαίον τι αντικείμενον, ούτως υποκειμενικώς αποτελούσι μίαν και την αυτήν έννοιαν ή σύλληψιν. Κατά την σημασίαν είναι αι αυταί, διαφέρουσι δε μόνον κατά τον τρόπον της υπάρξεως.

339. Τα οποία η αίσθησις αμέσως αντιλαμβάνεται.

340. Πρώτος βαθμός, η όψις.

341. Δεύτερος βαθμός, η κοινή αίσθησις γνωρίζουσα την κίνησιν.

342. Τρίτος βαθμός, ο νους.

343. Τον οποίον δέον ν' αποφύγη, και ο νους αποφασίζει ν' αποφύγη.

344. Ουχί πλέον διά των εικόνων παρόντων αντικειμένων.